ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1892/2015
Μεταξύ:
Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από την Λευκωσία
Ενάγουσας
και
1. NATAVEL LTD (A.E. 40510), από τη Γεροσκήπου
2. ΑΥΓΟΥΣΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ
ΧΡΙΣΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ]), από τη Γεροσκήπου
3. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΦΩΤΙΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ]),
από τη Γεροσκήπου
4. ΕΒΕΛΙΝΑΣ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΟ ΓΕΝΟΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (Α.Δ.Τ. [ ]), από τη Γεροσκήπου
5. ΝΑΤΑΣΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (Α.Δ.Τ. [ ]),
από τη Γεροσκήπου
Εναγομένων
Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 21.03.16
Μεταξύ:
Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από την Λευκωσία
Ενάγουσας
και
1. NATAVEL LTD (A.E. 40510), από τη Γεροσκήπου
2. ΛΙΖΑΣ ΛΟΥΚΑΪΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, από την Πάφο,
υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της
αποβιώσασας ΑΥΓΟΥΣΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ
ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ])
3. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΦΩΤΙΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ]),
από τη Γεροσκήπου
4. ΕΒΕΛΙΝΑΣ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΟ ΓΕΝΟΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ, από τη Γεροσκήπου
5. ΝΑΤΑΣΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (Α.Δ.Τ. [ ]),
από τη Γεροσκήπου
Εναγομένων
Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερομηνίας 13.02.19
Μεταξύ:
CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης
της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από τη Λευκωσία
Ενάγουσας
και
1. NATAVEL LTD (A.E. 40510), από τη Γεροσκήπου
2. ΛΙΖΑΣ ΛΟΥΚΑΪΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, από την Πάφο,
υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της
αποβιώσασας ΑΥΓΟΥΣΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ
ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ])
3. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΦΩΤΙΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ]),
από τη Γεροσκήπου
4. ΕΒΕΛΙΝΑΣ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΟ ΓΕΝΟΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ, από τη Γεροσκήπου
5. ΝΑΤΑΣΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (Α.Δ.Τ. [ ]),
από τη Γεροσκήπου
Εναγομένων
Ημερομηνία: 09.10.25
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κα Α. Κακογιάννη μαζί με κα Χρ. Λουγκρίδου
για Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγομένους 1 - 5: κα Χ. Φιλίππου για Λ. Λουκαΐδου - Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Απαίτηση της Ενάγουσας:
Η παρούσα αγωγή αφορά χρεωστικά υπόλοιπα ενός τρεχούμενου λογαριασμού με όριο και τριών δανείων που σύμφωνα με την Ενάγουσα της οφείλονται στα πλαίσια πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα») με εξασφαλίσεις των Εναγομένων 2, 3, 4 & 5 αλλά και με υποθηκευμένη ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 1. Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης και συνάμα ενυπόθηκος οφειλέτης ενώ οι Εναγόμενοι 2 - 5 ως εγγυητές.
Ειδικότερα η Ενάγουσα, μέσα από την τροποποιημένη έκθεση της, αξιώνει εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την επιδίκαση των πιο κάτω ποσών που θεωρούν ότι αντιστοιχεί στα κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενα χρηματικά υπόλοιπα πλέον τόκους:
(α) €283.554,91 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο αρ. [ ] (πρώην αρ. [ ]) πλέον τόκο προς 9,519% επί του εν λόγω ποσού από 07.04.15, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης [στο εξής ο «τρεχούμενος λογαριασμός»],
(β) €76.161,70 σε σχέση με το δάνειο με αρ. λογαριασμού [ ] (πρώην αρ. [ ]) πλέον τόκο προς 8,80% επί του εν λόγω ποσού από 07.04.15, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης [στο εξής το «1ο δάνειο»],
(γ) €16.486,46 σε σχέση με το δάνειο με αρ. λογαριασμού [ ] (πρώην αρ. [ ]) πλέον τόκο προς 8,80% επί του εν λόγω ποσού από 07.04.15, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης [στο εξής το «2ο δάνειο»],
(δ) €501.404,47 σε σχέση με το δάνειο με αρ. λογαριασμού [ ] (πρώην αρ. [ ]) πλέον τόκο προς 9,564% επί του εν λόγω ποσού από 07.04.15, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης [στο εξής το «3ο δάνειο»]
Περαιτέρω η Ενάγουσα ζητεί εναντίον της Εναγομένης 1 την έκδοση διαταγμάτων για εκποίηση των υποθηκών με αρ. Υ806/2004, Υ1639/2005, Υ1641/2005 και Υ4253/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου που αφορούν τρία ακίνητα στην Επαρχία Πάφου ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1, τα οποία, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, υποθηκεύτηκαν ως μέρος εξασφάλισης της παροχής των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων.
Η ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία:
Η ακίνητη περιουσία που είναι υποθηκευμένη προς όφελος της Ενάγουσας και ζητείται εκποίηση της, ως μέρος των θεραπειών που επιδιώκονται, αφορά ολόκληρο το μερίδιο που είναι εγγεγραμμένο στην Εναγόμενη 1. Πρόκειται για τα τρία ακίνητα που περιγράφονται υπό τα σημεία 1-4 στον Πίνακα ‘Ε’ της §14 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Δεν χρειάζεται να εκθέσω την περιγραφή των εν λόγω ακινήτων.
Η Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση των Εναγομένων:
Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και παράλληλα προώθησαν ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας.
Κατ’ αρχάς οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστικό ζήτημα μέσα από την οποίαν ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωριστεί πρόωρα και ότι η Ενάγουσα κωλύεται να την προωθεί και να απαιτεί τις αξιούμενες θεραπείες δυνάμει συμβάσεως και/ή συμπεριφοράς (estoppel by deed and/or conduct).
Στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρνιούνται ότι οφείλουν στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό επικαλούμενοι συγκεκριμένες πράξεις και/ή συμπεριφορές που περιγράφουν και θεωρούν ότι είναι αδικαιολόγητες και/ή αναιτιολόγητες και/ή στερούνται αντιπαροχής και/ή είναι παράνομες και/ή άκυρες. Με την αξίωση απόρριψης της αγωγής οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία:
(α) οι όροι των συμφωνιών ημερ. 08.07.03 και 22.07.03 που προβλέπουν την επιβολή τόκου υπερημερίας και/ή ως προς το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι παράνομες και άκυρες ρήτρες που καθιστούν τις εν λόγω συμφωνίες άκυρες, παράνομες και μη νομικά εκτελεστές στην ολότητα τους με την Ενάγουσα έτσι να μην νομιμοποιείται στη διεκδίκηση αξιώσεων,
(β) η μονομερής τροποποίηση και/ή αύξηση του επιτοκίου συνιστούν παράνομες, άδικες, καταχρηστικές και επαχθείς ρήτρες καθιστώντας τις συμφωνίες ημερ. 08.07.03 και 22.07.03 άκυρες, παράνομες και μη νομικά εκτελεστές στην ολότητα τους με την Ενάγουσα έτσι να μην νομιμοποιείται στη διεκδίκηση αξιώσεων,
(γ) η συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε κάθε ένας από τους Εναγομένους δεν δύναται να εκτελεστεί επειδή αφορά εγγύηση υποχρεώσεων που πηγάζουν από παράνομη, άδικη και καταχρηστική συμφωνία,
(δ) οι επιπλέον χρεώσεις που έγιναν μετά τις 07.04.15 είναι παράνομες, άκυρες και στερούμενες έννομου αποτελέσματος επειδή απορρέουν από συμφωνίες που δεν μπορούν να εκτελεστούν λόγω παράβασης τους με νομοθεσία,
(ε) διατάζεται η Ενάγουσα να διαγράψει οποιαδήποτε ποσά έχουν παράνομα, αυθαίρετα, αντισυμβατικά, καταχρηστικά και άδικα χρεώσει σε λογαριασμούς της Εναγομένης 1,
(στ) να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να επιδιώξει θεραπείες και/ή να προβεί σε μέτρα με σκοπό την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων.
Στην πορεία και συγκεκριμένα στις 12.06.24 η ανταπαίτηση των Εναγομένων εναντίον της Ενάγουσας αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα και κατ’ επέκταση απορρίφθηκε, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Εκ συμφώνου, κάθε προηγούμενη διαταγή για έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση ακυρώθηκε.
Προδικαστικό Ζήτημα:
Το πιο πάνω ζήτημα που στο δικόγραφο της υπεράσπισης & ανταπαίτησης δικογραφείται ότι θα πρέπει να εξεταστεί προδικαστικά έχει εγκαταλειφθεί από τους Εναγομένους. Ενόψει της μη προώθησης του, το συγκεκριμένο θέμα δεν θα μας απασχολήσει πλέον.
Παραδεκτά Γεγονότα και Έγγραφα:
Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, όλοι οι διάδικοι υπέβαλαν από κοινού ενώπιον του Δικαστηρίου κατάλογο παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων είναι κοινά παραδεκτό ως προς την αλήθεια του (Τεκμήριο ‘Χ’). Τα παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν ευρήματα του. Τα παραθέτω πιο κάτω αυτούσια:
«(Α) Παραδεκτά Γεγονότα
1. Οι Ενάγοντες, CAC CORAL LTD, είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, με έδρα τους τη Λευκωσία και αποτελεί δεόντως αδειοδοτημένη Εταιρεία Εξαγοράς Πιστώσεων δυνάμει των προνοιών του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί.
2. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και διεξάγουν πάσης φύσεως τραπεζικές εργασίες (στο εξής αναφερόμενη ως η «Τράπεζα»). Προς τούτο, είναι αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου.
3. Κατ’ εφαρμογή του Άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί, και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε την 20/12/2018 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών Αρ. 947/2018 βάσει των Άρθρων 198 – 200 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 21/12/2018, εξ αποφάσεως χρέη και πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες βρίσκονταν στις Οριστικές Καθυστερήσεις της Τράπεζας, περιλαμβανομένου και της παρούσας έχει μεταβιβαστεί/μεταφερθεί από την Τράπεζα στην εταιρεία CAC CORAL LIMITED (με αρ. εγγραφής ΗΕ387010). Προς τούτο, απεστάλησαν στους Εναγόμενους σχετικές ειδοποιήσεις, επιστολές και δημοσιεύσεις περί της πρόθεσης μεταβίβασης και περί της μεταβίβασης υπό της Τράπεζας στους Ενάγοντες, δυνάμει του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί.
4. Δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της DOVALUE CYPRUS LIMITED (η οποία στις 26/06/2023 μετονομάστηκε από Altamira Asset Management (Cyprus) Limited σε DOVALUE CYPRUS LIMITED, (στο εξής «η DOVALUE») και των Εναγόντων και ως εκ τούτου η DOVALUE ενεργεί διά λογαριασμό των Εναγόντων και έχει αναλάβει τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων, και των σχετικών και αντίστοιχων εξασφαλίσεων, εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Στις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις περιλαμβάνονται και οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς και οι συναφείς μ’ αυτές εξασφαλίσεις.
5. Όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Τράπεζας, έχουν μεταβιβαστεί στους Ενάγοντες και οι Ενάγοντες έχουν αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Τράπεζα στην παρούσα Αγωγή.
6. Η Τράπεζα δυvάμει Συμφωνίας ημερoμηvίας 08/07/2003 (στο εξής “η Συμφωνία ημερομηνίας 08/07/2003”) συμφώνησε όπως παρέχει και συνεχίσει να παρέχει στους Εναγόμενους 1 δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε λογαριασμό.
7. Με τις ακόλουθες περαιτέρω συμφωνίες και επιστολές προσφοράς μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόμενων 1, όπως αυτές εμφαίνονται στον Πίνακα Α πιο κάτω και οι οποίες περιέχονται σε αντίστοιχες επιστολές αυτής, τις οποίες προσυπέγραψαν αποδεχόμενοι το περιεχόμενο τους οι Εναγόμενοι 1 στις ακόλουθες ημερομηνίες και για τους ακόλουθους σκοπούς, η Τράπεζα ενέκρινε την παραχώρηση των ακόλουθων τραπεζικών διευκολύνσεων υπό τη Συμφωνία ημερομηνίας 08/07/2003:
Πίνακας Α
|
Δ |
Επιστολή Προσφοράς |
Είδος Δανείου και/ή Τραπεζικής Διευκόλυνσης |
Σκοπός Δανείου και/ή Τραπεζικής |
Αρ. Λογαριασμού |
Ποσό |
|
1. |
Ημερομηνίας 08/07/2003 |
Τρεχούμενος Λογαριασμός (στο εξής « ο Τρεχούμενος Λογαριασμός») |
Όριο Τρεχούμενου λογαριασμού για κεφάλαιο κίνησης |
[ ], μετέπειτα [ ] μετέπειτα [ ] |
Μέχρι £ 30.000 (€51.258) |
|
2. |
Ημερομηνίας 05/03/2004 |
Δάνειο (στο (ο εξής «το πρώτο δάνειο») |
Συμπλήρωση της δαπάνης αγοράς οικιστικού τεμαχίου γης με Αρ. Εγγραφής 0/[ ] στην Πέγεια, επαρχία Πάφου |
[ ] μετέπειτα [ ] μετέπειτα [ ] |
£175.000 (€299.005) |
|
3. |
Ημερομηνίας 15/10/2004 |
Αύξηση Ορίου Τρεχούμενου Λογαριασμού κατά £30.000 |
Όριο τρεχούμενου λογαριασμού για κεφάλαιο κίνησης |
[ ], μετέπειτα [ ] |
Μέχρι £60.000 (€102.516) |
|
4. |
Ημερομηνίας 12/05/2005 |
(1) Αύξηση Ορίου Τρεχούμενου Λογαριασμού κατά £30.000 |
Όριο τρεχούμενου λογαριασμού για κεφάλαιο κίνησης |
[ ], μετέπειτα [ ] |
Μέχρι £90.000 (€153.774) |
|
|
|
(2) Δάνειο (στο εξής «το δεύτερο δάνειο») |
Αντιμετώπιση και/ή κάλυψη επιχειρηματικών οικονομικών αναγκών των Εναγομένων 1 |
[ ] μετέπειτα [ ] μετέπειτα [ ] |
£140.000 (€239.204) |
|
5. |
Ημερομηνίας 31/07/2006 |
Αύξηση Ορίου Τρεχούμενου Λογαριασμού κατά £ 30.000 |
Όριο τρεχούμενου λογαριασμού για κεφάλαιο κίνησης |
[ ], μετέπειτα [ ] |
Μέχρι £120.000 (€205.032) |
|
6. |
Ημερομηνίας 30/11/2007 |
Αύξηση Ορίου Τρεχούμενου Λογαριασμού κατά £30.000 |
Όριο τρεχούμενου λογαριασμού για κεφάλαιο κίνησης |
[ ], μετέπειτα [ ] |
Μέχρι £50.000 ( €256.290) |
8. Τα Δάνεια και Τραπεζικές διευκολύνσεις που αναφέρονται στον Πίνακα Α πιο πάνω, χρεωνόταν με τα ακόλουθα επιτόκια το χρόνο ως εμφαίνονται στον πιο κάτω Πίνακα Β, υπολογιζόμενα στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και λογιζόμενα στο λογαριασμό των Εναγόμενων 1 ή πληρωτέα απ’ αυτήν την 30η μέρα Ιουνίου και 31η μέρα Δεκεμβρίου κάθε χρόνου εκτός και αν η Τράπεζα ειδοποιούσε τους Εναγόμενους 1 διαφορετικά.
Πίνακας Β
|
|
Επιστολή Προσφοράς |
Βασικό επιτόκιο |
Πρόσθετο επιτόκιο |
Σύνολο επιτοκίου |
|
1. |
Ημερομηνίας 08/07/2003 |
4,50% |
3,00% |
7,50% |
|
2. |
Ημερομηνίας 05/03/2004 |
4,50% |
3,00% |
7,50% |
|
3. |
Ημερομηνίας 15/10/2004 |
5,50% |
3,00% |
8,50% |
|
4. |
Ημερομηνίας 12/05/2005 |
5,25%. |
3,00% |
8,25% |
|
5. |
Ημερομηνίας 31/07/2006 |
4,25% |
3,00% |
7,25% |
|
6. |
Ημερομηνίας 30/11/2007 |
4,50% |
2,00% |
6,50% |
9. Προς εξασφάλιση της Τράπεζας και ως αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων που η Τράπεζα παραχώρησε στους Εναγόμενους 1, η αποβιώσασα και οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 υπέγραψαν Έγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως ημερομηνίας 08/07/2003 (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εγγύηση ημερομηνίας 08/07/2003») και τα ακόλουθα Συμπληρωματικά Έγγραφα Εγγύησης και Αποζημιώσεως και Βεβαιώσεις Συνέχισης της Εγγύησης από τους εγγυητές, ως εμφαίνονται στον κατωτέρω Πίνακα Γ, στη βάση των οποίων όλοι οι όροι, πρόνοιες, προϋποθέσεις επιφυλάξεις και δεσμεύσεις της Εγγύησης ημερομηνίας 08/07/2003, συνέχιζαν να ισχύουν, σε αντάλλαγμα της αποδοχής εκ μέρους της Τράπεζας να παράσχει και να συνεχίσει να παράσχει στους Εναγόμενους 1 δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις με βάση τη Συμφωνία ημερομηνίας 08/07/2003.
Πίνακας Γ
|
|
Επιστολή Προσφοράς |
Εγγύηση |
Ποσό |
|
1. |
Ημερομηνίας 08/07/2003 |
Εγγύηση ημερομηνίας 08/07/2003 |
Μέχρι του ποσού των Λ.Κ.270,000 (€461.322) |
|
2. |
Ημερομηνίας 05/03/2004 |
Συμπληρωματικό Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημιώσεως Αρ. 1, ημερομηνίας 05/03/2004 |
Μέχρι του ποσού των Λ.Κ.445,000 (€760.328) |
|
3. |
Ημερομηνίας 15/10/2004 |
Βεβαίωση Συνέχισης της Εγγύησης από τον Εγγυητή, ημερομηνίας 15/10/2004 |
|
|
4. |
Ημερομηνίας 12/05/2005 |
Συμπληρωματικό Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημιώσεως Αρ. 2, ημερομηνίας 12/05/2005 |
Μέχρι του ποσού των Λ.Κ.560.000 (€956.817) |
|
5. |
Ημερομηνίας 31/07/2006 |
Βεβαίωση Συνέχισης της Εγγύησης από τον Εγγυητή, ημερομηνίας 31/07/2006 |
|
|
6. |
Ημερομηνίας 30/11/2007 |
Βεβαίωση Συνέχισης της Εγγύησης από τον Εγγυητή, ημερομηνίας 30/11/2007 |
|
10. Η Τράπεζα δυvάμει νέας Συμφωνίας ημερoμηvίας 22/07/2008 (στο εξής “η Συμφωνία ημερομηνίας 22/07/2008”) συμφώνησε όπως παρέχει και συνεχίσει να παρέχει στους Εναγόμενους 1 δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε λογαριασμό.
11. Η χορήγηση και η συνέχιση παροχής των τραπεζικών διευκολύνσεων θα υπόκειντο στους ίδιους όρους με τη Συμφωνία ημερομηνίας 08/07/2003.
12. Με Επιστολή Προσφοράς μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόμενων 1, όπως αυτή εμφαίνεται στον Πίνακα Δ πιο κάτω, την οποία προσυπέγραψαν αποδεχόμενοι το περιεχόμενο της οι Εναγόμενοι 1 στις 22/07/2008, η Τράπεζα ενέκρινε, μεταξύ άλλων, την παραχώρηση των ακόλουθων τραπεζικών διευκολύνσεων υπό τη Συμφωνία ημερομηνίας 22/07/2008:
Πίνακας Δ
|
|
Επιστολή προσφοράς |
Είδος Δανείου και/ή Τραπεζικής Διευκόλυνσης |
Σκοπός Δανείου και/ή τραπεζικής διευκόλυνσης |
Αρ. Λογαριασμού |
Ποσό |
|
1. |
Ημερομηνίας 22/07/2008 |
(1) Αύξηση Ορίου Τρεχούμενου Λογαριασμού κατά €3.710 |
Όριο τρεχούμενου λογαριασμού για κεφάλαιο κίνησης |
[ ], μετέπειτα [ ]
|
Μέχρι €260.000 |
|
|
|
(2) Δάνειο (στο εξής «το τρίτο δάνειο») |
Αγορά τεμαχίου γης με Αρ. Εγγραφής [ ] στην Κρήτου Τέρρα, επαρχία Πάφου |
[ ] μετέπειτα [ ] μετέπειτα [ ] |
€350.000 |
13. Σε σχέση με το επιτόκιο, αναφορικά με όλες τις τραπεζικές διευκολύνσεις, ως αυτό εμφαίνεται στην Επιστολή Προσφοράς ημερομηνίας 22/07/2008, ίσχυαν τα ακόλουθα:-
Πίνακας Ε
|
Αρ. Λογαριασμού |
Επιστολή Προσφοράς |
Επιτόκιο |
Πρόσθετο Επιτόκιο |
Σύνολο Επιτοκίου |
|
[ ] (Τρεχούμενος Λογαριασμός) |
Ημερομηνίας 22/07/08 |
επιτόκιο αναφοράς το τριμηνιαίο Euribor |
2,00% |
|
|
[ ] (πρώτο δάνειο) |
Ημερομηνίας 22/07/08 |
4,25% (βασικό επιτόκιο ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας) |
2,00% |
6,25% |
|
[ ](δεύτερο δάνειο) |
Ημερομηνίας 22/07/08 |
4,25% ( βασικό επιτόκιο κεντρικής τράπεζας)
|
2,00% |
6,25% |
|
[ ] (τρίτο δάνειο) |
Ημερομηνίας 22/07/08 |
επιτόκιο αναφοράς το τριμηνιαίο Euribor |
2,00% |
|
14. Προς εξασφάλιση της Τράπεζας και ως αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων που η Τράπεζα παραχώρησε στους Εναγόμενους 1, η αποβιώσασα και οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 υπέγραψαν νέο Έγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως ημερομηνίας 22/07/2008 (που στο εξής θ’ αναφέρεται ως «η Εγγύηση ημερομηνίας 22/07/2008») σε αντάλλαγμα της αποδοχής εκ μέρους της Τράπεζας να παράσχει και να συνεχίσει να παρέχει στους Εναγόμενους 1 δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις με βάση τη Συμφωνία ημερομηνίας 22/07/2008 και εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και ξεχωριστά τους Εναγόμενους 1 και ανέλαβαν προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 προς την Τράπεζα μέχρι του ποσού των €850.000 πλέον τόκοι, προμήθειες, δικαιώματα, επιβαρύνσεις και έξοδα.
15. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της Τράπεζας και ως αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων που η Τράπεζα παραχώρησε στους Εναγόμενους 1, οι τελευταίοι, υπέγραψαν και εκτέλεσαν προς όφελος της Τράπεζας τις πιο κάτω υποθήκες όπως αυτές εμφαίνονται στον Πίνακα Στ κατωτέρω.
Πίνακας Στ
|
|
Αριθμός και ημερομηνία Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου |
Ημερομηνία Εγγράφου Υποθήκης |
Λεπτομέρειες υποθηκευμένων ακινήτων Εναγομένων 1 |
Υποθηκευμένο Μερίδιο |
Ποσό |
|
1. |
Υ806/2004, ημερομηνίας 05/03/2004 |
05/03/2004 |
Οικόπεδο υπό τεμάχιο αρ. [ ], του Φύλλου/Σχεδίου 45/09 που βρίσκεται στην Πέγεια, επαρχία Πάφου και που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής αρ. 0/[ ]. |
Όλο και κατόπιν απαλλαγών στις 20/11/2007, 07/12/2007 και 23/03/2010 τώρα τα 16/19 μερίδια
|
Λ.Κ. 200.000 (€341.720)) |
|
2. |
Υ1639/2005, ημερoμηvίας 12/05/2005 |
12/05/2005 |
Οικόπεδο υπό τεμάχιο αρ. [ ], του Φύλλου/Σχεδίου 34/63 που βρίσκεται στην Πέγεια, επαρχία Πάφου και που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής αρ. 0/[ ] |
Όλο |
Λ.Κ. 60.000 (€102.516) |
|
3. |
Υ1641/2005, ημερoμηvίας 12/05/2005
|
12/05/2005 |
Οικόπεδο υπό τεμάχιο αρ. [ ], του Φύλλου/Σχεδίου 34/63 που βρίσκεται στην Πέγεια, επαρχία Πάφου και που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής αρ. 0/[ ] |
Όλο
|
Λ.Κ. 140.000 (€239.204) |
|
4. |
Υ4253/2008, ημερoμηvίας 23/07/2008 |
23/07/2008 |
Οικόπεδο υπό τεμάχιο αρ. [ ], του Φύλλου/Σχεδίου 35/43 που βρίσκεται στην Κρήτου Τέρρα, επαρχία Πάφου και που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής αρ. [ ] |
Όλο
|
€350.000 |
16. Κατά την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2012 μέχρι Δεκέμβριο του 2013, η Τράπεζα απέστειλε και οι Εναγόμενοι 1, η αποβιώσασα καθώς και οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 παρέλαβαν αριθμό προειδοποιητικών επιστολών.
17. Η Τράπεζα επέδωσε νέες επιστολές στους Εναγόμενους 1 με κοινοποίηση στην αποβιώσασα και στους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 07/02/2014 (οι οποίες όμως σημειώνονται εκ παραδρομής ως «07 Φεβρουαρίου 2013»), σε σχέση με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό με αρ. [ ], το πρώτο δάνειο ημερομηνίας 05/03/2004 με αρ. λογαριασμού [ ], το δεύτερο δάνειο ημερομηνίας 12/05/2005 με αρ. λογαριασμού [ ] και το τρίτο δάνειο ημερομηνίας 22/07/2008 με αρ. λογαριασμού [ ].
18. Η Τράπεζα απέστειλε και οι Εναγόμενοι 1, η αποβιώσασα καθώς και οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 παρέλαβαν συστημένες επιστολές ημερομηνίας 07/04/2015 με τις οποίες τερμάτισε τις Συμφωνίες ημερομηνίας 08/07/2003 και 22/07/2008 καθώς και τις Επιστολές Προσφοράς ημερομηνίας 08/07/2003, 05/03/2004, 15/10/2004, 12/05/2005, 31/07/2006, 30/11/2007 και 22/07/2008.
19. Ο Τρεχούμενος Λογαριασμός, μεταφέρθηκε σε Λογαριασμό Καθυστερήσεως με αρ. [ ] και οι λογαριασμοί του πρώτου, δεύτερου και τρίτου δανείου, μεταφέρθηκαν σε Λογαριασμούς Καθυστερήσεως με αρ. [ ], [ ] και [ ], αντίστοιχα.
20. Στις 12/04/2016 η Τράπεζα καταχώρησε τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου.
21. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, και 5 στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 27/11/2017.
22. Η Τράπεζα, καταχώρησε στις 27/04/2018 Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4 και 5.
23. Στις 13/02/2019 καταχωρήθηκε ειδοποίηση υποκατάστασης της Τράπεζας από τους Ενάγοντες η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου.
24. Στις 12/06/2024 αποσύρθηκε εκ συμφώνου και ανεπιφύλακτα η Ανταπαίτηση των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4, και 5.
(Β) Έγγραφα Παραδεκτά ως προς την ύπαρξη και την αλήθεια του
περιεχομένου τους
1. Δέσμη των σχετικών ειδοποιήσεων και δημοσιεύσεων περί της πρόθεσης (ημερ. 26/10/2018) και της μεταβίβασης (ημερ. 28/12/2018), δυνάμει του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί.
2. Δέσμη των επιστολών ημερ. 14/1/2019 περί της πρόθεσης και της μεταβίβασης, δυνάμει του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί.
3. Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Γενική Αίτηση Αρ. 947/2018, ημερομηνίας 20/12/2018, με βάση το οποίο επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ («η Τράπεζα»), της CAC CORAL LIMITED και της Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.. Στο εν λόγω Διάταγμα είναι επισυνημμένο το ως άνω αναφερόμενο Σχέδιο Διακανονισμού.
4. Κατάλογος Εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων που αδειοδοτήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.
5. Πιστοποιητικό άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών της Τράπεζας.
6. Πιστοποιητικό Εγγραφής της Τράπεζας στον Έφορο Εταιρειών.
7. Πιστοποιητικό Σύστασης της Τράπεζας.
8. Πιστοποιητικό άδειας λειτουργίας της CAC CORAL LIMITED.
9. Πιστοποιητικό Εγγραφής Λειτουργίας της CAC CORAL LIMITED στον Έφορο Εταιρειών.
10. Πιστοποιητικό σύστασης της CAC CORAL LIMITED.
11. Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος Altamira Asset Management (Cyprus) Limited.
12. Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος Altamira Asset Management (Cyprus) Limited σε Dovalue Cyprus Ltd ημερ. 26/6/2023.
13. Εξουσιοδότηση λειτουργού.
14. Επιστολή προσφοράς Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 8/7/2003.
15. Συμφωνία ημερομηνίας 8/7/2003.
16. Επιστολές προσφοράς προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 08/07/2003.
17. Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημιώσεως της αποβιώσασας και των Εναγομένων 3, 4 και 5 ημερομηνίας 8/7/2003.
18. Επιστολή της Τράπεζας προς Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 08/07/2003.
19. Επιστολή Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 08/07/2003.
20. Επιστολή Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 10/07/2003.
21. Επιστολή Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 23/07/2003.
22. Επιστολή Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 05/03/2004.
23. Επιστολή Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 26/09/2005.
24. Επιστολή Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 22/07/2008.
25. Επιστολή της Τράπεζας προς Εναγόμενη 1, ημερομηνίας 31/07/2012.
26. Γραπτή Δήλωση Εναγόμενων 1, ημερομηνίας 11/04/2003 σε σχέση με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό.
27. Γραπτή Δήλωση Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 08/07/2003.
28. Αίτηση Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 20/06/2003.
29. Εξουσιοδότηση Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 20/06/2003.
30. Γραπτή Δήλωση Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 15/10/2004.
31. Εξουσιοδότηση Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 01/09/2004.
32. Αίτηση Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 01/09/2004.
33. Γραπτή Δήλωση Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 31/07/2006.
34. Εξουσιοδότηση Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 24/05/2006.
35. Εξουσιοδότηση Εναγόμενης 1 προς Τράπεζα ημερομηνίας 12/11/2007.
36. Γραπτή Δήλωση Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 30/11/2007.
37. Επιστολή Τράπεζας προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 08/07/2003.
38. Γραπτή Δήλωση της αποβιώσασας και των Εναγόμενων 3, 4 και 5, ημερομηνίας 08/07/2003.
39. Επιστολή προσφοράς Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 15/10/2004.
40. Επιστολές προσφοράς προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 15/10/2004 με επισυνημμένη τη βεβαίωση συνέχισης της εγγύησης, τη γραπτή δήλωση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, την επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 15/10/2004 προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 και την δήλωση αυτών ημερομηνίας 15/10/2004.
41. Επιστολή προσφοράς Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 31/7/2006.
42. Επιστολές προσφοράς προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 31/07/2006 με επισυνημμένη τη βεβαίωση συνέχισης της εγγύησης, τη γραπτή δήλωση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, την επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 31/07/2006 προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 και την δήλωση αυτών ημερομηνίας 31/07/2006.
43. Επιστολή προσφοράς Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 30/11/2007.
44. Επιστολές προσφοράς προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 30/11/2007 με επισυνημμένη τη βεβαίωση συνέχισης της εγγύησης, την επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 30/11/2007 προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 και την δήλωση συτών ημερομηνίας 30/11/2007.
45. Επιστολή/Απόφαση Εναγόμενων 1 προς την Τράπεζα ημερομηνίας 08/07/2003.
46. Δήλωση γραμματέα Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 08/07/2003.
47. Ειδικό Πληρεξούσιο Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 31/07/2003.
48. Απόφαση Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 31/07/2003.
49. Δήλωση γραμματέα Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 31/07/2003.
50. Επιστολή/Εξουσιοδότηση Εναγόμενων 1, ημερομηνίας 22/07/2008.
51. Επιστολή προσφοράς Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 5/3/2004.
52. Επιστολές προσφοράς προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 05/03/2004 με επισυνημμένη την επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 05/03/2004 προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 και την δήλωση αυτών ημερομηνίας 05/03/2004.
53. Συμπληρωματικό Έγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως Αριθμός 1 ημερομηνίας 5/3/2004.
54. Δέσμη προειδοποιητικών επιστολών από την Τράπεζα προς Εναγόμενη 1 και κοινοποίηση στην αποβιώσασα και στους Εναγόμενους 3, 4 και 5 σε σχέση με τον Λογαριασμό Δανείου με αρ. [ ] μετέπειτα [ ] μετέπειτα [ ] (πρώτο δάνειο) ημερομηνίας 31/05/2013, 28/06/2013, 31/07/2013, 30/08/2013, 30/09/2013, 31/10/2013, 29/11/2013.
55. Επιστολή/Εξουσιοδότηση Εναγόμενων 1 προς την Τράπεζα ημερομηνίας 19/02/2004.
56. Αίτηση Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 19/02/2004.
57. Εξουσιοδότηση Εναγόμενων 1 προς την Τράπεζα ημερομηνίας 05/03/2004.
58. Επιστολή/Απόφαση Εναγόμενων 1 προς την Τράπεζα ημερομηνίας 05/03/2004.
59. Δήλωση γραμματέα Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 05/03/2004.
60. Απόφαση Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 05/03/2004.
61. Δήλωση γραμματέα Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 15/10/2004.
62. Απόφαση Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 15/10/2004.
63. Αίτηση Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 08/04/2005.
64. Εξουσιοδότηση Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 08/04/2005.
65. Γραπτή Δήλωση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη ημερομηνίας 09/05/2005.
66. Εξουσιοδότηση Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 12/05/2005.
67. Επιστολή προσφοράς Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 12/5/2005.
68. Επιστολές προσφοράς προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 12/05/2005 με επισυνημμένη την επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 12/05/2005 προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 και την δήλωση αυτών ημερομηνίας 12/05/2005.
69. Συμπληρωματικό Έγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως Αριθμός 2 ημερομηνίας 12/5/2005.
70. Επιστολή/Απόφαση Εναγόμενων 1 προς την Τράπεζα ημερομηνίας 12/05/2005.
71. Δήλωση γραμματέα Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 12/05/2005.
72. Δήλωση γραμματέα Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 25/08/2005.
73. Ειδικό Πληρεξούσιο Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 25/08/2005.
74. Επιστολή προσφοράς Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 22/7/2008 με επισυνημμένο πίνακα χρεώσεων, γραπτή δήλωση προτιθέμενου Πρωτοφειλέτη καθώς και σχετική εξουσιοδότηση προς την Τράπεζα.
75. Συμφωνία ημερομηνίας 22/7/2008.
76. Επιστολές προσφοράς προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 22/07/2008 με επισυνημμένη την επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 22/07/2008 προς την αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 και την δήλωση της αποβιώσασας και των Εναγόμενων 3, 4 και 5 ημερομηνίας 22/07/2008.
77. Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημιώσεως της αποβιώσασας και των Εναγόμενων 3, 4 και 5 ημερομηνίας 22/7/2008.
78. Επιστολή/Απόφαση Εναγόμενων 1 προς την Τράπεζα ημερομηνίας 10/07/2008.
79. Δήλωση γραμματέα Εναγόμενων 1 ημερομηνίας 10/07/2008.
80. Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου με αρ. Υ806/2004 ημερομηνίας 5/3/2004 με επισυνημμένο ως αναπόσπαστο μέρος έγγραφο υποθήκης ιδίας ημερομηνίας.
81. Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου με αρ. Υ1639/2005 ημερομηνίας 12/5/2005 με επισυνημμένο ως αναπόσπαστο μέρος έγγραφο υποθήκης ιδίας ημερομηνίας.
82. Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου με αρ. Υ1641/2005 ημερομηνίας 12/05/2005 με επισυνημμένο ως αναπόσπαστο μέρος έγγραφο υποθήκης ιδίας ημερομηνίας.
83. Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου με αρ. Υ4253/2008 ημερομηνίας 23/7/2008 με επισυνημμένο ως αναπόσπαστο μέρος έγγραφο υποθήκης ιδίας ημερομηνίας.
84. Επιστολές προς τους Εναγόμενους 1 με κοινοποίηση στην αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 7/2/2014 σε σχέση με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό.
85. Επιστολές προς τους Εναγόμενους 1 με κοινοποίηση στην αποβιώσασα και τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 ημερομηνίας 7/2/2014 (εκ παραδρομής αναγράφεται η ημερομηνία 7/2/2013) σε σχέση με τους τρεις Λογαριασμούς Δανείου μαζί με ένορκες δηλώσεις επίδοσης αυτών.»
Επιπρόσθετα Παραδεκτά Γεγονότα:
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης οι διάδικοι προέβηκαν στις πιο κάτω κοινές και συνάμα δεσμευτικές για τους ιδίους δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου:
(1) Η δέσμη προειδοποιητικών επιστολών στην Εναγόμενη 1 με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2-5, για τις οποίες γίνεται αναφορά στα σημεία (i) μέχρι (iv) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της §24 της Ένδειξης ‘Α’, έχουν αποσταλεί και παραληφθεί από όλους τους Εναγομένους (Τεκμήριο 14).
(2) Οι επιστολές ημερ. 07.02.14 με τις οποίες τα ποσά στους λογαριασμούς των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, για τις οποίες γίνεται αναφορά στην §25 της Ένδειξης ‘Α’), έχουν αποσταλεί στην Εναγόμενη 1, η οποία και τις παρέλαβε (Τεκμήριο 15).
(3) Οι επιστολές ημερ. 07.02.14 τερματισμού λειτουργίας των λογαριασμών στην Εναγόμενη 1 με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2-5, για τις οποίες γίνεται αναφορά στις §26, §27 & §28 της Ένδειξης ‘Α’, έχουν αποσταλεί και παραληφθεί από όλους τους Εναγομένους (Τεκμήριο 16).
(4) Ο μαθηματικός τρόπος υπολογισμού και το ύψος το οποίο προκύπτει μέσα από μαθηματικές πράξεις ως υπόλοιπο στις καταστάσεις λογαριασμών που κατατέθηκαν τόσο από πλευράς της Ενάγουσας όσο και από μέρους των Εναγομένων είναι αποδεκτός από τους διαδίκους ως μαθηματικά και λογιστικά ορθό (Τεκμήρια 17Β, 18Β, 19Β, 20Β, 21, 22, 27, 28, 29 & 30).
Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου.
Επίδικα Θέματα και οι εκδοχές των διαδίκων αναφορικά μ’ αυτά:
Με την υποβολή των παραδεκτών γεγονότων και τις κοινές δεσμευτικές δηλώσεις που έχουν γίνει, τα επίδικα θέματα, όπως αυτά καθορίστηκαν μέσα από τα δικόγραφα, έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό. Αμφότεροι συνήγοροι μαζί με τους πελάτες τους πιστώνονται για την επίδειξη υπευθυνότητας και συναίσθησης του καθήκοντος τους να αναλώσουν το δικαστικό χρόνο για την εκδίκαση μόνο των ζητημάτων επί των οποίων πραγματικά διαφωνούν. Ένεκα της εποικοδομητικής στάσης που τήρησαν οι διάδικοι, παρέμειναν για εκδίκαση τα εξής επίδικα θέματα:
(1) κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται ή όχι να διαφοροποιεί το πρόσθετο επιτόκιο και έτσι ο τρεχούμενος λογαριασμός και οι λογαριασμοί δανείων να χρεώνονται με επιτόκιο πέραν του συμβατικού κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους,
(2) κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται ή όχι να αξιώνει τόκο υπερημερίας και κατ’ επέκταση να προβαίνει σε τέτοια χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού και των λογαριασμών δανείων από τις 07.04.15 που αποστάληκε η επιστολή τερματισμού της λειτουργίας τους.
Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι οι συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και τα έγγραφα που η ίδια θεωρεί ως συμπληρωματικά με δεσμευτική ισχύ για τη συνέχιση χορήγησης τους στην Εναγόμενη 1, της επιτρέπουν να αξιώνει χρεώσεις πρόσθετου επιτοκίου πέραν του συμβατικού καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, καθώς επίσης να διεκδικεί χρέωση τόκου υπερημερίας από τις 07.04.15 και μετέπειτα αφού πρώτα αποσταλεί σχετική γραπτή ενημέρωση στους Εναγομένους. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, τα ποσά που της οφείλονται είναι αυτά που φαίνονται ως χρεωστικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς του τρεχούμενου λογαριασμού και των τριών δανείων, οι οποίοι έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 17Β, 18Β, 19Β & 20Β και συμπεριλαμβάνουν όλες τις αυξήσεις επιτοκίου, χρεώσεις τόκου υπερημερίας από 07.04.15 και έπειτα και άλλες δαπάνες και έξοδα που θεωρούν ότι σχετίζονται. Πρόκειται για τα ποσά που η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης υπό τα σημεία (Α) μέχρι (Η) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, ως αποτέλεσμα των οποίων επιδιώκει εναντίον της Εναγομένης 1 και τις θεραπείες υπό τα σημεία (Θ) έως (Λ) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης. Έχω αναφερθεί στην αρχή στα ποσά και στις άλλες θεραπείες που η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων και γι’ αυτό δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω.
Αντίθετα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι, βάση των συμφωνητικών εγγράφων, η αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου (περιθωρίου) πέραν του συμβατικού απαιτούσε την έγκριση της Εναγομένης 1. Σύμφωνα με τους Εναγομένους, η Εναγόμενη 1 συμφώνησε σε διαφοροποίηση του περιθωρίου μέχρι το έτος 2008. Συνεπώς όλες οι αυξήσεις που επήλθαν από το έτος 2009 και έπειτα σχετικά με το πρόσθετο επιτόκιο είναι αυθαίρετες και κατά παράβαση των συμβάσεων. Σε ότι δε αφορά τον τόκο υπερημερίας, είναι η θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά εξ’ υπαιτιότητας της Εναγομένης 1 για να δικαιούται οποιαδήποτε τέτοια χρέωση. Οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν ότι τα πραγματικά οφειλόμενα ποσά είναι αυτά που σημειώνονται στους αναδομημένους λογαριασμούς του τρεχούμενου λογαριασμού και των τριών δανείων, οι οποίοι έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 27-30 και περιλαμβάνουν χρεώσεις επιτοκίου που η Εναγόμενη 1 συμφώνησε γραπτώς, χωρίς αυξήσεις για τις οποίες δεν έδωσε γραπτώς την έγκριση της, δίχως χρεώσεις τόκου υπερημερίας και αφαιρουμένων εξόδων και δαπανών.
Προσαχθείσα Μαρτυρία:
Για την απόδειξη της απαίτησης της η Ενάγουσα παρουσίασε ένα μάρτυρα. Προς υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι κάλεσαν επίσης ένα μάρτυρα.
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 30 τεκμήρια.
Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου.
ΜΕ ήταν η Βάσω Νικολάου, η οποία από τον Δεκέμβριο 2023 εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της εταιρείας Dovalue Cyprus Limited (πρώην Altamira Asset Management (Cyprus) Limited). Η εταιρεία Dovalue Cyprus Limited (στο εξής η «Dovalue»), δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της ιδίας και της Ενάγουσας, ενεργεί για λογαριασμό της Ενάγουσας αναλαμβάνοντας τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της και των σχετικών εγγυήσεων και εξασφαλίσεων. Ανάμεσα στις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που η Dovalue ανέλαβε βρίσκονται και οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που συνοδεύονται από τις συναφείς εγγυήσεις και εξασφαλίσεις.
Η μάρτυρας έχει σπουδάσει νομική και στην πορεία εργοδοτήθηκε στην Dovalue. Εκ της θέσεως της και ως μέρος των καθηκόντων της, είχε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα και στο αρχείο της τράπεζας από τα οποία εντόπισε τα έγγραφα της υπόθεσης τα οποία μελέτησε και έπειτα εκτύπωσε. Η κυρίως εξέταση της μάρτυρος ουσιαστικά αποτελείται από γραπτή δήλωση της, η οποία παρουσιάστηκε ως Ένδειξη ‘Α’, κατά τη διάρκεια της οποίας κατέθεσε διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη του περιεχομένου της (Τεκμήρια 1 μέχρι 26). Ακολούθησε η αντεξέταση της από την συνήγορο των Εναγομένων.
Μέσα από την μαρτυρία της η ΜΕ παρέθεσε το ιστορικό χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1 αναφέροντας το χρόνο, το βαθμό και την έκταση εμπλοκής του καθενός διαδίκου. Παρέθεσε το νομικό και πραγματικό πλαίσιο που σύμφωνα με την ίδια διέπει την επαγγελματική σχέση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 αλλά και τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που δόθηκαν από τις Εναγόμενες 2-5 για την χορήγηση και συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1 που αποτελεί το είδος και τη μορφή επαγγελματικής σχέσης που αυτή είχε με την Ενάγουσα. Οι αναφορές της μάρτυρος καλύπτουν τις ενέργειες της Ενάγουσας που έγιναν από και/ή εκ μέρους και για λογαριασμό της μέχρι τον τερματισμό του ενός τρεχούμενου λογαριασμού και των τριών λογαριασμών δανείου που ήταν σε λειτουργία. Λεπτομέρειες των πιο πάνω έχουν ήδη εκτεθεί ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων χωρίς έτσι να χρειάζεται άλλη αναφορά.
Επικαλούμενη τον όρο 2 του Τεκμηρίου 1 η μάρτυρας ανάφερε ότι τυχόν αλλαγές στο βασικό επιτόκιο θα γνωστοποιούνταν με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο ενώ σε σχέση με διαφοροποίηση του πρόσθετου επιτοκίου η ενημέρωση θα γινόταν με αποστολή επιστολών προσωπικά στον πελάτη, χωρίς να απαιτείται η έγκριση του.
Όπως περαιτέρω είπε, το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 (Τεκμήριο 1) συνιστά τη βασική συμφωνία που αρχικά αφορούσε τον τρεχούμενο λογαριασμό πριν την τροποποίηση της βάσης του επιτοκίου και συνάμα διέπει τα δύο πρώτα δάνεια. Τελικά ο τρεχούμενος λογαριασμός αλλά και το τρίτο δάνειο καλύπτονται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 12) που για την περίπτωση αυτή θεωρείται η βασική συμφωνία με το Τεκμήριο 13 να θεωρείται η ειδική συμφωνία. Όπως ακόμη η μάρτυρας είπε, με το Τεκμήριο 13 τροποποιήθηκε η βάση χρέωσης του επιτοκίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε 3 μηνών Euribor πλέον πρόσθετο 2% καθώς επίσης χορηγήθηκε το τρίτο δάνειο. Είναι επίσης η θέση της μάρτυρος ότι σε ότι αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό με τη συνομολόγηση του Τεκμηρίου 12 η προγενέστερη συμφωνία (Τεκμήριο 1) έπαυσε να ισχύει.
Σύμφωνα με την ΜΕ, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή του πρόσθετου επιτοκίου μέχρι τις 29.11.07. Στις 30.11.07 το πρόσθετο επιτόκιο μειώθηκε από 3% σε 2% (Τεκμήριο 23) και η επιστολή προσφοράς ιδίας ημερομηνίας που αποστάληκε έχει υπογραφεί εκ μέρους της Εναγόμενης 1. Ακολούθως στις 22.07.08 αποστάληκε άλλη επιστολή προσφοράς η οποία προέβλεπε μετατροπή του βασικού επιτοκίου σε euribor (Τεκμήριο 13). Το δε πρόσθετο επιτόκιο παρέμεινε το ίδιο. Στις 05.02.09 η Τράπεζα προέβηκε σε αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου από 2% σε 5,5% αποστέλλοντας σχετική επιστολή ενημέρωσης. Στις 04.07.11 το πρόσθετο επιτόκιο αυξήθηκε ξανά από 5,5% σε 6,25% με το οποίο χρεωνόταν ο τρεχούμενος λογαριασμός, κατόπιν αποστολής σχετικής επιστολής. Στις 03.10.12, πάλι κατόπιν αποστολής σχετικής επιστολής, το πρόσθετο επιτόκιο αυξήθηκε εκ νέου από 6,25% σε 7,5%. Αναφερόμενη στο στάδιο τερματισμού, η ΜΕ είπε ότι στις 07.04.15 αποστάληκε επιστολή με την οποίαν σημειωνόταν ότι ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με βασικό euribor 0,019%, με πρόσθετο επιτόκιο (περιθώριο) 7,5% που ίσχυε από το έτος 2012 πλέον τόκο υπερημερίας 2%, οπότε συνολικά η χρέωση ανήλθε στα 9,519%, η οποία αξιώνεται από τον τερματισμό (07.04.15) και μετέπειτα.
Στρεφόμενη στα δύο πρώτα δάνεια, η ΜΕ ανάφερε ότι υπήρξε αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου με τον ίδιο τρόπο ως με τον τρεχούμενο λογαριασμό που περιγράφηκε πιο πάνω.
Η μάρτυρας ακόμη επισήμανε ότι όποτε υπήρχε καθυστέρηση στην πληρωμή κάποιας δόσης οποιουδήποτε δανείου ή υπέρβαση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό, ο λογαριασμός, είτε οποιουδήποτε δανείου είτε του τρεχούμενου, χρεωνόταν με τόκο υπερημερίας και προς τούτο επικαλέστηκε τον όρο 9 του Τεκμηρίου 1. Σε ερώτηση αν θα έπαυε να υπήρχε χρέωση τόκου υπερημερίας στην περίπτωση που πληρωνόταν η καθυστερημένη δόση μαζί με το ποσό που αναλογούσε την περίοδο καθυστέρησης, η ΜΕ δεν ήταν σε θέση να απαντήσει.
Καταλήγοντας η ΜΕ επανέλαβε ότι αξιώνονται τα ποσά και οι θεραπείες που διεκδικούνται στο παρακλητικό της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, τα οποία επισήμανε στην §64 της Ένδειξης ‘Α’ (γραπτής δήλωσης της) υπό τα σημεία (Α) μέχρι (Ε) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Τα έχω ήδη αναφέρει στην αρχή και δεν χρειάζεται να τα αναφέρω εκ νέου. Προς υποστήριξη τους έχουν κατατεθεί οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμών συνοδευόμενα από το πιστοποιητικό αρχείου της Εναγόμενης 1 εταιρείας δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεων Νόμου (Κεφ. 9) [Τεκμήρια 17Α, 17Β, 18Α, 18Β, 19Α, 19Β, 20Α & 20Β].
Παρόλα αυτά η μάρτυρας προχώρησε στην παρουσίαση αναδομημένων λογαριασμών του τρεχούμενου και των τριών δανείων προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου σε περίπτωση που δεν γίνουν αποδεκτές οι χρεώσεις που έχουν γίνει, ειδικότερα αυτών που αφορούν αυξήσεις πρόσθετου τόκου και τόκου υπερημερίας (Τεκμήρια 21 & 22). Όπως η μάρτυρας εξήγησε, οι αναδομημένοι λογαριασμοί περιέχουν μόνο χρεώσεις συμβατικού επιτοκίου, δεν περιλαμβάνουν χρεώσεις τόκου υπερημερίας, δεν περιέχουν χρεώσεις εξόδων, προμηθειών και τελών ενώ ο διαιρέτης υπολογισμού του συμβατικού τόκου είναι για 365/366 ημέρες, αναλόγως. Η προσέγγιση αυτή εφαρμόστηκε για όλη την περίοδο λειτουργίας τους και συγκεκριμένα από την αρχή μέχρι την ημερομηνία τερματισμού (07.04.15). Με βάση τους αναδομημένους λογαριασμούς, η ΜΕ ισχυρίζεται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι τον τερματισμό για:
(α) τον τρεχούμενο λογαριασμό ανέρχεται στα €227.259,00,
(β) τον λογαριασμού του πρώτου δανείου ανέρχεται στα €57.937,89,
(γ) τον λογαριασμού του δεύτερου δανείου ανέρχεται στα €5.902,96,
(δ) τον λογαριασμού του τρίτου δανείου ανέρχεται στα €451.205,72.
Εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόμενων παρουσιάστηκε η Εναγόμενη 5 (ΜΥ), μία εκ των διοικητικών συμβούλων της Εναγόμενης 1 εταιρείας, η οποία από το έτος 2004 ασκεί καθήκοντα οικονομικής διευθύντριας. Το έτος 1995 αποφοίτησε από το South Bank University στο Λονδίνο και αφού παρακολούθησε μαθήματα ACCA στο Emile Woolf College του Λονδίνου εγγράφηκε μέλος του Συλλόγου Ορκωτών Ελεγκτών-Λογιστών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ακολούθως η μάρτυρας εργοδοτήθηκε για ένα έτος σε εταιρεία ορκωτών λογιστών στην Αγγλία. Το έτος 1998 παρακολούθησε μαθήματα στον τομέα χρηματο-οικονομικών στο New York Institute of Finance στη Νέα Υόρκη. Έπειτα εργοδοτήθηκε ως οικονομικός σύμβουλος σε εταιρεία στη Νέα Υόρκη όπου παρέμεινε εκεί μέχρι το έτος 2003 που μετατέθηκε στο Λονδίνο μέχρι το έτος 2004.
Μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η γραπτή δήλωση της που κατατέθηκε ως Ένδειξη ‘Β’. Επιπρόσθετες αναφορές της Εναγόμενης 5 με τις οποίες επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της, οι οποίες δόθηκαν ενόρκως, συμπλήρωσαν την κυρίως εξέταση της μάρτυρος. Προς ενίσχυση των επιχειρημάτων της, η μάρτυρας, κατά την ένορκη μαρτυρία της, παρουσίασε έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια η ΜΥ αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας.
Ως εκ της θέσεως της, η ΜΥ συμμετείχε στη σύναψη των επίμαχων συμφωνιών και ήταν αυτή που έλεγχε την κίνηση των επίμαχων λογαριασμών της Εναγόμενης 1. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, μπορεί να λεχθεί η αναφορά της Εναγόμενης 5 ότι η Εναγόμενη 1 εξασφάλισε πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα, όλες οι οποίες, όπως είπε, διέπονται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 (Τεκμήριο 1). Επικαλούμενη τον όρο 2(i) του Τεκμηρίου 1, η μάρτυρας υπέδειξε ότι το βασικό και πρόσθετο επιτόκιο μπορούσε να διαφοροποιηθεί μετά από συμφωνία της Τράπεζας με την Εναγόμενη 1. Αναφερόμενη στην περίπτωση χορήγησης πιστωτικής διευκόλυνσης το έτος 2003 υπό τη μορφή ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού με όριο, η μάρτυρας δήλωσε πως είχε συμφωνήσει και κατ’ επέκταση αποδέχεται τη χρέωση του συγκεκριμένου λογαριασμού με βασικό και πρόσθετο επιτόκιο όπως αυτά καταγράφονται στην §4(i) της Ένδειξης ‘Β’ και αποτελούν μέρος των παραδεκτών γεγονότων.
Επίσης η μάρτυρας σημείωσε ότι στις 22.07.08 η Εναγόμενη 1 συμφώνησε και αποδέχτηκε όπως ο πιο πάνω τρεχούμενος λογαριασμός χρεώνεται με επιτόκιο αναφοράς το τριμηνιαίο euribor πλέον 2% στη βάση επιστολής προσφοράς ημερ. 22.07.08 που υπέγραψε. Η ΜΥ θεωρεί ότι οι υπόλοιποι όροι που διέπουν τη λειτουργία και χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού είναι αυτοί που περιέχονται στην αρχική συμφωνία ημερ. 08.07.03 (Τεκμήριο 1).
Η μάρτυρας συμφωνεί ότι το Τεκμήριο 1 είναι η βασική συμφωνία στην οποίαν φαίνονται οι γενικοί όροι της τραπεζικής διευκόλυνσης του τρεχούμενου λογαριασμού. Ακόμη συμφωνεί ότι οι επιστολές προσφοράς (Τεκμήρια 2-7) περιέχουν ειδικούς όρους που αφορά το αντικείμενο του Τεκμηρίου 1. Επίσης η μάρτυρας συμφωνεί ότι το πρώτο και δεύτερο δάνειο διέπονται από το Τεκμήριο 1 (συμφωνία ημερ. 08.07.03).
Παρά την ανάγκη εξασφάλισης έγκρισης από την Εναγόμενη 1, ως είναι η θέση των Εναγομένων, η ΜΥ σημείωσε ότι η Τράπεζα προχώρησε μονομερώς και χωρίς τη συγκατάθεση της Εναγόμενης 1 σε κατά διαστήματα διαφοροποίηση του πρόσθετου επιτοκίου. Η μάρτυρας περίγραψε τις περιπτώσεις αυτές. Είναι η θέση της μάρτυρος ότι οι μονομερείς αυξήσεις που επήλθαν χωρίς τη γραπτή αποδοχή της Εναγόμενης 1 δεν έχουν ισχύ επειδή δεν συνάδουν με τους όρους του συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 08.07.03 (Τεκμήριο 1), η οποία συμφωνία προνοεί ότι οι όροι της τυγχάνουν εφαρμογής σε όλους τους δανεισμούς που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1.
Όπως η Εναγόμενη 5 υπέδειξε, οι μόνες αλλαγές πρόσθετου επιτοκίου που είναι αποδεκτές από τους Εναγόμενους είναι αυτές για τις οποίες η Εναγόμενη 1 έχει δώσει γραπτώς την έγκριση της. Χρονικά τέτοιες αποδοχές είναι μέχρι το έτος 2008. Σύμφωνα με την μάρτυρα, από το έτος 2009 και μετέπειτα οι αυξήσεις ήταν μονομερείς και γι’ αυτό δεν γίνονται αποδεχτές από την Εναγόμενη 1. Η ίδια είπε κοινοποίησε την μη αποδοχή των μονομερών αυξήσεων του πρόσθετου επιτοκίου σε υπαλλήλους της Τράπεζας. Λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε (15 έτη), η μάρτυρας είπε ότι δεν είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει την γνωστοποίηση της πρόθεσης της Εναγόμενης 1 για μη αποδοχή των μονομερών αυξήσεων στην Τράπεζα.
Η Εναγόμενη 5 διαφώνησε με τη θέση της Ενάγουσας ότι η υπογραφή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 χρειαζόταν μόνο σε σχέση με την επιστολή προσφοράς και τις βασικές συμφωνίες και όχι σχετικά με τις ανακοινώσεις στον τύπο ή τις υπόλοιπες επιστολές που αποστέλλονταν στην Εναγόμενη 1 για αύξηση του πρόσθετου επιτοκίου. Η Εναγόμενη 5 θεωρεί ότι είναι ξεκάθαρο πως το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 (Τεκμήριο 1) θα διέπει και τις μεταγενέστερες συμφωνίες και γενικότερα την επαγγελματική σχέση της Εναγόμενης 1 με την Τράπεζα και κάτω από αυτό το πρίσμα εντάσσεται το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 12).
Περαιτέρω είναι θέση της η μάρτυρος ότι η Ενάγουσα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά που να δικαιολογεί την επιβολή τόκου υπερημερίας. Γι’ αυτό η ΜΥ ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε χρεώσεις τόκου υπερημερίας.
Για να γίνουν καλύτερα αντιληπτές στην πράξη με αριθμούς οι πιο πάνω θέσεις των Εναγομένων, η Εναγόμενη 5 ετοίμασε προσωπικά καταστάσεις τρεχούμενου λογαριασμού και λογαριασμών των τριών δανείων από τους οποίους έχουν αφαιρεθεί όλες οι μονομερείς αυξήσεις πρόσθετου επιτοκίου και άλλες χρεώσεις καθώς επίσης οι χρεώσεις τόκου υπερημερίας. Ωστόσο στις καταστάσεις αυτές περιλαμβάνονται χρεώσεις με το συνολικό συμβατικό επιτόκιο και όλων των συμφωνημένων αυξήσεων. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 27-30. Η μάρτυρας θεωρεί ότι τα ποσά που η Εναγόμενη πραγματικά οφείλει στην Ενάγουσα είναι τα χρεωστικά υπόλοιπα που καταγράφονται στα Τεκμήρια 27-30 που η ίδια ετοίμασε και κατάθεσε, διαφωνώντας έτσι με τη θέση της Ενάγουσας ότι τα οφειλόμενα ποσά είναι αυτά που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 17Β, 18Β, 19Β & 20Β και έχουν παρουσιαστεί από την πλευρά της Ενάγουσας.
Τελικές Αγορεύσεις:
Όλες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε νομοθεσίες και παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Αξιολόγηση μαρτυρίας:
Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:
«Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.»
Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Πρόκειται για άμεσα εμπλεκόμενους και πρωταγωνιστές της υπόθεσης αυτής. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 869).
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του.
Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τον κοινό κατάλογο που υπεβλήθηκε, των παραδεκτών γεγονότων που διαμορφώνονται μέσα από τον κατάλογο εγγράφων των οποίων το περιεχόμενο τους είναι κοινά παραδεκτό ως αληθές, καθώς και των παραδεκτών γεγονότων που πηγάζουν μέσα από τις κοινές και συνάμα δεσμευτικές για τους διαδίκους δηλώσεις που είχαν γίνει στην πορεία εκδίκασης της υπόθεσης. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
Η ΜΕ ήταν η μοναδική μάρτυρας που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την εκδοχή της Ενάγουσας. Σε γενικές γραμμές μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Προσήλθε ενώπιον της δικαιοσύνης καταθέτοντας όλα όσα η ίδια γνώριζε. Παρόλο που η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη σε καμία από τις τέσσερις περιπτώσεις χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων που μας απασχολούν, εντούτοις η θέση που η μάρτυρας κατέχει στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών του οργανισμού που ανέλαβε τη διαχείριση και ρύθμιση χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, σχετικών εγγυήσεων και εξασφαλίσεων όπως αυτά στην προκειμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με τα επαγγελματικά καθήκοντα που διαθέτει της επέτρεψαν να έχει πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες από το ηλεκτρονικό αρχείο της υπηρεσίας της και αφού τα μελέτησε να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο ως προϊόν προσωπικής της αντίληψης. Αυτό με τη σειρά του της έδωσε τη δυνατότητα να αναφερθεί στο ιστορικό χορήγησης των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων και να παραθέσει τα περιστατικά που τα περιβάλλουν.
Το μεγαλύτερο μέρος των αναφορών της συνιστά παραδεκτά γεγονότα. Οι διάφορες τοποθετήσεις της συνοδεύονται από έγγραφα, τα οποία τεκμηριώνουν το περιεχόμενο τους. Στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν απαντούσε άμεσα και επί της ουσίας τους δίχως να φλυαρεί και να προσπαθεί να παραπλανήσει. Η εντύπωση που αποκόμισα από την όλη στάση και συμπεριφορά της είναι ότι πρόκειται για ειλικρινή μάρτυρα που πρόθεση της ήταν απλά να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν μπορεί παρά να λεχθεί ότι η μαρτυρία της είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις.
Η μαρτυρία της δύναται να διαχωριστεί σε δύο μέρη.
Η πρώτη πτυχή της μαρτυρίας της παραπέμπει σε παραδεκτά γεγονότα, σε γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων, σε γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής και σε έγγραφα που το περιεχόμενο τους αναγνωρίστηκε από όλους τους διαδίκους ότι είναι ορθό και αληθές. Χωρίς αμφιβολία τα αποδέχομαι. Παρόλο ότι έχω παραθέσει τα γεγονότα αυτά προηγουμένως, ενδεικτικά αναφέρω ότι τέτοια γεγονότα είναι το καθεστώς υπό το οποίο ασκεί επαγγελματικές δραστηριότητες η Ενάγουσα, η σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στους Εναγομένους, η επαγγελματική σχέση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 που αφορούσε πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω της λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης, το πλαίσιο εμπλοκής των Εναγομένων 2-5 στην παρούσα υπόθεση δηλαδή συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από τις περιπτώσεις των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων στον πρωτοφειλέτη (Εναγόμενη 1) και οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν για την χορήγηση τους. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν τα γεγονότα που αφορούν την ετοιμασία προειδοποιητικών επιστολών και επιστολής τερματισμού των συμβάσεων και της λειτουργίας των τεσσάρων σχετικών λογαριασμού, οι οποίες απευθύνονται τόσο στην Εναγόμενο 1 όσο και στις Εναγόμενες 2-5.
Εν πάση περιπτώσει, οι αναφορές της μάρτυρος μέσα από το πιο πάνω πλαίσιο παρουσιάζουν γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται ότι διαδραματίστηκαν από πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Στην απουσία άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας που να τα αντικρούει, δεν έχω κανένα λόγο να μην αποδεχτώ το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της ΜΕ. Ουδέποτε η μάρτυρας αυτή μου έδωσε την εντύπωση ότι απέκρυψε γεγονότα που γνωρίζει ή ότι προέβηκε σε αναφορές που εν γνώσει της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το γεγονός της επιβεβαίωσης της από άλλο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και της μη αντίκρουσης της από άλλη μαρτυρία, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα έπληττε την αξιοπιστία της, είναι παράγοντες που της προσδίδουν αποδεικτική βαρύτητα και πειστικότητα (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 820).
Για καλύτερη αντίληψη του σκεπτικού του Δικαστηρίου τα πιο κάτω είναι σχετικά.
Οι αναφορές της ΜΕ για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα στην Εναγόμενη 1 περιλαμβάνουν στις 08.07.03 το άνοιγμα και τη λειτουργία τρεχούμενου λογαριασμού με όριο μέχρι €51.258 που στις 15.10.04 αυξήθηκε μέχρι €102.510, στις 12.05.05 αυξήθηκε μέχρι €152.774, στις 31.07.06 αυξήθηκε μέχρι €205.032, στις 30.11.07 αυξήθηκε μέχρι €256.290 και στις 22.07.08 αυξήθηκε μέχρι €260.000. Παράλληλα οι αναφορές της επεκτείνονται στην έγκριση τριών δανείων τα έτη 2004 για ποσό €299.005 2008 για ποσό €239.204 και 2008 για ποσό €350.000. Αυτά, εκτός ότι αποτελούν μέρος των παραδεκτών γεγονότων, επαληθεύονται από τα Τεκμήρια 1-7, 12 και 13. Σαφώς αποδέχομαι την παροχή των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα στην Εναγόμενη 1.
Η μάρτυρας ακόμη αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις εγγυήσεις και γενικά εξασφαλίσεις που δόθηκαν από τους Εναγομένους 1-5 για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1 από την Τράπεζα. Πέραν του ότι οι αναφορές αυτές είναι αποδεκτές από τους Εναγομένους, επαληθεύονται από τα Τεκμήρια 8-11. Χωρίς δισταγμό αποδέχομαι την παράθεση αυτών των εγγυήσεων και εξασφαλίσεων, ως έχουν περιγραφεί με λεπτομέρεια και τεκμηριωμένα από την ΜΕ.
Επίσης οι τοποθετήσεις της ΜΕ ότι μέχρι τις 29.11.07 δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή του πρόσθετου επιτοκίου σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Αυτό, ως γεγονός, επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 23 που είναι ο κατάλογος μεταβολών επιτοκίου για τον τρεχούμενο λογαριασμό, έγγραφο το οποίο περιέχει τις ημερομηνίες και το ύψος διαφοροποίησης του πρόσθετου επιτοκίου. Ανάλογη προσέγγιση υπήρξε και σε σχέση με τα τρία δάνεια που εγκρίθηκαν προς όφελος της Εναγόμενης 1. Το ίδιο έγγραφο περιλαμβάνει τις μεταβολές του επιτοκίου. Δεν αμφισβητείται ότι για τη μεταβολή των πρόσθετων επιτοκίων αποστάληκαν γραπτές ειδοποιήσεις προσωπικά σε κάθε ένα Εναγόμενο. Η δε διαφοροποίηση του βασικού επιτοκίου δεν αποτελεί σημείο διαφωνίας των διαδίκων, οι οποίοι αναγνωρίζουν ότι γι’ αυτό υπήρχαν κατά καιρούς δημοσιεύσεις στον έντυπο τύπο. Στη βάση των πιο πάνω ξεκάθαρων τοποθετήσεων της μάρτυρος και στην απουσία άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας, αποδέχομαι τα πιο πάνω ως γεγονότα που έχουν διαδραματιστεί.
Μέσα από την κίνηση και λειτουργία των τεσσάρων επίμαχων λογαριασμών δημιουργήθηκε χρεωστικό υπόλοιπο σε κάθε ένα από αυτούς. Η ύπαρξη χρεωστικών υπολοίπων στους λογαριασμούς αυτούς έχουν αναγνωριστεί από τους Εναγόμενους. Η διαφορά των Εναγομένων με την Ενάγουσα έγκειται στο ύψος των χρεωστικών υπολοίπων συνεπεία διαφωνίας τους σε χρεώσεις που οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται και αφορούν μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου, επιβολή τόκου υπερημερίας και χρεώσεις εξόδων διαχείρισης. Ένεκα της ύπαρξης χρεωστικών υπολοίπων, οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν ότι τους έχουν αποσταλεί προειδοποιητικές επιστολές και ακολούθως επιστολές τερματισμού των συμφωνητικών εγγράφων που διέπουν τη χορήγηση και συνέχιση χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων και κατ’ επέκταση της λειτουργίας των επίμαχων λογαριασμών. Επί τους σημείου αυτού παραπέμπω στα Τεκμήρια 14, 15 και 16 που επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία αποδέχομαι ότι έχουν συμβεί.
Η μάρτυρας ήταν ξεκάθαρη στο ότι η Ενάγουσα αξιώνει τα χρεωστικά υπόλοιπα που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 17Β, 18Β, 19Β και 20Β, τα οποία είναι οι τέσσερις επίμαχοι λογαριασμοί που καταγράφουν την κίνηση της λειτουργίας τους κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα τους μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της λειτουργίας τους, περιέχοντας διάφορες χρεώσεις με βάση τις μεταβολές του επιτοκίου, χρεώσεις τόκου υπερημερίας, έξοδα, προμήθειες, τέλη και διαιρέτη υπολογισμού του τόκου 360 ημέρες. Με απλό και κατανοητό τρόπο η μάρτυρας επεξήγησε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Η ορθότητα των μαθηματικών και λογιστικών πράξεων σ’ αυτούς του τέσσερις επίμαχους λογαριασμούς που καταλήγουν στα επίμαχα χρεωστικά υπόλοιπα που η Ενάγουσα απαιτεί ότι της οφείλονται και τα έχω αναφέρει προηγουμένως κατά τη συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας, δεν αμφισβητούνται. Ούτε υπήρξε αντεξέταση της ΜΕ στο ζήτημα αυτό. Δεν έχω κανένα λόγο να τα αμφισβητήσω. Συνεπώς αποδέχομαι την ορθότητα των μαθηματικών και λογιστικών πράξεων σ’ αυτούς του τέσσερις επίμαχους λογαριασμούς και κατ’ επέκταση αποδέχομαι ως μαθηματικά ορθά τα χρεωστικά υπόλοιπα που εμφανίζονται στις καταστάσεις αυτών.
Χωρίς αμφιβολία τα Τεκμήρια 17Β, 18Β, 19Β και 20Β πρόκειται για καταχωρίσεις τραπεζικού βιβλίου στην έννοια του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9), με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Τράπεζας χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση του περιεχομένου τους, τα οποία καθ’ όλη τη διάρκεια βρίσκονταν εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της Τράπεζας υπό τον έλεγχο αρμοδίων λειτουργών της. Παράλληλα δεν εγέρθηκε ζήτημα επιλήψιμων ή ελλειμματικών καταχωρίσεων, συναλλαγών και δοσοληψιών που περιέχονται στις καταστάσεις των επίμαχων λογαριασμών, πέραν βεβαίως της δηλωθείσας θέσης των Εναγομένων ότι δεν αποδέχονται τα συγκεκριμένα είδη χρεώσεων που ανάφερα προηγουμένως. Οι καταστάσεις των επίμαχων λογαριασμών παρουσιάστηκαν με το σκεπτικό ότι αποτελούν μέρος του αρχείου τήρησης της επιχείρησης της Ενάγουσας. Προς τούτο για κάθε ένα επίμαχο λογαριασμό παρουσιάστηκε σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 υπογραμμένο διοικητικό σύμβουλο της Ενάγουσας, αρμόδιος με υπεύθυνη θέση και εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό. Με βάση τα σχετικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 17Α, 18Α, 19Α και 20Α), πιστοποιείται ότι οι κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμών αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Ενάγουσας και προέρχονται από το μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας που στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο αρχείο της Ενάγουσας χωρίς αλλοίωση και/ή παρέμβαση στο περιεχόμενο τους όπου και παρέμειναν εντός της επιχείρησης της καθ’ όλη τη διάρκεια υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη του από αρμόδιο λειτουργό. Περαιτέρω πιστοποιείται ότι παρήχθησαν από το αρχείο της Ενάγουσας και στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που τους αφορούν
Ανεξάρτητα του πιο πάνω, η μάρτυρας για σκοπούς διευκόλυνσης του Δικαστηρίου παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις των τεσσάρων λογαριασμών για την ίδια περίοδο, οι οποίες περιέχουν μόνο χρεώσεις μεταβολών πρόσθετου επιτοκίου, κεφαλαιοποίηση και διαιρέτη υπολογισμού του τόκου 365/366 ημέρες αναλόγως. Δεν υπάρχουν χρεώσεις τόκου υπερημερίας αλλά ούτε χρεώσεις για έξοδα, προμήθειες, τέλη. Αυτά επιβεβαιώνονται αν κάποιος ανατρέξει στα Τεκμήρια 21 και 22 που είναι οι εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις των τεσσάρων επίμαχων λογαριασμών, στις οποίες σημειώνονται μειωμένα χρεωστικά υπόλοιπα. Με απλό και κατανοητό τρόπο η μάρτυρας επεξήγησε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Η ορθότητα των μαθηματικών και λογιστικών πράξεων σ’ αυτούς του τέσσερις επίμαχους λογαριασμούς των αναδομημένων καταστάσεων που καταλήγουν στα εν λόγω μειωμένα χρεωστικά υπόλοιπα δεν αμφισβητούνται. Δεν έχω κανένα λόγο να τα αμφισβητήσω. Συνεπώς αποδέχομαι την ορθότητα των μαθηματικών και λογιστικών πράξεων σ’ αυτούς του τέσσερις επίμαχους αναθεωρημένους/αναδομημένους λογαριασμούς και κατ’ επέκταση αποδέχομαι ως μαθηματικά ορθά τα χρεωστικά υπόλοιπα που εμφανίζονται στις καταστάσεις αυτών.
Όλα τα πιο πάνω που γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του.
Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας της ΜΕ ασχολείται με αναφορές επί του νομικού πλαισίου που διέπει τις συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 σχετικά με τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα στην εν λόγω εταιρεία έναντι νομίμων ανταλλαγμάτων. Επικαλούμενη τη νομική σπουδή της η μάρτυρας προβαίνει σε σχολιασμό του νομικού υποβάθρου που σύμφωνα με την ίδια ισχύει στην προκειμένη περίπτωση και προβάλλει επιχειρήματα γιατί, βάση του υφιστάμενου νομικού πλέγματος, η Ενάγουσα δικαιούται να αξιώνει τις μεταβολές επιτοκίου, τον τόκο υπερημερίας και άλλες χρεώσεις που παρουσιάζονται στις επίμαχες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 17Β, 18Β, 19Β και 20Β) τα οποία, ανάμεσα σ’ άλλα, οδηγούν στα υπόλοιπα που θεωρεί ότι της οφείλονται από τους Εναγομένους.
Όπως έχει ήδη λεχθεί προηγουμένως, η Τράπεζα χορήγησε στην Εναγόμενη 1, στη βάση εγγυήσεων και εξασφαλίσεων που έδωσαν οι Εναγόμενοι, πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο ύψους €51.258 για κεφάλαιο κίνησης και τριών δανείων συνολικού ύψους €888.209 για συμπληρωματική κάλυψη δαπάνης στα πλαίσια αγοράς ενός ακινήτου στην Πέγεια, ενός ακινήτου στην Κρήτου Τέρρα και για την κάλυψη επιχειρηματικών οικονομικών αναγκών της Εναγομένης 1. Στην πορεία συνεχίστηκε η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη με τη μορφή αύξησης του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό με την τελευταία αύξηση να ανέρχεται στα €3.710 και το όριο να είναι μέχρι €260.000.
Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση της ΜΕ ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός με όριο μαζί με μεταγενέστερες αυξήσεις του ορίου μέχρι το έτος 2007 καθώς επίσης τα δύο πρώτα δάνεια διέπονται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 που υπογράφηκε από αντιπροσώπους της Τράπεζας και της Εναγομένης 1 εταιρείας και περιέχει γενικούς όρους (Τεκμήριο 1). Παράλληλα η θέση της ΜΕ ότι η επιστολή προσφοράς που υπάρχει για κάθε ένα από αυτά (Τεκμήρια 2-7), η οποία και αυτή υπογράφεται από αντιπροσώπους της Τράπεζας και της Εναγομένης 1 εταιρείας, περιέχει ειδικούς όρους για την κάθε περίπτωση συνιστώντας συμπληρωματική συμφωνία των εν λόγω διαδίκων, επίσης γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αυτά όχι μόνο δεν αμφισβητούνται από τους Εναγομένους αλλά τα αποδέχονται ως ορθά και αληθή αφού αποτελούν μέρος των παραδεκτών γεγονότων.
Στη βάση των πιο πάνω τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:
(α) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €51.258 (αρχικό) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ιδίας ημερομηνίας με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 7.5% (βασικό επιτόκιο 4.5% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(β) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €102.516 (αύξηση Λ.Κ.£30.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 15.10.04 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 8.5% (βασικό επιτόκιο 5.5% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(γ) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €153.774 (αύξηση Λ.Κ.£30.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 12.05.05 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 8.25% (βασικό επιτόκιο 5.25% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(δ) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €205.032 (αύξηση Λ.Κ.£30.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 31.07.06 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 7.25% (βασικό επιτόκιο 4.25% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(ε) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €256.290 (αύξηση Λ.Κ.£30.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 30.11.07 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 6.5% (βασικό επιτόκιο 4.5% και πρόσθετο επιτόκιο 2%),
(στ) το νομικό πλαίσιο που διέπει το πρώτο δάνειο ύψους €299.005 αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 05.03.04 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 7.5% (βασικό επιτόκιο 4.5% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(ζ) το νομικό πλαίσιο που διέπει το δεύτερο δάνειο ύψους €239.204 αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 05.03.04 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 8.25% (βασικό επιτόκιο 5.25% και πρόσθετο επιτόκιο 3%).
Η είσοδος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια την 01.01.08 που χρησιμοποιεί κοινό νόμισμα επέφερε τη χρήση πλέον επιτοκίου από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτό προφανώς δημιούργησε την ανάγκη να υπάρξουν διαφορετικοί ειδικοί όροι για τις πιστωτικές διευκολύνσεις των πιο πάνω σημείων (στ) και (ζ). Επομένως, ένεκα του πιο πάνω γεγονότος η Τράπεζα και η Εναγόμενη 1 συμφώνησαν και υπέγραψαν την επιστολή προσφοράς ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 13), η οποία αντικατέστησε την προγενέστερη επιστολή προσφοράς ημερ. 05.03.04 που αφορούσε τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις. Ένας από τους διαφορετικούς όρους ήταν ότι το συνολικό συμβατικό επιτόκιο που ήταν 6.25% (επιτόκιο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 4.25% και πρόσθετο επιτόκιο 2%). Η επιστολή προσφοράς ημερ. 22.07.08 ήταν αυτή που μαζί με το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03, το οποίο παρέμεινε άθικτο, αποτελούσαν πλέον το νομικό καθεστώς που αφορούσε τις δύο συγκεκριμένες διευκολύνσεις, ως ανάφερε η ΜΕ ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς η θέση αυτή της μάρτυρος με βρίσκει σύμφωνο, την οποία και αποδέχομαι. Συνακόλουθα το πιο πάνω γεγονός αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου.
Με βάση το ίδιο σκεπτικό και για τους ίδιους λόγους, ως πιο πάνω, δέχομαι τη θέση της μάρτυρος και τούτο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι:
(α) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €260.000 (αύξηση €3.710) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 12) και την επιστολή προσφοράς ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 13) με συνολικό συμβατικό επιτόκιο τριμηνιαίο euribor ως βασικό επιτόκιο και πρόσθετο επιτόκιο 2%,
(β) το νομικό πλαίσιο που διέπει το τρίτο δάνειο ύψους €350.000 αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 12) με συνολικό συμβατικό επιτόκιο τριμηνιαίο euribor ως βασικό επιτόκιο και πρόσθετο επιτόκιο 2%.
Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην μάρτυρα υπεβλήθηκε η θέση ότι δεν μπορεί να ευσταθεί η αναφορά της πως το τρίτο δάνειο και η περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο μέχρι €260.000 διέπεται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.07.08 επειδή κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με την §11 του καταλόγου παραδεκτών γεγονότων (Τεκμήριο ‘Χ’) και με την §18 της γραπτής δήλωσης της (Ένδειξη ‘Α’). Αμφότερες παραγράφους υποδεικνύουν ότι «Η χορήγηση και η συνέχιση παροχής των τραπεζικών διευκολύνσεων θα υπόκειντο στους ίδιους όρους με τη Συμφωνία ημερομηνίας 08/07/2003.» Με το επιχείρημα ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η συνέχιση παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων θα υπόκειντο από το προηγούμενο νομικό καθεστώς, προβλήθηκε η θέση των Εναγομένων ότι οι δύο προαναφερόμενες μορφές πιστωτικών διευκολύνσεων δεν διέπονται από τη συμφωνία ημερ. 22.07.08, ως επικαλέστηκε η μάρτυρας, αλλά από τη συμφωνία ημερ. 08.07.03 που ήταν το νομικό καθεστώς που ίσχυε για όλες τις προγενέστερες πιστωτικές διευκολύνσεις.
Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους η θέση τους δεν με βρίσκει σύμφωνο. Για τους λόγους που θα εξηγήσω αποδέχομαι τη συγκεκριμένη αναφορά της ΜΕ. Δεν διαπιστώνω καμία σύγκρουση της αναφοράς της μάρτυρος με τα παραδεκτά γεγονότα, ως εσφαλμένα εισηγήθηκε η πλευρά των Εναγομένων. Αντίθετα θα έλεγα ότι ευθυγραμμίζεται με το περιεχόμενο τους. Όπως έκδηλα παρατηρείται από την ανάλυση που έγινε προηγουμένως, οι όροι της συμφωνίας ημερ. 08.07.03 εξακολούθησαν να τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με τη συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τα πιο πάνω σημεία (α) μέχρι (ζ) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Υπό αυτή την έννοια βρίσκει έρεισμα η §11 του καταλόγου παραδεκτών γεγονότων (Τεκμήριο ‘Χ’) και η §13 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος (Ένδειξη ‘Α’), το περιεχόμενο των οποίων καλύπτει τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις που έχω αναφέρει.
Σε ότι αφορά τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τα σημεία (α) και (β), η Τράπεζα και η Εναγόμενη 1 συμφώνησαν σε νέο νομικό καθεστώς. Αμφότεροι συμφώνησαν να διέπονται από ξεχωριστούς όρους και προς τούτο υπέγραψαν το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 12). Με την πράξη τους αυτή αμφότερα συμβαλλόμενα μέρη εκδήλωσαν πρόθεση να δεσμεύονται με ξεχωριστή και ανεξάρτητη συμφωνία. Η πρόθεση τους αυτή επισφραγίστηκε και έλαβε νομική υπόσταση με την υπογραφή του Τεκμηρίου 12, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους. Παράλληλα η συνομολόγηση του Τεκμηρίου 12 για τις εν λόγω δύο μεταγενέστερες πιστωτικές διευκολύνσεις αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός (§12 του καταλόγου παραδεκτών γεγονότων - Τεκμήριο ‘Χ’). Συνεπώς καμία σύγκρουση παρατηρείται με τα παραδεκτά γεγονότα. Ούτε ασυνέπεια μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει με προηγούμενες αναφορές της ΜΕ μέσα από τη γραπτή δήλωση της (Ένδειξη ‘Α’). Κάτω από την έννοια που έχω εξηγήσει προηγουμένως περιέχεται η §13 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος (Ένδειξη ‘Α’) η οποία συνυπάρχει με την §18 χωρίς έτσι να δημιουργείται αντίφαση.
Ένα άλλο σημείο από τη μαρτυρία της ΜΕ που χρήζει σχολιασμού είναι το ζήτημα μεταβολής του επιτοκίου. Όταν λέμε επιτόκιο εννοούμαι το βασικό επιτόκιο που μέχρι τις 31.12.07 καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και από 01.01.08 από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (euribor) πλέον το πρόσθετο επιτόκιο (περιθώριο) το οποίο προερχόταν από την Τράπεζα. Είναι αυτονόητο ότι τυχόν μεταβολή είτε του βασικού επιτοκίου είτε του πρόσθετου επιτοκίου ή και των δύο θα επέφερε διαφοροποίηση του ύψους του συνολικού επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός της πιστωτικής διευκόλυνσης.
Επικαλούμενη τον όρο 2 του συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 08.07.03 (Τεκμήριο 1), η μάρτυρας ανάφερε ότι ο καθορισμός/μεταβολή του βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου εναπόκειτο στην απόλυτη κρίση της Τράπεζας. Προχώρησε μάλιστα να πει ότι αλλαγές στο βασικό επιτόκιο γνωστοποιούνταν με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο ενώ η ενημέρωση για διαφοροποίηση του πρόσθετου επιτοκίου πραγματοποιείτο με αποστολή επιστολής προσωπικά στον πελάτη. Υπέδειξε δε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου μέχρι τις 29.11.07.
Κατ’ αρχάς η πλευρά των Εναγομένων δεν αμφισβητεί ότι η ενημέρωση του πελάτη για μεταβολή του βασικού επιτοκίου γινόταν με σχετική δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο και ότι η ενημέρωση του για μεταβολή του βασικού επιτοκίου γινόταν με αποστολή προσωπικά στον ίδιο σχετικής επιστολής. Αυτό εξάλλου επιβεβαιώνεται από έγγραφα που συνθέτουν το Τεκμήριο 23, δηλαδή δημοσιεύσεις στο τύπο και επιστολές προσωπικά στους Εναγομένους. Επίσης είναι παραδεκτό από τους Εναγομένους ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου μέχρι τις 29.11.07. Μάλιστα αποδέχονται τη μεταβολή του συνολικού επιτοκίου με την επιστολή προσφοράς ημερ. 30.11.07 επειδή υπέγραψαν το συγκεκριμένο έγγραφο. Χωρίς δεύτερη σκέψη τα αποδέχομαι ως γεγονότα που συνέβησαν και γι’ αυτό αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου.
Εκεί που διαφωνούν με τη μάρτυρα και αποτελεί επίδικο θέμα προς εξέταση είναι το επικαλούμενο συμβατικό δικαίωμα να διαφοροποιείται το επιτόκιο κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας. Η Ενάγουσα, δια της ΜΕ, ισχυρίζεται ότι το Τεκμήριο 1 της παρέχει τέτοιο δικαίωμα. Προς τούτο η ΜΕ παρέπεμψε στον όρο 2 του Τεκμηρίου 1. Με τη θέση αυτή διαφωνεί η πλευρά των Εναγομένων.
Η πρώτη παράγραφος του όρου 2 του Τεκμηρίου 1 αναφέρει ότι «το ποσοστό, το ύψος, ο χρόνος και ο τρόπος υπολογισμού των επιβαρύνσεων θα καθορίζεται κατά καιρούς από την Τράπεζα με ενημέρωση του πελάτου». Επίσης στην τρίτη από το τέλος παράγραφο του ιδίου όρου αναφέρεται ότι η Τράπεζα «θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της στον πελάτη ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή τοπ χρόνο καταβολής του». Πανομοιότυπη διατύπωση περιλαμβάνεται και στις επιστολές προσφοράς.
Ωστόσο, παρά τα πιο πάνω, στον όρο 2(i) του Τεκμηρίου 1 σημειώνονται τα εξής που δίδουν μία εντελώς αντίθετη εικόνα: «Το επιτόκιο δυνατό να είναι σταθερό και/ή κυμαινόμενο και/ή επανακαθοριζόμενο σε τακτά χρονικά διαστήματα μετά από συμφωνία με τον πελάτη.» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]
Τα πιο πάνω δημιουργούν μία ασάφεια σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό. Υπάρχουν συγκρουόμενες πρόνοιες που στέλλουν εντελώς διαφορετικά μηνύματα. Συνεπώς, με κάθε σεβασμό στην ΜΕ, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη συγκεκριμένη θέση της, η οποία απλά επιλέγει την πρόνοια που την ευνοεί και αγνοεί την άλλη με την οποίαν συγκρούεται.
Το Τεκμήριο 23 σημειώνει τις εκάστοτε μεταβολές του βασικού επιτοκίου και του πρόσθετου επιτοκίου αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό και τους λογαριασμούς τριών δανείων από το άνοιγμα τους μέχρι την κοινή ημερομηνία τερματισμού τους (δηλαδή 07.04.15). Δεν έχω καμία αμφιβολία για την τοποθέτηση της μάρτυρος ότι οι μεταβολές αυτές αποτυπώνονται στις χρεώσεις που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 17Β, 18Β, 19Β & 20Β), την οποίαν και αποδέχομαι ως γεγονός που συνέβηκε.
Παράλληλα αποδέχομαι τη θέση της μάρτυρος, πάλι ως γεγονός που συνέβηκε, ότι από την ημερομηνία τερματισμού των λογαριασμών (07.04.15) και μετέπειτα υπάρχει επιπρόσθετα χρέωση τόκου υπερημερίας ύψους 2%. Την ίδια στιγμή η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ζημιά στην Τράπεζα και κατ’ επέκταση στην Ενάγουσα που να συνδέεται με τη χρέωση τόκου υπερημερίας. Η αναφορά της είναι γενική και αόριστη χωρίς έτσι να μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα.
Ασφαλώς τα δύο σημεία που το Δικαστήριο εντόπισε από τη μαρτυρία της ΜΕ και δεν λαμβάνει υπόψη του δεν καθιστούν την μάρτυρα αναξιόπιστη. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ΜΕ ότι το περιεχόμενο της εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων, περιλαμβανομένου της Ένδειξης ‘Α’ που αποτελεί μέρος της, στο βαθμό και στην έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω και υπό την έννοια που έχω εξηγήσει (Agapiou v. Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α. (2005) 1 Α.Α.Δ. 256).
Η ΜY ήταν η μοναδική μάρτυρας που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την εκδοχή των Εναγομένων. Τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα της δεν αμφισβητούνται από την Ενάγουσα. Δεν έχω κανένα λόγο να αμφιβάλλω γι’ αυτά και ως εκ τούτου τα αποδέχομαι. Η δια ζώσης μαρτυρία της ωστόσο δεν περιορίστηκε στην έκθεση γεγονότων που βρίσκονταν στη σφαίρα της προσωπικής της αντίληψης αλλά επεκτάθηκε σε αναφορά προσωπικών απόψεων της για ζητήματα που δεν είναι ειδική. Να σημειωθεί ότι προηγουμένως ορισμένα μέρη από τη γραπτή της δήλωση (Ένδειξη ‘Β’) διαγράφηκαν ακριβώς για το λόγο αυτό. Ως μάρτυρας βέβαια δεν μου δημιούργησε αρνητική εντύπωση. Σε τελευταία ανάλυση, προσήλθε στο Δικαστήριο αναφέροντας αυτά που γνώριζε και αυτά που αισθανόταν και πίστευε ότι δικαιωματικά έκλιναν υπέρ των Εναγομένων, χωρίς αλλότριους σκοπούς και δίχως να προσπαθήσει να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
Μπορεί να λεχθεί ότι η μαρτυρία της κυμαίνεται σε δύο ξεχωριστά και συνάμα ανεξάρτητα επίπεδα.
Το πρώτο σκέλος της μαρτυρίας της αφορά γεγονότα στα οποία έχει προσωπική αντίληψη ένεκα της ανάμιξης της στην υπόθεση από τη θέση που κατέχει στην Εναγόμενη 1 εταιρεία αλλά και ως ένας εκ των εγγυητών. Πρόκειται για παραδεκτά γεγονότα αλλά και γεγονότα με τα οποία η Ενάγουσα δεν διαφωνεί. Χωρίς δεύτερη σκέψη τα αποδέχομαι και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Ενδεικτικά αναφέρω ως τέτοια γεγονότα τις πιστωτικές διευκολύνσεις που η Τράπεζα παρείχε στην Εναγόμενη 1, στη μεταβολή του επιτοκίου και τον τρόπο που αυτή κάθε φορά γνωστοποιείτο στους Εναγομένους και τον τερματισμό των συμφωνιών χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων και λειτουργίας των επίμαχων λογαριασμών. Πρόκειται για μαρτυρία η οποία συνιστά μέρος των παραδεκτών γεγονότων και ως τέτοια που είναι ταυτίζεται με αντίστοιχο μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ που επίσης έγινε αποδεκτό για τον ίδιο λόγο. Περαιτέρω δέχομαι, ως γεγονός που συνέβηκε, ότι η ΜΥ, χρησιμοποιώντας τις λογιστικές και χρηματοοικονομικές γνώσεις της, ετοίμασε προσωπικά αναθεωρημένες καταστάσεις των τεσσάρων επίμαχων λογαριασμών, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται χρεώσεις από μεταβολή του επιτοκίου κατόπιν γνωστοποίησης της Τράπεζας στους Εναγομένους και δεν περιλαμβάνονται χρεώσεις τόκου υπερημερίας (Τεκμήρια 27, 28, 29 & 30). Σε ότι αφορά το περιεχόμενο τους, δεν έχω λόγο να διαφωνήσω με την ορθότητα των μαθηματικών και λογιστικών υπολογισμών με γνώμονα ότι αυτό ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα και ουδέποτε υπήρξε αντεξέταση της ΜΥ για το ζήτημα αυτό, δηλαδή για το μαθηματικό και λογιστικό σκέλος.
Η δεύτερη πτυχή της μαρτυρίας της ΜΥ (Εναγομένης 5) παραθέτει προσωπικές απόψεις της, οι οποίες δεν μπορούν να προσφέρουν οτιδήποτε. Η μάρτυρας εκθέτει τη γνώμη της σε ζητήματα νομικής φύσεως για τα οποία δεν είναι εμπειρογνώμονας και ούτε καταθέτει υπό αυτή την ιδιότητα αφού δεν διαθέτει νομικές γνώσεις. Για παράδειγμα η μάρτυρας σχολιάζει το νομικό πλαίσιο που θεωρεί ότι καλύπτει το τρίτο δάνειο, την τελευταία αύξηση ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό και τη διαφοροποίηση επιτοκίου. Στη βάση αυτού του σκεπτικού δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της ΜΥ.
Ένα σημείο τριβής από την μαρτυρία της ήταν όταν της υπεβλήθηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας ότι η μη προσκόμιση εγγράφου που να καταδεικνύει την αντίδραση της στην μεταβολή του επιτοκίου κατά την κρίση της Τράπεζας σήμαινε την έγκριση της. Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα δεν μπορώ να δεχτώ αυτή τη θέση και να θεωρήσω ότι η ΜΥ απώλεσε το δικαίωμα της να αμφισβητήσει την πρακτική αυτή της Τράπεζας επειδή δεν κοινοποίησε γραπτώς την αντίδραση της. Το αν οι χρεώσεις της Τράπεζας είναι νόμιμες και συνάδουν με τις αρχές της σύμβασης ώστε να τις δικαιούνται εξαρτάται από τα νομικά δεδομένα της υπόθεσης σε συνδυασμό με την υφιστάμενη νομοθεσία υπό το φως της νομολογίας και όχι από το βαθμό αντίδρασης των Εναγομένων.
Κατ’ ανάλογο τρόπο, το αν η Τράπεζα ή η Ενάγουσα δεν υπέστη ζημιές που κατά την κρίση της ΜΥ δεν δικαιολογεί τη χρέωση τόκου υπερημερίας δεν είναι θέμα απλά γενικής και αόριστης αναφοράς αλλά ζήτημα που χρήζει απόδειξης στη βάση στοιχείων που προσκομίζονται.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, αποδέχομαι το πρώτο σκέλος της μαρτυρίας της ΜΥ, περιλαμβανομένου της Ένδειξης ‘Β’ που ασχολείται με το κομμάτι αυτό και αποτελεί μέρος, για τους λόγους που έχω σχολιάσει.
Ευρήματα:
Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα γεγονότα που έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά από τους διαδίκους πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης, τα επιπρόσθετα παραδεκτά γεγονότα στα οποία οι διάδικοι προέβηκαν κατά την εκδίκαση της αγωγής, τα έγγραφα που είναι παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους καθώς επίσης γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά.
Περαιτέρω καταλήγω στα πιο κάτω επιπλέον ευρήματα:
(α) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €51.258 (αρχικό) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ιδίας ημερομηνίας με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 7.5% (βασικό επιτόκιο 4.5% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(β) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €102.516 (αύξηση Λ.Κ.£30.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 15.10.04 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 8.5% (βασικό επιτόκιο 5.5% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(γ) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €153.774 (αύξηση Λ.Κ.£30.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 12.05.05 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 8.25% (βασικό επιτόκιο 5.25% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(δ) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €205.032 (αύξηση Λ.Κ.£30.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 31.07.06 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 7.25% (βασικό επιτόκιο 4.25% και πρόσθετο επιτόκιο 3%),
(ε) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €256.290 (αύξηση Λ.Κ.£30.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 30.11.07 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 6.5% (βασικό επιτόκιο 4.5% και πρόσθετο επιτόκιο 2%),
(στ) το νομικό πλαίσιο που διέπει το πρώτο δάνειο ύψους €299.005 αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 05.03.04 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 7.5% (βασικό επιτόκιο 4.5% και πρόσθετο επιτόκιο 3%) και μεταγενέστερα την επιστολή προσφοράς ημερ. 22.07.08 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 6.25% (επιτόκιο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 4.25% και πρόσθετο επιτόκιο 2%),
(ζ) το νομικό πλαίσιο που διέπει το δεύτερο δάνειο ύψους €239.204 αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 08.07.03 και την επιστολή προσφοράς ημερ. 05.03.04 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 8.25% (βασικό επιτόκιο 5.25% και πρόσθετο επιτόκιο 3%) και μεταγενέστερα την επιστολή προσφοράς ημερ. 22.07.08 με συνολικό συμβατικό επιτόκιο 6.25% (επιτόκιο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 4.25% και πρόσθετο επιτόκιο 2%),
(η) το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι €260.000 (αύξηση €3.710) αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 12) και την επιστολή προσφοράς ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 13) με συνολικό συμβατικό επιτόκιο τριμηνιαίο euribor ως βασικό επιτόκιο και πρόσθετο επιτόκιο 2%,
(θ) το νομικό πλαίσιο που διέπει το τρίτο δάνειο ύψους €350.000 αποτελείται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 12) με συνολικό συμβατικό επιτόκιο τριμηνιαίο euribor ως βασικό επιτόκιο και πρόσθετο επιτόκιο 2%.
Οι κύριοι όροι περιέχονται σε σύμβαση ενώ ειδικοί όροι περιλαμβάνονται σε συμπληρωματικά συμφωνητικά έγγραφα που ονομάζονται επιστολές προσφοράς.
Εκτός από τα συμφωνητικά έγγραφα στις οποίες δηλωνόταν το πρόσθετο επιτόκιο, η Τράπεζα προέβαινε από μόνη της κατά καιρούς σε μεταβολή του ύψους του. Το βασικό επιτόκιο μέχρι τις 31.12.07 καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και από 01.01.08 από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (euribor) ενώ το πρόσθετο επιτόκιο (περιθώριο) προσδιοριζόταν από την Τράπεζα. Αλλαγές στο βασικό επιτόκιο γνωστοποιούνταν με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο ενώ η ενημέρωση για διαφοροποίηση του πρόσθετου επιτοκίου πραγματοποιείτο με αποστολή επιστολής προσωπικά στον πελάτη. Προς τούτο ετοιμάστηκε κατάλογος που καταδεικνύει χρονικά τις εκάστοτε μεταβολές του ύψους του βασικού και πρόσθετου επιτοκίου από το άνοιγμα των τεσσάρων επίμαχων λογαριασμών μέχρι την ημερομηνία τερματισμού τους, ο οποίος κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 23).
Από τον τερματισμό και μετέπειτα (07.04.15), οι τέσσερις επίμαχοι λογαριασμοί επιβαρύνονται με χρέωση τόκου υπερημερίας ύψους 2%.
Η Ενάγουσα ετοίμασε καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών στις οποίες περιλαμβάνονται χρεώσεις από τις μεταβολές του βασικού και πρόσθετου επιτοκίου, τόκου υπερημερίας, διαιρέτη υπολογισμού του τόκου 360 ημέρες, κεφαλαιοποίηση τόκου, και εξόδων, δαπανών, τελών και προμηθειών (Τεκμήρια 17Β, 18Β, 19Β & 20Β).
Επίσης σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχτεί τα υπόλοιπα που αξιώνει και σημειώνονται στις καταστάσεις των επίμαχων λογαριασμών, η Ενάγουσα ετοίμασε προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου αναδομημένες καταστάσεις των τεσσάρων λογαριασμών για την ίδια περίοδο, οι οποίες περιέχουν μόνο χρεώσεις μεταβολών πρόσθετου επιτοκίου, κεφαλαιοποίηση και διαιρέτη υπολογισμού του τόκου 365/366 ημέρες αναλόγως. Δεν υπάρχουν χρεώσεις τόκου υπερημερίας αλλά ούτε χρεώσεις για έξοδα, προμήθειες, τέλη (Τεκμήρια 21 & 22).
Από την άλλη, η Εναγόμενη 5, μία εκ των διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 1 εταιρείας, ετοίμασε προσωπικά αναθεωρημένες καταστάσεις των τεσσάρων επίμαχων λογαριασμών, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται χρεώσεις από μεταβολή του επιτοκίου κατόπιν γνωστοποίησης της Τράπεζας στους Εναγομένους και δεν περιλαμβάνονται χρεώσεις τόκου υπερημερίας (Τεκμήρια 27, 28, 29 & 30). Οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν και παραδέχονται ότι οφείλουν τα υπόλοιπα που εμφανίζονται στα εν λόγω τεκμήρια στην Ενάγουσα. Οι μαθηματικοί και λογιστικοί υπολογισμοί των χρεώσεων επί των καταχωρήσεων που περιέχονται στα τεκμήρια αυτά είναι ορθοί.
Εξέταση επιδίκων θεμάτων – Νομική Πτυχή – Συμπεράσματα:
Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα.
Νομικό πλαίσιο επιδίκων πιστωτικών διευκολύνσεων:
Παρόλο ότι αναφέρονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω συνοπτικά το νομικό πέπλο που καλύπτει τις τέσσερις μορφές πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στην Εναγόμενη 1 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Πρόκειται για ένα τρεχούμενο λογαριασμό με όριο που στην πορεία έτυχε αυξήσεως καθώς και τρία δάνεια. Οι κύριοι όροι περιέχονται σε σύμβαση ενώ ειδικοί όροι περιλαμβάνονται σε συμπληρωματικά συμφωνητικά έγγραφα που ονομάζονται επιστολές προσφοράς. Ειδικότερα:
Η πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο από €51.258 (αρχικό) μέχρι €256.2290 νομικά βασίζεται στη σύμβαση ημερ. 08.07.03 και στις διάφορες επιστολές προσφοράς ημερ. 08.07.03, 15.10.04, 12.05.05, 31.07.06 και 30.11.07, κάθε μία από τις οποίες αντιστοιχεί στην αύξηση ορίου που χορηγείτο κάθε φορά.
Η πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή πρώτου δανείου ύψους €299.005 νομικά εδράζεται στη σύμβαση ημερ. 08.07.03, στην επιστολή προσφοράς ιδίας ημερομηνίας και μεταγενέστερα στην επιστολή προσφοράς ημερ. 22.07.08, η οποία νομικά αντικατέστησε το περιεχόμενο της επιστολή προσφοράς ημερ. 08.07.03.
Η πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή δεύτερου δανείου ύψους €239.204 νομικά βασίζεται στη σύμβαση ημερ. 08.07.03, στην επιστολή προσφοράς ημερ. 05.03.04 και μεταγενέστερα στην επιστολή προσφοράς ημερ. 22.07.08, η οποία νομικά αντικατέστησε το περιεχόμενο της επιστολής προσφοράς ημερ. 08.07.03.
Σε ότι αφορά την πιστωτική διευκόλυνση ύψους €3.710 υπό τη μορφή αύξησης ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από €256.2290 μέχρι €260.000, νομικά εδράζεται στη σύμβαση ημερ. 22.07.08 και στην επιστολή προσφοράς ιδίας ημερομηνίας.
Η πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή τρίτου δανείου ύψους €350.000 επίσης νομικά βασίζεται στη σύμβαση ημερ. 22.07.08 και στην επιστολή προσφοράς ιδίας ημερομηνίας.
Τόκος Υπερημερίας:
Ένα θέμα στο οποίο οι διάδικοι διαφωνούν είναι η επιβάρυνση τόσο του τρεχούμενου λογαριασμού όσο και των τριών λογαριασμών δανείων με τόκο υπερημερίας.
Δεν έχω πληροφορηθεί για χρέωση τόκου υπερημερίας στον τρεχούμενο λογαριασμό και στους τρεις λογαριασμούς δανείων από την έναρξη λειτουργίας τους μέχρι τον τερματισμό τους στις 07.04.15. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε τέτοια διαφορά την περίοδο αυτή δεν θα ασχοληθώ με ένα τέτοιο σενάριο.
Εκεί που υφίσταται διαφωνία των διαδίκων και χρήζει εξέτασης είναι η χρέωση τόκου υπερημερίας ύψους 2% στους τέσσερις επίμαχους λογαριασμούς από την ημερομηνία τερματισμού τους και μετέπειτα, δηλαδή από τις 07.04.15 και μεταγενέστερα.
Με την επιστολή τερματισμού ημερ. 07.04.15, την οποίαν οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν και αποδέχονται ότι τους επιδόθηκε (Τεκμήριο 16), η Ενάγουσα γνωστοποίησε στους Εναγομένους ότι ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο των επίμαχων λογαριασμών θα επιβαρύνεται από 07.04.15 με αυξημένο επιτόκιο, από το συνολικό ύψος του οποίου 2% αφορά χρέωση τόκου υπερημερίας.
Στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι δικογραφούν ότι η χρέωση τόκου υπερημερίας συνιστά καταχρηστική ρήτρα και/ή παράνομη ρήτρα (§4 λεπτομέρειες).
Έχω ανατρέξει στους περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμους του 1996 έως 2016. Μελετώντας τους ορισμούς του «πωλητή», «προμηθευτή» και «καταναλωτή», όπως αυτοί παρέχονται στο ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας (άρθρο 2), παρατηρώ ότι οι πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση όπου ο «καταναλωτής» είναι φυσικό πρόσωπο. Εφόσον στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη 1, η οποία φέρει την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, είναι νομικό πρόσωπο, έπεται ότι οι πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας δεν έχουν έρεισμα σ’ αυτήν. Παράλληλα, εφόσον οι Εναγόμενοι 2-5, ως εγγυητές που είναι, δεν θεωρούνται «καταναλωτές» στη έννοια που ο νόμος αυτός αποδίδει, έπεται ότι και αυτοί οι διάδικοι βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής της συγκεκριμένης νομοθεσίας.
Έχω επίσης ανατρέξει στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.97(Ι)/2003). Σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, «εγγυητής» μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο (άρθρο 2). Επομένως η Εναγόμενη 1 παρόλο ότι εμφανίζεται ως ενυπόθηκος εγγυητής ως νομικό πρόσωπο που είναι βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής. Παράλληλα, με γνώμονα ότι «ο παρών Νόμος δε θα εφαρμόζεται αναφορικά µε συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη» (επιφύλαξη του άρθρου 3(1)), έπεται ότι οι πρόνοιες του νόμου αυτού δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην Εναγόμενη 5, η οποία, αν και εγγυητής, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 1 εταιρείας.
Σε ότι αφορά τους υπόλοιπους Εναγομένους, δεν δικογραφούνται γεγονότα και/ή στοιχεία που να δίδουν σαφή εικόνα επίκλησης ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης τους με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου (Ν.97(Ι)/2003). Στην Prestos Confectionery Ltd κ.α. v. Alpha Bank Cyprus Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. 114/2015 ημερ. 30.04.24, στην οποίαν μνημονεύεται η υπόθεση Έλληνας κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 03.12.19, ECLI:CY:AD:2019:A503, έγινε αναφορά στη Δ.19, Θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που επιβάλλει στον εναγόμενο να εγείρει με τη δικογραφία του όλα τα θέματα ώστε να μην καταληφθεί ο αντίδικος εξ απροόπτου (CAC Coral Limited v. Intermall Investments Ltd και άλλου Πολιτική Έφεση Αρ. 356/2016, ημερ. 26.09.25).
Πέραν του πιο πάνω, η ΜΕ δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Ούτε υπήρξε νομική επιχειρηματολογία μέσα από τη γραπτή αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων. Συνεπώς το θέμα λήγει εδώ.
Κατ’ αρχάς μπορεί να λεχθεί ότι οι δύο συμβάσεις των γενικών όρων ημερ. 08.07.03 και 22.07.08 (Τεκμήρια 1 & 12) προνοούν τη χρέωση τόκου υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης στην πληρωμή κάποιας δόσης ή κάποιου ποσού ή εάν υπάρξει υπέρβαση του ορίου ενός λογαριασμού. Αν κάποιος ανατρέξει στο περιεχόμενο των εν λόγω δύο συμβάσεων θα διαπιστώσει ότι ο όρος 9 σ’ αμφότερα έγγραφα παρέχει δικαίωμα χρέωσης με επιβάρυνση υπέρβασης εφόσον συμβαίνει οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις. Στο σημείο παρεμβάλλω ότι παρά την ύπαρξη τέτοιου συμβατικού δικαιώματος, η Ενάγουσα, όπως έχει ήδη λεχθεί, δεν προχώρησε στην άσκηση του σε κανένα επί των χρεωστικών υπολοίπων των τεσσάρων επίμαχων λογαριασμών από την έναρξη της λειτουργίας τους μέχρι τον τερματισμό τους στις 07.04.15.
Συνεπώς θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της Ενάγουσας για επιβάρυνση του τρεχούμενου λογαριασμού και των τριών λογαριασμών δανείων με τόκο υπερημερίας ύψους 2% από τις 07.04.15 που τερματίστηκαν και μετέπειτα.
Το συμβατικό δικαίωμα χρέωσης τόκου υπερημερίας σε πιστωτικές διευκολύνσεις οριοθετείται νομοθετικά από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν.160(Ι)/99), ο οποίος στην πορεία έτυχε τροποποίησης από τους τροποποιητικούς νόμους 141(Ι)/2014, 66(Ι)/2015 και 117(Ι)/2024. Η εισαγωγή των τροποποιητικών νόμων 141(Ι)/2014 και 66(Ι)/2015 έγινε για σκοπούς προαγωγής της διαφάνειας ως προς τον υπολογισμό των επιτοκίων όλων των συμβατικών πιστωτικών διευκολύνσεων, συμπεριλαμβανομένου του τόκου υπερημερίας (άρθρο 2Α).
Το άρθρο 2 της κείμενης νομοθεσίας που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο αυτής δίδει τον ορισμό της «σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης», ο οποίος είναι: «σύμβαση για την παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη και περιλαμβάνει σύμβαση δανείου, σύμβαση παροχής ορίου υπερανάληψης, σύμβαση ορίου πιστωτικής κάρτας και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση παρόμοιας φύσεως.» Χωρίς αμφιβολία η προκειμένη περίπτωση περιλαμβάνει τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1 και τα νομικά έγγραφα που τις πλαισιώνουν συνιστούν συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων στην έννοια της εν λόγω νομοθεσίας. Το δε «επιτόκιο υπερημερίας», με βάση το άρθρο 2, σημαίνει «το επιτόκιο που λογίζεται στο ποσό των δόσεων δανείου που είναι καθυστερημένες ή στο ποσό της υπέρβασης λογαριασμού υπεραναλήψεως ή στο ποσό υπέρβασης του ορίου της πιστωτικής κάρτας ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης ή στο καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό πληρωμής της πιστωτικής κάρτας·»
Ποιες συμβάσεις καλύπτονται από τους τροποποιητικούς νόμους 141(Ι)/2014 και 66(Ι)/2015 εξηγείται στο άρθρο 2Β της κείμενης νομοθεσίας. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, οι εν λόγω τροποποιητικοί νόμοι τυγχάνουν εφαρμογής:
«(α) σε όλες τις εν ισχύι συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014·,
(β) …
(γ) σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες τερματίζονται και σε όλες τις συμβάσεις των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν καταστεί ή καθίστανται απαιτητές από πιστωτικό ίδρυμα.»
Εφόσον οι συμβάσεις και τα συμφωνητικά έγγραφα των πιστωτικών διευκολύνσεων της παρούσας υπόθεσης συνομολογήθηκαν τη χρονική περίοδο 08.07.03 μέχρι 22.07.08 και τερματίστηκαν στις 07.04.15 και με γνώμονα ότι ο τροποποιητικός νόμος 141(Ι)/2014 τέθηκε σε ισχύ στις 09.09.14 και ο τροποποιητικός νόμος 66(Ι)/2015 τέθηκε σε ισχύ στις 07.05.15, προκύπτει ότι οι εν λόγω τροποποιητικοί νόμοι τυγχάνουν εφαρμογής στις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις.
Με βάση την εν λόγω νομοθεσία (άρθρο 3):
«(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται:
Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες:
Νοείται περαιτέρω ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024 η προβλεπόμενη στο παρόν εδάφιο απαγόρευση ισχύει πρόσθετα για αγοραστή πιστώσεων, εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων και μη πιστωτικό ίδρυμα.
(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, τον αγοραστή πιστώσεων, την εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων και το μη πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά:»
Στην χχχχ Έλληνας κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 03.12.19, ECLI:CY:AD:2019:A503 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Θα μπορούσε να προστεθεί ότι ο Νόμος αρ. 160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε, δημιουργεί κατ’ αρχάς ποινικό αδίκημα σε περίπτωση που επιβάλλεται επιτόκιο κατά παράβαση των υποχρεώσεων που δημιουργεί το άρθρο 3(1) και (1α), σε περίπτωση δε που δεν αποδεικνύεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα επέβαλε τόκο υπερημερίας που αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά, το πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τον τόκο αυτό δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό το οποίο κατέβαλε επιπρόσθετα, το δε πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε. Να σημειωθεί, τέλος, ότι η τροποποίηση που έγινε με το Νόμο αρ. 66(Ι)/2015, ουδόλως θα μπορούσε να ισχύει στην επίδικη περίπτωση εφόσον η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκδόθηκε πολύ πριν και συγκεκριμένα στις 23.1.2013.»
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η επιβάρυνση των επίμαχων λογαριασμών με χρέωση τόκου υπερημερίας δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 2%, εφόσον αποδειχτεί ανάλογη πραγματική ζημιά από την Ενάγουσα. Το βάρος απόδειξης ότι ο τόκος υπερημερίας που χρεώνεται αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτή βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε θετική μαρτυρία που να αποδεικνύει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής ζημιάς και να προσδιορίζει το ύψος της. Όπως ήδη λέχθηκε κατά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, η μαρτυρία της ΜΕ στο συγκεκριμένο θέμα ήταν γενική και αόριστη, ενώ για να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία θα έπρεπε να ήταν σαφής και συγκεκριμένη. Θα έπρεπε να είχε θέσει στο Δικαστήριο στοιχεία τέτοια που να μπορούσαν να εντοπίσουν την πρόκληση ζημιάς εις βάρος της Ενάγουσας και παράλληλα να καθορίσουν την έκταση της ζημιάς αυτής, η οποία να συνδέεται ή να πηγάζει από την καθυστέρηση είτε στην πληρωμή κάποιας δόσης ή ενός ποσού από τους επίμαχους λογαριασμούς δανείων είτε σε υπέρβαση του ορίου του επίμαχου τρεχούμενου λογαριασμού.
Η αδυναμία της Ενάγουσας να αποδείξει την ύπαρξη πραγματικής ζημιάς και να προσδιορίσει ότι το ύψος της που απορρέει από καθυστερημένες πληρωμές ανέρχεται σε 2% ή σε οποιοδήποτε ποσοστό μέχρι 2%, καθιστά την αξίωση της για επιδίκαση τόκου υπερημερίας ύψους 2% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου όλων των επίμαχων λογαριασμών έκθετο σε απόρριψη.
Με βάση τη δεσμευτική δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων που είναι πως ότι αποφασίσει το Δικαστήριο για τα επίδικα θέματα, ένα εκ των οποίων είναι ο τόκος υπερημερίας, για την Εναγόμενη 1 (πρωτοφειλέτη και ενυπόθηκο εγγυητή) θα ισχύει αυτόματα για τους Εναγομένους 2-5 (εγγυητές), η απόρριψη της αξίωσης χρέωσης τόκου υπερημερίας για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί αφορά όλους τους Εναγομένους.
Κεφαλαιοποίηση Τόκου:
Παρόλο ότι δεν αποτελεί επίδικο θέμα, για χάριν ολοκληρωμένης εξέτασης μπορεί να λεχθεί ότι τόσο οι κύριες συμβάσεις (όρος 2) όσο και τα συμπληρωματικά συμφωνητικά έγγραφα παρέχουν δικαίωμα στην Ενάγουσα να προβαίνει σε κεφαλαιοποίηση επιτοκίου. Παράλληλα δικαίωμα σε πιστωτή για ανατοκισμό προβλέπει και ο Ν.160(Ι)/1999. Ειδικότερα το άρθρο 3(1)(δ) που εισήχθηκε με τον τροποποιητικό νόμο 141(Ι)/2014 προνοεί δικαίωμα ανατοκισμού μέχρι δύο φορές ετησίως.
Στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα αξιώνει κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως. Η συγκεκριμένη διεκδίκηση της Ενάγουσας καλύπτεται τόσο συμβατικά όσο και νομοθετικά και γι’ αυτό επιτυγχάνει.
Με βάση την προαναφερόμενη δεσμευτική δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων, το συμπέρασμα του Δικαστηρίου σε σχέση με την επιτυχία της πιο πάνω διεκδίκησης της Ενάγουσας, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, αφορά όλους τους Εναγομένους.
Βασικό Επιτόκιο:
Τα συμπληρωματικά συμφωνητικά έγγραφα των ειδικών όρων περιέχουν το βασικό επιτόκιο που ίσχυε κατά το χρόνο συνομολόγησης τους και αφορούν κάθε μία πιστωτική διευκόλυνση που συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 να χορηγηθεί από την πρώτη στη δεύτερη έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Περαιτέρω τα έγγραφα αυτά περιέχουν πρόνοια για μεταβολή του βασικού επιτοκίου, όπως αυτό καθοριζόταν κάθε αφορά από την αρμόδια αρχή. Οι συμβάσεις επέβαλλαν την υποχρέωση στην Τράπεζα να ενημερώνει τους Εναγομένους για οποιαδήποτε μεταβολή του βασικού επιτοκίου.
Το βασικό επιτόκιο μέχρι τις 31.12.07 καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και από 01.01.08 από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (euribor) ενώ το πρόσθετο επιτόκιο (περιθώριο) προσδιοριζόταν από την Τράπεζα. Αλλαγές στο βασικό επιτόκιο γνωστοποιούνταν με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο. Το Τεκμήριο 23 παρέχει πίνακα μεταβολής βασικού επιτοκίου του επίμαχου τρεχούμενου λογαριασμού και των τριών επίμαχων δανείων από το άνοιγμα τους μέχρι την ημερομηνία τερματισμού τους.
Οι διάδικοι αποδέχονται τα βασικά επιτόκια που σημειώνονται στο Τεκμήριο 23. Δεν διαφωνούν όταν τέτοιες διαφοροποιήσεις είχαν γίνει κατά διαστήματα χωρίς τη συνομολόγηση σύμβασης ή ειδικό συμπληρωματικό συμφωνητικό έγγραφο, παρά μόνο με τη δημοσίευση της εκάστοτε μεταβολής στον ημερήσιο τύπο. Την ίδια στιγμή οι διάδικοι συμφωνούν και αποδέχονται ότι κάθε μεταβολή του βασικού επιτοκίου γνωστοποιήθηκε στους Εναγομένους από την Τράπεζα κατόπιν σχετικής δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο.
Στη βάση των πιο πάνω στοιχείων, το ύψος των συμβατικών βασικών επιτοκίων και οι διάφορες μεταβολές τους, όπως αυτές φαίνονται στο Τεκμήριο 23, γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο.
Με βάση την προαναφερόμενη δεσμευτική δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων, το συμπέρασμα του Δικαστηρίου σε σχέση με την επιτυχία της πιο πάνω διεκδίκησης της Ενάγουσας, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, αφορά όλους τους Εναγομένους.
Πρόσθετο Επιτόκιο (Περιθώριο):
Οι κατά καιρούς μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου καθ’ ‘όλη την περίοδο λειτουργίας τους με αποστολή επιστολής στους Εναγομένους με το οποίο χρεώνονταν οι τέσσερις επίμαχοι λογαριασμοί αποτελεί ακόμη ένα επίδικο θέμα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει.
Κατ’ αρχάς ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως για περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμους του 1996 έως 2016 και για τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.97(Ι)/2003). Δεν χρειάζεται να προβώ σε περαιτέρω σχολιασμό παρά μόνο να υιοθετήσω αυτά που έχουν ήδη λεχθεί.
Επί της ουσίας το εν λόγω ζήτημα προσεγγίζεται ως εξής:
Για τους λόγους που ανέλυσα και επεξήγησα στο στάδιο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού ο τρεχούμενος λογαριασμός με όριο αναφορικά με τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή αύξησης του ορίου από την αρχή λειτουργίας του, δηλαδή από 08.07.03 μέχρι 21.07.08 διέπονται από το ίδιο νομικό πλαίσιο που έχω καθορίσει. Με βάση αυτό, το ύψος του συμβατικού πρόσθετου επιτοκίου έχει ως εξής:
(α) από 08.07.03 μέχρι 29.11.07 - 3%
(β) από 30.11.07 μέχρι 21.07.08 – 2%
Οι διάδικοι δεν διαφωνούν ότι κατά την πιο πάνω χρονική διάρκεια ο τρεχούμενος λογαριασμός με όριο, όπως αυτό στην πορεία αυξανόταν με συμφωνία της Τράπεζας και της Εναγομένης 1, χρεωνόταν με το πρόσθετο επιτόκιο που ήταν το συμβατικό. Προς τούτο δέχονται τις σχετικές χρεώσεις. Αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι αυτή θα πρέπει να είναι η χρέωση πρόσθετου επιτοκίου επί του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο για την περίοδο αυτή.
Σε ότι αφορά το πρώτο και δεύτερο δάνειο σε σχέση με την περίοδο από 05.03.04 μέχρι 21.07.08, για τους λόγους που ανέλυσα και επεξήγησα στο στάδιο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, διέπονται από το ίδιο νομικό πλαίσιο που έχω καθορίσει. Με βάση αυτό, το ύψος του συμβατικού πρόσθετου επιτοκίου έχει για έκαστο πρώτο και δεύτερο δάνειο ως εξής:
(α) από 05.03.04 μέχρι 29.11.07 - 3%
(β) από 30.11.07 μέχρι 16.10.08 – 2%
Οι διάδικοι δεν διαφωνούν ότι κατά την πιο πάνω χρονική διάρκεια το πρώτο και το δεύτερο δάνειο, κατόπιν συμφωνίας της Τράπεζας και της Εναγομένης 1, χρεώνονταν με το πρόσθετο επιτόκιο που ήταν το συμβατικό. Προς τούτο δέχονται τις σχετικές χρεώσεις. Αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι αυτή θα πρέπει να είναι η χρέωση πρόσθετου επιτοκίου επί του πρώτου και δεύτερου δανείου για την περίοδο αυτή.
Ακολούθως για τους λόγους που ανέλυσα και επεξήγησα στο στάδιο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, από τις 22.07.08 το νομικό πλαίσιο που διέπει το πρώτο και δεύτερο δάνειο έχει μεταβληθεί, κατόπιν συμφωνημένης πρόθεσης της Τράπεζας και της Εναγομένης 1, όπως το έχω προσδιορίσει. Με βάση αυτό, το συμβατικό πρόσθετο επιτόκιο έχει για έκαστο πρώτο και δεύτερο δάνειο παραμείνει στο ίδιο ύψος που ήταν, δηλαδή στο 2%.
Παράλληλα, για τους λόγους που επίσης ανέλυσα και επεξήγησα στο στάδιο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, από τις 22.07.08 το νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο έχει μεταβληθεί, κατόπιν συμφωνημένης πρόθεσης της Τράπεζας και της Εναγομένης 1, όπως το έχω προσδιορίσει. Με βάση αυτό, το συμβατικό πρόσθετο επιτόκιο για τον τρεχούμενο λογαριασμό έχει παραμείνει στο ίδιο ύψος που ήταν, δηλαδή στο 2%.
Κάτω από το ίδιο νομικό πλαίσιο που ίσχυε για τον τρεχούμενο λογαριασμό υπό το χρονικό καθεστώς στις 22.07.08 διέπεται και το τρίτο δάνειο, επίσης για τους λόγους που επίσης ανέλυσα και επεξήγησα στο στάδιο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού. Με βάση αυτό, το ύψος του συμβατικού πρόσθετου επιτοκίου για το τρίτο δάνειο ανέρχεται στο 2%.
Οι Εναγόμενοι διαφωνούν με τις μεταβολές στο ύψος του πρόσθετου επιτοκίου τόσο στον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο όσο και στα τρία επίμαχα δάνεια, οι οποίες τους γνωστοποιήθηκαν με σχετικές επιστολές, χωρίς οι ίδιοι να έχουν συμφωνήσει ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο συγκατατεθεί.
Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο, υπήρξαν οι πιο κάτω μεταβολές:
(α) από 05.02.09 μέχρι 03.07.11 – 5,5%
(β) από 04.07.11 μέχρι 02.10.12 – 6,25%
(γ) από 03.10.12 μέχρι 06.04.15 – 7,5%
(δ) από 07.04.15 (τερματισμός) και έπειτα – 7,5%
Σε σχέση με το πρώτο και δεύτερο δάνειο, υπήρξαν για έκαστο οι πιο κάτω μεταβολές:
(α) από 17.10.08 μέχρι 11.11.08 – 4%
(β) από 12.11.08 μέχρι 04.02.09 – 4,5%
(γ) από 05.02.09 μέχρι 23.06.11 – 5,5%
(δ) από 24.06.11 μέχρι 02.10.15 – 6,25%
(ε) από 03.10.12 μέχρι 06.04.15 – 6,75%
(στ) από 07.04.15 (τερματισμός) και έπειτα – 6,75%
Αναφορικά με το τρίτο δάνειο, υπήρξαν οι πιο κάτω μεταβολές:
(α) από 05.02.09 μέχρι 23.06.11 – 5,5%
(β) από 24.06.11 μέχρι 02.10.12 – 6,25%
(γ) από 03.10.12 μέχρι 06.04.15 – 7,5%
(δ) από 07.04.15 (τερματισμός) και έπειτα – 7,25%
Έχει ήδη λεχθεί ότι οι γενικοί και συνάμα βασικοί όροι που διέπουν τη χορήγηση του πρώτου και δεύτερου δανείου περιέχονται στη σύμβαση ημερ. 08.07.03 (Τεκμήριο 1). Στο ζήτημα της μεταβολής του πρόσθετου επιτοκίου εντοπίστηκαν πρόνοιες του Τεκμηρίου 1, οι οποίες συγκρούονται μεταξύ τους σε αντιφατικό επίπεδο με αποτέλεσμα το ζήτημα να παραμένει νομικά ασαφές. Έχω ασχοληθεί με το θέμα αυτό το οποίο σχολίασα αναλυτικά στο στάδιο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τη νομική προσέγγιση μου.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς το νόημα ενός εγγράφου ή διαπιστώνεται ότι όροι εισάγουν ασάφεια εφαρμόζεται ο ερμηνευτικός κανόνας contra preferentum (Ευαιρεία Χρύσανθος Κυριάκου Λτδ v. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (1995) 3 Α.Α.Δ. 178, Χαρίλαος Σταυράκη Λτδ v. Zim Israel Navigation and others (1991) 1 Α.Α.Δ. (1087). Έχει δίκαιο η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων που το επικαλέστηκε στη γραπτή νομική επιχειρηματολογία της, πλην όμως μόνο σε ότι αφορά το πρώτο και δεύτερο δάνειο. Με βάση τον ερμηνευτικό κανόνα ο όρος στο συγκεκριμένο ζήτημα θα πρέπει να ερμηνευτεί εναντίον του συντάκτη του εγγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση στο Τεκμήριο 1 υπάρχει όρος που επιτρέπει τη μεταβολή πρόσθετου επιτοκίου κατά απόλυτη κρίση της Τράπεζας με γραπτή ειδοποίηση στους Εναγομένους ή με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο και στο ίδιο νομικό έγγραφο υπάρχει άλλος όρος που υποδεικνύει ότι η μεταβολή του επιτοκίου θα γίνεται μετά από συμφωνία με την Εναγόμενη 1. Πρόκειται για όρους που εισάγουν ασάφεια επομένως πρόκειται για περίπτωση όπου δικαιολογείται η επίκληση του ερμηνευτικού κανόνα contra preferentum. Εφαρμόζοντας τον εν λόγω κανόνα με γνώμονα ότι το Τεκμήριο 1 συντάχθηκε από την Τράπεζα, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό αλλά και εξάλλου συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων, ο συμφωνημένος όρος που τελικά ισχύει είναι αυτός που αναφέρει ότι η μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου θα είναι προϊόν συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγομένης 1.
Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι οι μεταβολές του πρόσθετου επιτοκίου την περίοδο από 17.10.08 μέχρι και 07.04.15 (τερματισμός) έγιναν μονομερώς από την Τράπεζα και αφού αποστάληκαν σχετικές επιστολές στους Εναγομένους. Συνεπώς δεν υπήρξε συμφωνία με την Εναγόμενη 1, όπως προνοεί ο όρος του Τεκμηρίου 1 που υπερισχύει. Τυχόν μη αποστολή οποιασδήποτε επιστολής στην οποίαν να προβάλλεται διαμαρτυρία των Εναγομένων δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως συγκατάθεση από μέρους τους. Δεν δημιουργείται συμβατικό δικαίωμα στην Ενάγουσα επειδή οι Εναγόμενοι δεν αντέδρασαν γραπτώς στο αυτονόητο που εξάλλου δεν θα είχε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα δεδομένου του χρόνου που η γνωστοποίηση της Τράπεζας κοινοποιείτο στους Εναγομένους και του πολύ μικρού χρόνου που είχαν, αν είχαν, μέχρι να τεθεί σε ισχύ η μεταβολή. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί η Ενάγουσα να επωφεληθεί από μία μονομερή πράξη της η οποία δεν συνάδει με τους όρους του Τεκμηρίου 1.
Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού καταλήγω ότι η Ενάγουσα για το πρώτο και δεύτερο δάνειο δικαιούται σε χρέωση συμβατικών πρόσθετων επιτοκίων, δηλαδή από 05.03.04 μέχρι 29.11.07 σε 3% και από 30.11.07 και έπειτα σε 2%.
Αντίθετα καμία ασάφεια υπάρχει στο ξεχωριστό νομικό έγγραφο που διέπει τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο και το τρίτο δάνειο. Έχει ήδη λεχθεί ότι οι γενικοί και συνάμα βασικοί όροι που διέπουν τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο και τη χορήγηση του τρίτου δανείου περιέχονται στη σύμβαση ημερ. 22.07.08 (Τεκμήριο 12). Στο ζήτημα της μεταβολής του πρόσθετου επιτοκίου υπάρχει μόνο συμφωνημένος όρος που παρέχει συμβατικό δικαίωμα στην Τράπεζα να μεταβάλλει το πρόσθετο επιτόκιο κατά την απόλυτη κρίση της με γραπτή ειδοποίηση στους Εναγομένους ή με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο. Η Τράπεζα απέστειλε γραπτή ειδοποίηση στους Εναγομένους κάθε φορά που θα υπήρχε μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου, γεγονός που οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν και προς τούτο παραδέχονται.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε χρέωση των πιο κάτω πρόσθετων επιτοκίων:
Α. Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο -
(α) από 08.07.03 μέχρι 29.11.07 - 3%
(β) από 30.11.07 μέχρι 04.02.09 – 2%
(γ) από 05.02.09 μέχρι 03.07.11 – 5,5%
(δ) από 04.07.11 μέχρι 02.10.12 – 6,25%
(ε) από 03.10.12 μέχρι 06.04.15 – 7,5%
(στ) από 07.04.15 (τερματισμός) και έπειτα – 7,5%
Β. Σε σχέση με το τρίτο δάνειο -
(α) από 22.07.08 μέχρι 04.02.09 - 2%
(β) από 05.02.09 μέχρι 23.06.11 – 5,5%
(γ) από 24.06.11 μέχρι 02.10.12 – 6,25%
(δ) από 03.10.12 μέχρι 06.04.15 – 7,5%
(ε) από 07.04.15 (τερματισμός) και έπειτα – 7,25%.
Έξοδα, Δαπάνες, Προμήθειες, Τέλη και άλλες τέτοιες Χρεώσεις:
Η Ενάγουσα προέβηκε σε αντίστοιχες χρεώσεις, χωρίς όμως να παραθέσει στοιχεία που να τις δικαιολογούν. Μπορεί τα Τεκμήρια 1 & 12 να δίδουν το δικαίωμα στην Τράπεζα να ανακτά έξοδα, δαπάνες και τέλη αλλά το δικαίωμα αυτό ασκείται μόνο εφόσον αποδειχτεί ότι αυτά σχετίζονται με τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και έχουν προκύψει συνεπεία αυτών και/ή της λειτουργίας των σχετικών επίμαχων λογαριασμών. Εφόσον ουδεμία πειστική προφορική μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να σχετίζεται με το θέμα αυτό και αφού κανένα στοιχείο έχει παρουσιαστεί που να αποδεικνύει τέτοιας φύσεως ζημιά, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε τέτοιας φύσεως αξίωση καθότι αυτή παρέμεινε ατεκμηρίωτη.
Διαιρέτης εμπορικού έτους για τον υπολογισμού τόκου:
Στους γενικούς και συνάμα βασικούς όρους που περιέχονται στις συμβάσεις ημερ. 08.07.03 και 22.07.08 που διέπουν τις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις (Τεκμήρια 1 & 12) υπάρχει όρος που αναφέρει ότι «Για υπολογισμό οποιουδήποτε τόκου θα λογίζονται οι μήνες προς όσες ημέρες έχει ο καθένας αλλά για την εξεύρεση του τόκου θα χρησιμοποιείται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος με 360 ημέρες». Ωστόσο θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, ο όρος αυτός δεν μπορεί να ισχύει ως έχει για όλες τις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις αλλά θα πρέπει να υπάρξει διαφοροποίηση της περίπτωσης του πρώτου και δεύτερου δανείου από την περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού και του τρίτου δανείου.
Συγκεκριμένα σε σχέση με τη χορήγηση του πρώτου και δεύτερου δανείου όπου αποφασίστηκε ότι η μεταβολή του επιτοκίου θα έπρεπε να είναι προϊόν συμφωνίας της Τράπεζας με της Εναγομένης 1, κρίνω ότι όρος αυτός είναι αναπόσπαστο μέρος του σκεπτικού αυτού με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι για τον υπολογισμό του τόκου θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως διαιρέτης το εμπορικό έτος με 365/366 ημέρες, αναλόγως του έτους.
Διαφορετική είναι η κατάσταση αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο και τη χορήγηση του τρίτου δανείου. Εδώ δεν βλέπω λόγο να μην μπορεί να εφαρμοστεί ο σχετικός όρος του Τεκμηρίου 12. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι για τον υπολογισμό του τόκου θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως διαιρέτης το εμπορικό έτος με 360 ημέρες.
Παράβαση επίδικων συμβάσεων:
Η παράλειψη πληρωμής οφειλομένου ποσού από μέρους της Εναγομένης 1 συνιστά μη συμμόρφωση με τις συμβατικές οικονομικές υποχρεώσεις της. Η δημιουργία χρεωστικών υπολοίπων μέσα από κίνηση των λογαριασμών που αφορούν τη χορήγηση των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων, τα οποία παρέμειναν χωρίς εξόφληση παρά τις προειδοποιητικές επιστολές, αποτελεί ουσιώδη παράλειψη ουσιώδη όρου των επίμαχων συμβάσεων από μέρους της Εναγομένης 1. Την ίδια στιγμή υπάρχει παραβίαση όρων των εγγράφων εγγύησης/κάλυψης και συμβάσεων υποθήκευσης ακινήτων από μέρους των Εναγομένων 2-5.
Να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι υπάρχουν υπόλοιπα στους εν λόγω λογαριασμούς, τα οποία δεν έχουν εξοφλήσει μέχρι σήμερα.
Τερματισμός επίδικων συμφωνητικών εγγράφων:
Δεν αποτελεί επίδικο θέμα η νομιμότητα και η εγκυρότητα τερματισμού των συμβάσεων που αφορούν την χορήγηση των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων.
Εν πάση περιπτώσει, η δημιουργία υπέρβασης στο λογαριασμό ορίου και η καθυστέρηση/παράλειψη πληρωμής δόσεων σε συνδυασμό με την συνέχιση επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς από μέρους των Εναγομένων, παρά την προειδοποίηση όπως αυτή αποκατασταθεί εντός χρονικού διαστήματος που έχει καθοριστεί, συνιστά ουσιώδη παράβαση της σύμβασης. Με τον καθορισμό εύλογου χρονικού διαστήματος, ο χρόνος αποπληρωμής της παράβασης κατέστη ουσιώδης όρος της σύμβασης. Η αποτυχία συμμόρφωσης εντός καθορισμένης περιόδου που συνιστά εύλογο χρόνο, αποτελεί παράβαση ουσιώδη όρου (Chitty on Contracts 27η έκδοση, παράγραφος 21-013). Με βάση την νομολογία παράβαση ουσιώδη όρου στη σύμβαση δίδει δικαίωμα στον αθώο συμβαλλόμενο μέρος να τερματίσει τη σύμβαση (Παπαργυρού v. Μιχαηλίδης Πολιτική Έφεση Αρ. 215/2010 ημερ. 27.09.16). Παράλληλα ο όρος 19 των Τεκμηρίων 1 & 12 (σύμβαση παροχής και συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων) επιτρέπει στην Τράπεζα να προβεί σε τερματισμό της λειτουργίας οποιουδήποτε λογαριασμού.
Επίσης ο όρος 20 των Τεκμηρίων 1 & 12 προνοεί ότι κάθε ειδοποίηση θα δίδεται στην Εναγόμενη 1 δια συνήθους ταχυδρομείου ή ιδιοχείρως στη διεύθυνση που δηλώνεται μέσα από το έγγραφο αυτό ή στη νέα διεύθυνση που ο Χρεώστης δώσει στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή προς την Τράπεζα διεύθυνση του Χρεώστη. Κατ’ ανάλογο τρόπο θα αντιμετωπίζονταν και οι Εναγόμενοι 2-5, ως εγγυητές που είναι.
Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές σε όλους τους Εναγομένους (Τεκμήρια 14 & 15) οι οποίοι τις παρέλαβαν και επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση με το περιεχόμενο τους η Τράπεζα τους απέστειλε έπειτα τις επιστολές τερματισμού (Τεκμήριο 16), τις οποίες οι Εναγόμενοι επίσης αναγνωρίζουν και προς τούτο παραδέχονται ότι τις παρέλαβαν.
Από τα πιο πάνω καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι υπήρξε συμμόρφωση από μέρους της Τράπεζας με τις πρόνοιες των πιο πάνω όρων. Η Τράπεζα ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείτο από τις πρόνοιες των εγγράφων. Χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει την νομιμότητα και εγκυρότητα των εν λόγω επιστολών τερματισμού υπό αμφισβήτηση, τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά.
Ζημιές και/ή απώλειες που προκλήθηκαν:
Η πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων προκάλεσε ζημιές και απώλειες στην Τράπεζα και κατ’ επέκταση της Ενάγουσας. Το ύψος των ζημιών και των απωλειών της είναι το σύνολο των χρεωστικών υπολοίπων στους λογαριασμούς των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων.
Ύπαρξη τραπεζικού/συμβατικού χρέους:
Σε υπόθεση κατ' ισχυρισμό τραπεζικού συμβατικού χρέους, όπως είναι η παρούσα αγωγή, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση της Τράπεζας για ύπαρξη τραπεζικού χρέους είναι η σύναψη της σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με τους όρους της, η παράβαση όρου της σύμβασης και ο τερματισμός της σύμβασης μαζί με το οφειλόμενο υπόλοιπο (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.α. (2010) 1 Α.Α.Δ. 829). Η θεμελίωση τους εδράζεται μέσα από το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό.
Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα χορήγησε στην Εναγόμενη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις σε διάφορες περιπτώσεις. Οι Εναγόμενοι 2-5 εγγυήθηκαν / παρείχαν κάλυψη, δυνάμει συμφωνητικών εγγράφων, των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1. Παράλληλα, ως επιπλέον εξασφάλιση, η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε το προαναφερόμενο όφελος προς όφελος της Ενάγουσας.
Όπως ακόμη λέχθηκε πιο πάνω και συνιστά συμπέρασμα του Δικαστηρίου, η παράλειψη πληρωμής οφειλομένων ποσών από μέρους της Εναγομένης 1 συνιστά μη συμμόρφωση με τις συμβατικές οικονομικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1. Η δημιουργία χρεωστικών υπολοίπων και η παράλειψη πληρωμής τους εντός εύλογου χρόνου που καθορίστηκε, παρά τις προειδοποιητικές επιστολές, αποτελεί παραβίαση ουσιώδη όρου της σύμβασης παροχής και συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων εξ’ υπαιτιότητας της Εναγομένης 1. Την ίδια στιγμή υπάρχει παραβίαση των εγγράφων εγγύησης / κάλυψης και συμβάσεων υποθήκευσης ακινήτου εξ’ υπαιτιότητας των Εναγομένων 2-5 αντίστοιχα.
Η Εναγόμενη 1, ως πρωτοφειλέτης που είναι, ευθύνεται για την πρόκληση ζημιών και εξόδων στην Ενάγουσα. Συνυπεύθυνοι στη πρόκληση ζημιών και εξόδων στην Ενάγουσα και συνάμα στην παραμονή χρεωστικών υπολοίπων (τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης και τριών δανείων) είναι και οι Εναγόμενοι 2-5 ως εγγυητές / παροχείς κάλυψης που είναι.
Συνεπεία της παράβασης συμφωνητικών εγγράφων από τους Εναγομένους 1-5, η Ενάγουσα προχώρησε με τερματισμό τους. Ο εν λόγω τερματισμός κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ήταν νόμιμος, έγκυρος και δικαιολογημένος. Τα δε ολόκληρα υπόλοιπα κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά. Το σύνολο τους καθορίζει την ύπαρξη τραπεζικού/συμβατικού χρέους.
Προσδιορισμός ύψους χρεωστικών υπολοίπων:
Με βάση το σκεπτικό του Δικαστηρίου που έχει αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σχέση με τα επιτόκια και τις χρεώσεις σε κάθε ένα επίμαχο λογαριασμό ξεχωριστά, καταλήγω στα πιο κάτω σε ότι αφορά το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου:
(α) αναφορικά με το πρώτο και δεύτερο δάνειο χρεωστικά υπόλοιπα από την έναρξη της λειτουργίας τους μέχρι τις 07.04.15 είναι αυτά που σημειώνονται στις αντίστοιχες αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (μέρος Τεκμηρίου 22), στις οποίες περιλαμβάνονται μόνο χρεώσεις συμβατικού επιτοκίου και χρήση διαιρέτη για τον υπολογισμό τόκου 365/366 ημέρες, αναλόγως του έτους, χωρίς έτσι χρεώσεις για έξοδα, δαπάνες, τέλη, διαχείριση λογαριασμού και προμήθειες, ενώ από τις 07.04.15 και έπειτα συνεχίζει το ισχύον συμβατικό επιτόκιο χωρίς χρέωση τόκου υπερημερίας αλλά με κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως,
(β) αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό και το τρίτο δάνειο χρεωστικά υπόλοιπα από την έναρξη της λειτουργίας τους μέχρι τις 07.04.15 είναι αυτά που σημειώνονται στις αντίστοιχες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 17Β & 20Β), στις οποίες περιλαμβάνονται οι μεταβολές βασικού και πρόσθετου επιτοκίων ως σημειώνονται στο σχετικό κατάλογο (Τεκμήριο 23) και χρήση διαιρέτη για τον υπολογισμό τόκου 360 ημέρες, χωρίς χρεώσεις για έξοδα, δαπάνες, τέλη, διαχείριση λογαριασμού και προμήθειες, ενώ από τις 07.04.15 και έπειτα συνεχίζει το επιτόκιο που έχει γνωστοποιηθεί με την επιστολή τερματισμού χωρίς χρέωση τόκου υπερημερίας αλλά με κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως.
Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να επαναλάβω ότι ουδεμία συγκεκριμένη πράξη και καταχώρηση σε οποιοδήποτε λογαριασμό έχουν αμφισβητηθεί για οποιοδήποτε συγκεκριμένο λόγο. Επιπλέον δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα καμίας μαθηματικής πράξης και κανένας αριθμητικός υπολογισμός που περιέχεται στους εν λόγω λογαριασμούς (Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1 Α.Α.Δ. 1238).
Επίσης κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ξανά ότι οι χρεώσεις που αφορούν το εκάστοτε βασικό επιτόκιο σε όλους τους λογαριασμούς των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων δεν αποτελούν επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση.
Συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης (Εναγόμενοι 2-5)
και έγγραφα υποθήκης (Εναγόμενη 1):
Αποτελεί παραδεκτό γεγονός και συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 2-5 παρείχαν εξασφαλίσεις για την κάλυψη των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1. Ως περαιτέρω εξασφάλιση, η Εναγόμενη 1 ενέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας τις υποθήκες αρ. Υ806/2004, Υ1639/2005, Υ1641/2005 και Υ4253/2008 αναφορικά με ολόκληρο το μερίδιο της επί τεσσάρων οικοπέδων στην επαρχία Πάφου, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται υπό το σημείο (15) των παραδεκτών γεγονότων.
Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω τη δεσμευτική δήλωση των διαδίκων στο Δικαστήριο, δια των συνηγόρων τους, με την οποίαν συμφώνησαν ότι η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τα επίδικα θέματα για την πρωτοφειλέτιδα Εναγόμενη 1 αυτόματα θα ισχύει και για τους εγγυητές Εναγομένους 2-5.
Κατάληξη:
Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων 1-5 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των:
(α) €283.554,91 μείον όλες οι χρεώσεις για έξοδα, δαπάνες, τέλη, διαχείριση λογαριασμού και προμήθειες, πλέον τόκο προς 7,519% το χρόνο επί του ποσού που θα προκύψει από 07.04.15 μέχρι εξόφλησης (ήτοι τριμηνιαίο euribor 0,019% πλέον πρόσθετο επιτόκιο 7,5%%), του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, το οποίο αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο υπερανάληψης,
(β) €501.404,47 μείον όλες οι χρεώσεις για έξοδα, δαπάνες, τέλη, διαχείριση λογαριασμού και προμήθειες, πλέον 7,564%το χρόνο επί του ποσού που θα προκύψει από 07.04.15 μέχρι εξόφλησης (ήτοι τριμηνιαίο euribor 0,314% πλέον πρόσθετο επιτόκιο 7,25%), του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, το οποίο αφορά το τρίτο δάνειο,
(γ) €59.419,15 πλέον τόκο προς 2,05% το χρόνο επί του ποσού αυτού μέχρι εξόφλησης (ήτοι βασικό επιτόκιο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 0,05% πλέον πρόσθετο επιτόκιο 2%), του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, το οποίο αφορά το πρώτο δάνειο,
(δ) €16.899,50 πλέον τόκο προς 2,050% το χρόνο επί του ποσού αυτού μέχρι εξόφλησης (ήτοι βασικό επιτόκιο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 0,05% πλέον πρόσθετο επιτόκιο 2%), του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, το οποίο αφορά το δεύτερο δάνειο.
Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα εκποίησης των τεσσάρων ακινήτων ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1, τα οποία επιβαρύνονται με τις υποθήκες αρ. Υ806/2004 ημερ. 05.03.04, Υ1639/2005 ημερ. 12.05.05, Υ1641/2005 ημερ. 12.05.05 και Υ/4253/2008 ημερ. 23.07.08, όλες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου επί ολόκληρου των μεριδίων, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται στα σημεία (Θ), (Ι), (Κ) και (Λ) του παρακλητικού της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.
Σε σχέση με τα έξοδα της απαίτησης, κρίνω ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Ιωάννα και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου (2009) 1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Ο βαθμός και η έκταση της επιτυχίας των επιδίκων θεμάτων και γενικότερα των ζητημάτων που έχουν εξεταστεί και τελικά αποφασιστεί υπέρ της Ενάγουσας είναι τέτοια που δημιουργούν αποχρών λόγος ο οποίος δικαιολογεί αποστέρηση των εξόδων από τον επιτυχών διάδικο στη μέγιστη κλίμακα, σε βάρος του αποτυχών διαδίκου που καλείται να τα επωμιστεί επειδή ευθύνεται για την γενεσιουργό αιτία των εξόδων.
Ως εκ τούτου, τα έξοδα της απαίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα όμως κατά 25%, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-5.
Τέλος υπενθυμίζω ότι η ανταπαίτηση των Εναγομένων εναντίον της Ενάγουσας αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα και κατ’ επέκταση απορρίφθηκε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Εκ συμφώνου δε, κάθε προηγούμενη διαταγή για έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση ακυρώθηκε.
(Υπ.) ……..........................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο