ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 711/25 I-Justice
Μεταξύ:
ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (HE xxxx), xxxx Λευκωσία
-ν-
1. KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED (HE xxxx), xxxx Λεμεσός
2. Αντρέας Κουλουντής, xxxx Λεμεσός
3. Φειδίας Χριστάκη, xxxx Λεμεσός
4. Γιώτα Κουλουντή, xxxx Λεμεσός
5. Έλενα Κουλουντή, xxxx Λεμεσός
Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 01/09/2025
Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα – Αιτήτρια: κ. Π. Χ”Πέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 1 και 2 ‑ Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κα Ν. Παναγιώτου για κα Αθανασίου
Εναγόμενος 2 και διευθυντής της Εναγομένης 1 εταιρείας κ. Αντρέας Κουλουντής: Παρών
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αυθημερόν από Έδρας)
Στις 27/06/2025 η Ενάγουσα υπέβαλε έντυπο απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 με το οποίο ζητεί την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για επικαλούμενη παράβαση σύμβασης, για παράνομη επέμβαση, για απώλεια ενδιάμεσων και/ή διαφυγόντων κερδών και για παράνομη ιδιοποίηση ποσών.
Περαιτέρω, ζητεί την έκδοση διαταγμάτων απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως που αφορά την κατοχή και εκμετάλλευση συγκεκριμένων ακινήτων στην επαρχία Λεμεσού, οι λεπτομέρειες των οποίων περιέχονται στην παράγραφο Α του εντύπου απαίτησης.
Ακολούθως οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4, προς τους οποίους ουσιαστικά στρέφεται η παρούσα υπόθεση, καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης στις 20/03/2026 στην οποία δικογραφούν την εκδοχή τους.
Ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρήθηκε, η παρούσα υπόθεση αλλά και οποιαδήποτε ενδιάμεση αίτηση, διέπεται δικονομικά από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 που τέθηκαν σε ισχύ από 01/09/2023.
Την 01/09/2025 η Ενάγουσα - Αιτήτρια προώθησε μονομερώς ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζήτησε και πέτυχε την έκδοση μονομερώς ενδιάμεσων διαταγμάτων με τα οποία απαγορεύεται στους Εναγομένους 1 και 2 και/ή διευθυντές και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτών, να εισέρχονται, να χρησιμοποιούν και να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο, καθώς επίσης να μισθώνουν, να ενοικιάζουν και να επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο τα διαμερίσματα αρ. 101 και 302 στο συγκεκριμένο ακίνητο για το οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο Α του εντύπου απαίτησης.
Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 4 και 9 του Κεφ. 6, τα Μέρη 23 και 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, τα άρθρα 36 – 39 & 42 – 44 του Κεφ. 148, τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που κατονομάζονται στο σώμα της αίτησης, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος.
Η αίτηση συνοδεύεται από τρεις ένορκες δηλώσεις μέσα από τις οποίες παρέχονται γεγονότα που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογεί τη συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Προς υποστήριξη του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Στις ένορκες δηλώσεις επίσης καταγράφεται το ιστορικό των επαγγελματικών σχέσεων των διαδίκων και σημειώνονται στοιχεία και προβάλλονται λόγοι που σύμφωνα με τους ομνύοντες, πληρούν τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση σε ισχύ των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Το σύνολο των γεγονότων που παρουσιάζονται προδιαγράφουν την εκδοχή της Αιτήτριας.
Στις 26/03/2026 δόθηκαν οδηγίες σε ότι αφορά το χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης με χρονικό ορίζοντα την ακρόαση σήμερα 11/09/2026. Παρά τις οδηγίες του Δικαστηρίου και παρά το χρονοδιάγραμμα που είχε δοθεί, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να καταχωρήσουν ένσταση ως το εγκρινόμενο από το Δικαστήριο χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της αίτησης, κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου. Για τούτο δεν δόθηκε οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία. Να σημειωθεί ότι στο μεσοδιάστημα έχουν καταγραφεί στο ηλεκτρονικό πρόγραμμα της εφαρμογής i-justice, εφόσον η παρούσα υπόθεση είναι καταχωρημένη ηλεκτρονικά, τέσσερις ειδοποιήσεις αλλαγής δικηγόρου και συγκεκριμένα στις 05/09/2025, 26/11/2025, 06/02/2026 και σήμερα 11/09/2026 όπου αποσύρθηκε ο τελευταίος δικηγόρος που εκπροσωπούσε τους Εναγομένους 1 και 2, προς τους οποίους στρέφεται η υπό κρίση αίτηση.
Ο Εναγόμενος 2 ο οποίος εμφανίζεται προσωπικά και είναι διευθυντής της Εναγομένης 1, ζήτησε χρόνο για να διορίσει άλλο δικηγόρο, πλην όμως το Δικαστήριο με απόφαση του αυθημερόν, απέρριψε το αίτημα, κρίνοντας ότι το χρονικό διάστημα που είχαν οι Εναγόμενοι για να διορίσουν δικηγόρο ασκώντας το συνταγματικό τους δικαίωμα περί νομικής εκπροσώπησης στο Δικαστήριο, έχει υπό τις περιστάσεις εξαντληθεί αφού τους δόθηκε αρκετός χρόνος για να το πράξουν. Οποιαδήποτε περαιτέρω παράταση χρόνου θα συνιστούσε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της Αιτήτριας για να προχωρήσει με την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης, η οποία εκκρεμεί από την 01/09/2025, ακριβώς λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2 να δείχνουν κάθε φορά ότι επιθυμούν να διορίσουν δικηγόρο.
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει καταχωριστεί οποιαδήποτε ένσταση ή οποιαδήποτε έγγραφα που να υποστηρίζουν την εκδοχή των Εναγομένων 1 και 2 στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.
Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας ουσιαστικά υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δόθηκε η ευκαιρία στον Εναγόμενο 2 να αγορεύσει, η αγόρευση του ωστόσο δεν επικεντρώθηκε στην ουσία, στον σκοπό και στη φύση της παρούσας διαδικασίας αλλά αναφέρθηκε περισσότερο στην ουσία της υπόθεσης, η οποία να σημειωθεί ότι στο παρόν στάδιο δεν εξετάζεται.
Στρέφομαι να εξετάσω την παρούσα αίτηση και προς τον σκοπό αυτόν έχω θέσει ενώπιον μου ότι υλικό υπάρχει και συγκεκριμένα την αίτηση, τις ένορκες δηλώσεις, τα έγγραφα που την υποστηρίζουν και τις αγορεύσεις των εμπλεκομένων διαδίκων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, ενόψει της απουσίας ένστασης, παραμένει αναντίλεκτο. Παρόλα αυτά το Δικαστήριο θα εξετάσει από το υπάρχον μαρτυρικό υλικό αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ισχύος των ενδιάμεσων διαταγμάτων.
Κατ’ αρχάς, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν εκπροσωπούνται από δικηγόρο, θα εξετάσω αυτεπάγγελτα κατά πόσο δημιουργείται κώλυμα για το ότι ζητούνται τελικά διατάγματα παρόμοιας φύσεως με αυτά που έχουν ήδη εκδοθεί στο ενδιάμεσο στάδιο, η συνέχιση της ισχύος των οποίων εξετάζεται σήμερα.
Η νομολογία υποδεικνύει ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την εκδίκαση της αγωγής, η έγκριση του θα πρέπει να αποφεύγεται (Σταυράκης και άλλος v. Δήμος Λευκωσίας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε68/13, ημερ. 24.03.15). Το Δικαστήριο αποφεύγει να εκδώσει προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής.
Παρόλα αυτά, στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 ημερ. 13.01.14 αναγνωρίστηκε η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παρέχει ταυτόσημες θεραπείες με την αγωγή σε κατάλληλη περίπτωση, χωρίς έτσι να αποκλείεται κατά κανόνα η χορήγηση τους. Όπως εξηγήθηκε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και αποτελεί θέμα ειδικών περιστάσεων. Δηλαδή εξετάζεται εκεί όπου η ανάγκη και η φύση το επιβάλλει. Αυτό που λέχθηκε είναι ότι το «ανεπιθύμητο» δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση».
Το ότι το ανεπιθύμητο δεν εξισώνεται με απαγόρευση και ότι δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της ουσιαστικής θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται είχε λεχθεί και προηγουμένως στην υπόθεση Avila Management Services Limited και άλλη v. Frantisek Edsberg (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του:
«Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd – ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015).»
Στρεφόμενος στην υπό κρίση αίτηση παρατηρώ ότι η έκδοση ενδιάμεσων θεραπειών που η Ενάγουσα αξιώνει, μπορεί να ταυτίζονται με κάποιες τελικές θεραπείες που απαιτούνται στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο τυχόν έγκριση των ενδιάμεσων θεραπειών δεν διευθετούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Η Ενάγουσα επιδιώκει τη συνέχιση ισχύος διαταγμάτων απαγορευτικής φύσεως που θα έχουν ενδιάμεση μορφή. Τα ενδιάμεσα διατάγματα δύναται να αναθεωρηθούν, τροποποιηθούν ή ακυρωθούν ανά πάσα στιγμή όταν τα δεδομένα δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Σε κάθε όμως περίπτωση, αν η πιο πάνω επιδίωξη της Ενάγουσας πετύχει τα εν λόγω εκδομένα προσωρινά διατάγματα, θα ισχύουν μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς έτσι τυχόν έκδοση τους να ασχολείται με την ουσία της υπόθεσης και δίχως να επιλύει τις διαφορές των διαδίκων. Αντίθετα οι θεραπείες που προσομοιάζουν με αυτές των ενδιάμεσων διαταγμάτων οι οποίες αξιώνονται μέσα από το έντυπο απαίτησης, έχουν μόνιμη μορφή και δύναται να αποδοθούν μόνο μετά από εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και αφού πρώτα κριθούν όλα τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
Παράλληλα δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι εν λόγω θεραπείες που προσομοιάζουν αποτελούν μέρος άλλων αξιώσεων που επίσης αξιώνονται στο ίδιο έντυπο απαίτησης, η εξέταση των οποίων πηγάζει μέσα από την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Ειδικότερα εκτός από την έκδοση των διαταγμάτων που προσομοιάζουν ή κάποιος τα θεωρήσει ταυτόσημα, η Ενάγουσα αξιώνει ως τελικές θεραπείες εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων αλλά και την έκδοση προστακτικής φύσεως διάταγμα τελικής μορφής.
Κάτω από αυτά τα στοιχεία, η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές όπου δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων μόνο και μόνο επειδή ταυτίζονται με ορισμένες τελικές θεραπείες που αξιώνονται στην υπόθεση.
Προχωρώ με την εξέταση των κριτηρίων και προϋποθέσεων που άπτονται της ουσίας της υπό κρίση αίτησης που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική υπόθεση είναι η Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου και άλλη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217. Είναι βασικά η θέση της Αιτήτριας ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Αντίθετα, παρόλο ότι δεν το λένε ευθαρσώς μέσα από οποιαδήποτε ένσταση οι Εναγόμενοι, θα εξετάσω την αίτηση ως να υπήρχε σ’ αυτήν άρνηση από μέρους των Εναγομένων 1 και 2.
Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.
Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.
Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις.
Στην παρούσα υπόθεση έχουν καταχωριστεί τόσο η έκθεση απαίτησης όσο και η έκθεση υπεράσπισης. Παράλληλα υπάρχουν και οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση. Πρόχειρη μελέτη της έκθεσης απαίτησης καθιστά αντιληπτό ότι η έκθεση απαίτησης επικαλείται ως βάση αγωγής την παράβαση της σύμβασης, τα αστικά αδικήματα της απάτης, δόλου και της παράνομης ιδιοποίησης ξένης περιουσίας. Μέσα από την έκθεση απαίτησης παρατηρούνται λεπτομέρειες των επικαλούμενων παραβιάσεων σύμβασης και της δόλιας συμπεριφοράς που αποδίδεται στους Εναγομένους 1 και 2.
Περαιτέρω, δικογραφείται η πρόκληση ζημιάς ένεκα της αποδιδόμενης δόλιας συμπεριφοράς και της επικαλούμενης παράβασης σύμβασης η οποία αφορούσε εκμετάλλευση ακινήτων εντός των οποίων βρίσκονται και τα επικαλούμενα διαμερίσματα για τα οποία εξετάζεται κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύς των διαταγμάτων σε σχέση με αυτά.
Αν κάποιος επίσης αναγνώσει με προσοχή την έκθεση απαίτησης και την έκθεση υπεράσπισης, θα αντιληφθεί ότι στην έκθεση υπεράσπισης υπάρχει παραδοχή ότι περί τις 27/02/2024 η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε το ακίνητο, στο οποίο εντάσσονται διάφορα διαμερίσματα και τα επίμαχα, τα οποία ενέγραψε επ’ ονόματι της Ενάγουσας και ότι προς τούτο εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας επ’ ονόματι της Ενάγουσας, καθιστώντας την έκτοτε ως τη μοναδική αδιαφιλονίκητη ιδιοκτήτρια του ακινήτου.
Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως υπάρχουν προσδιορισμένα αγώγιμα δικαιώματα που χρήζουν εξέτασης και τα οποία αναγνωρίζονται στο κυπριακό νομικό δίκαιο. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από πλευράς της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, το πλαίσιο των οποίων προσδίδουν στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τέτοια θέματα είναι η εγκυρότητα και νομιμότητα συνομολόγησης σύμβασης, χρήση και εκμετάλλευση των ακινήτων από την Εναγομένη 1, η νομιμότητα και εγκυρότητα του τερματισμού της σύμβασης, η αποδιδόμενη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 2 και βεβαίως το κατά πόσο η Ενάγουσα υπέστη οποιεσδήποτε ζημιές συνεπεία των βάσεων αγωγής που απαιτούνται στο έντυπο απαίτησης.
Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται αναφορικά με όλες τις βάσεις απαίτησης επί των οποίων προωθείται η παρούσα υπόθεση.
Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Ενάγουσα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015), είναι ότι η Αιτήτρια έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα.
Με προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της Ενάγουσας και αφού έλαβα υπόψη μου το παραδεκτό γεγονός ότι σε ότι αφορά την ιδιοκτησία του ακινήτου στο οποίο εντάσσονται τα δύο επίμαχα διαμερίσματα, καθώς επίσης το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων που παρέμειναν αναντίλεκτες, και αφού έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης, στη βάση αυτών και μέσα από αντικειμενική εξέταση τους, θεωρώ ότι οι λεπτομέρειες που παρέχονται τόσο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις και από την έκθεση απαίτησης, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που την υποστηρίζουν, προσδίδουν μια δυναμική στα πλαίσια πάντοτε του σκοπού της παρούσας διαδικασίας σε ότι αφορά την πιθανότητα επιτυχίας της εκδοχής της Ενάγουσας.
Τα δεδομένα και στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή της Ενάγουσας με ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με όλες τις επικαλούμενες βάσεις αγωγής, χωρίς αυτό να αποτελεί με καθ’ οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της και/ή της εκδοχής των Εναγομένων 1 και 2.
Επομένως καταλήγω ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση.
Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν η Ενάγουσα (εδώ η Αιτήτρια) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.
Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) (1983) 1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα.
Στην παρούσα υπόθεση η κύρια και ουσιαστικότερη πτυχή της υπόθεσης δεν άπτεται χρηματικής αξίωσης. Η έκδοση διάφορων διαταγμάτων καθώς επίσης η προστασία συνταγματικών δικαιωμάτων κατοχής, χρήσης, εκμετάλλευσης και απόλαυσης ακίνητης περιουσίας στην Ενάγουσα, αποτελούν τη βασική τελική θεραπεία που επιδιώκεται. Εκείνο που η Ενάγουσα στοχεύει είναι πρωτίστως η ανάκτηση ελέγχου της κατοχής και της απρόσκοπτης χρήσης και εκμετάλλευσης των επίμαχων διαμερισμάτων, κάτι που άπτεται ευρύτερα του δικαιώματος κατοχής και απόλαυσης της περιουσίας, δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Περαιτέρω, δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί και η αποδιδόμενη κατ’ ισχυρισμό δόλια συμπεριφορά από τους Εναγομένους 1 και 2, η οποία με βάση και τη νομολογία, προσδίδουν ένα αυξημένο κίνδυνο ώστε η έκδοση τελικής απόφασης να παραμείνει ανικανοποίητη εις βάρος της Αιτήτριας. Συνεπώς αν εκδοθεί απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας, οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελέσουν ικανοποιητική θεραπεία.
Η προστασία των δικαιωμάτων που αφορούν ακίνητη περιουσία είναι η βασική επιδίωξη και η βασική αξιούμενη θεραπεία. Εν πάση περιπτώσει, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, το συνταγματικό δικαίωμα της Ενάγουσας θα συνεχίσει να παραβιάζεται με ότι αυτό συνεπάγεται. Παράλληλα η Ενάγουσα θα συνεχίσει να υφίσταται ζημιές, έξοδα και απώλειες χωρίς να είναι γνωστό εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι οικονομικά φερέγγυοι να ανταποκριθούν στην ικανοποίηση της οικονομικής πτυχής της απόφασης, σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί εναντίον τους. Το ενδεχόμενο επανάληψης της παράνομης συμπεριφοράς που αποδίδεται στους Εναγομένους 1 και 2, είναι ένα στοιχείο που αυξάνει την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων της Ενάγουσας και την αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς τη συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων.
Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η φύση της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που σε περίπτωση που η Ενάγουσα επιτύχει στην υπόθεση της, η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής θεραπεία με την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Σε τελευταία ανάλυση, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη χωρίς τη συνέχιση της ισχύος των ενδιάμεσων διαταγμάτων.
Συνεπώς κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση.
Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται εδώ. Το Δικαστήριο εξετάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Ωστόσο στις περιπτώσεις όπου παραβιάζονται δικαιώματα ή δεν τηρούνται πρόνοιες νομοθεσίας, η συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος που διατηρεί το status quo ante είναι αναγνωρισμένη διαδικασία.
Αντισταθμίζοντας τις επιπτώσεις από την τυχόν συνέχιση ισχύος διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί για την προστασία δικαιωμάτων των διαδίκων, με γνώμονα τη δυνατότητα απονομής δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο, η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της Ενάγουσας. Δύσκολα αποτιμάται η ζημιά της Ενάγουσας σε χρήμα, πράγμα που χαρακτηρίζει την παρούσα περίπτωση, σε αντίθεση όπου συγκριτικά ευκολότερα είναι να προσδιοριστεί η ζημιά των Εναγομένων και να εξασφαλιστεί με συνδυασμό της εγγύησης σε περίπτωση που η παρούσα υπόθεση αποτύχει.
Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Limited εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus (2014) 1 Α.Α.Δ. 212 που αφορούσε την οριστικοποίηση προσωρινού διατάγματος για δυσφήμιση βρίσκει έρεισμα στην παρούσα υπόθεση:
«Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670). Yπό τα περιστατικά όμως της υπό κρίση περίπτωσης ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων έκδηλα ήταν προς όφελος της εφεσίβλητης, αφού η μη έκδοση του διατάγματος θα επέτρεπε στον εφεσείοντα να συνεχίσει να την δυσφημεί εντός ή και πλησίον των χώρων όπου δραστηριοποιούνταν εμπορικά, ενώ η έκδοση του δεν θα επέφερε ουσιαστικά οποιεσδήποτε ζημιογόνες συνέπειες στον εφεσείοντα. Το ισοζύγιο, επομένως, των πιθανών επιπτώσεων ήταν καταφανές υπέρ της εφεσίβλητης και η κατάληξη αυτή προδιαγράφει την τύχη της έφεσης αφού η βασιμότητα του τέταρτου λόγου έφεσης στηρίζεται στην βασιμότητα των τριών πρώτων που έχουν απορριφθεί. »
Ο κίνδυνος συνέχισης παραβίασης δικαιωμάτων της Ενάγουσας σε ότι αφορά την κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση των επίμαχων διαταγμάτων, πάντοτε και μόνο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, φαίνεται ότι είναι υπαρκτός.
Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει προηγουμένως, θεωρώ ότι η συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η ακύρωση της ισχύος τους επειδή όπως, εκ πρώτης όψεως φαίνεται, χωρίς αυτά ενδέχεται να συνεχίσει η παραβίαση των συνταγματικών και νομοθετικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας.
Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων, καθώς επίσης για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης.
Συνακόλουθα, τα ενδιάμεσα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 03/09/2025 και αφορούν τους Εναγομένους 1 και 2, καθίστανται απόλυτα και κατ’ επέκταση οριστικοποιούνται με ισχύ μέχρι το τέλος εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους, με βάση και τους νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και αφού έχω διαπιστώσει ότι η πλευρά της Ενάγουσας έχει συμμορφωθεί με το καθήκον της για καταχώρηση συνοπτικού καταλόγου εξόδων σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση, το περιεχόμενο της εγκρίνεται και ως εκ τούτου το ποσό που σημειώνεται στον συνοπτικό κατάλογο εξόδων που καταχωρίστηκε από πλευράς Ενάγουσας – Αιτήτριας, εγκρίνεται και επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας – Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 – Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα.
Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 30 ημερών από σήμερα.
(Υπ.) ……………………………………………..
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο