ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Απαίτηση: 83/2024
Μεταξύ:
Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
Ενάγουσα
και
1. Θεμιστοκλής Μαλλούρης
2. Χαρούλα Μαλλούρη Παπαϊωάννου
Εναγομένων
Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κα Δ. Ανδρέου Χ’’Σάββα με κα Φ. Χ’’Σάββα
Για τους Εναγόμενους: κος Σ. Ζαννούπας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα απαίτηση η ενάγουσα, μετά τον περιορισμό της αξίωσης της, αξιώνει εναντίον των εναγομένων το ποσό των €92.825,59 πλέον τόκο προς 6,50% ετησίως επί του ως άνω ποσού από 30.6.25 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα, δυνάμει συμφωνίας δανείου.
Η απαίτηση καταχωρήθηκε σύμφωνα με τους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και εκδικάστηκε σύμφωνα με αυτούς.
Η ενάγουσα καταχώρησε έντυπο απαίτησης συνοδευόμενο από την έκθεση απαίτησης, στην οποία παραθέτει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της σε σχέση με την μεταφορά του δανείου στην ενάγουσα, το ιστορικό παροχής του δανείου από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κισσόνεργας στους εναγόμενους δια της συμφωνίας ημερομηνίας 2.2.12 μετά από αίτημα των εναγομένων για το ποσό των €73.000, με εξασφάλιση την παροχή της υποθήκης [ ] του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου από μέρους της εναγόμενης 2. Λόγω μη συμμόρφωσης των εναγομένων με τους συμβατικούς όρους του δανείου και παρά τις προειδοποιητικές επιστολές οι οποίες σταλήκαν προηγουμένως, η συμφωνία δανείου τερματίστηκε με την επιστολή ημερομηνίας 3.8.20 η οποία αποστάληκε στους εναγομένους, αξιώνοντας την εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου υπολοίπου, χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση από μέρους των εναγομένων.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία εγείρουν προδικαστική ένσταση καθ’ ότι η ενάγουσα λόγω της αφερεγγυότητας της έχει τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης και προ της κατάρρευσης της χρηματοδοτείτο από τα ταμεία του Κύπριου φορολογούμενου. Το δε ενδεχόμενο διάλυσης και κατάρρευσης της είναι ορατό εντός των επόμενων μηνών. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι προδικαστικά ενίστανται στην προώθηση της αγωγής λόγω του ότι η ενάγουσα μέχρι και σήμερα αρνείται να συμμορφωθεί με την απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή ημερομηνίας 16.2.18, η οποία αφορούσε τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζονται ότι η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κισσόνεργας παράνομα συναλλασσόταν με τους εναγόμενους καθ’ ότι αυτό απαγορευόταν από τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο – Ν. 22(Ι)/1985. Αρνούνται ότι υπέγραψαν έγκυρη συμφωνία με την ως άνω συνεργατική και ουδέποτε αυτή παραχώρησε νόμιμες πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή δάνειο. Ακόμα και αν αποδειχθεί ότι η συνεργατική παραχώρησε δάνειο στους εναγόμενους, ουδέποτε υπήρξε ιδιοκτήτης των χρημάτων και οι επικαλούμενοι όροι της συμφωνίας δανείου ήταν καταχρηστικοί και παράνομοι. Παραδέχονται την υπογραφή της υποθήκης αλλά ισχυρίζονται ότι αυτό έγινε κατά παράβαση του άρθρου 23(1) του Νόμου 22(Ι)/85. Αρνούνται ότι στάληκε σ’ αυτούς οποιασδήποτε επιστολή και προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς υποστηρίζοντας ότι η επίδικη σύμβαση περιέχει παράνομους και καταχρηστικούς όρους, καθώς επίσης ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα αγοράς του δανείου, ενώ δεν δόθηκε τέτοιο δικαίωμα στους εναγόμενους και η πράξη εξαγοράς του δανείου από την ενάγουσα είναι ψευδής και εικονική. Με την ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι ζητούν την ακύρωση των συμφωνιών, την επιστροφή στους εναγόμενους οποιουδήποτε ποσού έχει πληρωθεί και σε περίπτωση όπου οι συμβάσεις κριθούν έγκυρες να οριστεί από το Δικαστήριο το ορθό επιτόκιο.
Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, η ενάγουσα αρνείται τα όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης.
Κατά την ακρόαση, η απαίτηση συνεκδικάστηκε με την ανταπαίτηση και παρουσιάστηκε μία μάρτυρας από πλευράς ενάγουσας, η κα Α. Χριστοδούλου – ΜΕ και από πλευράς εναγομένων κατέθεσε ο εναγόμενος 1 – ΜΥ. Με το πέρας της μαρτυρίας, αμφότερες πλευρές κατέθεσαν τελικές αγορεύσεις οι οποίες μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους.
Η ΜΕ κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Η μάρτυρας είναι υπάλληλος στην εταιρεία DOVALUE CYPRUS LIMITED η οποία την 26.6.2023 μετονομάστηκε από Altamira Asset Management (Cyprus) Limited σε DOVALUE CYPRUS LIMITED, όπου στο εξής θα καλείται ως «η DOVALUE». Η μάρτυρας υποστηρίζει ότι δυνάμει σχετικής συμφωνίας, η DOVALUE ενεργεί για λογαριασμό της ενάγουσας και της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λίμιτεδ) («εφεξής ΣΕΔΙΠΕΣ») και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων – εγγυήσεων, περιλαμβανομένου και του επίδικου δανείου. Τα καθήκοντα της μάρτυρος στην DOVALUE δεν έχουν αλλάξει και παραμένει μία από τις λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις της ενάγουσας. Στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στην κατοχή της έγγραφα ή αντίγραφα των εγγράφων, που αφορούν συναλλαγές της ενάγουσας στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της, περιλαμβανομένων συμφωνιών δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παρουσιάζουν καθυστερήσεις. Για όσα γεγονότα αναφέρεται στην δήλωση της, έλαβε γνώση αυτών λόγω των καθηκόντων της και από μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρεί η ενάγουσα σε σχέση με τους εναγόμενους.
Αναφέρει στη συνέχεια ότι η παρούσα αγωγή εγέρθηκε από την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών στοιχείων Λιμιτεδ («ΚΕΔΙΠΕΣ »), παρόλο που οι σχετικές συμφωνίες παραχωρήθηκαν από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κισσόνεργας, όπου στο εξής θα αναφέρεται η «Σ.Π.Ε Κισσόνεργας», η οποία δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 9.2.2013 συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Χλώρακας και έκτοτε διαδέχθηκε την Σ.Π.Ε. Κισσόνεργας εξ’ ολοκλήρου, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Στη συνέχεια, από την 9.2.2013 η εγγραφή της Σ.Π.Ε. Κισσόνεργας ακυρώθηκε και αυτή διαλύθηκε. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Χλώρακας από 9.2.2013 μετονομάστηκε και έγινε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Χλώρακας - Κισσόνεργας και στη συνέχεια η Συνεργατική αυτή μετατράπηκε σε Περιορισμένης Ευθύνης και από 24.6.2013 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Χλώρακας - Κισσόνεργας Λτδ, η οποία δυνάμει έγγραφης συμφωνίας με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ συγχωνεύτηκε με αυτό και από την 26.10.2013 διαδέχθηκε την πιο πάνω εταιρεία ως μεταφέρουσα, εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Από την 26.10.2013 η εγγραφή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Χλώρακας - Κισσόνεργας Λτδ ακυρώθηκε και αυτή διαλύθηκε. Το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ το οποίο ήταν Τραπεζικός Οργανισμός που ασκούσε τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του είχε αλλάξει το όνομα του σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και από τις 26.10.2013 μετονομάστηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Με την ως άνω αναφερόμενη συγχώνευση και μετονομασία, όλες οι συμφωνίες, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Χλώρακας - Κισσόνεργας Λτδ μεταβιβάστηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του και με έγγραφη συμφωνία και έγκριση του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών (ο Έφορος), μετέφερε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του. Η συμφωνία για την συγχώνευση της πιο πάνω εταιρείας με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ ενεγράφη νομίμως στις 21.7.2017, με έναρξη ισχύος της μεταφοράς την 1.7.2017 από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών και η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ (η αποδεχόμενη εταιρεία) διαδέχθηκε το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του. Πρόσθετα η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της και έγκριση του Εφόρου μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ με ισχύ από τις 24.7.2017. Το όνομα της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ άλλαξε από τις 3.9.2018 σε «ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ», η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως η ΣΕΔΙΠΕΣ. Η ΣΕΔΙΠΕΣ είναι Συνεργατική Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και κατέχει άδεια εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εργασιών από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Με το προηγούμενο όνομα της, ως Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ διενεργούσε μέχρι τις 31.8.2018 τραπεζικές και άλλες εργασίες ως Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα. Δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης συγχώνευσης και μετονομασίας αλλά και των προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, το δάνειο με αριθμό λογαριασμού [ ], ακολούθως [ ] και στην συνέχεια λόγω των συγχωνεύσεων, με αριθμό λογαριασμού [ ], που διατηρούσαν οι εναγόμενοι με τη Σ.Π.Ε. Κισσόνεργας και οι εξασφαλίσεις που παραχώρησαν μεταφέρθηκαν και περιήλθαν στην κατοχή της ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ, η οποία αντιμετωπιζόταν ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με την Σ.Π.Ε. Κισσόνεργας, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία, τους τίτλους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και των συμβατικών και νομικών και τυχόν αγώγιμων δικαιωμάτων μεταξύ του ίδιου και των αντισυμβαλλομένων του. Περαιτέρω, κατά την 7.10.2022, η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ μεταβίβασε στην Ενάγουσα (Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ) δυνάμει του ΠΕΡΙ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), ως τροποποιήθηκε (ο «Νόμος»), όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής κατά τον «χρόνο μεταβίβασης». Ο χρόνος μεταβίβασης είναι η 7η Οκτωβρίου 2022 και ώρα 2:30 μμ. Σχετική δημοσίευση δυνάμει των προνοιών του Νόμου έγινε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 10.10.2022 αριθμός 5391. Ως εκ των ανωτέρω, η μάρτυρας υποστηρίζει ότι η ενάγουσα έχει υποκαταστήσει τη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ στη σχέση της με τους εναγόμενους, καθ' όσον αφορά την συμφωνία δανείου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων συμβατικών, νομικών και αγώγιμων δικαιωμάτων, σε σχέση με τις επίδικες συμβάσεις και έγγραφα που αφορούν την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό απαίτηση, η οποία ενόψει του ως άνω ιστορικού καταχωρήθηκε από την ενάγουσα. Προς υποστήριξη των ως άνω θέσεων της, η ΜΕ κατέθεσε τα τεκμήρια 1 -12.
Σύμφωνα με την ΜΕ, οι εναγόμενοι ήταν μέλη και πελάτες της τότε Σ.Π.Ε. Κισσόνεργας και ενυπόθηκοι οφειλέτες αναφορικά με το επίδικο δάνειο. Δυνάμει εγγράφου Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 2.2.2012, τεκμήριο 14, η Σ.Π.Ε Κισσόνεργας, μετά από σχετικό αίτημα των εναγομένων το οποίο έγινε αποδεκτό, τεκμήριο 13, προέβηκε στη σύναψη συμφωνίας δανείου με τους εναγόμενους δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε σ’ αυτούς δάνειο, για το ποσό των €73.000, το οποίο ήταν πληρωτέο περιλαμβανόμενων των τόκων και κάθε είδους χρεώσεων με 120 μηνιαίες δόσεις των €857,48 η κάθε μία, της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 2.3.2012 και κάθε αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι το δάνειο να εξοφληθεί. Το δάνειο θα χρεώνεται με βασικό επιτόκιο προς 1% και περιθώριο προς 6%, ήτοι σύνολο επιτοκίου 7% ετησίως και σε περίπτωση υπερημερίας, θα προστίθεται τόκος υπερημερίας προς 3%. Η μάρτυρας παραθέτει με λεπτομέρεια τους όρους της ως συμφωνίας.
Η εκταμίευση του ποσού του δανείου έλαβε χώρα την 8.2.2012 σύμφωνα με την απόδειξη έκδοσης, τεκμήριο 15 και ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό αρχικά [ ] και ακολούθως [ ], ο οποίος στη συνέχεια έλαβε νέο αριθμό λογαριασμού [ ] ([ ]).
Η εναγόμενη 2 για περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων παραχώρησε στις 2.2.2012 την υποθήκη με αριθμό [ ] του Κτηματολογίου Πάφου επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], τεμάχιο [ ], Φ/Σχ. [ ], χωράφι στην [ ] στην Πέγεια, της Επαρχίας Πάφου, ιδιοκτησίας της εναγόμενης 2. Η σύμβαση και δήλωση υποθήκης καθώς και τα έγγραφα της υποθήκης, κατατέθηκαν ως τεκμήρια 16 - 18.
Ως υποστηρίζει η ΜΕ, λόγω συστηματικής καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων από μέρους των εναγομένων, στάληκαν σ’ αυτούς επιστολές υπενθύμισης για πληρωμή των δόσεων του δανείου, όπως οι επιστολές ημερομηνίας 30.6.20, τεκμήριο 19, καλώντας τους να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις. Λόγω μη ανταπόκρισης των εναγομένων στις ως άνω επιστολές, η συμφωνία δανείου τερματίστηκε με τις επιστολές ημερομηνίας 3.8.20, οι οποίες αποστάληκαν στους εναγόμενους, τεκμήρια 20 - 22. Με την επιστολή τερματισμού οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν για το οφειλόμενο υπόλοιπο, ήτοι €133.999,03 και ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με επιτόκιο 8.50% από την ημερομηνία της επιστολής τερματισμού. Ως υποστηρίζει η ΜΕ, οι πιο πάνω επιστολές απεστάλησαν στη τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων όπως αυτή ήταν καταχωρημένη στα αρχεία της ενάγουσας και οι εν λόγω επιστολές, οι οποίες εστάλησαν ως απλές, δεν έχουν επιστραφεί από το ταχυδρομείο. Κατά την ΜΕ, η ενάγουσα διατηρούσε και διατηρεί κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το επίδικο δάνειο ο οποίος κατά την 31.12.23 παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €102.002,99σεντ πλέον τόκο προς 8,50% από 31.12.23 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως ήτοι 30/6 και 31/12 κάθε έτους.
Λόγω της θέσης και των καθηκόντων της, γνωρίζει ότι η Σ.Π.Ε Κισσόνεργας και οι εκάστοτε Συνεργατικές, Ιδρύματα, Τραπεζικοί Οργανισμοί, που ακολούθησαν τις συγχωνεύσεις που ανέφερε ανωτέρω τηρούσαν τραπεζικό βιβλίο και σε ηλεκτρονική μορφή, στο οποίο φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών τόσο της Σ.Π.Ε. Κισσόνεργας όσον και των εκάστοτε εταιρειών που την διαδέχθηκαν, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού δανείου. Το τραπεζικό βιβλίο/αρχείο που τηρείτο από την Σ.Π.Ε. Κισσόνεργας σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και είναι καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Σ.Π.Ε Κισσόνεργας και των ακόλουθων Συνεργατικών Εταιρειών και Πιστωτικών ή μη Ιδρυμάτων που την διαδέχθηκαν. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Σ.Π.Ε Κισσόνεργας και των Συνεργατικών Εταιρειών και Πιστωτικών ή μη Ιδρυμάτων που την διαδέχθηκαν και καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της και στο οποίο η μάρτυρας έχει πρόσβαση λόγω της θέσης της στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) η οποία από 26.6.2023 μετονομάστηκε σε DOVALUE. Από το τραπεζικό βιβλίο το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή, κατόπιν εντολής της ΜΕ παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της, που είναι συνδεδεμένος με τα αρχεία της Σ.Π.Ε. Κισσόνεργας και της πρώην Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (νυν Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών στοιχείων Λτδ) τα οποία αρχεία αποτελούν βιβλίο τράπεζας στο οποίο έχουν γίνει όλες οι καταχωρήσεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού κατά την διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών. Την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού την έχει συγκρίνει με την αρχική καταχώρηση στο βιβλίο της τράπεζας και ως υποστηρίζει, είναι ορθή. Κατέθεσε ως τεκμήριο 23 σχετική κατάσταση λογαριασμού μαζί με σχετικό Πιστοποιητικό με βάσει το άρθρο 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9) το οποίο έχει υπογράψει ως η αρμόδια λειτουργός. Η μάρτυρας επίσης για τον επίδικο λογαριασμό ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 24, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού που επισύναψε στο Πιστοποιητικό και από την οποία έχει αφαιρέσει το σύνολο των χρεώσεων τις οποίες κατόπιν νομικής συμβουλής η ενάγουσα δεν αξιώνει. Για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων χρησιμοποίησε το ηλεκτρονικό σύστημα Προεξοφλητικού Επιτοκίου που διατηρεί η ενάγουσα για τον σκοπό αυτό και λειτουργεί σύμφωνα με τον τρόπο τον οποίο εξήγησε η μάρτυρας, αφαιρώντας όλες τις χρεώσεις προμηθειών, επιβαρύνσεων και εξόδων. Εξήγησε επίσης ότι ο τόκος υπολογίζεται και χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού δύο φορές τον χρόνο ήτοι την 30 Ιουνίου και την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους σύμφωνα με την σύμβαση οπότε και κεφαλαιοποιείται και είναι το ποσό του τόκου στην στήλη Συνολικός τόκος. Το συνολικό επιτόκιο το οποίο χρεώνεται με βάσει την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι 7,00% ετησίως από 8.2.2012, 6,75% ετησίως από 11.7.12 και 6.50% ετησίως από 8.5.2013. Στην αναδομημένη κατάσταση παρουσιάζεται το οφειλόμενο υπόλοιπο μέχρι 30.6.2025 ήτοι €92.825,59 το οποίο και η ενάγουσα αξιώνει πλέον τόκο 6,50 % ετησίως από 30.6.2025 πλέον κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως ήτοι την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου μέχρι εξόφλησης.
Η μάρτυρας τέλος, αναφέρει ότι η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον την εναγόμενης 2 για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου αποσύρεται για τον λόγο ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πωλήθηκε σε καταναγκαστικό Δημόσιο πλειστηριασμό πριν την έγερση της αγωγής. Το ποσό το οποίο εισπράχθηκε από τον πλειστηριασμό πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό των εναγόμενων όπως φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμών.
Η μάρτυρας αντεξετάστηκε και στα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση της και στον βαθμό που αυτό κριθεί αναγκαίο, θα αναφερθώ πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της.
Από πλευράς εναγόμενου 1, κατατέθηκε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β στην οποία ο εναγόμενος 1 επαναλαμβάνει αυτούσιο το περιεχόμενο του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων. Οι ουσιαστικές θέσεις των εναγομένων έχουν ήδη συνοψιστεί πιο πάνω κατά την παράθεση των ουσιαστικών δικογραφημένων θέσεων της υπεράσπισης. Στα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του, θα γίνει σχετική αναφορά πιο κάτω όπου κριθεί αναγκαίο.
Η μαρτυρία των μαρτύρων αξιολογήθηκε αντιπαραβάλλοντας την προφορική τους μαρτυρία με το περιεχόμενο των τεκμηρίων αλλά και εξετάζοντας τα όσα ανέφεραν κατά την αντεξέταση τους σε συνάρτηση με τις θέσεις οι οποίες τέθηκαν σε έκαστο εξ αυτών. Έλαβα επίσης υπόψη μου τις αρχές τις οποίες έθεσε η Νομολογία σχετικά με την αξιολόγηση μαρτυρίας και παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ. 1447, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.
Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ΜΕ διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι η μαρτυρία της ήταν σαφής και τεκμηριωμένη, ενώ δεν έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία φαίνεται να επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερε στην γραπτή της δήλωση και τα οποία επανέλαβε με σταθερότητα κατά την αντεξέταση της. Κρίνω ότι η ΜΕ παρουσιάστηκε για να μεταφέρει στο Δικαστήριο τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται στη γνώση της και για να καταθέσει τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της ένεκα της θέσης και ιδιότητας την οποία κατέχει στην διαχειρίστρια εταιρεία DoValue. Δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε ρήγμα στην αξιοπιστία της, ούτε την από μέρους της προσπάθεια για να πείσει το Δικαστήριο για κάτι το οποίο δεν γνώριζε. Διαπιστώνω επίσης εξετάζοντας τη μαρτυρία της σε συνάρτηση με τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε, ότι αναφέρθηκε εκτενώς και με επάρκεια παραπέμποντας σε όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια 1 – 12 στην αρχική συγχώνευση της ΣΠΕ Κισσόνεργας με την ΣΠΕ Χλώρακας και στα όσα ακολούθησαν με την υποκατάσταση της ως άνω ΣΠΕ από άλλους οργανισμούς μέχρι την υποκατάσταση της από την ενάγουσα. Αναφέρθηκε επίσης με λεπτομέρεια στις επίδικες συμφωνίες και στα όσα αυτές προβλέπουν, στον τερματισμό της συμφωνίας δανείου και στις καταστάσεις λογαριασμού, για τις οποίες παρείχε λεπτομερέστατη περιγραφή αναφορικά με την μεταφορά του τραπεζικού βιβλίου στην ενάγουσα αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η ίδια της αναπαρήγαγε τους λογαριασμούς ελέγχοντας την ορθότητα τους με τις αρχικές καταχωρήσεις.
Η αξιοπιστία της αναδύεται επίσης από το γεγονός ότι δεν δίστασε να αναφέρει ότι η ίδια της δεν έχει προσωπική γνώση των περιστάσεων υπογραφής της συμφωνίας δανείου, επαναλαμβάνοντας κατά την αντεξέταση της την πηγή της γνώσης της και ότι όλα τα έγγραφα φυλάττονταν και σε ηλεκτρονική μορφή αυτούσια. Λόγω δε της απώλειας των πρωτοτύπων κατατέθηκαν τα αντίγραφα τα οποία φυλάττονταν στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας ως αυτό μεταφέρθηκε στην ενάγουσα. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι η γνώση της μάρτυρος ως αυτή εκπηγάζει από τα έγγραφα τα οποία κατέχει και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ουδόλως επηρεάζει τη μαρτυρία της, ως φαίνεται να εισηγείται η πλευρά των εναγόμενων και αυτό γιατί η ΜΕ γνωρίζει, όπως ανέφερε, τα γεγονότα από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε, τα οποία έλαβε ασκώντας τα καθήκοντα της ανάμεσα στα οποία είναι και η φύλαξη και έλεγχος των εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Πέραν τούτων, ως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας και της διαχειρίστριας εταιρείας. Έχοντας συνεπώς υπόψη και τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Ρώσσου v. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 448/12, ημερ. 17.12.18, ECLI:CY:AD:2018:A543, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της.
Το γεγονός επίσης ότι η ΜΕ κατέθεσε αντίγραφα των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση λόγω του ότι αυτά έχουν απωλεσθεί, έχοντας υπόψη το ιστορικό των συγχωνεύσεων και μεταφοράς του δανείου μέχρι να καταλήξει στην ενάγουσα σε συνάρτηση με το γεγονός ότι τα πρωτότυπα σύμφωνα με την ΜΕ σαρώνονταν και φυλάττονταν σε ηλεκτρονικό αρχείο στο οποίο η μάρτυρας έχει πρόσβαση και χωρίς να έχει υποδειχθεί κάποια αλλοίωση ή διαφοροποίηση των εγγράφων σε σχέση με τα πρωτότυπα, κρίνω ότι οι εξηγήσεις που έχουν αναφερθεί είναι επαρκείς και μπορεί να δοθεί η ανάλογη βαρύτητα στα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν σε αντίγραφα.
Η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει αν το επίδικο δάνειο αγοράστηκε από την ενάγουσα και για ποιο ποσό. Η μάρτυρας αν και δεν μπορούσε να απαντήσει συγκεκριμένα στην εν λόγω ερώτηση, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι γνωρίζει ότι το δάνειο μεταφέρθηκε στην ενάγουσα και τυγχάνει διαχείρισης από την εταιρεία DOVALUE, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε, εφόσον σύμφωνα με τα τεκμήρια 1 – 12, παρέχεται η πλήρης εικόνα του ιστορικού μεταφοράς της επίδικης δανειακής σύμβασης και λογαριασμού στην ενάγουσα. Το ποσό όπου αυτό αγοράστηκε δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση, εφόσον το γεγονός αυτό αφορά τη συμφωνία με την οποία η ενάγουσα εξαγόρασε το δάνειο και όχι την εξέταση των όσων αποδίδονται στους εναγόμενους στην παρούσα σε σχέση με την επίδικη δανειακή σύμβαση.
Αποτέλεσε επίσης θέση της υπεράσπισης ότι το ποσό του δανείου ήτοι €73.000 δεν υπήρχε σε μετρητά κατά τον χρόνο εκταμίευσης. Η θέση αυτή της υπεράσπισης σε συνδυασμό με την προσπάθεια του εναγόμενου 1 να αμφισβητήσουν την εκταμίευση του δανείου, σε καμία περίπτωση δεν πλήττουν την αξιοπιστία της ΜΕ, λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 15, παρουσιάστηκε η απόδειξη εκταμίευσης του ποσού ως αυτό αναλύεται στο ως άνω τεκμήριο, ενώ περαιτέρω, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 23 έγιναν πληρωμές έναντι του δανείου. Δηλαδή, δεν μπορεί από την μία η υπεράσπιση να επικαλείται την μη εκταμίευση του δανείου χαρακτηρίζοντας την συναλλαγή εικονική και από την άλλη οι εναγόμενοι να προβαίνουν σε πληρωμές έναντι του δανείου.
Η ΜΕ ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο εξετάστηκε η πιστοληπτική ικανότητα των εναγομένων προτού εγκριθεί το δάνειο. Αν και η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα κατά την εξέταση της αίτησης δανείου και έγκρισης αυτού, όπως προκύπτει από την αίτηση δανείου, τεκμήριο 13, την οποία ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε ότι υποβλήθηκε από μέρους τους, αναφέρονται οι πηγές εισοδήματος των εναγομένων και συγκεκριμένα ο εναγόμενος 1 συμπλήρωσε ως επάγγελμα καθηγητής και η εναγόμενη 2, ιδιωτική υπάλληλος. Αποδέχθηκαν επίσης όπως φαίνεται στην αίτηση, την μηνιαία πληρωμή δόσης για το ποσό των €857,48.
Κατά τα λοιπά, κατά την αντεξέταση της ΜΕ τέθηκαν σ’ αυτήν γενικές ερωτήσεις οι οποίες σχετίζονται με την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τις οδηγίες αναφορικά με τα επιτόκια αλλά και το πόρισμα για την κατάρρευση του συνεργατισμού. Η μάρτυρας δεν γνώριζε τα ως άνω θέματα, ούτε όμως οι γενικές θέσεις οι οποίες τέθηκαν σ’ αυτήν συσχετίστηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τις επίδικες συμφωνίες και τον επίδικο λογαριασμό.
Τέθηκε επίσης στην μάρτυρα ότι ο επίδικος λογαριασμός περιέχει παράνομες χρεώσεις. Καμία όμως παράνομη ή λανθασμένη καταχώρηση υποδείχθηκε στην κατάσταση λογαριασμού.
Ως προς την υπογραφή της συμφωνίας δανείου θα πρέπει να λεχθεί ότι η μάρτυρας παρέπεμψε στα έγγραφα τα οποία ήταν υπογεγραμμένα, ενώ ως θα διαφανεί πιο κάτω, ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του ότι υπογράφηκε η συμφωνία. Επαναλαμβάνω επίσης ότι οι εναγόμενοι έναντι του δανείου προέβηκαν σε πληρωμές. Δεν κρίνεται λογικό ούτε είναι αναμενόμενο, οι εναγόμενοι από την μία να επικαλούνται την μη υπογραφή των συμφωνιών δανείου και υποθήκης και από την άλλη να προβαίνουν σε πληρωμές έναντι του επίδικου χρέους.
Τέλος, αναφέρω ότι τα όσα η μάρτυρας ανέφερε σχετικά με την εκτύπωση, σύγκριση και έλεγχο της κατάστασης λογαριασμού αλλά και την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού δεν έτυχαν αμφισβήτησης, ούτε επαναλαμβάνω υποδείχθηκε κάποια λανθασμένη χρέωση στο τεκμήριο 23.
Στην τελική αγόρευση των εναγομένων προβάλλονται διάφορες εισηγήσεις ως προς την αναξιοπιστία της ΜΕ, οι οποίες εν μέρει έχουν απαντηθεί πιο πάνω. Προσθέτω, ως προς την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η ΜΕ δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη λόγω του ότι δεν γνώριζε κατά πόσο δόθηκε το δικαίωμα στους εναγόμενους να αγοράσουν το δάνειο, τέτοια εισήγηση δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της μάρτυρος, εφόσον από πλευράς εναγομένου 1, δεν λέχθηκε οτιδήποτε σχετικό με το ζήτημα αυτό κατά την μαρτυρία του. Άλλωστε, δεν έχει συσχετιστεί τέτοια θέση με την γενικότερη και ουσιαστική θέση του εναγόμενου 1, με την οποία επέμενε ότι ουδέποτε έλαβε το ποσό του δανείου.
Εις ότι αφορά την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η ΣΠΕ Κισσόνεργας παραχώρησε δάνειο με αντάλλαγμα την υποθήκευση ακίνητης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23(1)(ε) του Νόμου 22(Ι)/1985, τέτοια θέση δεν επιβεβαιώνεται από το ως άνω άρθρο το οποίο ρητά προβλέπει ότι: «εγγεγραμμένη εταιρεία μπορεί, όταν χορηγεί χρηματοδοτικά ανοίγματα ή όταν συνάπτει με μέλος της ή με άλλο πρόσωπο συμφωνία για τη χορήγηση σε αυτό χρηματοδοτικού ανοίγματος ή όταν μέλος ή άλλο πρόσωπο οφείλει προς την εταιρεία αυτή, να απαιτήσει από το μέλος ή το πρόσωπο αυτό να συστήσει επιβάρυνση προς όφελος της εταιρείας επί όλων των στοιχείων της κινητής του περιουσίας κατά τον τύπο που δυνατό να καθορίζεται από τους Θεσμούς, ανεξάρτητα από το αν κατά την ημερομηνία σύστασης της επιβάρυνσης η βεβαρημένη περιουσία υφίσταται ή μη ή αποκτήθηκε ή όχι από το πρόσωπο το οποίο παρέχει την επιβάρυνση». Πέραν τούτου, σημειώνω ότι το δάνειο δεν παραχωρήθηκε με αντάλλαγμα την παραχώρηση της υποθήκης αλλά με αντάλλαγμα την υπόσχεση για αποπληρωμή του δανείου με δόσεις ως είχε συμφωνηθεί. Η παραχώρηση της υποθήκης ως αναφέρεται στα τεκμήρια 16 – 18, παραχωρήθηκε από την εναγόμενη 2 ως εξασφάλιση αποπληρωμής του δανείου.
Αποτελεί επίσης εισήγηση της υπεράσπισης ότι η ΜΕ δεν γνώριζε ότι η ΣΠΕ Κισσόνεργας αποφάσισε να παραβιάσει τις επιστολές του Εφόρου Συνεργατικών Ιδρυμάτων σύμφωνα με τις οποίες τα Συνεργατικά έπρεπε να χρεώνουν ως βασικό επιτόκιο αυτό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Κατ’ αρχάς τέτοια οδηγία ή επιστολή δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο και κατά δεύτερο δεν υποδείχθηκε στη μάρτυρα ποιο θα ήταν το ορθό και νόμιμο επιτόκιο με το οποίο ο λογαριασμός θα έπρεπε να χρεωνόταν, αφήνοντας τις επί του προκειμένου θέσεις της υπεράσπισης μετέωρες. Ως θα διαφανεί επίσης πιο κάτω, σύμφωνα με τον εναγόμενο 1 και τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του, το παράπονο του δεν αφορά την χρέωση του επιτοκίου, το οποίο πλέον είναι μικρότερο από αυτό που ίσχυε κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας δανείου, αλλά ότι ουδέποτε έλαβε το ποσό του δανείου.
Τέλος, η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η ΜΕ δεν γνώριζε κατά πόσο η ΣΠΕ Κισσόνεργας υπήρξε ιδιοκτήτης του ποσού των €73.000. Τέτοια όμως θέση δεν έχει διαφανεί πως συσχετίζεται με τα επίδικα θέματα και για ποιο λόγο η ενάγουσα όφειλε να αποδείξει την προέλευση ή την ιδιοκτησία των χρημάτων που αφορούν το δάνειο, με αποτέλεσμα να μην αναμένεται από την ΜΕ να γνωρίζει για την ιδιοκτησία των χρημάτων και κατ’ επέκταση να μην πλήττεται η αξιοπιστία της ένεκα της άγνοιας της για το γεγονός αυτό.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΕ κρίνεται καθ’ όλα αξιόπιστη, πειστική και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Το σύνολο δε της γραπτής της δήλωσης Έγγραφο Α, αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Στρεφόμενη τώρα στη μαρτυρία του εναγόμενου 1 – ΜΥ, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του διακατέχεται από ουσιαστικές αντιφάσεις οι οποίες κλονίζουν σε καίριο βαθμό την αξιοπιστία του.
Για παράδειγμα, κατά την κυρίως εξέταση του υποστήριξε προφορικά ότι δεν έχει πάρει ποτέ του χρήματα σε μετρητά, η συνεργατική είχε δεσμεύσει το ακίνητο της εναγόμενης 2 για σκοπούς υποθήκης, χωρίς να γίνει κάποια έρευνα και η πράξη του δανείου ήταν εικονική.
Αντεξεταζόμενος όμως δεν αρνήθηκε ότι υπογράφηκε η συμφωνία δανείου και η παραχώρηση της υποθήκης, όπως επίσης δεν αρνήθηκε ότι έγιναν μερικές πληρωμές έναντι του δανείου. Ερωτηθείς επίσης σε σχέση με το τεκμήριο 15, την απόδειξη εκταμίευσης του δανείου και τα όσα καταγράφονται σ’ αυτό, δεν αμφισβήτησε τα ποσά τα οποία αναγράφονται σ’ αυτό, αλλά για λόγο ο οποίος δεν τεκμηριώθηκε, επέμενε ότι δεν έλαβε τα χρήματα σε μετρητά και η λογιστική πράξη ήταν εικονική. Η όλη του προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο ότι η πράξη ήταν εικονική στερείται κάθε πειστικότητας, εφόσον όπως φαίνεται από την μαρτυρία του και τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του, υπήρχε ένα προηγούμενο δάνειο για την εξόφληση του οποίου όπως φαίνεται έγινε το επίδικο δάνειο, όπως ο ίδιος του παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση του όπου ανέφερε τα εξής: «Δεν θυμάμαι αν με ενημέρωσε με Α ή Β τρόπο ότι είχε πρόβλημα, με ενημέρωσε στην πρώτη σύμβαση που είχα γι’ αυτό και πήγα να κάνω τη νέα σύμβαση».
Όπως προκύπτει από το σύνολο των ως άνω, η εκδοχή του εναγόμενου 1 δεν παρουσιάζει συνοχή και σταθερότητα. Εφόσον όμως παραδέχεται την υπογραφή των συμφωνιών από μέρους του και της εναγόμενης 2 αλλά και το λόγο που ο ίδιος ανέφερε για τον οποίο προέβηκε στην αίτηση δανείου, όπως παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση του σε συνδυασμό με τις πληρωμές που έγιναν έναντι του δανείου, καταλήγω ότι τα όσα προώθησε περί εικονικότητας του δανείου και μη λήψης του ποσού του δανείου, στερούνται πειστικότητας καθώς επίσης οδηγούν το Δικαστήριο με βεβαιότητα ότι ο εναγόμενος 1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια.
Η θέση του επίσης ότι η συνεργατική δεν εξέτασε κατά πόσο θα μπορούσε το δάνειο να αποπληρωθεί εφόσον η εναγόμενη 2 δεν εργαζόταν και πάλι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον σύμφωνα με το τεκμήριο 13, αναγράφεται στα προσωπικά στοιχεία των εναγομένων ότι η εναγόμενη 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιωτικός υπάλληλος.
Προσπάθησε επίσης να πείσει το Δικαστήριο ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή. Για το ζήτημα αυτό ο εναγόμενος 1 κρίνεται εντελώς αναξιόπιστος εφόσον κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ουδέποτε διέμενε στην οδό Αγιάσματος 42, ενώ στις επιστολές τεκμήρια 19 – 22, δεν αναγράφεται η ως άνω οδός, αλλά η οδός Έξω Βρύσης 46, η οποία δηλώθηκε από τους εναγόμενους στις συμφωνίες τις οποίες υπέγραψαν.
Ο εναγόμενος 1, επικαλέστηκε επίσης το πόρισμα για την κατάρρευση του Συνεργατισμού καθώς και άλλες οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, χωρίς όμως κατά σαφή τρόπο να συνδέσει τα πιο πάνω με την περίπτωση που τον αφορά. Ως προς τις καταχρηστικές ρήτρες και πάλι κατά γενικό τρόπο αναφέρθηκε στην ύπαρξη τους στην γραπτή του δήλωση χωρίς να είναι σε θέση κατά την αντεξέταση του να προσδιορίσει γεγονότα που να σχετίζονται με την ύπαρξη τέτοιων καταχρηστικών ρητρών. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε συγκεκριμένα ποιοι όροι της συμφωνίας ήταν καταχρηστικοί, απαντώντας: «Ήταν η επιτοκιακή πολιτική της τράπεζας», προσθέτοντας: «Διότι είχαμε Ευρωπαϊκά επιτόκια και τα περιθώρια δεν θυμάμαι, δεν είμαι τραπεζικός αλλά είναι γενικά παραδεκτό ότι η τράπεζα έχει ισχυρισμούς που ήταν καταχρηστικοί όσον αφορά τις χρεώσεις». Σε σχέση με την ως άνω τοποθέτηση του δεν γνώριζε ποιο ήταν το Ευρωπαϊκό επιτόκιο στο οποίο αναφέρθηκε ενώ όπως φαίνεται πιο κάτω, κανένα παράπονο είχε ουσιαστικά για το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν το δάνειο.
Είναι σημαντικό να τονίσω σε σχέση με τα πιο πάνω ότι κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς κατά πόσο ήταν ευχαριστημένος με το επιτόκιο του δανείου ήτοι 7% το οποίο μειώθηκε στη συνέχεια σε 6,50%, ο εναγόμενος 1 χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το επιτόκιο, απάντησε: «Το θέμα είναι ότι δεν πήρα ουσιαστικά λεφτά. Πώς θα με απασχολούσαν αυτά τα θέματα;». Επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό, ότι παρά την θέση του ότι δεν έλαβε τα χρήματα του δανείου, προέβηκε σε πληρωμές έναντι αυτού και δεν αμφισβητείται το γεγονός αυτό, παρά του ότι προσπάθησε να δικαιολογήσει τις πληρωμές που έγιναν, προβάλλοντας την θέση ότι μετά είχε αντιληφθεί ότι πλήρωνε το δάνειο αυτό. Τέτοια εξήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι ο μάρτυρας όπως είπε, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο καθηγητής οικονομικών, δηλαδή πρόσωπο που θα μπορούσε να έχει κάποιες γνώσεις για τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε ή με εύλογη επιμέλεια να αντιληφθεί τι πλήρωνε.
Τέλος, η αντιφατικότητα στην μαρτυρία του εναγόμενου 1, επισφραγίζεται από το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζεται έστω κατά γενικό και αόριστο τρόπο ότι η συμφωνία δανείου περιείχε καταχρηστικές ρήτρες με αναφορά στο επιτόκιο, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητεί σύμφωνα με τα όσα αναφερθήκαν πιο πάνω, ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του σε σχέση με το τεκμήριο 23 και το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού, απάντησε: «Δεν διαφώνησα για τα υπόλοιπα εγώ διαφώνησα ότι δεν πήρα μετρητά τα λεφτά, διαφώνησα ότι δεν πήρα τα λεφτά, αυτή είναι η διαφωνία μου». Δηλαδή, ο εναγόμενος 1, δεν αμφισβητεί το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού, εφόσον η ουσιαστική του θέση παραμένει ότι δεν έλαβε το δάνειο σε μετρητά, ενώ στο τεκμήριο 15 επαναλαμβάνω φαίνεται η εκταμίευση του δανείου και η χρέωση του ποσού στο άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού τεκμήριο 23. Είναι σημαντικό επίσης να τονίσω ότι χωρίς κάποια εξήγηση, ενώ ο εναγόμενος 1 σε κάποια σημεία της αντεξέτασης του φαίνεται να αποδέχεται ότι το δάνειο αυτό λήφθηκε προς εξόφληση άλλου δανείου, επιμένει ότι δεν έλαβε το ποσό του δανείου.
Για τους λόγους τους οποίους εξήγησα πιο πάνω και σχετίζονται με τα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του εναγόμενου 1, η μαρτυρία του εναγόμενου 1 δεν κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή.
Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και στη βάση της μαρτυρίας της ΜΕ η οποία έγινε αποδεκτή στην ολότητα της, καταλήγω σε ανάλογα ευρήματα ως το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ME το οποίο καταγράφηκε πιο πάνω με λεπτομέρεια, χωρίς να κρίνεται αναγκαίο να επαναλάβω. Σημειώνω ότι ως προς την αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΕ, το κατά πόσο αυτή αποδεικνύει την αξίωση της ενάγουσας, αποτελεί ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί αμέσως πιο κάτω.
Η ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της. Σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 829, σε υπόθεση ως η υπό κρίση, θα πρέπει να αποδειχθεί:
1. Η σύναψη της σύμβασης δανείου μαζί με τους όρους της.
2. Η παράβαση όρου της σύμβασης.
3. Ο τερματισμός της σύμβασης και
4. Το οφειλόμενο υπόλοιπο.
Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ, κρίνω ότι η ενάγουσα απέδειξε την υπογραφή και συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 2.2.12, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων και της ΣΠΕ Κισσόνεργας, για το ποσό των €73.000 με τόκο ο οποίος θα υπολογιζόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της Συνεργατικής πλέον περιθώριο, όπου κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ανερχόταν σε 1% βασικό επιτόκιο πλέον 6% περιθώριο, ήτοι συνολικό επιτόκιο 7% και λειτούργησε στο όνομα των εναγομένων ο λογαριασμός με αρχικό αριθμό 7219340 και στη συνέχεια 02840 7322133-2. Συμφωνήθηκε επίσης όπως το δάνειο αποπληρωθεί με 120 μηνιαίες δόσεις για το ποσό των €857,48 έκαστη. Προς εξασφάλιση αποπληρωμής του ως άνω δανείου παραχωρήθηκε από την εναγόμενη 2 η Υποθήκη 223/12, η οποία εκποιήθηκε και το ποσό το οποίο εισπράχθηκε κατατέθηκε στον λογαριασμό δανείου, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 23 και δεν αμφισβητήθηκε. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε στις 8.2.12 όπως φαίνεται στο τεκμήριο 15 και μέχρι την 2.8.12, οι εναγόμενοι προέβαιναν σε πληρωμές έναντι του δανείου. Το δάνειο παραχωρήθηκε στους εναγόμενους μετά από την αίτηση τους, τεκμήριο 13. Καταλήγω συνεπώς, ότι η ενάγουσα απέδειξε τόσο την υπογραφή της συμφωνίας όσο και τους όρους των επίδικων συμφωνιών. Προσθέτω στο σημείο αυτό ότι ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε την υπογραφή της συμφωνίας. Είναι σημαντικό επίσης να προσθέσω στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με την υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥ v. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 383/2016, 16/6/2026 στην οποία έγινε αναφορά στην υπόθεση Πίττας ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ.110, το Εφετείο τόνισε ότι: «Αφ' ης στιγμής ο εφεσείων δέχεται την υπογραφή του, τότε δεσμεύεται από το έγγραφο, εκτός αν επιτύγχανε σε μία από τις υπερασπίσεις που ισχύουν σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως τη γνωστή αρχή του non est factum ή ότι η υπογραφή του λήφθηκε με απάτη (...)».
Η θέση της υπεράσπισης ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν το ποσό του δανείου, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, δεν έγινε αποδεκτή. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τα τεκμήρια 15 και 23, επιβεβαιώνεται τόσο η εκταμίευση του δανείου αλλά και η χρέωση του ποσού στον λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε και λειτούργησε στο όνομα των εναγομένων, οι οποίοι προέβησαν σε πληρωμές έναντι του δανείου, σύμφωνα με τους όρους αποπληρωμής τους οποίους υπέγραψαν και αποδέχθηκαν.
Εις ότι αφορά τους όρους της συμφωνίας δανείου, σύμφωνα με την μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή, η επιβολή του τόκου 7% και ο τρόπος υπολογισμού του, κρίνεται ότι ήταν νόμιμος ενώ καμία αντίθετη μαρτυρία παρουσιάστηκε που θα μπορούσε να καταδείξει την ύπαρξη καταχρηστικών όρων ως προς τον τρόπο υπολογισμού του τόκου.
Η ενάγουσα απέδειξε επίσης την παράβαση των όρων της συμφωνίας, εφόσον όπως έχει προαναφερθεί, οι εναγόμενοι συμφώνησαν όπως αποπληρώσουν το δάνειο με 120 δόσεις για το ποσό των €857,48, ενώ οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι πλήρωσαν μόνο μέρος των δόσεων για τρεις μήνες, εφόσον ως επικαλέστηκε ο εναγόμενος 1, δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν το δάνειο. Ένεκα των ως άνω σταλήκαν επίσης στους εναγόμενους επιστολές ημερομηνίας 30.6.20, τεκμήριο 19 προειδοποιώντας τους για την λήψη μέτρων εάν δεν καταβληθούν οι καθυστερημένες δόσεις. Οι επιστολές αυτές σταλήκαν στην οδό Έξω Βρύσης 46, την οποία οι εναγόμενοι δήλωσαν στις συμφωνίες τις οποίες υπέγραψαν, παρά του ότι στην αίτηση δανείου αναγράφηκε η οδός Αγιάσματος, στην οποία σύμφωνα με τον εναγόμενο 1 ουδέποτε διέμενε εκεί.
Στρεφόμενη τώρα στο ζήτημα του τερματισμού, σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση M.I.T. Global Data Solutions Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ. 2704, η ενάγουσα θα πρέπει να προβεί σε τερματισμό της συμφωνίας για να δικαιούται στην αξίωση του οφειλόμενου υπολοίπου. Η μαρτυρία της ΜΕ έγινε αποδεκτή ως προς την αποστολή των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 3.8.20, τεκμήρια 20 - 22, με τις οποίες η ενάγουσα ενημέρωσε τους εναγόμενους για τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, αποδεικνύοντας έτσι τον νόμιμο τερματισμό του δανείου, εφόσον οι εναγόμενοι δεν είχαν συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας ως προς τον τρόπο και χρόνο αποπληρωμής του δανείου ούτε όμως με τις ως άνω προειδοποιητικές επιστολές. Επαναλαμβάνω ότι η αποστολή των επιστολών στους εναγόμενους αποδείχθηκε με την αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία της ΜΕ. Οι επιστολές αποστάληκαν σύμφωνα με την ΜΕ με απλό ταχυδρομείο στη διεύθυνση την οποία δήλωσαν οι εναγόμενοι στις συμφωνίες τις οποίες υπέγραψαν και αυτές δεν επιστράφηκαν.
Τέλος, απομένει να εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε το ύψος του αξιούμενου υπολοίπου, ως αυτό έχει περιοριστεί με την γραπτή δήλωση της ΜΕ και στο υπόλοιπο το οποίο υπολογίστηκε στους αναδομημένους λογαριασμούς, τεκμήριο 24. Προς απόδειξη του ποσού που οφείλεται από τους εναγόμενους, η ΜΕ κατέθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού ως τεκμήριο 23 συνοδευόμενες από το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9. Στην κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνονται χρεώσεις και πιστώσεις από το άνοιγμα του λογαριασμού, ήτοι στις 8.2.12 με χρέωση του ποσού του δανείου το οποίο εκταμιεύθηκε μέχρι 31.12.23. Η μαρτυρία της ΜΕ σύμφωνα με την οποία η κατάσταση λογαριασμού, εκτυπώθηκε από το αρχείο το οποίο τηρούσε η τράπεζα και το οποίο στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην ενάγουσα και στη διαχειρίστρια εταιρεία, έγινε αποδεκτή. Αποδεκτή επίσης έγινε η θέση της, η οποία δεν αμφισβητήθηκε σύμφωνα με την οποία εκτύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού και σύγκρινε αυτές με τις αρχικές καταχωρήσεις. Η μαρτυρία της προς τούτο δεν έτυχε αμφισβήτησης. Όπως επίσης ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε οποιαδήποτε χρέωση και όπως είπε, η αμφισβήτηση του αφορούσε μόνο την εκταμίευση του δανείου και όχι το υπόλοιπο.
Έχοντας υπόψη την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ σύμφωνα με την μεταφορά του αρχείου της ΣΠΕ Κισσόνεργας σε όσα πιστωτικά ιδρύματα την διαδέχθηκαν μέχρι και την μεταφορά του στην ενάγουσα, κρίνω ότι η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 23 αποτελεί μέρους του τραπεζικού βιβλίου της ενάγουσας, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Κεφ. 9, κρίνοντας ότι τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 23 αποτελεί ορθή μεταφορά και καταγραφή του επίδικου λογαριασμού, δημιουργώντας έτσι μαχητό τεκμήριο ως προς την ορθότητα του περιεχομένου του.
Κατά συνέπεια έχει αποδειχθεί η εκ πρώτης όψεως ορθότητα των καταχωρήσεων στο τεκμήριο 23. Η πλευρά της υπεράσπισης, δεν υπέδειξε οποιοδήποτε ενδεχόμενο λάθος. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια κρίνω ως ορθές τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 23 (βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited (2012) 1Γ Α.Α.Δ. 2059 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 479).
Σύμφωνα με τη Νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Π.Ε. 405/12, ημερ. 27/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A540, με τη δημιουργία του ως άνω μαχητού τεκμηρίου, όπως και επί του προκειμένου, το βάρος απόδειξης του λανθασμένου των χρεοπιστώσεων το φέρει ο χρεώστης.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση, με δεδομένο ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν έτυχαν συγκεκριμένης αμφισβήτησης και δεν υποδείχθηκε κάποια ενδεχόμενη λανθασμένη καταχώρηση που θα μπορούσε να θέσει σε αμφιβολία το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε ως προς την ορθότητά των χρεοπιστώσεων του επίδικου λογαριασμού, καταλήγω πως η εκ πρώτης όψεως απόδειξη του λογαριασμού δεν πλήγηκε και ως εκ τούτου κατέστη επαρκή απόδειξη των όσων εκεί αναφέρονται, περιλαμβανομένων του ύψους του επιτοκίου και του συνόλου των τόκων.
Συνεπώς, έχω ικανοποιηθεί ότι οι ως άνω καταστάσεις λογαριασμού, περιέχουν την ορθή και πραγματική κίνηση του επίδικου λογαριασμού, επί τη βάση του άρθρου 22 του Κεφ. 9 και παρουσιάζεται σ’ αυτές το οφειλόμενο ποσό προς την ενάγουσα.
Είναι σημαντικό να σημειώσω ότι η ενάγουσα στηρίζει την απόδειξη του αξιούμενου υπολοίπου και στο άρθρο 35 του Κεφ. 9 εφόσον καταχωρήθηκε το εν λόγω πιστοποιητικό, τεκμήριο 23 επιβεβαιώνοντας ότι η κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του αρχείου της επιχείρησης της ενάγουσας.
Σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κεφ. 9, έγγραφο το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το δικαστήριο. Το τεκμήριο 23 συνεπώς, αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια και ορθότητα του (βλ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ κ.α. v. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 131/2019, 3/12/2025).
Η αρμοδιότητα συνεπώς της ΜΕ ως λειτουργού της ενάγουσας και ακολούθως στην διαχειρίστρια εταιρεία, με καθήκοντα χειρισμού των δικαστικών υποθέσεων και πλήρως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα και την DoValue να παρουσιάσει μαρτυρία για την υπόθεση, κρίνω ότι τα πιο πάνω προσδίδουν την αναγκαία υπόσταση στην ΜΕ του αρμόδιου λειτουργού της ενάγουσας, με πρόσβαση στο αρχείο της επιχείρησης της ενάγουσας, όπου κατ’ επέκταση η κατάθεση του υπογραμμένου από την ίδια πιστοποιητικού τεκμήριο 23, ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κεφ. 9, ότι δηλαδή οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήριο 23, αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της ενάγουσας, χωρίς να υποδειχθεί κάποια λανθασμένη καταχώρηση ή λανθασμένος ή παράνομος υπολογισμός του υπολοίπου.
Ενόψει των ως άνω, επιβεβαιώνεται ότι η αρχική κατάσταση λογαριασμού ως έχει κατατεθεί, αποτελούσε μέρος του αρχείου της ΣΠΕ Κισσόνεργας, η οποία χορήγησε το δάνειο και ότι το αρχείο αυτό σύμφωνα με το ιστορικό μεταφοράς του αρχείου της, μεταφέρθηκε αυτούσιο στην ενάγουσα κατά τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης. Η δε κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 23, συνάγεται από τα πιο πάνω ότι περιέχει όλες τις πράξεις οι οποίες αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό δανείου, μέχρι την μεταβίβαση του λογαριασμού στην ενάγουσα. Από πλευράς υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκε ότι η ΜΕ σύγκρινε τις αρχικές καταχωρήσεις της κατάστασης λογαριασμού με αυτές που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, παρά μόνο αμφισβητήθηκε το ποσοστό του τόκου, το οποίο η ενάγουσα αξιώνει μειωμένο σε σύγκριση με το αρχικό προβλεπόμενο επιτόκιο, το οποίο μείωσε στο ποσοστό του 6,5%, χωρίς να αξιώνει τόκο υπερημερίας. Άλλωστε, επαναλαμβάνω, ότι από πλευράς υπεράσπισης, ουδεμία εισήγηση ή υπόδειξη έγινε στην ΜΕ περί λανθασμένης καταχώρησης και δεν αμφισβητήθηκε συγκεκριμένη καταχώρηση σε αυτή, χρέωση ή πίστωση, ούτε υποδείχθηκε οποιοδήποτε ενδεχόμενο λάθος.
Ενόψει όλων των ως άνω, κρίνεται ότι το τεκμήριο 23 ήτοι η κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου, περιλαμβάνει την ορθή και πραγματική πορεία και εικόνα του λογαριασμού και αποτελεί επίσης την ορθή και ασφαλή βάση επί της οποίας ετοιμάστηκε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 24.
Αναφορικά με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 24, σύμφωνα με την ΜΕ αφαιρέθηκαν από τον επίδικο λογαριασμό όλες οι χρεώσεις εξόδων. Ούτε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού υποδείχθηκε κάποιο λάθος ή ανακρίβεια στις καταχωρήσεις που αυτή περιλαμβάνει και σύμφωνα με τη Νομολογία, μία αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με την οποία περιορίζεται η απαίτηση είναι επιτρεπτό να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο (βλ. Λοφίτης ν. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 304/2018, απόφαση ημερομηνίας 19.1.2024 και Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1238). Ενόψει συνεπώς των πιο πάνω, αποδέχομαι το τεκμήριο 24, ως την ορθή αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία παρουσιάζει το ορθό υπόλοιπο το οποίο οφείλεται δυνάμει του επίδικου λογαριασμού ως αυτό αξιώνεται από την ενάγουσα. Επαναλαμβάνω ότι ο εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του δεν αμφισβήτησε το ύψος του αξιούμενου ποσού.
Εις ότι αφορά την ανταπαίτηση, κρίνω ότι δεν έχει προσκομισθεί αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που θα μπορούσε να αποδείξει την ανταπαίτηση των εναγομένων, οι οποίοι έφεραν το βάρος απόδειξης της και ως εκ τούτου η ανταπαίτηση απορρίπτεται.
Ενόψει των ως άνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα απέδειξε την απαίτηση της εναντίον των εναγομένων και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €92.825,59 πλέον τόκο επί αυτού προς 6,50% ετησίως από 30.6.25 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού, εφόσον η ενάγουσα καταχώρησε την απαίτηση της μετά την εκποίηση της υποθήκης και ενώ είχε μειωθεί το αξιούμενο ποσό.
Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €50.000 - €100.000.
Ένα σετ εξόδων να υποβληθεί ενόψει της συνεκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης.
(Υπ.) ..................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο