ANNA DOLOGOVA ν. NELMAH LITD κ.α., Αριθμός Αίτησης: 5/2026, 8/9/2026
print
Τίτλος:
ANNA DOLOGOVA ν. NELMAH LITD κ.α., Αριθμός Αίτησης: 5/2026, 8/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ  

ΕνώπιονΕ. Δημητρίου – Παναγή, Α.Ε.Δ.

  Αριθμός Αίτησης: 5/2026

(Έντυπο αρ. 33 Πριν από την έγερση Απαίτησης)

 

Μεταξύ:

ANNA DOLOGOVA

Αιτήτρια  

    και

 

1.    NELMAH LITD (HE 430852)

2.    EL HOMES DEVELOPMENT LTD (HE 394515)

3.    MOHAMED EL MAHDY

4.    ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 5382)

Καθ’ ών η αίτηση 

Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 09.02.2026  

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 08.09.2026

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την αιτήτρια: κ. Κ. Γεωργιάδης για Chrysses Demetriades & Co LLC

Για τους καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3: κ. Χ. Νικολαΐδης για Andreas L. Neocleous Chambers LLC.

Για τους καθ’ ων η αίτηση 4: Καμία εμφάνιση.  

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η αιτήτρια, χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα που οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 της παρέχουν, υπέβαλε στη βάση του Μ. 23, αίτηση πριν την έγερση απαίτησης, την οποία προώθησε μονομερώς και στη βάση κατεπείγοντος αξίωνε την έκδοση προσωρινού διατάγματος ως ακολούθως:

« Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ων η αίτηση και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες και/ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα όπως εντός του τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], τμήμα 07, Φ/Σχ. 0/2 – 211-344, τεμάχιο [ ], τοποθεσία ΤΕΡΑΤΣΟΥΔΙΑ στην Επαρχία Λεμεσού παύσουν να εκτελούν και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε εργασία αναφορικά με την ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οποιασδήποτε οικοδομής και/ή εν γένει την εκτέλεση οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας και/ή κάθε άλλη επέμβαση προκαλούσα και/ή δυνάμενη να προκαλέσει άμεσα ή έμμεσα βλάβη και/ή ζημιά στο γειτονικό ακίνητο ιδιοκτησίας της αιτήτριας με αριθμό εγγραφής 7/[ ], τμήμα 07, Φ/Σχ. 0/1-211-344, τεμάχιο [ ], τοποθεσία ΒΟΥΝΑΡΙΔΙΑ στην Επαρχία Λεμεσού και/ή στις κτιριακές εγκαταστάσεις που βρίσκονται εντός του ακινήτου της Αιτήτριας μέχρι τελείας εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην προτιθέμενη απαίτηση που σκοπεύει να καταχωρήσει η Αιτήτρια και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»

 

Επιλαμβανόμενο το Δικαστήριο μονομερώς την αίτηση εξέδωσε το ανωτέρω αιτούμενο διάταγμα με τροποποιήσεις ως κατωτέρω:

 

«Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ων η αίτηση και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες και/ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα όπως παύσουν να εκτελούν και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε εργασία αναφορικά με την ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οποιασδήποτε οικοδομής και/ή εκτέλεση οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας εντός του Τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], τμήμα 07, Φ/Σχ. 0/2 – 211-344, τεμάχιο [ ], τοποθεσία ΤΕΡΑΤΣΟΥΔΙΑ στην Επαρχία Λεμεσού και οι οποίες εργασίες λαμβάνουν ζώρα σε οιονδήποτε σημείο του κοινού συνόρου του ακινήτου τεμάχιο [ ] μετά του ακινήτου της αιτήτριας με αριθμό τεμαχίου [ ], αρ. εγγραφής 7/[ ], Τμήμα 07, Φ/Σχ. 0/2-211-344, στην τοποθεσία ΒΟΥΝΑΡΙΔΙΑ στην Επαρχία Λεμεσού και/ή στις κτιριακές εγκαταστάσεις που βρίσκονται εντός του ακινήτου της Αιτήτριας μέχρι εκδίκασης της προτιθέμενης απαίτησης που θα δοθούν οδηγίες να καταχωρήσει η Αιτήτρια και/ή μέχρι οιασδήποτε άλλης νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»

 

Δόθηκαν περαιτέρω οδηγίες όπως υπογραφεί εγγύηση ύψους €50.000= για την κάλυψη οιονδήποτε ζημιών ήθελε φανεί ότι έχουν προκληθεί από την μονομερή έκδοση του διατάγματος και παράλληλα, στη βάση των προνοιών των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Μ.25 Καν. 2(3), δόθηκαν οδηγίες όπως η αιτητρια καταχωρήσει την απαίτηση της εντός 40 ημερών σε διαφορετική περίπτωση το διάταγμα θα έπαυε να έχει ισχύ.

 

Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, ως αναφέρθηκε, η αιτήτρια συμμορφούμενη με τις ανωτέρω τελευταίες οδηγίες καταχώρησε στις 20.03.2026, ήτοι εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, την Απαίτηση με αρ. 330/2026, Ε.Δ Λεμεσού (I Justice).

 

Οι καθ’ ών η αίτηση 1, 2 και 3 εμφανίστηκαν στη διαδικασία και κατόπιν διαδικασίας Α.Δ.Ο η αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση.

 

Σε σχέση με τον καθ’ ού η αίτηση 4 παρά την δέουσα επίδοση διατάγματος και αίτησης δεν προωθήθηκε ένσταση. Ο συνήγορος της αιτήτριας κατά την 1η εμφάνιση εμφανίστηκε ως ανέφερε μέχρι τη λήψη διοριστήριου από την καθ’ ής 4 και το οποίο εν τέλει δεν έλαβε συνεπώς η αίτηση προχώρησε χωρίς εμφάνιση από τον καθ’ ού 4 του οποίου η εμπλοκή ως εργολάβος δεν αμφισβητήθηκε.

 

Η αίτηση και η μαρτυρία που την συνοδεύει:

Η αίτηση συνοδεύεται από γραπτή μαρτυρία υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων ως κατωτέρω:

 

Η αιτήτρια με την αρχική της Ε/Δ αναφέρεται στην ιδιοκτησία  του τεμαχίου 338 και καταθέτει τον τίτλο ιδιοκτησίας επ’ ονόματι της. Εντός αυτού του ακινήτου βρίσκεται η οικογενειακή της κατοικία στην οποία διαμένει με το σύζυγο και τα 3 παιδιά τους.  Περί τις αρχές του 2024 στο γειτονικό οικόπεδο, δηλαδή το τεμάχιο 544, ως θα αναφέρεται στο εξής, διαπίστωσε την τοποθέτηση περίφραξης με σκοπό την ανέγερση κατοικίας. Κατόπιν έρευνας πληροφορήθηκε ότι ιδιοκτήτης του ακινήτου είναι η καθ’ ής η αίτηση 1 η οποία συνδέεται με την κατασκευαστική εταιρεία, καθ’ ής 2. Αμφότερων των εταιρειών διευθυντής και μέτοχος είναι ο καθ’ ού η αίτηση 3. Σχετικά καταθέτει ως τεκμήριο την έρευνα από τον Έφορο Εταιρειών. Η συνήθης  πρακτική των καθ’ ών η αίτηση 1 – 3 είναι η αγορά οικοπέδων με σκοπό την ανέγερση σπιτιών πολυκατοικιών και την πώληση των. Παρουσιάζει αποσπάσματα από την ιστοσελίδα της καθ’ ής 3 ως τεκμήριο.  Η καθ’ ής 4 είναι ο εργολάβος της υπό ανέγερση κατοικίας  και παρουσιάζεται σχετικό τεκμήριο. Ακολούθως αναφέρεται στην γνωριμία της με τον καθ’ ού 3 για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2024 στα πλαίσια συζητήσεων για την ανακατασκευή της δικής της οικίας καθότι η καθ’ ής 2 ήταν πιθανός ανάδοχος για την ανοικοδόμηση της κατοικίας της. Τελικά η τελευταία δεν υπέβαλε κάποια προσφορά.  Ακολούθως ισχυρίζεται ότι από τον Μάιο του 2024 μέχρι και τον Αύγουστο υπήρχε ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ  της ίδιας και του καθ’ ού 3 και χαρακτηριστικά αναφέρει ότι περί τον Ιούλιο του 2024 συμβούλευε αυτόν αναφορικά με τον προμηθευτή της πέτρας που χρησιμοποίησε στην πρόσοψη της οικίας της  ενώ  ο καθ’ ού 3 αποδέχτηκε και αίτημα της και της παρείχε άδεια για προσωρινή εγκατάσταση σκαλωσιών εντός του οικοπέδου του. Υπεύθυνος για την ανοικοδόμηση της οικίας της ήταν κάποιος υπάλληλος του συζύγου της.  Οι διαφωνίες της με τον καθ’ ού 3 ξεκίνησαν περί τον Οκτώβριο του 2024 όταν αυτός υπέβαλε παράπονο σχετικά με τσιμεντένιο τοίχο της σάουνας και του κιόσκι που βρίσκονται εντός του ακινήτου της. Επεξήγησε στον καθ’ ού ότι αυτή δεν ήταν τελική μορφή της κατασκευής όπως έπραξε και τον Δεκέμβριο του 2024 όταν ο καθ’ ού επανήλθε με το ίδιο παράπονο. Τον Φεβρουάριο του 2025 ο καθ’ ού επανήλθε με παράπονο αναφορικά με ένα παράθυρο και την  μονομπλόκ αντλία θερμότητας της πισίνας της οικίας της ισχυριζόμενος ότι αυτά είχαν τοποθετηθεί εντός των ορίων του γειτονικού ακινήτου.  Η ίδια θεώρησε τα παράπονα του εντελώς παράλογα και έτσι έλαβε απόφαση να διακόψει κάθε προσωπική επικοινωνία δίνοντας οδηγίες στο προσωπικό της να έχει αυτήν. Από τον Μάιο του 2025 μέχρι και τον Ιούλιο ο καθ’ ού συνέχισε να ενοχλεί τόσο γραπτώς όσο και προφορικά την ίδια και το προσωπικό της ισχυριζόμενος ότι είχαν εκτελεστεί εργασίες εντός των ορίων του οικοπέδου του και παραπέμπει σχετικά σε δέσμη αλληλογραφίας. Τα επίδικα προβλήματα ισχυρίζεται ότι ξεκίνησαν περί τον Οκτώβριο του 2025 όταν διαπίστωσε με το σύζυγό της για πρώτη φορά ότι στο γειτονικό ακίνητο είχαν αρχίσει να εκτελούνται κατασκευαστικές εργασίες οι οποίες επενέβαιναν στο κοινό όριο και συγκεκριμένα στον τοίχο περίφραξη της κατοικίας της. Στις 30.10.25 με καλή θέληση για εξεύρεση λύσης πραγματοποίησαν συνάντηση με τον καθ’ ού με τη συμμετοχή των αρχιτεκτόνων τους. Ο αρχιτέκτονας του καθ’ ού συγκεκριμένα προσπάθησε να του εξηγήσει ότι οι ενέργειες του ήταν παράνομες και δυνητικά επικίνδυνες. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του καθ’ ού ότι η οικία της διατηρεί παρανομίες αναφέρει ότι κατόπιν ελέγχου των ελαχίστων περιορισμών ύψους και των πολεοδομικών κανονισμών η αρχιτέκτονας της επιβεβαίωσε ότι η περιοχή του οικοπέδου της και η κατασκευή συμμορφώνονται πλήρως με το νόμο και δεν προκύπτει παρανομία.  Μετά τη συνάντηση υπήρξε αναστολή των εργασιών στον επίδικο τοίχο και θεώρησαν ότι ο καθ’ ού 3 αντιλήφθηκε την παρανομία και έδωσε οδηγίες στην καθ’ ής 4 για παύση κάθε κατασκευαστικής εργασίας που συνιστούσε παράνομη επέμβαση.  Από τις 21.10.25 μέχρι και τις 02.11.25 απουσίαζε με την οικογένεια της αλλά κατά την επιστροφή τους διαπίστωσαν ότι οι παράνομες κατασκευαστικές εργασίες όχι μόνο δεν σταμάτησαν αλλά είχαν επιταχυνθεί παρά ταύτα δεν υπήρχαν ενεργείς κατασκευαστικές εργασίες και επειδή η κατασκευή του τοίχου βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο ήλπιζαν ότι ο καθ’ ού θα σταματούσε την κατασκευή του τοίχου.  Οι κύριες κατασκευαστικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν τον Ιανουάριο κατά τη διάρκεια της απουσίας τους από την 03.01.26 μέχρι και την 21.01.26 στο εξωτερικό.  Διαπίστωσαν ότι το ύψος του τοίχου κάλυπτε το παράθυρο του κιόσκι τους  και πλέον εγείρονταν και ζητήματα ασφάλειας. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2026 απευθύνθηκε στους δικηγόρους της οι οποίοι την συμβούλευσαν για την ετοιμασία τεχνικής έκθεσης από ειδικό εμπειρογνώμονα. Διόρισε τότε τεχνική εταιρεία η οποία ετοίμασε έκθεση την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο. Με βάση αυτήν βεβαιώνεται η ύπαρξη αυθαίρετων κατασκευών και επεμβάσεων επί του κοινού συνόρου και συγκεκριμένα επί του τοίχου περίφραξης της κατοικίας της  και ειδικότερα αναφέρεται σε αυθαίρετη προσθήκη γυψοσανίδας σε υφιστάμενη κατασκευής της κατοικίας της, κατασκευή τοίχου από τούβλα και τσιμέντο ύψους περίπου 4,5m, χωρίς την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων στατικής επάρκειας  και τέλος σε κατασκευή περίφραξης από  οπλισμένο σκυρόδεμα  εξαιρετικά λεπτής διατομής η οποία εφάπτεται και στηρίζεται επί του υφιστάμενου τοίχου περίφραξης επιβαρύνοντας τον δομικά.  Ισχυρίζεται ότι το πιο σημαντικό που προκύπτει από την έκθεση είναι ότι οι κατασκευές επηρεάζουν αρνητικά την ασφάλεια της κατοικίας της ενώ δημιουργούν κινδύνους για την στατική επάρκεια των υφιστάμενων κατασκευών.  Πέραν των αναφορών της αυτών η μάρτυρας παραπέμπει και επισυνάπτει ως τεκμήριο δέσμη φωτογραφιών που λήφθηκε από την ίδια στις 05.02.26.

Με Σ.Ε.Δ που καταχωρήθηκε, τις 10.02.26, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί στις 11.2.26 την αίτηση, δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την αιτήτρια, ενόψει της απουσίας της τελευταίας στο εξωτερικό από τις 09.2.26, αναφέρει την συνέχιση των παράνομων ενεργειών, ως τις χαρακτηρίζει, από πλευράς των καθ’ ών η αίτηση, ακόμα και το πρωί της 10ης Φεβρουαρίου. Ειδικότερα, όπως ενημερώθηκε από την αιτήτρια που βρισκόταν στη Ρώμη, η τελευταία δέχτηκε τηλεφώνημα από τη μητέρα της, η οποία παρέμεινε στην οικία μαζί με τα ανήλικα παιδιά της, και η οποία την πληροφόρησε ότι  άκουσε δυνατό συνεχόμενο ήχο από τρυπάνι και  αντίκρισε εργάτες από το γειτονικό ακίνητο να μετακινούν τα τζάμια από το κιόσκι της οικίας της και να τρυπούν τους τοίχους. Οι γονείς της ζήτησαν από τους εργάτες να σταματήσουν τις ενέργειες τους λόγω πρόκλησης ζημιών στον τοίχο της οικίας, αίτημα το οποίο αγνοήθηκε ενώ στη συνέχεια οι εργάτες, αφού επικοινώνησαν με τον καθ’ ού 3 τηλεφωνικώς, έλαβαν οδηγίες να συνεχίσουν τις εργασίες περιλαμβανομένων και των κατασκευών που επέβαιναν στην ιδιοκτησία της. Συγκεκριμένα οι εργασίες αφορούν κάλυψη με γυψοσανίδα όλων των παραθύρων της που συνορεύουν με το ακίνητο.  Ως τεκμήριο κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών οι οποίες λήφθηκαν το πρωί της 10ης Φεβρουαρίου και οι οποίες καταδεικνύουν τις ενέργειες τις οποίες περιγράφει.

 

Μετά την διεξαγωγή Α.Δ.Ο και στη βάση χρονοδιαγράμματος που τα μέρη συμφώνησαν η αιτήτρια καταχώρησε Σ.Ε.Δ. Σε αυτήν αναφέρεται  στις προγραμματισμένες ανακατασκευαστικές εργασίες  που εκτέλεσε στην οικία της και οι οποίες ήταν εις γνώση του καθ’ ού 3.  Συγκεκριμένα όλα τα τροποποιημένα αρχιτεκτονικά σχέδια  δόθηκαν στον καθ’ ού στις 15.04.24 όπως φαίνεται και από σχετική αλληλογραφία σε ηλεκτρονική εφαρμογή και παραπέμπει προς τούτο σε σχετικό τεκμήριο στην αρχική της μαρτυρία. Από αυτό φαίνεται ότι γνώριζε έκτοτε τις κατασκευές στις οποίες θα προέβαινε χωρίς να εκφράσει παράπονο ή αντίρρηση.  Σε ό,τι αφορά την τεχνική έκθεση που ετοίμασε ο καθ’ ού 3 αποτελεί θέση της ότι αυτή δεν δύναται να έχει βαρύτητα καθότι  ετοιμάστηκε από τον ίδιο ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ένας ανεξάρτητος και αμερόληπτος εμπειρογνώμονας. Πέραν τούτου τα όσα αναφέρει  απαντώνται  από τον δικό της πολιτικό μηχανικό με συμπληρωματική έκθεση  την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 8. Παραπέμπει στην έκθεση αυτή και ειδικότερα στη θέση είναι ότι ο επίδικος τοίχος που αποτελείται από τοίχο αντιστήριξης είναι 1,5m πάνω από την πλάκα πατώματος του 1ου ορόφου και τοίχου 3,5m κατασκευασμένο από τούβλα και τσιμεντόπετρες ελεύθερο χωρίς τα ελάχιστα μέτρα στατικής επάρκειας. Επιπλέον επαναλαμβάνει όσα περιλαμβάνονται στην συμπληρωματική έκθεση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ανακατασκευαστεί  ο επίδικος τοίχος ώστε να είναι ασφαλής δηλαδή με κολώνες ελάχιστης διατομής 20χ20εκ. ανά 3m και να συνδέονται μεταξύ τους με οριζόντιο δοκό 20χ20εκ για να εγκλωβίζεται ο τοίχος και να του προσφέρεται στατική και αντισεισμική επάρκεια σε περίπτωση οριζόντιων φορτίσεων όπως σεισμικές δράσεις ή πολύ ισχυροί άνεμοι.  Αποτελεί θέση της ότι το Δικαστήριο δεν καλείται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να αποφανθεί επί δικών της παρανομιών αλλά εάν οι καθ’ ών η αίτηση με τις υπό εξέλιξη εργασίες επεμβαίνουν στο ακίνητο της κατά τρόπο επικίνδυνο.  Ως προς την απόδειξη της παράνομης επέμβασης από πλευράς των καθ’ ών ζήτησε από ειδικό τοπογράφο μηχανικό το άνοιγμα εξωτερικής οριοθέτησης του ακινήτου  και η οποία ετοιμάστηκε μετά την καταχώριση της αίτησης και την οποία παρουσίασε ως τεκμήριο 9. Σύμφωνα με αυτήν ανεγέρθηκε τοίχος εφαπτόμενος στο τοίχο περίφραξης του τεμαχίου 338  ύψους περίπου 5,50m και μήκους 13,55 κατασκευασμένος από τούβλα  και ο τοίχος αυτός  επεμβαίνει στο τεμάχιο 338  επομένως πέραν της επικινδυνότητας αυτός ο τοίχος κατασκευάζεται και εντός του ακινήτου της. Σε ό,τι αφορά τις οποιεσδήποτε δικές της ενέργειες και ισχυριζόμενες παρατυπίες παραπέμπει στην αρμόδια αρχή και επαναλαμβάνει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά  τις ενέργειες των καθ’ ών η αίτηση.  Καταθέτει περαιτέρω ως τεκμήριο 10 έκθεση απόψεων της αρχιτέκτονας της στην οποία αναφέρεται ότι οι βοηθητικές οικοδομές που κατασκευάστηκαν δεν θεωρούνται κατοικήσιμος χώρος και ούτε υπερβαίνουν το προβλεπόμενο ανώτατο ύψος ή μήκος του κοινού συνόρου  ενώ επιπλέον σχετικά με κάποιες αποκλίσεις από την εκδοθείσα άδεια οικοδομής ετοιμάστηκαν ήδη τροποποιητικά σχέδια  τα οποία θα υποβληθούν στην αρμόδια αρχή για την έκδοση αδειών.  Αποτελεί θέση της ότι οι καθ’ ών η αίτηση εμμέσως πλην σαφώς παραδέχονται τις παρανομίες προβάλλοντας ανυπόστατους και παράλογους ισχυρισμούς. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παρέμβαση  εντός του ακινήτου των καθ’ ών  αναφέρει ότι το εν λόγω περιτοίχισμα κατασκευάστηκε το 2010 από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη ενώ η ίδια ενοικίασε την κατοικία το 2018 και την αγόρασε το 2022  και ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε παράπονο γι' αυτό το ζήτημα  ενώ είναι διατεθειμένη να λάβει μέτρα για άρση της οποιασδήποτε παρανομίας.  Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς για τους κομπρεσόρους  όταν τέθηκε το ζήτημα αυτό το Φεβρουάριο του 2025 του ζητήθηκαν διευκρινίσεις για να βρεθεί μία κοινή λύση και ο καθ’ ού 3 συμπεριφέρθηκε επιθετικά και προκλητικά.  Σε ό,τι αφορά το επείγον διαφωνεί ότι γνώριζε για την πορεία των εργασιών από το 2024 αντίθετα από την μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα γεγονότα είναι πρόσφατα και αυτά εξελίσσονται με επιτάχυνση κάθε φορά που ίδια απουσίαζε στο εξωτερικό.

Η ένσταση και η μαρτυρία που τη συνοδεύει:

Οι καθ’ ών η αίτηση 1 έως και 3, καταχώρησαν την ένσταση τους προωθώντας συνολικά 13 λόγους. Αυτοί συνοψίζονται στα κάτωθι:

 

Δεν πληρούνται  και δεν συντρέχουν σωρευτικά και/ή διαζευκτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32  του Νόμου 14/60  και του άρθρου 9 του Κεφ.6. Η ένορκη δήλωση δεν αποδεικνύει επαρκώς το στοιχείο του κατεπείγοντος χαρακτήρα προς την έκδοση του διατάγματος. Η αίτηση δεν αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καλή βάση αγωγής και δεν στοιχειοθετεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία ότι σε περίπτωση μη έκδοσης και ή μη διατήρησης του διατάγματος θα είναι αδύνατον να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά ή αδικία  που δεν μπορεί να υπολογιστεί  στα συμφέροντα και δικαιώματα της αιτήτριας. Το διάταγμα αποτελεί υπέρμετρα δυσμενές και/ή επαχθές και/ή καταπιεστικό μέτρο και δεν είναι εύλογο και δίκαιο για τα συμφέροντα των καθ’ ών η αίτηση και δεν συνάδει με το ισοζύγιο της ευχέρειας η διατήρηση του. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αντίθετη με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικαιοδοσίας.  Η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και σκόπιμα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να επηρεάσει την κρίση του. Η αίτηση δεν είναι υψίστης πίστεως και είναι καταχρηστική και εκβιαστική. Η διατήρηση του διατάγματος δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και προκαλεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά και επηρεάζει τους καθ’ ών η αίτηση εφόσον παρακωλύει την ολοκλήρωση του έργου. Η αίτηση είναι εκδικητική και/ή εκβιαστική και/ή εγείρεται με αλλότρια κίνητρα από την αιτήτρια.

Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη μαρτυρία του καθ’ ού 3, Διευθυντή και μετόχου των καθ’ ών η αίτηση εταιρειών 1 και 2. Υιοθετεί πλήρως τους λόγους ένστασης στην διατήρηση του επίδικου διατάγματος και θεωρεί τους ισχυρισμούς της αιτήτριας αβάσιμους, κακόπιστους και ατεκμηρίωτους.  Σε ό,τι αφορά τους ουσιώδης ισχυρισμούς επί γεγονότων  αναφέρει ότι η καθ’ ής 1 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 544 ως ο σχετικός τίτλος ιδιοκτησίας  και η καθ’ ής 2 η κατασκευαστική εταιρεία που ανέλαβε την ανέγερση της πολυτελούς οικοδομής στο τεμάχιο με σχέδια τα οποία κατατίθενται ως τεκμήριο. Η αιτήτρια αποδέχεται ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 338.  Αναφέρεται στις αρχικά φιλικές σχέσεις του με την αιτήτρια και στην άδεια που έδωσε για την εγκατάσταση  προσωρινά σκαλωσιών στο τεμάχιο 544 αλλά και στη διαπίστωση περί τον Οκτώβριο του 2024 ότι η αιτήτρια προέβη σε σειρά παράνομων και αυθαίρετων κατασκευών που τους επηρέαζαν δυσμενώς. Ειδικότερα αναφέρεται σε ανέγερση πολύ υψηλού τοίχου επί του υφιστάμενου συνόρου που χωρίζει τα τεμάχια 544 και 338 και επιπλέον στην κατασκευή με μόνιμη μορφή από τσιμέντο, σάουνας και κιόσκι απευθείας επί των ορίων παραβιάζοντας τις νόμιμες αποστάσεις. Αναφέρεται στην άμεση επικοινωνία του με την αιτήτρια και ακολούθως με τον αντιπρόσωπο της υποβάλλοντας τα πιο πάνω παράπονα του. Το Δεκέμβριο του 2024 επικοινώνησε εκ νέου με αντιπρόσωπο της αιτήτριας ο οποίος τον πληροφόρησε  ότι δεν είχαν τελική μορφή οι εν λόγω οικοδομές  και τον καθησύχασαν ότι θα επιλύσουν τα θέματα που έχει. Περί τον Φεβρουάριο του 2025 και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του διαπίστωσε την τοποθέτηση αντλίας θερμότητας της πισίνας και παραθύρων που βλέπουν απευθείας εντός του τεμαχίου του  και προς τούτο επικοινώνησε αμέσως με τον αντιπρόσωπο της αιτήτριας και ο οποίος τον αγνόησε. Για περίοδο 3 μηνών κατέβαλλε προσπάθειες  εξεύρεσης κάποιας λύσης αλλά τον αγνοούσαν επιδεικτικά.  Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για την στατική ασφάλεια του τοίχου παραπέμπει στην ιδιότητα του ως διευθυντή του έργου και σε σχετική έκθεση που ετοίμασε και την οποία επισύναψε ως τεκμήριο και στην οποία φαίνεται ότι ο τοίχος είναι κατασκευασμένος με οπλισμένο σκυρόδεμα ως τοίχος αντιστήριξης λόγω της κλίσης του εδάφους  και ότι η επέκταση στο άνω τμήμα έγινε ακριβώς για να προστατευθεί η ιδιωτικότητα των ενοίκων της οικοδομής του τεμαχίου του από τις αυθαιρεσίες της αιτήτριας. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις εργασίες  της τελευταίας κατά μήκος των ορίων  αναφέρει ότι το έδαφος είναι επικλινές με διαφορά στα επίπεδα εδάφους μεταξύ των δύο τεμαχίων. Η υπό κατασκευή οικοδομή στο τεμάχιο του είναι σε 3 δομικά επίπεδα και με κάθε επίπεδο να έχει ύψος περί τα 3m με αποτέλεσμα να υπάρχει συνολική υψομετρική διαφορά 9m. Ενόψει της φυσικής κλίσης  ήταν απαραίτητος ο τοίχος αντιστήριξης για τη σταθεροποίηση του εδάφους και την διατήρηση ασφαλών συνθηκών μεταξύ των γειτονικών τεμαχίων. Περαιτέρω ο τοίχος κατασκευάστηκε ως τοίχος αντιστήριξης από οπλισμένο σκυρόδεμα σύμφωνα με τις τυπικές πρακτικές μηχανικής που περιλαμβάνει δομή οπλισμένου σκυροδέματος,  χαλύβδινες ράβδους οπλισμού και πλέγμα και είναι δομικά ενοποιημένος με τα θεμέλια οπλισμένου σκυροδέματος της έπαυλης. Το τμήμα οπλισμένου σκυροδέματος υψώνεται περίπου 7,5m  από το χαμηλότερο επίπεδο του τεμαχίου 544.  Η επέκταση που πραγματοποιήθηκε στο άνω τμήμα του τοίχου είναι ύψους περίπου 2m πάνω από τον τοίχο οπλισμένου σκυροδέματος και εγκαταστάθηκε για να επιλύσει το πρόβλημα ιδιωτικότητας που δημιούργησε η αιτήτρια καθώς επίσης και οπτική κάλυψη και μείωση θορύβου από τον μηχανολογικό εξοπλισμό του τεμαχίου 338.  Για την στατική σταθερότητα αναφέρει τον τρόπο υλοποίησης του και παραθέτει φωτογραφία ως τεκμήριο.  Διευκρινίζει ότι για την στατική ασφάλεια ο τοίχος είναι κατασκευασμένος από οπλισμένο σκυρόδεμα και χάλυβα συνδεδεμένος δομικά με τη θεμελίωση της έπαυλης στο τεμάχιο 544  και κρίνεται δομικά ασφαλής και σταθερός.  Ο σχεδιασμός του ακινήτου στο τεμάχιο 544  έγινε σε απόσταση περίπου 3m από τη γραμμή του συνόρου σε αντίθεση με το ακίνητο στο τεμάχιο 338 όπου φαίνεται να έχουν εκτελεστεί εργασίες απευθείας πάνω στο σύνορο και οι οποίες περιλαμβάνουν 2 κλειστά δωμάτια και παράθυρα προς το τεμάχιο 544 όπως και εγκατάσταση κλιματιστικών μονάδων  και άλλων υπηρεσιών κατά μήκος του συνόρου. Βάση του κτηματικού σχεδίου φαίνεται να υπάρχουν κατασκευές της αιτήτριας που εκτείνονται και καταλαμβάνουν ένα τριγωνικό τμήμα γης που εμπίπτει στα νόμιμα όρια του τεμαχίου 544.  Η παρουσία δωματίων, παραθύρων και μηχανικού εξοπλισμού απευθείας στο σύνορο επηρεάζει την ιδιωτικότητα και τις ανέσεις του τεμαχίου 544.  Για τα πιο πάνω συμπεράσματα στα οποία παραπέμπει  υπάρχει επιβεβαίωση και από τον αρχιτέκτονα του έργου ο οποίος ετοίμασε έκθεση που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 6 και στην οποία εντοπίζονται οι παρατυπίες και παραβιάσεις και συγκεκριμένα οι παράνομες κατασκευές στα σύνορα με ανέγερση χώρου και βοηθητικού υπόστεγου που υπερβαίνουν το 35% του κοινού συνόρου, ο μηχανολογικός εξοπλισμός και λεβητοστάσιο έχουν τοποθετηθεί σε απόσταση μικρότερη του 1,80m από το σύνορο  προκαλώντας ηχητική και οπτική ρύπανση και παραβίαση της ιδιωτικότητας και θέας αλλά και ανέγερση οικοδομής δυσανάλογου ύψους πάνω στα σύνορα δημόσιου πεζόδρομου  σε αντίθεση με τους κανονισμούς ασφαλείας. Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που έλαβαν οι καθ’ ών η αίτηση αναφέρει ότι αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε ενέργειες ως λήψη προστατευτικών μέτρων και συγκεκριμένα τοποθέτησαν γυψοσανίδα για να διακόψουν την οπτική επαφή των δωματίων της αιτήτριας με την πισίνα και τους χώρους της υπό ανέγερσης οικοδομής στο τεμάχιο 544,  τοίχου αντιστήριξης ύψους 1,20m  πάνω από το φυσικό έδαφος σύμφωνα με κανονισμούς λόγω της υψομετρικής διαφοράς και του κινδύνου πτώσης αντικειμένων. Ο εν λόγω τοίχος τελεί υπό την επίβλεψη μηχανικού και η ολοκλήρωση του εκκρεμεί και τυχόν στατική αστοχία επηρεάζει το τεμάχιο 544 και όχι το 338. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί επικινδυνότητας ως αδικαιολόγητους και επαναλαμβάνει το αίτημα του προς την αιτήτρια για αποκατάσταση των παρανομιών χωρίς ανταπόκριση γεγονός που επηρέασε και την προσέλκυση υποψηφίων αγοραστών.  Οι καθ’ ών δεν έχουν μέχρι σήμερα καταγγείλει τις παρανομίες της αιτήτριας στην αρμόδια αρχή επιδιώκοντας διατήρηση των καλών σχέσεων γειτονίας.

Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και σκόπιμα ή τεχνηέντως απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα. Ειδικότερα  ενώ παραπονείται για επέμβαση στην ακίνητη της ιδιοκτησίας  αγνοεί το γεγονός ότι η ίδια οικειοποιήθηκε μέρος του τεμαχίου 544  όπου ανέγειρε κιόσκι. Επισυνάπτει προς τούτο σχέδια ως τεκμήριο 7 και φωτογραφία - τεκμήριο 8. Περαιτέρω  προέβη στην ανέγερση παράνομων οικοδομών επί των συνόρων των τεμαχίων αδιαφορώντας για την απόσταση των 3m, αποτρέποντας την δίοδο αέρα και φωτός ενώ τοποθέτησε και παράθυρα επί της κατασκευής της σάουνας και του διπλανού δωματίου που βλέπουν απευθείας στο τεμάχιο του και προς τούτο παραθέτει δέσμη φωτογραφιών ως τεκμήριο 9. Αναφορά γίνεται επίσης και στην τοποθέτηση κομπρεσόρων επί των συνόρων  που προκαλούν τόσο ηχορύπανση και εκπομπή θερμότητας όσο και ακαλαίσθητο θέαμα (τεκμήριο 10). Παρότι η ίδια προσέφυγε εκφράζοντας ανησυχία και φόβο για το ύψος του τοίχου που ανεγέρθηκε η ίδια πρώτη ανέγειρε διαχωριστικό συμπαγές τοίχο με τούβλα και τσιμέντο επί των συνόρων που υπερβαίνει κατά πολύ το επιτρεπόμενο ύψος  και σε κάθε περίπτωση περιφρόνησε την τοποθέτηση ελαφριάς κατασκευής  ώστε να μην ξεπερνά το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος (τεκμήρια 11 και 12). Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η δόμηση και κάλυψη στο τεμάχιο της αιτήτριας υπερβαίνει κατά πολύ τα επιτρεπόμενα όρια  με βάση τους συντελεστές και προς τούτο παραθέτει το τεκμήριο 13. Κατά συνέπεια  το συμπέρασμα είναι ότι ενώ δεν είναι συμμορφωμένη με την πολεοδομική νομοθεσία παρέλειψε να παρουσιάσει οποιοδήποτε πολεοδομικό πιστοποιητικό αναφορικά με το ύψος του διαχωριστικού τοίχου και των οικοδομών που ανέγειρε στα σύνορα των δύο τεμάχια.  Αρνείται περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι η αρχιτέκτονας  της αιτήτριας βεβαιώνει τη συμμόρφωση με το νόμο και τους κανονισμούς. Αποτελεί θέση του ότι το γεγονός ότι η αιτήτρια παράνομα επεμβαίνει στο τεμάχιο των καθ’ ών με την κατάληψη γης και την ίδια ώρα ζητά προστασία από το Δικαστήριο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Σε ό,τι αφορά το κατεπείγον ισχυρίζεται ότι αυτό απουσιάζει και ψευδώς ισχυρίζεται επικινδυνότητα των κατασκευών καθώς ο τοίχος είναι στατικά ασφαλής και ενώ γνώριζε για την πορεία των εργασιών από το 2024 καταχώρησε την αγωγή όταν οι καθ’ ών εξέφρασαν τα παράπονα των.  

Ακρόαση της αίτησης:

Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση της μαρτυρίας που συνοδεύει αίτηση και ένσταση αντίστοιχα ενώ αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν κείμενα με τις γραπτές τους εισηγήσεις και επιχειρηματολογία. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους καθώς και η νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν έχουν μελετηθεί δεόντως και αναφορά σε επιμέρους σημεία τους θα γίνει όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο.

Νομική Πτυχή:

Η αίτηση εδράζεται επί του Μέρους 23 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας ως ισχύουν για όλες τις υποθέσεις που καταχωρούνται από την 01.09.2023 και δικονομικά ακολουθήθηκε η διαδικασία ακρόασης με βάση τις πρόνοιες αυτές.  

Επί της ουσίας η έκδοση διαταγμάτων ως η φύση των αξιουμένων προνοείται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 ως ακολούθως:

«32.-(Α1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα αναφορικά με κάθε αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία σε οποιονδήποτε χρόνο, περιλαμβανομένου του χρόνου πριν από την καταχώριση απαίτησης ή μετά την έκδοση απόφασης, σε σχέση με δικαστική ή διαιτητική διαδικασία η οποία πραγματοποιήθηκε, πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί εντός ή εκτός δικαιοδοσίας.

(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα,  εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»

Η ανωτέρω πρόνοια προσδίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχουν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων τις Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).

 

Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (παραπέμπω στην Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.

 

Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε την Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω).   

H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον έχει αποκαλυφθεί, από τον αιτητή, συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις.

 

Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας  χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.

 

Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου. (βλέπε Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1301).  Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (σχετική η Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ. 1791).

 

Περαιτέρω, στην 1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. 1. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι:

«Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών.

 

Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους – ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».  

 

Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δεν είναι εξαντλητικοί.

 

Εν προκειμένω και ενόψει της μονομερούς προώθησης και έκδοσης του διατάγματος θα πρέπει να εξεταστεί και το ζήτημα του «κατεπείγοντος» στη βάση του άρθρου 9 του Κεφ.6 και των σχετικών αρχών της νομολογίας.

 

Η έκδοση ενός προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον η έκδοση του γίνεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που απαιτεί να εξετάζεται η απόδοση θεραπείας αφού ακουστούν αμφότερες οι πλευρές. Συνεπακόλουθα μονομερείς αιτήσεις κρίθηκε ότι είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων.

 

Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων και παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση  Demstar Limited vZim Israel Navigation CoLtd (1996) 1 Α.Α.Δ.597, 601-602 όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα κάτωθι:

 

«Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ......... Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του Διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του Διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής».

 

Στην υπόθεση που η ανωτέρω απόφαση αφορά κρίθηκε ότι η απόκρυψη στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό έπληττε καίρια το εκδοθέν Διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας.

 

Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ.248 τονίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως (uberrima fides) επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου.

 

Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του αιτητή είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. 

 

Στην αγγλική υπόθεση Castelli vCook (1849) 7 Hare, 89, 94 στην οποία γίνεται αναφορά και σε αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων αναφέρθηκε, σε ελληνική μετάφραση:

«Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του Διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.»

 

Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην απόφαση στην υπόθεση Bloczek Limited vVianova Holding Limited (2013) 1 Α.Α.Δ.1460 όπου και τέθηκαν χαρακτηριστικά και αναλυτικά τα κάτωθι:

 

«Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό...

 

Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας.»

 

Στην απόφαση στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά  (2011) 1 Α.Α.Δ.1672 (σελ.1676) αναφέρθηκαν τα κάτωθι:

 

«Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το Διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του Δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου».

 

Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού Διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν' αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος (βλέπε The Attorney General of the Republic a.a.(No.2) vGeorge Savvides (1979) 1 AAΔ.349, σελ. 367-371, την Brink´s Mat Ltd vElcombe and others (1988) 1 WLR 1350, σελ. 1356-1357, και οι οποίες υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού (1992) 1 ΑΑΔ 583 και Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 ΑΑΔ 248).  Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο, για το θέμα αυτό, ανέφερε τα εξής:

«Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση.  Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides).  Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου.

 

Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.»

 

Επιπλέον ζήτημα που τυγχάνει εξέτασης σε αιτήσεις κατά τις οποίες αποφασίζεται η οριστικοποίηση ή όχι μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος είναι και αυτό του κατεπείγοντος, ζήτημα που αποτελεί με βάση τη νομολογία δικαιοδοτικό όρο. Εάν κατά την ακρόαση διαφανεί ότι δεν υπήρχε κατεπείγον κατά τον χρόνο καταχώρησης και προώθησης μονομερώς της αίτησης τότε το Δικαστήριο δεν αφήνει σε ισχύ το διάταγμα και οφείλει να το ακυρώσει. Παραπέμπω σχετικά στην Resola (Cyprus) Ltd. V. Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598).

Στη βάση των πιο πάνω αρχών θα εξετάσω την ενώπιον μου υπόθεση.

Πρώτιστα θα εξετάσω την ένσταση που άπτεται της ισχυριζόμενης απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και ειδικότερα ότι η αιτήτρια επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο αλλά και την ισχυριζόμενη απουσία στοιχείων κατεπείγοντος. Η αποδοχή των ενστάσεων αυτών πλήττουν δικαιοδοτικούς όρους με αποτέλεσμα σε μια τέτοια περίπτωση να μην απαιτείται η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60.

Σε ότι αφορά το κατεπείγον. Αποτελεί θέση των συνηγόρων των καθ’ ών ότι η αιτήτρια επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ισχυριζόμενη ότι η ανέγερση του τοίχου περιήλθε πρώτη φορά εις γνώση της τον Ιανουάριο του 2026 όπως και η έκταση των εργασιών. Οι καθ΄ ών με την ένσταση τους όμως και την αλληλογραφία απέδειξαν ότι οι εργασίες ήταν γνωστές στην αιτήτρια από το 2024 και καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, αιτήτρια και καθ’ ού 3 συζητούσαν για αυτές. Η αιτήτρια επέδειξε ανοχή για περίοδο 24 μηνών.

Εξετάζοντας το πιο πάνω ζήτημα και σχετική επιχειρηματολογία της πλευράς των καθ’ ών κρίνω ότι η σχετική ένσταση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και επεξηγώ.

Καταρχήν προς στήριξη του επιχειρήματος της γνώσης των εργασιών οι συνήγοροι των καθ’ ών παραπέμπουν σε τεκμήριο που η ίδια η αιτήτρια καταχώρησε με την αρχική της Ε/Δ και ειδικότερα την επικοινωνία της με τον καθ’ ού 3 (τεκμήριο AD5). Το στοιχείο αυτό δεικνύει καταρχήν ότι η αιτήτρια δεν απέκρυψε την επικοινωνία με τον καθ’ ού κατά το έτος 2025 επί θεμάτων σχετικών με τις διαφορές τους. Επί της ουσίας τώρα των εργασιών. Ο τοίχος τον οποίο ξεκίνησαν οι καθ’ ών να ανεγείρουν πράγματι φαίνεται να ξεκίνησε να ανεγείρεται σε προγενέστερο χρόνο από αυτόν που η αιτήτρια προσήλθε στο Δικαστήριο. Παρά ταύτα αυτό που στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε ως γεγονός που πληροί το στοιχείο του επείγοντος είναι οι ενέργειες των καθ’ ών επί της οικοδομής της αιτήτριας, γεγονότα και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τους καθ’ ών αλλά και η συνέχιση των ουσιαστικών εργασιών κατά την περίοδο απουσίας της στο εξωτερικό τον Ιανουάριο.  Στα πλαίσια της ΣΕΔ που καταχωρήθηκε, πριν το Δικαστήριο εκδώσει μονομερώς το διάταγμα, παρουσιάζεται φωτογραφικό υλικό και το οποίο δεικνύει ότι εργάτες των καθ’ ών η αίτηση επενέβαιναν επί της οικίας και οικοδομών της αιτήτριας με τη χρήση τρυπανιού. Συγκεκριμένα τρυπούσαν τους τοίχους της οικοδομής της και μετακινούσαν τζάμια αυτής. Τέτοιας μορφής άμεση επέμβαση και φύση εργασιών επί της οικοδομής δεν έχει φανεί να έλαβε χώρα κατά τα έτη 2024 και 2025 ώστε να δικαιολογεί κατάληξη σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ανοχή σε τέτοιο βαθμό που να αποδυναμώνει τις επείγουσες συνθήκες. Επιπλέον ως η αιτήτρια αποκάλυψε κατά το 202 λάμβαναν χώρα συζητήσεις για εξώδικη διευθέτηση των διαφορών ενώ για χρονικά διαστήματα οι εργασίες στον τοίχο αναστάλθηκαν θεωρώντας ότι τούτο οφείλεται στις συζητήσεις.

Επιπλέον από το τεκμήριο AD5 φαίνεται ότι από τον Μάρτιο του 2025 γίνεται συζήτηση για συγκεκριμένο  παράθυρο  και το οποίο φαίνεται  στην 5η κατά σειρά σελίδα του τεκμηρίου, να είναι κυκλωμένο με κόκκινο χρώμα,  και για το οποίο ο καθ’ ού  3 υποβάλει αίτημα όπως κλείσει.  Καμία αναφορά όμως γίνεται ότι οι καθ’ ών είχαν ενεργήσει από το χρόνο εκείνον ώστε να προβούν στο κλείσιμο αυτού του παραθύρου όπως  φαίνεται να πράττουν με άμεση παρέμβαση στις 10.02.2026 σύμφωνα και με το φωτογραφικό υλικό που επισυνάπτεται. Επίσης  καμία αναφορά γίνεται  από τους καθ’ ών η αίτηση  στην μαρτυρία της αιτήτριας  περί του ότι οι κυρίες εργασίες επί του τοίχου πραγματοποιήθηκαν τον Ιανουάριο του 2026 και συγκεκριμένα από τις 03.01.26 μέχρι και τις 21.01.26 οπότε και απουσίαζε και άμεσα με την λήψη γνώσης κατά την επιστροφή της έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία σχετικών εκθέσεων που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων  και τα ευρήματα για προσθήκη γυψοσανίδας επί της υφιστάμενης κατασκευής.  

Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι κατά το χρόνο που η αίτηση προωθήθηκε μονομερώς υπήρχαν στοιχεία που καταδείκνυαν το επείγον και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται.

Σε ότι αφορά το ζήτημα της απόκρυψης. Η βασική θέση των καθ’ ών η αίτηση είναι ότι η αιτήτρια διέπραξε πρωτοφανή και συστηματική απόκρυψη γεγονότων παρουσιάζοντας τον εαυτό της «αθώο θύμα» μία αυθαίρετης ανάπτυξης ενώ η ίδια έχει μετατρέψει το κοινό σύνορο  σε «μνημείο πολεοδομικής ανομίας» όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν. Οι ισχυρισμοί για απόκρυψη αφορούν πρώτα ότι παρέλειψε να αναφέρει ότι ανέγειρε βαριά κατασκευή σάουνας από τσιμέντο και μεγάλο ξύλινο κιόσκι πάνω στο σύνορο παραβιάζοντας την ελάχιστη απόσταση των 3m,  ότι τοποθέτησε  βαριού τύπου μηχανολογικό εξοπλισμό δηλαδή κομπρεσόρων, κλιματιστικών και λεβητοστάσιο πισίνας σε απόσταση μικρότερη του 1,80m από το σύνορο και ο οποίος προκαλεί ηχητική οχληρία και εκπέμπει θερμότητα  και τέλος ότι απέκρυψε ότι στα εν λόγω παράνομα οικοδομήματα της σάουνας και στο κιόσκι άνοιξε μεγάλα παράθυρα τα οποία βλέπουν απευθείας, κάθετα και σε κοντινή απόσταση εντός της αυλής και των εσωτερικών χώρων της υπό ανέγερση έπαυλης  επεμβαίνοντας στην ιδιωτική ζωή των μελλοντικών ενοίκων.  Αποτελεί θέση τους ότι είναι ανεπίτρεπτο η αιτήτρια να ζητά προστασία και επιείκεια όταν αποδεδειγμένα έχει καταπατήσει ξένη γη και ανέγειρε παράνομα κτίσματα γεγονός που επιπλέον δείχνει ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια.  

Πράγματι  από τη μαρτυρία της αιτήτριας, τόσο με την αρχική όσο και με την ΣΕΔ της, πριν το στάδιο έκδοσης του διατάγματος μονομερώς, δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά της σε τυχόν δικές της οικοδομές που δεν καλύπτονται από τους πολεοδομικούς κανονισμούς και το  νόμο. Δεν μπορώ όμως να παραβλέψω ότι με βάση το τεκμήριο AD5 η ίδια αποκαλύπτει την επικοινωνία της μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής με τον καθ’ ού 3 και ο όποιος σε αυτήν ισχυρίζεται ότι υπάρχουν  παρανομίες και στις δικές της κατασκευές. Το ουσιώδες όμως ζήτημα είναι το εάν οι ενδεχόμενες  δικές της  παράνομες οικοδομές δικαιολογούν και δύναται να αποτελέσουν κριτήριο νομιμοποίησης των ενεργειών των καθ’ ών η αίτηση υπό μορφή αντίδρασης, ήτοι με την άμεση επέμβαση επί των οικοδομών αυτών ως παρουσιάζονται με την μαρτυρία και με ανέγερση τοίχων κατά τρόπο ακατάλληλο ως η θέση της αιτήτριας. Το κρίσιμο ερώτημα που εξετάζεται με αναφορά στο ζήτημα της απόκρυψης είναι το κατά πόσο, σε περίπτωση που αποκαλύπτονταν τα στοιχεία που η άλλη πλευρά ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφθηκαν, θα επηρεαζόταν ουσιωδώς η κρίση του Δικαστηρίου και το τελευταίο δεν θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει μονομερώς υπό το φως αυτών ένα τέτοιο διάταγμα.

Κρίνω ότι ακόμα και στην περίπτωση μιας ενδεχόμενης παραδοχής της αιτήτριας, ότι μέρος των οικοδομών της δεν καλύπτονται από την άδεια οικοδομής ή από τη σχετική πολεοδομική νομοθεσία, το Δικαστήριο θα εξέταζε τις ενέργειες που αποδίδονται στους καθ’ ών και ειδικότερα τις άμεσες παρεμβάσεις επί της ιδιοκτησίας της. Πέραν τούτου όμως ουσιώδες κρίνεται και το γεγονός ότι η ίδια η αιτήτρια δεν αποδέχεται ότι έχει προβεί σε εργασίες και/ή ανέγερση οικοδομών που δεν καλύπτονται από νομιμότητα ή που δεν δύναται να αδειοδοτηθούν. Προς τούτο μάλιστα καταχώρησε ΣΕΔ με έκθεση της αρχιτέκτονος μηχανικού της και η οποία αμφισβητεί ότι οι κατασκευές αυτές αποτελούν παραβάσεις των πολεοδομικών διατάξεων, καθότι θεωρεί αυτές μη κατοικήσιμο χώρο, και σε κάθε περίπτωση τυχόν αποκλίσεις από την άδεια οικοδομής τυγχάνουν χειρισμού από τις 30.10.25 με διαδικασία ετοιμασίας σχεδίων για κατάθεση για την λήψη νέας άδειας. Προκύπτει επομένως ότι  το κατά πόσον η αιτήτρια έχει προβεί σε ανέγερση παράνομων οικοδομών, δηλαδή κατά παράβαση της πολεοδομικής νομοθεσίας,  είναι ζήτημα αμφισβητούμενο και για το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να καταλήξει σε εύρημα. Εξετάζοντας το Δικαστήριο την υπό κρίση αίτηση αυτό που θα αξιολογήσει σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο η αγωγή της αιτήτριας που έχει καταχωρηθεί, λαμβάνοντας υπόψη του ότι αυτή εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Σε αυτό το στάδιο οι αμφισβητούμενες από την αιτήτρια και ισχυριζόμενες από τους καθ’ ών παράνομες ενέργειες της τελευταίας δεν μπορεί να κριθεί ότι αποστερούν από αυτήν το δικαίωμα να αποταθεί για προστασία των δικαιωμάτων της ή ότι δίδουν στους καθ’ ών δικαίωμα για άμεση επέμβαση επί των δικών της οικοδομών παρεμβαίνοντας έτσι στο δικαίωμα κατοχής και απόλαυσης της περιουσίας της.

Δεν παραβλέπω ότι οι καθ’ ών η αίτηση παρουσίασαν μαρτυρία ως προς τις ισχυριζόμενες αυτές παράνομες οικοδομές το ζήτημα όμως αυτό δεν επηρεάζει τις ενέργειές τους και δεν εξετάζονται για σκοπούς του σταδίου τούτου όπου αντικείμενο εξέτασης αποτελούν οι ενέργειες των καθ’ ών και η παροχή προστασίας των δικαιωμάτων της αιτήτριας.

Δεν παραβλέπω επίσης ότι οι καθ’ ών η αίτηση δεν εμποδίζονται από την άσκηση των δικαιωμάτων τους και ειδικότερα ουδέν κώλυμα έχουν για να αποταθούν ώστε να προστατεύσουν τη δική τους περιουσία από τις ισχυριζόμενες παράνομες ενέργειες της ίδιας της αιτήτριας, κάτι που ως ο καθ’ ού η αίτηση 3 ισχυρίστηκε ότι δεν έπραξε με σκοπό την διατήρηση καλή γειτονίας.

Σε ό,τι αφορά περαιτέρω τον ισχυρισμό για απόκρυψη  του γεγονότος της παράνομης επέμβασης  της αιτήτριας επί  του τεμαχίου των καθ’ ών η αίτηση  επίσης κρίνω ότι δεν συνιστά τέτοια ουσιώδη απόκρυψη κατά τον χρόνο που η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα ότι εάν αυτή αποκαλυπτόταν θα μετάβαλλε την κατάληξη του και κρίση του. Προς τούτο λαμβάνω καταρχήν υπόψη μου το γεγονός, και το οποίο δεν αμφισβητείται, ότι οι ενέργειες των καθ’ ών δεν αφορούν άμεσα αυτό το σημείο. Επιπλέον η αιτήτρια με την ΣΕΔ της η οποία καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης δικαιολογεί, κρίνω επαρκώς, την αποκάλυψη σε αυτό το στάδιο αναφέροντας ότι είχε την ιδιότητα της ενοικιάστριας από το έτος 2018 μέχρι και το 2022 οπότε και αγόρασε την οικία και το εν λόγω περιτοίχισμα ανεγέρθηκε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Η ίδια ζήτησε στις 05.02.26 από τοπογράφο μηχανικό να προβεί σε εξωτερική οριοθέτηση του ακινήτου αποδεχόμενη πλέον την εν λόγω επέμβαση  και για την οποία είναι διατεθειμένη αναφέρει να λάβει μέτρα για άρση της. Στο ερώτημα εάν η επέμβαση της ίδιας σε άλλο σημείο της οικοδομής της επί του ακινήτου των καθ’ ών δικαιολογεί την επέμβαση των τελευταίων δεν μπορεί να είναι θετική.  

Καταλήγω επομένως ότι οι σχετικές με το κατεπείγον και την απόκρυψη ενστάσεις εξεταζόμενες ως ανωτέρω δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και απορρίπτονται.  

Προχωρώ τώρα να εξετάσω τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60.

Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση παραπέμπω στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd  v. Microsoft   Corporation (2002) 1 AAΔ 802, όπου τονίστηκε ότι:

«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της μη πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό  νόημα επί του θέματος των αποφάσεων μας. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.»

Εν προκειμένω ως προκύπτει από τις θέσεις της αιτήτριας, η προτιθέμενη και πλέον καταχωρηθείσα απαίτηση της εναντίον των καθ’ ών η αίτηση, εδράζεται επί του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης αλλά και της οχληρίας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 43(1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148:

«Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.»  

 

Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτων και όχι της κυριότητας αυτών (βλέπε: Adamou vChristofi (1974) 1 C.L.R. 100) και σκοπός είναι η προστασία τέτοιας κατοχής που είναι η προέκταση της προστασίας του προσώπου και η εξήγηση της είναι η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Είναι αδίκημα αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς (Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Κεφ. 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 130-135 και Παπακόκκινου και άλλες ν. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379).

 

Στην υπόθεση Liasidou and Another vPapademetriou (1975) 1 C.L.R. 122 λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας, όποιος δε διαταράσσει αυτήν την κατοχή μπορεί να εναχθεί για παράνομη επέμβαση. 

 

Η ιδιωτική οχληρία, από την άλλη, συνίσταται σε παράνομη επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου, ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή. Εξετάζοντας κατά πόσο συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά ιδιωτική οχληρια, το Δικαστήριο, κατά κύριο λογο, εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσο η επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας από τον ενάγοντα, ή κάποιου δικαιώματος του επί ή σε σχέση με αυτή, είναι παράλογη («unreasonable»), λαμβανομένης υπόψη της συμπεριφοράς / διαγωγής του εναγομένου, στην, από πλευράς του, χρήση ή απόλαυση, - συνήθως, γειτονικής -, ακίνητης ιδιοκτησίας. Η βιβλιογραφία, θέτει το ζήτημα αυτό να αποτελεί, την ειδοποιό διαφορά μεταξύ πράξεων που συνιστούν το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, από αυτές που συνιστούν αμέλεια. Δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο, αναφέρεται, η συμπεριφορά/διαγωγή του εναγομένου έναντι του καθήκοντος επιμέλειας του, όπως γίνεται σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά το Δικαστήριο σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, θα διερευνήσει την ζημιά του ενάγοντος, υπολογίζοντας την έναντι των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την ακίνητη ιδιοκτησία («damage with a proprietary quality»). Ως αστικό αδίκημα, η ιδιωτική οχληρία κατατάσσεται, συνεπώς, στην ευρύτερη κατηγορία των αστικών αδικημάτων που διαπράττονται έναντι της ακίνητης ιδιοκτησίας («a tort to land»).

 

Εν προκειμένω η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι καθ’ ών επενέβησαν επί του ακινήτου το οποίο κατέχει. Η κατοχή του ακινήτου και οικίας από την αιτήτρια δεν αμφισβητείται. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι οι καθ’ ών παράνομα επεμβαίνουν στο ακίνητο με την εκτέλεση εργασιών επί μέρους της οικοδομής της με την τοποθέτησης γυψοσανίδας με σκοπό το κλείσιμο ανοιγμάτων και επιπλέον με την ανέγερση τοίχου στο σύνορο χωρίς την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων στατικής επάρκειας αλλά και κατασκευή περίφραξης με λεπτή διατομή που στηρίζεται επί του υφιστάμενου τοίχου περίφραξης της οικίας της αιτήτριας με άμεσο κίνδυνο πρόκλησης βλαβών στην ασφάλεια της κατοικίας της.  

Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών κρίνω ότι η αιτήτρια, εδράζοντας την απαίτηση της επί αναγνωρισμένων αιτιών αγωγής που άπτονται του δικαίου των αστικών αδικημάτων έχει αποδείξει ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.  

 

Σε ότι αφορά τώρα την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32.

 

Η εκδοχή της αιτήτριας ως προς τις ενέργειες που αποδίδει στους καθ’ ών και οι οποίες συνιστούν κατά την ίδια παράνομη επέμβαση και οχληρία έχουν καταγραφεί ανωτέρω. Το ζητούμενο στα πλαίσια εξέτασης αυτής της προϋπόθεσης είναι το κατά πόσο η αιτήτρια έχει πετύχει να αποδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των θέσεων της αυτών.

 

Λαμβάνω υπόψη μου τα όσα η αιτήτρια παρουσίασε προς στήριξη της εκδοχής της και ειδικότερα: 

-       Σε ότι αφορά την άμεση παρέμβαση επί τοίχου της οικοδομής της παραπέμπω στις φωτογραφίες τεκμήριο AD6 της αρχικής Ε/Δ και ειδικότερα την τοποθέτηση γυψοσανίδας επί τοίχου – παραθύρου που δεν αμφισβητείται ότι εμπίπτει στην οικοδομή της αιτήτριας όπως και τις φωτογραφίες του τεκμηρίου ΣΜ2 της ΣΕΔ ημερ. 10.2.26.

-       Αναφορικά με τις λοιπές ισχυριζόμενες επεμβάσεις σχετική είναι η επιστολή του Πολιτικού Μηχανικού ημερ. 6.2.26 και η οποία αποτελεί μέρος του τεκμηρίου AD5. Σε αυτήν γίνεται αναφορά  σε κατασκευή τοίχου από τούβλα και τσιμέντο  ύψους 4,5m  και ο όποιος κατασκευάστηκε χωρίς τα ελάχιστα μέτρα στατικής επάρκειας  και τα οποία επεξηγεί ότι θα έπρεπε να ήταν η κατασκευή κολώνων  3m, ελάχιστων διαστάσεων 200Χ200mm και δοκών στο μέσο ύψος του τοίχου και στο άνω μέρος του, ελάχιστης διατομής 200X200 mm ούτως ώστε να εγκλωβιστεί η τοιχοποιία.  Επίσης αναφέρεται σε κατασκευή περίφραξης από οπλισμένο σκυρόδεμα με εξαιρετικά λεπτή διατομή που εφάπτεται και στηρίζεται επί του υφιστάμενου τοίχου περίφραξης της κατοικίας της αιτήτριας επιβαρύνοντας τον δομικά. Αυτές οι κατασκευές χαρακτηρίζονται ως αυθαίρετες και δυνητικά επικίνδυνες καθότι ενδέχεται να προκαλέσουν βλάβες τόσο στη στατική επάρκεια όσο και στην ασφάλεια της ιδιοκτησίας της αιτήτριας.

 

Προς αντίκρουση αυτού του ισχυρισμού  και αυτής της έκθεσης οι καθ’ ών η αίτηση  παραθέτουν ως τεκμήριο έκθεση  του καθ’ ού  η αίτηση 3 και ο όποιος ισχυρίζεται ότι είναι  ο διευθυντής του έργου. Περαιτέρω  ως τεκμήριο 6 καταθέτουν έκθεση του μηχανικού αρχιτέκτονα Χρήστου Ανδρέου ημερ. 20.4.26 και στην οποία κατά πρώτο λόγο δίδεται μαρτυρία σε ό,τι αφορά τις ισχυριζόμενες παράνομες οικοδομές της αιτήτριας. Σε ό,τι αφορά τις ενέργειες των καθ’ ών η αίτηση φαίνεται να αναγνωρίζει το κλείσιμο με γυψοσανίδα της οπτικής επαφής που έχει μέρος της οικοδομής της αιτήτριας με το ακίνητο των καθ’ ών η αίτηση ενώ σε ό,τι αφορά τους τοίχους για τους οποίους εγείρει παράπονα η αιτήτρια περιορίζεται να αναφέρει ότι λόγω της επικινδυνότητας πτώσης αντικειμένων ανεγέρθηκε τοίχος αντιστήριξης μόνο 1,20μ. πέραν του φυσικού εδάφους  με σκοπό την μείωση της οχληρίας από τα μηχανολογικά της αιτήτριας που τοποθετήθηκαν επί του συνόρου  και ο τοίχος αντιστήριξης ανεγέρθηκε με  την επίβλεψη από μηχανικό και δεν έχει ακόμη πλήρως αποπερατωθεί ενώ τυχόν επικινδυνότητα αυτού θα επηρεάσει  το ακίνητο των καθ’ ών η αίτηση  που είναι σε χαμηλότερο επίπεδο και όχι της αιτήτριας που βρίσκεται προς το βουνό.  

Στα πλαίσια αυτής της μαρτυρίας το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά πόσο  οι αιτιάσεις και ισχυρισμοί της αιτήτριας έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας.  

 

Καταρχήν σημειώνω ότι για την απόδειξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης δεν απαιτείται ζημιά ενώ για την οχληρία απαιτείται η απόδειξη παρέμβασης  κατά τρόπο που να επηρεάζει την εύλογη απόλαυση  του ακινήτου.  

 

Το Δικαστήριο αυτό στο στάδιο αυτό δεν εξετάζει εις βάθος και δεν αξιολογεί όπως πράττει στο στάδιο της ακρόασης τις μαρτυρίες και εν προκειμένω των εμπειρογνωμόνων ως αυτοί  παρουσιάζονται αλλά στην όψη της η μαρτυρία κατά πόσο δεικνύει τέτοια στοιχεία ορατής πιθανότητας επιτυχίας αποδοχής της.

 

Εξετάζοντας υπό αυτό το πρίσμα την μαρτυρία, αυτό που διαπιστώνω κατά πρώτο λόγο είναι ότι η αιτήτρια με βάση την έκθεση του πολιτικού μηχανικού που περιλαμβάνεται στο τεκμήριο AD5 αναφέρεται στην ανέγερση τοίχου και περίφραξης με συγκεκριμένο τρόπο σε αντίθεση με τα ελάχιστα μέτρα στατικής επάρκειας που έπρεπε να ληφθούν και τα οποία καταγράφει.  Αυτή η θέση αμφισβητείται μέσω της έκθεσης του καθ’ ού 3 και ο όποιος είναι εμπλεκόμενος ως καθ’ ού η αίτηση, διευθυντής και μέτοχος των καθ’ ών 1 και 2 ενώ επιπλέον δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε στοιχείο για τη δική του εμπειρογνωμοσύνη. Μελετώντας όμως και το ίδιο το έγγραφο αυτό που διαπιστώνω είναι ότι συμπερασματικά καταγράφεται ότι ο τοίχος αυτός είναι κατασκευασμένος από οπλισμένο σκυρόδεμα με κατάλληλη ενίσχυση και είναι δομικά ασφαλής και σταθερός. Παράλληλα η έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Χριστού Ανδρέου περιορίζεται στο συμπέρασμα ότι οποιεσδήποτε τυχόν αστοχίες, τυγχάνουν επίβλεψης από μηχανικό και ακόμη δεν ολοκληρώθηκε η ανέγερση του ενώ σε περίπτωση οποιασδήποτε  υποχώρησης του τοίχου η ζημιά θα είναι προς τη μεριά του ακινήτου των καθ’ ών και όχι της αιτήτριας.  

 

Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας κρίνω ότι η αιτήτρια έχει πετύχει να αποδείξει την πλήρωση και της 2ης προϋπόθεσης. Συγκεκριμένα η θέση ότι οι καθ’ ών επενέβησαν με τη χρήση τρυπανιού και τοποθέτησαν επί της οικοδομής της γυψοσανίδα δεν έχει αμφισβητηθεί ενώ επιπλέον η μαρτυρία του μηχανικού της για την επικινδυνότητα τοίχου και περίφραξης για σκοπούς του σταδίου τούτου κρίνεται ικανοποιητική. Από την άλλη η πλευρά των καθ’ ών με την μαρτυρία ως ανωτέρω αναφέρω που παρουσίασαν δεν κατάφεραν να αποδυναμώσουν για σκοπούς του σταδίου τούτου τη μαρτυρία της αιτήτριας συνεπακόλουθα κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η πλήρωση και της 2ης προϋπόθεσης.

 

Σε ότι αφορά τώρα την 3η προϋπόθεση. Είναι νομολογημένο ότι ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν εκδοθεί ή όπως εν προκειμένω εν οριστικοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το όλο ζήτημα στα πλαίσια της εν λόγω προϋπόθεσης, θα αποφασιστεί με βάση το κατά πόσο θα είναι αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη, υπό την έννοια ότι οι καθ’ ών δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν την αιτήτρια εάν αυτή πετύχει στην αξίωση της.

 

Ως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Papastratis  v Pieridis (1979) 1 C.L.R. 231 και υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη».

Στην υπόθεση Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd , (2011) 1 Α.Α.Δ. 1848, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω  σε σχέση με την 3η προϋπόθεση ειδικότερα σε σχέση με ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση:

 

«Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης, ως το τρίτο κριτήριο του Αρθρου 32, αποτελεί ουσιαστικά τον μόνο άξονα γύρω από τον οποίο επικεντρώθηκαν οι επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των διαδίκων. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της Κάνθερ (παρ. 29), κατεγράφη απλώς ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όμως στην παρ. 30, η δυσκολία αυτή συνδέθηκε με την κατ' ισχυρισμόν συνέχιση της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας που κατά τη θέση της εφεσείουσας δημιουργήθηκαν από την εφεσίβλητη. Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Papastratis v. Petrides (1979) 1 C.L.R. 231. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp. [1990] 3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος.

Στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκιζή κ.ά. v. Κύζη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκιζή (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και, στην υπόθεση Οdysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o. (1982) 1 C.L.R. 557.Στην υπόθεση Κυρισάββα,  επιχειρήθηκε η συμπλήρωση ανέγερσης περιπτέρου κατά παράβαση δικαιώματος και χωρίς την εξουσιοδότηση της αρμοδίας αρχής. Ο χαρακτήρας του κτήματος θα αλλοιωνόταν αν αφηνόταν η οικοδομή να προχωρήσει που περιελάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, σιδηρών πασσάλων, χώρους στάθμευσης, premix κλπ.. Η παρανομία στην επιδίωξη της κατασκευής του περιπτέρου με τις παρεμφερείς κατασκευές του, ήταν στοιχείο το οποίο το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη στην αποτίμηση της ύπαρξης του τρίτου κριτηρίου. Επιβεβαιώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:

«Το Δικαστήριο αποτελεί τον θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμοδία αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν.»

Και σε σχέση με το κατ' ισχυρισμόν ασύνδετο της ποινικής δίωξης που η αρμοδία αρχή θα μπορούσε να εγείρει, με την αστική διαφορά:

«Το κράτος δικαίου περιλαμβάνει και συσχετίζει ενιαίες έννοιες και δεν μπορεί μια διαφορά η οποία ενδεχομένως να έχει και αστική και ποινική πτυχή να διαχωρίζεται πλασματικά και μόνο.»

Σε παρόμοιες ουσιαστικά συνθήκες στην υπό κρίση έφεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε στην ουσία αυτή ταύτη την ενέργεια που έγινε από την εφεσίβλητη, που κατά τη θέση της εφεσείουσας συνιστούσε επέμβαση στα δικά της δικαιώματα. Πρόσθετα, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, η εφεσίβλητη δεν είχε εξασφαλίσει την έγκριση της χρήσης για το χώρο έκτασης 7 τ.μ. από την αρμόδια αρχή, ως ρητά περιελάμβανε ο όρος 4 του Τεκμ. 6. Αυτό μάλιστα, και, πρέπει να σημειωθεί, σε εμφανή αναντιστοιχία της ταυτόχρονης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ικανοποιούνταν στα δεδομένα της υπόθεσης τα δύο πρώτα κριτήρια του Αρθρου 32, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Κριτήρια βεβαίως που ως σημείωσε το Δικαστήριο, συναρτώνταν προς τη βάση της αγωγής της εφεσείουσας που ήταν η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία και η οχληρία.

 

Προκύπτει ότι δεν ήταν αδήριτη ανάγκη η περαιτέρω εξήγηση της καταγραφείσας στην παρ. 29 της ένορκης δήλωσης της Κάνθερ, ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αρκούσε, υπό τις συνθήκες, η καταγραφείσα στην παρ. 30 σύνδεση των ενεργειών της εφεσίβλητης με το παράνομο της ενέργειας της, παρανομία που έχει τη δική της καταλυτική σημασία εφόσον ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται τη διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση είτε των συμφωνηθέντων, είτε του νόμου.»

 

Εν προκειμένω η μεν ενέργεια άμεσης παρέμβασης επί του τοίχου της οικοδομής της αιτήτριας με την τοποθέτηση γυψοσανίδας ενέχει κίνδυνο πρόκλησης ζημιών ή περαιτέρω ζημιών αλλά και παρεμπόδισης της χρήσης της οικίας της αιτήτριας ενώ η συνέχιση των εργασιών και ολοκλήρωση του τοίχου, που καθ’ ομολογία και θέση του μηχανικού – αρχιτέκτονα που παρουσίασαν οι καθ’ών δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, μπορεί να οδηγήσει σε τετελεσμένα γεγονότα, δύσκολα ανατρέψιμα και ειδικότερα μόνιμη αλλοίωση της οικοδομής της αιτήτριας.

 

Δεν παραβλέπω επιπλέον ότι με βάση τη μαρτυρία της αιτήτριας η κατασκευή του τοίχου με ελλιπή μέτρα στατικής επάρκειας ενέχει κινδύνους πτώσης επομένως τίθενται ζητήματα ασφάλειας και τα οποία δεν δύναται να θεωρηθούν ότι δύναται να αποζημιωθούν αποκλειστικά με χρήμα. 

 

Κρίνω επομένως ότι έχει θεμελιωθεί και η ύπαρξη της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32, δηλαδή η ο κίνδυνος ύπαρξης ανεπανόρθωτης ζημίας για την αιτήτρια.

 

Σε ότι αφορά τώρα το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι αυτό γέρνει προς όφελος της αιτήτριας. Η μη οριστικοποίηση του διατάγματος ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω, όχι μόνο έμμεσης αλλά και άμεσης επέμβασης επί της περιουσίας της αιτήτριας ενώ η συνέχιση και ολοκλήρωση του τοίχου σε ακόμα μεγαλύτερο ύψος και χωρίς σαφή μαρτυρία ως προς τη στατική επάρκεια του όπως οι καθ’ ών ισχυρίζονται ενέχει κίνδυνο όχι μόνο  πρόκλησης ζημιών αλλά και τετελεσμένων γεγονότων, πιο δύσκολα ανατρέψιμων. Ομοίως, η ακύρωση του διατάγματος δημιουργεί ορατό ενδεχόμενο ολοκλήρωσης των εργασιών με κίνδυνο περαιτέρω επιβάρυνσης του τοίχου της αιτήτριας επί του οποίου με βάση τη μαρτυρία η περίφραξη των καθ’ ών η αίτηση στηρίζεται.

 

Από την άλλη με το διάταγμα σε ισχύ οι καθ’ ών η αίτηση δεν εμποδίζονται να ολοκληρώσουν τις εργασίες τους εντός του ακινήτου τους με εξαίρεση τον τοίχο επί του κοινού συνόρου ενώ παράλληλα ουδείς αποκλείει αυτούς από την διεκδίκηση των δικών τους δικαιωμάτων έναντι των ισχυριζόμενων παρανομιών και επεμβάσεων της αιτήτριας.

 

Συνεπακόλουθα, στην πλήρωση τόσο των 3 προϋποθέσεων του άρθρου 32 όσο και του ισοζυγίου της ευχέρειας καταλήγω στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος στις 11.02.2026 διατάγματος μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην Απαίτηση με αρ. 330/2026 (i-Justice), Ε. Δ. Λεμεσού και/ή μέχρι οιασδήποτε άλλης νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται κατά τον κανόνα του επιτυχόντος διαδίκου υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ών η αίτηση 1, 2, 3 και 4.

 

Στη βάση των προνοιών των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό και κατόπιν τούτου τα έξοδα καθορίζονται σε ποσό εκ €3.015,00 πλέον Φ.Π.Α, πλέον πραγματικά έξοδα εκ €67, πλέον έξοδα επίδοσης.

 

 

 

                                                                          (Υπ.)……………………………………

                                                                                   Ε. Δημητρίου – Παναγή, Α.Ε.Δ.  

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο