ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΑΝΗ κ.α. ν. COMMERCIAL GENERAL INSURANCE COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1241/2023, 10/8/2026
print
Τίτλος:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΑΝΗ κ.α. ν. COMMERCIAL GENERAL INSURANCE COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1241/2023, 10/8/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΒΑΡΝΑΒΑ ΕΔ.

Αρ. Αγωγής: 1241/2023

ΜΕΤΑΞΥ:

1.  ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΑΝΗ, εκ Λεμεσού

2.  SAMI BATAL, εκ Λεμεσού

Καθ’ ων η Αίτηση / Εναγόντων

και

1.    COMMERCIAL GENERAL INSURANCE COMPANY LTD (HE6165), εκ Λευκωσίας

2.    ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΝΑΒΑ, εκ Λεμεσού

Αιτητών / Εναγομένων

 

Ημερομηνία: 10/8/2026

Εμφανίσεις:

Για Αιτητές / Εναγόμενους: κα. Μ. Δημητρίου για Κωνσταντίνος Μ. Χατζηπιέρας & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και Στέλιος Αμερικάνος & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ων η Αίτηση / Ενάγοντες: κα. Χ. Ματσεντίδου για Χ.Ματσεντίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(αίτηση ημερ. 5/12/2025 για συνεκδίκαση αγωγών)

1.    Με την υπό κρίση αίτηση, οι Αιτητές επιζητούν τη συνένωση της παρούσας αγωγής με την αγωγή με αρ. 1242/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Επισημαίνεται εξαρχής ότι και με τις δύο αγωγές οι Ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν συνεπεία του ίδιου τροχαίου ατυχήματος. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.14 Θ.1-4.

2.    Οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση ημερ. 11/5/2026, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Μάριου Λεαντζή («Ε/Δ Μ.Λ.»). Δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτούσιοι οι δώδεκα λόγοι ένστασης που καταγράφηκαν. Συνοψίζω τους λόγους ένστασης ως ακολούθως:

                                      i.        Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Δ.13 και Δ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής νομολογίας.

                                    ii.        Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Επίσης, η αίτηση είναι παράτυπη, καθότι δεν αναφέρει τα κοινά νομικά και πραγματικά σημεία των προς συνεκδίκαση αγωγών.

                                   iii.        Η αίτηση είναι καταχρηστική και περιφρονεί την πολιτική διαδικασία, εφόσον η αγωγή 1242/2023 είναι ταχείας εκδίκασης. Επιδιώκεται η πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της εν λόγω αγωγής, κατά παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου. 

                                   iv.        Η αίτηση καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αφότου η αγωγή με αρ. 1242/2023 ορίστηκε για ακρόαση.

3.    Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Σημειώνεται ότι η Ε/Δ Μ.Λ.  περιλαμβάνει επίσης επιχειρηματολογία επί νομικών και διαδικαστικών ζητημάτων. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενό της. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των μερών εξετάζονται στον βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της παρούσας αίτησης.[1] Αναφορά στη σχετική επιχειρηματολογία γίνεται πιο κάτω, όπου αυτό είναι χρήσιμο.

4.    Σύμφωνα με τη Δ.14 Θ.2:

« When two or more actions are pending in the same Court, whether by the same or different plaintiffs against the same or different defendants, and the claims of such actions involve a common question of law or fact of such importance in proportion to the rest of the matters involved in such actions as to render it desirable that the actions should be consolidated, the Court or a Judge may order that they be consolidated»

5.     Η συνένωση αγωγών αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, βάσει των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά οι παράγοντες που δύναται να προσμετρηθούν κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας. Ως γενική αρχή, το Δικαστήριο αποφασίζει υπέρ του αιτήματος, όπου αξιώσεις από ή εναντίον διαφορετικών διαδίκων περιλαμβάνουν κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα, το οποίο φέρει επαρκή βαρύτητα σε σχέση με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα, ώστε να καθίσταται επιθυμητή η ταυτόχρονη επίλυση όλων των θεμάτων.  Πρέπει να προκύπτει όφελος από τη συνεκδίκαση.[2] Η ύπαρξη κοινών πραγματικών ή νομικών ζητημάτων εξετάζεται βάσει του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης.[3]

6.    Παράγοντες που καθοδηγούν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιλαμβάνουν  τα συμφέροντα των διαδίκων, την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, την αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, τον περιορισμό των εξόδων καθώς και την οικονομία δικαστικού χρόνου.[4] Ο χρόνος υποβολής της αίτησης αποτελεί επίσης σημαντικό αλλά μη καθοριστικό παράγοντα που συνεκτιμάται κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας. Ο κατάλληλος χρόνος για υποβολή της αίτησης για συνεκδίκαση είναι το στάδιο των οδηγιών αμέσως μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων.[5]

7.    Περαιτέρω, το Δικαστήριο οφείλει να αναφέρει τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και τους παράγοντες που εξισορροπεί, ώστε να δικαιολογήσει την τελική του κρίση.[6] Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει τη συνεκδίκαση των αγωγών, μπορεί επίσης να καθορίσει και τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί.[7]

8.    Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ούτε προσδιορίζει στο σώμα της τα κοινά πραγματικά ή νομικά ζητήματα των προς συνεκδίκαση αγωγών. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων για σκοπούς της παρούσας αίτησης γίνεται μέσα από την Έκθεση Απαίτησης κάθε αγωγής.[8] Επίσης, η Δ.48 Θ.9(e) προνοεί ότι αίτηση συνεκδίκασης δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, νοουμένου ότι όλα τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο Αιτητής προκύπτουν από τα δικόγραφα. Τόσο η παρούσα αγωγή όσο και η αγωγή με αρ. 1242/2023 τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με συμπληρωμένη τη δικογραφία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο είναι σε θέση να εξετάσει βάσει των δικογράφων κατά πόσο υπάρχει ταύτιση νομικών ή πραγματικών ζητημάτων μεταξύ των δύο αγωγών, χωρίς περαιτέρω αναφορά σε ένορκη δήλωση ή στο σώμα της αίτησης. Επομένως, δεν θεωρώ βάσιμο τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης.

9.    Στρέφομαι στην εξέταση του κατά πόσο θα προκύψει όφελος από τη συνεκδίκαση των δύο αγωγών. Με την παρούσα αγωγή, αμφότεροι οι Ενάγοντες επιζητούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τους σωματικούς τραυματισμούς και τις χρηματικές ζημιές που υπέστηκαν, ως αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, με την Έκθεση Απαίτησης δικογραφείται ότι ο Ενάγων 1 ήταν ο οδηγός και ο Ενάγων 2 ο συνοδηγός του οχήματος Α. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο οδηγός του οχήματος Β και η Εναγόμενη 1 η ασφαλιστική εταιρεία που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα Β.

10. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες της παρούσας αγωγής ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 2 επιχείρησε, οδηγώντας το όχημα Β, να κατέβει από το πεζοδρόμιο επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ στη Λεμεσό, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος Α. Ως αποτέλεσμα, το όχημα Β συγκρούστηκε με  το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος Α. Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται οι λεπτομέρειες της κατ’ ισχυρισμό αμέλειας του Εναγόμενου 2. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε παραδοχή σε σχέση με την ευθύνη και τις σωματικές και υλικές ζημιές των Εναγόντων. Συνεπώς, η ευθύνη για το ατύχημα, οι σωματικές και υλικές ζημιές και το ύψος των ενδεχόμενων αποζημιώσεων αποτελούν επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή.

11. Με την Έκθεση Απαίτησης της αγωγής με αρ. 1242/2023, η Ενάγουσα δικογραφεί ότι ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος Α. Επίσης, οι Εναγόμενοι είναι τα ίδια πρόσωπα που ενάγονται και με την παρούσα αγωγή. Η Ενάγουσα αξιώνει €1.990 ως ειδική ζημιά, που αντιστοιχεί στην αξία του οχήματος Α, το οποίο εκτιμήθηκε ως ασύμφορο προς επιδιόρθωση. Κατά τα λοιπά, η Έκθεση Απαίτησης της αγωγής 1242/2023 είναι πανομοιότυπη με την Έκθεση Απαίτησης της αγωγής 1241/2023. Γίνεται η ίδια αναφορά στις συνθήκες σύγκρουσης των οχημάτων Α και Β, ενώ παρατίθενται οι  ίδιες ακριβώς λεπτομέρειες της κατ’ ισχυρισμό αμέλειας των Εναγομένων. Όπως και στην παρούσα αγωγή, οι Εναγόμενοι της αγωγής με αρ. 1242/2023 δεν παραδέχονται με την Υπεράσπιση είτε την ευθύνη είτε τη ζημιά της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου, ευθύνη και ζημιά αποτελούν και πάλι επίδικα ζητήματα.

12. Τούτων λεχθέντων, η ευθύνη για την πρόκληση του ίδιου τροχαίου ατυχήματος  αποτελεί κοινό επίδικο ζήτημα και στις δύο αγωγές. Επίσης, παρατηρείται ότι και οι δύο αγωγές καταχωρίστηκαν στις 6/7/2023, μέσω του ίδιου δικηγορικού γραφείου, που μέχρι σήμερα εξακολουθεί να εκπροσωπεί τους Ενάγοντες και στις δύο αγωγές. Οι Εναγόμενοι των δύο αγωγών επίσης εκπροσωπούνται από τους ίδιους δικηγόρους.  Η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο αγωγών έγκειται στο ότι η Ενάγουσα της αγωγής 1242/2023 διεκδικεί αποζημιώσεις για επιπρόσθετη και διαφορετική ζημιά από αυτήν που κατ’ ισχυρισμό υπέστηκαν οι Ενάγοντες στην αγωγή 1241/2023.

13. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κρίνω ότι η συνεκδίκαση των δύο αγωγών θα επιφέρει όφελος. Θα εξοικονομηθεί χρόνος και έξοδα, ενώ θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα διαδικασιών, εφόσον στη βάση της ίδιας μαρτυρίας και αξιοποιώντας τον ίδιο δικαστικό χρόνο, θα αποφασιστεί το ζήτημα της ευθύνης για το ίδιο τροχαίο ατύχημα και στις δύο αγωγές. Απεναντίας, σε περίπτωση που οι αγωγές δεν συνεκδικαστούν, το Δικαστήριο θα αναλώσει πόρους, εις βάρος άλλων υποθέσεων, ώστε να αποφασίσει δύο φορές το ίδιο ζήτημα ευθύνης.  Παράλληλα, οι διάδικοι θα επιβαρυνθούν με περισσότερα έξοδα, ώστε να καταβάλουν αμοιβή στους ίδιους δικηγόρους για το ίδιο θέμα, σε διαφορετικές όμως διαδικασίες.

14. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι η συνεκδίκαση των δύο αγωγών θα απαλείψει τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων επί του ίδιου θέματος εφόσον, εάν οι αγωγές εκδικαστούν ξεχωριστά, δεν αποκλείεται να εκδοθούν δύο αποφάσεις με τις οποίες να αποφασίζεται διαφορετικά το ζήτημα της ευθύνης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι σίγουρα ανεπιθύμητο.[9]

15. Το ότι οι Ενάγοντες των δύο αγωγών αξιώνουν αποζημιώσεις για διαφορετική ζημιά, δεν επαρκεί για να υπερκεράσει το όφελος που θα προκύψει από τη συνεκδίκαση των αγωγών. Οι αξιώσεις των Εναγόντων για αποζημιώσεις και στις δύο αγωγές αποτελούν, υπό τις περιστάσεις, θέματα που ευχερώς μπορούν να ακουστούν ταυτόχρονα, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει κοινή αφετηρία γεγονότων αλλά και κοινή νομική εκπροσώπηση. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η απόδειξη της υλικής ζημιάς που προκλήθηκε στο όχημα Α, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας στην αγωγή με αρ. 1242/2023, δεν αποτελεί ζήτημα που αναμένεται να απαιτήσει την προσκόμιση εκτεταμένης μαρτυρίας, ώστε να προκληθεί οποιαδήποτε σύγχυση ή ταλαιπωρία από τη συνεκδίκαση με τα υπόλοιπα θέματα.

16. Όσον αφορά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, πράγματι η αίτηση καταχωρίστηκε με κάποια καθυστέρηση.  Η κλήση για οδηγίες στην παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 12/3/2024, δόθηκαν συνακόλουθες οδηγίες στις  11/6/2024 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε  στις 5/12/2025. Εντούτοις, δεν έχει εκκινήσει η ακροαματική διαδικασία για καμία από τις δύο αγωγές. Περαιτέρω, αν και στις 19/3/2025 δόθηκαν οδηγίες στην αγωγή με αρ. 1242/2023 για ανταλλαγή της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων, καμία πλευρά δεν έχει συμμορφωθεί μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης είναι, υπό τις περιστάσεις, τέτοιου βαθμού ώστε να εξουδετερώνεται το όφελος που θα προκύψει από τη συνεκδίκαση των δύο αγωγών.

17. Δεν παραγνωρίζω ότι η καθυστέρηση στην καταχώριση αίτησης για συνεκδίκαση αποτελεί αιτία αχρείαστης αύξησης των δικηγορικών εξόδων, καθότι, εάν η αίτηση καταχωρείτο αμέσως μετά το κλείσιμο των δικογράφων, το Δικαστήριο θα μπορούσε να προγραμματίσει κατάλληλα τις δύο αγωγές χωρίς περιττά δικονομικά διαβήματα. Παρά ταύτα, η καθυστέρηση αποτελεί ζήτημα που μπορεί να εξισορροπηθεί με την κατάλληλη διαταγή εξόδων, στην οποία αναφέρομαι κατωτέρω.

18. Στρέφομαι σε ένα άλλο θέμα. Κύριο άξονα της επιχειρηματολογίας των Καθ’ ων η Αίτηση αποτέλεσε το ότι η αγωγή με αρ. 1242/2023 είναι ‘ταχείας εκδίκασης’. Η θέση της συνηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση είναι ότι δεν είναι διαδικαστικά εφικτή η συνεκδίκαση αγωγής ταχείας εκδίκασης με αγωγή του καταλόγου ΄ακροαματικής εκδίκασης’. Επίσης,  προωθείται η θέση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβίαζε  το θεμελιώδες δικαίωμα της Ενάγουσας στην αγωγή με αρ. 1242/2023  σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

19. Εν πρώτοις, επισημαίνεται ότι η Δ.30 δεν ρυθμίζει το κατά πόσο δύναται να συνεκδικαστεί αγωγή ‘ταχείας εκδίκασης’ με αγωγή ‘ακροαματικής εκδίκασης’. Ωστόσο, η εξουσία του Δικαστηρίου για συνεκδίκαση πηγάζει από τη Δ.14 Θ.2, η οποία δεν αποκλείει τη συνεκδίκαση αγωγών στη βάση του ‘καταλόγου’ στον οποίο έχουν τοποθετηθεί. Μετά την έκδοση διατάγματος συνεκδίκασης, αναπόφευκτα πρέπει να καθοριστεί πρακτικά εφικτός τρόπος διεξαγωγής της ακρόασης. Η Δ.30 Θ.9 διευρύνει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για να διαχειρίζεται τις υποθέσεις, προσδίδοντας στο Δικαστήριο την εξουσία για έκδοση ‘οποιωνδήποτε πρόσθετων οδηγιών’. Προνοούνται τα ακόλουθα:

«Το Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να εκδώσει οποιεσδήποτε πρόσθετες των ανωτέρω οδηγίες, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις με γνώμονα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) την εκδίκαση της υπόθεσης το ταχύτερο δυνατό (β) τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων (γ) τη διάσωση ή το μετριασμό των εξόδων (δ) τη διαχείριση της υπόθεσης κατ' αναλογία προς: (i) το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς (ii) τη σπουδαιότητα της (iii) το περίπλοκο των εγειρόμενων θεμάτων, πραγματικών ή νομικών.

20. Σύμφωνα με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 35/2019, ημερ. 18/3/2019:

 «η εξουσία ρύθμισης της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας ενυπάρχει σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Οι οδηγίες που θα δώσει ένα Δικαστήριο για τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης, αποτελούν άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί διέπουν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας. Η Δ.30, όπως τροποποιήθηκε, στόχο έχει τη γρηγορότερη και ευχερέστερη διεξαγωγή των ακροάσεων των πολιτικών υποθέσεων και προς τούτο ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου.»

21. Με δεδομένο το όφελος που θα προκύψει από τη συνεκδίκαση των δύο αγωγών, κρίνω ότι η αγωγή με αρ. 1242/2023 μπορεί να συνεκδικαστεί με την αγωγή με αρ. 1241/2023. Οι δύο αγωγές θα συνεκδικαστούν σε πλήρη ακροαματική διαδικασία. Τοιουτοτρόπως, δεν προκαλείται οποιαδήποτε διαδικαστική δυσχέρεια στην Ενάγουσα της αγωγής υπ’ αρ. 1242/2023, καθότι όχι μόνο διατηρείται η αυτοτέλεια της αγωγής της, αλλά, σε αντίθεση με τη διαδικασία «ταχείας εκδίκασης», στο πλαίσιο της οποίας η αντεξέταση επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση,[10] η Ενάγουσα θα έχει, κατά κανόνα, το δικαίωμα να αντεξετάσει την άλλη πλευρά και να παραθέσει δια ζώσης τη μαρτυρία της. Θεωρώ ότι η κατάληξη αυτή είναι αναγκαία, ώστε να διασφαλιστεί ότι το Δικαστήριο δεν θα χρειαστεί να εκδικάσει δύο φορές το ίδιο ζήτημα ευθύνης, στη βάση της ίδιας μαρτυρίας, με αποτέλεσμα να σπαταληθεί χρόνος και έξοδα.

22. Όσον αφορά το ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος της Ενάγουσας στην αγωγή με αρ. 1242/2023 σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου, επισημαίνεται ότι το κατά πόσο η διάρκεια μιας διαδικασίας υπήρξε εύλογη εξετάζεται υπό το φως όλων των περιστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη την περιπλοκότητα της υπόθεσης, το χειρισμό της υπόθεσης από τις Δικαστικές και άλλες αρμόδιες αρχές, καθώς και τη συμπεριφορά του προσώπου που παραπονείται.[11] Το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. 

23. Στην προκειμένη περίπτωση, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί τη θέση περί παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, εκτός από το ότι η αγωγή 1242/2023 ενδέχεται να εκδικαστεί σε πλήρη ακροαματική διαδικασία αντί να ακολουθηθεί η διαδικασία ταχείας εκδίκασης. Αυτό από μόνο του δεν επαρκεί για να καταδείξει in concreto παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, καθότι η εκδίκαση σε πλήρη ακροαματική διαδικασία δεν εξυπακούει, δίχως άλλο, ότι η διαδικασία θα ολοκληρωθεί μετά την πάροδο εύλογου χρόνου. Αποδοχή μιας τέτοιας θέσης θα σήμαινε ότι κάθε αγωγή του καταλόγου ‘ακροαματικής εκδίκασης’ ολοκληρώνεται μετά την πάροδο εύλογου χρόνου. Επίσης, το ότι η Ενάγουσα της αγωγής 1242/2023 θα μπορούσε να ακουστεί πιο σύντομα με διαδικασία ταχείας εκδίκασης, δεν αποτελεί παράγοντα που μπορεί να υπερκεράσει τα πιο πάνω σωρευτικά πλεονεκτήματα που θα επιφέρει η συνεκδίκαση, τα οποία, κατά την κρίση μου, φέρουν μεγαλύτερη βαρύτητα.

24. Στη βάση όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Εκδίδεται διάταγμα ως η Αίτηση. Περαιτέρω, οδηγός θα είναι η αγωγή με αρ. 1241/2023. Αμφότερες οι αγωγές θα συνεκδικαστούν ως αγωγές ‘Ακροαματικής Εκδίκασης’. Οι συνεδικαζόμενες αγωγές ορίζονται για προγραμματισμό ακρόασης στις 17/9/2026, ώρα 9.15.

25. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Δυνάμει του Μ.60 Κ.2 των Κ.Π.Δ. 2023, το Δικαστήριο δύναται, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να λάβει υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό. Η επιδίκαση εξόδων αποτελεί μηχανισμό ενθάρρυνσης των διαδίκων, ώστε να επιδεικνύουν τη δέουσα δικονομική συμπεριφορά. Λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση με την οποία καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση, μειωμένα όμως κατά το 1/3.

 

Κ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Νίκος Οδυσσέα v Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

[2] Medcon Construction Limited v Χρ. Μαρνέρος και Σία Λίμιτεδ (1997) 1 ΑΑΔ 546:«Γενικά εκδίδεται διάταγμα συνένωσης όπου προκύπτει όφελος από τη συνεκδίκαση (Μακρίδης v. Μιχαηλίδου, Π.Ε. 7901, ημερ. 30.5.90). Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία επί του προκειμένου, η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και ασκείται κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διαδίκων, περιορίζοντας τα έξοδα και επιταχύνοντας την απονομή της δικαιοσύνης, όπως ορθά τόνισε ο πρωτόδικος Δικαστής (Georghios Hadjiathanassiou v. Loizos Parperides and Others (1975) 1 C.L.R. 401, και Healey and Others v. A. Waddington & Sons Ltd and Others  [1954] 1 All E.R. 861). Στην υπόθεση Hadjiathanassiou v. Parperides and Others (1975) 1 C.L.R. 401 γίνεται μιά ανάλυση του θέματος με αναφορά στη νομολογία και εξηγούνται οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες επεμβαίνει το Εφετείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που περιλαμβάνουν και παράλειψη του να δώσει την πρέπουσα βαρύτητα στους παράγοντες που διέπουν το ζήτημα.»

[3] Lukoil Cyprus Ltd v Μυλωνά (2011) 1 ΑΑΔ 1962: «Το ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση που θέτει η ∆.14, θ.2 των Θεσµών Πολιτικής ∆ικονοµίας είναι η ύπαρξη κοινών πραγµατικών ή νοµικών ζητηµάτων όπως αυτά διατυπώνονται αποκλειστικά από την έκθεση απαίτησης των αγωγών και ανεξαρτήτως του περιεχοµένου των υπερασπίσεων (Samata Enterprises Ltd v. Σταύρου (1998) 1 Α.Α.∆. 1876).»

[4] C&S Beton Ltd v Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2014) 1 ΑΑΔ 651: «Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει το συμφέρον των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων καθώς και η οικονομία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος.»

[5] Μενελάου v Ξενοφώντος (1989) 1E ΑΑΔ 371: «H Αγγλική νομολογία δέχεται πως ο κατάλληλος χρόνος για την υποβολή αίτησης για συνένωση αγωγών είναι το στάδιο της αίτησης για οδηγίες, που συνήθως υποβάλλεται μετά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων. Στην υπό κρίση υπόθεση η αίτηση έγινε μετά την έναρξη της ακρόασης στην αγωγή 153/83.»

[6] Μενελάου κ.α. ν. Ξενοφώντος κ.α. (1989) 1 Α.Α.Δ 371: «Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Παρπερίδη, και γενικά στη νομολογία, η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας στην εφαρμογή της Διάταξης 14, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα στην κάθε υπόθεση στα οποία ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρεται για να αιτιολογείται η τελική του κρίση».

[7] Hadjiathanassiou v Parperides (1975) 1 CLR 401: «That the power of the Court to allow the joinder is unquestionable, has been laid down in a number of cases, and we think the case of Payne v. British Time Recorder Co [19211 2 K.B. 1 provides the answer… It is impossible to lay down any rule as to how the discretion of the Court ought to be exercised Broadly speaking, where claims by or against different parties involve or may involve a common question of law or fact bearing sufficient importance in proportion to the rest of the action to render it desirable that the whole of the matters should be disposed of at the same time the Court will allow the joinder of plaintiffs or defendants, subject to its discretion as to how the action should be tried.»

[8] Lukoil (ανωτέρω)

[9] Γεώργιου Χ"Αλεξάνδρου (2000) 1 ΑΑΔ 1366: «Με έχει προβληματίσει έντονα η υπόθεση. Το Δικαστήριο είναι ευαίσθητο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση ή αντιφατικότητα μεταξύ αποφάσεων ισότιμων δικαστηρίων. Αποτελεί είδος υπέρβασης εξουσίας, που εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης.»

[10] Alla Bessaranova v Χαραλαμπίδης Π.Ε. 18/2024 ημερ. 16/12/24

[11] Case of Bielinski v Poland, Αρ. Αίτησης. 48762/19, ημ. 21/7/2022: «The reasonableness of the length of proceedings must be assessed in the light of the particular circumstances of the case and having regard to the criteria laid down in the Court’s case-law, in particular the complexity of the case and the conduct of the applicant and of the relevant authorities. On the latter point, what is at stake for the applicant has also to be taken into account (see Kudła v. Poland [GC], no30210/96, § 124, ECHR 2000‑XI).  Article 6 § 1 of the Convention imposes on the Contracting States the duty to organise their judicial systems in such a way that their courts can meet each of the requirements of this provision, including the obligation to hear cases within a reasonable time (see, among many other authorities, Rutkowski and Others, cited above, § 128; Bottazzi v. Italy [GC], no. 34884/97, § 22, ECHR 1999‑V; and Scordino v. Italy (no. 1), no. 36813/97, § 183, ECHR 2006-V).  States are responsible for delays attributable to the conduct of their judicial or other authorities. They are also responsible for delays in the presentation of the reports and opinions of court‑appointed experts. A State may be found liable not only for a delay in the handling of a particular case, but also for a failure to increase resources in response to a backlog of cases, or for structural deficiencies in its judicial system that cause delays. Tackling the problem of unreasonable delays in judicial proceedings may thus require the State to take a range of legislative, organisational, budgetary and other measures (see Finger v. Bulgaria, no. 37346/05, § 95, 10 May 2011, with further references).»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο