REDDEV INVESTMENTS LIMITED κ.α. ν. ARCESIUS LIMITED, Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 905/2025, 29/5/2026
print
Τίτλος:
REDDEV INVESTMENTS LIMITED κ.α. ν. ARCESIUS LIMITED, Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 905/2025, 29/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

         Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 905/2025 I Justice

Μεταξύ:

  1. REDDEV INVESTMENTS IMITED, HE 330471, από Κρίνου, 3, THE OVAL,

Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος

  1. STASALCO LTD, HE 372875, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  2. KARSWELL IMITED, HE 229808, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  3. WBN HOLDING LIMITED, HE 336956, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  4. BITHELL HOLDINGS LIMITED, HE 212923, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  5. PREPERSENTO TD, HE 379131, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  6. JUVEL LTD, HE 106405, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  7. ARGUMENOL INVESTMENT COMPANY LIMITED, HE 286549, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  8. POLYNON INVESTMENTS LIMITED, HE 353253, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  9. PROGORIA INVESTMENTS LIMITED, HE 353431, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  10. AVIAT INVESTMENTS LIMITED, HE 299788, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  11. FIZAN LIMITED, HE 253193, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  12. ICENEUS INVESTMENTS LIMITED, HE 350681, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  13. JUSTIANA INVESTMENTS LIMITED, HE 351162, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  14. PANTANOMO LIMITED, HE317205, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  15. POLSAT INVESTMENTS LIMITED, HE 422467, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  16. ANOKYMMA LIMITED, HE 150976, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος
  17. TIVI FOUNDATION, 4 Industriering, 9491 Ruggell, Λιχτενστάιν
  18. SOLKOMTEL FOUNDATION, 4 Industriering, 9491 Ruggell, Λιχτενστάιν

 

Εναγόντων

                                                            και

ARCESIUS LIMITED, HE 366034, από Κρίνου, 3, THE OVAL, Διαμ/Γραφείο 503, Άγιος Αθανάσιος, 4103, Λεμεσός, Κύπρος

 

 

                                                                                                            Εναγομένης

 

Αίτηση ημερομηνίας 13.08.25 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων

 

Ημερομηνία: 29.05.26

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες 1-19/Αιτητές 1-19: κος Γ. Ζ. Γεωργίου μαζί με κα Ρ. Λοϊζίδη,

κα Α. Ζερβού και κα. Ν. Κομεσίδου για

Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη/Καθ’ ης η αίτηση: κος Στ. Παύλου μαζί με κα. Μ. Σωτηρίου και

κ. Μ. Ζακχαίο για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στις 13.08.25 οι Ενάγοντες υπέβαλαν Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 με το οποίο ζητούν την έκδοση διαταγμάτων αναγνωριστικής, απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως καθώς επίσης την επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον της Εναγομένης για ζημιές και απώλειες που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν εξ’ υπαιτιότητας της. Με βάση την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε στις 10.09.25, οι Ενάγοντες εγείρουν την υπόθεση αυτή επί των πιο κάτω νομικών βάσεων, σε σχέση με τις οποίες καταλογίζουν στην Εναγόμενη συγκεκριμένη συμπεριφορά που περιγράφουν και που θεωρούν ότι είναι επιλήψιμη, η εκδήλωση της οποίας ισχυρίζονται ότι τους προκάλεσε τις ζημιές για τις οποίες αξιώνουν την προαναφερόμενες θεραπείες:

(1)        παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων,

(2)        προκαταβολική παραβίαση συμβατικών δεσμεύσεων (anticipatory breach of contract),

(3)        παραβίαση καθήκοντος εμπιστευτικότητας και πίστης,        

(4)        παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και φροντίδας,

(5)        παράβαση νομοθετικών καθηκόντων και υποχρεώσεων που απορρέουν από κανονισμούς σε σχέση με πληροφορίες, προσωπικά δεδομένα και εμπορικά μυστικά,

(6)        προσβολή συνταγματικών δικαιωμάτων.

 

Ακολούθως η Εναγόμενη καταχώρισε έκθεση υπεράσπισης & ανταπαίτησης. Τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση & υπεράσπισης στην ανταπαίτηση από τους Ενάγοντες και έπειτα της απάντησης στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση από την Εναγόμενη.

 

Ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρίστηκε, η παρούσα υπόθεση αλλά και οποιαδήποτε ενδιάμεση αίτηση διέπεται δικονομικά από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 που τέθηκαν σε ισχύ από 01.09.23.

 

Την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε το Έντυπο Απαίτησης της παρούσας υπόθεσης (13.08.25), οι Ενάγοντες (Αιτητές) προώθησαν μονομερώς ενδιάμεση αίτηση στην οποίαν ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ειδικότερα εκδόθηκε μέχρι την κοινοποίηση τελικής απόφασης στην υπόθεση και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου:

(α)       ενδιάμεσο διάταγμα που απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή αξιωματούχους της και/ή αντιπροσώπου της και/ή υπαλλήλους της να αποκαλύψουν, κοινοποιήσουν ή επιτρέψουν την πρόσβαση είτε στους ιδίους είτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο έγγραφα, πληροφορίες, αρχεία, δεδομένα και άλλα περιουσιακά δεδομένα (proprietary data), τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό σε σχετικό πίνακα, σε έντυπη ή ηλεκτρονική ή μαγνητική μορφή που βρίσκονται υπό την κατοχή, έλεγχο και φύλαξη της Εναγομένης και διατηρούνται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διακομιστές (servers), σκληρό δίσκο, ψηφιακό δίσκο (CD, DVD), υπηρεσίες διαδικτυακής αποθήκευσης (cloud storage)και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της Εναγομένης και ανήκουν ή σχετίζονται είτε στην ολότητα τους είτε μερικώς με τους Ενάγοντες και/ή με συνδεδεμένες μ’ αυτούς εταιρείες χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των Εναγόντων (σημείο Α από το σώμα της αίτησης),

(β)       ενδιάμεσο διάταγμα που απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή αξιωματούχους της και/ή αντιπροσώπου της και/ή υπαλλήλους της να χρησιμοποιούν και/ή επεξεργάζονται υπό την έννοια της ανάγνωσης, αντιγραφής, αποκάλυψης, αλλοίωσης ή παρουσίασης δεδομένων σε τρίτο πρόσωπο χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των Εναγόντων (σημείο Β από το σώμα της αίτησης).

 

Το αιτούμενο διάταγμα υπό το σημείο Γ αποσύρθηκε και κατ’ επέκταση απορρίφθηκε ενώ το αιτούμενο διάταγμα υπό το σημείο Ε εγκαταλείφθηκε στην πορεία.

 

Σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα προστακτικής φύσεως που οι Ενάγοντες αιτούνται υπό το σημείο Δ και αφορά την ετοιμασία από μέρους της Εναγομένης και παράδοση στους δικηγόρους των Εναγόντων εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος καταλόγου λεπτομερειών των δεδομένων που βρίσκονται υπό την κατοχή, έλεγχο και φύλαξη της Εναγομένης σε έντυπη ή ηλεκτρονική ή μαγνητική μορφή και διατηρούνται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διακομιστές (servers), σκληρό δίσκο, ψηφιακό δίσκο (CD, DVD), υπηρεσίες διαδικτυακής αποθήκευσης (cloud storage) και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της, στον οποίον κατάλογο να προσδιορίζονται τα έγγραφα-πληροφορίες-αρχεία-δεδομένα μαζί με το περιεχόμενο τους, δόθηκαν οδηγίες να επιδοθεί η υπό κρίση αίτηση μαζί με τα έγγραφα που τη συνοδεύουν. Κατ’ επέκταση το μέρος αυτό της αίτησης κατέστη δια κλήσεως.

 

Επομένως αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων υπό τα σημεία (Α) και (Β) και εάν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος υπό το σημείο Δ αυτής.

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4 & 9 του Κεφ.6, τα Μέρη 23 & 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στον περί της Προστασίας της Τεχνογνωσίας και των Επιχειρηματικών Πληροφοριών που δεν έχουν Αποκαλυφθεί (Εμπορικό Απόρρητο) από την Παράνομη Απόκτηση, Χρήση και Αποκάλυψη τους Νόμος του 2020 (Ν.164(Ι)/2020), στο Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR), ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, η Οδηγία για την Ιδιωτικότητα και τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (ePrivacy Directive), στο άρθρο 17 του Συντάγματος, στο δίκαιο της επιείκειας, στις αρχές του κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων και παράλληλα την έκδοση του αιτουμένου, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Γεώργιου Σφικτού, διευθυντή των Εναγουσών 1-4 κατόπιν διορισμού του στη θέση αυτή της Ενάγουσας 1 από την Ενάγουσα 18 και στη θέση αυτή των Εναγομένων 2-4 από την Ενάγουσα 19. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Στην ένορκη δήλωση καταγράφεται το ιστορικό των επαγγελματικών σχέσεων των διαδίκων αλλά και άλλων προσώπων και οργανισμών που εμπλέκονται στον ίδιο ή σχετιζόμενο μ’ αυτούς επιχειρηματικό κύκλο και γίνεται επίκληση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα αντιλαμβάνονται οι Ενάγοντες. Επίσης σημειώνονται στοιχεία και προβάλλονται οι λόγοι που σύμφωνα με τον ομνύοντα πληρούν τις προϋποθέσεις για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων που αξιώνονται. Το σύνολο των γεγονότων που παρουσιάζονται προδιαγράφουν την εκδοχή των Εναγόντων.

 

Η Εναγόμενη (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στις 13.10.25 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης στην υπό κρίση αίτηση επί 31 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης ισχύος των ενδιάμεσων διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί καθώς επίσης υπέρ της έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος που ζητείται η έκδοση του, με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Η νομική βάση της ένστασης της Εναγομένης είναι ουσιαστικά παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στο Κεφ.113, στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες  Νόμος του 2007 (Ν.188(Ι)/2007) και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2024.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Ελένης Διονυσίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε την νομική εκπροσώπηση της Εναγομένης στην παρούσα υπόθεση. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη της Εναγομένης τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα παρέχεται το δικονομικό και πραγματικό υπόβαθρο της παρούσα υπόθεσης με αναφορές σε γεγονότα διαδικασιών στην Κύπρο και στο εξωτερικό από την γωνία αντίληψης της Εναγομένης, στη βάση των οποίων θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους της. Τα επικαλούμενα γεγονότα σκιαγραφούν την εκδοχή της Εναγομένης στην παρούσα υπόθεση.

 

Ακολούθως αμφότερες πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Ομνύοντες ήταν πάλι ο Γεώργιος Σφικτός για τους Ενάγοντες (Αιτητές) και η Ελένη Διονυσίου για την Εναγόμενη (Καθ’ ης η αίτηση).

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.

 

Εκείνο που κατ’ αρχάς πρέπει να λεχθεί είναι ότι η εγκατάλειψη της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας υπό το σημείο (Ε) από το σώμα της υπό κρίση αίτησης οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη τον 24ο, 25ο & 26ο λόγο ένστασης

 

Προχωρώ με τον 1ο λόγο ένστασης με τον οποίον προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι «νόμω και ουσία αβάσιμη».

 

Μία απλή ανάγνωση του είναι αρκετή για να αντιληφθεί με ευκολία κάποιος ότι δεν πρόκειται για αυτοτελή λόγο με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Πρόκειται για καταληκτική τοποθέτηση της πλευράς της Εναγομένης που απλά παραπέμπει σε δικό της συμπέρασμα. Εάν ισχύει ή όχι κάτι τέτοιο, είναι αποτέλεσμα κρίσης του Δικαστηρίου μέσα από επεξεργασία των δεδομένων και εξέταση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

 

Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Η Εναγόμενη προβάλλει ακόμη τη θέση ότι «Ο Ενόρκως Δηλών στερείται προσωπικής γνώσης των γεγονότων τα οποία περιγράφει στην Ένορκη Δήλωση του και/ή οι Αιτητές απέτυχαν να προσκομίσουν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία χωρίς να δίδουν οποιαδήποτε ή οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για το λόγο που δεν κατέστη δυνατή η προσκόμιση της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας.» Πρόκειται για μέρος του 14ου λόγου ένστασης. Αντίθετη είναι η προσέγγιση των Εναγόντων, η οποία παρουσιάζεται στην §77 της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου τους (σελίδα 31).

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση που να δικαιολογεί την πιο πάνω θέση της Εναγομένης. Ούτε στη νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης περιέχεται κάποιο επιχείρημα που να πραγματεύεται νομικά το θέμα αυτό. Αυτά είναι δεδομένα που καταδεικνύουν πρόθεση της Εναγομένης να μην προωθήσει τη συγκεκριμένη θέση της, η οποία εκλαμβάνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί.

 

Ανεξαρτήτως της μη προώθησης του συγκεκριμένου μέρους του λόγου ένστασης, η Εναγόμενη δεν έχει δίκαιο να παραπονιέται. Η αναφορά σε γεγονότα στην ένορκη δήλωση δεν χρειάζεται να προέρχεται μόνο από προσωπική γνώση. Ο Κ.32.15(7) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 αναφέρει ρητά ότι «σε ενδιάμεσες αιτήσεις, η ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφόρησης και πεποίθησης, μαζί τις σχετικές πηγές και τους λόγους.» Επομένως, ερμηνεία των προνοιών του πιο πάνω κανονισμού καθιστά αντιληπτό ότι δεν απαγορεύεται η μεταφορά πληροφοριών από τον ομνύοντα που του λέχθηκαν από άλλα πρόσωπα ως μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του. Αρκεί να αποκαλύπτεται ο τρόπος και η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα κατά τρόπο σαφή, ξεκάθαρο και μη παραπλανητικό (κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα’, Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 11, σελίδα 332). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενόρκως δηλών Σφικτός αποκαλύπτει τις πηγές γνώσεις του για αυτά που επικαλείται στις ένορκες δηλώσεις. Σχετικές είναι οι §3 & §4 της αρχικής ένορκης δήλωσης αλλά και οι §3, §4 & §5 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται και δεν έχει αμφισβητηθεί, ο Σφικτός είναι διευθυντής των Εναγουσών 1-4, οι οποίες είναι ορισμένες από τις Αιτήτριες που συμμετέχουν στην παρούσα διαδικασία. Προφανώς η θέση διοικητικού συμβούλου που κατέχει του επιτρέπει να έχει δυνατότητα προσωπικής πρόσβασης σε πληροφορίες αλλά και να είναι ενημερωμένος για το πραγματικό και συνάμα δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης. Όπως ο ίδιος περιγράφει, μελέτησε προσωπικά τον υπηρεσιακό φάκελο της υπόθεσης καθώς επίσης φρόντισε να τύχει πληροφόρησης από άλλα ηγετικά στελέχη των Εναγουσών αλλά και από άτομα με θέσεις κλειδιά στην υπόθεση. Σε ότι αφορά νομικά ζητήματα, η αναφορά σ’ αυτά πηγάζει από καθοδήγηση που είχε από δικηγόρους στην Κύπρο αλλά και από νομικούς συμβούλους στο εξωτερικό. Το αν είναι τελικά πειστικό αναφορικά με το αντικείμενο εκδίκασης είναι θέμα που θα κριθεί από το Δικαστήριο, πλην όμως δεν απορρίπτεται εκ προοιμίου για το λόγο που η Εναγόμενη επικαλέστηκε.

 

Συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η νομική αρχή της προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας εφαρμόζεται κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Εδώ όμως δεν εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης με προσκόμιση μαρτυρικού υλικού για σκοπούς απόδειξης της εκδοχής των διαδίκων μέσα από το επικαλούμενο αγώγιμο δικαίωμα τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Οι αυστηροί κανόνες απόδειξης δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα. Το μαρτυρικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις, περιλαμβανομένου της όποιας τυχόν εξωγενής και/ή εξ ακοής μαρτυρίας, θα μελετηθεί και θα συνεκτιμηθεί μαζί με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στον περιορισμένο βαθμό που επιτρέπεται σε τέτοιες περιπτώσεις για σκοπούς και μόνο εκδίκασης του αντικειμένου της παρούσας αίτησης. Η τυχόν συμπερίληψη εξωγενή και/ή εξ ακοής μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις δεν προκαλεί νομικό μειονέκτημα σ’ αυτές. Ούτε τους δημιουργεί οποιοδήποτε νομικό κώλυμα.

Σε σχέση με τη θέση της Εναγομένης περί κακοπιστίας, η οποία συνδέεται με την επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου ως ομνύοντα σε συνδυασμό με την αναφορά ότι ο λόγος που επιλέγηκε το εν λόγω άτομο ήταν για να προστατευθεί το πρόσωπο που κατά την Εναγομένη γνώριζε τα γεγονότα από τυχόν αντεξέταση του, αυτή, υπό το φως απουσίας σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων που θα την τεκμηρίωναν, παρέμεινε αίολη. Η προβαλλόμενη αυτή η θέση συνιστά το υπόλοιπο κομμάτι του 14ου λόγου ένστασης, για το οποίο ισχύουν ακριβώς τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως για το αρχικό μέρος. Με βάση το ίδιο σκεπτικό, εκλαμβάνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί.

 

Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται στο σύνολο του.

 

Ο 8ος λόγος ένστασης εγείρει ζήτημα «κατεπείγοντος» και «άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων. Η Εναγόμενη προβάλλει τη θέση ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίμαχων διαταγμάτων δεν υπήρχε το στοιχείο του «κατεπείγοντος» και/ή «άλλες εξαιρετικές περιστάσεις» που να δικαιολογούσαν τν έκδοση τους πάνω σε μονομερή βάση. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγόντων, οι οποίοι ισχυρίζονται τα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς επειδή η κατάσταση ήταν επείγουσα.

 

Κατ’ αρχάς κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι μονομερώς εκδόθηκαν τα αιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα υπό τα σημεία (Α) & (Β) από το σώμα της αίτησης. Αυτό είναι το κομμάτι που ελέγχεται κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύς των ενδιάμεσων διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Το υπόλοιπο μέρος της αίτησης που παρέμεινε για εξέταση, δηλαδή το αιτούμενο διάταγμα υπό το σημείο (Δ), αντιμετωπίζεται στα πλαίσια διαδικασίας σε δια κλήσεως αίτηση όπου το Δικαστήριο αφού άκουσε και τις δύο πλευρές καλείται να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του.

 

Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα, απαγορευτικό, διηνεκές ή προστακτικό, πηγάζει κατ’ εξοχήν από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση δυνάμει του άρθρου 9 του Κεφ.6, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με τον τροποποιητικό νόμο 115(Ι)/23. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, ένα τέτοιο διάταγμα δύναται να εκδοθεί κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον αντίδικο, όπως αυτί προβλέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Ειδικότερα ο Κ.23.6(1) καθορίζει διάφορες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να προωθηθεί μία αίτηση χωρίς ειδοποίηση για σκοπούς έκδοσης μονομερούς ενδιάμεσου διατάγματος. Μία από αυτές είναι όταν υπάρχει «κατεπείγον» ή «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» (Κ.23.6(1)(α)).

 

Συνδυασμένη μελέτη του Κ.23.6(1)(α) και του άρθρου 9 του Κεφ.6 καθιστά αντιληπτό ότι το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ή ύπαρξη «άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων» αποτελούν δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης που είναι να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Το λεκτικό στον Κ.23 και στο τροποποιημένο άρθρο 9 του Κεφ.6 δεν αναιρεί την πλούσια νομολογία επί του θέματος που έχει δημιουργηθεί στη βάση του παλαιού δικονομικού καθεστώτος. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο που κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει (Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788).

 

Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με αίτηση χωρίς ειδοποίηση στην Εναγόμενη ζητώντας την έκδοση μονομερούς ενδιάμεσου διατάγματος επικαλούμενη το στοιχείο του «κατεπείγοντος». Επομένως η μονομερής έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων υπό τα σημεία (Α) & (Β) εδράζονται στον ισχυρισμό της ύπαρξης στοιχείου «επείγοντος». Αυτό είναι που θα εξετάσει το Δικαστήριο. Μπορεί συνεπώς να λεχθεί ότι εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της Εναγομένης (Καθ’ ης η αίτηση).

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2011 ημερ. 17.07.14, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης. Υπάρχει βέβαια μέσα από την ίδια υπόθεση και η διατυπωθείσα άποψη ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγομένου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα «κατεπείγοντος».

 

Στην προκειμένη περίπτωση τόσο το στοιχείο «κατεπείγοντος» όσο και το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό «απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων» εγείρονται ως ξεχωριστοί λόγοι με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται χωρίς ενδοιασμό το σκεπτικό στην υπόθεση Κούππα (πιο πάνω).

 

Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Construction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ’ επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους (2010) 1Α Α.Α.Δ. 234).

 

Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598 στη σελ. 604, κατ’ ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9(1) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως:

“Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου.  Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.

 

Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του – (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 – 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD – (Αίτηση Αρ. 143/96 – 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6.”

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατεπείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών.

 

Σχετική ακόμη με το θέμα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέου v Olympic Insurance Company Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. E396/2016 ημερ. 12.10.23.

Στην προκειμένη περίπτωση το στοιχείο του «κατεπείγοντος» παρουσιάζεται να συνδέεται με την προσπάθεια του μοναδικού μετόχου της Εναγομένης να αποκτήσει τον διοικητικό έλεγχο της Εναγομένης με τον διορισμό διευθυντή της εμπιστοσύνης του εις αντικατάσταση του υφιστάμενου διοικητικού συμβούλου και παράλληλα διορισμό προσώπου επίσης της εμπιστοσύνης του ως αναπληρωτή/αντικαταστάτη του διορισμένου διευθυντή. Η Εναγόμενη εμφανίζεται να κατέχει και/ή να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα που αφορούν εμπορικά απόρρητα, επιχειρηματικά πλάνα, επιχειρησιακά μυστικά, ευαίσθητα στοιχεία και εμπιστευτικά δεδομένα που άπτονται των συμφερόντων των Εναγόντων.

 

Τα πιο κάτω αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων:

-           Οι Ενάγοντες 1-17 ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στις Ενάγουσες 17 & 18.

-           Ειδικότερα η Ενάγουσα 1 ανήκει εξ’ ολοκλήρου στην Ενάγουσα 18, οι Ενάγοντες 2, 3 & 4 ανήκουν εξ’ ολοκλήρου στην Ενάγουσα 19, οι Ενάγοντες 15 & 16 ελέγχονται από την Ενάγουσα 18 ενώ οι Ενάγοντες 5-15 και η Ενάγουσα 17 ελέγχονται από την Ενάγουσα 19.

-           Ανάμεσα στους Ενάγοντες 1-17 και την Εναγόμενη υπήρχε μέχρι πρόσφατα επαγγελματική σχέση υπό την έννοια ότι στη βάση ξεχωριστών γραπτών συμφωνητικών εγγράφων η Εναγόμενη παρείχε σε κάθε ένα Ενάγοντα διοικητικές, λογιστικές, γραμματειακές και τραπεζικές υπηρεσίες και άλλες συναφείς εργασίες.

-           Η επαγγελματική συνεργασία τους τερματίστηκε όταν με σχετικές επιστολές ημερ. 09.08.25 τερματίστηκαν τα προαναφερόμενα συμφωνητικά έγγραφα.

-           Μεταξύ του μοναδικού μετόχου της Εναγομένης, των παιδιών του, τις Ενάγουσες και άλλα νομικά και φυσικά πρόσωπα εκκρεμούν διάφορες δικαστικές διαδικασίες ποινικής και αστικής φύσεως τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό με απώτερο στόχο τον έλεγχο των Εναγουσών 18 & 19, μέσων των οποίων θα ελέγχονται οι υπόλοιποι Ενάγοντες και τα περιουσιακά στοιχεία τους.

 

Ένεκα της επαγγελματικής τους σχέσης και στα πλαίσια διεκπεραίωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων η Εναγόμενη κατείχε και σε κάθε περίπτωση είχε και προφανώς έπρεπε να είχε πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα που αφορούν εμπορικά απόρρητα, επιχειρηματικά πλάνα, επιχειρησιακά μυστικά, ευαίσθητα στοιχεία και εμπιστευτικά δεδομένα που άπτονται των συμφερόντων των Εναγόντων. Με τον τερματισμό της επαγγελματικής τους συνεργασίας δυνάμει σχετικών επιστολών ημερ. 09.08.25 (Τεκμήρια 8 & 9 ΕΔ Σφικτού), η Εναγόμενη εξακολουθούσε να έχει δυνατότητα πρόσβασης στις προαναφερόμενες πληροφορίες που αφορούν συμφέροντα των Εναγόντων. Το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με τον διορισμό νέου διοικητικού συμβούλου στις 22.07.25 και αντικαταστάτη/αναπληρωτή του διορισμένου διευθυντή στις 31.07.25, αμφότεροι της εμπιστοσύνης του μοναδικού μετόχου της Εναγομένης, ο οποίος βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση με τις Ενάγουσες μέσω εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών ποινικής και αστικής φύσεως τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, δημιουργεί πλέον υπαρκτό κίνδυνο εκμετάλλευσης αυτών των εγγράφων και πληροφοριών εις βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων από την Εναγόμενη μέσω των νέων διορισμένων προσώπων προς προσωπικό όφελος του μοναδικού μετόχου της Εναγομένης, την πρόσβαση των οποίων τα διορισμένα πρόσωπα ζήτησαν γραπτώς την 01.08.25 επικαλούμενα την επαγγελματική τους ιδιότητα στην Εναγόμενη (Τεκμήριο 7 ΕΔ Σφικτού). Υπό αυτές τις συνθήκες εγείρεται στοιχείο «κατεπείγοντος». Τον κίνδυνο αυτό επιδίωξαν οι Ενάγοντες να αποτρέψουν στις 13.08.25 με την υποβολή της υπό κρίση αίτησης χωρίς ειδοποίηση στην Εναγόμενη αιτούμενοι την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων υπό τα σημεία (Α) & (Β) από το σώμα της πάνω σε μονομερή βάση.

 

Στα πλαίσια αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας είναι άνευ σημασίας ποιος ευθύνεται για τον τερματισμό των επίμαχων συμβάσεων και σε τελευταία ανάλυση η νομιμότητα και εγκυρότητα του τερματισμού τους. Αυτά είναι ζητήματα που θα κριθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Είναι επαρκές το πραγματικό γεγονός του τερματισμού της επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων. Με γνώμονα ότι οι διορισμοί έγιναν στις 22.07.25 και 31.07.25 αντίστοιχα, ο τερματισμός των επίμαχων συμβάσεων έγινε στις 09.08.25 και η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθηκε στις 13.08.25, παρατηρώ ότι οι Ενάγοντες απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσουν.

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Περαιτέρω η Εναγόμενη εγείρει ζήτημα απόκρυψης ουσιώδη γεγονότων και επίκληση «ψευδών, διαστρεβλωμένων και σκοπίμως δραματοποιημένων γεγονότων» από μέρους των Εναγόντων στο στάδιο που η αίτηση τους εξεταζόταν μονομερώς προκειμένου να παραπληροφορήσουν και κατ’ επέκταση παραπλανήσουν και εξαπατήσουν το Δικαστήριο για να τους εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Είναι ο 7ος λόγος ένστασης.

 

Υπενθυμίζω ότι μέρος της αίτησης μετατράπηκε σε δια κλήσεως όταν δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα στους Εναγόμενους (αιτούμενη θεραπεία υπό τα σημεία Δ). Προφανώς το ζήτημα που η Εναγόμενη εγείρει απευθύνεται στο κομμάτι της αίτησης όπου εκδόθηκαν μονομερώς ενδιάμεσα διατάγματα (σημεία (Α) & (Β)).

        

Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Εναγόντων) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.

 

Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση (εδώ η Εναγόμενη) δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή (εδώ οι Ενάγοντες) πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Για να έχουν σημασία τέτοια γεγονότα πρέπει να σχετίζονται με:

(α)       το βάσιμο του δικαιώματος του αιτητή όπως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και

(β)       τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και

(γ)        την πιθανότητα επιτυχίας.

 

Επί του πιο πάνω σημείου παραπέμπω στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co. (πιο πάνω). Με λίγα λόγια, ο αιτητής αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που συνθέτουν τα αγώγιμα δικαιώματα του και προσδιορίζουν τα στοιχεία τα οποία καθιστούν το αίτημα του επείγον (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (πιο πάνω)).

 

Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.

 

Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Τα ουσιώδες γεγονότα δεν πρέπει να είναι αμφισβητούμενα ή αντικείμενο διαφορετικών εκδοχών των διαδίκων αλλά κοινά αποδεκτά γεγονότα ή γεγονότα με αντικειμενικό έρεισμα. Σχετική είναι η υπόθεση Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Lrd κ.α., Πολιική Έφεση Αρ. Ε64/2015 ημερ. 20.07.21, ECLI:CY:AD:2021:A342 στην οποίαν και παραπέμπω.

 

Στην προκειμένη περίπτωση παρόλο ότι εγείρεται, ως ξεχωριστός λόγος ένστασης, η θέση για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και η προβολή ψευδών και διαστρεβλωμένων γεγονότων, εντούτοις τόσο στην αρχική ένορκη δήλωση Διονυσίου όσο και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της δεν παρουσιάζονται εξειδικευμένα και συγκεντρωμένα κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ποια είναι ακριβώς τα ουσιώδη γεγονότα που δεν έχουν αποκαλυφθεί από τους Ενάγοντες και ποια γεγονότα που έχουν προβληθεί καταγράφηκαν με παραπλανητικό τρόπο και πως η καταγραφή τους συνιστά παραπλάνηση. Αυτό δεν ήταν καθόλου διαφωτιστικό, ούτε καν βοηθητικό για το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, οι διαφορετικές απόψεις που διατυπώνονται ή η ύπαρξη διάστασης στην εκδοχή των διαδίκων ή η προβολή αμφισβητούμενων γεγονότων δεν οδηγούν απαραίτητα σε ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού (Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Lrd κ.α. (πιο πάνω)).

 

Παρά τις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις και την απουσία συγκεντρωμένων και εξειδικευμένων λεπτομερειών που να πραγματεύονται ειδικά και συγκεκριμένα τον εν λόγω ισχυρισμό της Εναγομένης, το Δικαστήριο προέβηκε διεξοδικά στην ανάγνωση τους για σκοπούς εξέτασης του λόγου αυτού ένστασης, έργο δύσκολο και επίπονο για το ίδιο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο μπόρεσε να εντοπίσει τις πιο κάτω περιπτώσεις, τις οποίες η Εναγόμενη διάσπαρτα επικαλείται μέσα από την αρχική ένορκη δήλωση αλλά και συμπληρωματική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της με παραπομπή σε αντίστοιχες θέσεις των Εναγόντων από την αρχική ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση:

(α)       Στην §32 ΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παρουσιάζουν την παρούσα ως μία περίπτωση «πατέρα που τελεί υπό την επιρροή της νέας του συζύγου» (§44 ΕΔ Σφικτού), πράγμα που, κατά την ενόρκως δηλούσα Διονυσίου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

            Θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί αξιοπιστία σχολίων, ούτε καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα. Αυτό είναι έργο του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης (Junitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω), Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015).

(β)       Στην §40 ΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αναφορά από την §61 ΕΔ Σφικτού πως «αναμένεται ότι θα απορριφθούν και οι αξιώσεις και οι θεραπείες που ζητά ο αποκλειστικός μέτοχος της Εναγομένης στην άλλη αγωγή του Λιχτενστάιν που αφορά το Ίδρυμα Solkomtel, καθώς αφορά τα ίδια ζητήματα», δεν ευσταθεί.

           

            Θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός των νομικών διαδικασιών που υπήρξαν, για όποια σημασία μπορεί να έχει, έχει αποκαλυφθεί. Το αν ευσταθεί ή όχι το συμπέρασμα Σφικτού, με το οποίο διαφωνεί η Εναγόμενη, είναι διαφορετικό θέμα που δεν εξετάζεται και ούτε μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων.

(γ)        Στην §87 ΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρονται στις §66-§68 ΕΔ Σφικτού δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ούτε έχουν νομικό έρεισμα.

 

            Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη, τα όσα επικαλείται δεν συνιστούν ουσιώδη γεγονότα αλλά συνδυασμός έκφρασης προσωπικής άποψης και νομικό σχολιασμό συγκεκριμένου άρθρου του καταστατικού της Εναγομένης.

(δ)        Στην §136 ΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παραλείπουν να αναφερθούν σε συγκεκριμένους όρους / πρόνοιες των συμφωνιών, οι οποίες πρόνοιες επιτρέπουν τη διατήρηση / διαχείριση των δεδομένων / πληροφοριών από την Εναγόμενη.

 

            Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη, η μη αναφορά σε πρόνοιες συμφωνιών δεν συνιστά ουσιώδες γεγονός για να μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει απόκρυψη. Εν πάση όμως περιπτώσει, το κείμενο των συμφωνιών έχει αποκαλυφθεί και παρέχεται αυτούσιο.

(ε)        Στην §7(α) ΣΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι στην §9 ΣΕΔ Σφικτού η αναφορά των Εναγόντων σε απλή μεταβίβαση των δικαιωμάτων ελέγχου των Ιδρυμάτων (Ενάγουσες 18 & 19) στα παιδιά του μοναδικού μετόχου της Εναγομένης είναι εντελώς ανακριβής και σκόπιμα απλουστευμένη επειδή ο μοναδικός μέτοχος της Εναγομένης είχε δόλια παραπλανηθεί και παραπληροφορηθεί από τα παιδιά του αναφορικά με την παραχώρηση του ελέγχου των Ιδρυμάτων και γι’ αυτό έχουν εγερθεί διάφορες διαδικασίες σε διάφορες δικαιοδοσίες.

 

            Θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό είναι αμφισβητούμενο ζήτημα που εάν και εφόσον χρήζει εξέτασης στην παρούσα  υπόθεση θα κριθεί μέσα από σχετικό συμπέρασμα που το Δικαστήριο θα εξαγάγει αφού πρώτα καταλήξει σε ευρήματα στη βάση αξιολόγησης μαρτυρίας που θα δοθεί από τους διαδίκους στη συνολική της διάσταση και στην ολοκληρωμένη της μορφή κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Η εξέταση του ζητήματος αυτού ξεφεύγει του σκοπού της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και κατ’ επέκταση του αντικειμένου εκδίκασης της.

(στ)      Τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα στα όσα ισχυρίζεται στην §7(β) ΣΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη αναφορικά με την §9 ΣΕΔ Σφικτού. Δεν χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε.

(ζ)        Στην §8 ΣΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη σχολιάζει την §10 ΣΕΔ Σφικτού. Πρόκειται για διαφορετική εκτίμηση, δηλαδή διάσταση στην προβαλλόμενη θέση, η οποία συνιστά υποκειμενική κρίση και όχι απόκρυψη ουσιωδών γεγονότος.

(η)        Στην §9 ΣΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη σχολιάζει την §11 ΣΕΔ Σφικτού. Ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω.

(θ)        Στην §14 ΣΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη σχολιάζει την §23 ΣΕΔ Σφικτού. Ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω.

(ι)         Στην §21(ζ) ΣΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη σχολιάζει την §34(ζ) ΣΕΔ Σφικτού. Ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω.

(κ)        Στην §21(θ) ΣΕΔ Διονυσίου η Εναγόμενη σχολιάζει την §34(η) ΣΕΔ Σφικτού. Ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω.

 

Δεν διαφεύγει της προσοχής μου οι επισημάνσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης στη γραπτή του αγόρευση αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα (σελίδες 4-8). Δεν πρόκειται παρά για γενικές και αόριστες αναφορές που στην ουσία δίδουν την εντύπωση ότι αφορούν είτε σε αμφισβητούμενα γεγονότα είτε σε μεταξύ των διαδίκων θέσεις που έχουν διάσταση, η εξέταση των οποίων δεν πραγματοποιείται στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας.

Έπεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι ανεδαφικός και συνεπώς απορρίπτεται.

 

Συνεχίζω την ενασχόληση μου με την εξέταση των λόγων ένστασης, οι οποίοι άπτονται της ουσίας της αίτησης αφού πραγματεύονται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου προσωρινού διατάγματος καθώς επίσης να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύς των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217). Ένεκα του κοινού αντικειμένου τους θα εξεταστούν ως μία ενιαία ομάδα οι λόγοι ένστασης αρ. 2-6, 16-23 & 29-31. Είναι βασικά η θέση της Εναγομένης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται.

 

Όπως ήδη έχει λεχθεί, η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρά τη θέσπιση των νέων δικονομικών θεσμών, η νομολογία που υπήρχε προηγουμένως εξακολουθεί να έχει καθοδηγητική μορφή.

 

Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν.  Αυτές είναι:

(1)        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

(2)        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

(3)        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος.

 

Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι.

Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας (Eurocypria Airlines Ltd v. Δημοκρατίας (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 1783). Το εν λόγω κριτήριο εστιάζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά (Hellenic Bank Public Co Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 145/11 ημερ. 13.06.13) Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Επομένως σχετίζεται με τη νομική πτυχή των δικαιωμάτων των διαδίκων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (πιο πάνω)).

 

Ο Αιτητής (εδώ Ενάγοντας) δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος του αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Limited και άλλη (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015). Με άλλα λόγια το Δικαστήριο ερευνά το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή (εδώ Ενάγοντες) και βεβαιώνεται ότι δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του Καθ’ ου η αίτηση (εδώ Εναγόμενη). Δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αιτίας αγωγής ανύπαρκτης κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής εκτός και αν εμπίπτουν στην κατηγορία διαταγμάτων τύπου Quia Timet (United States Trust Company of New York v. Tsavliris Salvage (International) Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 1014).

 

Στην παρούσα υπόθεση τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί. Αντικειμενική ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης καθιστά αντιληπτό ότι οι Ενάγοντες στρέφονται εναντίον των Εναγομένων προβάλλοντας ως βάσεις απαίτησης προκαταβολική παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων από την Εναγόμενη (anticipatory breach of contract) [§42, §62], παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από την Εναγόμενη (§42, §67), παράβαση καθήκοντος εμπιστευτικότητας και πίστης υπό την έννοια ότι η Εναγόμενη τελούσε υπό νομική υποχρέωση να μην αποκαλύπτει, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των Εναγόντων, οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία και/ή εμπορικό μυστικό είχε περιέλθει στην κατοχή της στο πλαίσιο της επαγγελματικής σχέσης της με τους Ενάγοντες  (§36, §42, §68), παράβαση νομοθετικών καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων από κανονισμούς σε σχέση με πληροφορίες, προσωπικά δεδομένα και εμπορικά μυστικά των Εναγόντων που τελούσαν υπό την κατοχή της Εναγομένης ή τύγχαναν επεξεργασίας από αυτή  στο πλαίσιο της επαγγελματικής της συνεργασίας με τους Ενάγοντες (§42, §69, §73, §74), παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και/ή φροντίδας από την Εναγόμενη (§68) και προσβολή συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων από την Εναγόμενη (§72).

 

Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η Εναγόμενη είχε πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες, προσωπικά δεδομένα, ευαίσθητα στοιχεία, εμπορικά μυστικά και επιχειρηματικά πλάνα που άπτονται των συμφερόντων των Εναγόντων στα πλαίσια παροχής συναφών μ’ αυτά επαγγελματικών υπηρεσιών δυνάμει συμβάσεων που είχε υπογράψει με τους Ενάγοντες. Όπως σημειώνεται, η Εναγόμενη είχε επαγγελματική συνεργασία με τους Ενάγοντες. Είχε στην κατοχή της και/ή είχε πρόσβαση στα πιο πάνω για σκοπούς διεκπεραίωσης των συμβατικών καθηκόντων της. Μέχρι τη στιγμή του τερματισμού των συμφωνιών από τους Ενάγοντες, δεν έχει καταγραφεί οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους της Εναγομένης.

 

Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι επιχειρήθηκε η απόκτηση πρόσβασης σε όλα τα δεδομένα των Εναγόντων που βρίσκονται καταχωρημένα στο αρχείο της Εναγομένης και/ή για τα οποία η Εναγόμενη έχει πρόσβαση σ’ αυτά στα πλαίσια της επαγγελματικής συνεργασίας της με τους Ενάγοντες όταν το αιτήθηκαν γραπτώς ο καινούργιος διευθυντής της Εναγομένης αλλά και ο αντικαταστάτης του. Επρόκειτο για εσωτερικό ζήτημα της Εναγομένης. Το αίτημα τους δεν ικανοποιήθηκε από τη δική τους υπηρεσία (δηλαδή από την Εναγόμενη) και κατ’ επέκταση απορρίφθηκε όταν, με βάση τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, η Εναγόμενη, μέσων των επικαλούμενων νέων αξιωματούχων της ζητούσε πρόσβαση στα δεδομένα των Εναγόντων προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για σκοπούς άσχετους με την εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων της Εναγομένης (§57 έκθεσης απαίτησης). Η αντίδραση των Εναγόντων ήταν άμεση αφού, όπως αναφέρεται στη έκθεση απαίτησης (§59 & §60), προχώρησαν σε τερματισμό των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών από την Εναγόμενη με άμεση ισχύ. Στην έκθεση απαίτησης δεν αναφέρεται να υπήρξε έκτοτε χρήση δεδομένων των Εναγόντων από μέρους της Εναγομένης.

 

Σε τελευταία ανάλυση στην έκθεση απαίτησης δεν δικογραφείται ισχυρισμός για χρήση δεδομένων των Εναγόντων οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια του ουσιώδη χρόνου που σύμφωνα με τους Ενάγοντες να ήταν επιλήψιμη. Εκείνο που δικογραφείται είναι προσπάθεια για απόκτηση πρόσβασης με σκοπό τη χρήση τους για σκοπούς που δεν συνδέονται με τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης με τον τρόπο που έχει πιο πάνω περιγραφεί και στο χρονικό σημείο που έχει προαναφερθεί, χωρίς όμως να δικογραφείται ότι αυτό τελικά έχει συμβεί μέχρι και κατά το χρόνο καταχώρησης της υπόθεσης.

 

Στη βάση των πιο πάνω, ο δικογραφημένος ισχυρισμός περί εγχειρήματος απόκτησης πρόσβασης δεδομένων των Εναγόντων από συγκεκριμένα πρόσωπα της Εναγομένης με σκοπό τη χρήση τους για σκοπούς εκτός του συμβατικού πλαισίου παραπέμπει σε ανεπιτυχή προσπάθεια σε προσωπικό επίπεδο και όχι σε εταιρικό επίπεδο, δηλαδή της Εναγομένης ως συμβαλλόμενο μέρος των συμβάσεων. Περιορίζεται σε προσωπικό επίπεδο επειδή ακριβώς, όπως δικογραφείται, ανακόπηκε από άλλους αξιωματούχους της Εναγομένης εταιρείας, εκ μέρους και για λογαριασμό της. Με άλλα λόγια το ζήτημα ρυθμίστηκε εσωτερικά από την Εναγόμενη, χωρίς να έχει σημασία αν ο τρόπος που η Εναγόμενη επίλυσε το θέμα σε επίπεδο αξιωματούχων ήταν νομικά ορθός ή εσφαλμένος.

 

Από την ανάγνωση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, δίδεται η εντύπωση ότι οι βάσεις απαίτησης, επί των οποίων διεκδικούνται οι νομικές αξιώσεις, δεν συσχετίζονται με τα δικογραφημένα γεγονότα. Με άλλα λόγια οι νομικές θέσεις που προβάλλονται και τα δικογραφημένα γεγονότα δεν υποστηρίζουν νομικά τις βάσεις απαίτησης και κατ’ επέκταση δεν θεμελιώνουν από νομικής πλευράς τις θεραπείες που αξιώνονται. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι βάσεις απαίτησης είναι νομικά υπαρκτές. Από νομικής πλευράς δεν παρέχεται το νομικό υπόβαθρο εκείνο που υποστηρίζει τις βάσεις απαίτησης και τις νομικές αξιώσεις των Εναγόντων. Η απαίτηση φαίνεται να στερείται τοποθέτησης στο ορθό νομικό πλαίσιο της. Θα έλεγε κάποιος ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων σε όλα του τα νομικά επίπεδα δεν βεβαιώνεται, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων και αναφορών τους, ότι δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, δεν έχει αποκαλυφθεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας δεν έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση. Ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση δεν πληρείται.

 

Η μη ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης οδηγεί σε αποτυχία και του δεύτερου κριτηρίου. Είναι αυτονόητο ότι εφόσον δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση δεν δύναται να υπάρξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

 

Η μη ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων καθιστά αχρείαστη την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης και του κριτηρίου του ισοζυγίου της ευχέρειας.

 

Έπεται ότι ο 2ος και ο 16ος λόγος ένστασης επιτυγχάνουν.

 

Ενόψει της προδιαγραφόμενης κατάληξης παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης.

 

Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της.

 

Τα ενδιάμεσα διατάγματα υπό τα σημεία (Α) & (Β) της υπό κρίση αίτησης που έχουν μονομερώς εκδοθεί παύουν αμέσως να ισχύουν. Παράλληλα δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου ενδιάμεσου διατάγματος υπό το σημείο (Δ) της παρούσας αίτησης.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης/Καθ’ ης η αίτησης και εναντίον των Εναγόντων 1-19/Αιτητών 1-19 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Κ.39.7. Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι έχουν συμμορφωθεί με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων, όπως αυτό απαιτείται από τις πρόνοιες του Κ.39.9(1). Οι κατάλογοι εξόδων των συνηγόρων έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.

 

Ως εκ τούτου, τα έξοδα έχουν υπολογιστεί σε €8.788 πλέον Φ.Π.Α. εκ €1.668,58 επί ποσού €8.782, ήτοι συνολικό ποσό €10.456,58. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα.

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο