ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 4033/2012
Μεταξύ:
THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ
Και
1. STELIOS MARKIDES DEVELOPERS LIMITED
2. ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
3. ΑΘΗΝΟΥΛΑ ΜΑΡΚΙΔΟΥ
ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΔΟΛΙΩΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 62
Και
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
Αιτητές
Και
1. STELIOS MARKIDES DEVELOPERS LIMITED
2. ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
3. ΑΘΗΝΟΥΛΑ ΜΑΡΚΙΔΟΥ
Καθ’ ων η Αίτηση
--------------------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 19/12/2025
Ημερομηνία: 16/7/2026
Εμφανίσεις:
Για ενάγοντες - αιτητές: κα Π. Καλυβίτου, για Κ.Κ. ΣΑΒΕΡΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
Για εναγόμενους 1, 2 και 3 και για ενδιαφερόμενα μέρη 1 και 2 - καθ’ ων η αίτηση 1 μέχρι 5: κα Μ. Θεοδώρου, για ΧΡΙΣΤΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Τα ακόλουθα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών:
Στις 5/12/2016 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των τριών εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €1.272.403,55, πλέον τόκους και έξοδα. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό, τριών ενυπόθηκων ακινήτων, ιδιοκτησίας των εναγόμενων 1. Με την ίδια, πάντοτε, απόφαση διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσής της καθώς και των διαταγμάτων εκποίησης μέχρι της 5/12/2017. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, οι ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα καταχώρησης memo επί της περιουσίας και των τριών εναγόμενων.
Ο εναγόμενος 2, που είναι ο πατέρας των δυο ενδιαφερόμενων μερών (υιός και θυγατέρα, αντίστοιχα), με τρεις ξεχωριστές δηλώσεις μεταβίβασης μεταβίβασε στα δυο παιδιά του, δυνάμει δωρεάς, τρία ακίνητά του (στο εξής «επίμαχα ακίνητα»). Με τις δυο δηλώσεις μεταβίβασης, ημερομηνίας 28/6/2018, στις 17/9/2018 μεταβίβασε στον υιό του, τα δυο επίμαχα ακίνητα, ενώ, με τη δήλωση μεταβίβασης, ημερομηνίας 4/9/20218, την επομένη, 5/9/2018 μεταβίβασε στη θυγατέρα του το τρίτο επίμαχο ακίνητο.
Οι ενάγοντες, στις 19/12/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν: πρώτο, διάταγμα με το οποίο να κηρύσσονται άκυρες οι παραπάνω μεταβιβάσεις και εγγραφές των επίμαχων ακινήτων στα παιδιά του εναγόμενου 2, δεύτερο, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η επανεγγραφή των επίμαχων ακινήτων στο όνομα του εναγόμενου 2 και τρίτο, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο αρμόδιος λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρία, όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, ακυρώσει τις παραπάνω μεταβιβάσεις και επανεγγράψει τα επίμαχα ακίνητα στο όνομα του εναγόμενου 2.
Η αίτηση βασίζεται - μεταξύ άλλων - στα άρθρα 2 μέχρι 5 του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ.62.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση τού υπαλλήλου των εναγόντων, Χαράλαμπου Μυλωνά. Η ουσία όσων αναφέρει ο μάρτυρας έγκειται στα εξής:
Οι υποθήκες οι οποίες εξασφάλιζαν το παραπάνω εξ αποφάσεως χρέος, δεν υφίστανται πλέον, επειδή τα ενυπόθηκα ακίνητα των εναγόμενων 1, έχουν εκποιηθεί.
Οι ενάγοντες, μετά από πρόσφατη έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας των τριών εναγόμενων, ενέγραψαν δυο ΜΕΜΟ επ’ ονόματι των εναγόμενων 1 και 3.
Εξ όσων γνωρίζει και αντιλαμβάνεται από στοιχεία που έχουν προκύψει, αλλά και ως οι δικηγόροι τους τους συμβουλεύουν, ο εναγόμενος 2, ενώ στις 5/12/2016 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή, προέβηκε στις μεταβιβάσεις των επίμαχων ακινήτων στα παιδιά του, δυνάμει δωρεάς, με πρόθεση καταδολίευσης των δανειστών του και/ή των εναγόντων στην παρούσα αγωγή για να αποφύγει την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του, το οποίο, σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €1.909.102,00.
Είναι περαιτέρω η θέση τους, ότι ο εναγόμενος 2 μετά τη μεταβίβαση των επίμαχων ακινήτων στερείται περιουσίας και/ή στερείται περιουσίας που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει την απόφαση και τα έξοδα της αγωγής.
Για όλους του πιο πάνω λόγους πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Οι εναγόμενοι και τα δυο ενδιαφερόμενα μέρη καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 17 λόγους και υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις. Στη μια προέβη ο εναγόμενος 2 και στην άλλη, ο υιός του και ενδιαφερόμενο μέρος, Μάρκος Μαρκίδης.
Ο εναγόμενος 2, στη δική του ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:
Όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ο ίδιος προσωπικά ήταν εγγυητής μαζί με την σύζυγό μου - εναγόμενη 3, των δανειακών υποχρεώσεων των εναγόμενων 1.
Ο ίδιος, πριν το έτος 2013 είχε προβεί σε διάφορες επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων. Οι επενδύσεις αυτές χρηματοδοτήθηκαν μέσω τραπεζικού δανεισμού στο όνομά του και της συζύγου του από διάφορες Κυπριακές Τράπεζες. Μεταξύ των τραπεζών αυτών περιλαμβάνονταν η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η Ελληνική Τράπεζα, η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, η Astrobank Limited, η USB Bank και η Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λιμιτεδ. Για την εξασφάλιση των δανείων αυτών είχαν εγγραφεί υποθήκες επί ολόκληρης της ακίνητης ιδιοκτησίας και των τριών εναγόμενων.
Μετά την οικονομική κρίση του 2013, οι επενδύσεις αυτές κατέστησαν οικονομικά μη βιώσιμες. Τα εισοδήματα από τα ακίνητα μειώθηκαν σημαντικά, ως αποτέλεσμα δημιουργήθηκαν σημαντικές καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση των δανείων. Στο πλαίσιο αυτό εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις σε σχέση με τις περισσότερες από τις εν λόγω οφειλές, ενώ τα τραπεζικά ιδρύματα προς εξασφάλιση των απαιτήσεων τους προχώρησαν και στην εγγραφή ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του.
Κατά τον ουσιώδη χρόνο το έτος 2018, το σύνολο της ακίνητης περιουσίας και των τριών εναγόμενων ήταν επιβαρυμένη με υποθήκες και εγγεγραμμένα ΜΕΜΟ υπέρ διαφορετικών τραπεζών.
Τα επίμαχα ακίνητα κατά τον επίδικο χρόνο, ως εμφαίνεται από την έρευνα του Κτηματολογίου ημερ. 27/3/2018 (τεκμήριο 2) ήταν επιβαρυμένα ως εξής: α) το ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ] το οποίο βρίσκεται στα κατεχόμενα, αξίας €45.200, βάσει των τιμών του Κτηματολογίου το 2013, ως εμφαίνεται από την έρευνα, με ΜΕΜΟ [ ] για το ποσό των €41.308,02, πλέον τόκους, ΜΕΜΟ [ ], για το ποσό των €181.850,04, πλέον τόκους υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδιών και ΜΕΜΟ του Τμήματος Φορολογίας (β) το ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ], αξίας €156.400, βάσει των τιμών του Κτηματολογίου, ημερ. 1/1/2018 ήταν επιβαρυμένο με πρώτη υποθήκη για το ποσό των €141.472,20, πλέον τόκους, δεύτερη υποθήκη, για το ποσό των €25.629,02, πλέον τόκους και τρίτη υποθήκη για το ποσό των €20.503,22, πλέον τόκους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Περαιτέρω, το ίδιο ακίνητο ήταν επιβαρυμένο με ΜΕΜΟ της Αstrobank, της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λιμιτεδ, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου), της USB Bank Plc και του Τμήματος Φορολογίας, και (γ) το ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ], αξίας €125,800, βάσει των τιμών του Κτηματολογίου, ημερ. 1/1/2018 ήταν επιβαρυμένο με πρώτη υποθήκη για το ποσό των €375.892,32, πλέον τόκους και δεύτερη υποθήκη για το ποσό των €51.258,04, πλέον τόκους υπέρ της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας. Το ίδιο ακίνητο ήταν επιβαρυμένο και με ΜΕΜΟ της Astrobank, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λιμιτεδ, της USB BANK plc, της ERB Cyprus Holdings Ltd, του Τμήματος Φορολογίας και της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας.
Λόγω της κατάστασης αυτής, περί το έτος 2017 ξεκίνησε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με τις Τράπεζες με κύριο σκοπό την διευθέτηση και αναδιάρθρωση των δανειακών του υποχρεώσεων καθώς και την άμεση εξόφληση και μείωση ορισμένων οφειλών και την αποφυγή εκποιήσεων. Οι τράπεζες ήταν διατεθειμένες να αποδεχθούν συμφωνίες αναδιάρθρωσης και διευθέτησης δανείων.
Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων επιτεύχθηκε συμφωνία αναδιάρθρωσης με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, οι οποίες είχαν εγγράψει 1η και 2η υποθήκη και ΜΕΜΟ επί των επίμαχων ακινήτων που προηγούνταν έναντι οποιωνδήποτε άλλων εξασφαλίσεων - επιβαρύνσεων των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων.
Συγκεκριμένα, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με επιστολή της, ημερομηνίας 27/7/2018 αποδέχτηκε συμφωνία διευθέτησης και αναδιάρθρωσης τραπεζικών διευκολύνσεων, στις οποίες ο ίδιος ήταν πρωτοφειλέτης. Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, η Τράπεζα αποδέχθηκε την καταβολή συνολικού ποσού €245.000, με την απαλλαγή προς όφελός του των υποθηκών που βάρυναν το επίμαχο ακίνητο που είχε μεταβιβάσει στη θυγατέρα του και την απελευθέρωση ενός άλλου ακινήτου του. Το ποσό αυτό θα καταβαλλόταν από τον υιό του. Το υπόλοιπό του προς την Τράπεζα Κύπρου κατά την 17/7/2018 ανερχόταν στα €1.095.741. Με την εν λόγω συμφωνία, η Τράπεζα διέγραψε και πολύ μεγάλο ποσό από το υπόλοιπο.
Συμφωνία διευθέτησης και αναδιάρθρωσης επιτεύχθηκε και με την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, την διαχείριση της οποίας ανέλαβε η Αltamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Mε επιστολή της εν λόγω Τράπεζας, ημερομηνίας 13/3/2018 υποβλήθηκε πρόταση για εξόφληση τραπεζικών διευκολύνσεων, μέσω παραχώρησης ακινήτων έναντι χρέους. Στην πρόταση περιλαμβάνονταν η ρύθμιση διαφόρων δανειακών λογαριασμών στο όνομά του και της συζύγου μου, μέσω παραχώρησης συγκεκριμένων ακινήτων, είσπραξης ποσού και διαγραφής χρέους. Στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας προβλεπόταν και η απαλλαγή του δεύτερου από τα δυο επίμαχα ακίνητα που είχε μεταβιβάσει στον υιό του με την καταβολή του ποσού των €135.000. Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας απελευθερώθηκε και το πρώτο από τα δυο επίμαχα ακίνητα που είχε μεταβιβάσει στον υιό του το οποίο βρίσκεται στα κατεχόμενα και ήταν επιβαρυμένο με δυο ΜΕΜΟ της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας. Στο εν λόγω ακίνητο σήμερα δεν προσδίδεται αξία. Η εν λόγω πρόταση αναδιάρθρωσης έγινε αποδεκτή από τον ίδιο και τη σύζυγό του.
Οι πιο πάνω συμφωνίες διευθέτησης και αναδιάρθρωσης επιτεύχθηκαν με την συνεργασία και έγκριση και των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία είχαν ΜΕΜΟ και επιβαρύνσεις επί των επίμαχων ακινήτων. Με την επίτευξη των συμφωνιών και την απαλλαγή των ακινήτων από τις υποθήκες και τα ΜΕΜΟ των πιστωτών με τους οποίους επιτεύχθηκαν οι συμφωνίες, προχώρησαν και τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα με την εξάλειψη των δικών τους ΜΕΜΟ. Επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7, επιστολή του Κτηματολογίου, ημερομηνίας 6/3/2026 στην οποία αναφέρονται τα εμπράγματα βάρη και υποθήκες που βάρυναν τα τρία επίμαχα ακίνητα πριν μεταβιβαστούν το 2018 και έχουν ακυρωθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο υιός μου - ενδιαφερόμενο μέρος, ο οποίος δεν είχε προσωπικές οφειλές και οποιαδήποτε εμπλοκή στα δάνεια που είχε συνάψει ο ίδιος και η σύζυγός του, ούτε ήταν εγγυητής σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα, προκειμένου να εξοφληθούν οι πιο πάνω αναφερόμενες τραπεζικές οφειλές, προέβη σε καταβολή σημαντικών χρηματικών ποσών προς τα πιο πάνω αναφερόμενα τραπεζικά ιδρύματα από προσωπικά του κεφάλαια. Οι πληρωμές αυτές έγιναν στο πλαίσιο των πιο πάνω συμφωνιών και τραπεζικά δομημένων διαδικασιών αναδιάρθρωσης (Debt for Asset Swap – DFAS), με τη συνεργασία και έγκριση και των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων. Ως αποτέλεσμα των πληρωμών αυτών εξαλείφθηκαν υποθήκες και MEMO που βάρυναν τα ακίνητα από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα και μειώθηκαν ουσιαστικά οι συνολικές υποχρεώσεις.
Συγκεκριμένα, ο υιός του, στις 19/6/2018 κατέβαλε με τραπεζική επιταγή προς την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, το ποσό των €135.000 το οποίο συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας αναδιάρθρωσης για την απαλλαγή του δεύτερου επίμαχου ακινήτου που του είχε μεταβιβάσει και το ποσό των €12.000 στο πλαίσιο συμφωνίας με την Τράπεζα. Περαιτέρω, στις 2/8/2018 κατέβαλε με δυο επιταγές το συνολικό ποσό των €245.000 προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί προς την εν λόγω Τράπεζα στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας αναδιάρθρωσης που επιτεύχθηκε για την απαλλαγή του επίμαχου ακίνητο το οποίο μεταβίβασε στη θυγατέρα του.
Μετά την ολοκλήρωση των πληρωμών και των εξαλείψεων των επιβαρύνσεων των επίδικων ακινήτων, ως μέρος της συνολικής αναδιάρθρωσης και ανακατανομής της οικογενειακής περιουσίας, στις 17/9/2018 προέβηκε στη μεταβίβαση των δυο επίμαχων ακινήτων στον υιό του.
Οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν δια δωρεάς, στο πλαίσιο της οικογενειακής σχέσης και συνεννόησης μετά από την ουσιαστική οικονομική συμβολή του υιού του και της συνολικής αναδιάρθρωσης της οικονομικής του κατάστασης, καθότι ο υιός του κατέβαλε ίδια κεφάλαια, εξόφλησε υποθήκες και ΜΕΜΟ τρίτων πιστωτών που βάρυναν τα εν λόγω ακίνητα, οι οποίοι έδωσαν την συγκατάθεσή τους και προχώρησαν με εξάλειψη των ΜΕΜΟ, στο πλαίσιο της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας αναδιάρθρωσης.
Στο ίδιο πλαίσιο οικογενειακής και οικονομικής αναδιάρθρωσης, στις 5/9/2018 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς επ’ ονόματι της θυγατέρας του - ενδιαφερόμενο μέρος, κατόπιν εισήγησης του υιού μου, του τρίτου επίμαχου ακινήτου Το εν λόγω ακίνητο απαλλάχθηκε από επιβαρύνσεις στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας αναδιάρθρωσης με την Τράπεζα Κύπρου.
Σε σχέση με το ίδιο ακίνητο, ως έχει αναφέρει οι πληρωμές καταβλήθηκαν από τον υιό του στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των τραπεζικών του υποχρεώσεων και προς αποπληρωμή των οφειλών. Μετά την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας και την απαλλαγή του ακινήτου από επιβαρύνσεις, ο υιός του εισηγήθηκε όπως το ακίνητο μεταβιβαστεί στην κόρη του, καθότι αυτό προοριζόταν εξ αρχής για την ίδια.
Σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε πρόθεση εκ μέρους του και των ενδιαφερόμενων μερών, να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες, ούτε οποιονδήποτε άλλο πιστωτή. Δηλώνει ρητά ότι καμία πρόθεση παρεμπόδισης ή καθυστέρησης οποιουδήποτε πιστωτή στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους του, υπήρξε, είτε εκ μέρους του, είτε εκ μέρους των ενδιαφερόμενων μερών. Αντιθέτως, οι ενέργειες αυτές έγιναν για να εξοφληθούν τραπεζικές οφειλές και να αποφευχθούν εκποιήσεις. Η απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης καταδολίευσης των εναγόντων προκύπτει και από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι επίδικες μεταβιβάσεις, δηλαδή το 2018. Πραγματοποιήθηκαν στις 17/9/2018 και στις 5/9/2018, δηλαδή, έξι χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και δύο χρόνια μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ημερομηνίας 5/12/2016.
Περαιτέρω, κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν και αλλά 4 ακίνητα ιδιοκτησίας του στα κατεχόμενα και συγκεκριμένα τα ακίνητα με αρ. εγγραφής: [ ], [ ], [ ] και [ ], τα οποία δεν έφεραν ΜΕΜΟ ούτε άλλες επιβαρύνσεις, τα οποία δεν μεταβιβάστηκαν ούτε αποξενώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε γενικευμένη αποξένωση περιουσίας εκ μέρους του. Αντιθέτως, οι επίδικες μεταβιβάσεις περιορίστηκαν αποκλειστικά στα ακίνητα που συνδέονται με την πιο πάνω διαδικασία αναδιάρθρωσης και την καταβολή των χρηματικών ποσών εκ μέρους του υιού του προς τα τραπεζικά ιδρύματα, δυνάμει σχετικών συμφωνιών. Οι εν λόγω μεταβιβάσεις πραγματοποιήθηκαν ως δωρεά στο πλαίσιο της οικογενειακής σχέσης σε ανταπόδοση της πραγματικής αυτής οικονομικής συνεισφοράς και εντάσσονται στο πλαίσιο της μεταξύ τους οικογενειακής και οικονομικής διευθέτησης και όχι με σκοπό την καταδολίευση ή παρεμπόδιση οποιουδήποτε πιστωτή να ανακτήσει το χρέος του.
Παρά το γεγονός ότι η δικαστική απόφαση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής εκδόθηκε στις 5/12/2016, εξασφαλίζοντας διατάγματα εκποίησης των τριών υποθηκών με αναστολή εκτέλεσης μέχρι τις 5/12/2017, εξαιρουμένου του δικαιώματος καταχώρησης ΜΕΜΟ, οι τότε ενάγοντες δεν προχώρησαν σε εγγραφή οποιουδήποτε ΜΕΜΟ ή άλλου εμπράγματου μέτρου επί των επίμαχων ακινήτων, αλλά ούτε επί της άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του, ούτε της συζύγου του ούτε των εναγόμενων 1, η οποία (ιδιοκτησία) ήταν επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη, άλλων πιστωτών. Οι νυν ενάγοντες, μετά από εννέα χρόνια αποφάσισαν να προχωρήσουν με την εγγραφή ΜΕΜΟ επί της ήδη επιβαρυμένης περιουσίας των εναγόμενων 1 και 3. Όμως, επισημαίνει ότι ακόμα και αν οι αρχικοί ενάγοντες προχωρούσαν με την εγγραφή ΜΕΜΟ επί των επίμαχων ακινήτων, μόλις είχαν εξασφαλίσει απόφαση, ήτοι το 2016, ουδέποτε θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από τα επίμαχα ακίνητα, καθότι προτεραιότητα είχαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα.
Οι επιβαρύνσεις, τα εμπράγματα βάρη, ΜΕΜΟ και υποθήκες της Τράπεζας Κύπρου και της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας επί των τριών επίμαχων ακινήτων είχαν προτεραιότητα έναντι οποιωνδήποτε άλλων εξασφαλίσεων - επιβαρύνσεων των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, συνεπώς ακόμα και αν οι ενάγοντες είχαν εγγράψει ΜΕΜΟ μετά την έκδοση της απόφασης κατά τον κρίσιμο χρόνο, η απαίτησή τους θα ήταν κατώτερης προτεραιότητας και ουδέποτε θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από τα επίμαχα ακίνητα, καθότι τα χρέη που προηγούνταν και οι επιβαρύνσεις των ακινήτων ήταν πολύ μεγαλύτερες από την αξία των εν λόγω ακινήτων.
Συνεπώς, καμία ζημιά των εναγόντων δεν προέκυψε από την εν λόγω μεταβίβαση, καθότι η αξία των επίμαχων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο, όχι μόνο δεν υπερέβαινε αλλά ήταν πολύ μικρότερη από το ύψος των εξασφαλισμένων τραπεζικών οφειλών προς τα άλλα τραπεζικά ιδρύματα, οι οποίες προηγούνταν των εναγόντων. Συνεπώς, ακόμη και αν δεν προχωρούσαν με τις συμφωνίες αναδιάρθρωσης και σε περίπτωση εκποίησης των επίμαχων ακινήτων, το προϊόν πώλησης θα κατευθυνόταν πρωτίστως στην αποπληρωμή των ενυπόθηκων πιστωτών που προηγούνταν. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, η συνολική αξία των επίμαχων ακινήτων ήταν κατώτερη των εξασφαλισμένων οφειλών προς τους προγενέστερους πιστωτές, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται οποιοδήποτε υπόλοιπο προς ικανοποίηση των εναγόντων, ακόμα και σε περίπτωση εκποίησης.
Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση των εναγόντων να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης και την εγγραφή ΜΕΜΟ, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και δεν μπορεί να αποδοθεί πρόθεση καταδολίευσης πιστωτή, που δεν είχε εξασφαλιστεί εμπραγμάτως, και που δεν επηρεάστηκε ουδόλως από τη μεταβίβαση. Οι ενάγοντες, παρά το γεγονός ότι είχαν στη διάθεσή τους όλα τα νόμιμα μέσα για διασφάλιση της απαίτησής τους, παρέμειναν αδρανείς από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ήτοι 2016 μέχρι το 2025. Δηλαδή εννέα χρόνια αργότερα και αφού η παρούσα αγωγή μεταβιβάστηκε στους νυν ενάγοντες (THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED), οι οποίοι προχώρησαν το 2025 στην εγγραφή ΜΕΜΟ και στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, περί δήθεν δόλιας μεταβίβασης. Η εκ των υστέρων αυτή εγγραφή ΜΕΜΟ, επτά χρόνια μετά τις επίδικες μεταβιβάσεις του 2018 και εννέα χρόνια μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, δεν δύναται να δημιουργήσει αναδρομικά πρόθεση καταδολίευσης ούτε να αναιρέσει την καλή πίστη με την οποία ενέργησαν, ο ίδιος και τα παιδιά του κατά τον κρίσιμο χρόνο. Αντιθέτως, η παρατεταμένη αδράνεια του τότε πιστωτή και η εκ των υστέρων επίκληση των γεγονότων αυτών συνιστούν αδικαιολόγητη καθυστέρηση (laches) και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Δηλώνει και επαναλαμβάνει ρητά και κατηγορηματικά ότι ουδέποτε είχαν πρόθεση να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες. Οι μεταβιβάσεις έγιναν στο πλαίσιο πραγματικής και αποδεδειγμένης οικονομικής αναδιάρθρωσης και όχι για σκοπούς αποξένωσης περιουσίας. Η πράξη αυτή δεν είχε ως σκοπό την απόκρυψη περιουσίας ούτε τη ματαίωση οποιουδήποτε δικαιώματος πιστωτή. Οι μεταβιβάσεις έγιναν καλόπιστα με πραγματικό οικονομικό αντάλλαγμα, μετά από πληρωμές προς τους πιστωτές και εξάλειψη των επιβαρύνσεων, χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στους ενάγοντες.
Οι μεταβιβάσεις έγιναν δια δωρεάς, λόγω της οικογενειακής σχέσης, διότι δεν υπήρξε άμεση καταβολή χρηματικού τιμήματος προς τον ίδιο κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ενώ η ουσιαστική αντιπαροχή είχε ήδη δοθεί μέσω της εξόφλησης τραπεζικών οφειλών και της απαλλαγής των ακινήτων από τα βάρη.
Περαιτέρω, ως το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, το εκ του Νόμου προβλεπόμενο μαχητό τεκμήριο της πρόθεσης καταδολίευσης του πιστωτή έχει ανατραπεί υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης. Τα γεγονότα ως προκύπτουν από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια καταδεικνύουν έλλειψη δόλιας πρόθεσης κατά την διενέργεια των επίδικων μεταβιβάσεων με αποτέλεσμα το μαχητό τεκμήριο να έχει καταρριφθεί και μετατοπιστεί στους ώμους των εναγόντων, οι οποίοι δεν το έχουν αποσείσει.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους και ως το συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων Νόμου Κεφ. 62, και η παρούσα αίτηση για δόλια μεταβίβαση είναι αβάσιμη και καταχρηστική και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση - ενδιαφερόμενων μερών.
Το μόνο που θέλω να πω για την ένορκη δήλωση του υιού του εναγόμενου, είναι ότι το εξής: με αυτή, ο πρώτος επιβεβαιώνει πλήρως τον πατέρα του για καθετί το οποίο αναφέρει στη δική του ένορκη δήλωση με το οποίο, είτε τον εμπλέκει είτε τον επικαλείται.
Κατά την ακρόαση της αίτησης η οποία διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, οι ευπαίδευτες δικηγόροι των μερών υπόβαλαν γραπτές αγορεύσεις και περιορίστηκαν να υιοθετήσουν το περιεχόμενό τους. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Η μαρτυρία των εναγόντων είναι σύντομη και περιεκτική. Με εξαίρεση το θεμελιακό ισχυρισμό του κ. Μυλωνά ότι οι μεταβιβάσεις των τριών επίμαχων ακινήτων από τον εναγόμενο 2 στα παιδιά του, δυνάμει δωρεάς, έγιναν με πρόθεση καταδολίευσης των δανειστών του και/ή των εναγόντων στην παρούσα αγωγή για να αποφύγει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του, και τον ισχυρισμό του της παραγράφου 8 της ένορκης δήλωσής του ότι ο εναγόμενος 2, μετά τις εν λόγω μεταβιβάσεις «στερείται περιουσίας και/ή στερείται περιουσίας που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει την παρούσα απόφαση και τα έξοδα αυτής.» ισχυρισμούς τους οποίους οι εναγόμενοι και τα δυο ενδιαφερόμενα μέρη απορρίπτουν κατηγορηματικά, ως αόριστους, ανυπόστατους και χωρίς κανένα νομικό και πραγματικό υπόβαθρο (βλ. την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2), όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί του μάρτυρα γίνονται αποδεκτοί και ως αποτελούντες κοινό έδαφος μεταξύ των μερών.
Απ’ εκεί και πέρα, πλείστα όσα αναφέρουν, ο εναγόμενος 2 και ο υιός του, στις δικές τους ένορκες δηλώσεις, επίσης γίνονται αποδεκτά, καταρχάς, επειδή επίσης αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ακολούθως, επειδή τεκμηριώνονται με διάφορα έγγραφα/τεκμήρια, έπειτα, επειδή εν μέρει είναι πειστικά και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής και τέλος, επειδή παρέμειναν αδιαμφισβήτητα.
Να πω απλώς, ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι έχουν και το γενικό βάρος απόδειξης της αίτησης, μολονότι, δυνάμει της Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν την παρουσία του εναγόμενου 2 και του υιού του για να τους αντεξετάσουν επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους, σε περίπτωση που ήθελαν να τους αμφισβητήσουν σε σχέση με οτιδήποτε αναφέρουν σ’ αυτές, δεν το έκαναν. Το ίδιο ισχύει και για την παράλειψή τους να ζητήσουν για τον ίδιο λόγο να τους επιτραπεί δυνάμει της Δ.48 Θ.4(2) να καταχωρήσουν συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση.
Λέγοντας αυτά δεν μου διαφεύγει ότι το πλέον κρίσιμο επίδικο θέμα της αίτησης, που είναι ο νομικός χαρακτηρισμός των μεταβιβάσεων των επίμαχων ακινήτων, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια αποτελεί περισσότερο θέμα νομικής ανάλυσης και εκτίμησης των σχετικών με το θέμα γεγονότων, παρά διατύπωσης ισχυρισμού περί τούτου και αποδοχής ή μη αποδοχής του, ως αξιόπιστου σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές που διέπουν το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Με αυτό υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης.
Μολονότι στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνονται και τα άρθρα 91Α μέχρι 91Δ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, εντούτοις, επειδή οι ευπαίδευτες δικηγόροι των μερών, με τις γραπτές αγορεύσεις τους προώθησαν τις διάφορες νομικές θέσεις τους με δικαιοδοτικό υπόβαθρο τις σχετικές διατάξεις του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 (στο εξής «Νόμος») που επίσης περιλαμβάνονται στη νομική βάση της αίτησης, θα εξετάσω την νομική πτυχή της αίτησης, μόνο από τη σκοπιά του Νόμου.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 το Νόμου:
«Στo Νόμo αυτό-
"από δικαστική απόφαση χρέoς" σημαίvει όχι μόvo χρέoς για τηv πληρωμή τoυ oπoίoυ έχει εκδoθεί απόφαση από αρμόδιo Δικαστήριo, αλλά επίσης κάθε χρέoς σε σχέση με τo oπoίo τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo oφείλεται έχει δεόvτως απoδείξει τo δικαίωμα τoυ vα κατατάσσεται ως πιστωτής τoυ πρoσώπoυ από τo oπoίo oφείλεται τo χρέoς κατά τη διαvoμή της περιoυσίας τoυ αμέσως πιo πάvω αvαφερόμεvoυ πρoσώπoυ βάσει oπoιoυδήπoτε vόμoυ πoυ πρovoεί για τη διαvoμή της περιoυσίας πρoσώπωv πoυ πτώχευσαv ή αφερέγγυωv πρoσώπωv μεταξύ τωv πιστωτώv τoυς.
"πιστωτές oφειλέτη" σημαίvει όχι μόvo τα πρόσωπα στα oπoία αυτός πράγματι oφείλει, αλλά επίσης κάθε επιτετραμμέvo επί της εκτέλεσης τωv δικαστικώv απoφάσεωv, και κάθε πρόσωπo πoυ εvεργεί στo όvoμα αυτoύ, o oπoίoς vόμιμα πρoβαίvει σε εκτέλεση oπoιασδήπoτε δικαστικής απόφασης πoυ εκδόθηκε εvαvτίov τoυ oφειλέτη, και επίσης κάθε πρόσωπo (αv υπάρχει) στo oπoίo η περιoυσία τoυ oφειλέτη ή τo δικαίωμα vα πωλήσει και διαθέσει αυτή, περιέρχεται, είτε με πράξη τoυ ιδίoυ είτε με εφαρμoγή vόμoυ για τo κoιvό όφελoς όλωv τωv πρoσώπωv στα oπoία αυτός oφείλει.»
Ακολούθως, το άρθρο 3 προνοεί ότι:
«(1) Κάθε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κιvητής ή ακίvητης περιoυσίας πoυ γίvεται από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ ή oπoιoδήπoτε από αυτoύς vα αvακτήσoυv από αυτόv, τα χρέη αυτoύ ή αυτώv, θα θεωρείται ότι είvαι δόλια, και θα είvαι άκυρη εvαvτίov τoυ εv λόγω πιστωτή ή πιστωτώv, και αvεξάρτητα από oπoιαδήπoτε τέτoια δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση, η περιoυσία πoυ φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ή έτυχε μεταχείρισης κατά άλλo τρόπo δύvαται vα κατασχεθεί και vα πωληθεί πρoς ικαvoπoίηση oπoιoυδήπoτε χρέoυς από δικαστική απόφαση πoυ oφείλεται από τo πρόσωπo πoυ πρoβαίvει στη δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση.
(2) Σε oπoιαδήπoτε αίτηση, βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης oπoιασδήπoτε περιoυσίας πoυ έγιvε σε oπoιoδήπoτε γovιό, σύζυγo, παιδί, αδελφό ή αδελφή τoυ δικαιoπάρoχoυ ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή, τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε καλή τη πίστει και δεv έγιvε με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ θα έχει o δικαιoπάρoχoς ή εκχωρητής και τo πρόσωπo στo oπoίo έγιvε η εv λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.
(3) Καμιά πώληση, υπoθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση πoυ γίvεται με αvτάλλαγμα χρημάτωv ή άλλης περιoυσίας ισoδύvαμης αξίας δεv θα είvαι ακυρώσιμη βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ, εκτός αv o αγoραστής, o εvυπόθηκoς δαvειστής, o δικαιoδόχoς ή εκδoχέας φαvεί ότι έχει απoδεχτεί αυτή εv γvώσει τoυ ότι η πώληση αυτή, υπoθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε από τov πωλητή, εvυπόθηκo oφειλέτη, δικαιoπάρoχo ή εκχωρητή με πρόθεση vα καθυστερήσει ή καταδoλιεύσει τoυς πιστωτές τoυ.»
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου:
«Οπoιαδήπoτε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κιvητής ή ακίvητης περιoυσίας πoυ θεωρείται ως δόλια βάσει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 3 τoυ Νόμoυ αυτoύ η oπoία έγιvε πριv από ή μετά τηv έvαρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στηv oπoία τo δικαίωμα για αvάκτηση τoυ χρέoυς έχει απoδειχτεί, δύvαται vα ακυρωθεί με διάταγμα τoυ Δικαστηρίoυ πoυ εξασφαλίζεται με αίτηση oπoιoυδήπoτε εξ απoφάσεως πιστωτή πoυ γίvεται στηv εv λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακoυστεί ή εκκρεμεί.»
Στην υπόθεση Pambos Zenios Trading Ltd κ.ά. ν. Μ. Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ κ.ά. (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2322 επισημαίνονται τα εξής:
«Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά πράγματα. Το ζήτημα αποφασίστηκε στην υπόθεση Lymperopoulou (ανωτέρω), τη δεκαετία του 1950, όμως κρίνουμε ότι το σκεπτικό της απόφασης εκείνης είναι απόλυτα ορθό και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος παρέκκλισης από αυτό. Ούτε, άλλωστε, μας ζητήθηκε να παρεκκλίνουμε ή να ανατρέψουμε την υπόθεση Lymperopoulou. Η υπόθεση εκείνη είναι απόλυτα σχετική με την παρούσα και είναι δεσμευτική απόφαση του Εφετείου που δόθηκε από τον Δικαστή Ζεκιά (όπως ήταν τότε).
Στην προαναφερόμενη υπόθεση υπογραμμίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3(1) του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62, όπως ήταν αρχικά και Κεφ. 95 όπως έγινε αργότερα, και μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους του. Ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία για «μεταγενέστερο πιστωτή», δηλαδή πιστωτή ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκέψη του χρεώστη κατά το χρόνο της δόλιας μεταβίβασης.
Στην υπόθεση Lymperopoulou (ανωτέρω) η μεταβίβαση είχε γίνει την 1.4.1955 και η εφεσείουσα, η οποία ήταν πρώην αρραβωνιαστικιά του εφεσίβλητου, εξασφάλισε απόφαση του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου υπέρ της την 1.7.1956 και απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο του 1957. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η εφεσείουσα δεν ήταν ούτε και μπορούσε να ήταν πιστωτής, που βρισκόταν στη σκέψη του εφεσίβλητου, όταν έγινε η μεταβίβαση τον Απρίλιο του 1955. Επομένως η εφεσείουσα δεν ήταν πιστωτής για τους σκοπούς των Αρθρων 2 και 3 του προαναφερόμενου νόμου και κατά συνέπεια δεν είχε δικαίωμα να αξιώσει την ακύρωση της μεταβίβασης. Το κοινό δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας δεν είχαν εφαρμογή στην υπόθεση.»
Καθ’ όλα σχετικά είναι και τα ακόλουθα από την υπόθεση Τζιέπρα ν. Σάββα κ.ά. (2013) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2410:
«Το Κεφ. 62, και ειδικά το Άρθρο 4, παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως «δόλια» βάσει των διατάξεων του Άρθρου 3 του Νόμου. Το Άρθρο 3(1) του Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας, που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε απ' αυτούς να ανακτήσουν απ' αυτόν τα χρέη τους, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών.
Στην παλιά, αλλά καθοδηγητική απόφαση, Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο. (1957) Vol. 22 C.L.R., 184 αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3(1) του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους του. Ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία για «μεταγενέστερο πιστωτή», δηλαδή πιστωτή ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκέψη του χρεώστη κατά το χρόνο της δόλιας μεταβίβασης.»
Όλες οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Καζέλα v. Ιωάννου, Πολ. Έφ. Αρ. 65/2018, ημερ. 31/5/2024 από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί.
«Όσον αφορά το θέμα του βάρους απόδειξης η νομολογία είναι αρκούντως διαφωτιστική.
Στην υπόθεση Ζίττη κ.α. v. Φθαρτεμπορική Α/φοι Α. Κατσαρής Π. Λτδ Πολ.Εφ. Ε92/2014 ημερ. 16/7/2019 γίνεται επισκόπηση της νομολογίας που διέπει το θέμα και αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
«Στη βάση του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του Κεφ. 62, όταν η μεταβίβαση γίνει σε παιδί, χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι η μεταβίβαση ήταν δόλια και το βάρος απόδειξης, ότι αυτή έγινε καλή τη πίστει, είναι στους ώμους του δικαιοπάροχου. Το εν λόγω μαχητό τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων με την προσκόμιση αξιόπιστης μαρτυρίας.
Η πρόθεση που ο μεταβιβάζων είχε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, αποτελεί το ουσιώδες, ώστε να διαπιστωθεί αν η πράξη έγινε για να καθυστερήσει τους πιστωτές του.
....................................
Το ποιος μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής είναι θέμα πραγματικό και το δικαστήριο θα πρέπει να το αποφασίσει με κριτήριο το χρόνο μεταβίβασης. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για πιστωτή, τον οποίο ο οφειλέτης, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους.
Από παλαιότερα η νομολογία καθόρισε το ζητούμενο. Σύμφωνα με την υπόθεση Lymperopoulou v. Christodoulou and others (1957)
Vol. 22 CLR 184, δόλια μεταβίβαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο εάν ο πιστωτής που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο οφειλέτης κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους του.
..................................
(.) Το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ. 62, προκαθορίζει ότι, «... θεωρείται δόλια . που .. έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής.». Θα πρέπει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ακύρωση να υπάρχει απόφαση υπέρ του αιτητή.
Στην Πολ. Εφ. 214/2012, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ (σε εκκαθάριση) ν. Lakis Georgiou Constructions, 28 Σεπτεμβρίου 2018, σημειώθηκε ότι:
"Η δωρεά, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, προς όφελος τρίτου του περιουσιακού στοιχείου της εφεσείουσας εταιρείας τεκμαίρεται να αποτελεί πράξη καταδολίευσης των εφεσιβλήτων και αυτό ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο που έγινε η μεταβίβαση δηλαδή πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής, ή, στα δεδομένα της παρούσας διαφοράς, της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της μεταγενέστερης εγγραφής της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου."
....................................
Στη βάση της νομοθετικής πρόνοιας (άρθρο 4 του Κεφ. 62) και της νομολογίας, όπως έχουμε αναφέρει, το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση δεν ήταν δόλια, αλλά έγινε καλόπιστα, μετατίθεται στους ώμους του δικαιοπαρόχου.
...............................................
Το κρίσιμο ερώτημα που αναφύεται είναι αν ο δικαιούχος γραμματίου, όταν η ημερομηνία πληρωμής δεν έχει φθάσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πιστωτής του εγγυητή; Η απάντηση είναι θετική, εξαρτώμενη βεβαίως από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, έστω και αν το δικαίωμα του «πιστωτή» δεν είναι ακόμη εκτελεστό, αφού δεν μπορούσε να κινήσει αγωγή για να το ανακτήσει. Εν προκειμένω, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως περιγράφονται πιο πάνω και δη η τεκμηριωμένη αδυναμία ανταπόκρισης των πρωτοφειλετών στις υποχρεώσεις τους, σε συνάρτηση με τις ηθελημένες ενέργειες της εφεσείουσας και τη γνώση, οδηγούν στην επιβεβαίωση της ορθότητας του πρωτόδικου συμπεράσματος ως προς το χαρακτηρισμό της εφεσίβλητης ως πιστωτή.
Περαιτέρω, το ουσιώδες στοιχείο για να χαρακτηριστεί ως «δόλια» μια μεταβίβαση, είναι η πρόθεση του μεταβιβάζοντος κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Vassiliades v. Vassiliades and another (1941) XVII (Part 1) CLR 10:
"The Law of Cyprus as stated in sections 2 and 3 of the Fraudulent Transfers Avoidance Laws, 1886 and 1927 makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is note what has been called 'moral' fraud; But consist in the intention of the transferor to 'hinder' or 'delay' (that is something less than 'revent') his creditors. Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact considering all the circumstances of the case".
Στην υπόθεση Τζίεπρα ν. Σάββα κ.α. (2013) 1 Α.Α.Δ. 2410 αποφασίστηκε ότι:
"Το Κεφ. 62, και ειδικά το Άρθρο 4, παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως «δόλια» βάσει των διατάξεων του Άρθρου 3 του Νόμου. Το Άρθρο 3(1) του Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας, που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε απ' αυτούς να ανακτήσουν απ' αυτόν τα χρέη τους, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών.
Στην παλιά, αλλά καθοδηγητική απόφαση, Lymperopoulou v.
Christodoulou a.ο. (1957) Vol. 22 C.L.R., 184 αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3(1) του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους.»
Στην πρόσφατη απόφαση Γιαννίτσαρος κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Co Ltd) Πολ. Εφ. Ε151/2015 ημερ. 9/5/2023 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
Το Άρθρο 3(2) του Κεφ. 62 προνοεί ότι:
«(2) Σε oπoιαδήπoτε αίτηση, βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης oπoιασδήπoτε περιoυσίας πoυ έγιvε σε oπoιoδήπoτε γovιό, σύζυγo, παιδί, αδελφό ή αδελφή τoυ δικαιoπάρoχoυ ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή, τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε καλή τη πίστει και δεv έγιvε με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ θα έχει o δικαιoπάρoχoς ή εκχωρητής και τo πρόσωπo στo oπoίo έγιvε η εv λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.»
Η δήλωση μεταβίβασης ρητά ανέφερε ότι η μεταβίβαση της επίδικης περιουσίας είχε γίνει δυνάμει δωρεάς από τον εφεσείοντα 1 στην εφεσείουσα 2. Αυτό προκύπτει από την έρευνα του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτετο στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, ότι η εφεσίβλητη 2 ήταν θυγατέρα του εφεσίβλητου 1 ήταν κοινό έδαφος.
Εφόσον η μεταβίβαση των ακινήτων έγινε διά δωρεάς, η μεταφορά κάποιων υποθηκών που τα βάραιναν στην εφεσείουσα 2, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί χρηματικό αντάλλαγμα ή αντιπαροχή για τη μεταβίβασή τους, έτσι ώστε να παραμένει το βάρος απόδειξης στους ώμους των εφεσιβλήτων. Η μεταβίβαση ακινήτου που βαρύνεται με υποθήκη σε τρίτο, δεν εναποθέτει προσωπική υποχρέωση στον τελευταίο για την πληρωμή του χρέους που η υποθήκη εξασφαλίζει. Απλά, το ακίνητο που αποκτά δεν είναι ελεύθερο, αλλά φέρει την υποθήκη ως επιβάρυνση. Αν έχει την όποια σημασία, ο ίδιος ο εφεσείων 1, κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε: «Έβαλα τις υποθήκες γιατί είμαι σίγουρος ότι θα τις πληρώσω τις υποθήκες». Συνεπώς, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως το βάρος απόδειξης το είχαν οι εφεσείοντες. Το Άρθρο 3(2) του Νόμου είναι σαφές ότι, σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων διά δωρεάς, το βάρος απόδειξης ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν καλή τη πίστη και όχι με πρόθεση να παρεμποδιστούν ή να καθυστερήσουν τους πιστωτές, το έχει ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση. Στη προκειμένη περίπτωση οι εφεσείοντες.
Στην Ιωακείμ ν. Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (αρ. 1) (2003) 1 ΑΑΔ 198 αποφασίστηκε ότι αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62 ανήκει στην κατηγορία αίτησης που έχει πρωτογενή χαρακτήρα. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται, στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης. Εδώ, ο ίδιος ο Νόμος προνοεί για μετατόπιση του βάρους απόδειξης, εφόσον τηρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Συνεπώς, το ότι η αίτηση για δόλια μεταβίβαση κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών δεν σημαίνει ότι το βάρος απόδειξης δεν μπορεί να μετατεθεί. Οι συνήγοροι των εφεσιβλήτων παρέπεμψαν σε υποθέσεις συναλλαγματικών όπου, κατ΄ αναλογία, σε περίπτωση που η υπογραφή κάποιου προσώπου εμφανίζεται στη συναλλαγματική, θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος σε αξία και το βάρος απόδειξης μετατίθεται σ΄ αυτόν να αποδείξει ότι υφίσταται μία από τις υπερασπίσεις που παρατίθενται στο σχετικό νόμο.
Υπό το φως των πιο πάνω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσειόντων.»»
Παρατηρώ τα εξής:
Ότι οι ενάγοντες είναι πιστωτές οφειλέτη δυνάμει δικαστικής απόφασης χρέους και ο εναγόμενος 2 οφειλέτης του εν λόγω εξ χρέους, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Απ’ εκεί και πέρα, κοινό έδαφος αποτελεί και το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 που είναι πατέρας των ενδιαφερόμενων μερών τούς μεταβίβασε τα επίμαχα ακίνητα, δυνάμει δωρεάς. Με αυτό δεδομένο είναι σαφές, ότι το βάρος απόδειξης ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση vα παρεμποδίσουν ή καθυστερήσουν τους ενάγοντες - πιστωτές τoυ εναγόμενου 2, μετατίθεται στον τελευταίο και στα δυο παιδιά του, που είναι τα πρόσωπα στα οποία έγιναν οι εν λόγω μεταβιβάσεις.
Στο ερώτημα, εάν ο εναγόμενος 2 και τα παιδιά του ανέτρεψαν το σε βάρος τους τεκμήριο ότι οι μεταβιβάσεις ήταν δόλιες, με το αναγκαίο επίπεδο απόδειξης που είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. τη Ζίττη, ανωτέρω), απαντώ καταφατικά.
Στην κατάληξή μου αυτή προβαίνω με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων - μεταξύ άλλων - στοιχείων, αξιόπιστης μαρτυρίας, πλείστα των οποίων αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ή συντίθενται από ισχυρισμούς γεγονότων οι οποίοι παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι:
Η απόφαση στην αγωγή εκδόθηκε στις 5/12/2016. Με αυτή διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσής της, μέχρι τις 5/12/2017, ωστόσο, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν αμέσως ΜΕΜΟ επί της περιουσίας και των τριών εναγόμενων. Αυτό δεν έγινε ποτέ σε σχέση με την ακίνητη περιουσία του εναγόμενου 2, ενώ σε σχέση με την ακίνητη περιουσία των εναγόμενων 1 και 3 έγινε μόλις την 1/8/2025. Δηλαδή, 9 σχεδόν χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή.
Ο εναγόμενος 2 προχώρησε στις μεταβιβάσεις των επίμαχων ακινήτων, στις 5/9/2018, στη θυγατέρα του (του ενός ακινήτου) και στις 17/9/2018, στον υιό του (των άλλων δυο ακινήτων). Τα δυο αυτά πρόσωπα είναι τα ενδιαφερόμενα μέρη στην υπό εξέταση αίτηση. Αναμφίβολα, εάν οι ενάγοντες καταχωρούσαν ΜΕΜΟ επί των τριών αυτών ακινήτων, κατά το διάστημα των δυο σχεδόν χρόνων που μεσολάβησε από την ημέρα έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή μέχρι την ημέρα μεταβίβασης των επίμαχων ακινήτων, οι εν λόγω μεταβιβάσεις, εξ αντικειμένου, ως θέμα καθαρά νόμου, δεν θα μπορούσαν να γίνουν.
Οι ενάγοντες, οι οποίοι, ουδέν αναφέρουν για την επί προκειμένου αδράνεια και απραξία τους, όλα αυτά τα χρόνια, να καταχωρήσουν ΜΕΜΟ επί των επίμαχων ακινήτων δεν μπορούν να ισχυρίζονται βάσιμα και να αποδίδουν στον εναγόμενο 2 ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν με πρόθεση καταδολίευσης των δανειστών του και/ή των ιδίων για να αποφύγει την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του (βλ. την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Μυλωνά) είτε ακόμη, για να τους καθυστερήσουν να εισπράξουν το εξ αποφάσεως χρέος του.
Πέραν τούτου, ούτε ισχυρίζονται μα ούτε και μπορούν να ισχυριστούν ότι ο λόγος που δεν καταχώρησαν ΜΕΜΟ όλα αυτά τα χρόνια είναι γιατί τα επίμαχα ακίνητα ήταν ήδη βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη και εξασφαλίσεις. Όμως και να ισχυρίζονταν κάτι τέτοιο, η ουσία έγκειται στο γεγονός, ότι, παρά την ύπαρξη των εν λόγω επιβαρύνσεων, εάν καταχωρούσαν ΜΕΜΟ επί των επίμαχων ακινήτων, αυτά, μετά την αποδέσμευσή τους από την Τράπεζα Κύπρου και από τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, στο πλαίσιο των δυο συμφωνιών διευθέτησης και αναδιάρθρωσης που συνήψε ο εναγόμενος 2 με τους εν λόγω πιστωτές του, με τη συνεργασία και έγκριση και όλων των άλλων πιστωτών, οι οποίοι είχαν διάφορες επιβαρύνσεις επί των επίμαχων ακινήτων, αυτά θα παρέμειναν δεσμευμένα προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους του εναγόμενου 2 στην παρούσα αγωγή.
Για να επαναλάβω, σύμφωνα με τις υποθέσεις Pambos Zenios Trading Ltd και Lymperopoulou (ανωτέρω) μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών, τους οποίους ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους και στην προκειμένη περίπτωση, ειλικρινά αδυνατώ να προσάψω τέτοια πρόθεση, είτε στον εναγόμενο 2 είτε στα παιδιά του και κυρίως, στον υιό του, ο οποίος, αποδεδειγμένα, για να καταστεί ιδιοκτήτης του ενός επίμαχου ακινήτου στα κατεχόμενα, αξίας €45.200, το 2013 και μηδενικής αξίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι ο χρόνος της μεταβίβασες του εν λόγω ακινήτου στο όνομά του, καθώς και του άλλου επίμαχου ακινήτου, αξίας €125.800, κατά τον ίδιο χρόνο, αλλά και για να καταστεί η αδελφή του ιδιοκτήτρια του άλλου επίμαχου ακινήτου, αξίας €156.400 κατά τον ίδιο πάντοτε χρόνο, δηλαδή, για να αποκτήσουν οι δυο τους, ακίνητη περιουσία, συνολικής αξίας €282.200, κατέβαλε το καταφανώς μεγαλύτερο ποσό των €392.000.
Έχω τη βαθιά πεποίθηση, ότι ουδείς, λογικά, σκεπτόμενος άνθρωπος, θα αναλάμβανε ένα τόσο μεγάλο ρίσκο, δηλαδή, να καταβάλει ένα τόσο σημαντικά μεγάλο ποσό σε κάποιο προκειμένου να αποκτήσει ακίνητη περιουσία, η αξία της οποίας είναι μικρότερη κατά €100.000 του ποσού που κατέβαλε για να την αποκτήσει, με πρόθεση να καταδολιεύσει κάποιο άλλο και στην προκειμένη περίπτωση, ο υιός του εναγόμενου 2, για να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους ενάγοντες να ανακτήσουν το εξ αποφάσεως χρέος του πατέρα του, τη στιγμή που γνωρίζει ή που οφείλει να γνωρίζει ότι σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι αυτή ήταν η πρόθεσή του, θα χάσει και το ουχί ευκαταφρόνητο ποσό των €392.000 που κατέβαλε και την ίδια ώρα, τόσο ο ίδιος όσο και η αδελφή του, θα χάσουν και τα επίμαχα ακίνητα.
Ακόμη ένα στοιχείο, καθοριστικής, θα έλεγα, σημασίας, για τη διαμόρφωση της κρίσης μου ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν καλόπιστα, όπως είναι η θέση των εναγόμενων και των ενδιαφερόμενων μερών και όχι δόλια, όπως είναι η θέση των εναγόντων είναι ο ισχυρισμός του εναγόμενου 2 τής παραγράφου 23 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν και αλλά 4 ακίνητα στα κατεχόμενα, ιδιοκτησίας του, τα οποία δεν έφεραν ΜΕΜΟ ούτε άλλες επιβαρύνσεις, τα οποία δεν μεταβιβάστηκαν ούτε αποξενώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο.
Μολονότι δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την αξία των εν λόγω ακινήτων, εντούτοις, ο εναγόμενος 2 αναφέρει τον αριθμό εγγραφής τους, επομένως, εάν οι ενάγοντες ήθελαν να αμφισβητήσουν τον ισχυρισμό αυτό, θα μπορούσαν να είχαν ζητήσει είτε να αντεξετάσουν τον εναγόμενο είτε να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με μια απλή έρευνα στο Κτηματολόγιο, θα μπορούσαν να πληροφορηθούν κατά πόσο ο εναγόμενος ήταν πράγματι ιδιοκτήτης των 4 αυτών ακινήτων κατά τον επίδικο χρόνο, που είναι ο χρόνος που προέβη στις μεταβιβάσεις των επίμαχων ακινήτων και σε περίπτωση που πρόκυπτε ότι ήταν, θα μπορούσαν να μάθουν και την αξία των εν λόγω ακινήτων, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτή θα αρκούσε για σκοπούς ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που είχαν εξασφαλίσει εναντίον και του εναγόμενου 2 στην αγωγή.
Ο παραπάνω αναντίλεκτος ισχυρισμός του εναγόμενου, τον οποίο πρόβαλε με απόλυτα σαφή και συγκεκριμένο τρόπο, ουσιαστικά αποτελεί απάντηση, στον ούτως ή άλλως, προβληματικό ισχυρισμό του κ. Μυλωνά τής παραγράφου 8 της δικής του ένορκης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ότι ο εναγόμενος 2, μετά τη μεταβίβαση των επίμαχων ακινήτων «στερείται περιουσίας και/ή στερείται περιουσίας που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει την παρούσα απόφαση και τα έξοδα αυτής.»
Ο ισχυρισμός αυτός επιμένω ότι είναι προβληματικός και υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας, καθώς, ενώ αναφέρεται σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο προβάλλεται διαζευκτικά.
Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Του Πλοίου "Arabella" (2002) 1 Α.Α.Δ. 1033 - με αναφορά σε άλλες δυο υποθέσεις - μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς, ως προς τα γεγονότα. Τα γεγονότα, προστίθεται, μπορούν να «επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες».
Από τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής:
Μετά τη μεταβίβαση των επίμαχων ακινήτων, ο εναγόμενος 2 στερείται περιουσίας ή ενώ διαθέτει περιουσία, αυτή δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει την απόφαση και τα έξοδα της αγωγής; Και αν ισχύει το δεύτερο, για ποιο λόγο/λόγους η εν λόγω περιουσία δεν μπορεί να ικανοποιήσει την απόφαση και τα έξοδα της αγωγής; Μήπως, λόγω της αξίας της, μήπως επειδή είναι ήδη βεβαρημένη με εμπράγματα βάρη προς όφελος οποιουδήποτε άλλου πιστωτή, ή μήπως για κάποιο άλλο λόγο;
Οι ενάγοντες, όχι μόνο στα παραπάνω ερωτήματα δεν απαντούν μα ούτε και στον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν και αλλά 4 ακίνητα στα κατεχόμενα, ιδιοκτησίας του, τα οποία δεν έφεραν ΜΕΜΟ ούτε άλλες επιβαρύνσεις, τα οποία δεν μεταβιβάστηκαν ούτε αποξενώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο.
Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου, ότι οι εναγόμενοι και τα ενδιαφερόμενα μέρη, όχι απλώς ανάτρεψαν το τεκμήριο ότι οι μεταβιβάσεις των επίμαχων ακινήτων έγιναν δόλια, αλλά απέδειξαν πειστικά και με θετικό τρόπο τη θέση τους, ότι οι οι εν λόγω μεταβιβάσεις ότι έγιναν καλόπιστα.
Έπεται οι ακόλουθοι - μεταξύ άλλων - λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι:
Ο τρίτος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο πέμπτος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι ο εναγόμενος 2 και τα ενδιαφερόμενα μέρη ενήργησαν καλόπιστα, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση καταδολίευσης και/ή παρεμπόδισης ή καθυστέρησης του πιστωτή στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους του. Τέλος, ο έκτος λόγος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι ο εναγόμενος 2 και τα ενδιαφερόμενα μέρη ενήργησαν χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση αποξένωσης, απόκρυψης ή διάθεσης περιουσίας προς αποφυγή των πιστωτών.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.
Αναφορικά με τα έξοδα δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα.
Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και των ενδιαφερομένων μερών και σε βάρος των εναγόντων.
(Υπ.) ….……………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο