EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Απαίτηση: 529/2024
Μεταξύ:
Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης
Ενάγουσα
και
1. Χριστόδουλου Παπαμιλτιάδης Δημητράκης
2. Παπαμιλτιάδους Αντιγόνη
3. Γεωργίου Μανώλης
4. Παπαμιλτιάδους (Μυρτούλλα) Μυρτώ
Τροποποιημένο Έντυπο Απαίτησης με Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 10.11.25
Μεταξύ:
Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης
Ενάγουσα
και
1. Χριστόδουλου Παπαμιλτιάδης Δημητράκης
2. Παπαμιλτιάδους Αντιγόνη
3. Γεωργίου Μανώλης
4. Ευαγγελία Πουλλά – Μακαρούνα, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Παπαμιλτιάδους (Μυρτούλα) Μυρτώ δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 20.8.25 στην Αίτηση Διαχείρισης με αρ. 318/25
Εναγόμενοι
Αίτηση ημερομηνίας 11.11.25 για παραμερισμό της εκδοθείσας ερήμην απόφασης ημερομηνίας 14.1.25 εναντίον της εναγόμενης 2
Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2026
Για την Εναγόμενη 2 / Αιτήτρια: Ε. Πουλλά ΔΕΠΕ
Για την Ενάγουσα / Καθ'ης η Αίτηση: Yiavashi Christofi LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό κρίση αίτηση, η αιτήτρια ζητά την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στις 14.1.25 στην παρούσα απαίτηση, εναντίον της εναγόμενης 2.
Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, Μέρος 1, 2, 3, 13 Καν. 13.1, 13.3 και 13.4, Μέρος 14 Καν. 14.1, 14.2(1)(δ) και 14.3(1)(β).
Ως προς τα γεγονότα, η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ε. Πουλλά – Μακαρούνα, δικηγόρου, στην οποία αναφέρει ότι στις 2.5.25 με Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η εναγόμενη 2 κηρύχθηκε ως ανίκανο πρόσωπο και η ίδια της έχει διοριστεί Διαχειρίστρια της περιουσίας της και κατέθεσε προς τούτο ως τεκμήριο 1 το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.5.25. Σύμφωνα με την πληροφόρηση την οποία έλαβε από την οικογένεια της αιτήτριας, αυτή ήταν ψυχικά ασθενής εδώ και πάρα πολλά χρόνια, όμως δεν την είχαν κηρύξει ανίκανο πρόσωπο για συναισθηματικούς λόγους. Παραπέμπει επίσης στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 10.4.25, τεκμήριο 2, σύμφωνα με το οποίο η αιτήτρια παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Πάφου από τις 5.2.91 λόγω σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Η ψυχική της κατάσταση είχε επηρεάσει την λειτουργικότητα της και ήταν ανίκανη να διαχειρίζεται την περιουσία της και να διευθετεί τις υποθέσεις της. Η ίδια της έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου 1. Μετά από σχετική έρευνα διαπίστωσε ότι η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 2, η οποία ένεκα της κατάστασης της υγείας της δεν το ανέφερε σε κανένα, ούτε και προέβη σε οιοδήποτε δικονομικό διάβημα για την προστασία των συμφερόντων της. Σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 6.11.25, τεκμήριο 4, η εναγόμενη 2 έχει νοσηλευτεί τόσο στην Ψυχιατρική Κλινική Λεμεσού όσο και στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας κατ’ επανάληψη, λόγω συχνών υποτροπών. Παρουσιάζει εμμένουσα μανιακού και ψυχωσικού τύπου συμπτωματολογία με ευφορικό συναίσθημα και παραληρητικές ιδέες. Λόγω χρονιότητας της νόσου της, το γνωσιακό της επίπεδο έχει επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό που την καθιστά ανίκανη να αντιληφθεί και να συμμετέχει σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή να διαχειρίζεται προσωπικές της υποθέσεις.
Ενόψει των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η προσωπική επίδοση στην εναγόμενη 2 δεν συνιστά καλή, νόμιμη και νομότυπη επίδοση, δεδομένου ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί της νομικές συνέπειες και επιπτώσεις αλλά και να λάβει ενέργειες για προάσπιση των συμφερόντων της. Εφόσον συνεπώς υπήρξε επίδοση σε πρόσωπο που δεν αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο των εγγράφων και τις διαδικασίες, θα πρέπει η εκδοθείσα απόφαση να παραμεριστεί δικαιωματικά, χωρίς να τεθεί θέμα εξέτασης αν υπάρχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή καθότι η εναγόμενη 2 δεν ήταν σε θέση να εγγυηθεί δια την λήψη οποιουδήποτε δανείου κατά το 2003, ούτε και να αντιληφθεί τέτοιο νομικό έγγραφο.
Η καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, με την οποία υποστηρίζει ότι η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1), το έντυπο απαίτησης επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 2 και δεν αμφισβητείται το γεγονός αυτό, η εναγόμενη 2 δεν έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση, δεν προβάλλεται οποιαδήποτε υπεράσπιση και τα τεκμήρια τα οποία συνοδεύουν την αίτηση δεν δεικνύουν πραγματική προοπτική επιτυχίας του μοναδικού ισχυρισμού της εναγόμενης 2 ότι δεν μπορούσε να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση δανείου λόγω ανικανότητας, δεν έχει παρουσιαστεί οποιοσδήποτε καλός λόγος τον οποίο το Δικαστήριο να εξετάσει και να κρίνει ότι απαιτείται ο παραμερισμός της απόφασης ή για να δώσει άδεια στην εναγόμενη 2 να υπερασπιστεί την απαίτηση, η αίτηση έχει υποβληθεί 10 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον της εναγόμενης 2 και έχει καταχωρηθεί με καθυστέρηση, η αίτηση είναι ατεκμηρίωτη, δεν πληροί τις προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης και τυχόν παραμερισμός της απόφασης θα αποστερήσει από την ενάγουσα τους καρπούς της επιτυχίας της και θα καταπατήσει τις αρχές της νομολογίας που επιβάλλουν την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων ως και τη διατήρηση της ισχύος των αποφάσεων.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Χ. Ανδρέου, στην οποία αναφέρει ότι στις 19.11.24 επιδόθηκε νομότυπα στην εναγόμενη 2 το έντυπο απαίτησης και ορθά θεωρήθηκε ότι είχε ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη προθεσμία που είχε η εναγόμενη 2 για να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Η ενάγουσα στις 10.12.24 καταχώρησε αίτηση για απόφαση ερήμην εναντίον της εναγόμενης 2 καθότι δεν είχε μέχρι τότε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση ορίστηκε την 14.1.25 όπου και εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 2. Εξ όσων γνωρίζει η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει σ’ εκείνες τις οποίες πρέπει να παραμεριστεί η απόφαση. Αποτελεί επίσης θέση του ότι η εναγόμενη 2 δεν παρουσίασε το αναγκαίο υπόβαθρο για να διαφανεί ότι έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση. Η μόνη αναφορά ότι δεν μπορούσε να υπογράψει κατά το 2003 δεν μπορεί από μόνη της να είναι ικανοποιητική. Φαίνεται επίσης ότι το Διάταγμα με το οποίο η εναγόμενη 2 κυρήχθηκε ανίκανο πρόσωπο εκδόθηκε στις 2.5.25, μήνες δηλαδή μετά την επίδοση του εντύπου απαίτησης και το γεγονός ότι η εναγόμενη 2 παρακολουθείται από ψυχίατρο από το 1991 δεν σημαίνει αυτομάτως ότι από το 1991 δεν μπορούσε να χειριστεί τις προσωπικές τις υποθέσεις. Συνεπώς, κατά τον χρόνο επίδοσης του εντύπου απαίτησης δεν υπήρξε ενημέρωση ότι δεν ήταν ικανή να εκπροσωπεί τον εαυτό της, ούτε είχε κηρυχθεί ανίκανο πρόσωπο, ισχυρισμός ο οποίος πρώτη φορά τέθηκε εν γνώσει της ενάγουσας με την παρουσίαση του Διατάγματος ημερομηνίας 2.5.25. Καταγράφει επίσης τον προβληματισμό του, πως είναι δυνατόν από το 1991 να μην είχε χρειαστεί η έκδοση του διατάγματος κήρυξης ανικάνου προσώπου και αυτό ενισχύει την θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 2 μπορούσε να χειρίζεται τις προσωπικές της υποθέσεις και ότι αυτό έπραττε καθώς χωρίς να υπάρχει το διάταγμα ουδείς μπορούσε να διαχειρίζεται τις προσωπικές της υποθέσεις. Τέλος, υποστηρίζει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση, ήτοι 10 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον της εναγόμενης 2.
Κατά το στάδιο ακρόασης της αίτησης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ σ’ αυτό.
Το ουσιαστικό δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την εξέταση της υπό κρίση αίτησης είναι το Μέρος 14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, όπου ο Κανονισμός 14.4(1) προβλέπει τα ακόλουθα:
«4.1. Πεδίο Εφαρμογής του παρόντος Μέρους
(1) Οι κανονισμοί αυτού του Μέρους παραθέτουν τη διαδικασία παραμερισμού ή διαφοροποίησης απόφασης, η οποία εκδίδεται δυνάμει του Μέρους 13 (απόφαση ερήμην).
14.2. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε, δυνάμει του Μέρους 13
(1) Το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του Μέρους 13, ανεξαρτήτως της σπουδής που επέδειξε ο εναγόμενος ή, στην περίπτωση ανταπαίτησης, ο ενάγων, ή, σε σχέση με την προοπτική επιτυχίας τους, αν η απόφαση εκδόθηκε εσφαλμένα:
(α) στην περίπτωση απόφασης, λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1)·
(β) στην περίπτωση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1) και 13.3(2)·
(γ) για τον λόγο ότι η απαίτηση ή ανταπαίτηση ικανοποιήθηκε στο σύνολό της πριν από την έκδοση απόφασης· ή
(δ) για τον λόγο ότι το έντυπο απαίτησης δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα.
14.3. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13
(1) Σε κάθε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13 με τέτοιους όρους ως κρίνεται δίκαιο αν:
(α) ο εναγόμενος ή ο ενάγων έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση ή ανταπαίτηση· ή
(β) το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος για τον οποίο:
(i) πρέπει να παραμεριστεί ή διαφοροποιηθεί η απόφαση· ή
(ii) πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί την απαίτηση.
(2) Το δικαστήριο, εξετάζοντας αν πρέπει να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13, στα θέματα τα οποία λαμβάνει υπόψη του περιλαμβάνεται και το κατά πόσο το πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση της απόφασης, υπέβαλε τη σχετική αίτηση χωρίς χρονοτριβή.»
Όπως προκύπτει από τον ως άνω Κανονισμό, διαχωρίζονται πλέον μετά την θέσπιση των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο υποχρεούται να παραμερίζει μία απόφαση από τις περιπτώσεις εκείνες όπου το Δικαστήριο διατηρεί την διακριτική του ευχέρεια για να παραμερίσει μία απόφαση. Από το σαφές λεκτικό του Κανονισμού 14.2, το Δικαστήριο υποχρεούται να παραμερίσει μία απόφαση όταν αυτή εκδόθηκε εσφαλμένα και στον βαθμό που αφορά η υπό κρίση αίτηση, όταν το έντυπο απαίτησης δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα. Η δυνητική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται σε περιπτώσεις όπου καταγράφονται στον Κανονισμό 14.3, μία εκ των οποίων αφορά την περίπτωση όπου ο εναγόμενος έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση ή όταν το Δικαστήριο κρίνει «ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος» για να παραμεριστεί η απόφαση ή να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί. Κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά πόσο το πρόσωπο που επιδιώκει τον παραμερισμό υπέβαλε τη σχετική αίτηση χωρίς χρονοτριβή.
Η αιτήτρια στηρίζει την αίτηση της πρωτίστως στο ότι η επίδοση του εντύπου απαίτησης δεν είχε γίνει στην πραγματικότητα, λόγω της ψυχικής διαταραχής που αντιμετωπίζει από το 1991 σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία παρουσίασε η διαχειρίστρια της περιουσίας της η οποία διορίστηκε με Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.5.25, τεκμήριο 1, δια του οποίου η εναγόμενη 2 κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο.
Πράγματι, σύμφωνα με τα τεκμήρια 2 και 4, φαίνεται ότι η εναγόμενη 2, από το έτος 1991 παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Πάφου και συγκεκριμένα από τις 5.2.1991 λόγω σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Στο παρελθόν επίσης, είχε νοσηλευτεί λόγω υποτροπής της κατάστασης της. Τα τεκμήρια 2 και 4 φέρουν ημερομηνίες 10.4.25 και 6.11.25 αντίστοιχα. Σε αμφότερες δε ιατρικές βεβαιώσεις, αναφέρεται ότι η ψυχική της κατάσταση έχει επηρεάσει την λειτουργικότητα της και είναι ανίκανη να διαχειρίζεται την περιουσία της και να διευθετεί τις υποθέσεις της. Στο δε τεκμήριο 4, ημερομηνίας 6.11.25, αναφέρεται ότι λόγω χρονιότητας της νόσου, το γνωσιακό της επίπεδο έχει επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό που την καθιστά ανίκανη να αντιληφθεί και να συμμετέχει σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή να διαχειρίζεται προσωπικές της υποθέσεις.
Από τα πιο πάνω όμως, δεν προκύπτει κατά σαφή, τεκμηριωμένο και πειστικό τρόπο ότι η εναγόμενη 2 κατά την επίδοση του εντύπου απαίτησης, ήτοι στις 19.11.24, στην ίδια προσωπικά, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την φύση του εγγράφου το οποίο έλαβε ή την φύση της διαδικασίας για την οποία λάμβανε γνώση. Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 4, αποτέλεσαν τα έγγραφα τα οποία οδήγησαν προφανώς το Δικαστήριο στην κήρυξη της εναγόμενης 2 σε ανίκανο πρόσωπο, στις 2.5.25, ήτοι έξι μήνες μετά την επίδοση του εντύπου απαίτησης, χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τον βαθμό αντίληψης της εναγόμενης 2 κατά τον χρόνο όπου έλαβε χώρα η επίδοση. Τονίζω επίσης ότι σε κανένα εκ των ιατρικών πιστοποιητικών δεν αναφέρεται ότι η εναγόμενη 2 στερείτο αντίληψης κατά τον χρόνο της επίδοσης. Ο επηρεασμός του γνωσιακού της επιπέδου και η ανικανότητα της για αντίληψη καταγράφεται για πρώτη φορά στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 6.11.25, ένα χρόνο δηλαδή μετά την επίδοση.
Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι από το 1991, όπου η εναγόμενη 2 παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, ουδέποτε κρίθηκε αναγκαίο προηγουμένως να τύχει διαχείρισης οποιοδήποτε προσωπικό της θέμα ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι πριν την 2.5.25 όπου κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο, κάποιο άλλο πρόσωπο διαχειριζόταν την περιουσία της ή η εναγόμενη 2 αντιμετώπιζε κάποιο άλλο συγκεκριμένο λειτουργικό ζήτημα που να επηρέαζε την κρίση και αντίληψη της. Δεν παραβλέπω επίσης ότι κατά τον χρόνο επίδοσης του εντύπου απαίτησης, η εναγόμενη 2 δεν ανέφερε οτιδήποτε στον ιδιώτη επιδότη ως προς οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, αντίθετα, όπως φαίνεται στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, κατά την επίδοση η ίδια της ενεργά λαμβάνοντας το έντυπο απαίτησης, είχε επιλέξει να μην υπογράψει, δείχνοντας έτσι ότι ήταν σε θέση να λάβει απόφαση για το πώς θα αντιμετώπιζε την επίδοση των εγγράφων.
Η εναγόμενη 2 κυρήχθηκε ανίκανο πρόσωπο, επαναλαμβάνω, έξι μήνες μετά την επίδοση του εντύπου απαίτησης στην ίδια προσωπικά, ενώ σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά, καμία αναφορά γίνεται για την ψυχιατρική κατάσταση της εναγόμενης 2 κατά τον χρόνο επίδοσης του εντύπου απαίτησης.
Συνεπώς η θέση της αιτήτριας ότι η εναγόμενη 2 δεν ήταν σε θέση να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, κρίνεται ότι στερείται τεκμηρίωσης και πειστικότητας. Καταλήγω συνεπώς, ότι το έντυπο απαίτησης επιδόθηκε νόμιμα και δεόντως στην εναγόμενη 2 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 6.4 και η εναγόμενη 2 έλαβε δεόντως γνώση της διαδικασίας αλλά και της προθεσμίας στην οποία είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης χωρίς να το πράξει, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η απόφαση ημερομηνίας 14.1.25 εναντίον της. Κατά συνέπεια των ως άνω, η εισήγηση της αιτήτριας ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί στη βάση της αρχής της ex debito justitiae και σύμφωνα με τα όσα προβλέπει ο Κανονισμός 14.2, δεν γίνεται αποδεκτή.
Η αιτήτρια υποστηρίζει επίσης ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί λόγω του ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση στην απαίτηση εφόσον η εναγόμενη 2 δεν ήταν σε θέση κατά το 2003 να εγγυηθεί για την λήψη οποιουδήποτε δανείου ή να αντιληφθεί τέτοιο νομικό έγγραφο.
Όπως προκύπτει από τον ως άνω Κανονισμό 14.3 το Δικαστήριο ακόμα και όπου η επίδοση κριθεί έγκυρη και νομότυπη, διατηρεί διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει μία απόφαση όταν ο εναγόμενος καταδείξει ότι «έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση».
Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Αγγλικό Whitebook 2024 παράγραφος 13.3.1:
«[.]The defendant applying to set aside the judgment must come within r.13.3(1)(a) or (b). It is not enough to show an "arguable" defence; the defendant must show that they have "a real prospect of successfully defending the claim". It is essentially the same test as applied to summary judgment applications under Pt 24. This test is more fully covered in para.24.2.3; see also Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91, CA.
In ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] All E.R. (D)75; [2003] C.P. Rep. 51, Potter LJ explained the distinction between the tests:
".the only significant difference between the provisions of CPR 24.2 and 13.3(1), is that under the former the overall burden of proof rests upon the claimant to establish that there are grounds for his belief that the respondent has no real prospect of success whereas, under the latter, the burden rests upon the defendant to satisfy the court that there is good reason why a judgment regularly obtained should be set aside. That being so, although generally the burden of proof is in practice of only marginal importance in relation to the assessment of evidence, it seems almost inevitable that, in particular cases, a defendant applying under CPR 13.3(1) may encounter a court less receptive to applying the test in his favour than if they were a defendant advancing a timely round of resistance to summary judgment under CPR 24.2.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Καθοδήγηση δύναται επίσης να αντληθεί και από την Αγγλική επί του θέματος Νομολογία, η οποία ερμηνεύει αντίστοιχες διατάξεις των Κανονισμών 'Civil Procedure Rules', που είναι πανομοιότυπες με το Μέρος 14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας ανωτέρω.
Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Gentry v. Miller [2016] EWCA Civ 141 όπου αναφέρθηκαν από το Court of Appeal τα εξής:
«The first questions that arise, however, in dealing with an application to set aside a judgment under CPR r 13.3 are the express requirements of that rule, namely whether the defendant has a real prospect of successfully defending the claim or whether there is some other reason why the judgment should be set aside, taking into account whether the person seeking to set aside the judgment made an application to do so promptly. Since the application is one for relief from sanctions, the tests in [Denton] then come into play. The first test as to whether there was a serious or significant breach applies, not to the delay after the judgment was entered, but to the default in serving an acknowledgement that gave rise to the sanction of a default judgment in the first place. The second and third tests then follow, but the question of promptness in making the application arises both in considering the requirements of CPR r 13.3(2) and in considering all the circumstances under the third stage in [Denton]. » (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου).
Σε ότι αφορά το βάρος απόδειξης της ύπαρξης πραγματικής προοπτικής για επιτυχή υπεράσπιση της απαίτησης, παραπέμπω στην υπόθεση Redbourn Group Ltd v Fairgate Development Ltd [2017] EWHC 1223, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:
«22. The test is the same as that which applies on an application for summary judgment: the defendant must demonstrate that it has a "realistic" prospect of success. That means that its defence must be shown to carry some degree of conviction, and must be more than merely arguable: see ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ. 472....
24. It will be seen from this that, although the court must be careful not to embark on a detailed 'mini-trial', it ought to test the assertions being made by the party seeking, in this case, to set aside judgment, to see if they have any real substance, and/or whether they are contradicted by contemporaneous documents. It is also necessary to see whether a further opportunity to put in further evidence and/or documents would or could make any difference. »(η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου).
Θα πρέπει συνεπώς η αιτήτρια στην προκειμένη περίπτωση να καταδείξει ως απαιτείται και στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, την ύπαρξη μίας υπεράσπισης με πραγματική και ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας. Η αιτήτρια όμως περιορίστηκε στην γενική και αόριστη αναφορά ότι κατά το 2003 όπου η εναγόμενη 2 υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης, δεν ήταν σε θέση να το πράξει και δεν αντιλαμβανόταν τέτοιο νομικό έγγραφο. Η προβαλλόμενη υπεράσπιση, δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε στοιχείο ή γεγονός που θα μπορούσε να προσδώσει σ’ αυτήν κάποια βασιμότητα που θα μπορούσε να προδιαγράψει την απαιτούμενη ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας. Δεν γίνεται καμία αναφορά στις περιστάσεις κατ’ αρχάς υπογραφής της συμφωνίας από μέρους της εναγόμενης 2, καθώς επίσης δεν παρουσιάζεται σχετική ιατρική μαρτυρία που να συνδέει την σημερινή κατάσταση της εναγόμενης 2, ήτοι ως ανίκανο πρόσωπο, με την κατάσταση της 23 χρόνια πριν, ήτοι το 2003 όπου παραχώρησε την εν λόγω εγγύηση για την οποία εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της. Κρίνεται επίσης ουσιαστικό να τονίσω ότι η αιτήτρια δεν αναφέρει πώς γνωρίζει οτιδήποτε που να αφορά την προβαλλόμενη υπεράσπιση εκ μέρους της εναγόμενης 2 και συγκεκριμένα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το 2003, εφόσον χρονικά η αιτήτρια φαίνεται να εμπλάκηκε στην υπόθεση με τον διορισμό της ως διαχειρίστρια της εναγόμενης 2 κατά το έτος 2025, χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε γεγονός που να προηγείται του διορισμού της.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση, δεν είναι επαρκής για να καταδείξει ότι η εναγόμενη 2 έχει πραγματική και ρεαλιστική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση.
Σύμφωνα με τον Καν.14.3(1)(β), το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να παραμερίσει ερήμην απόφαση και να επιτρέψει σε εναγόμενο να υπερασπιστεί την απαίτηση, όταν κρίνει ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος.
Σχετική είναι η υπόθεση Erol v. Global Fashion Links [2014] EWHC 4687 (IPEC) στην οποία λεχθήκαν τα εξής:
«7. Broadly speaking, there are two alternative grounds on which the court may set aside a default judgment. The first, (a), is where the defendant has a real prospect of successfully defending the claim. The second, which is stated to be in the alternative, (b), is where there is some other good reason either to set aside judgment or to allow the defendant to defend the claim. On its face therefore it would seem that even if the court reaches the view that the defendant has no real prospect of successfully defending the claim, in certain circumstances it may still allow the defendant to pursue what would appear, at least on the evidence at that point, to be a defense that is doomed to fail at trial. It is to be assumed that if that is a correct reading of CPR 13.3, this will rarely be appropriate.» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
Συνάγεται από το ως άνω απόσπασμα ότι τι Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική εξουσία για παραμερισμό της απόφασης ακόμα και όταν η υπεράσπιση είναι πιθανό να αποτύχει. Τέτοια όμως εξουσία, ως προκύπτει και από τα πιο πάνω, σπάνια είναι κατάλληλη και προφανώς θα πρέπει να ασκείται ανάλογα πάντοτε με τα περιστατικά της υπόθεσης και όπου κρίνεται ότι υπάρχουν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις που η ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά και ο πρωταρχικός σκοπός θα επέβαλλε τον παραμερισμό της απόφασης.
Λαμβάνοντας όμως υπόψη το σύνολο των ως άνω αλλά και το σύνολο των όσων προέβαλε η αιτήτρια, δεν διαπιστώνω κάποιο άλλο ιδιαίτερο λόγο που θα δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του παραμερισμού της απόφασης, εφόσον καμία αποδεκτή εξήγηση δόθηκε για την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από μέρους της εναγόμενης 2 στον χρόνο που καταγραφόταν στο έντυπο απαίτησης ενώ επαναλαμβάνω καμία υπεράσπιση έχει προβληθεί με πραγματική προοπτική επιτυχίας που θα ήταν άδικο να μην επιτραπεί στην εναγόμενη 2 να προωθήσει. Πέραν τούτων, δεν έχει καταδειχθεί ότι η εναγόμενη 2 θα υποστεί κάποια ασυνήθιστη βλάβη λόγω της έκδοσης της απόφασης εναντίον της.
Για τους πιο πάνω λόγους, αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν έχει ικανοποιηθεί καμία από τις προϋποθέσεις που τίθενται στον Κανονισμό 14..2 και 14.3, ώστε να αιτιολογείται ο παραμερισμός της εκκαλούμενης απόφασης και η αίτηση απορρίπτεται.
Εις ότι αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 39.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το Δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ακρόασης η οποία διήρκησε συνολικά όχι πέραν των 6 ωρών. Περαιτέρω, αποτελεί καθήκον των συνηγόρων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου να καταθέτουν κατάλογο εξόδων, δύο ημέρες πριν την ακρόαση, ως προβλέπεται στον Κανονισμό 39.9(1). Εφόσον όμως στην προκειμένη περίπτωση οι συνήγοροι δεν καταχώρησαν κατάλογο εξόδων, το Δικαστήριο προέβηκε σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων της υπό κρίση αίτησης.
Συνεπώς, επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ’ ης η αίτηση τα έξοδα της αίτησης για το ποσό των €2.400 πλέον Φ.Π.Α., τα οποία να καταβληθούν στην καθ’ ης η αίτηση εντός 60 ημερών από σήμερα.
(Υπ.) .................................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο