ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 369/2018
Μεταξύ:
USB BANK PLC
Εναγόντων
και
1. Ευάγγελου Μαυρονικόλα
2. METAPLASIS DEVELOPERS LIMITED
3. METAPLASIS ARCHITECTS LIMITED
Εναγομένων
Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.12.19:
ASTROBANK LIMITED
Εναγόντων
και
1. Ευάγγελου Μαυρονικόλα
2. METAPLASIS DEVELOPERS LIMITED
3. METAPLASIS ARCHITECTS LIMITED
Εναγομένων
Και σύμφωνα με την ειδοποίηση αλλαγής ονόματος ημερομηνίας 9.3.20:
ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED
Εναγόντων
και
1. Ευάγγελου Μαυρονικόλα
2. METAPLASIS DEVELOPERS LIMITED
3. METAPLASIS ARCHITECTS LIMITED
Εναγομένων
Ημερομηνία: 11 Ιουνίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες: κος Επ. Κορακίδης με κο Ελ. Κορακίδη για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ
Για τους Εναγόμενους: κος Ν. Μάντης για Mantis & Athinodorou LLC
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, μετά τον περιορισμό των αξιώσεων τους, αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των €323.062,65 πλέον τόκους προς 10,42% ετησίως επί του ως άνω ποσού από 1.1.25 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου, πλέον έξοδα, δυνάμει συμφωνίας δανείου. Με την αγωγή αξιωνόταν αρχικά και οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού καθώς και διατάγματα εκποίησης υποθηκών. Οι αξιώσεις αυτές δεν προωθήθηκαν.
Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό πως, σύμφωνα με τα όσα δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης κατά την ακρόαση, η αγωγή καταχωρήθηκε αρχικά από την USB Bank Plc η οποία μετονομάστηκε από Universal Savings Bank Ltd σε Universal Bank Ltd κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2001. Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2004 η USB Bank Plc μετονομάστηκε από Universal Bank Limited σε Universal Bank Public Ltd. Κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2009 η USB Bank Plc μετονομάστηκε από Universal Bank Public Limited σε USB Bank Plc. Ακολούθως οι τραπεζικές εργασίες των εναγόντων, καθώς και οι εξασφαλίσεις, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν τις αξιώσεις της παρούσας αγωγής, εξαγοράστηκαν από την Astrobank Ltd κατά την 25.1.19, η οποία μετονομάστηκε σε ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED, στο εξής οι ενάγοντες. Η εταιρεία DOVALUE CYPRUS LIMITED, δυνάμει συμφωνίας ανέλαβε την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, περιλαμβανομένων της επίδικης. Η ως άνω εταιρεία κατέχει άδεια διαχειριστή πιστώσεων δυνάμει του περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2024. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και σε σχέση με τα όσα προωθούν οι ενάγοντες και αφορούν το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου, η USB Bank Plc, στο εξής η τράπεζα, μετά από προσφορά προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 14.10.09, η οποία έγινε αποδεκτή κατά την 19.10.09, η τράπεζα συμφώνησε να παραχωρήσει στον εναγόμενο 1 δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €88.000, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 19.10.09. Το δάνειο θα εξοφλείτο με μία δόση στις 30.10.10 και από την ημερομηνίας εκταμίευσης του δανείου μέχρι την πλήρη εξόφληση του ο τόκος θα ήταν πληρωτέος με μηνιαίες δόσεις. Το δάνειο εξασφαλιζόταν με τις υποθήκες που είχε παραχωρήσει η εναγόμενη 2 οι οποίες καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω, προς εξασφάλιση του δανείου οι εναγόμενες 2 και 3 υπέγραψαν στις 19.10.09 έγγραφο εγγύησης για το ποσό των €108.000 πλέον τόκους και έξοδα. Η τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 9.11.15, 11.2.16, 26.1.17 και 2.6.17, ενημέρωσε τους εναγόμενους ότι ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις, ζητώντας την εξόφληση του, το οποίο βρισκόταν σε πλήρη καθυστέρηση. Λόγω της παράλειψης των εναγομένων να συμμορφωθούν με τις ως άνω επιστολές, η τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 26.9.17, ενημέρωσε τους εναγόμενους ότι τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού δανείου και ότι ολόκληρο το ποσό θα επιβαρύνεται επιπλέον με τόκο υπερημερίας προς 2%, ως ενημερώθηκαν και με τις προηγούμενες επιστολές.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή είναι πρόωρη. Περαιτέρω, αρνούνται ότι υπογράφηκε συμφωνία δανείου και ότι παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 δάνειο τακτής προθεσμίας. Άνευ βλάβης του ως άνω ισχυρισμού και σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπογράφηκε συμφωνία δανείου ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι αυτή είναι παράνομη, γιατί είναι προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού και πίεσης, περιέχει καταχρηστικούς όρους και η σύμβαση είναι ετεροβαρής. Οι εναγόμενες 2 και 3 αρνούνται ότι υπέγραψαν την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 19.10.09 και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τους δόθηκαν διαβεβαιώσεις από την τράπεζα ότι πρόκειται περί τυπικών εγγράφων χωρίς καμία πρακτική σημασία. Άνευ βλάβης των ως άνω ισχυρισμών, ισχυρίζονται ότι ακόμα και αν αποδειχθεί η υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης, ουδέποτε ενημερώθηκαν για τους όρους και δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Νόμου Περί Προστασίας Εγγυητών. Αρνούνται ότι έλαβαν επιστολές από την τράπεζα αλλά και το αξιούμενο υπόλοιπο. Με την ανταπαίτηση τους, οι εναγόμενοι ζητούν αναγνώριση ότι οποιεσδήποτε συμφωνίες υπογράφηκαν από τους εναγόμενους είναι άκυρες, δήλωση ότι η τράπεζα και οι ενάγοντες προχώρησαν μονομερώς σε μεταβολή ουσιωδών όρων των επίδικων συμφωνιών και αναγνώριση ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό.
Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, οι ενάγοντες αρνούνται τα όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης.
Κατά την ακρόαση, η απαίτηση συνεκδικάστηκε με την ανταπαίτηση και παρουσιάστηκε μία μάρτυρας από πλευράς εναγόντων, ενώ από πλευράς υπεράσπισης δεν παρουσιάστηκε μάρτυρας. Είναι σημαντικό να σημειώσω ότι όπως προκύπτει από τις τελικές αγορεύσεις οι οποίες κατατέθηκαν από αμφότερες πλευρές, οι εισηγήσεις της υπεράσπισης περιορίζονται στην θέση ότι δεν αποδείχθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο, χωρίς να προωθείται άλλη θέση που να σχετίζεται με άλλον ισχυρισμό της υπεράσπισης, ούτε όπως διαφαίνεται προωθείται η ανταπαίτηση.
Από πλευράς εναγόντων παρουσιάστηκε η μάρτυρας κα Α. Νιούλικου, η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία της διαχειρίστριας εταιρείας και είναι μία εκ των λειτουργών που χειρίζονται δικαστικές υποθέσεις των εναγόντων. Η μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σύμφωνα με την μάρτυρα, ο εναγόμενος 1 ήταν και είναι ο διευθυντής των εναγομένων 2 και 3, σύμφωνα με το τεκμήριο 7 το οποίο κατέθεσε και δεν αμφισβητήθηκε. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει η μάρτυρας, κατόπιν επιστολής προσφοράς ημερομηνίας 14.10.2009 της τράπεζας προς τον εναγόμενο 1, η οποία έγινε αποδεκτή από τον τελευταίο, τεκμήριο 8, χορηγήθηκε στον εναγόμενο 1 δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €88.000, με αριθμό λογαριασμού [ ]. Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 9 την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 19.10.09, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της τράπεζας και του εναγόμενου 1, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε το ως άνω δάνειο.
Στη συνέχεια της δήλωσης της η μάρτυρας αναφέρεται στις υποθήκες οι οποίες παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση του δανείου καταθέτοντας ως τεκμήρια 10 – 14 τις συμβάσεις και δηλώσεις των υποθηκών, στις οποίες δεν κρίνεται αναγκαίο να επεκταθώ εφόσον δεν αποτελούν μέρος των επίδικων ζητημάτων που αμφισβητούνται. Οι εν λόγω υποθήκες έχουν εκποιηθεί.
Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 15 και 16 τα έγγραφα εγγύησης ημερομηνίας 19.10.09 δυνάμει των οποίων έκαστη εκ των εναγομένων 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς την τράπεζα μέχρι του ποσού των €108.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Ακολούθως η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 17 τις επιστολές ημερομηνίας 9.11.15 οι οποίες στάληκαν στους εναγόμενους ενημερώνοντας τους για την ύπαρξη καθυστερήσεων, όπως και έγινε με τις επιστολές ημερομηνίας 11.2.2016, τεκμήριο 18, ημερομηνίας 26.1.17, τεκμήριο 19 και ημερομηνίας 2.6.17 τεκμήριο 20. Ακολούθησε η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 26.9.17, τεκμήριο 21, η οποία στάληκε προς όλους τους εναγόμενους, λόγω παράλειψης του εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις αλλά και με τις προηγούμενες επιστολές της τράπεζας.
Ως υποστήριξε η μάρτυρας, ο λογαριασμός του δανείου με αριθμό λογαριασμού [ ] και νέο αριθμό [ ], τηρείτο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας. Με την μεταβίβαση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης στους ενάγοντες, τα βιβλία της τράπεζας που τηρούνταν είτε σε φυσική ή σε ηλεκτρονική μορφή και αφορούσαν την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες και αποτελούν πλέον το τραπεζικό τους βιβλίο και μέρος του αρχείου της επιχείρησης τους. Κατέθεσε ως τεκμήριο 22 τις καταστάσεις λογαριασμού δανείου και ως τεκμήριο 23 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9 με συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού, με το οποίο βεβαιώνει ότι οι καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες επισυνάπτονται σε αυτό αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης των εναγόντων και οι οποίες έχουν εκτυπωθεί από την ίδια από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων στον οποίο τηρούνται οι λογαριασμοί του εναγομένου 1 και που είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και χρησιμοποιούνται κατά την συνήθη εργασία τους, οι καταχωρήσεις γίνονται κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και βρίσκονται υπό την φύλαξη και έλεγχο της οποίας βρίσκεται ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Υποστήριξε επίσης ότι σύγκρινε τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τις καταστάσεις λογαριασμού και διαπίστωσε ότι είναι ορθές αφού τα στοιχεία στις καταστάσεις λογαριασμού είναι τα ίδια με τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων.
Σύμφωνα με τις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε η μάρτυρας, υποστηρίζει ότι κατά την 31.12.2017 το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των €229.890,01 και επιβαρυνόταν με επιτόκιο 10,42% ετησίως (βασικό 4,92 πλέον περιθώριο 3,50 πλέον τόκος υπερημερίας 2,00) από την 1.1.2018, ενώ κατά την 31.12.2024 το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των €453.464,74 και επιβαρύνεται με επιτόκιο 10,42% ετησίως από την 1.1.2025.
Ακολούθως περιγράφει τις αυξομειώσεις στο βασικό επιτόκιο καταθέτοντας ως τεκμήριο 24 τις εκάστοτε ανακοινώσεις.
Η μάρτυρας προχώρησε στην ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού επί τη βάσει των καταστάσεων λογαριασμού από την οποία αφαιρέθηκαν οποιεσδήποτε χρεώσεις πλην της επιβολής τόκου, προσθέτοντας ότι από την ημερομηνία τερματισμού επιβάλλεται πρόσθετα τόκος υπερημερίας προς 2,00% ετησίως. Σύμφωνα με την πιο πάνω αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 25 το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού κατά την 31/12/2024 ήταν €323.062,65, πλέον τόκοι προς 10,42% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 1.1.2025 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου.
Εις ότι αφορά την επιβολή του τόκου υπερημερίας, η μάρτυρας υποστήριξε ότι αυτός ήταν εντός των συμφωνηθέντων και αποτελεί επίσης γνήσιο υπολογισμό της πραγματικής ζημιάς της τράπεζας και των εναγόντων από την εξεύρεση επιπλέον ρευστότητας λόγω της καθυστέρησης αποπληρωμής των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 και της συνεπακόλουθης ανάγκης για εξεύρεση πρόσθετης άμεσης ρευστότητας για να καλύψουν τα ποσά που οφείλουν στους δικούς τους δανειστές αλλά και για να αποπληρώσουν τα καταθετικά επιτόκια των καταθετών τους. Υποστηρίζει επίσης ότι ο υπολογισμός του κόστους εξεύρεσης επιπλέον ρευστότητας εκτελείται από το Τμήμα Θησαυροφυλακίου (Treasury) της Τράπεζας και ότι ο εν λόγω υπολογισμός του κόστους εξεύρεσης επιπλέον ρευστότητας που προκύπτει, εξαρτάται από το επίπεδο των επιτοκίων των εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης κατά την περίοδο που το δάνειο κατηγοριοποιείται σαν μη εξυπηρετούμενο και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξάνουν τον πιστωτικό κίνδυνο της ίδιας της τράπεζας, γεγονός που συνεπάγεται αυξημένο κόστος χρηματοδότησης και επιπλέον ως ορίζουν οι διεθνείς συνθήκες για το τραπεζικό σύστημα προβλέπει αύξηση κεφαλαιακών απαιτήσεων και απαιτήσεων ρευστότητας των τραπεζών για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Περαιτέρω, ο τόκος υπερημερίας αποτελεί τον γνήσιο υπολογισμό της πραγματικής ζημιάς των εναγόντων που προέκυψε από την ανάγκη συγκρότησης εξειδικευμένης υπηρεσίας που να είναι σε θέση να χειρίζεται με τον ενδεδειγμένο και αποτελεσματικό τρόπο τους τερματισμένους λογαριασμούς. Η συγκρότηση της εν λόγω υπηρεσίας δημιουργεί αυξημένο κόστος για τους λόγους που απαριθμεί στην δήλωση της.
Ο εναγόμενος 1 πλήρωσε έναντι του δανείου το συνολικό ποσό των €7.357,96 ενώ η τελευταία πληρωμή που έκανε είναι ημερομηνίας 30.9.2010. Ο επίδικος λογαριασμός επίσης πιστώθηκε με το ποσό των €15.503,65 κατά την 21.2.2023, το οποίο ήταν το προϊόν από την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 26, το οποίο επίσης να σημειώσω δεν έτυχε αμφισβήτησης.
Ενόψει των ως άνω, οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €323.062,65, πλέον τόκους προς 10,42% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 1.1.2025 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου, πλέον έξοδα.
Τα πιο πάνω αποτελούν την εκδοχή των εναγόντων η οποία προωθήθηκε δια της ως άνω μαρτυρίας της ΜΕ. Η μαρτυρία της μάρτυρος αξιολογήθηκε αντιπαραβάλλοντας την προφορική της μαρτυρία με το περιεχόμενο των τεκμηρίων αλλά και εξετάζοντας τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση της σε συνάρτηση με τις θέσεις τις οποίες της υποβλήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης. Έλαβα επίσης υπόψη μου τις αρχές τις οποίες έθεσε η Νομολογία σχετικά με την αξιολόγηση μαρτυρίας και παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ. 1447, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.
Εξέτασα με κάθε προσοχή την μαρτυρία της ΜΕ και διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι αυτή ήταν σαφής και η μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία φαίνεται να επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερε στην γραπτή της δήλωση και τα οποία επανέλαβε με σταθερότητα κατά την αντεξέταση της. Κρίνω ότι η ΜΕ παρουσιάστηκε για να μεταφέρει στο Δικαστήριο τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην γνώση της και για να καταθέσει τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της ένεκα της θέσης και ιδιότητας την οποία κατείχε ως τραπεζικός υπάλληλος και αργότερα στην διαχειρίστρια εταιρεία DoValue.
Κατά την αντεξέταση της μάρτυρος έγινε προσπάθεια να κλονιστεί η αξιοπιστία της, υποβάλλοντας της ότι στον ενάμιση μήνα που ασχολείται με την υπόθεση δεν είχε την ευκαιρία να αντιληφθεί τι είχε γίνει. Η μάρτυρας όμως, εξήγησε με πειστικότητα ότι στον χρόνο αυτό κατά τον οποίο μελέτησε την υπόθεση, έλαβε γνώση των γεγονότων από τα έγγραφα τα οποία της δοθήκαν ως αυτά κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης συνομίλησε με συναδέλφους της οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Alpha Bank. Οι θέσεις επίσης οι οποίες τεθήκαν στην μάρτυρα, σχετικά με το ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο οι επίδικες συμφωνίες υπογραφήκαν, εφόσον δεν ήταν παρούσα, δεν κατάφεραν να κλονίσουν την αξιοπιστία της, για τον λόγο ότι η μάρτυρας παρέπεμψε στα έγγραφα τα οποία ήταν υπογεγραμμένα, ενώ περαιτέρω οι θέσεις αυτές οι οποίες τεθήκαν στην μάρτυρα σε σχέση με την υπογραφή των συμφωνιών παρέμειναν μετέωρες και αόριστες καθώς επίσης κρίνονται αντιφατικές μεταξύ τους, εφόσον υποβλήθηκε στην μάρτυρα η διαζευκτική θέση ότι ακόμα και αν αυτές υπογραφήκαν είναι άκυρες. Κατά το στάδιο της ακρόασης, η πλευρά της υπεράσπισης όφειλε να προωθήσει μία σταθερή εκδοχή, είτε ότι οι συμφωνίες δεν υπογραφήκαν είτε ότι αυτές είναι άκυρες και για ποιο λόγο. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΕ αναφορικά με την υπογραφή των συμφωνιών από τους εναγόμενους κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Πέραν των πιο πάνω, το μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ που σχετίζεται με την υπογραφή και κατάρτιση των συμφωνιών, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι όπως φαίνεται στο τεκμήριο 23 κατάσταση λογαριασμού, ο εναγόμενος 1 έναντι του δανείου προέβηκε σε πληρωμή του συνολικού ποσού των €7.357,96, έναντι των τόκων ως προέβλεπε η συμφωνία δανείου. Δεν κρίνεται λογικό ούτε είναι αναμενόμενο, ο εναγόμενος 1 και γενικότερα οι εναγόμενοι, από την μία να επικαλούνται την ακυρότητα των συμφωνιών και από την άλλη να διαπιστώνεται ότι έγιναν πληρωμές έναντι του επίδικου χρέους. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η θέση η οποία υποβλήθηκε στην μάρτυρα, ότι το δάνειο δεν εκταμιεύτηκε, θέση η οποία και πάλι δεν κλόνισε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της ΜΕ, εφόσον η εκταμίευση του δανείου τεκμηριώνεται από την κατάσταση λογαριασμού αλλά και από τις πληρωμές που έγιναν έναντι αυτού.
Κατά την αντεξέταση της αμφισβητήθηκε επίσης ότι εκτύπωσε από το αρχείο των εναγόντων τις καταστάσεις λογαριασμού, υποβάλλοντας της επίσης ότι τα στοιχεία τα οποία κατέθεσε είναι λανθασμένα. Η ΜΕ κατέθεσε ως τεκμήριο 23 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9, εξηγώντας ότι οι καταστάσεις λογαριασμού εκτυπώθηκαν από την ίδια, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενώ το αρχείο και το σύστημα της τράπεζας μεταφέρθηκε στην διαχειρίστρια εταιρεία αυτούσιο. Ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού θα πρέπει να λεχθεί ότι από πλευράς υπεράσπισης δεν υποδείχθηκε οποιαδήποτε λανθασμένη καταχώρηση ενώ γενικά και αόριστα της υποβλήθηκε ότι αυτές είναι λανθασμένες. Πέραν τούτου, ερωτήθηκε η μάρτυρας ότι μπορεί να έγιναν πολλές πληρωμές τις οποίες δεν έλαβε υπόψη, χωρίς όμως να υποδειχθεί από την υπεράσπιση κάποια πληρωμή που να μην υπολογίστηκε στην κατάσταση λογαριασμού η οποία κατατέθηκε. Δηλαδή, η μόνη θέση που τέθηκε σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, αφορούσε μόνο τυχόν πληρωμές, χωρίς να υποδειχθεί κάποια λανθασμένη χρέωση ή άλλη καταχώρηση.
Αναφορικά με το τεκμήριο 23 και την εικόνα της κατάστασης λογαριασμού, κρίνω ότι οι θέσεις της ΜΕ αναφορικά με τον τρόπο μεταφοράς του αρχείου στην διαχειρίστρια εταιρεία μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο, κρίνονται επεξηγηματικές και επαρκείς.
Αναφορικά με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 25, η ΜΕ εξήγησε ότι αυτές ετοιμάστηκαν στηριζόμενη στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, για τις οποίες επαναλαμβάνω δεν υποδείχθηκε κάποια λανθασμένη καταχώρηση, εξηγώντας επίσης ότι το επιτόκιο υπολογίστηκε σύμφωνα με τις αυξομειώσεις των επιτοκίων, τεκμήριο 24, το οποίο δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Ως προς τον τόκο υπερημερίας, ανέφερε ότι σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, αυτός υπολογίζεται προς 2% μετά τον τερματισμό και αυτός είναι ο υπολογισμός της ζημιάς των εναγόντων σύμφωνα με τα όσα παρέθεσε με λεπτομέρεια στην παρ. 31 της γραπτής της δήλωσης, έχουν καταγραφεί λεπτομερώς πιο πάνω και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η αξιοπιστία της μάρτυρος δεν κλονίστηκε ούτε και σε σχέση με τον τρόπο ετοιμασίας του τεκμηρίου 25, ούτε υποδείχθηκε κάποιος συγκεκριμένος λανθασμένος υπολογισμός που θα μπορούσε να θέσει σε αμφιβολία την ορθότητα του περιεχομένου του.
Υποβλήθηκε επίσης στην ΜΕ ότι οι επιστολές τερματισμού, τεκμήριο 21, δεν στάληκαν. Πέραν όμως της γενικής αυτής υποβολής κανένα άλλο στοιχείο τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης που θα μπορούσε να καταρρίψει την θέση της μάρτυρος ότι αυτές έχουν αποσταλεί. Άλλωστε στο τεκμήριο 21 καταγράφεται η διεύθυνση των εναγομένων η οδός [ ], όπως αυτή αναφέρεται σε όλες τις συμφωνίες ως είχε δηλωθεί από τους εναγόμενους, χωρίς να προβληθεί η θέση ότι η διεύθυνση αυτή δεν είναι ορθή.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΕ κρίνεται καθ’ όλα αξιόπιστη, πειστική και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.
Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας την οποία παρουσίασαν οι ενάγοντες και στη βάση της μαρτυρίας της ΜΕ η οποία έγινε αποδεκτή στην ολότητα της, καταλήγω σε ανάλογα ευρήματα ως το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΕ το οποίο καταγράφηκε πιο πάνω με λεπτομέρεια, χωρίς να κρίνεται αναγκαίο να επαναλάβω. Σημειώνω ότι ως προς την αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΕ που αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού, το κατά πόσο αυτή αποδεικνύει την αξίωση των εναγόντων, αποτελεί ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί αμέσως πιο κάτω.
Οι ενάγοντες φέρουν το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους. Σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 829, σε υπόθεση ως η υπό κρίση, θα πρέπει να αποδειχθεί:
1. Η σύναψη της σύμβασης δανείου μαζί με τους όρους της.
2. Η παράβαση όρου της σύμβασης.
3. Ο τερματισμός της σύμβασης και
4. Το οφειλόμενο υπόλοιπο.
Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ, κρίνω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την υπογραφή και συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 19.10.09 η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του εναγόμενου 1 και της USB BANK PLC για το ποσό των €88.000 και λειτούργησε στο όνομα του εναγόμενου 1 ο λογαριασμός με αριθμό [ ]. Προς εξασφάλιση αποπληρωμής του ως άνω δανείου παραχωρήθηκε από την εναγόμενη 2 και 3 εγγύηση δια των συμφωνιών εγγύησης ημερομηνίας 19.10.09, καθώς επίσης παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη 2 υποθήκες οι οποίες έχουν εκποιηθεί. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε στις 21.10.09 όπως φαίνεται στο τεκμήριο 23 και μέχρι την 30.9.2010 γίνονταν μηνιαίες πληρωμές. Σύμφωνα με το τεκμήριο 9, την συμφωνία δανείου αλλά και το τεκμήριο 8, την επιστολή προσφοράς και την αποδοχή της από τον εναγόμενο 1, η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν δια μίας δόσεως στις 30.10.10 και από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου μέχρι την πλήρη εξόφληση του ο τόκος θα ήταν πληρωτέος με μηνιαίες δόσεις. Όπως συνεπώς προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΕ και το τεκμήριο 23, φαίνεται να γίνονταν πληρωμές τόκου μέχρι 30.9.10 αλλά δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 1 δεν εξόφλησε το δάνειο στις 30.10.10 ως προβλεπόταν στην συμφωνία. Καταλήγω συνεπώς, ότι οι ενάγοντες απέδειξαν τόσο την υπογραφή και όρους των επίδικων συμφωνιών όσο και την παράβαση των όρων τόσο της συμφωνίας δανείου όσο και των συμφωνιών εγγύησης, εφόσον ουδείς εκ των εναγομένων 1 – 3 κατέβαλε το ποσό του δανείου κατά την προβλεπόμενη και συμφωνημένη ημερομηνία, όπως προέβλεπε τόσο η συμφωνία δανείου όσο και οι συμφωνίες εγγύησης με τις οποίες οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την τήρηση των όρων της συμφωνίας δανείου από πλευράς εναγομένου 1. Άλλωστε, η αποστολή και περιεχόμενο των προειδοποιητικών επιστολών τεκμήρια 17 – 20, με τις οποίες οι εναγόμενοι ενημερώνονταν για την παράβαση της συμφωνίας καλώντας τους να συμμορφωθούν με τους συμβατικούς όρους τους οποίους ο καθένας ανέλαβε, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης.
Στρεφόμενη τώρα στο ζήτημα του τερματισμού, σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση M.I.T. Global Data Solutions Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ. 2704, οι ενάγοντες θα πρέπει να προβούν σε τερματισμό της συμφωνίας για να δικαιούνται στην αξίωση του οφειλόμενου υπολοίπου. Η μαρτυρία της ΜΕ έγινε αποδεκτή ως προς την αποστολή των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 26.9.17, τεκμήριο 21, με τις οποίες οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους για τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, αποδεικνύοντας έτσι τον νόμιμο τερματισμό του δανείου, εφόσον οι εναγόμενοι δεν είχαν συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας ως προς τον τρόπο και χρόνο αποπληρωμής του δανείου ούτε όμως με τις προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 9.11.15, 11.2.16, 26.1.17 και 2.6.17, τεκμήρια 17 - 20. Επαναλαμβάνω ότι η αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών στους εναγόμενους αποδείχθηκε με την αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία της ΜΕ ενώ οι εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν την παραλαβή τους ούτε υποστήριξαν ότι οι επιστολές στάληκαν σε λανθασμένη διεύθυνση.
Τέλος, απομένει να εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες απέδειξαν το ύψος του αξιούμενου υπολοίπου, ως αυτό έχει περιοριστεί με την γραπτή δήλωση της ΜΕ, στο ποσό του λογαριασμού δανείου και στο υπόλοιπο το οποίο υπολογίστηκε με τους αναδομημένους λογαριασμούς, τεκμήριο 25. Προς απόδειξη του ποσού που οφείλεται από τους εναγόμενους, η ΜΕ κατέθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού ως τεκμήριο 23 συνοδευόμενες από το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9. Στην κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνονται χρεώσεις και πιστώσεις από το άνοιγμα του λογαριασμού, ήτοι στις 21.10.09 με χρέωση του ποσού του δανείου το οποίο εκταμιεύθηκε, μέχρι 31.12.24. Η μαρτυρία της ΜΕ σύμφωνα με την οποία η κατάσταση λογαριασμού, εκτυπώθηκε από το αρχείο το οποίο τηρούσε η τράπεζα και το οποίο στη συνέχεια μεταφέρθηκε στους ενάγοντες και στην διαχειρίστρια εταιρεία, έγινε αποδεκτή. Αποδεκτή επίσης έγινε η θέση της ότι από την ίδια έγινε σοβαρή μελέτη της κατάστασης λογαριασμού, χωρίς να εντοπιστούν άλλες πληρωμές, πέραν των όσων καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού, ούτε άλλωστε υποδείχθηκε από πλευράς υπεράσπισης είτε κάποια άλλη πληρωμή είτε κάποια λανθασμένη καταχώρηση.
Είναι σημαντικό να σημειώσω ότι αν και η ΜΕ στην γραπτή της δήλωση παρ. 25, αναφέρεται στην εκτύπωση της κατάστασης λογαριασμού και σύγκριση των αρχικών καταχωρήσεων με αυτές που έχουν εκτυπωθεί από το τραπεζικό βιβλίο, παραπέμποντας ουσιαστικά στα όσα προβλέπει το άρθρο 22 του Κεφ. 9, φαίνεται ότι οι ενάγοντες στηρίζονται στο άρθρο 35 του Κεφ. 9 για την απόδειξη του αξιούμενου υπολοίπου, εφόσον καταχωρήθηκε το εν λόγω πιστοποιητικό, επιβεβαιώνοντας ότι η κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του αρχείου της επιχείρησης των εναγόντων.
Σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κεφ. 9, έγγραφο το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Το τεκμήριο 23 συνεπώς, αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια και ορθότητα του (βλ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ κ.α. v. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 131/2019, 3/12/2025).
Η αρμοδιότητα συνεπώς της ΜΕ ως λειτουργού της διαχειρίστριας εταιρείας η οποία λειτουργεί και ενεργεί εκ μέρους των εναγόντων, με καθήκοντα χειρισμού των δικαστικών υποθέσεων και πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες και την DoValue να παρουσιάσει μαρτυρία για την υπόθεση, κρίνω ότι τα πιο πάνω προσδίδουν την αναγκαία υπόσταση στην ΜΕ του αρμόδιου λειτουργού των εναγόντων, με πρόσβαση στο αρχείο της επιχείρησης των εναγόντων το οποίο τυγχάνει διαχείρισης από την ως άνω εταιρεία περιλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού, όπου κατ’ επέκταση η κατάθεση του υπογραμμένου από την ίδια πιστοποιητικού τεκμήριο 23, κρίνω ότι ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κεφ. 9, ότι δηλαδή οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήριο 23, αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης των εναγόντων, στις οποίες δεν έχει υποδειχθεί κάποιο λάθος ή ανακρίβεια.
Ενόψει των ως άνω, επιβεβαιώνεται ότι η αρχική κατάσταση λογαριασμού ως έχει κατατεθεί, αποτελούσε μέρος του αρχείου της τράπεζας, η οποία χορήγησε το δάνειο και ότι το αρχείο αυτό μεταφέρθηκε αυτούσιο στους ενάγοντες κατά τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης. Η δε κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 23, συνάγεται από τα πιο πάνω ότι περιέχει όλες τις πράξεις οι οποίες αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό δανείου, από το άνοιγμα του μέχρι τις 31.12.24 αλλά και μέχρι την μεταβίβαση του λογαριασμού στους ενάγοντες και στην διαχειρίστρια εταιρεία. Είναι σημαντικό επίσης να προσθέσω ότι η ΜΕ ανέφερε στην γραπτή της δήλωση και έγινε αποδεκτό ότι είχε συγκρίνει και μελετήσει τις καταχωρήσεις οποίες περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 23, με τις αρχικές καταχωρήσεις διαπιστώνοντας την ορθότητα τους, ως αναφέρει στην παρ. 25 της γραπτής της δήλωσης. Από πλευράς υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκε ότι η ΜΕ σύγκρινε τις αρχικές καταχωρήσεις της κατάστασης λογαριασμού με αυτές που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, παρά μόνο αμφισβητήθηκε γενικά και αόριστα ότι το περιεχόμενο τους είναι λανθασμένο, δημιουργώντας έτσι και το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 του Κεφ. 9, το οποίο δεν ανατράπηκε. Επαναλαμβάνω, ότι από πλευράς υπεράσπισης, ουδεμία εισήγηση ή υπόδειξη έγινε στην ΜΕ περί λανθασμένης καταχώρησης και δεν αμφισβητήθηκε συγκεκριμένη καταχώρηση, χρέωση ή πίστωση, ούτε υποδείχθηκε οποιοδήποτε ενδεχόμενο λάθος. Σημειώνω επίσης ότι ο επίδικος λογαριασμός σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού, μετά την τελευταία πίστωση έναντι των τόκων που έγινε στις 30.9.10, χρεώνεται μόνο με τόκους, το ύψος των οποίων δεν αμφισβητήθηκε κατά σαφή και συγκεκριμένο τρόπο εφόσον η ΜΕ ερωτήθηκε μόνο σε σχέση με την επιβολή του τόκου υπερημερίας, ο οποίος αξιώνεται μόνο μετά τον τερματισμό της σύμβασης δανείου. Η ως άνω κατάσταση λογαριασμού καταδεικνύει επίσης ότι το αξιούμενο ποσό και εναντίον των εναγομένων 2 και 3, αφορά το ποσό της εγγύησης ήτοι €108.000 πλέον τόκους, εφόσον δεν διεφάνηκε να τοκίζεται κάποιο άλλο ποσό πέραν αυτού για το οποίο οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την πληρωμή του.
Ενόψει όλων των ως άνω, κρίνεται ότι το τεκμήριο 23 ήτοι η κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου, περιλαμβάνει την ορθή και πραγματική πορεία και εικόνα του λογαριασμού και αποτελεί επίσης την ορθή και ασφαλή βάση επί της οποίας ετοιμάστηκε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 25.
Αναφορικά με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 25, σύμφωνα με την ΜΕ αφαιρέθηκαν από τον επίδικο λογαριασμό όλες οι χρεώσεις πλην του τόκου, ο οποίος υπολογίστηκε σύμφωνα με το συμβατικό επιτόκιο, ήτοι ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες. Κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 5,25%, ενώ στη συνέχεια σύμφωνα με το τεκμήριο 24 και τις εκάστοτε αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν, το συνολικό επιτόκιο κατά τον χρόνο τερματισμού ανερχόταν σε 8,42% πλέον 2% τόκος υπερημερίας ως προβλεπόταν στη συμφωνία αλλά και λόγω της ζημιάς την οποία υπέστηκαν οι ενάγοντες λόγω της παράβασης των εναγομένων, ως εξήγησε στην παρ. 31 της γραπτής της δήλωσης η ΜΕ. Ούτε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού υποδείχθηκε κάποιο λάθος ή ανακρίβεια στις καταχωρήσεις που αυτή περιλαμβάνει και σύμφωνα με τη Νομολογία, μία αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με την οποία περιορίζεται η απαίτηση είναι επιτρεπτό να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο (βλ. Λοφίτης ν. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 304/2018, απόφαση ημερομηνίας 19.1.2024 και Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1238). Ενόψει συνεπώς των πιο πάνω, αποδέχομαι το τεκμήριο 25, ως την ορθή αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία παρουσιάζει το ορθό υπόλοιπο το οποίο οφείλεται δυνάμει του επίδικου λογαριασμού ως αυτό αξιώνεται από τους ενάγοντες.
Εις ότι αφορά την ανταπαίτηση, όπως προκύπτει από την γραπτή αγόρευση της υπεράσπισης δεν προωθείται. Πέραν όμως τούτου σύμφωνα με την μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή, η ανταπαίτηση δεν έχει αποδειχθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Ενόψει των ως άνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 – 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €323.062,65 πλέον τόκο επί αυτού προς 10,42% ετησίως από 1.1.25 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Οι υπόλοιπες αξιώσεις των εναγόντων οι οποίες δεν προωθήθηκαν απορρίπτονται.
Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ένα σετ εξόδων να υποβληθεί ενόψει της συνεκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης.
(Υπ.) .............................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο