Victoria Sara Tremaine Allen κ.α. ν. Λούκας Μαυρίκιος, υπό την ιδιότητα του ως ο εκτελεστής της διαθήκης της Sara Bloom κ.α., Αρ. Απαίτησης: 1235/2023, 7/4/2026
print
Τίτλος:
Victoria Sara Tremaine Allen κ.α. ν. Λούκας Μαυρίκιος, υπό την ιδιότητα του ως ο εκτελεστής της διαθήκης της Sara Bloom κ.α., Αρ. Απαίτησης: 1235/2023, 7/4/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

                                                                                              

      Αρ. Απαίτησης: 1235/2023 (i-justice)

 

Μεταξύ:

   1. Victoria Sara Tremaine Allen

                                                 2. Sara Elizambeth Allen

    

Εναγουσών

 

και

 

                   1. Λούκας Μαυρίκιος, υπό την ιδιότητα του ως ο εκτελεστής της διαθήκης της Sara Bloom στα πλαίσια της Αίτησης 176/1999 και ως εκτελεστής της διαθήκης του Isaac Bloom στα πλαίσια της Αίτησης 285/2006 αμφότερες καταχωρησθείσες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου

                   2. Linda Leblanc

                   3. Έφη Ξάνθου

                   4. Maplebrook Services Limited

                                                                                                                                                 Εναγομένων

 

Αίτηση ημερ. 22/12/2023 για προσωρινά διατάγματα

 

 

Ημερομηνία: 07/04/2026

Για Ενάγουσες - Αιτήτριες: κ. Μ. Παναγιώτου για ΤΟΡΝΑΡΙΤΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ.

Για Εναγόμενες 2 και 3 - Καθ’ ων η αίτηση: κ. Ν. Χρίστου.

 

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 21/12/2023, οι Ενάγουσες αξιώνουν (ως προκύπτει από την τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης) διάφορα διατάγματα και αναγνωριστικές αποφάσεις. Συγκεκριμένα αξιώνουν:

 

§    Διατάγματα ακύρωσης της εκτέλεση των διαθηκών της Sara Bloom και του Isaac Bloom, στο πλαίσιο των Αιτήσεων Διαχείρισης 176/1999 και 285/2006 του Ε.Δ. Πάφου, αντίστοιχα.

§    Διατάγματα τα οποία να διατάσσουν τον Εναγόμενο 1 να προχωρήσει με αιτήσεις για να επανανοίξει τις ως άνω Αιτήσεις Διαχειρίσεις και να προχωρήσει εκ νέου σε διανομή της περιουσίας των αποθανόντων, όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία.

§    Διατάγματα τα οποία να διατάσσουν τον Εναγόμενο 1 να αποκαλύψει τα στοιχεία και/ή τα έγγραφα που αφορούν τη μεταβίβασης της περιουσίας των ως άνω αποβιωσάντων.

§    Διατάγματα με τα οποία να ακυρώνεται η μεταβίβαση και/ή η εγγραφή μεριδίων επί τριών ακινήτων στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου, η οποία έγινε περί το 2012 από το όνομα της Sara Bloom και του Isaac Bloom, στο όνομα του Adam Bloom.

§    Διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν στις Εναγόμενες 2 και 3 να λάβουν οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα και/ή να προχωρήσουν με αίτηση επικύρωσης της διαθήκης του Adam Bloom μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Απαίτησης.

§    Διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν στις Εναγόμενες 2 και 3 να μεταφέρουν και/ή να αποξενώσουν οποιαδήποτε κινητή περιουσία που βρίσκεται εντός και/ή εκτός της οικίας του αποθανόντος Adam Bloom.

§    Διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν στις Εναγόμενες 2 και 3 να μεταβιβάσουν και/ή η πωλήσουν και/ή δωρίσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή η με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν τα μερίδια επί των ως άνω ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Απαίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου.

§    Αποφάσεις με τις οποίες να αναγνωρίζεται ότι η Ενάγουσα 1 δικαιούται μερίδιο και/ή νόμιμη μοίρα από την περιουσία των αποθανόντων γονέων της Sara Bloom και Isaac Bloom.

§    Αποφάσεις με τις οποίες να αναγνωρίζεται ότι ο αποθανών Adam Bloom κατείχε μερίδια των ως άνω ακινήτων ως εμπιστευματοδόχος προς όφελος της Ενάγουσας 1 σύμφωνα και/ή με βάση εξ επαγωγής και/ή καταληκτικό εμπίστευμα, το οποίο έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα της λανθασμένης μεταβίβασης του συνόλου των ακινήτων από τον εκτελεστή των διαθηκών των Sara Bloom και του Isaac Bloom.

§    Διατάγματα τα οποία να διατάσσουν τον Εναγόμενο 1 όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση οποιουδήποτε σχετικού για τον σκοπό αυτό διατάγματος, προχωρήσει σε όλες τις δέουσες και/ή απαραίτητες πράξεις και/ή ενέργειες και/ή όπως συμπληρώσει και/ή υποβάλει και/ή υπογράψει οποιαδήποτε έγγραφα και/ή έντυπα και/ή αιτήσεις ενώπιον του Ε.Δ. Πάφου και/ή οποιασδήποτε άλλης Αρχής θεωρηθεί ότι απαιτείται από το Νόμο, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση της κυριότητας της περιουσίας και/ή του μεριδίου της περιουσίας που αναλογεί στην Ενάγουσα 1 από το σύνολο της περιουσίας των αποθανόντων γονέων της.

 

Στις 22/12/2023 οι Ενάγουσες (στο εξής «οι Αιτήτριες 1 και 2») καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

Η αίτηση, ως αναγράφεται σε αυτή, βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 6, 9, 41(1)(α) και (2) του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ.195, στα Μέρη 1, 16, 22, 25 και 32 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023, στα άρθρα 2, 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία, στο κοινοδίκαιο και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Γιάννη Λύτρα, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τις Αιτήτριες. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη της εν λόγω μονομερούς αίτησης, οι Αιτήτριες καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερ. 22/01/2024 με ομνύοντα και πάλι τον Γιάννη Λύτρα.

 

Στη βάση των ως άνω οι Αιτήτριες εξασφάλισαν μονομερώς, στις 02/02/2024, τα ακόλουθα διατάγματα:

 

1.         Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη 2 να λάβει τα οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα και/ή να προχωρήσει με αίτηση επικύρωσης της διαθήκης του Adam Bloom μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής.

2.         Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη 3 να λάβει τα οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα και/ή να προχωρήσει με αίτηση επικύρωσης της διαθήκης του Adam Bloom μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής.

3.         Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στις Εναγόμενες 2 και 3 να μεταφέρουν και/ή να αποξενώσουν οποιαδήποτε κινητή περιουσία που βρίσκεται εντός και/ή εκτός της οικίας του αποθανόντος Adam Bloom.

4.         Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στις Εναγόμενες 2 και 3 η μεταβίβαση και/ή η πώληση και/ή η δωρεά και/ή η επιβάρυνση και/ή η παραχώρηση και/ή η εκχώρηση και/ή η ανταλλαγή και/ή η με οποιοδήποτε τρόπο αποξένωση του ακινήτου [Αρ. 1 - ½ μερίδιο] στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου.

5.         Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στις Εναγόμενες 2 και 3 η μεταβίβαση και/ή η πώληση και/ή η δωρεά και/ή η επιβάρυνση και/ή η παραχώρηση και/ή η εκχώρηση και/ή η ανταλλαγή και/ή η με οποιοδήποτε τρόπο αποξένωση του ακινήτου [Αρ. 2 - ½ μερίδιο] στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου

6.         Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στις Εναγόμενες 2 και 3 η μεταβίβαση και/ή η πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση και/ή παραχώρηση και/ή η εκχώρηση και/ή η ανταλλαγή και/ή η με οποιοδήποτε τρόπο αποξένωση του ακινήτου [Αρ. 3 - ½ μερίδιο] στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου.

7.         Διάταγμα το οποίο διατάσσει την Εναγόμενη 4 και/ή τους υπηρέτες αυτής και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή τους διευθυντές της, όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος ετοιμάσει, καταχωρίσει και επιδώσει στους δικηγόρους των Εναγουσών, ένορκη δήλωση με την οποία: (I) Να αποκαλύπτει αντίγραφο της διαθήκης του αποθανόντος Adam Bloom, που απεβίωσε τον Ιούλιο του 2023 στην Πάφο, (II) Να αποκαλύπτει και να αναφέρει όλα τα στοιχεία και/ή τις οδηγίες που έλαβε από τον αποθανόντα Adam Bloom και αφορούσαν τη σύνταξη αλλά και τη φύλαξη της εν λόγω διαθήκης και (III) Να αποκαλύψει και/ή να αναφέρει την ιδιότητα υπό την οποία συνέταξε και/ή φύλαξε την διαθήκη του Adam Bloom.

 

Μετά την επίδοση σε αυτές του ως άνω Διατάγματος και της αίτησης, οι Εναγόμενες 2 και 3 (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3») αντέδρασαν με την καταχώρηση ένστασης, υποστηριζόμενης από ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 2. Δια της εν λόγω ένστασης προβάλλονται 23 λόγοι, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:

 

1.         Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, ανεπαρκής, γενική, αόριστη και αστήρικτη.

2.         Η αίτηση έχει καταχωρηθεί καθυστερημένα και/ή χωρίς να δικαιολογείται και/ή να δικαιολογείται εύλογα η καθυστέρηση στην καταχώρηση της.

3.         Η αίτηση δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση του κατεπείγοντος.

4.         Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι οι Αιτήτριες δεν έχουν καλή βάση αγωγής και/ή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και δεν υπάρχει ενδεχόμενο να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη ή οποιανδήποτε ζημιά σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

5.         Οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και παρέλειψαν να αποκαλύψουν γεγονότα που γνώριζαν και τα οποία είχαν υποχρέωση να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου.

6.         Δεν έχει καταχωρηθεί ένορκη δήλωση προ της καταχωρήσεως της εναρκτήριας κλήσης που να επιβεβαιώνει τα στοιχεία όπως καθορίζει η Δ.2 Θ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.

7.         Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως παράτυπο και/ή άκυρο δικονομικά διάβημα και λόγω λανθασμένης έναρξης της διαδικασίας, η οποία επιφέρει ακυρότητα και/ή δεν είναι το ορθό δικονομικό μέσο αφού οι Αιτήτριες όφειλαν να καταθέσουν ένσταση (caveat) στο πλαίσιο της Αίτησης Διαχείρισης.

8.         Τα αιτούμενα διατάγματα και/ή η αγωγή είναι άνευ αντικειμένου και/ή δεν μπορούν να προωθούνται εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 αφού ήδη έχει καταχωρηθεί η Αίτηση Διαχείρισης 534/2023 Ε.Δ. Πάφου στις 04/12/2023 και/ή έγινε επικύρωση με την Καθ’ ης η αίτηση 2 ως εκτελέστρια/διαχειρίστρια της περιουσίας του Adam Bloom, αποβιώσαντα, πριν την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων.

9.         Οι Αιτήτριες ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι είχε καταχωρηθεί η Αίτηση Διαχείρισης 534/2023 Ε.Δ. Πάφου, προχώρησαν παράνομα εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 και/ή ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι διαχειρίστρια και εκτελέστρια στην περιουσία του αποβιώσαντα ορίστηκε η Καθ’ ης η αίτηση 2 προχώρησαν εναντίον αυτής ως φυσικό πρόσωπο και όχι υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας και/ή ως εκτελέστριας και/ή προχώρησαν εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3 χωρίς οποιαδήποτε νομική υπόσταση και/ή αγώγιμο δικαίωμα αφού δεν τελούσε υπό το καθεστώς ούτε διαχειρίστριας ούτε εκτελέστριας της περιουσίας του Adam Bloom αποβιώσαντα.

10.      Το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητριών επί των περιουσιών των Sara Bloom και Isaak Bloom αποβιωσάντων έχει ήδη παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/2012.

 

Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, τόσο οι Αιτήτριες όσο και οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν περαιτέρω συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της υπόθεσης τους.

 

Εδώ να λεχθεί ότι ένσταση και υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις καταχώρησε και ο Εναγόμενος 1. Αργότερα όμως, μετά που το Δικαστήριο ζήτησε από την πλευρά του να τοποθετηθεί, στη βάση του ότι τα προσωρινά διατάγματα δεν τον αφορούν, στις 13/11/2025 η συνήγορος αυτού δήλωσε ότι δεν θα λάβει μέρος στη διαδικασία που αφορά την υπό κρίση αίτηση. Ενόψει δε τούτου είναι η θέση τόσο των Αιτητριών όσο και των Καθ’ ων η αίτηση - κάτι που βρίσκει σύμφωνο και το Δικαστήριο - ότι η οποιαδήποτε μαρτυρία κατατέθηκε από πλευράς του Εναγόμενου 1 προς υποστήριξη της ένστασης του δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο εξέτασης της υπό  κρίση αίτησης.

 

Περαιτέρω, δέον όπως λεχθεί ότι στις 09/07/2024 αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα η Απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 4.

 

Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε σε αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα τέθηκαν με τις αγορεύσεις αυτές έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό.

Νομική Πτυχή

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates a.o. (1982) 1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:

 

1.        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,

2.        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και

3.        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα.

 

Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου - εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας - είναι απεριόριστοι. 

 

Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις (“pleadings”). Ο όρος “pleadings” χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Συνεπώς η καταχώριση έκθεσης απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα οι εκατέρωθεν θέσεις μπορούν σε τέτοια περίπτωση να προσδιοριστούν σε ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου (1998) 1Β Α.Α.Δ. 598).

 

Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό αυτός να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Πρέπει δηλαδή να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων.

 

Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το Νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396).

 

Εξέταση της αίτησης

 

Στο σημείο αυτό να λεχθεί κατ’ αρχάς ότι ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση εγείρουν αρκετούς λόγους ένστασης, εντούτοις στην αγόρευση τους δεν τους προωθούν όλους, με αποτέλεσμα όσοι δεν προωθούνται να θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε εξέταση της αίτησης στη βάση μόνο όσων λόγων ένστασης τελικά προωθούν οι Καθ’ ων η αίτηση με την αγόρευση τους.

 

Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και καλής βάσης αγωγής και ότι οι Ατήτριες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της Απαίτησης και της αίτησης, καθότι ενώ γνώριζαν ότι είχε καταχωρηθεί η Αίτηση Διαχείρισης 534/2023 Ε.Δ. Πάφου και/ή ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ως διαχειρίστρια και εκτελέστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Adam Bloom ορίστηκε η Καθ’ ης η αίτηση 2, καταχώρησαν την Απαίτηση εναντίον αυτής αλλά και της Καθ’ ης η αίτηση 3 υπό την προσωπική ιδιότητα τους και όχι εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 2 υπό την ως άνω ιδιότητα.

 

Ως προς το πιο πάνω, είναι η θέση των Αιτητριών ουσιαστικά ότι με βάση τα στοιχεία που ήταν εις γνώση τους κατά τον χρόνο καταχώρησης της Απαίτησης, δεν ήταν ακόμη γνωστό ποια εκ των δύο Καθ’ ων η αίτηση θα διοριζόταν ως διαχειρίστρια/εκτελέστρια της διαθήκης του αποβιώσαντα Adam Bloom. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον κ. Παναγιώτου, φαίνεται ξεκάθαρα από τα δικόγραφα υπό ποια ιδιότητα ενάγεται η κάθε μια και αυτό έχει να κάνει με την ουσία της υπόθεσης.

 

Ως προκύπτει από το ιστορικό που παρατίθεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η Αιτήτρια 2 ήλθε στην Κύπρο από τη Μεγάλη Βρετανία τον Ιούλιο του 2023 μετά που πληροφορήθηκε από μέσο κοινωνικής δικτύωσης ότι απεβίωσε ο θείος της, Adam Bloom, προκειμένου να παρευρεθεί στην κηδεία του και να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια χρειαστεί αναφορικά με την περιουσία που κατέλειπε. Πριν αυτή αφιχθεί στην Κύπρο, φίλος του αποβιώσαντα επικοινώνησε μαζί της και την έφερε σε επαφή με την Καθ’ ης η αίτηση 2, η οποία, σύμφωνα με το εν λόγω πρόσωπο, ήταν η εκτελεστής της διαθήκης του θείου της. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Κύπρο, η Αιτήτρια 2 συνάντησε την Καθ’ ης η αίτηση 2 τρεις φορές. Κατά τη μια εξ αυτών που έγινε στο σπίτι του αποβιώσαντα, η Αιτήτρια 2 ενημερώθηκε ότι αργότερα την ίδια ημέρα θα γινόταν το άνοιγμα της διαθήκης του θείου της. Ως εκ τούτου παρευρέθηκε στο άνοιγμα της διαθήκης, ενώ παρούσα ήταν και η Καθ’ ης η αίτηση 3, η οποία φαίνεται να είχε οριστεί επίσης ως εκτελεστής της διαθήκης του Adam Bloom. Μετά η Αιτήτρια 2 επέστρεψε στην Αγγλία, όπου ενημέρωσε τη μητέρα της, Αιτήτρια 1, για τα όσα ήλθαν σε γνώση της στην Κύπρο και αποφάσισαν να επικοινωνήσουν με Κύπριο δικηγόρο και να λάβουν νομική συμβουλή. Κατά ή περί τις 08/09/2023 οι δικηγόροι των Αιτητριών απέστειλαν επιστολή προς τις Καθ’ ων η αίτηση με την οποία, μεταξύ άλλων, τους ζητούσαν όπως παράσχουν στην Αιτήτρια 1 οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με τον διορισμό τους ως εκτελεστών της διαθήκης του αποβιώσαντα Adam Bloom και οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με τη σύνταξη και υπογραφή της διαθήκης αυτού. Η επιστολή επιδόθηκε στις Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 με ιδιώτη επιδότη στις 19/10/2023 και στις 28/09/2023 αντίστοιχα. Παρά τη λήψη της επιστολής, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε κανένα διάβημα από αυτά που τους ζητούνταν με την επιστολή. Ακολούθως οι δικηγόροι των Αιτητριών, μετά από οδηγίες των τελευταίων, προχωρήσαν με έρευνα στα Δικαστήρια της Κύπρου για να εντοπίσουν αν είχαν ληφθεί μέτρα για διαχείριση της περιουσίας των Sara Bloom και Isaac Bloom και κατά πόσο καταχωρήθηκε αίτηση για επικύρωση της διαθήκης του Adam Bloom. Στις 08/12/2023 η Αιτήτρια 2 επικοινώνησε με τον διευθυντή της Εναγόμενης 4 και ζήτησε να της σταλεί αντίγραφο της διαθήκης του Adam Bloom. Εκείνος αρνήθηκε αναφέροντας της να επικοινωνήσει με τον εκτελεστή της διαθήκης. Στις 14/12/2023 οι δικηγόροι των Αιτητριών επικοινώνησαν με τον διευθυντή της Εναγόμενης 4 και ζήτησαν να τους σταλεί αντίγραφο της διαθήκης του Adam Bloom. Το εν λόγω πρόσωπο απάντησε την επομένη και αρνήθηκε την αποστολή του εν λόγω εγγράφου, προφασιζόμενο νομικά κωλύματα και παρέπεμψε τους δικηγόρους να επικοινωνήσουν με τον εκτελεστή της διαθήκης.

 

Ως αναφέρει η Καθ’ ης η αίτηση 2 στην ένορκη δήλωση της ημερ. 22/03/2024 που υποστηρίζει την ένσταση, με την τελευταία διαθήκη του ο Adam Bloom, όριζε την ίδια ως διαχειρίστρια/εκτελέστρια της περιουσίας του και σε περίπτωση που αυτή δεν αποδεχόταν, τότε διόριζε την Καθ’ ης η αίτηση 3. Ως περαιτέρω αναφέρει η Καθ’ ης η αίτηση 2 και προκύπτει και από τα Τεκμήρια 2 και 3 που αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση και επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της ιδίας ημερ. 27/03/2024, αυτή στις 04/12/2023, υπέβαλε Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών, για να της χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης μετά συνημμένης διαθήκης της περιουσίας του Adam Bloom (ο οποίος απεβίωσε στις 16/07/2023) και στις 11/01/2024 επικυρώθηκε η τελευταία διαθήκη του αποβιώσαντα και η διαχείριση της περιουσίας του παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο στην Καθ’ ης η αίτηση 2, «κατονομαζόμενη εκτελέστρια».

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι ήταν μετά την επίδοση της ως άνω αναφερόμενης επιστολής - που οι Αιτήτριες επέδωσαν μέσω των δικηγόρων τους στις Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 στις 19/10/2023 και στις 28/09/2023 αντίστοιχα - που η Καθ’ ης η αίτηση 2 καταχώρησε Αίτηση (στις 04/12/2023) για να της χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης και ότι πράγματι, κατά τον χρόνο καταχώρησης της Απαίτησης, ήτοι στις 22/12/2023 οι Αιτήτριες δεν γνώριζαν με βεβαιότητα τι προέβλεπε η διαθήκη του Adam Bloom σε σχέση με τον οριζόμενο σε αυτή εκτελεστή/διαχειριστή, ούτε και κατά πόσο, πότε και σε ποια εκ των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 παραχωρήθηκε η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα. Φαίνεται ότι αυτά ήλθαν σε γνώση τους με την καταχώρηση της ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση. Εύλογα λοιπόν οι Αιτήτριες στον τίτλο της Απαίτησης δεν ανέφεραν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 ενάγονται υπό τέτοια ιδιότητα.

Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι ακόμη και εάν ευσταθεί η θέση των Καθ’ ων η αίτηση, δεν μπορεί να επηρεάσει την ουσία της υπό κρίση αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Αυτό καθότι, ως έχει νομολογηθεί, δικονομικές παρατυπίες στον τίτλο μιας αγωγής δεν καθιστούν ελαττωματικές οιεσδήποτε διαδικασίες εγέρθηκαν εναντίον ή υπέρ ενός διαδίκου (βλ. κατ’ αναλογία Spyropoullos ν. Transavia Holland N. v. Amsterdam (1979) 1 C.L.R. 421 και Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L. (1999) 1Γ Α.Α.Δ 1805). Ως δε επισημάνθηκε στην Recnex Trading Limited Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (2014) 1Α Α.Α.Δ. 866, στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Στην προκειμένη, από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει σαφώς υπό ποια ιδιότητα ενάγονται οι Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3.

 

Ως επίσης έχει νομολογηθεί, το στάδιο της χορήγησης και οριστικοποίησης  προσωρινού διατάγματος δεν είναι το κατάλληλο προς εξέταση της εγκυρότητας της δικογραφίας αλλά εναπόκειται στον διάδικο να κάνει χρήση των κατάλληλων ένδικων διαβημάτων αν θεωρεί ότι η έκθεση απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει εύλογη βάση αγωγής (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015). Οι όποιες δε διαπιστώσεις γίνονται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτό, γίνονται για σκοπούς εξέτασης τέτοιας αίτησης ενώ όλα τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της αγωγής παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D. (1999) 1Α Α.Α.Δ. 225).

 

Όσον αφορά το ότι πλέον είναι γνωστό ότι η Καθ’ ης η αίτηση 3 δεν είναι η εκτελεστής της υπό αναφορά διαθήκης και το μέλλον των διαταγμάτων σε σχέση με αυτή, σε περίπτωση που οριστικοποιηθούν, ο κ. Παναγιώτου, σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι εάν το Δικαστήριο πειστεί στο πλαίσιο της αίτησης ότι μία εκ των δυο Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 δεν είναι πλέον «ωφέλιμη προς τη διαδικασία», το όποιο διάταγμα εναντίον της πολύ πιθανό να απορριφθεί ή να ανατραπεί. Το θέμα αυτό όμως θα εξετασθεί κατωτέρω εάν και εφόσον προκύψει.

 

Είναι περαιτέρω η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υπάρχει καλή και συζητήσιμη βάση αγωγής, ούτε πιθανότητα επιτυχίας και να δικαιούνται οι Αιτήτριες σε θεραπεία αφού πάσχει νομικά η καταχώρηση της Απαίτησης, κάτι που οδηγεί σε ακύρωση της διαδικασίας, για τον λόγο ότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν υποβλήθηκε από τις Αιτήτριες ειδοποίηση (caveat), σε σχέση με την παραχώρηση του «Διαχειριστηρίου εγγράφου» όσον αφορά την περιουσία του αποβιώσαντα Adam Bloom.

 

Ως προς την πιο πάνω θέση δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 24(5)(b) των περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Κανονισμών του 1955:

 

«(5) No grant shall be made to an applicant after a caveat has been entered against the application unless –

      

       (a) the caveator withdraws the caveat; or

       (b) the caveator has for three months brought no action for administration; or …»

 

Σύμφωνα με την ερμηνευτική του ως άνω Κανονισμού νομολογία, από το λεκτικό αυτού απορρέει ότι το caveat επενεργεί εναντίον της αίτησης για την παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης εκτός εάν ο ενιστάμενος το αποσύρει ή δεν καταχωρήσει αγωγή για τη διαχείριση εντός περιόδου τριών μηνών. Το caveat είναι στην ουσία μια γραπτή ειδοποίηση που αναχαιτίζει τη χορήγηση εγγράφων διαχείρισης για την περιουσία αποβιώσαντος, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στον ενιστάμενο. Η βασική επιδίωξη του caveat είναι να ανασταλεί η χορήγηση εγγράφων διαχειρίση στον αιτηθέντα τέτοια έγγραφα, για τρεις μήνες, ώστε ο ενιστάμενος να αξιοποιήσει το διάστημα αυτό ως ένα στάδιο προετοιμασίας (για να εξασφαλίσει μαρτυρία ή σχετική νομική συμβουλή) για την έγερση αγωγής, εάν αυτή θα είναι τελικά η επιλογή του. Χρησιμοποιείται λοιπόν κάποτε ως ένα προκαταρκτικό στάδιο πριν την έγερση αγωγής ή ακόμη και για την επιδίωξη διατάγματος εγγύησης ή εγγυήσεων προς διασφάλιση της νόμιμης πορείας της διαχείρισης. Ο ενιστάμενος οφείλει να εγείρει εντός τριών μηνών αγωγή σε σχέση με τα της διαχείρισης, διαφορετικά ο Πρωτοκολλητής είναι ελεύθερος να χορηγήσει τα έγγραφα διαχείρισης, ώστε να δύναται ο διαχειριστής να προχωρήσει με τη συλλογή και τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντος. Η περίοδος των τριών μηνών που δίνεται από τους Κανονισμούς είναι αρκούντως ικανή για τον ενιστάμενο να εξετάσει τα δεδομένα της διαθήκης ή των περιφερειακών γεγονότων που συνδέονται με το θάνατο του αποβιώσαντος, ώστε να κρίνει κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι η έγερση αγωγής. Το caveat και η τρίμηνη προθεσμία δεν έχουν το νόημα της αποστέρησης του ενισταμένου να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά αντίθετα τον βοηθούν παρέχοντας σ’ αυτόν χρόνο να αποφασίσει ως προς το πρακτέο. Η έγερση αγωγής σε σχέση με διαθήκη ή διαχείριση εμποδίζει τη σφράγιση και τη χορήγηση εγγράφων διαχείρισης παρόλον που δεν επεκτείνει την ισχύ του caveat. Και αυτό ανεξάρτητα από το εάν έχει ή όχι καταχωρηθεί caveat. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η ορθή ερμηνεία του Κανονισμού περί τρίμηνης προθεσμίας, όχι μόνο δεν αφαιρεί το δικαίωμα σε ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο, αλλά αντίθετα είναι βοηθητική σε αυτή. Για τα πιο πάνω βλ. Χρίστος Τριανταφυλλίδης, Υπό την ιδιότητα του ως Εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντος Varoujan Boyadjian ν. Karaoglanian (2010) 1Γ Α.Α.Δ. 2014 και Αναφορικά με την Αίτηση των Λαουτάρη και Γεωργίου, Πολ. Αίτηση Αρ. 197/2019, ημερ. 26/11/2019. Στην Ευστρατίου ν. Χ”Σάββα (1997) 1 Α.Α.Δ. 751λέχθηκε δε ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος προς επίλυση αμφισβητούμενων κληρονομικών θεμάτων είναι η αγωγή. Ως επίσης προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, εάν η προθεσμία της ανακοπής παρέλθει άπρακτη, ο Πρωτοκολλητής ελευθερώνεται ώστε να χορηγήσει έγγραφα διαχείρισης.

 

Προκύπτει λοιπόν σαφώς από τα πιο πάνω σε ποιες περιπτώσεις και ποιος είναι ο σκοπός της καταχώρησης caveat. Η υπό εξέταση δε θέση των Καθ’ ων η αίτηση που είναι ουσιαστικά ότι η καταχώρηση caveat αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, επί ποινή ακυρότητας μάλιστα της διαδικασίας, για την εγκυρότητα Απαίτησης όπως η προκείμενη, δεν υποστηρίζεται ούτε από το λεκτικό του Κανονισμό 24(5)(b) αλλά ούτε και από τη σχετική με αυτό νομολογία. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ούτε αυτή η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ευσταθεί.

 

Σε κάθε περίπτωση να επαναληφθεί ότι το στάδιο χορήγησης και οριστικοποίησης προσωρινού διατάγματος δεν είναι το κατάλληλο προς εξέταση τέτοιων θεμάτων και ότι οι όποιες διαπιστώσεις γίνονται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτό, γίνονται για τους σκοπούς εξέτασης τέτοιας αίτησης ενώ όλα τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της αγωγής παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της. Αμφισβητούμενα ζητήματα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας και το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων.

 

Μετά τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Η εξέταση του θέματος θα γίνει ταυτόχρονα όσον αφορά τις εν λόγω προϋποθέσεις εφόσον ουσιαστικά οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Αιτητριών επαναλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της αίτησης.

 

Εδώ να υπομνησθεί ότι, ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 799). Η ικανοποίηση ή μη της εν λόγω προϋπόθεσης βασίζεται, κυρίως, στη μαρτυρία και τις θέσεις του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία (βλ. Meridian Gaming Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. Ε179/19, ημερ. 02/05/2024 και Morea Investments Limited v. VTB DC LLC κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ.: Ε19/2019, ημερ. 20/03/2026). Ως δε έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015, δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε τέτοιες αιτήσεις να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ό,τι πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Δεν απαιτείται προς τούτο η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802).

 

Στην προκειμένη, οι Αιτήτριες, στην Έκθεση Απαίτησης και στη μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση προβάλλουν τα ακόλουθα:

 

§    Η Αιτήτρια 1 είναι Αγγλίδα υπήκοος, κατοικεί στην Αγγλία. Είναι η θυγατέρα των αποθανόντων Sara Bloom και Isaac Bloom, οι οποίοι κατά ή περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και/ή τις αρχές της δεκαετίας του 1970, μετακόμισαν και διέμεναν μόνιμα στην Πάφο, μέχρι και το θάνατό τους. Είναι επίσης αδελφή του Adam Bloom, ο οποίος απεβίωσε τον Ιούλιο του 2023 στην Πάφο. Η Αιτήτρια 2 είναι Αγγλίδα υπήκοος, κατοικεί στην Αγγλία και είναι η θυγατέρα της Αιτήτριας 1, εγγονή των Sara Bloom και Isaac Bloom και ένας εκ των κληροδόχων του Adam Bloom.

§    Η μητέρα της Αιτήτριας 1, Sara Bloom απεβίωσε στις 20/06/1999 στην Πάφο και άφησε διαθήκη ημερομηνίας 21/07/1993, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και όριζε ως εκτελεστή της τον Εναγόμενο 1. Σύμφωνα με την Αίτηση επικύρωσης της διαθήκης, η οποία φέρει αριθμό 176/1999 και καταχωρήθηκε στις 12/11/1999, φαίνεται ότι ο εκτελεστής δήλωσε στο Δικαστήριο ότι η περιουσία της αποβιώσασας ανέρχετο στο ποσό των Λ.Κ.150.000. Η ίδια Αίτηση αναφέρει ότι στην εν λόγω περιουσία έχουν δικαίωμα, πέραν του συζύγου της Isaac Bloom, ο υιός της, Adam Goodall Bloom και η θυγατέρα της, Victoria Sara Allen (nee Bloom). Η διαθήκη επικυρώθηκε με γνωστοποίηση του Πρωτοκολλητή διαχείρισης διαθηκών του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/02/2000. Σύμφωνα με έρευνα που έγινε στο φάκελο του Ε.Δ. Πάφου υπ’ αριθμό 176/1999, η περιουσία της Sara Bloom μεταβιβάστηκε στον υιό της Adam Bloom, μετά το θάνατο του συζύγου της, Isaac Bloom.

§    Ο πατέρας της Αιτήτριας 1, Isaac Bloom απεβίωσε στις 12/09/2006 στην Πάφο και άφησε διαθήκη ημερομηνίας 15/04/2005, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και όριζε ως εκτελεστή της τον Εναγόμενο 1. Σύμφωνα με την Αίτηση επικύρωσης της διαθήκης, η οποία φέρει αριθμό 285/2006 και καταχωρήθηκε στις 22/11/2006, φαίνεται ότι ο εκτελεστής δήλωσε στο Δικαστήριο ότι η περιουσία του αποβιώσαντα (κινητή και ακίνητη) ανέρχετο στο ποσό των Λ.Κ.506.000. Σύμφωνα με τεκμήριο που επισυνάπτεται στην εν λόγω Αίτηση, κληρονόμοι του θανόντα ήταν ο υιός του, Adam Goodall Bloom και η θυγατέρα του, Victoria Sara Allen (nee Bloom). Η διαθήκη του Isaac Bloom επικυρώθηκε με γνωστοποίηση του Πρωτοκολλητή διαχείρισης διαθηκών του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/05/2007.

§    Η Αιτήτρια 1 κατά την περίοδο που απεβίωσαν οι γονείς της, παραπλανήθηκε και/ή εξαπατήθηκε από τον Εναγόμενο 1 ως εκτελεστή των ως άνω διαθηκών, ο οποίος της μετέφερε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα επί της περιουσίας των γονέων της, αφού σύμφωνα με τις διαθήκες η μητέρα της διέθεσε το σύνολο της περιουσίας της στον πατέρα της, ενώ ο πατέρας της διέθετε το σύνολο της περιούσιας του στον αδελφό της. Η Αιτήτρια 1 λανθασμένα θεώρησε ότι έπρεπε να εμπιστευτεί ως αληθή και ορθά τα όσα της μετέφερε ο Εναγόμενος 1 και πίστεψε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα επί της περιουσίας των γονέων της. Ο Εναγόμενος 1 ως εκτελεστής των ως άνω διαθηκών των γονέων της όφειλε και/ή είχε υποχρέωση και/ή καθήκον που απορρέει από το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς να διαθέσει από την περιουσία των Sara Bloom και Isaac Bloom το μερίδιο που αναλογεί στην Αιτήτρια 1. Σύμφωνα με τα όσα φαίνονται από τις ως άνω Αιτήσεις, κατά παράβαση του Νόμου και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων του Εναγόμενου 1, όπως αυτά απορρέουν από τη νομοθεσία και τους Κανονισμούς, αυτός αγνόησε την ύπαρξη της Αιτήτριας 1 και ενήργησε δόλια και/ή λανθασμένα και μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας των Sara Bloom και Isaac Bloom στο όνομα του υιού τους, Adam Bloom. Ενόψει των ανωτέρω, η Αιτήτρια 1 στερήθηκε και/ή ουδέποτε έλαβε τη νόμιμη μοίρα που δικαιούτο, χωρίς να αποποιηθεί του δικαιώματός της στην περιουσία των γονέων της.

 

Ως προς την ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων είναι η θέση των Αιτητριών στην αγόρευση τους ότι, με βάση τα πιο πάνω, στην περίπτωση που αποδειχτεί ότι ένας εκ των δυο γονέων της Αιτήτριας 1 δεν ήταν Άγγλος υπήκοος, κάτι για το οποίο υπάρχει σοβαρή περίπτωση επιτυχίας όσον αφορά τον πατέρα της (αφού για τη μητέρα της δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εφαρμογή του άρθρου 42 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο θανάτου της και καταργήθηκε μεταγενέστερα με το Νόμο 96(Ι)/2015, δηλαδή αν είχε το δικαίωμα να διαθέσει το σύνολο της περιουσίας της όπως αυτή επιθυμούσε, χωρίς να περιορίζεται από τις διατάξεις περί νόμιμης μοίρας του άρθρου 41), τότε ο τρόπος που επικυρώθηκε η διαθήκη και έλαβε χώρα η διανομή της περιουσίας αυτού, δηλαδή με διάθεση της στον αδελφό της Αιτήτριας 1, έγινε λανθασμένα. Στηρίζουν δε τη θέση τους αυτή στο άρθρο 41 του Κεφ.195 (το οποίο προνοεί για το διαθέσιµο µέρος της κληρονοµιάς, δηλαδή το μέρος της κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας προσώπου, το οποίο δύναται να διαθέσει µε διαθήκη) και στο ότι δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 42 του ίδιου Νόμου (το οποίο με τον πλαγιότιτλο «Απόλυτη ελευθερία διάθεσης σε ορισµένες περιπτώσεις» προνοούσε για τις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 41, μεταξύ των οποίων όταν επρόκειτο για διαθήκη προσώπου που γεννήθηκε στο Ηνωµένο Βασίλειο ή του οποίου ο πατέρας γεννήθηκε στο Ηνωµένο Βασίλειο ή σε οποιοδήποτε κράτος µέλος της Κοινοπολιτείας, ανεξάρτητα από το αν το πρόσωπο αυτό έχει την κατοικία του (domicile) στην Κύπρο ή όχι) εφόσον, ως ουσιαστικά αναφέρουν, ο Isaac Bloom δεν ενέπιπτε στην κατηγορία προσώπων που προβλέπει το άρθρο 42 και δη ότι ούτε αυτός (ήταν «British Protected Person» που είχε γεννηθεί στις 15/03/1915 στην Αρούσα της Τανγκανίκα, η οποία τότε όχι μόνο δεν αποτελούσε μέλος της Κοινοπολιτείας, αλλά ούτε τελούσε υπό βρετανική διοίκηση αφού καταλήφθηκε από τους Βρετανούς το 1918) ούτε ο πατέρας του (που γεννήθηκε κατά τον 19° αιώνα, σε χρόνο δηλαδή που δεν είχε ιδρυθεί η Κοινοπολιτεία, η οποία ιδρύθηκε στις 11/12/1931) γεννήθηκαν στο Ηνωµένο Βασίλειο, ούτε ο πατέρας του γεννήθηκε σε κράτος µέλος της Κοινοπολιτείας.

 

Εδώ να λεχθεί ότι η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια 1 είναι θυγατέρα που απέκτησε η Sara Bloom από προηγούμενο γάμο της και όχι με τον Isaac Bloom, ο οποίος ουδέποτε την αναγνώρισε και άρα δεν είναι θυγατέρα του τελευταίου ώστε να είχε οποιοδήποτε κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας αυτού. Ως προς τούτο οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν, μεταξύ άλλων, σε έγγραφο με τίτλο «Certified Copy of an Entry of Birth, που έχει εκδοθεί από το General Register Office της Αγγλίας ημερ. 07/01/2025, συνοδευόμενο από την επίσημη αίτηση ημερ. 23/12/2024 η οποία τιτλοφορείται ως Application for a Birth Certificate», το οποίο αναφέρει ότι ο πατέρας της Αιτήτριας 1 είναι πρόσωπο διαφορετικό από τον Isaak Bloom. Από την πλευρά τους οι Αιτήτριες παραπέμπουν σε έγγραφο που τιτλοφορείται ως «Certified Copy of an Entry of Marriage, που έχει εκδοθεί από το General Office της Αγγλίας και έχει ημερομηνία 11/09/2024» σύμφωνα με το οποίο ο Isaac Bioom είναι πατέρα της Αιτήτριας 1. Περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια 1 ουδέποτε υπήρξε πελάτιδα του Εναγόμενου 1, ούτε ζήτησε ποτέ τη συμβουλή του, ούτε την παραπλάνησε με οιονδήποτε τρόπο. Δέχονται δε οι Καθ’ ων η αίτηση, αφού ως λένε το πληροφορήθηκαν από τον Εναγόμενο 1, ότι το Πιστοποιητικό Θανάτου και Κληρονόμων του Isaac Bloom, ημερ. 26/10/2006, στο οποίο αναφερόταν και η Αιτήτρια 1 ως κληρονόμος, είχε συνταχθεί αλλά, ως περαιτέρω υποστηρίζουν, αυτό έγινε λανθασμένα και εκ παραδρομής από το γραφείο του Εναγόμενου 1, ο οποίος μόλις εντόπισε το λάθος αμέσως καταχώρησε στον Πρωτοκολλητή Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου νέο διορθωμένο Πιστοποιητικό Θανάτου και Κληρονόμου ημερ. 27/11/2007. Ως προς τούτο, οι Αιτήτριες αναφέρουν ότι ο δικηγόρος τους από τον έλεγχο που έκανε στον σχετικό φάκελο του Δικαστηρίου δύο φορές δεν εντόπισε το τελευταίο αναφερόμενο πιστοποιητικό.

 

Τα ως άνω όμως αμφισβητούμενα γεγονότα, ως ουσιώδη και κρίσιμα για την στοιχειοθέτηση της Απαίτησης, ασφαλώς θα απασχολήσουν το Δικαστήριο και θα αποφασισθούν μετά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης, όταν το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλη τη μαρτυρία και κατόπιν της δέουσας αξιολόγησης αυτής. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό ο αιτητής να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με βάση λοιπόν τα όσα έχουν τεθεί προς τούτο κρίνεται ότι οι Αιτήτριες, με το περιορισμένο βάρος που έχουν στο πλαίσιο της παρούσας, κατέδειξαν, όσον αφορά το δικαίωμα της Αιτήτριας 1 σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας του Isaac Bloom, ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση στη δίκη καθώς και την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην Απαίτηση τους.

 

Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32.

Στο πλαίσιο ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

 

 

Στην Parico Aluminium Designs Ltd ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο καθ’ ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Ως δε λέχθηκε στην Αδελφοί Ττινιόζου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λίμιτεδ κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.: E202/2018, ημερ. 17/10/2023, η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία αυτή των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.

 

Ως λέχθηκε στην Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1245, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου. Με άλλα λόγια η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών (βλ. και Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1Α Α.Α.Δ. 317). Ως επεξηγήθηκε στην Loucas Panayiotou  Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, το θέμα αυτό, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.

Στην προκειμένη, δεν τίθεται θέμα επιδίκασης αποζημίωσης εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση. Τέτοιες δεν επιζητούνται άλλωστε με την Έκθεση Απαίτησης, ως έχει τροποποιηθεί. Εξ ου και στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης δεν τίθεται θέμα εξέτασης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητα των Καθ’ ων η αίτηση. Αυτό καθότι η αξίωση έναντι αυτών αφορά αυτή καθ’ αυτή την κινητή και ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα Adam Bloom, της οποίας η Αιτήτρια 1 αξιώνει ουσιαστικά μέρος και δη αυτό που κατά την ίδια εδικαιούτο, με βάση το Νόμο, από την περιουσία του αποβιώσαντα Isaak Bloom, η οποία μεταβιβάσθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης της διαθήκης του στον Adam Bloom. Είναι λοιπόν προφανές ότι εάν δεν παραμείνουν σε ισχύ τα σχετικά προσωρινά διατάγματα, υπάρχει κίνδυνος να προχωρήσει η εκτέλεση της διαθήκης του Adam Bloom και η περιουσία να διανεμηθεί και/ή να μεταβιβασθεί σε άλλα πρόσωπα σύμφωνα με τις πρόνοιες της διαθήκης, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εάν η Αιτήτρια 1 επιτύχει στην Απαίτηση της.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι έχει ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960.

 

Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι τα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν καθότι κατά την έκδοση τους μετά από τη μονομερή αίτηση, οι Αιτήτριες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εν λόγω θέση, δεν αποκαλύφθηκε ότι η Αιτήτρια 1 δεν είναι βιολογική θυγατέρα του Isaak Bloom αλλά θυγατέρα που απέκτησε η σύζυγος αυτού Sara Bloom, από προηγούμενο γάμο της και ότι στον φάκελο της Διαχείρισης Αρ. 285/2006 που αφορούσε την περιουσία του Isaak Bloom υπήρχε νέο Πιστοποιητικό Θανάτου και Κληρονόμων ημερ. 27/11/2007 με το οποίο διορθώθηκε το προηγούμενο όπου εκ λάθους δηλώθηκε ως κληρονόμος, πέραν του Adam Bloom και η Αιτήτρια 1.   

 

Ως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει και μόνο για το λόγο ότι κατά την αρχική έκδοση του μετά από μονομερή αίτηση δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. The Attorney-General οf The Republic a.o (No. 2) ν. Savvides (1979) 1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Η αρχή αυτή ισχύει λοιπόν μόνο στην περίπτωση που το διάταγμα εκδίδεται αρχικά χωρίς να ακουσθεί η άλλη πλευρά μετά από μονομερή αίτηση εφόσον η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση τέτοιου διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά. (1998) 1(B) ΑΑΔ 1179). Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Η μη αποκάλυψη συναρτάται  με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη για να έχει ως αποτέλεσμα τη μη οριστικοποίηση  προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να αφορά σε ουσιώδη θέματα της αντιδικίας και γενικά η εικόνα που παρουσιάστηκε στη μονομερή διαδικασία να τείνει να δώσει μια εικόνα των πραγμάτων, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής άποψης, πολύ διαφορετική από την τελικά διαμορφωθείσα στο τέλος της ενδιάμεσης διαδικασίας, ώστε το αποτέλεσμα αυτής να κρίνεται ακροσφαλές  (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva (2010) 1Α Α.Α.Δ. 82 και Επιφανίου ν. Σπανού, Πολ. Έφεση Αρ. Ε76/2018, ημερ. 16/11/2023). Είναι άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης είναι εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. Τέτοια πρόθεση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οπόταν, στην απουσία του, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Το Δικαστήριο εξετάζοντας μια αίτηση για προσωρινό διάταγμα λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σωρεία παραγόντων που επιδρούν στην άσκηση της. Για αυτό και είναι σημαντικό η αποκάλυψη να είναι ειλικρινής και πλήρης.  

 

Τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν θα πρέπει δε να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. Στο πλαίσιο αυτό ουσιώδες είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Demstar Limited ανωτέρω). Ο αιτητής έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη οποιωνδήποτε γεγονότων γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή που ενδεχομένως θα επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 280). Ως προς τα πιο πάνω βλ. και American University Of Cyprus (AUCY) Ltd κ.ά. ν. S.C.F.BLtd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2022, ημερ. 04/03/2025. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ του αιτητή. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων (βλ. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. vAedona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/14, ημερ. 27/02/2015).

 

Στην προκειμένη, η πλευρά των Αιτητριών, δέχεται βασικά ότι δεν αποκάλυψε ότι η Αιτήτρια 1 δεν είναι βιολογική θυγατέρα του Isaak Bloom στις ένορκες δηλώσεις που έγιναν προς υποστήριξη της αίτησης πριν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφέρθηκαν σε αυτό στην ένορκη δήλωση που καταχώρησαν στις 21/01/2026 προς απάντηση στην ένορκη δήλωση των Καθ’ η αίτηση ημερ. 26/11/2025, λέγοντας ότι ουδέποτε αμφισβήτησε το ως άνω γεγονός και προσθέτοντας ότι ο Isaac Bloom υιοθέτησε την Αιτήτρια 1 στην Τανγκανίκα και ουδέποτε είχε στην κατοχή της τα έγγραφα αυτά αφού εγκατέλειψαν τη συγκεκριμένη χώρα πριν πάρα πολλά χρόνια.

 

Το κατά πόσο η Αιτήτρια 1 είναι θυγατέρα του Isaac Bloom είναι βέβαια ουσιώδες αναφορικά με την Απαίτηση της εφόσον είναι εξ αυτής της συγγένειας που έλκει, με βάση το Νόμο, δικαίωμα επί της περιουσίας αυτού. Η μη αποκάλυψη όμως του ότι δεν ήταν βιολογική θυγατέρα του αποβιώσαντα δεν κρίνεται ως ουσιώδης εφόσον το ουσιώδες γεγονός που προέβαλε εξ αρχής η Αιτήτρια 1 είναι ότι είναι θυγατέρα του Isaac Bloom, ανεξάρτητα εάν έχει την ιδιότητα αυτή εξ υιοθεσίας. Ουδέποτε δε η Αιτήτρια ισχυρίσθηκε ότι είναι βιολογική θυγατέρα του Isaac Bloom. Λαμβάνοντας δε υπόψη και τα λοιπά σχετικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων, η μη αποκάλυψη του ως άνω γεγονότος δεν θα μπορούσε,  κατά την κρίση μου, να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε τα διατάγματα.

 

Ως προς το Πιστοποιητικό Θανάτου και Κληρονόμων ημερ. 27/11/2007, στην ένορκη δήλωση των Αιτητριών ημερ. 21/01/2026, αυτές αναφέρουν ότι ο δικηγόρος τους έκανε δύο φορές προσωπικά εξονυχιστική έρευνα στον φάκελο της συγκεκριμένης Διαχείρισης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και δεν εντόπισε στον φάκελο τέτοιο πιστοποιητικό. Δεν μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος για απόκρυψη τέτοιου γεγονότος εκ μέρους των Αιτητριών.

 

Είναι περαιτέρω ουσιαστικά η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν στοιχειοθετείται το κατ’ επείγον εφόσον η Απαίτηση και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν με μακρόχρονη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με δεδομένο ότι ενώ οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι έχουν δικαιώματα επί των περιουσιών των αποβιωσάντων Sara Bloom και Isaak Bloom, ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια ή διεκδίκηση για χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας από την ολοκλήρωση των σχετικών Διαχειρίσεων ενώ εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί προχώρησαν στην καταχώριση της Απαίτησης και της αίτησης μόνο μετά τον θάνατο του Adam Bloom.

 

Στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, σελ. 18-24 γίνεται αναφορά στην επίδραση της καθυστέρησης σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινό  διαταγμάτων. Ως αναφέρεται, το θέμα της καθυστέρησης, ως δικαιοδοτικός όρος δυνάμει του άρθρου 9(1) του Κεφ.6, δεν πρέπει να συγχέεται με το θέμα της καθυστέρησης που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ως μέρος των γενικότερων αρχών του δικαίου της επιείκειας. Επισημαίνεται ότι σε ορισμένες υποθέσεις δεν διευκρινίζεται νομολογιακώς κατά πόσον η καθυστέρηση επενέργησε ως εμπόδιο για ανάληψη δικαιοδοσίας ή κατά πόσον λήφθηκε υπόψη ως παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Ως περαιτέρω αναφέρεται, το θέμα της καθυστέρησης έχει συσχετιστεί με καθυστέρηση στη διεκδίκηση δικαιωμάτων και στην έγερση αγωγής με καθυστέρηση στη διεκδίκηση προσωρινής θεραπείας, καθώς και με καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία αποτελεί μορφή κατάχρησης της διαδικασίας. Υπήρξαν αρκετές υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση είτε δεν εξέδωσε, είτε ακύρωσε διάταγμα, είτε ανέστειλε την ισχύ του λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των εναγόντων με αγωγή, η οποία θεωρήθηκε ότι αναιρούσε την προϋπόθεση του επείγοντος. Σε αρκετές όμως άλλες υποθέσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες είχαν δικαιολογήσει την καθυστέρηση που παρατηρείτο στη διεκδίκηση θεραπείας και ότι ικανοποιείτο η προϋπόθεση του κατ’ επείγοντος στη βάση του άρθρου 9.

 

Στην Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.ά. (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1665, λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις και σ’ ότι αφορά το πρώτο σκέλος του παραπόνου του εφεσείοντα θεωρούμε ότι αυτό δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία που αναπτύχθηκε μετά τη Resola (ανωτέρω). Αντίθετα, σύμφωνα με τη νομολογία (Χριστοδούλου ν. Vraets (1999) 1 Α.Α.Δ. 1475, Zein κ.ά. ν. Π. Καμπανελλάς Λτδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 606, Αβροσιάδου ν. Coward (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 78 και Aspis Liberty Life Insurance v. Σιακατίδου (2014) 1 Α.Α.Δ. 637), το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης. Άλλο, βεβαίως, είναι το ζήτημα πως πρέπει να προσεγγίζεται δικαστικώς το υπό αναφορά στοιχείο, το οποίο δεν θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο. Ότι, δηλαδή, ένα παρεμπίπτον διάταγμα ως δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας χορηγείται κατ’ άσκηση δικαστικής ευχέρειας η οποία έχει ως νομιμοποιητική βάση το ορθό και το δίκαιο – δίκαιο ή πρόσφορο κατά το Άρθρο 32(1) του Ν. 14/1960 - που αποτελεί ταυτόχρονα τον οδηγό και τον στόχο άσκησης της. Επομένως ο χαρακτηρισμός του στοιχείου του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου που πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση Resola δεν πρέπει να αφήνεται σε μεταγενέστερο στάδιο να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του προκειμένου να κρίνει αν με αυτό ικανοποιείται εκ πρώτης όψεως η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας υπέρ του αιτήματος στην απουσία της άλλης πλευράς.

…………………………………….…………………………………………………………………….. 

Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου Lira (2001) 1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

……………………………………………………………………………………………………………

Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» (2001) 1 A.A.Δ. 785 που παραπέμπει στις Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 54 και Τσολάκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, Aspis Liberty Life Insurance, ανωτέρω) εκείνο που πρωτίστως μετρά στην ικανοποίηση του κατεπείγοντος σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση - εφόσον γίνουν - στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδέχεται να εκδοθεί. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ανεξήγητη καθυστέρηση στην προώθηση αιτήματος για χορήγηση θεραπείας παύει να αποτελεί εμπόδιο στη χορήγηση της (βλ. Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788). Σ’ αυτά τα δύο σημεία έπρεπε, κατά την άποψή μας, να επικεντρώσει την προσοχή του το Δικαστήριο για να κρίνει κατά πόσο ικανοποιούνταν ή όχι το στοιχείο του κατεπείγοντος και εάν το έπραττε θα κατέληγε - όπως βέβαια κατέληξε, αλλά με λανθασμένο σκεπτικό και ετεροχρονισμένα - ότι ο εφεσείων απέτυχε να τεκμηριώσει το στοιχείο αυτό. Αφενός γιατί καμιά εξήγηση δεν έδωσε για την σχεδόν τρίχρονη καθυστέρηση του στη λήψη δικαστικών μέτρων, τη στιγμή που γνώριζε εξ υπαρχής ότι η έκταση του κτήματος δεν ανταποκρινόταν στα εν χρήσει σχέδια και, αφετέρου, όντως ο ισχυρισμός του για την επίδραση που θα είχε η αποξένωση ή επιβάρυνση του κτήματος στην ικανοποίηση πιθανής δικαστικής απόφασης προς όφελος του ήταν γενικός και αόριστος».

 

Η πιο πάνω θέση των Καθ’ ων η αίτηση δεν βρίσκει κατά την κρίση μου έρεισμα στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και εξηγώ.

 

Από τα όσα αναφέρουν οι Αιτήτριες στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, προκύπτει ότι η Αιτήτρια 1 γνώριζε τους χρόνους θανάτου τόσο της Sara Bloom (20/07/1999) όσο και του Isaak Bloom (12/09/2006) αλλά και ότι οι αποβιώσαντες άφησαν διαθήκες ορίζοντας ως εκτελεστή τους τον Εναγόμενο 1. Περαιτέρω, οι Αιτήτριες υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια 1 κατά την περίοδο που απεβίωσαν οι γονείς της, παραπλανήθηκε και/ή εξαπατήθηκε από τον Εναγόμενο 1 ως εκτελεστή των ως άνω διαθηκών, ο οποίος της μετέφερε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα επί της περιουσίας των γονέων της, αφού σύμφωνα με τις διαθήκες η μητέρα της διέθεσε το σύνολο της περιουσίας της στον πατέρα της, ενώ ο πατέρας της διέθετε το σύνολο της περιούσιας του στον αδελφό της. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι η Αιτήτρια 1 λανθασμένα θεώρησε ότι έπρεπε να εμπιστευτεί ως αληθή και ορθά τα όσα της μετέφερε ο Εναγόμενος 1 και πίστεψε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα επί της περιουσίας των γονέων της. Στη βάση δε των πιο πάνω αναφέρουν ότι η Αιτήτρια 1 στερήθηκε και/ή ουδέποτε έλαβε τη νόμιμη μοίρα που δικαιούτο, χωρίς να αποποιηθεί του δικαιώματός της στην περιουσία των γονέων της.

 

Από τα όσα δε περαιτέρω προβάλλουν, προκύπτει ότι η κατ’ ισχυρισμό εξαπάτηση και παραπλάνηση της Αιτήτριας 1 από τον Εναγόμενο1 έγινε αντιληπτή μετά τον Ιούλιο του 2023, δηλαδή μετά τον θάνατο του Adam Bloom και την επιστροφή της Αιτήτριας 2, στην Αγγλία από την Κύπρο. Ως προαναφέρθηκε, ακολούθησε η ενημέρωση της Αιτήτριας 1 για τα όσα ήλθαν σε γνώση της Αιτήτριας 2 στην Κύπρο και στη συνέχεια η απόφαση τους να επικοινωνήσουν με Κύπριο δικηγόρο και να λάβουν νομική συμβουλή. Στο πλαίσιο αυτό, οι Αιτήτριες έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να προχωρήσουν με έρευνα στα Δικαστήρια της Κύπρου για να εντοπίσουν αν είχαν ληφθεί μέτρα για διαχείριση της περιουσίας των Sara Bloom και Isaac Bloom. Οι δικηγόροι των Αιτητριών προβαίνοντας σε σχετικές έρευνες ανακάλυψαν ότι καταχωρίσθηκαν οι Αιτήσεις υπ’ αριθμό 176/1999 και 285/2006 ενώπιον του Ε.Δ. Πάφου, με σκοπό την επικύρωση των διαθηκών των ως άνω προσώπων. Σύμφωνα με την Αίτηση επικύρωσης της διαθήκης της Sara Bloom, στην περιουσία της αποβιώσασας είχαν δικαίωμα, πέραν του συζύγου της Isaac Bloom, ο υιός της, Adam Goodall Bloom, και η θυγατέρα της, Victoria Sara Allen (nee Bloom). Σύμφωνα με τις έρευνες η περιουσία της Sara Bloom μεταβιβάστηκε στον υιό της Adam Bloom, μετά το θάνατο του συζύγου της, Isaac Bloom. Περαιτέρω, από τις έρευνες σε σχέση με την επικύρωση της διαθήκης του Isaac Bloom, διεφάνη ότι κληρονόμοι αυτού ήταν ο υιός του, Adam Goodall Bloom και η θυγατέρα του, Victoria Sara Allen (nee Bloom). Εξ ου και μετά από αυτά ήταν που οι δικηγόροι των Αιτητριών της συμβούλευσαν ότι ο Εναγόμενος 1 ως εκτελεστής των ως άνω διαθηκών, όφειλε και/ή είχε υποχρέωση και/ή καθήκον που απορρέει από το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς να διαθέσει από την περιουσία της Sara Bloom αλλά και από την περιουσία του Isaac Bloom το μερίδιο που αναλογεί στην Αιτήτρια 1 αφού, ως αναφέρουν, σύμφωνα με τα όσα φαίνονται από τις ως άνω Αιτήσεις, κατά παράβαση του Νόμου και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων του Εναγόμενου 1, όπως αυτά απορρέουν από τη νομοθεσία και τους Κανονισμούς, αυτός αγνόησε την ύπαρξη της Αιτήτριας 1 και ενήργησε δόλια και/ή λανθασμένα και μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας των Sara Bloom και Isaac Bloom στο όνομα του υιού τους, Adam Bloom.

 

Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.

 

Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι παρά το ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο θα εξετάσει και κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, υπέρ της έκδοσης ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων. To ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα εκδόθηκαν τα αιτούμενα διατάγματα. Αποτελεί έτσι θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη (βλ. Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670, Baccardi & Co ν. Vinco Ltd (1996) 1B A.A.Δ. 788 και Milton Investment Company Co Ltd κ.α. v. Dryden Group (2014) 1Α Α.Α.Δ. 731). Το ισοζύγιο αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία στον ουσιώδη χρόνο (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Οι σχετικοί με την άσκηση της διακριτικής εξουσία του Δικαστηρίου παράγοντες εξετάζονται με γνώμονα τις ανάγκες της Δικαιοσύνης, όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης, στο πλαίσιο του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στα επηρεαζόμενα μέρη η έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Μεταξύ των εν λόγω παραγόντων λαμβάνεται υπόψην και η δραστικότητα των αιτούμενων διαταγμάτων ενώ θα πρέπει να γίνεται και εξισορρόπηση των συμφερόντων των διαδίκων, υπό το φως των πραγματικών διαστάσεων των διαταγμάτων (βλ. Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.ά. (2017) 1Α Α.Α.Δ. 653).

 

Στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στη στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση το στοιχείο της διατήρησης του «status quo ante», της διατήρησης δηλ. της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ’ ου η αίτηση άρχισε τη δραστηριότητα, της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (βλ. Κ. Κωσταντινίδη, Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, CORPUS DE JURE CYPRII, σελ. 179, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd (1975) 1 All E.R. 504 και Parico ανωτέρω).

 

 

Στην παρούσα, στο πλαίσιο εξέτασης του κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της διατήρησης της ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, πάντα με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνεται ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψην τα ακόλουθα:

 

Όσον αφορά τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη η διατήρηση ή μη σε ισχύ των διαταγμάτων, οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν στη μαρτυρία τους και δη στην ένορκη δήλωση τους ημερ. 26/11/2025 ότι έχει ήδη προκληθεί υλική ζημιά στην περιουσία του αποβιώσαντα Adam Bloom, ως αποτέλεσμα της έκδοσης των διαταγμάτων. Πρόκειται όμως για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό, αφού οι Καθ’ ων η αίτηση περιορίζονται να αναφέρουν γενικά και αόριστα ότι η ζημιά συνίσταται στο ότι «μεταξύ άλλων απαγορεύει» σε αυτές να ενεργούν ως διαχειρίστριες της περιουσίας του Adam Bloom. Αντίθετα, ως προς τις επιπτώσεις στις Αιτήτριες από τη μη διατήρηση σε ισχύ των διαταγμάτων, είναι προφανές από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω ότι η ζημιά που θα υποστούν σε τέτοια περίπτωση είναι πολύ μεγάλη, εφόσον υπάρχει κίνδυνος διανομής και/ή μεταβίβασης της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντα, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να ικανοποιηθούν από οποιαδήποτε απόφαση εξασφαλίσουν.

 

Όσον αφορά την εξέταση της διατήρησης του status quo, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, τέτοια γίνεται και λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση που οι άλλοι παράγοντες φαίνονται ισοζυγισμένοι, πράγμα που ως προκύπτει από τα πιο πάνω δεν ισχύει στην παρούσα.

 

Ως εκ των άνω κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφώς υπέρ της διατήρησης της ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, στο μέτρο που θα εξηγηθεί κατωτέρω.

 

Στο σημείο αυτό και πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου κρίνω ότι θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ τα προσωρινά διατάγματα, στο μέτρο που αφορούν την Εναγόμενη 3 - Καθ’ ης η αίτηση 3.

 

Τα πιο πάνω καθότι, ως προαναφέρθηκε, η Καθ’ ης η αίτηση 2 υπέβαλε στις 04/12/2023, Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, για να της χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης μετά συνημμένης διαθήκης της περιουσίας του αποβιώσαντα Adam Bloom και στη βάση αυτής, στις 11/01/2024 επικυρώθηκε η τελευταία διαθήκη του Adam Bloom και η διαχείριση της περιουσίας αυτού παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο στην Καθ’ ης η αίτηση 2, «κατονομαζόμενη εκτελέστρια».

 

Σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 32 το Δικαστήριο «δύναται καθ’ οιονδήποτε χρόνο επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση» οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου 1 αυτού (βλ. και ABP Holdings κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694). Ως δε λέχθηκε στην Avila Management Services Limited κ.ά. ανωτέρω, η ενδιάμεση θεραπεία, η οποία αποδίδεται με παρεμπίπτον διάταγμα, παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του διατάγματος. Περαιτέρω στις ενδιάμεσες αιτήσεις και στα ενδιάμεσα διατάγματα δεν υπάρχει εν αυστηρή εννοία δεδικασμένο και τέτοια διατάγματα μπορεί να τροποποιηθούν ή και να ακυρωθούν ανάλογα με τις περιστάσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ (2014) 1 A.A.Δ. 866). Τέτοια ακύρωση ή τροποποίηση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 32(2) σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμα δηλαδή και μετά που το διάταγμα θα καταστεί απόλυτο. Μόνη προϋπόθεση για τέτοια ακύρωση ή τροποποίηση είναι η απόδειξη «εύλογης αιτίας». Εύλογη αιτία μπορεί δε να τεκμηριωθεί, στις περιπτώσεις όπου καταδεικνύεται διαφοροποίηση των περιστάσεων που να δικαιολογούν την ακύρωση ή τροποποίηση του διατάγματος. Η εύλογη αιτία, πρέπει να σχετίζεται με γεγονότα που προέκυψαν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος ή δεν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του. Τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να τείνουν να διαφοροποιήσουν το πραγματικό βάθρο, στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση έκδοσης του. Σε περίπτωση δε που δεν εξετάζεται η πλήρης ακύρωση του αρχικού διατάγματος αλλά μόνο η τροποποίηση του, αυτό πρέπει να δικαιολογείται μεν στην βάση της απόδειξης εύλογης αιτίας, αλλά ταυτόχρονα να μην καταστρατηγείται ο λόγος έκδοσης του αρχικού διατάγματος.

 

Στην προκειμένη, με βάση τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, είναι προφανές ότι το γεγονός της επικύρωσης της διαθήκης του Adam Bloom και παραχώρησης της διαχείρισης της περιουσίας αυτού από το Δικαστήριο στην Εναγόμενη 2 - Καθ’ ης η αίτηση 2 και μόνο, δεν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης των υπό κρίση διαταγμάτων. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι στοιχειοθετείται εύλογη αιτία προς ακύρωση των διαταγμάτων στο μέτρο που αφορούν την Εναγόμενη 3 - Καθ’ ης η αίτηση 3.

 

Κατάληξη

 

Ως εκ των άνω τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 02/02/2024, εναντίον της Εναγόμενης 2 - Καθ’ ης η αίτηση 2 οριστικοποιούνται και καθίστανται απόλυτα μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης.

 

Τα προσωρινά δε διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 02/02/2024 εναντίον της Εναγόμενης 3 - Καθ’ ης η αίτηση 3 ακυρώνονται στο σύνολο τους.

 

Αναφορικά με τα έξοδα δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα:

 

Ενόψει της επιτυχίας της αίτησης κατά της Εναγόμενης 2 - Καθ’ ης η αίτηση 2, κρίνεται ότι η σχετική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται με την επιδίκαση των εξόδων της αίτησης υπέρ των Εναγουσών 1 και 2 - Αιτητριών 1 και 2 και εναντίον της Εναγόμενη 2 - Καθ’ ης η αίτηση 2 - υπό την ιδιότητα βέβαια που απέκτησε από την παραχώρηση σε αυτή από το Δικαστήριο, στις 11/01/2024, της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Adam Bloom - όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης στην Απαίτηση, οπόταν και θα είναι πληρωτέα.

 

Όσον αφορά την Εναγόμενη 3 - Καθ’ ης η αίτηση 3 λαμβάνω υπόψη τις περιστάσεις υπό τις οποίες και τους λόγους για τους οποίους, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, τα προσωρινά διατάγματα εναντίον της έχουν ακυρωθεί. Κρίνω όμως υπό τις εν λόγω περιστάσεις, ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως επιδικασθούν και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια επιδικάζονται υπέρ αυτής και εναντίον των Εναγουσών 1 και 2 - Αιτητριών 1 και 2, μόνο τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από τον χρόνο μετά την καταχώρηση της ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση (δηλ. μετά τις 22/03/2024), καθότι τότε ήταν που ήλθε σε γνώση των Εναγουσών 1 και 2 - Αιτητριών 1 και 2, το γεγονός της παραχώρησης από το Δικαστήριο στην Εναγόμενη 2 - και όχι στην Εναγόμενη 3 - της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Adam Bloom και συνεπώς από τότε ετίθετο πλέον θέμα εξέτασης ακύρωσης των διαταγμάτων εναντίον της Εναγόμενης 3. Τα εν λόγω έξοδα θα είναι όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

                                                                                     (Υπ.) ……….…………………………

                                                                                                       Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Subject: Civil / Other Actions / Interim Judgments.

(Αναφορά: Αστικό / Αγωγή / Ενδιάμεσες / Προσωρινό Διάταγμα).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο