ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1010/2019
Μεταξύ:
1. PANICOS EYGENIOY COVERING LTD, από την Λεμεσό
2. ΜΑΡΙΑ (ΜΑΡΟΥΛΛΑ) ΠΑΝΙΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ, από την Λεμεσό Εναγουσών
και
Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία
Εναγομένης
ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ Δ.25 ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΙΣ 04.12.19
Και δυνάμει σχετικής Ειδοποίησης
Μεταξύ:
1. PANICOS EYGENIOY COVERING LTD, από την Λεμεσό
2. ΜΑΡΙΑ (ΜΑΡΟΥΛΛΑ) ΠΑΝΙΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ, από την Λεμεσό Εναγουσών
και
Gordian Holdings Limited, από τη Λευκωσία
Εναγομένης
Αίτηση ημερομηνίας 14.12.23 για τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης
Ημερομηνία: 08.05.26
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσες 1 & 2-Αιτήτριες 1 & 2: κος Α. Χαραλάμπους
Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κος Μ. Βασιλείου για
Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η παρούσα αγωγή αρχικά καταχωρίστηκε στις 21.05.19 υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και ακολούθως στις 04.12.19 τροποποιήθηκε δυνάμει της τροποποιημένης Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23.
Με βάση την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης συγκεκριμένος τραπεζικός οργανισμός που δραστηριοποιείται στην Κύπρο παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Ενάγουσα 1, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στην επαρχία Λεμεσού, την περίοδο 1986-2011 με εξασφάλιση την εγγραφή 6 υποθηκών εις το όνομα της από την Ενάγουσα 2. Περί τις 03.12.10 η Ενάγουσα 1 υπέγραψε συμφωνία φάκτοριγκ εσωτερικού με δικαίωμα αναγωγής στη βάση συγκεκριμένων όρων αφού πρώτα στηρίχτηκε σε παραστάσεις του τραπεζικού οργανισμού, συνεπεία της οποίας σύμβασης ανοίχτηκε προς όφελος της Ενάγουσας 1 συγκεκριμένος λογαριασμός. Η Ενάγουσα 2 εγγυήθηκε την τήρηση των όρων της συμφωνίας φάκτοριγκ συμπεριλαμβάνοντας τις πιο πάνω 6 επίμαχες υποθέσεις στο νομικό πλαίσιο της. Στις 15.03.13 η Εναγόμενη τερμάτισε τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και τη λειτουργία αυτών των σχετικών τραπεζικών λογαριασμών, ενώ στις 18.08.14 ο εν λόγω τραπεζικός οργανισμός τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία φάκτοριγκ. Οι Ενάγουσες χρεώνουν στον τραπεζικό οργανισμό και κατ’ επέκταση στην Εναγόμενη παράβαση σύμβασης φάκτοριγκ επί το ότι, όπως ισχυρίζονται, επέδειξε αμέλεια. Περαιτέρω οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι ο τραπεζικός οργανισμός συμπεριφέρθηκε δόλια εις βάρος τους τερματίζοντας τις συμφωνίες δανείου και φάκτοριγκ και καταχωρώντας εναντίον τους τις αγωγές αρ. 273/2016 και 1440/2016 στο Ε.Δ. Λεμεσού. Στην έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγουσες δικογραφούν λεπτομέρειες κατ’ ισχυρισμό παράβαση σύμβασης και δόλου/απάτης που αποδίδουν στον τραπεζικό οργανισμό και κατ’ επέκταση στην Εναγόμενη και ισχυρίζονται ότι συνεπεία αυτών υπέστηκαν έξοδα, ζημιές και απώλειες με την Εναγόμενη να πλουτίζει αδικαιολόγητα εις βάρος τους. Γι’ αυτό οι Ενάγουσες ζητούν να τους επιδικαστούν ειδικές αποζημιώσεις, γενικές αποζημιώσεις ως διαφυγόντα κέρδη, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις καθώς επίσης την έκδοση διατάγματος ακύρωσης της εγγραφής των 6 επίδικων υποθηκών εις το όνομα της Εναγομένης.
Στη υπεράσπιση της η Εναγόμενη παραδέχεται την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα 1 στη βάση συμφωνητικών εγγράφων για την εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκαν οι προαναφερόμενες 6 επίμαχες υποθήκες στο όνομα της από την Ενάγουσα 2. Επίσης αναγνωρίζει τη σύναψη συμφωνίας φάκτοριγκ με την Ενάγουσα 1 στη βάση συγκεκριμένων όρων που η Ενάγουσα 1 υπέγραψε με την ελεύθερη βούληση της, την τήρηση των οποίων όρων από την Ενάγουσα 1 έχει εγγυηθεί η Ενάγουσα 2 με τη τις ίδιες επίμαχες υποθήκες. Ακόμη δέχεται τη θέση των Εναγουσών ότι οι συμφωνίες δανείων και φάκτοριγκ έχουν τερματιστεί, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός τους είναι επίδικο θέμα στις αγωγές αρ. 273/2016 και 1440/2016 ένεκα ουσιωδών παραβιάσεων των όρων της από τις Ενάγουσες. Παράλληλα η Εναγόμενη αρνείται ότι παραβίασε τη συμφωνία φάκτοριγκ και ότι προέβηκε σε οποιεσδήποτε δόλιες πράξεις εις βάρος των Εναγουσών. Περαιτέρω απορρίπτει τη θέση των Εναγουσών ότι τους προκάλεσε ζημιές και είναι η θέση της ότι δεν δικαιούνται στις θεραπείες που αξιώνουν.
Η ακρόαση της παρούσας αγωγής δεν έχει ξεκινήσει μέχρι σήμερα.
Μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες και αφού πρώτα εξασφάλισαν σχετική άδεια από το Δικαστήριο ως απαιτείται από τις πρόνοιες του Κανονισμού 4 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών, οι Ενάγουσες (Αιτήτριες) καταχώρησαν αίτηση δια κλήσεως ημερ. 14.12.23 με την οποίαν αιτούνται τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη νέων αναφορών και με τη διαγραφή υφιστάμενων παραγράφων και αντικατάσταση τους με άλλες παραγράφους. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις περιλαμβάνονται σε τέσσερις (4) σελίδες και αναφορά στο περιεχόμενο τους, εάν και εφόσον κριθεί αναγκαίο, θα γίνει στη συνέχεια κατά την εξέταση τους.
Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.25 Θ.1-6, Δ.48 Θ.1-9 & Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τις Ενάγουσες δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου χχχ Ευγένιου, Διευθύνοντα Συμβούλου της Ενάγουσας 1. Στην ένορκη δήλωση ο ομνύοντας αναφέρει τους λόγους που κατά τη γνώμη των Εναγουσών κατέστησαν αναγκαία την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και εξηγεί γιατί θεωρούν ότι πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων προδιαγράφουν την εκδοχή των Εναγουσών.
Η Εναγόμενη (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 21 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς γίνεται στη συνέχεια κατά ομάδες που παρουσιάζουν κοινό αντικείμενο. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων διαταγμάτων.
Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Εναγομένης στηρίζεται ουσιαστικά στην ίδια νομική βάση μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπρόσθετη αναφορά, ανάμεσα σ’ άλλα, στη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, στο άρθρο 30 του Συντάγματος στις αρχές του δικαίου επιείκειας και στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Αντρέα Παττίχη, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη του της Εναγομένης τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης.
Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση προβάλλονται γεγονότα και αναλύονται οι λόγοι ένστασης, οι οποίοι και επεξηγούνται. Τα επικαλούμενα γεγονότα και αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή της Εναγομένης στην παρούσα διαδικασία.
Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.
Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε δικονομικές διατάξεις και με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων και των προφορικών νομικών τοποθετήσεων τους, τα οποία και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Επίσης έχω αναγνώσει με προσοχή τους συναφείς δικονομικούς θεσμούς και τη νομολογία που αμφότεροι συνήγοροι με έχουν παραπέμψει.
Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων και των προφορικών νομικών τοποθετήσεων τους, τα οποία και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Επίσης έχω αναγνώσει με προσοχή τους συναφείς δικονομικούς θεσμούς και τη σχετική με το υπό εξέταση αντικείμενο νομολογία.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε το έτος 2019. Ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρίστηκε, η παρούσα αγωγή διέπεται από τους παλαιούς Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν σε υποθέσεις που είχαν εγερθεί μέχρι 31.08.23.
Όπως γίνεται κατανοητό το αντικείμενο εξέτασης αφορά δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου και συγκεκριμένα της έκθεσης απαίτησης.
Η τροποποίηση ενός δικογράφου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η εξουσία του Δικαστηρίου να προβαίνει σε τροποποίηση δικογράφου πηγάζει κατ’ εξοχήν από την Δ.25. Η εν λόγω διαταγή έτυχε εκ βάθρου αναθεώρησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, οι διατάξεις της οποίας έτυχαν καθολικής εφαρμογής σε όλες τις αγωγές ανεξαρτήτως κλίμακας από 01.01.16.
Ο Κ.1 πραγματεύεται δικονομικά τη δυνατότητα τροποποίησης ενός κλητηρίου εντάλματος ή ενός δικογράφου γενικά, αναλόγως του σταδίου που βρίσκεται η υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση τροποποίησης υπεβλήθηκε μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Ένεκα του σταδίου που βρίσκεται η παρούσα υπόθεση, σχετικός είναι ο Κ.1(3) της Δ.25, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής:
«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων καθιστά αντιληπτό ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου εκτός:
(α) όταν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου ή
(β) όταν προκύψουν νέα δεδομένα που δεν υπήρχαν στο στάδιο λήψης οδηγιών για έγερση αγωγής ή της καταχώρησης δικογραφίας.
Σε αντίθεση με την παλαιά Δ.25 που έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η τροποποιημένη Δ.25 περιορίζει το πεδίο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον οριοθετείται στο πλαίσιο των δύο περιπτώσεων που συγκεκριμένα αναφέρει. Στόχος της ριζικής τροποποίησης της Δ.25 είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η αναχαίτιση της ανεξέλεγκτης τροποποίησης δικογράφων ιδιαίτερα σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, η οποία, χωρίς αμφιβολία, προκαλεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Με τον τρόπο αυτό δίδεται η ευκαιρία να καλλιεργηθεί στη συνείδηση των δικηγόρων η ανάγκη για μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στη σύνταξη δικογράφων.
Ενόψει της ριζικής αλλαγής των προνοιών της Δ.25, θα έλεγα ότι η νομολογία της παλαιάς Δ.25 δεν προσφέρεται για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, η οποία διέπεται δικονομικά από την τροποποιημένη Δ.25. Συνεπώς η εξέταση της υπό κρίση αίτησης, στο βαθμό που αφορά την τροποποιημένη Δ.25, πραγματοποιείται στη βάση των περιορισμένων παραμέτρων της εν λόγω διαταγής (Μονοκό (Κοστολογήσεις Επιμετρήσεις Οικοδομών) Λτδ v. C & S Amart Move Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε99/2022 ημερ. 03.10.25, η οποία αφορούσε σε αίτηση τροποποίησης που καταχωρίστηκε μετά την κλήση για οδηγίες οπότε εξετάστηκε δυνάμει του Κ.1(3) της τροποποιημένης Δ.25).
Εάν και εφόσον κριθεί ότι πληρείται μια εκ των πιο πάνω δύο προϋποθέσεων του Κ.1(3), τότε μόνον μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων όπως καθιερώθηκαν από την νομολογία, μεταξύ άλλων στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α. (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 33. Σχετική είναι η πρόσφατη υπόθεση Θεοδοσιάδου v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε26/2025 ημερ. 06.04.26 που επίσης αφορά σε αίτηση τροποποίησης που καταχωρίστηκε μετά την κλήση για οδηγίες οπότε εξετάστηκε δυνάμει του Κ.1(3) της τροποποιημένης Δ.25.
Στην Milla Global Inc. v. Flystar Holdings Limited κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε3/2025 I-Justice ημερ. 29.04.25 συνοψίστηκαν οι νομολογιακές αρχές που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω), οι οποίες έχουν ως ακολούθως:
«1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα, αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.
Ειδικότερα για τον παράγοντα χρόνο, η νομολογία καταδεικνύει ότι είναι σχετικός, χωρίς όμως να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας και ότι, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης (βλ. Astor Co κ.α. v. A. & G. Leventis Ltd κ.α. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (2002) 1 Α.Α.Δ. 223).
Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται, έχει και το βάρος απόδειξης της (βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. ν. A & G Leventis κ.ά. (1993) 1 ΑΑΔ 726).»
Η πρώτη περίπτωση υπό το αυστηρό πλαίσιο του δικονομικού καθεστώτος της τροποποιημένης Δ.25 είναι, με βάση τις πρόνοιες του Κ.1(3), να υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Στην Μονοκό Κοστολογήσεις Επιμετρήσεις Οικοδομών) Λτδ v. C & S Amart Move Developers Ltd (πιο πάνω) και μετέπειτα στην Θεοδοσιάδου v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή.»
Στην παρούσα υπόθεση είναι προφανές ότι η προσπάθεια εισαγωγής σωρεία γεγονότων και προσθήκης επιπλέον θεραπειών στην έκθεση απαίτησης που κατ’ επίκληση των Εναγουσών συνέβησαν μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν συνιστούν απλά τυπογραφικά λάθη αλλά ούτε μικρές ασάφειες. Ούτε βέβαια θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η μη αναφορά τους είναι προϊόν τυπικών παραλείψεων. Σε τελευταία ανάλυση η μη αναφορά τους δεν είναι αποτέλεσμα τυπικά λανθασμένης σύνταξης της έκθεσης απαίτησης. Ενόψει της δήλωσης του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι τα γεγονότα που επιθυμείται να δικογραφηθούν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις έχουν επισυμβεί μετά την καταχώρηση της αγωγής (§22 ΕΔ Ευγένιου), σαφώς η μη αναφορά τους δεν πρόκειται για καλόπιστο λάθος.
Επομένως όλες οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της πρώτης περίπτωσης.
Η δεύτερη περίπτωση που περιέχεται στις πρόνοιες του Κ.1(3) της Δ.25 είναι όταν προκύψουν νέα δεδομένα που δεν υπήρχαν στο στάδιο λήψης οδηγιών για έγερση αγωγής ή της καταχώρησης δικογραφίας. Δηλαδή όταν δημιουργούνται νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά το χρόνο που ο δικηγόρος έλαβε οδηγίες να καταχωρήσει την αγωγή ή το δικόγραφο για το οποίο ζητείται η τροποποίηση του. Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης ότι η αναφορά σε «νέα δεδομένα μη υπαρκτά» έχει την έννοια γεγονότων που δεν υπήρχαν κατά την καταχώρηση δικογραφίας και προέκυψαν στη συνέχεια και όχι σε υπαρκτά δεδομένα που απλώς δεν ήταν εις γνώση ή ήταν άγνωστα στον αιτητή, με βρίσκει σύμφωνο (§33 σελίδα 10 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Εναγομένης). Συνεπώς η παράθεση αυτών των γεγονότων με έμφαση ως προς το πότε αυτά χρονικά συνέβησαν είναι ουσιώδεις για σκοπούς τεκμηρίωσης της υπό εξέταση περίπτωσης.
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση η διατυπωθείσα θέση των Εναγουσών ότι διαπίστωσαν πως η ζημιά που η Ενάγουσα 1 υπέστηκε είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που έχει δικογραφηθεί και γι’ αυτό προσέφυγαν σε εμπειρογνώμονα που ετοίμασε σχετική έκθεση, δεν παραπέμπει σε νέο γεγονός που προέκυψε στην πορεία αλλά σε υπαρκτό γεγονός το οποίο δεν είχε υποπέσει στην αντίληψη τους κατά το στάδιο που καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Η διαπίστωση δεν συνιστά γεγονός αλλά χρονικό προσδιορισμό μιας υπαρκτής κατάστασης πραγμάτων.
Ομοίως η προσπάθεια των Εναγουσών να τροποποιήσουν το ύψος των ειδικών αποζημιώσεων που αξιώνουν να τους επιδικαστεί συνεπεία ζημιάς που ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα 1 υπέστηκε υπό τη μορφή προσθήκης μεγαλύτερου ποσού ώστε να καλύπτει τα ποσά των δικαστικών αποφάσεων στις αγωγές αρ. 273/2016 και 1440/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού που η Εναγόμενη εξασφαλίσει εναντίον τους, δεν εμπίπτει στην έννοια και σημασία των γεγονότων που δεν υπήρχαν κατά την καταχώρηση της δικογραφίας στην υπόθεση αυτή. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι οι εν λόγω αγωγές καταχωρίστηκαν πριν την παρούσα αγωγή, πράγμα που σημαίνει ότι το περιεχόμενο των δικογραφημένων γεγονότων στις αγωγές εκείνες ήταν γνωστό ή μπορούσε να ήταν γνωστό στις Ενάγουσες κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης.
Επίσης νέα γεγονότα δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτά που οι Ενάγουσες επιθυμούν να εισαγάγουν και σχετίζονται με τις αγωγές αρ. 273/2016 και 1440/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού. Ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει αμέσως προηγουμένως.
Κατά συνέπεια, οι προαναφερόμενες αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης περίπτωσης.
Εφόσον για τις πιο πάνω αιτούμενες τροποποιήσεις δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις δύο προϋποθέσεις του Κ.1(3), δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων όπως καθιερώθηκαν από την νομολογία, μεταξύ άλλων στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω).
Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις, οι οποίες να σημειωθεί ότι έχουν εξεταστεί και κριθεί προηγουμένως ότι δεν ικανοποιούν την πρώτη προϋπόθεση (το «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου»), τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα που οι Ενάγουσες επιθυμούν να προσθέσουν παραπέμπουν σε χρονικό σημείο που φαίνεται να συνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Αυτό φαίνεται από το ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε το έτος 2019 και η αναφορά σε γεγονότα που επιδιώκεται να δικογραφηθούν αφορούν την περίοδο 2021-2022. Συνεπώς μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι πρόκειται για κατ’ ισχυρισμό γεγονότα που δεν υπήρχαν κατά το χρόνο που η παρούσα αγωγή εγέρθηκε ή όταν ο δικηγόρος των Εναγουσών λάμβανε οδηγίες για να καταχωρήσει την αγωγή αυτή αλλά συνέβησαν / προέκυψαν μεταγενέστερα.
Το επόμενο ερώτημα που χρήζει τώρα απάντησης είναι αν αυτές οι επικαλούμενες αναφορές έχουν συνάφεια και σχετίζονται με τα υφιστάμενα δικογραφημένα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης. Υπό αυτήν την έννοια θα σημαίνει δυνατότητα παρουσίασης των θέσεων και αναφορών των Εναγουσών στη ολοκληρωμένη τους διάσταση. Με τον τρόπο αυτό θα δοθεί η ευκαιρία στις Ενάγουσες να δικογραφήσει την εκδοχή της στη συνολική της μορφή. Σε τέτοια περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις καθίστανται απαραίτητες για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ως είναι μέρος τους σκεπτικού της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω).
Σύγκριση των γεγονότων που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης με τα επικαλούμενα γεγονότα που οι Ενάγουσες επιθυμούν να προσθέσουν μέσω της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης τους, καθιστά αντιληπτό ότι οι αναφορές που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης περιγράφουν κατ’ εξοχήν σκηνικό γεγονότων που πηγάζει από την επικαλούμενη συμφωνία φάκτοριγκ ενώ οι αναφορές που αποτελούν το υπόλοιπο μέρος των αιτούμενων τροποποιήσεων ασχολούνται με σκηνικό γεγονότων που απορρέει από τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων της Ενάγουσας 2 μέσω πλειστηριασμού.
Οι βάσεις αγωγής που αναδεικνύονται μέσα από την έκθεση απαίτησης και δικογραφούνται είναι παράβαση σύμβασης φάκτοριγκ, επίδειξη δόλιας συμπεριφοράς/απάτης και παράβαση καθήκοντος επιμέλειας (αμέλεια) χωρίς να αποκλείεται η επίκληση συμβατικής αμέλειας (contractual negligence). Οι δε θεραπείες που αξιώνονται εδράζονται στις εν λόγω βάσεις αγωγής.
Μέσα από τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι Ενάγουσες επικαλούνται ζημιές που η Ενάγουσα 1 υπέστη μέσα από πράξεις και παραλείψεις της Εναγομένης στα πλαίσια της διαδικασίας πλειστηριασμού ενυπόθηκων ακινήτων της Ενάγουσας 2 την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού και ειδικότερα την περίοδο 2021-2022. Ωστόσο δεν καθορίζεται ποια είναι η βάση της αξίωσης αυτών των επικαλούμενων ζημιών. Ούτε αναφέρονται λεπτομέρειες που υποστηρίζουν την όποιαν τυχόν βάση αγωγής των Εναγουσών. Το τι πράττουν είναι απλά καταγραφή αναφορών μέσα από τις οποίες η Ενάγουσα 1 ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιές και απώλειες, ως αποτέλεσμα των οποίων αξιώνονται θεραπείες. Αυτά τα γεγονότα δεν μπορεί να εδράζονται στις ίδιες βάσεις αγωγής που η παρούσα υπόθεση προωθείται υπό την υφιστάμενη μορφή της και ούτε μπορεί να συνδέονται ή να συσχετίζονται μ’ αυτές επειδή στηρίζονται σε εντελώς ξεχωριστά γεγονότα που παραπέμπουν σε διαφορετική περίοδο, τα οποία ούτε χρονικά αλλά ούτε θεματικά έχουν μεταξύ τους οποιαδήποτε σχέση, σύνδεση ή αλληλουχία.
Τα γεγονότα αυτά αφορούν, όπως ήδη λέχθηκε, τη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων της Ενάγουσας 2 σε συγκεκριμένη περίοδο, τα οποία όμως ουδεμία σχέση έχουν με τα δικογραφημένα γεγονότα της συμφωνίας φάκτοριγκ που είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής ή των συμφωνιών δανείου που προηγήθηκαν. Κατ’ επέκταση οι θεραπείες που αξιώνονται στα πλαίσια συνομολόγησης της σύμβασης φάκτοριγκ δεν συνδέονται με τις διάφορες θεραπείες που επιθυμείται η προσθήκη τους και αφορούν την εφαρμογή προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Συνεπώς δεν πρόκειται για περίπτωση όπου οι αιτούμενες θεραπείες επαναδιατυπώνονται κατά τρόπο πιο σαφή και προσδιορισμένο, όπως εσφαλμένα αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών στη γραπτή του αγόρευση (σελίδα 11, προτελευταία παράγραφος).
Τα προβαλλόμενα γεγονότα που επιδιώκονται να προστεθούν στην έκθεση απαίτησης δεν μπορούν παρά να παραπέμπουν σε καθ’ όλα ξεχωριστές βάσεις αγωγής και σε σχέση μ’ αυτές οι διάφορες θεραπείες που επιδιώκεται η προσθήκη τους είναι εντελώς διαφορετικές με το υφιστάμενο νομικό και πραγματικό καθεστώς του δικογραφημένου περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, πράγμα το οποίο θα αλλάξει ριζικά τη φύση των αξιώσεων και γενικότερα το χαρακτήρα της παρούσας αγωγής. Επί του σημείου αυτού αναφέρω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Θεοδοσιάδου v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πιο πάνω):
«Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, η τροποποίηση δικογράφου δεν είναι επιτρεπτή αν με αυτήν επιδιώκεται η ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης. Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) ν. T.M.P Agents (1994) 1 ΑΑΔ 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Παραπέμπω στο πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Annual Practice (1959) στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην ανωτέρω απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ 704:
« The court will not refused to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action. »
Σχετική είναι και η απόφαση Φοινιώτης (ανωτέρω), στην οποία δεν έγινε αποδεκτή η τροποποίηση επειδή αυτή ήταν ουσιαστικής φύσης και αν επιτρεπόταν θα είχε ως αποτέλεσμα τον πλήρη επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων.»
Η δε ετοιμασία έκθεσης από λογιστή στον οποίον αποτάθηκαν οι Ενάγουσες προκειμένου να καταλήξουν στις διάφορες θεραπείες που επιδιώκεται η προσθήκη τους (§22.2 ΕΔ Ευγένιου), θα οδηγήσει την πλευρά της Εναγομένης να αποταθεί σε δικό της εμπειρογνώμονα εις αντίκρουση της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα των Εναγουσών με σκοπό την ετοιμασία σχετικής έκθεσης. Αντίθετη προσέγγιση από μέρους του Δικαστηρίου ενδεχομένως να παραβιάσει την αρχή της ισότητας των όπλων. Αυτό με τη σειρά του θα εκτροχιάσει τη διαδικασία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης προκαλώντας μεγάλη καθυστέρηση με αναπόφευκτες επιπτώσεις στο συμφέρον της αγωγής αυτής αλλά και καταλυτικές συνέπειες στα δικαιώματα της Εναγομένης υπό την έννοια της μη άμεσης έναρξης και απρόσκοπτης ολοκλήρωσης της ακρόασης της υπόθεσης και συνάμα εκθεμελίωσης της υπόθεσης της από το άρμα της δίκης, χωρίς δυνατότητα προσδιορισμού νέας ημερομηνίας ακρόασης, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος (Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). Να σημειωθεί ότι όταν στις 07.11.23 δόθηκε άδεια για καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η υπόθεση ήταν ήδη ορισμένη για ακρόαση. Έκτοτε η υπόθεση ουσιαστικά παρέμεινε αδρανής σε ότι αφορά την εκδίκαση της ουσίας της, χωρίς μέχρι σήμερα να μπορεί να οριστεί νέα ημερομηνία ακρόασης.
Παράλληλα η υπόθεση θα περιπλεχτεί αχρείαστα, θα προκληθεί δυσκολία και σύγχυση στην εκδίκαση της και θα προκληθούν αχρείαστα έξοδα αφού θα τεθούν για εξέταση διάφοροι ισχυρισμοί άσχετοι με την επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να μην παραγνωρίσει αυτά τα δεδομένα.
Ένα άλλο ζήτημα που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο είναι το ότι στις 24.06.22 η παρούσα αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 24.01.23. Επομένως λογικά μέσα από την προετοιμασία για ακρόαση και συζήτηση της υπόθεσης με το δικηγόρο τους, θα έπρεπε την περίοδο εκείνη να είχε περιέλθει εις γνώση των Εναγουσών η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Το αίτημα όμως για χορήγηση άδειας για καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης υπεβλήθηκε στις 07.11.23, δηλαδή μετά από 9,5 μήνες περίπου. Μάλιστα, όπως ήδη λέχθηκε, υπεβλήθηκε την ίδια ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη ξανά για ακρόαση. Τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί παρά να καταδείξουν ότι απώτερος στόχος ήταν η ματαίωση της ακρόασης και ο εκτροχιασμός της από την εκδίκαση, πράγμα που τελικά επιτεύχθηκε. Επομένως υπήρξε αργοπορία στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, για την οποίαν ουδεμία εξήγηση δόθηκε και χωρίς να είναι αποσυνδεδεμένη από την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14).
Στη βάση των πιο πάνω, οι λόγοι ένσταση αρ. 3-5, 7, 8, 11, 15, 16 και 19 επιτυγχάνουν. Ενόψει της επιτυχίας των λόγων ένστασης που αφορούν κυρίως την ουσία της υπό κρίση αίτησης, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης.
Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται.
Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης/Καθ’ ης η αίτησης και εναντίον των Εναγουσών 1 & 2/Αιτητριών 1 & 2. Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 15 ημερών από την έγκριση τους.
(Υπ.) .................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο