PAVEL KOKOSHNIKOV ν. MAXIMIN LTD, Αρ. Αγωγής: 918/2024, 15/9/2026
print
Τίτλος:
PAVEL KOKOSHNIKOV ν. MAXIMIN LTD, Αρ. Αγωγής: 918/2024, 15/9/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΒΑΡΝΑΒΑ Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 918/2024

ΜΕΤΑΞΥ:

PAVEL KOKOSHNIKOV

Ενάγοντα

και

 

MAXIMIN LTD

Εναγομένης

Ημερομηνία: 15/9/2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για Ενάγοντα: κα. Γ. Σεργίδου

 

Για την Εναγόμενη: κ.κ. Χ. Χριστοδούλου, Η. Ηρακλέους

 

ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Α. Εισαγωγή

1.    Με την παρούσα απαίτηση ο Ενάγων επιζήτησε €31.118,15 ως συμφωνημένη ή εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην Εναγόμενη τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούλιο του έτους 2023. Περαιτέρω, αξίωσε ειδικές αποζημιώσεις ύψους €5.199,43 για τη δικηγορική αμοιβή που αναγκάστηκε να καταβάλει εξ υπαιτιότητας της Εναγομένης. Ζήτησε επίσης γενικές αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό συμφωνίας, καθώς και δηλωτική απόφαση ότι η συμφωνία ημερ. 15/7/2022 μεταξύ των διαδίκων, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 16/1/2023, τερματίστηκε παράνομα από πλευράς Εναγομένης. Στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο Ενάγων περιόρισε την απαίτησή του σε €25.506,77.

2.    Η αγωγή κατηγοριοποιήθηκε ως Μικρή Απαίτηση και εκδικάστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μ.29 των Κ.Π.Δ. 2023. Το σύνολο της μαρτυρίας περιορίστηκε σε δύο δηλώσεις μαρτύρων, μία για κάθε πλευρά. Οι μάρτυρες αντεξετάστηκαν.

3.    Πιο κάτω γίνεται αναφορά, πρώτα, στις δικογραφημένες θέσεις των μερών, ώστε να διαφανούν τα επίδικα θέματα. Ακολούθως, συνοψίζεται η μαρτυρία που προσκομίστηκε και τα παραδεκτά γεγονότα. Έπειτα, παρατίθεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων. Τέλος, καταγράφεται το νομικό πλαίσιο και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου.

Β. Σύνοψη Δικογραφίας

      Οι θέσεις του Ενάγοντα

4.    Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγων, Ρώσος υπήκοος, δραστηριοποιείται ως προγραμματιστής και σχεδιαστής λογισμικών προγραμμάτων στον τομέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η Εναγόμενη, Κυπριακή εταιρεία, δραστηριοποιείται στον τομέα των λογισμικών προγραμμάτων.

5.    Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022 μεταξύ των διαδίκων, ο Ενάγων συμφώνησε να προσφέρει στην Εναγόμενη υπηρεσίες έναντι συμφωνημένης αμοιβής, για σκοπούς υλοποίησης του ‘Alecton Project’. Στις 16/1/2023 η συμφωνία τροποποιήθηκε γραπτώς, με αποτέλεσμα να επιβεβαιωθεί η συνέχεια της συνεργασίας και η αμοιβή του Ενάγοντα να ανέλθει σε μηνιαίο ποσό ύψους 11.494 USD (που σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, αντιστοιχεί σε €10.372,72). Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, ο Ενάγων αναφέρει επιπρόσθετα ότι οι διάδικοι ενήργησαν στη βάση της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 16/1/2023, η οποία είναι δεσμευτική (παρά τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι δεν υπογράφηκε).

6.    Στο πιο πάνω συμβατικό πλαίσιο, ο Ενάγων προσέφερε τις συμφωνημένες υπηρεσίες στην Εναγόμενη μέχρι και τις αρχές του Αυγούστου του 2023. Ακολούθως, η Εναγόμενη, αδικαιολόγητα και χωρίς να δώσει τη νενομισμένη προειδοποίηση, τερμάτισε την τροποποιημένη συμφωνία. Περαιτέρω, η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει στον Ενάγοντα τη συμφωνημένη ή την εύλογη αμοιβή για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούλιο του 2023. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, ο Ενάγων δικογραφεί περαιτέρω ότι έλαβε πληρωμή από την Εναγόμενη για τον μήνα Ιούνιο.

7.    Κατόπιν εκκλήσεων του Ενάγοντα για πληρωμή, την 1/8/2023 η Εναγόμενη απέστειλε στον Ενάγοντα συμφωνία με τίτλο «supplementary agreement dated 1/8/2023», με την οποία γίνεται παραδεκτή η οφειλή. Ο Ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει και η Εναγόμενη εμπόδισε τον Ενάγοντα από το να προσφέρει περαιτέρω υπηρεσίες. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω γεγονότων, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να καταβάλει €10.311,20 σε δικηγορική εκπροσώπηση, ποσό το οποίο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της ειδικής ζημιάς, περιορίζεται τελικώς σε €5.199,43. Οι διάδικοι αντάλλαξαν αλληλογραφία και προδικαστηριακές επιστολές, χωρίς ωστόσο να επιλυθεί η διαφορά.

Οι θέσεις της Εναγομένης

8.    Με την Υπεράσπιση, η Εναγόμενη παραδέχεται την ιδιότητα των διαδίκων και τη σύναψη της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022. Ωστόσο, δικογραφεί ότι η τροποποιητική συμφωνία ημερ.16/1/2023 είναι ανίσχυρη, καθότι υπογράφηκε μόνο από την Εναγόμενη αλλά όχι από τον Ενάγοντα.

9.    Περαιτέρω, η Εναγόμενη αρνείται ότι η ίδια παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ισχυρίζεται ότι αποπλήρωσε τον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες που ο τελευταίος προσέφερε μέχρι τον Μάιο του 2023, όπου ο Ενάγων σταμάτησε μονομερώς να παρέχει οποιεσδήποτε περαιτέρω υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, ο Ενάγων δεν παρουσίασε οποιοδήποτε σχετικό τιμολόγιο προς πληρωμή, ως όφειλε δυνάμει της συμφωνίας. Περαιτέρω, προβάλλεται ισχυρισμός ότι, μετά τον Μάιο του 2023, ο Ενάγων αναζήτησε άλλες επαγγελματικές ευκαιρίες οι οποίες δεν τελεσφόρησαν. Έτσι, ο Ενάγων προσέγγισε την Εναγόμενη τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2023 για να συνεχίσει να προσφέρει υπηρεσίες, κάτι που η Εναγόμενη απέρριψε, εφόσον δεν εμπιστευόταν πλέον τον Ενάγοντα.

10. Ως προς την αποστολή της συμφωνίας «supplementary agreement dated 1/8/2023», η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αυτή συντάχθηκε με παράκληση του Ενάγοντα και κατόπιν πρότασης της Εναγομένης για χαριστική πληρωμή. Ωστόσο, ο Ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει. Περαιτέρω, η Εναγόμενη δικογραφεί ότι στο παρελθόν προέβη σε χαριστική καταβολή χρημάτων προς τον Ενάγοντα. Παραδέχεται επίσης ότι υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ των μερών, με την οποία η Εναγόμενη προέβαλε τους δικούς της ισχυρισμούς.

Γ. Σύνοψη Μαρτυρίας

11. Όπως αναφέρθηκε, η μαρτυρία κατατέθηκε με τη μορφή δηλώσεων μαρτύρων και οι μάρτυρες αντεξετάστηκαν. Ο Ενάγων κατέθεσε προσωπικά. Από πλευράς Εναγομένης κατέθεσε ο κ. Maksim Tkachenkoim («M.Y.1.»), ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Εναγομένης.

Μαρτυρία Ενάγοντα

12. Μέσω της δήλωσης μάρτυρα του Ενάγοντα («Δ/Μ Ενάγοντα»), ο Ενάγων αναφέρθηκε στην ακαδημαϊκή και επαγγελματική του κατάρτιση και εμπειρία. Κατά τον επίδικο χρόνο η Εναγόμενη βρισκόταν σε συνεργασία με την εταιρεία Alecton LLC, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με συγκεκριμένη ψηφιακή πλατφόρμα («Alecton Project»). Σε αυτό το πλαίσιο, η Εναγόμενη συνήψε συμφωνία ημερ. 15/7/2022 με τον Ενάγοντα, για σκοπούς υλοποίησης του Alecton Project. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η αμοιβή του θα καθοριζόταν βάσει των παρεχόμενων υπηρεσιών και των καταστάσεων εργασιών (statements of work) που θα εξέδιδαν από κοινού οι διάδικοι. Βάσει της συμφωνίας, η αμοιβή του Ενάγοντα θα καταβαλλόταν μέσω της εταιρείας Deel Inc.

13. Εν τέλει, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η αμοιβή του αποκρυσταλλώθηκε στο μηνιαίο ποσό των 4.000 USD. Περαιτέρω, η συμφωνία ημερ. 15/7/2022 τροποποιήθηκε, ώστε η αμοιβή του Ενάγοντα να ανέρχεται σε 11.494 USD (με ισοτιμία €10.372,72). Επίσης, βάσει της τροποποίησης της συμφωνίας, σε περίπτωση τερματισμού της συνεργασίας της Εναγομένης με την Alecton LLC πριν από τις 31/12/2023, η Εναγόμενη θα όφειλε 60.000 USD στον Ενάγοντα. Ο Ενάγων ανέφερε ότι η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 παρέμεινε ανυπόγραφη από πλευράς του, διότι παρέλειψε να υπογράψει. Ωστόσο, προέβαλε τη θέση ότι η Εναγόμενη αποδέχτηκε την τροποποίηση, η οποία εφαρμόστηκε στην πράξη και από τις δύο πλευρές.

14. Ο Ενάγων παρουσίασε σειρά εξοφλημένων τιμολογίων για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην Εναγόμενη για την περίοδο από 15/7/2022 έως και τον Δεκέμβριο του 2022. Επίσης, παρουσίασε τιμολόγια για τις υπηρεσίες που προσέφερε, μετά την τροποποίηση της συμφωνίας, για τους μήνες Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Ιουνίου του 2023. Ο Ενάγων ανέφερε ότι παρόλο που προσέφερε υπηρεσίες στην Εναγόμενη, εφαρμόζοντας πλήρως τη συμφωνία, η Εναγόμενη δεν αποπλήρωσε τον Ενάγοντα μετά τον Μάρτιο, με εξαίρεση τον Ιούνιο. Παρουσίασε επίσης κατάσταση συναλλαγών, η οποία καταδεικνύει όλες τις πληρωμές που έλαβε από την Εναγόμενη κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των δύο πλευρών. Ανέφερε επίσης ότι περιορίζει την απαίτησή του στο ποσό των 29.482 USD, καθότι τον Ιούνιο του 2023 εισέπραξε 5.000 σε κρυπτονομίσματα.

15. Περαιτέρω, παρουσίασε στιγμιότυπα από τις εφαρμογές Slack και Telegram, στα οποία καταγράφεται αλληλογραφία μεταξύ του Ενάγοντα και προσώπων στην υπηρεσία της Εναγομένης, ώστε να καταδείξει ότι προσέφερε υπηρεσίες και ότι απαίτησε πληρωμή από την Εναγόμενη. Στη βάση αυτής της αλληλογραφίας, ο Ενάγων ανέφερε ότι αντικείμενο της διαφοράς δεν υπήρξε η αμφισβήτηση της οφειλής σε σχέση με τους μισθούς του Ενάγοντα, αλλά το κατά πόσο η Εναγόμενη όφειλε το επιπρόσθετο ποσό των 60.000 USD, ως αποζημίωση για τον πρόωρο τερματισμό της συμφωνίας.

16. Επίσης, ο Ενάγων αναφέρθηκε στη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 1/8/2023, αναφέροντας ότι αποτελεί παραδοχή οφειλής από πλευράς Εναγομένης. Ωστόσο, εξήγησε ότι αρνήθηκε να υπογράψει, διότι είχε πρόσθετη απαίτηση ύψους 60.000 USD.

17. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι παρείχε στην Εναγόμενη υπηρεσίες προγραμματισμού, αρχιτεκτονικές λύσεις για εφαρμογές, κωδικοποίηση, ενώ επίσης σύστησε στην Εναγόμενη κάποια άτομα, τα οποία δούλευαν μαζί του. Ανέφερε επίσης ότι διαχειρίστηκε την ομάδα. Εξήγησε ότι αυτές οι υπηρεσίες είναι δύσκολο να καταγραφούν κάπου. Όσον αφορά την παραγωγή κώδικα, ο κώδικας είναι μόνο ένα μικρό μέρος της δουλειάς, καθότι η κύρια δυσκολία της εργασίας είναι η σκέψη και η αρχιτεκτονική του προγράμματος. Ο δε κώδικας αποθηκεύεται στην πλατφόρμα GitHub. Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο μπορεί να παρουσιάσει αποδεικτικά των υπηρεσιών του, ανέφερε ότι ο Maksim διέκοψε την πρόσβαση του Ενάγοντα στο GitHub και επομένως δεν μπορεί να παρουσιάσει τον κώδικα.

18. Επιπλέον, ανέφερε ότι συνέχισε τη συνεργασία του με την Εναγόμενη μέχρι τον Ιούλιο του 2023, παρόλο που δεν είχε πληρωθεί για τους προηγούμενους μήνες, διότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Maksim για 15 έτη.  Αποδέχτηκε όμως ότι προσπάθησε να ανεύρει νέα εργασία, διότι έπρεπε να υποστηρίξει την οικογένειά του και να εξασφαλίσει τα χρειώδη. Ο ίδιος είχε θεωρήσει ότι το Alecton project ακυρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για να πληρωθεί η ομάδα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν αποδέχτηκε τη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 1/8/2023, διότι ο Maksim είχε αρχικά υποσχεθεί ότι θα κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των 60.000 USD αν ακυρωνόταν το Alecton project. Εξήγησε ότι εν τέλει δεν προώθησε την απαίτηση για το ποσό των 60.000 USD, διότι βασίστηκε σε νομική συμβουλή.

19. Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο μέσω της αλληλογραφίας των εφαρμογών  Slack και Telegram επιβεβαίωσε την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών, απάντησε ότι δεν είχε συλλέξει όλα τα μηνύματα με τον Maksim και την ομάδα, αλλά περιορίστηκε στο να παρουσιάσει τα πιο ενδιαφέροντα. Αποδέχτηκε επίσης ότι δεν ετοιμάστηκε κατάσταση εργασιών, αναφέροντας ότι ο ίδιος και ο Maksim δεν είχαν ετοιμάσει τέτοια κατάσταση για οποιονδήποτε μήνα.

Μ.Υ.1.

20. Ο Μ.Υ.1. μέσω της δικής του δήλωσης μάρτυρα («Δ/Μ Μ.Υ.1») παρουσίασε τη συμφωνία ημερ. 15/7/2022. Δήλωσε ότι για το έτος 2023 ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη μόνο από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Απρίλιο και σημείωσε ότι όλες οι πληρωμές γίνονταν μέσω της πλατφόρμας Deel. Παρουσίασε τιμολόγια σε σχέση με τις πληρωμές που έγιναν από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα.

21. Εξήγησε ότι παρόλο που έγινε πληρωμή προς τον Ενάγοντα τον Ιούλιο, η εν λόγω πληρωμή αφορά υπηρεσίες που προσφέρθηκαν τον Απρίλιο. Η πληρωμή έγινε τον Ιούλιο διότι η Εναγόμενη δεν είχε προηγουμένως διαθέσιμα κεφάλαια. Προς επίρρωση της θέσης του, παρουσίασε ηλεκτρονικό μήνυμα της Deel, με το οποίο εξηγείται ο τρόπος δημιουργίας και καταγραφής του περιεχομένου εκάστου τιμολογίου.  Κατέληξε ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται πληρωμή, διότι δεν παρείχε οποιεσδήποτε υπηρεσίες από τον Μάιο του 2023 και μετέπειτα.

22. Περαιτέρω, έδωσε τη δική του εκδοχή για τη σημασία όλης της αλληλογραφίας που παρουσίασε ο Ενάγων.  Εξήγησε ότι ο Ενάγων είχε ήδη ενημερώσει ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τη συνεργασία και δεν παρείχε υπηρεσίες για τη συγκεκριμένη περίοδο. Ωστόσο, επανήλθε στις ομαδικές συνομιλίες προσποιούμενος ότι συνέχιζε να εργάζεται.

23. Σε σχέση με τη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 1/8/2023, ο Μ.Υ.1. εξήγησε ότι αυτή ετοιμάστηκε κατόπιν παράκλησης του Ενάγοντα και με σκοπό την εξώδικη επίλυση της διαφοράς σε χαριστική βάση. Εντούτοις, ο Ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει, προβάλλοντας παράλογες αξιώσεις που δεν προωθεί με την παρούσα απαίτηση.

24. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι ο ιδιοκτήτης της Εναγομένης. Επέμενε ότι ο Ενάγων δεν παρείχε υπηρεσίες από τον Μάιο του 2023 και μετέπειτα, αναφέροντας ότι ο Ενάγων αρνείτο να παραδώσει εργασία. Αποδέχτηκε όμως ότι διαφοροποίησε τη θέση που δικογραφήθηκε με την Υπεράσπιση, εφόσον η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης ήταν ότι ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες και τον Μάιο 2023.

25. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι για τον Μάιο του 2023 ο Ενάγων αποπληρώθηκε λόγω καλής θέλησης και όχι έναντι παρεχόμενης εργασίας. Δήλωσε επίσης ότι απέστειλε στον Ενάγοντα ποσό 5.000 σε κρυπτονομίσματα, διότι υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές και επιθυμούσε να βοηθήσει τον Ενάγοντα και την οικογένειά του. Αρνήθηκε όμως ότι κατέβαλε τα κρυπτονομίσματα ως  αμοιβή έναντι εργασίας του Ενάγοντα. Εξήγησε ότι προέβη στη συγκεκριμένη πληρωμή με δικά του χρήματα και υπό την προσωπική του ιδιότητα, ώστε να βοηθήσει τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, εξήγησε ότι η συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 1/8/2023 βασίστηκε στις προσδοκίες του Ενάγοντα  και όχι στις παρεχόμενες υπηρεσίες, αλλά εν τέλει δεν υπογράφηκε.

26. Αντεξεταζόμενος σε σχέση  με το τιμολόγιο που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2023, ο Μ.Υ.1. εξήγησε ότι η Deel εισάγει αυτόματα περιγραφή στα τιμολόγια, ανάλογα με το πότε εκδίδεται το τιμολόγιο. Ο ίδιος δεν άλλαξε την περιγραφή χειροκίνητα, διότι βιαζόταν. Εν τέλει κατέληξε ότι δεν επεξεργάστηκε χειροκίνητα την περιγραφή του τιμολογίου διότι δεν τον ένοιαζε. Εξήγησε ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ο κόσμος του κατέρρεε, όπως και η φιλία του. Αντιμετώπιζε επίσης οικογενειακά και εργασιακά προβλήματα και έπασχε από κατάθλιψη.

Δ. Παραδεκτά γεγονότα

27. Οι διάδικοι καταχώρισαν κατάλογο με γεγονότα τα οποία θεωρούνται παραδεκτά στην παρούσα διαδικασία. Χάριν συντομίας, δεν θα παραθέσω τις 14 παραγράφους παραδεκτών γεγονότων. Επί της ουσίας, παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο αποτελούν η ιδιότητα, ο τομέας δραστηριοποίησης των μερών, η σύναψη της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022 και το περιεχόμενο αυτής («αρχική συμφωνία ημερ. 15/7/2022»). Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγων προσέφερε υπηρεσίες τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2022, ότι η Εναγόμενη απέστειλε στον Ενάγοντα την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 1/8/2023 («τροποποιητική συμφωνία ημερ. 1/8/2023») και ότι οι διάδικοι αντάλλαξαν μεταξύ τους συγκεκριμένη αλληλογραφία.

28. Περαιτέρω, σε σχέση με το κατά πόσο ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη για τους επίδικους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούλιο του 2023, ο Ενάγων και ο Μ.Υ.1. προσέφεραν αντίθετη μαρτυρία. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση μαρτυρίας περιορίζεται στα επίδικα θέματα, τα οποία προκύπτουν από τη δικογραφία. Η Εναγόμενη δικογράφησε ότι ο Ενάγων «πληρώθηκε για όλες τις υπηρεσίες που κατέβαλε προς την Εναγόμενη μέχρι και τον Μάιο 2023» και ότι «ο Ενάγοντας δεν παρείχε οποιαδήποτε υπηρεσία στην Εναγόμενη μετά τον Μάιο του 2023».[1] 

29. Επομένως, δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα το κατά πόσο ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2023, εφόσον δεν υπάρχει δικογραφημένη άρνηση αυτού του γεγονότος, ούτε άλλη παρεμφερής υπεράσπιση που να αμφισβητεί αυτό το θέμα. Η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης ήταν ότι ο Ενάγων έχει ήδη πληρωθεί για τις υπηρεσίες που προσέφερε μέχρι και τον Μάιο του 2023.[2] Τούτων λεχθέντων, δυνάμει του Μ.16 Κ.7, θεωρώ ότι η παροχή υπηρεσιών από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2023 προκύπτει μέσα από τη δικογραφία και θεωρείται παραδεκτό γεγονός. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει ρητή παραδοχή του ύψους της χρηματικής αξίωσης του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, δυνάμει του Μ.16 Κ.7(4), o Ενάγων εξακολουθεί να φέρει το βάρος απόδειξης του ποσού που αξιώνει για τους συγκεκριμένους μήνες.

Ε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας

30. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Νοείται ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα των μερών εξετάζονται στον βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες επίλυσης της διαφοράς. Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης μιας δικαστικής απόφασης η ανάλυση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[3]

31. Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει σε ευρήματα γεγονότων, οφείλει πρώτα να αξιολογήσει την προσκομισθείσα και δεκτή μαρτυρία,[4] ώστε να προβεί σε συγκεκριμένα και αιτιολογημένα ευρήματα αξιοπιστίας, για το αν ο κάθε μάρτυρας είπε ή όχι την αλήθεια.[5] Μόνο αφού διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία είναι αξιόπιστη, χρησιμοποιείται στο επόμενο στάδιο που αφορά το βάρος και το επίπεδο απόδειξης.[6]  Η αξιολόγηση «γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα».[7]

32. Η αξιολόγηση αντανακλά τη ‘γενικότερη ανθρώπινη εμπειρία’.[8] Κατά τη ζωντανή παράθεση μαρτυρίας, το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει την εν γένει συμπεριφορά του μάρτυρα στο εδώλιο, όπως είναι η εκφορά του λόγου, η ιδιοσυγκρασία, ο δισταγμός ή η αμεσότητα, οι αντιδράσεις, αλλά και η φυσικότητα με την οποία απαντά. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θέτει τη μαρτυρία «στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της».[9] Η σκιαγράφηση του χαρακτήρα ενός μάρτυρα εκφράζεται κόσμια και περιορίζεται στο αναγκαίο πλαίσιο ανίχνευσης της αλήθειας.[10]  Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν  αξιολογεί αποσπασματικά έκαστο μάρτυρα, με αναφορά μόνο στη δική του μαρτυρία, εφόσον «είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων».[11] 

33. Επουσιώδεις αντιφάσεις σε δευτερεύοντα ζητήματα δεν οδηγούν σε εύρημα αναξιοπιστίας. Φυσιολογικές μικροαντιφάσεις ενδέχεται, ανάλογα με τη φύση της μαρτυρίας, να ενδυναμώσουν την αξιοπιστία ήδη πειστικής μαρτυρίας, εφόσον αποτυπώνονται με φυσικό τρόπο τα γεγονότα, χωρίς στοιχείο προσχεδιασμού.[12] Απεναντίας, μια ουσιώδης για την υπόθεση αντίφαση μπορεί να φανερώσει τη διάθεση του μάρτυρα να ψευσθεί, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ρήγμα στην αξιοπιστία του.[13] Περαιτέρω, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[14]

34. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω καθιερωμένες αρχές, στρέφομαι να αξιολογήσω τη μαρτυρία που παρουσιάσθηκε από έκαστο μάρτυρα.

Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα

35. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του, ο Ενάγων άφησε την εντύπωση ότι, ως επί το πλείστον, επιθυμούσε να αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια, στη βάση της δικής του υποκειμενικής αντίληψης, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι τα προσωπικά του συμπεράσματα καθορίζουν και τα δικαιώματά του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του, εκτός από τα σημεία στα οποία γίνεται αντίθετη αναφορά κατωτέρω.

36. H συνομολόγηση της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022 αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων και ανακύπτει ως παραδεκτό γεγονός μέσα από τη δικογραφία και τον κατάλογο πραγματικών γεγονότων. Επισημαίνεται ότι η αρχική συμφωνία ημερ.15/7/2022 απουσιάζει από τη δέσμη τεκμηρίων που επισυνάπτονται στη Δ/Μ Ενάγοντα. Το κείμενο της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Μ.Υ.1.

37. O Ενάγων δεν παρουσίασε οποιαδήποτε κατάσταση εργασιών (statement of work) που να ετοιμάστηκε βάσει των όρων αυτής της συμφωνίας. Αβίαστα απάντησε ότι δεν θυμάται να ετοίμασε τέτοια κατάσταση με τον Maksim για οποιονδήποτε μήνα της συνεργασίας των διαδίκων. Με αυτά τα δεδομένα, συμπεραίνω ότι δεν ετοιμάστηκαν καταστάσεις εργασιών (statements of work).

38. Αποτέλεσε επίσης κοινό έδαφος μεταξύ της μαρτυρίας του Ενάγοντα και του Μ.Υ.1. ότι τα τιμολόγια για τις υπηρεσίες που προσέφερε ο Ενάγων προς την Εναγόμενη ετοιμάζονταν μέσω της εταιρείας Deel Inc. («Deel»). Ως εκ τούτου, προβαίνω σε αντίστοιχο εύρημα.

39. Σε σχέση με τη συνομολόγηση της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 16/1/2023 («τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023»), η θέση του Ενάγοντα ήταν ότι η συμφωνία δεσμεύει τους διαδίκους. Αντιπαραβάλλοντας τη θέση του Ενάγοντα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1., προκύπτει διάσταση μεταξύ των μερών. Ο Μ.Υ.1. ανέφερε ότι η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 δεν υπογράφηκε από τον Ενάγοντα και συνεπώς δεν είναι δεσμευτική. Ως προς τούτο, ο Ενάγων εξήγησε ότι παρέλειψε να υπογράψει το κείμενο της συμφωνίας. Ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη υπέγραψε το κείμενο και η συμφωνία εφαρμόστηκε και από τις δύο πλευρές.[15] Η σημασία των πιο πάνω για τις έννομες σχέσεις μεταξύ των μερών επεξηγείται πιο κάτω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής της απαίτησης. Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας, προβαίνω σε εύρημα ότι η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 υπογράφηκε μόνο από πλευράς Εναγομένης, καθότι αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την όψη της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 16/1/2023 που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.[16]

40. Προβαίνω επίσης σε εύρημα ότι μετά την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 16/1/2023 από την Εναγόμενη, εκδόθηκαν τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν από πλευράς Ενάγοντα ως Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13, καθότι η έκδοση αυτών των τιμολογίων δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένης. Η σημασία του περιεχομένου των εν λόγω τιμολογίων θα αποτιμηθεί επίσης πιο κάτω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής.

41. Περαιτέρω, ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι δεν αποπληρώθηκε για τις υπηρεσίες που προσέφερε τον Απρίλιο, Μάιο και Ιούλιο του 2023.[17] Η δε θέση του Μ.Υ.1. ήταν ότι ο Ενάγων αποπληρώθηκε για την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου του έτους 2023.[18] Ως εκ τούτου, οι θέσεις του Ενάγοντα και του Μ.Υ.1. συμπίπτουν ως προς το ότι η Εναγόμενη  δεν αποπλήρωσε τον Ενάγοντα για τον μήνα Μάιο. Με αυτά τα δεδομένα, προβαίνω σε αντίστοιχο εύρημα ότι ο Ενάγων δεν αποπληρώθηκε για τον Μάιο του έτους 2023.

42. Ως προς το κατά πόσο ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες τον Ιούλιο του 2023,  για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν έχω πειστεί ότι ο Ενάγων πράγματι παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη για τον συγκεκριμένο μήνα. Από το σύνολο της μαρτυρίας κατέστη προφανές ότι οι διάδικοι επικοινωνούσαν μεταξύ τους για σκοπούς της συνεργασίας τους μέσω των εφαρμογών Telegram και Slack, αλλά και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Περαιτέρω, ο Ενάγων παρουσίασε σειρά στιγμιοτύπων από τις πιο πάνω εφαρμογές, που απεικονίζουν την αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 14, 15, 18, 19, 20, 21, 22 και 23 της Δ/Μ Ενάγοντα.

43. Το Τεκμήριο 14 περιλαμβάνει αλληλογραφία μεταξύ 4/5/2023 και 1/6/2023 και δεν αφορά την περίοδο του Ιουλίου 2023. Το Τεκμήριο 15 αποτελεί αλληλογραφία μεταξύ του Ενάγοντα και του Μ.Υ.1. ημερ. 20/6/2023. Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου προκύπτει ότι ο Ενάγων παραπονέθηκε για τον μισθό του και ότι ο Μ.Υ.1. εξέφρασε απολογία. Ωστόσο, πρόκειται για αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε πριν από τον Ιούλιο του 2023. Συνεπώς, αφορά γεγονότα που είχαν ήδη λάβει χώρα. To περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου δεν αναφέρεται σε μελλοντικές υπηρεσίες.

44. Το Τεκμήριο 18  περιγράφεται στη Δ/Μ Ενάγοντα ως επικοινωνία μεταξύ του Ενάγοντα, του Μ.Υ.1. και του Sergey Golishnikov στα Ρωσικά, με αντίστοιχη μετάφραση στα Αγγλικά. Ωστόσο, το εν λόγω τεκμήριο, όπως καταχωρίστηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου από την πλευρά του Ενάγοντα, παρουσιάζεται μόνο στη Ρωσική γλώσσα, χωρίς οποιαδήποτε μετάφραση. Ως εκ τούτου, αν και αποτελεί δεκτή μαρτυρία,[19] στην απουσία μετάφρασης, το περιεχόμενο του τεκμηρίου δεν είναι αντιληπτό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα από το περιεχόμενό του.

45. Τα τεκμήρια 19 – 22 της Δ/Μ Ενάγοντα έχουν περιγραφεί από τον Ενάγοντα ως στιγμιότυπα της εφαρμογής Telegram, που αφορούν την επικοινωνία μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης σε διάφορες ημερομηνίες. Σε διαδοχική ημερολογιακή σειρά, η αλληλογραφία έλαβε χώρα στις 19/7/2023, 20/7/2023, 21/7/2023, 24/7/2023 και 25/7/2023. Επισημαίνεται ότι ο Ενάγων δεν έχει παραθέσει οποιοδήποτε άλλο υπόβαθρο που να εξηγεί το περιεχόμενο της αλληλογραφίας και το τι αυτή αφορά. Στη βάση της κοινής λογικής και μόνο, από το περιεχόμενο των τεκμηρίων, καθίσταται εμφανές ότι κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες οι διάδικοι επικοινώνησαν μεταξύ τους σε σχέση με τεχνικά θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο της δραστηριοποίησής τους.

46. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο σταματούν οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου.  Δεν θα μπορούσε με ασφάλεια να εξαχθεί οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα. Πρόκειται για αποσπασματική αλληλογραφία επί εξειδικευμένων θεμάτων, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε άλλο πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο να προκύπτει κατά πόσο η συγκεκριμένη αλληλογραφία αφορά την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας, ούτε κατά πόσο μια τέτοια υπηρεσία έχει ολοκληρωθεί ολικώς ή μερικώς.

47. Όσον αφορά το Τεκμήριο 23 της Δ/Μ Ενάγοντα, πρόκειται για αλληλογραφία που έχει περιγραφεί στη Δ/Μ Ενάγοντα ως αλληλογραφία ημερ. 22/6/2023 με τον Μ.Υ.1. Από το περιεχόμενό της, προκύπτει ότι ο Ενάγων ζήτησε από τον Μ.Υ.1. τη μεταφορά τουλάχιστον 5.000 για σκοπούς κάλυψης εξόδων διαμερίσματος, χωρίς να διευκρινίζει το νόμισμα στο οποίο επιθυμεί την καταβολή. Ο Μ.Υ.1. απάντησε ότι μπορεί να παρέχει το ποσό σε κρυπτονομίσματα. Με δεδομένο ότι η συνεργασία των μερών εκκίνησε με την αρχική συμφωνία ημερ. 15/7/2022, από τη ρηθείσα αλληλογραφία δεν προκύπτει, δίχως άλλο, ότι ο Ενάγων και ο Μ.Υ.1.  αναφέρονται σε πληρωμή για συγκεκριμένο μήνα.

48. Αντεξεταζόμενος ως προς το κατά πόσο υπήρξε επιβεβαίωση ότι εκτέλεσε συγκεκριμένη εργασία μέσω της γραπτής αλληλογραφίας των μερών, ο Ενάγων απάντησε ότι δεν γνώριζε ότι είναι αναγκαίο να συλλέξει όλη την επικοινωνία που είχε με τον Μ.Υ.1. Ακολούθως, κατέληξε ότι δεν σύλλεξε τα πιο σημαντικά μηνύματα, αλλά αυτά που του φάνηκαν πιο ενδιαφέροντα. Δεν επιχείρησε δια ζώσης να υποστηρίξει ότι τα προαναφερόμενα τεκμήρια περιλαμβάνουν αλληλογραφία, που όντως να υποδηλώνει την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών. Παράλληλα, χωρίς να περιορίζω την αξιολόγηση του Ενάγοντα μόνο στην εξωτερική εντύπωση που άφησε, ήταν εμφανές ότι σε αυτό το σημείο απαντούσε με αισθητή βραδύτητα και περιέπεσε σε αμηχανία.

49. Οι πιο πάνω τοποθετήσεις που ο Ενάγων παρέθεσε δια ζώσης δεν συνάδουν με το σύνολο της μαρτυρίας του. Από το περιεχόμενο της Δ/Μ Ενάγοντα είναι εμφανές ότι ο Ενάγων είχε ήδη επιχειρήσει να παρουσιάσει αρκετή αλληλογραφία που να αποδεικνύει ότι παρείχε υπηρεσίες, ώστε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Εναγομένης. Στη Δ/Μ Ενάγοντα ο Ενάγων ανέφερε ότι προσέφερε συμφωνημένες υπηρεσίες και παρουσιάζει «πλούσιο αποδεικτικό υλικό».[20] Περαιτέρω, προέβη σε συγκεκριμένη αναφορά ότι:[21]

 «αντίθετα με τη θέση των Εναγόμενων ότι πρόσφερα υπηρεσίες μέχρι και τον Μάιο 2023, παρουσιάζω στιγμιότυπο οθόνης, (screenshot), από την εφαρμογή Telegram, με μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ εμένα και του Maksim Tkachenko, μεταφρασμένα αντίστοιχα στα αγγλικά, επίσης κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας, στις 20/6/2023 ως προτεινόμενο Τεκμήριο 15..»

50. Προέβη συνεπώς σε συνειδητή προσπάθεια να παρουσιάσει αρκετή και σχετική αλληλογραφία, η οποία να στοιχειοθετεί την παροχή υπηρεσιών κατά τον επίδικο χρόνο. Εντούτοις, όπως επεξηγήθηκε, αυτή η θέση εν τέλει δεν συνάγεται από την κατατεθειμένη αλληλογραφία, ούτε ο Ενάγων παρέπεμψε σε αυτήν, όταν αντεξεταζόμενος βρέθηκε αντιμέτωπος με τις θέσεις της Εναγομένης. Με δεδομένο ότι η παροχή υπηρεσιών αποτελεί το κύριο αμφισβητούμενο θέμα της παρούσας διαδικασίας, εύλογα θα αναμενόταν από τον Ενάγοντα να παρουσιάσει αλληλογραφία που να υποδηλώνει ότι τον Ιούλιο του 2023 παρείχε συγκεκριμένες υπηρεσίες.  Για τους πιο πάνω λόγους, δεν αποδέχομαι τη θέση του Ενάγοντα ότι παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη τον Ιούλιο του 2023. Σε κάθε περίπτωση, το υλικό που παρατέθηκε από πλευράς του Ενάγοντα κρίνεται επίσης ανεπαρκές για την απόδειξη αυτού του γεγονότος.

51. Όσον αφορά την ανταλλαγή αλληλογραφίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που παρατέθηκε με τα Τεκμήρια 24, 25 και 27, δεν έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά ότι όντως ο Ενάγων και ο Μ.Υ.1. αντάλλαξαν τη συγκεκριμένη αλληλογραφία. Πρόκειται για ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.  29/7/2023 από τον Ενάγοντα προς τον Μ.Υ.1., ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 31/7/2023 από τον Μ.Υ.1. προς τον Ενάγοντα και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 12/8/2023 από τον Ενάγοντα προς τον Μ.Υ.1. Αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το γεγονός ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 31/7/2023 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 26 η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 1/8/2023.

52. Προβαίνω, συνεπώς, σε αντίστοιχο εύρημα,  ότι απεστάλησαν τα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ των προαναφερόμενων προσώπων κατά τις ρηθείσες ημερομηνίες. Επίσης, προβαίνω σε εύρημα ότι στις 31/7/2023 ο Μ.Υ.1. απέστειλε στον Ενάγοντα το  Τεκμήριο 26, που αποτελεί την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 1/8/2023. Η σημασία του περιεχομένου των ηλεκτρονικών μηνυμάτων και της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 1/8/2023 για τις έννομες σχέσεις των μερών, αναπτύσσεται πιο κάτω κατά την παράθεση της νομικής πτυχής.

Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1.

53. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1. βασίστηκε μερικώς σε αλληλογραφία και έγγραφα, ή πρωτογενής ύπαρξη των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί, ανεξάρτητα από τη συγκρουόμενη ερμηνεία που οι διάδικοι αποδίδουν στο περιεχόμενό τους. Ο Μ.Υ.1. παρουσίασε την αρχική συμφωνία ημερ. 15/7/2022, σειρά τιμολογίων, καθώς και αλληλογραφία του ίδιου του Μ.Υ.1. με την Deel, αλλά και με τον Ενάγοντα. Αποδέχομαι συνεπώς ότι πρόκειται για το κείμενο της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, τιμολόγια που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, καθώς και αλληλογραφία με την Deel και τον Ενάγοντα. Πέραν τούτου, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.1. στο σύνολό της.

54. Όπως προαναφέρθηκε, η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης είναι ότι ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες μέχρι και τον Μάιο, ενώ με τη Δ/Μ. Μ.Υ.1., ο μάρτυρας ανέφερε το αντίθετο, ότι δηλαδή ο Ενάγων δεν παρείχε υπηρεσίες τον Μάιο ούτε και μετέπειτα. Αντεξεταζόμενος αποδέχτηκε ευθέως ότι με τη Δ/Μ Μ.Υ.1. διαφοροποιείται από τη δικογραφημένη θέση της Υπεράσπισης, ως προς τους μήνες για τους οποίους ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες. Ανεξάρτητα από το ότι η παροχή υπηρεσιών τον Μάιο του 2023 θεωρείται παραδεκτό γεγονός βάσει της δικογραφίας, η αντίφαση μεταξύ μαρτυρίας και δικογραφημένης θέσης είναι κάτι που μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας.[22]  

55. Η Υπεράσπιση επιβεβαιώνεται με δήλωση αλήθειας, την οποία υπογράφει η κα. Πόπη Χαραλάμπους, Διοικητική Σύμβουλος της Εναγόμενης εταιρείας. Συνεπώς, βάσει του Μ.22 Κ.1(6)(α), το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν σε θέση να υπογράψει τη δήλωση αλήθειας. Δεν παραγνωρίζω ότι από το σύνολο της μαρτυρίας ο Μ.Υ.1. φαίνεται ως ο άμεσα εμπλεκόμενος στα επίδικα γεγονότα από πλευράς Εναγομένης, o οποίος, αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ήταν και παραμένει ο ιδιοκτήτης της Εναγομένης. Ωστόσο, η δήλωση αλήθειας της κας. Χαραλάμπους έγινε στο πρώτο πρόσωπο, ενώ ο Μ.Υ.1. δεν αντεξετάστηκε επί του θέματος ούτε τέθηκε οποιοδήποτε υπόβαθρο για τις συνθήκες ετοιμασίας και επιβεβαίωσης του περιεχομένου της Υπεράσπισης.

56. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσα να θεωρήσω το περιεχόμενο της Υπεράσπισης ως προηγούμενη δήλωση του ίδιου του Μ.Υ.1.  Ως αποτέλεσμα, η αντίφαση αυτή δεν υποδηλώνει, δίχως άλλο, τη διάθεση του ίδιου του Μ.Υ.1. να ψευσθεί επί ουσιώδους σημείου, ώστε να πληγεί η αξιοπιστία του. Ωστόσο, πρόκειται για παρέκκλιση από ουσιώδη δικογραφημένη θέση, χωρίς να δοθεί από πλευράς Μ.Υ.1. οποιαδήποτε εξήγηση προς τούτο. Με αυτά τα δεδομένα, δεν αποδέχομαι τη θέση του Μ.Υ.1. ότι ο Ενάγων δεν παρείχε υπηρεσίες τον Μάιο του 2023, όχι μόνο διότι η θέση αυτή εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων της Εναγομένης, αλλά και επειδή ο Μ.Υ.1. παρεκκλίνοντας χωρίς εξήγηση από τη σημαντική αυτή γραμμή της υπεράσπισης, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός επί του συγκεκριμένου σημείου.

57. Σε σχέση με το κατά πόσο η Εναγόμενη αποπλήρωσε τον Ενάγοντα για τον Απρίλιο, ο Μ.Υ.1. παρουσίασε τιμολόγιο με αριθμό INV-2023-4 ημερ. 18/7/2023.[23] Ανέφερε ότι το συγκεκριμένο τιμολόγιο, αν και εκδόθηκε τον Ιούλιο, δεν αφορά υπηρεσίες Ιουλίου, αλλά τις υπηρεσίες που ο Ενάγων παρείχε τον Απρίλιο του 2023. Αντίθετη ήταν η θέση του Ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν αποπληρώθηκε, μεταξύ άλλων, για τις υπηρεσίες που προσέφερε τον Απρίλιο του 2023 και ότι το πιο πάνω τιμολόγιο με αριθμό INV-2023-4 αφορά υπηρεσίες που προσφέρθηκαν τον Ιούνιο.[24]  

58. Προς υποστήριξη των θεσεών του, ο Μ.Υ.1. εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο η πληρωμή έγινε τον Ιούλιο ήταν ότι η Εναγόμενη δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια τους προηγούμενους μήνες. Παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμού της Εναγομένης,[25] οι οποίες δείχνουν ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για τη χρονική περίοδο Απριλίου και Μαΐου του 2023. Παρουσίασε επίσης ηλεκτρονικό μήνυμα από την Deel,[26] με το οποίο επεξηγείται ο τρόπος που ετοιμάζονται τα τιμολόγια και το περιεχόμενό τους.

59. Ο ίδιος ο Μ.Υ.1. με τη Δ/Μ Μ.Υ.1. ανέφερε τα εξής σε σχέση με το περιεχόμενο του τιμολογίου με αρ. INV-2023-4:[27]

«Ενδεχομένως να δίδεται η εντύπωση ότι ο Ενάγοντας παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη τον Ιούλιο 2023, απλώς επειδή η Εναγόμενη προέβη σε πληρωμή προς τον Ενάγοντα τον Ιούλιο 2023 για τις υπηρεσίες Απριλίου 2023 και επειδή το τιμολόγιο φέρει ως περιγραφή τον Ιούλιο 2023.

Ο λόγος για τον οποίο το τιμολόγιο INV-2023-4 ημερομηνίας 18.7.2023 φέρει ημερομηνία Ιουλίου 2023 και όχι Απριλίου 2023 είναι επειδή η Deel κατά την δημιουργία του τιμολογίου αυτόματα θέτει στην περιγραφή την ημερομηνία κατά την οποία δημιουργείται το τιμολόγιο. Επειδή δεν άλλαξα την ημερομηνία του τιμολογίου η οποία αναφέρεται στο πάνω δεξιά μέρος του τιμολογίου, διατηρήθηκε η ημερομηνία η οποία δόθηκε από την Deel τον Ιούλιο του 2023 όταν μπήκα στην Deel για να δημιουργήσω το τιμολόγιο και να πληρώσω τον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες Απριλίου 2023.

Στις 4.3.25 επικοινώνησα με την Deel για το ως άνω θέμα η οποία επιβεβαίωσε ότι 1. τα τιμολόγια δημιουργούνται με βάση τον κύκλο (Payment cycle) κατά τον χρόνο έκδοσης του τιμολογίου, 2. ότι εάν το τιμολόγιο δημιουργείτο (was processed) τον Ιούλιο θα έφερε ως περιγραφή τον Ιούλιο και 3. ότι η περιγραφή του τιμολογίου που τίθεται από την Deel αυτόματα, διατηρείται εάν δεν αλλαχθεί από τον χρήστη χειροκίνητα (manually)

(η έμφαση και η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο)

 

60. Επίσης, από την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του Μ.Υ.1. και της Deel,[28] προκύπτει ότι ο Μ.Υ.1. έθεσε σειρά ερωτημάτων προς την Deel, ζητώντας επιβεβαίωση για τον τρόπο που ετοιμάζονται τα τιμολόγια. Στο ερώτημα του Μ.Υ.1. «Does the system automatically generate the payment description based on the invoice generation date, and could it have remained unchanged unless manually corrected?» η Deel απάντησε «Yes, the payment description is generated automatically and will remain until manually edited.» 

61. Στη βάση των πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι εάν ο Μ.Υ.1. δημιουργούσε χρονικά το τιμολόγιο  INV-2023-4 εντός του Ιουλίου, η περιγραφή του τιμολογίου θα αναφερόταν αυτόματα στον Ιούλιο, εκτός εάν ο Μ.Υ.1. επενέβαινε στην περιγραφή ώστε να την αλλάξει. Αντεξεταζόμενος επί του θέματος, ο Μ.Υ.1. επανέλαβε ότι η περιγραφή του τιμολογίου μπορεί να αλλάξει χειροκίνητα και αρχικά ανέφερε ότι βιαζόταν και δεν προέβη σε αλλαγή. Εν τέλει, απάντησε ότι κατά τον χρόνο ετοιμασίας του εν λόγω τιμολογίου ένιωθε ότι όλα κατέρρεαν, δεν ήταν συγκεντρωμένος, βίωνε κατάθλιψη και δεν τον ένοιαζε τι ήταν αναγραμμένο στην περιγραφή του τιμολογίου.

62. Παρατηρώντας το ίδιο το τιμολόγιο με αριθμό INV-2023-4, προκύπτει ότι η  αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης (issue date) είναι η 18η Ιουλίου 2023 και το τιμολόγιο απευθύνεται από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη. Αφορά το ποσό των 11.500 USD και φέρει την ακόλουθη περιγραφή (description / memo): «Pay As You Go Contract, Οne-off: Work completed in June. Implementation of features for beta version, in accordance with the agreed scope of work».

63. H όψη του τιμολογίου δεν συνάδει ούτε με τη Δ/Μ Μ.Υ.1., ούτε με τον περιγραφόμενο τρόπο αυτοματοποιημένης ετοιμασίας των τιμολογίων. Η θέση του Μ.Υ.1. ήταν ότι το τιμολόγιο αναφέρει στην περιγραφή του τον Ιούλιο και ότι αυτή η περιγραφή ετοιμάστηκε αυτόματα από την Deel, διότι το τιμολόγιο χρονικά δημιουργήθηκε επίσης τον Ιούλιο. Ωστόσο, η περιγραφή αναφέρει τον Ιούνιο. Επίσης, στη βάση των όσων παρέθεσε ο ίδιος ο Μ.Υ.1., μόνο με χειροκίνητη επέμβαση στο τιμολόγιο από τον ίδιο τον Μ.Υ.1. θα μπορούσε να γίνει αναφορά στον Ιούνιο, εφόσον το τιμολόγιο θα έπρεπε αυτόματα να αναφέρεται στον Ιούλιο.

64. Παράλληλα, οι τοποθετήσεις του Μ.Υ.1. ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του τιμολογίου, για τους δικούς του λόγους, δεν ήταν συγκεντρωμένος και δεν τον ένοιαζε τι ήταν αναγραμμένο στο τιμολόγιο, καθιστούν ακροσφαλές το υπόβαθρο που έθεσε ως προς τις ενέργειές του για ετοιμασία του τιμολογίου. Τούτων λεχθέντων, δεν αποδέχομαι τη θέση του Μ.Υ.1. ότι το τιμολόγιο με αρ. INV-2023-4 αφορά υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από τον Ενάγοντα εντός Απριλίου του 2023. Κατ’ επέκταση, προβαίνω σε αντίστοιχο εύρημα ότι η Εναγόμενη δεν αποπλήρωσε τον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες που παρείχε εντός Απριλίου 2023.

65. Περαιτέρω, βάσει του ηλεκτρονικού μηνύματος της Deel, η διαφοροποίηση του μήνα που αναφέρεται στην περιγραφή του τιμολογίου από τον μήνα έκδοσης του τιμολογίου πραγματοποιήθηκε χειροκίνητα από το πρόσωπο που ετοίμασε το τιμολόγιο, δηλαδή τον Μ.Υ.1. Με αυτά τα δεδομένα, αποδέχομαι την αντίθετη θέση του Ενάγοντα, ότι δηλαδή το τιμολόγιο με αρ. INV-2023-4 αφορά την πληρωμή του Ενάγοντα για τις υπηρεσίες που προσέφερε τον Ιούνιο, όπως εξάλλου αναφέρεται και στην περιγραφή του ίδιου του τιμολογίου.

ΣΤ. Ευρήματα

66. Στη βάση όλων των ανωτέρω, συνοψίζω σε χρονολογική σειρά τα κύρια παραδεκτά γεγονότα και πραγματικά ευρήματα του Δικαστηρίου:

                      i.        Οι διάδικοι συνήψαν την αρχική συμφωνία ημερ. 15/7/2022 (Τεκμήριο 1, Δ/Μ Μ.Υ.1.). Δεν ετοιμάστηκαν καταστάσεις εργασιών (statements of work) στο πλαίσιο της συμφωνίας.

                    ii.        Η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 υπογράφηκε από την Εναγόμενη και δεν υπογράφηκε από τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 9, Δ/Μ Ενάγοντα). Μετά την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας από την Εναγόμενη, εκδόθηκαν τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13 – Δ/Μ Ενάγοντα.

                   iii.        Ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη τον Απρίλιο και Μάιο του 2023, αλλά δεν παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη τον Ιούλιο του 2023.

                   iv.        Ο Ενάγων δεν αποπληρώθηκε από την Εναγόμενη για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2023.

                    v.        Στις 31/7/2023 ο Μ.Υ.1. απέστειλε στον Ενάγοντα το Τεκμήριο 25 - Δ/Μ Ενάγοντα, ήτοι ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο επισυνάφθηκε το Τεκμήριο 26 - Δ/Μ Ενάγοντα, ήτοι η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 1/8/2023.

Ζ. Νομικό πλαίσιο και συμπεράσματα Δικαστηρίου

67. Η απαίτηση του Ενάγοντα είναι συμβατική. Με δεδομένη τη σύναψη της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022, ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, πρέπει πρώτα να αποφασιστεί κατά πόσο η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 είναι δεσμευτική για τους διαδίκους, εφόσον οι διάδικοι εξέφρασαν αντίθετες θέσεις.

68. Βάσει των καθιερωμένων αρχών, η ερμηνεία των συμβατικών όρων αποτελεί νομικό ζήτημα και αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου.[29] Οι  συμβατικοί όροι ερμηνεύονται βάσει της λεκτικής και γραμματικής τους σημασίας, ώστε να επικρατεί βεβαιότητα στον εμπορικό κόσμο. Βασικό κριτήριο είναι η απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων. «Η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο».[30] Η συμφωνία δεν ερμηνεύεται αποσπασματικά, αλλά ‘συνολικά και συμμετρικότητα’ ώστε να εντοπιστεί η αντικειμενική πρόθεση των μερών.[31] Ιδιαίτερα επεξηγηματικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Arnold v Britton and others [2015] UKSC 36:

«When interpreting a written contract, the court is concerned to identify the intention of the parties by reference to “what a reasonable person having all the background knowledge which would have been available to the parties would have understood them to be using the language in the contract to mean”, to quote Lord Hoffmann in Chartbrook Ltd v Persimmon Homes Ltd [2009] UKHL 38[2009] 1 AC 1101, para 14….That meaning has to be assessed in the light of (i) the natural and ordinary meaning of the clause, (ii) any other relevant provisions of the lease, (iii) the overall purpose of the clause and the lease, (iv) the facts and circumstances known or assumed by the parties at the time that the document was executed, and (v) commercial common sense, but (vi) disregarding subjective evidence of any party's intentions.»

(η έμφαση γίνεται από το Δικαστήριο)

69. Η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 αναφέρει στο προοίμιό της ότι οι διάδικοι έχουν συνάψει την αρχική συμφωνία ημερ. 15/7/2022. Οι όροι της τροποποιητικής συμφωνίας προνοούν ότι η μηνιαία αμοιβή του Ενάγοντα κάτω από την αρχική συμφωνία ημερ. 15/7/2022 θα είναι 11.494 USD. Επίσης, προνοούν ότι σε περίπτωση που το Alecton project τερματιστεί από την Εναγόμενη πριν από τις 31/12/2023, η Εναγόμενη θα υποχρεούται να αποπληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των 60.000 USD. Πρόκειται συνεπώς για συμφωνητικό έγγραφο, που εάν κριθεί δεσμευτικό, όντως τροποποιεί τους όρους της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022.

70. Σύμφωνα με τον όρο 10.9 της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022:

«Entire Agreement. This Agreement, together with all Statements of Work, constitutes the complete and exclusive understanding and  agreement of the parties with respect to its subject matter and supersedes all prior understandings and agreements, whether written or oral, with respect to its subject matter. Each party acknowledges that in entering into this Agreement it does not rely on any statement, representation, assurance or warranty that is not set out in this Agreement (including any Statement of Work). No term of any Statement of Work will be deemed to amend the terms of this Agreement unless a Statement of Work references a specific provision in this Agreement and provides that the Statement of Work is amending only that specific provision of this Agreement and only with respect to Services performed pursuant to such Statement of Work. Any waiver, modification or amendment of any provision of this Agreement will be effective only if in writing and signed by the parties hereto. Each party agrees that it will have no claim for innocent or negligent misrepresentation based on any provision of this Agreement.»

 

(η έμφαση και η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο)

 

71. Περαιτέρω, ο όρος 10.12 της ίδιας συμφωνίας προνοεί ότι:

«This Agreement may be modified only by a contract in writing executed by the parties to this Agreement against whom enforcement of such modification is sought.»

 

72. Το νόημα των πιο πάνω όρων της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022 είναι ξεκάθαρο. Η συμφωνία περιλαμβάνει στο γραπτό της κείμενο όλους τους συμφωνημένους όρους μεταξύ των μερών. Επίσης, η συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί, νοουμένου ότι η τροποποίηση αποτυπωθεί γραπτώς και προσυπογραφεί και από τα δύο μέρη. Ο όρος 10.9 αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οποιαδήποτε τροποποίηση (any modification or amendment) θα έχει εφαρμογή εάν υπογραφεί από τα μέρη της συμφωνίας (signed by the parties hereto). Ο δε όρος 10.12 εμπεριέχει το ίδιο νόημα.

73. Η σημασία ενός ‘entire agreement clause’, όπως είναι ο πιο πάνω όρος 10.9, έχει επεξηγηθεί στην Cheverny Consulting Ltd v Whitehead Mann Ltd [2005] EWHC 2431 (Ch).

«The Defendant then relied on the “entire agreement” clause, 12.5. The advantage of such clauses in cutting down litigation in many circumstances is well known. In The Inntrepreneur Pub Company (GL) v. East Crown Ltd. [2000] 2 Lloyd's Rep 611, [2000] 3 EGLR 31 Lightman 1. explained at p 613 col. 1 that: “7. The purpose of an entire agreement clause is to preclude a party to a written agreement threshing through the undergrowth and finding in the course of negotiations some (chance) remark or statement (often long forgotten or difficult to recall or explain) on which to found a claim such as the present to the existence of a collateral warranty. The entire agreement clause obviates the occasion for any such search and the peril to the contracting parties posed by the need which may arise in its absence to conduct such a search. For such a clause constitutes a binding agreement between the parties that the full contractual terms are to be found in the document containing the clause and not elsewhere, and that accordingly any promises or assurances made in the course of negotiations (which in the absence of such a clause might have effect as a collateral warranty) shall have no contractual force, save insofar as they are reflected and given effect in that document.»

(η έμφαση και η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο)

 

74. Περαιτέρω, η σημασία ενός όρου που καθορίζει τις προϋποθέσεις για τροποποίηση της συμφωνίας, όπως προνοείται στους όρους 10.9 και 10.12, έχει επεξηγηθεί από το Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Rock Advertising Limited v MWB Business Exchange Centres Limited [2018] UKSC 24. Ειδικότερα, το Δικαστήριο ανέφερε ότι οι όροι που προνοούν ότι η τροποποίηση συμφωνίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με υπογεγραμμένο γραπτό κείμενο (No Oral Modification clause – «ΝΟΜ») συνήθως συνοδεύουν ένα ‘entire agreement clause’, όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Στην ίδια απόφαση εξηγείται ότι ο όρος ΝΟΜ εξυπηρετεί εμπορικούς και νόμιμους σκοπούς,[32] με επίκεντρο τη βεβαιότητα των συμβάσεων.

 

75. Το αποτέλεσμα ενός όρου τύπου ‘ΝΟΜ’, συνίσταται στο ότι η τροποποίηση που δεν πληροί τις καθορισμένες τυπικές προϋποθέσεις είναι ανίσχυρη. Η ‘αδικία’ που ενδέχεται να προκληθεί όταν το ένα μέρος ενεργήσει στη βάση της τροποποίησης μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις αρχές του κωλύματος (estoppel). Ωστόσο, για να παρακαμφθεί συμβατικός όρος τύπου ΝΟΜ στη βάση κωλύματος, απαιτείται από τον αντισυμβαλλόμενο σαφής και ανεπιφύλακτη παράσταση (unequivocal) ότι η τροποποίηση της συμφωνίας τέθηκε σε ισχύ. Μια τέτοια παράσταση πρέπει να ξεπερνά την άτυπη υπόσχεση. Παραθέτω τα σχετικά αποσπάσματα από την Rock Advertising Limited (ανωτέρω):

«Modern litigation rarely raises truly fundamental issues in the law of contract. This appeal is exceptional. It raises two of them. The first is whether a contractual term prescribing that an agreement may not be amended save in writing signed on behalf of the parties (commonly called a “No Oral Modification” clause) is legally effective. In my opinion the law should and does give effect to a contractual provision requiring specified formalities to be observed for a variation…. What the parties to such a clause have agreed is not that oral variations are forbidden, but that they will be invalid. The mere fact of agreeing to an oral variation is not therefore a contravention of the clause. It is simply the situation to which the clause applies. It is not difficult to record a variation in writing, except perhaps in cases where the variation is so complex that no sensible businessman would do anything else. The natural inference from the parties’ failure to observe the formal requirements of a No Oral Modification clause is not that they intended to dispense with it but that they overlooked it. If, on the other hand, they had it in mind, then they were courting invalidity with their eyes open…. The enforcement of No Oral Modification clauses carries with it the risk that a party may act on the contract as varied, for example by performing it, and then find itself unable to enforce it I would merely point out that the scope of estoppel cannot be so broad as to destroy the whole advantage of certainty for which the parties stipulated when they agreed upon terms including the No Oral Modification clause. At the very least, (i) there would have to be some words or conduct unequivocally representing that the variation was valid notwithstanding its informality; and (ii) something more would be required for this purpose than the informal promise itself: see Actionstrength Ltd v International Glass Engineering In Gl En SpA [2003] 2 AC 541, paras 9 (Lord Bingham), 51 (Lord Walker). I conclude that the oral variation which Judge Moloney found to have been agreed in the present case was invalid for the reason that he gave, namely want of the writing and signatures prescribed by clause 7.6 of the licence agreement.»

 

(η έμφαση γίνεται από το Δικαστήριο)

 

76. Στην προκειμένη περίπτωση, η τροποποιητική συμφωνία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπογράφεται μόνο από πλευράς Εναγομένης. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι παρέλειψε να υπογράψει το κείμενο και να το επιστρέψει στην Εναγόμενη, αλλά, κατά τον ίδιο, αυτό δεν καθιστά άκυρη την τροποποιητική συμφωνία. Αυτό διότι η Εναγόμενη αποδέχτηκε το περιεχόμενο της τροποποίησης και η τροποποιητική συμφωνία εφαρμόστηκε και από τις δύο πλευρές.[33]

77. Η θέση του Ενάγοντα δεν ευσταθεί. Βάσει των όρων 10.9 και 10.12 της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022, η αρχική συμφωνία μπορούσε να τροποποιηθεί μόνο εάν η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 είχε προσυπογραφεί από αμφότερους τους διαδίκους. Όπως επεξηγήθηκε, αυτό είναι το ξεκάθαρο νόημα που συνάγεται από τους προαναφερόμενους όρους. Η παράλειψη του Ενάγοντα να υπογράψει το γραπτό κείμενο της τροποποίησης εξυπακούει ότι δεν έχουν εκπληρωθεί οι συμφωνημένες τυπικές προϋποθέσεις για τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022.

78. Πέραν τούτου, στη βάση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, δεν θεωρώ ότι υπήρξε ξεκάθαρη παράσταση από πλευράς Εναγομένης ότι η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 ισχύει. Ο Ενάγων ανέφερε ότι μετά την τροποποίηση συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες στην Εναγόμενη και παρουσίασε τέσσερα τιμολόγια.[34]  Για να καταγραφεί με πληρότητα η θέση του Ενάγοντα, παραθέτω τις λεπτομέρειες εκάστου τιμολογίου:

                      i.        INV-2023-1, issue date: 3/2/2023, Description / MEMO: “Pay As You Go Contract, One-off: December – preparing a mobile application for a test release January- optimization of the mobile application API and algorithms”, Amount: 13.500 USD.

                    ii.        INV-2023-2, issue date: 28/2/2023, Description / MEMO: “Pay As You Go Contract, One–off: Work completed in February. Preparing the alpha version of the app for release, including implementing security improvements”, Amount: 11.500 USD.

                   iii.        INV-2023-3, issue date: 29/3/2023, Description / MEMO: “Pay As You Go Contract, One–off: Work completed in March. Bug fixing for alpha version and implementation of features for beta version, in accordance with the agreed scope of work”, Amount: 11.500 USD.

                   iv.        INV-2023-4, issue date: 18/7/2023, Description / MEMO: “Pay As You Go Contract, One–off: Work completed in June. Implementation of features for beta version, in accordance with the agreed scope of work”, Amount: 11.500 USD.

79.  Σε κάθε τιμολόγιο περιγράφεται συγκεκριμένη εργασία, η οποία όμως είναι διαφορετική κάθε φορά και συνοδεύεται από την περιγραφή ‘pay as you go contract, oneoff’. Από τις πιο πάνω περιγραφές, δεν προκύπτει ότι η Εναγόμενη, αποπληρώνοντας τα τιμολόγια, παρέστησε ξεκάθαρα και ανεπιφύλακτα ότι κατέβαλλε σταθερή μηνιαία αμοιβή στον Ενάγοντα, ως προνοείται στην τροποποιητική συμφωνία. Απεναντίας, από την περιγραφή των τιμολογίων, θα μπορούσε να νοηθεί ότι πρόκειται για εφάπαξ αμοιβές, που υπολογίζονται βάσει των εκάστοτε παρεχόμενων υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι η συμπεριφορά της Εναγομένης ήταν τέτοια, ώστε να κωλύεται από το να αρνηθεί την ισχύ της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 16/1/2023.

80. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν τίθεται ζήτημα ‘ακύρωσης’ της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 16/1/2023. Πρόκειται για συμφωνία που ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ, καθότι δεν εκπληρώθηκαν οι προϋποθέσεις των όρων 10.9 και 10.12 της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022. Ως αποτέλεσμα, το συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου θα αποφασιστεί η παρούσα απαίτηση περιορίζεται στην εν λόγω αρχική συμφωνία.

81. Σύμφωνα με τον όρο 1.1 της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022, οι διάδικοι θα μπορούσαν από καιρό εις καιρό να καταρτίζουν Καταστάσεις Εργασιών (statements of work), υπό τη μορφή συγκεκριμένου εντύπου που επισυνάφθηκε στη συμφωνία. Οι Καταστάσεις Εργασίας θα αποτελούσαν μέρος της συμφωνίας. Σύμφωνα με τον όρο 1.2, ο Ενάγων (contractor) θα παρείχε τις υπηρεσίες που περιγράφονταν σε κάθε Κατάσταση Εργασίας:

«Contractor will perform the services described in each Statement of Work (the “ Services”) in accordance with the terms and conditions set forth  in each  Statement of Work and this Agreement»

 

82. Η σημασία των Καταστάσεων Εργασιών προκύπτει όχι μόνο από τους πιο πάνω όρους, αλλά από το σύνολο της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022. Σύμφωνα με τους όρους 2.1 και 2.3:

2.1. «Αs Contractor’s sole compensation for the performance of Services, Client will pay Contractor the fees specified in each Statement of Work in accordance with the terms set forth therein…»

2.3.: «The payment terms will be set forth in the Statement of Work…»

 

83.  Από τους πιο πάνω συμβατικούς όρους, προκύπτει ότι τόσο οι υπηρεσίες όσο και το ύψος και ο τρόπος καταβολής της αμοιβής για τις εν λόγω υπηρεσίες έπρεπε να καθορίζονται με Κατάσταση Εργασιών. Η δε Κατάσταση Εργασιών θα αποτελούσε μέρος της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022.  Εντούτοις, οι διάδικοι δεν ετοίμασαν οποιαδήποτε Κατάσταση Εργασιών. Τούτων λεχθέντων, καταλήγω ότι δεν έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων η παροχή υπηρεσιών από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2023, ούτε ότι ο Ενάγων δικαιούται συμφωνημένη αμοιβή για αυτούς τους μήνες.

84. Μέσω της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του Ενάγοντα γίνεται εισήγηση ότι η βάση αγωγής συνίσταται στην παράβαση σύμβασης.[35] Βάσει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η Εναγόμενη παραβίασε συγκεκριμένο  συμβατικό όρο της αρχικής συμφωνίας ημερ. 15/7/2022, κάτι το οποίο αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση αυτού του αγώγιμου δικαιώματος. Επομένως, η απαίτηση αποτυγχάνει σε αυτή τη βάση.

85. Το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Βάσει των επίδικων θεμάτων, αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2023, χωρίς να λάβει αμοιβή. Με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων επιζητεί διαζευκτικά την επιδίκαση εύλογης αμοιβής. Επισημαίνεται ότι η  επιχειρηματολογία της πλευράς του Ενάγοντα περιορίστηκε στο αγώγιμο δικαίωμα της παράβασης σύμβασης, χωρίς να προωθηθεί η αξίωση για επιδίκαση εύλογης αμοιβής.

86. Ωστόσο, η επιδίκαση εύλογης αμοιβής δεν αποτελεί ανεξάρτητο αγώγιμο δικαίωμα, αλλά ‘μέθοδο θεραπείας ή αποκατάστασης’.[36]  Επίσης, το Δικαστήριο δεν κωλύεται να αποδώσει θεραπεία η οποία δεν επιζητήθηκε ειδικά, εφόσον όμως έχουν δικογραφηθεί και αποδειχθεί τα ουσιώδη γεγονότα από τα οποία προκύπτει. [37]  «Αν από τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει υπόβαθρο για τον καθορισμό εύλογης αμοιβής, για παροχή υπηρεσιών, τότε είναι επιτρεπτό, και επιβαλλόμενο, για το Δικαστήριο να την καθορίσει προκειμένου να αποδώσει δικαιοσύνη».[38] Επομένως, για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται εύλογη αμοιβή για τους μήνες που παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη.

87. Η επιδίκαση εύλογης αμοιβής υπάγεται στην αρχή quantum meruit. Στην Κυριάκου v Α/φοι Μ&Κ Μιχαήλ Π.Ε. 203/2015 ημερ. 1/2/2024 το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό την εφετειακή του αρμοδιότητα), παρέθεσε τις κύριες περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η αρχή quantum meruit.[39] Η ρηθείσα αρχή μπορεί να τύχει εφαρμογής είτε σε συμβατικό πλαίσιο είτε, σε κατάλληλες περιπτώσεις, σε απαίτηση για αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπου παρασχέθηκαν υπηρεσίες χωρίς να υπάρξει συμφωνία.[40] Για τις περιπτώσεις όπου δεν έχει συμφωνηθεί το ύψος αμοιβής, όπως στην παρούσα περίπτωση, σχετική είναι η Χ"Παναγιώτου v Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd (2009) 1 Α.Α.Δ. 173:

«Όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ’ αμοιβή, αν και δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit). Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή.  Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ’ όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos (1968) 1 C.L.R. 123).»

88. Το βάρος απόδειξης τόσο της διεκπεραίωσης συγκεκριμένων εργασιών όσο και της εύλογης αμοιβής βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα. Όπως αναφέρθηκε στη Χρ. Μαρνέρος & Σία Λίμιτεδ ν. Χριστοδούλου (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 743:

«Ορθά ο πρωτόδικος Δικαστής θεώρησε ότι το επίδικο ζήτημα ήταν, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, ποια ήταν η εύλογη αμοιβή των εργασιών... Και ορθά αποφάσισε ότι η εφεσείουσα, ενώ είχε το βάρος της απόδειξης, κατά τρόπο συγκεκριμένο, τόσο των εργασιών αυτών όσο και της ανάλογης εύλογης αμοιβής απέτυχε να αποσείσει αυτό το βάρος

89. Στην προκειμένη περίπτωση, η παροχή υπηρεσιών από τον Ενάγοντα για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2023 προέκυψε ως παραδεκτό γεγονός μέσα από τα δικόγραφα. Ωστόσο, κανένα περαιτέρω υπόβαθρο δεν έχει τεθεί από πλευράς Ενάγοντα με το οποίο να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες υπηρεσίες που παρείχε ολικώς ή μερικώς για τους συγκεκριμένους μήνες. Όπως επεξηγήθηκε, ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από την κατατεθειμένη αλληλογραφία, ούτε ο Ενάγων παρέθεσε σχετικές λεπτομέρειες κατά την αντεξέτασή του. Επίσης, η καταβολή προς τον Ενάγοντα καθορισμένων ποσών για τις υπηρεσίες που παρείχε τους προηγούμενους μήνες δεν εξυπακούει ότι παρείχε αντίστοιχες υπηρεσίες εντός Απριλίου και Μαΐου του 2023. Πρόκειται για κενό στη μαρτυρία του Ενάγοντα.  Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι εκλείπει παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να υπολογιστεί οποιαδήποτε εύλογη αμοιβή.

90. Στρέφομαι στην εξέταση του επόμενου θέματος. O Ενάγων προέβαλε τη θέση ότι η Εναγόμενη, αποστέλλοντας τη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 1/8/2023, παραδέχτηκε οφειλή ύψους 29.482 USD. Περαιτέρω, η πλευρά του Ενάγοντα προβάλλει τη θέση ότι, βάσει της συμφωνίας ημερ. 1/8/2023, η Εναγόμενη κωλύεται λόγω συμπεριφοράς από το να αρνείται την οφειλή της. Οι θέσεις αυτές δεν με βρίσκουν σύμφωνο.  

91. Σύμφωνα με τη Γιαννάκης v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1522, κώλυμα λόγω συμπεριφοράς προκύπτει σε μια συναλλαγή όταν ένας συμβαλλόμενος «με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη». Ειδικότερα, σε σχέση με το κώλυμα που προκύπτει στη βάση δηλώσεων που έγιναν με έγγραφο, στη Χατζηστυλλή v Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2012) 1 ΑΑΔ 989 εξηγείται ότι ο διάδικος που υπογράφει σαφή δήλωση δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο δεν είναι ορθά.[41]

92. Στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω τροποποιητική συμφωνία ημερ. 1/8/2023 δεν υπογράφηκε από καμία πλευρά. Δεν πρόκειται για δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Πρόκειται για έγγραφο που επισυνάφθηκε σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 31/7/2023 από τον Μ.Υ.1 προς τον Ενάγοντα.[42] Επομένως, θεωρώ ότι το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με το ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο απεστάλη, ώστε να διαφανεί κατά πόσο ο Μ.Υ.1. προέβη σε σαφή δήλωση, η οποία υπό τις περιστάσεις να είναι ικανή να θεμελιώσει κώλυμα.  Με το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ο Μ.Υ.1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Ι have prepared the Supplementary Agreement that regulates the termination of your engagement with Maximin LTD, as per your request. Enclosed within the agreement, you will find all the terms and conditions that were mutually agreed upon during our discussion…

The offer presented in the Supplementary Agreement is the best we can clause will do in this situation, and it is a fair gesture on our part, despite the lack of legally binding obligations to you, given your recent evasion of your responsibilities….

We sincerely hope that we can part ways amicably and that you will respect the terms outlined in the Supplementary Agreement. Your cooperation in this matter is appreciated.»

 

93. Η ίδια η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 1/8/2023 δεν προνοεί μόνο ότι ο Ενάγων θα λάβει το ποσό των 29.482 USD για τις υπηρεσίες που παρείχε σε σχέση με το Alecton Project. Μεταξύ άλλων, προνοεί περαιτέρω ότι ο Ενάγων θα εκχωρήσει και θα μεταφέρει στην Εναγόμενη όλα τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της εργασίας στο Alecton Project. Επίσης,  προνοεί ότι απαγορεύεται στον Ενάγοντα να χρησιμοποιεί, να διαδίδει ή να αποκαλύπτει τέτοια διανοητική ιδιοκτησία.

94. Τα λεγόμενα του Μ.Υ.1. σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 1/8/2023, αντικειμενικά υποδηλώνουν ότι ο Μ.Υ.1. ήταν διατεθειμένος να αναλάβει δέσμευση για καταβολή συγκεκριμένης αμοιβής στον Ενάγοντα, νοουμένου ότι ο τελευταίος επίσης θα συμφωνούσε στο κείμενο της ρηθείσας συμφωνίας. Ο όρος για καταβολή αμοιβής προς τον Ενάγοντα δεν αποτελούσε, δίχως άλλο, σαφή και δεσμευτική δήλωση του Μ.Υ.1., αλλά προτεινόμενη αντιπαροχή προς τον Ενάγοντα, νοουμένου ότι ο Ενάγων θα αναλάμβανε τις πιο πάνω υποχρεώσεις σε σχέση με τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.

95. Ο Ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 1/8/2023, διότι κατά τον τότε χρόνο είχε περαιτέρω απαιτήσεις.[43] Ως εκ τούτου, ο Ενάγων δεν βασίστηκε στο περιεχόμενο της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 1/8/2023, ούτε μετέβαλε τη θέση του αναλαμβάνοντας τις αντίστοιχες υποχρεώσεις σε σχέση με τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι δεν πληρούται καμία από τις αναφερόμενες προϋποθέσεις για θεμελίωση του κωλύματος.

96. Όπως αναφέρθηκε, ο Ενάγων περιόρισε την απαίτησή του σε €25.506,77. Ως εκ τούτου, η αξίωση για ειδικές αποζημιώσεις δεν προωθήθηκε και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την αξίωση για γενικές αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ των μερών.

97. Απομένει προς εξέταση το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, ζητήθηκε από τους συνηγόρους να τοποθετηθούν κατά πόσο, βάσει του περιεχομένου της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 16/1/2023, η απαίτηση θα έπρεπε να εκδικαστεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Με δεδομένο πλέον το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16/1/2023 δεν τέθηκε σε ισχύ, η συμβατική σχέση των μερών περιορίστηκε στην αρχική συμφωνία ημερ. 15/7/2022, η οποία ρητά προνοεί ότι ο Ενάγων δεν είναι υπάλληλος της Εναγομένης, αλλά ανεξάρτητος εργολάβος, ο οποίος θα παρείχε υπηρεσίες χρησιμοποιώντας τις δικές του εγκαταστάσεις και εξοπλισμό (όροι 1.3. και 3.1.). Άρα, η αρχική συμφωνία ημερ. 15/7/2022 δεν αποτελεί σύμβαση εργασίας που να δημιουργεί εργασιακή σχέση, ώστε η αξίωση του Ενάγοντα να εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.[44]

98. Τέλος, τέθηκε ζήτημα κατά πόσο το Δικαστήριο στερείται κατά τόπον δικαιοδοσίας, εφόσον ο Μ.Υ.1. κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι η Εναγόμενη έχει το εγγεγραμμένο της γραφείο στη Λευκωσία. Όπως ορθά επισήμανε η συνήγορος που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, το Άρθρο 21(1)(β) του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960), ως έχει τροποποιηθεί, προσδίδει κατά τόπον αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, εάν κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής ο Εναγόμενος διεξήγαγε επάγγελμα εντός της επαρχίας του Δικαστηρίου. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός βάσει των δικογράφων ότι η Εναγόμενη κατά την καταχώρηση της αγωγής διεξήγαγε τις εργασίες της στη Λεμεσό, ενώ βάσει των τοποθετήσεων του Μ.Υ.1., η αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου έγινε αργότερα, περί τους 6-7 μήνες πριν την ακρόαση. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα απαίτηση.

99. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η απαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Κ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Υπεράσπιση παρ. 6 και 7.

[2] Υπεράσπιση παρ. 6.

[3] Νίκος Οδυσσέα v Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

[4] Τσεκούρα v Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 563: «Μαρτυρία η οποία έχει γίνει αποδεκτή, είτε πρόκειται για μαρτυρία που δόθηκε ενόρκως, προφορικά ή με τη μορφή γραπτών δηλώσεων (testimonial), είτε πρόκειται για περιστατική μαρτυρία (circumstantial evidence), είτε πρόκειται για πραγματική μαρτυρία (real evidence), εκτός βέβαια και αν πρόκειται για μαρτυρία που δεν αμφισβητείται ή τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου με τη μορφή παραδεκτού γεγονότος δυνάμει του Αρθρου 19 του Νόμου 86/86, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο για διαπιστώσεις/ευρήματα/συμπεράσματα, θα πρέπει να αξιολογηθεί, και αφού αξιολογηθεί να κριθεί αξιόπιστη.»

[5] Ελληνική Τράπεζα Λτδ v Κυριακίδη (2015) 1 ΑΑΔ 1840: «Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι απουσιάζει παντελώς η αξιολόγηση της ένορκης μαρτυρίας των Μ.Υ.1 και 2 και των εξηγήσεων που αυτοί έδωσαν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαγράφει εντελώς από το σκηνικό τη θέση των μαρτύρων υπεράσπισης και δεν σχολιάζει την παραδοχή του ιδίου του εφεσίβλητου ως προς τη χρήση των λογαριασμών του για στοιχήματα, καθώς και τη θέση των μαρτύρων υπεράσπισης ότι το πειθαρχικό παράπτωμα αφορούσε τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού και όχι απλώς αν τα στοιχήματα ήταν νόμιμα ή παράνομα. Είναι φανερό ότι το έργο της αξιοπιστίας που θα έπρεπε να επιτελέσει το πρωτόδικο Δικαστήριο εγγενώς παρουσιάζει πλημμέλεια με τρόπο που δεν μπορεί να θεραπευθεί. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (2011) 1 Α.Α.Δ. 1422, επίσης παρατηρήθηκε έλλειψη καταγραφής της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την αξιολόγηση μαρτύρων των εφεσειόντων αφού το πρωτόδικο δικαστήριο δεν προέβη σε ευρήματα αξιοπιστίας για τον κάθε μάρτυρα που έδωσε μαρτυρία ενώπιον του.»

[6] Federal Bank of Lebanon (Sal) v Σιακόλα (2011) 1 ΑΑΔ 1422

[7] Hellenic Bank Public Co Ltd v Χριστοδουλίδη (2016) 1 ΑΑΔ 585

[8] Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v Ηροδότου (2013) 1 ΑΑΔ 1166: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα δύσκολο, και πολύ συχνά η αξιολόγηση αυτή είναι η αντανάκλαση της γενικότερης ανθρώπινης εμπειρίας, όπως αυτή εκφράζεται από τον Δικαστή, θεωρούμενο ως  αντικειμενικό κριτή»

[9] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππη Λτδ v Παναγιώτη Πολυβίου (2009) 1 ΑΑΔ 339: «το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο».

[10] Χρίστου v Ηροδότου (2008) 1 Α.Α.Δ. 676: «Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο εκφράστηκε αρνητικά και για πτυχές της προσωπικότητας του εφεσείοντα, όπως το ίδιο τις αντιλήφθηκε «.. μέσα στην ατμόσφαιρα της ζωνταντής δίκης».  Εντόπισε ως τέτοιες τη δυσανασχέτηση του σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, το ότι κοκκίνιζε και εκνευριζόταν και απαντούσε προσβλητικά προς το συνήγορο των εφεσιβλήτων.  Πρόδηλο είναι ότι ούτε από τα πρακτικά, αλλά ούτε από τη σκιαγράφηση που έγινε από το Δικαστήριο, μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα των θέσεων αυτών. Όμως, ένα Δικαστήριο δικαιούται να καταγράψει την κρίση του και για το χαρακτήρα ενός διαδίκου ή μάρτυρα, όπως αυτός αναδύεται κατά τη δίκη.  Με την προϋπόθεση ότι το πράττει με κοσμιότητα και στα πλαίσια της προσπάθειας ανίχνευσης της αλήθειας, ως κριτής όχι μόνο γεγονότων, αλλά και της αξιοπιστίας ή μη του μάρτυρα, (στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με το χαρακτήρα ενός εκάστου), δεν εκφεύγει του καθήκοντος του ως κριτή των συνανθρώπων του.  Αναμφίβολα, πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατόν να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από την δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς.  Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ΄ ανάγκην και ειλικρινής.  Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.»

[11] Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης v Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Ορθά η πρωτόδικος δικαστής δεν περιόρισε την αξιολόγησή της στην αριθμητική αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά επεκτάθηκε και σε προβληματισμό για την αντικειμενική υφή των εκατέρωθεν θέσεων. Στην πραγματικότητα, τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της.»

[12] Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, δικονομικές και ουσιαστικές πτυχές (2η έκδοση, 2016), σελ.136

[13] Ομήρου v Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506: «Αναφορικά με τις αντιφάσεις παρέχεται πεδίο επέμβασης του Εφετείου μόνο όπου αυτές είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το δικαστήριο.»

[14] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454

[15] Δ.Μ. Ενάγοντα παρ. 84 – 86.

[16] Τεκμήριο 9, Δ/Μ Ενάγοντα.

[17] Δ.Μ. Ενάγοντα παρ. 67.

[18] Δ.Μ Μ.Υ.1. παρ. 7.

[19] Άρθρο 5 (1) του Περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (67/1988), ως έχει τροποποιηθεί: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.»

[20] Δ/Μ Ενάγοντα παρ. 27.

[21] Δ/Μ Ενάγοντα παρ. 46.

[22] Δημητριάδη v Kravtchenko (2013) 1 AAΔ 1133: «Τα άλλα στοιχεία που έλαβε υπόψη του το πρωτόδικο δικαστήριο, όπως η παραδοχή της στο τεκμήριο 12  ότι το υπόλοιπο του συμβολαίου ήταν Λ.Κ.100.- και ότι ο πρώην δικηγόρος της εφεσείουσας κ. Τρυφωνίδης δεν κλήθηκε για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της, αλλά και η αντίφαση μεταξύ της δικογραφημένης θέσης της υπεράσπισης και των παραδοχών που έγιναν αργότερα από την υπεράσπιση ως προς το μη πληρωθέν υπόλοιπο του τιμήματος πωλήσεως, θεωρούμε ότι θεμιτά λήφθηκαν υπόψη και συναξιολογήθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο σε σχέση με την αξιοπιστία της εφεσείουσας.»

[23] Τεκμήριο 2, Δ/Μ Μ.Υ.1.

[24] Δ/Μ Ενάγοντα παρ. 44.

[25] Τεκμήριο 3, Δ/Μ Μ.Υ.1.

[26] Τεκμήριο 4, Δ/Μ Μ.Υ.1.

[27] Δ/Μ. Μ.Υ.1. παρ. 9, 10 και 11.

[28] Τεκμήριο 4, Δ/Μ Μ.Υ.1

[29] Dome Investments Public Company Ltd v Γ.Ε. Π.Ε. 111/2013 ημερ. 17/6/2021: «Όπως ορθά υπέδειξε εν τέλει το πρωτόδικο δικαστήριο, η ερμηνεία των όρων μιας συμφωνίας αποτελεί νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου εναπόκειται στο δικαστήριο και μόνο… ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα.  Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ'  απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή».

[30] Λαζούρας v Σκυλλουριώτου (1992) 1Α Α.Α.Δ. 168: «Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο.(Βλ. Panayiotou (ανωτέρω).Στην υπόθεση Monypenny v. Monypenny [1861] 9 H.L.C. 114 ο Lord Wensleydale είπε στη σελ. 146:-"the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions»

[31] Χαραλάμπους κ.α. v Liberty Life Insurance Public Company Ltd (2011) 1 A.A.Δ. 1739: «Όπως πολύ ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επεσήμανε, το ζήτημα που εγείρεται είναι νομικό, εφόσον υπάρχει όντως θέμα ερμηνείας της σύμβασης δυνάμει της οποίας εφεσίβλητοι και εφεσείων 1 συνεργάζοντο. Κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος σύναψης των εν λόγω συμφωνιών και όχι ο χρόνος παράβασής τους (βλ. Indian Contract and Specific Relief Act υπό Pollοck and Mulla, σελ. 578). Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών»

[32] Rock Advertising Limited v MWB Business Exchange Centres Limited [2018] UKSC 24, παρ.12: «The advantages of the common law’s flexibility about formal validity are that it enables agreements to be made quickly, informally and without the intervention of lawyers or legally drafted documents. Nevertheless, No Oral Modification clauses like clause 7.6 are very commonly included in written agreements. This suggests that the common law’s flexibility has been found a mixed blessing by businessmen and is not always welcome. There are at least three reasons for including such clauses. The first is that it prevents attempts to undermine written agreements by informal means, a possibility which is open to abuse, for example in raising defences to summary judgment. Secondly, in circumstances where oral discussions can easily give rise to misunderstandings and crossed purposes, it avoids disputes not just about whether a variation was intended but also about its exact terms. Thirdly, a measure of formality in recording variations makes it easier for corporations to police internal rules restricting the authority to agree them. These are all legitimate commercial reasons for agreeing a clause like clause 7.6. I make these points because the law of contract does not normally obstruct the legitimate intentions of businessmen, except for overriding reasons of public policy. Yet there is no mischief in No Oral Modification clauses, nor do they frustrate or contravene any policy of the law»

[33] Δ/Μ Ενάγοντα παρ. 84 – 86.

[34] Τεκμήρια 10 – 13 και παρ. 38 – 42, Δ/Μ Ενάγοντα.

[35] Γραπτή Αγόρευση Ενάγοντα σελ. 24.

[36] Κασάπης v Αρεταίεον Ιατρικο Κέντρο Λτδ Π.Ε. 228/2018 ημερ. 12/2/2025: «Κατ' επέκταση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι, παρ' ότι δεν υπήρχε σχετική ευθεία δικογράφηση, στην έκθεση απαίτησης για εύλογη αμοιβή, ορθά το κατώτερο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο η απαίτηση των εφεσίβλητων θα μπορούσε να αποδειχθεί στη βάση της εύλογης αμοιβής, η οποία, σημειωτέον, δεν συνιστά αιτία αγωγής αλλά μέθοδο θεραπείας ή αποκατάστασης, και/ή τρόπο καθορισμού της θεραπείας ή της αποκατάστασης.»

[37] Γενικός Εισαγγελέας v Λ.Ι.Κ κ.α. Π.Ε. 142/19 (Συνεκδικαζόμενη) ημερ. 21/9/2022: «Παρά ταύτα, γνωστή είναι η δυνατότητα απόδοσης θεραπείας που δεν προσδιορίζεται στα δικόγραφα, εάν και εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα, ασχέτως του ακριβούς νομικού πέπλου υπό το οποίο τίθεται η απαίτηση (Kennedy Hotels Ltd vIndjirdjian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400Maison Jenny Ltd vKrashias Footwear Industry Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 1156).  Ειδικότερα στην Kennedy Hotels με αναφορά στην Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542, κρίθηκε ότι δεν είναι απαραίτητος, όσο επιθυμητός και αν είναι, ο επακριβής προσδιορισμός της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείεται η παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται, εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή τέτοιας θεραπείας με αναφορά στην Drane vEvangelou [1978] 2 All E.R. 437 και σε άλλη νομολογία.   Μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως, εφόσον αποδεικνύονται κατά τη δίκη.  Η παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της.»

[38] Κασάπης v  Αρεταιειον Ιατρικό Κέντρο Λτδ  Π.Ε. 228/2018 ημερ. 12/2/2025

[39] Κυριάκου v Α/φοι Μ&Κ Μιχαήλ Π.Ε. 203/2015 ημερ. 1/2/2024: «το quantum meruit μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο ως μέρος του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκεί δηλαδή όπου δεν υπήρξε σύμβαση μεταξύ των μερών αλλά και σε συμβατικό πλαίσιο.  Όπως καταγράφεται στο Σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π. Πολυβίου, Τόμος Τέταρτος, σελ.1670-1671, κάποιες από τις κύριες περιπτώσεις στις οποίες το quantum meruit μπορεί να χρησιμοποιηθεί είναι (1) εκεί όπου δεν υπήρξε οποιαδήποτε σύμβαση των μερών, (2) εκεί όπου επιτελέστηκε έργο ή προσφέρθηκαν υπηρεσίες από το ένα μέρος στο άλλο στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης (void contract), (3) σε υποθέσεις όπου υπήρχε ή υπάρχει σύμβαση μεταξύ των μερών στο πλαίσιο της οποίας ο ενάγων αναλαμβάνει να προσφέρει ή να εκτελέσει κάποιο έργο, χωρίς, όμως, να καθοριστεί η αμοιβή και (4) εκεί όπου υπήρχε σύμβαση μεταξύ των μερών και το ένα μέρος παραβίασε αυτήν ουσιαστικά ή αρνήθηκε να εκτελέσει τα όσα είχε υποσχεθεί στο άλλο μέρος, ενώ το άλλο μέρος είχε αρχίσει την προσφορά εργασίας ή υπηρεσιών στο πλαίσιο του συμβολαίου. Η υπό κρίση περίπτωση αναμφίβολα εμπίπτει στην υπό το στοιχείο (4) πιο πάνω αναφερθείσα περίπτωση. Σε τέτοια περίπτωση το αναίτιο μέρος έχει δικαίωμα είτε να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις στο πλαίσιο της σύμβασης, επιδιώκοντας σημαντικές αποζημιώσεις και κάνοντας χρήση των κριτηρίων του Νόμου, είτε να εγείρει διαδικασία για quantum meruit, επιδιώκοντας εύλογη αποζημίωση για την εργασία που επιτελέστηκε ή τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν, στο χώρο του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού και της αποκατάστασης (restitution)»

[40] Halsbury's Laws of England, Unjust Enrichment (Volume 100 (2024)), par.8, The different senses in which the term 'quantum meruit' is used: « The term 'quantum meruit' is used in different senses at common law. For example, in some cases quantum meruit is used to express the measure of recovery in a contractual claim. In other cases it is used to denote an unjust enrichment claim or the measure of recovery in such a claim. The claim is clearly contractual in nature where it is one to recover a reasonable price or remuneration in a contract where no price or remuneration has been fixed for goods sold or work done. Where, however, no contract is ever concluded between the parties or the contract is void or otherwise unenforceable, the claim cannot be in contract and will be in unjust enrichment. In other cases it can be difficult to discern whether the claim is in contract or in unjust enrichment. Where the implication of an obligation to pay a reasonable sum arises from an implied but genuine agreement, reflecting the intention of the parties that a reasonable sum would be paid for the goods sold or work done, the claim will be contractual, but where that is not the case the obligation to make restitution will be imposed as a matter of law to reverse unjust enrichment»

[41] Χατζηστυλλή v Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2012) 1 ΑΑΔ 989: «Θεωρούμε ότι η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής της. Υπογράφηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη εκ μέρους του εφεσείοντα, σε αντίθεση με τα έγγραφα απαλλαγής που υπέγραψε στις 28.4.2005.  Έτσι ο εφεσείων κωλύεται να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, αφού έχει απεμπολήσει ή έχει παραιτηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος σε προώθησή της. Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou (1982) 1 C.L.R. 182).»

[42] Τεκμήρια 25 και 26, Δ/Μ Ενάγοντα.

[43] Δ/Μ Ενάγοντα παρ.91.

[44] Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουποιείον Λτδ (2002) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1381, Τoni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου (2008) 1 Α.Α.Δ. 496.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο