Χαράλαμπος Δημητρίου ν. Κυριακή Αντωνίου κ.α., Απαίτηση – Μέρος 8: 61/26, 15/7/2026
print
Τίτλος:
Χαράλαμπος Δημητρίου ν. Κυριακή Αντωνίου κ.α., Απαίτηση – Μέρος 8: 61/26, 15/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον:  Χρ. Χατζηγεωργίου, A.Ε.Δ.

 

Απαίτηση – Μέρος 8: 61/26

Μεταξύ: 

 

                                                   Χαράλαμπος Δημητρίου

Ενάγοντας

 

και

 

1.    Κυριακή Αντωνίου

2.    Έλενα Δημητρίου

3.    Δημήτρης Δημητρίου

 

Εναγόμενοι 

--------------

 

Ημερομηνία:  15 Ιουνίου, 2026

 

Εμφανίσεις

Για Ενάγοντα: Στέλλα Μιχαήλ & Σια ΔΕΠΕ και κα Μ. Πατσαλίδου

Για Εναγόμενη 1: Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενους 2 και 3: Καμία Εμφάνιση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

            Ο ενάγοντας με την απαίτηση του αξιώνει την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος  του εναντίον των εναγομένων 1 – 3, για ειδική εκτέλεση του Κανόνα Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.6.18 ο οποίος εκδόθηκε στην αίτηση με αριθμό 16/14 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου, για περίοδο δύο ετών από την 13.6.24, Διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης 2 για περίοδο δύο ετών από την 12.12.25 λόγω του ότι η εγγραφή του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής [ ] στο όνομα της δια δωρεάς από την εναγόμενη 1 είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και Διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου 3 για περίοδο δύο ετών από την 10.12.25 λόγω του ότι η εγγραφή του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής 0/9559 στο όνομα του δια δωρεάς από την εναγόμενη 1 είναι πράξη ανυπόστατη και/ή άκυρη.    

 

            Η απαίτηση στηρίζεται στο Μέρος 1, 2, 3, 4, 6, 8, 20, 22, 32, 38 και 39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30(3) του Συντάγματος, στα άρθρα 1, 2, 7, 13, 15, 17 και 22 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν. 66(Ι)/2012 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

            H απαίτηση, ως προβλέπεται στο Μέρος 8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα, στην οποία αναφέρει ότι υπήρξε σύζυγος με την εναγόμενη 1 με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τους εναγόμενους 2 και 3. Κατά το στάδιο επίλυσης των περιουσιακών διαφορών τους, υπογράφηκε μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 12.6.18, η οποία κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης επίλυσης περιουσιακών διαφορών την οποία ο ενάγοντας καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον της εναγόμενης 1, τεκμήριο 1. Με την ως άνω συμφωνία είχαν καθοριστεί τα δικαιώματα των πρώην συζύγων σε σχέση με διαμερίσματα και καταστήματα, όπου μεταξύ άλλων προβλεπόταν ότι η εναγόμενη 1 κατά την 1.12.18 θα παράδιδε στον ενάγοντα ελεύθερη και κενή την κατοχή των δύο διαμερισμάτων και των τριών καταστημάτων με όλο τον υφιστάμενο οικιακό εξοπλισμό και έπιπλα. Οι εν λόγω όροι ουδέποτε υλοποιήθηκαν παρά τις προσπάθειες του ενάγοντα για συμμόρφωση. Ως αποτέλεσμα, ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή 184/19 ενώπιον του Ε.Δ. Πάφου, με σκοπό τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ως απορρέουν από τη συμφωνία, καταθέτοντας ως τεκμήριο 2 αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος. Ως ενημερώθηκε από τους τότε δικηγόρους του, η εναγόμενη 1 κατά τον Δεκέμβριο του 2019 μεταβίβασε δια δωρεάς στους εναγόμενους 2 και 3, ακίνητα τα οποία θα έπρεπε να μεταβιβαστούν στον ίδιο παρόλο που όλα τα μέρη γνώριζαν ότι τα εν λόγω ακίνητα αποτελούσαν αντικείμενα του Κανόνα Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας έλαβε γνώση του εν λόγω γεγονότος περί τον Δεκέμβριο του 2020 από τους τότε δικηγόρους του κατά το στάδιο εγγραφής προσωρινού διατάγματος στην περιουσία της εναγόμενης 1. Η μεταβίβαση των ακινήτων στους εναγόμενους 2 και 3, κατέστησε αναγκαίους διάδικους τους εναγόμενους 2 και 3. Μετά την καταχώρηση της αγωγής, στις 20.12.22 οι τότε δικηγόροι του έλαβαν επίδοση από το Δικαστήριο με την οποία καλούνταν να καταχωρήσουν έκθεση απαίτησης εντός καθορισμένης προθεσμίας αλλιώς η αγωγή κινδύνευε να απορριφθεί λόγω παράλειψης προώθησης, ως το τεκμήριο 4. Παρά τη σοβαρότητα της ειδοποίησης, ουδέποτε ενημερώθηκε για την ύπαρξη της και οι τότε δικηγόροι του παρέλειψαν να καταχωρήσουν έκθεση απαίτησης. Ως αποτέλεσμα της ως άνω παράλειψης, το Δικαστήριο στις 10.1.23 εξέδωσε απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή λόγω παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας, ως το τεκμήριο 5. Οι τότε δικηγόροι του, απέκρυψαν πλήρως το γεγονός αυτό από τον ίδιο και δεν έλαβε ποτέ σχετική ενημέρωση. Αντιθέτως, από το 2023 – 2025, του έδιδαν ψευδείς διαβεβαιώσεις μεταξύ άλλων ότι η αγωγή προχωρούσε και ότι υπήρχαν καθυστερήσεις λόγω επανασύνθεσης δικαστών, ότι θα ορίζονταν νέες δικασίμοι και ότι έπρεπε να λαμβάνει άδεια από την εργασία του για να εμφανίζεται στο Δικαστήριο. Βασιζόμενος στις ως άνω διαβεβαιώσεις λάμβανε άδεια από την εργασία του και παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο, χωρίς να γνωρίζει ότι η υπόθεση του είχε ήδη τερματιστεί. Μετά από έρευνα που διενεργήθηκε στις 26.1.26 στον φάκελο της αγωγής από τους νυν δικηγόρους του, διαπιστώθηκε ότι η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος η οποία καταχωρήθηκε στις 21.2.19, απορρίφθηκε στις 25.11.19, λόγω μη εμφάνισης των τότε δικηγόρων του. Ουδέποτε ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό, ενώ τον Δεκέμβριο του 2020 του ζητήθηκε να υπογράψει νέα ένορκη δήλωση με την αιτιολογία ότι απαιτείτο συμπληρωματική μαρτυρία. Την 1.12.20 οι τότε δικηγόροι του καταχώρησαν νέα αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε τυχαία από τον εναγόμενο 3, ασκούμενο δικηγόρο, ο οποίος επισκέφθηκε το Πρωτοκολλητείο στις 28.11.25 και ενημερώθηκε ότι η αγωγή απορρίφθηκε. Στις 4.12.25 έλαβε επίσημα γνώση της απόρριψης της αγωγής. Στις 29.1.26 υπέβαλε παράπονο εναντίον των τότε δικηγόρων του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων, ως το τεκμήριο 6. Υποστηρίζει τέλος, ότι η μη έγκαιρη άσκηση των δικαιωμάτων του δεν οφείλεται σε αμέλεια ή αδιαφορία αλλά σε συνεχή και δόλια παραπλάνηση από τους τότε δικηγόρους του και το αίτημα του είναι δίκαιο να εγκριθεί προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και αποφυγή κατάφωρης αδικίας εις βάρος του.

 

            Οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης.

 

            Η εναγόμενη 1 καταχώρησε ένσταση με την οποία υποστηρίζει ότι το αίτημα του ενάγοντα είναι πραγματικά και νομικά ανυπόστατο, βασίζεται σε αναληθείς ισχυρισμούς, δεν είναι δίκαιο να παραταθεί ο χρόνος παραγραφής, η έλλειψη επιμέλειας του ενάγοντα και/ή των αντιπροσώπων του δεν αποτελεί λόγο για έγκριση του αιτήματος, η έγκριση του αιτήματος θα δημιουργούσε νέο αγώγιμο δικαίωμα σε βάρος της εναγόμενης 1 και θα προκαλούσε τεράστια ζημιά σ’ αυτήν και έγκριση του αιτήματος θα καταστρατηγούσε το δικαίωμα της εναγόμενης 1 για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εντός ευλόγου χρόνου.

 

            Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης 1 στην οποία αναφέρει ότι κατά την έγγαμη συμβίωση της με τον ενάγοντα, ανέπτυξε δική της ακίνητη περιουσία που είχε λάβει από τους γονείς της. Η ανάπτυξη έγινε με δανεισμό, υποθηκεύοντας περιουσία την οποία ανέπτυξε και την κατοικία της. Ο ενάγοντας ετσιθελικά διαχειριζόταν όπως ήθελε την ακίνητη περιουσία και η κακή του διαχείριση οδήγησε σε σημαντική οικονομική ζημιά και κίνδυνο εκποίησης της περιουσίας της. Σημειώνει ότι ανέπτυξε την εν λόγω περιουσία για τα παιδιά της. Αποτελεί θέση της ότι η συμφωνία ετοιμάστηκε από τον ενάγοντα με τους δικούς του όρους και υπογράφηκε από μέρους της για να αποφευχθεί η εκποίηση της περιουσίας της, χωρίς να είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης συναίνεσης της, υπογράφοντας την υπό το κράτος φόβου, ψυχικής πίεσης, εκβιασμού και εξαναγκασμού. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, διέθεσε τα 8 διαμερίσματα προς πώληση για να εξοφλήσει την Τράπεζα Κύπρου και αποφεύχθηκε η εκποίηση της περιουσίας της. Το υπόλοιπα δάνεια, αντικαταστάθηκαν με δάνειο ύψους €150.000 και ο ενάγοντας απαλλάχτηκε από οποιαδήποτε υποχρέωση. Δηλαδή, με τη συμφωνία που επικαλείται ο ενάγοντας, στην ίδια αναλογούσε ένα κατάστημα και η υποχρέωση για αποπληρωμή του δανείου και στον ενάγοντα αναλογούσαν 3 διαμερίσματα και 3 καταστήματα χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση. Υποστηρίζει επίσης ότι ο ενάγοντας είχε λάβει γνώση ότι είχε προβεί σε μεταβιβάσεις προς τα παιδιά τους κατά το 2019 και αφού εξασφάλισε άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.3.21, τεκμήριο Α. Η παράλειψη προώθησης της αγωγής 184/19 όπως και το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν αντέδρασε στην μεταβίβαση προς τα παιδιά τους, την καθησύχασε. Για τους λόγους τους οποίους επεξηγεί, υποστηρίζει ότι θα ήταν άδικο να εγκριθεί το αίτημα του ενάγοντα.   

           

           Κατά την ακρόαση της απαίτησης, κατατέθηκαν από αμφότερες πλευρές, γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστηρίζονται οι εκατέρωθεν θέσεις τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους.

 

            Το άρθρο 22 του Νόμου 66(Ι)/22, επί του οποίου στηρίζεται η απαίτηση, προβλέπει τα ακόλουθα:

 

«22. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση υποβάλλεται με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής ως το άρθρο 21.»

 

        Ο Κανόνας Δικαστηρίου υπέχει θέση σύμβασης. Ως προς το χρόνο παραγραφής που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αφορά κατ’ ισχυρισμό παράβαση σύμβασης, σχετικό είναι το άρθρο 7 του Νόμου, το οποίο, εις το βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, έχει ως ακολούθως:

 

«7.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής..»

        Επί τη βάση των ως άνω προνοιών, η περίοδος παραγραφής στην προκειμένη περίπτωση είναι έξι χρόνια από την 1.12.18, δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, η εναγόμενη 1 όφειλε να του παραδώσει τα δύο διαμερίσματα και τα τρία καταστήματα. Αναφορικά με τους εναγόμενους 2 και 3, η προσθήκη τους σύμφωνα με τον ενάγοντα κατέστη αναγκαία λόγω της μεταβίβασης δύο ακινήτων στο όνομα τους. Ο ενάγοντας άσκησε το δικαίωμα του για καταχώρηση αγωγής, καταχωρώντας την αγωγή 184/19, η οποία για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω και προβάλλει ο ενάγοντας, απορρίφθηκε στις 10.1.23 λαμβάνοντας γνώση του γεγονότος αυτού, στις 4.12.25.

            Είναι δεδομένο στην προκειμένη περίπτωση ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης 1, έχει παραγραφεί, όπως επίσης και για τους εναγόμενους 2 και 3. Διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής τα όσα προβλέπει το άρθρο 17 του Νόμου 66(Ι)/12, εφόσον κατά την απόρριψη της αγωγής ο χρόνος παραγραφής δεν είχε παρέλθει ούτε και καταχωρήθηκε νέα αγωγή εντός έξι μηνών από την λήξη του χρόνου παραγραφής. Σύμφωνα με το άρθρο 17, ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και θεωρείται ότι αρχίζει να τρέχει εκ νέου εξ υπαρχής στην περίπτωση όπου η αγωγή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς ή απορριφθεί δυνάμει διατάξεων διαδικαστικού κανονισμού που αφορά καταχώριση δικογράφων, ως η παρούσα περίπτωση, όπου η καταχώρηση της αρχικής αγωγής, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως χρόνος αναστολής του χρόνου παραγραφής και σε περίπτωση που ο δικαιούχος εγείρει ταυτόσημη αγωγή μέσα σε έξι μήνες, ο χρόνος παραγραφής θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή, χωρίς όμως ο ενάγοντας να έχει ενεργήσει κατ’ αυτό τον τρόπο.

            Όπως προκύπτει από τις θέσεις τις οποίες προβάλλει ο ενάγοντας, ουσιαστικά η πρώτη αγωγή, απορρίφθηκε λόγω της αποδιδόμενης αμέλειας και παραλείψεων των προηγούμενων δικηγόρων του στις 10.1.23 και έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού στις 4.12.25 και ενώ είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του εναντίον των εναγομένων.

            Το ουσιαστικό ερώτημα το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο η συμπεριφορά των δικηγόρων του ενάγοντα συνιστούν καλό και βάσιμο λόγο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο παραγραφής, αναβιώνοντας το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα.

            Είναι καλά εδραιωμένη και εμπεδωμένη αρχή δικαίου, ότι οι προθεσμίες και ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής θα πρέπει να τηρούνται με ευλάβεια και αυστηρότητα και μόνο έτσι επιτυγχάνεται η ασφάλεια δικαίου αλλά και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Evand Promotions Ltd. κ.ά. ν. Frank Rutman (Aρ. 2) (1998) 1 ΑΑΔ 2123: «Η τήρηση των προθεσμιών και γενικά των κανόνων που διέπουν τη λήψη δικαστικών μέτρων, αποτελεί παράγοντα, ο οποίος άπτεται σε κάθε περίπτωση των συμφερόντων της δικαιοσύνης».

            Εξέτασα επίσης με την απαιτούμενη προσοχή τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο ενάγοντας προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη δική του συμπεριφορά στα πλαίσια της αγωγής η οποία εκκρεμούσε αλλά και για να τεκμηριώσει τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε γνώση για την απόρριψη της αγωγής. Διαπιστώνω όμως, ότι ο ίδιος του δεν επέδειξε την απαιτούμενη σπουδή και δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα για να λαμβάνει γνώση της πορείας της υπόθεσης. Ναι μεν φαίνεται στο τεκμήριο 6, την καταγγελία την οποία κατέθεσε εναντίον των συνηγόρων του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων, να ανταλλάσσει διάφορα μηνύματα σε σχέση με τις ημερομηνίες που θα έπρεπε να βρίσκεται στο Δικαστήριο ή την προσπάθεια του να συναντηθεί με τον συνήγορο του, από την άλλη όμως όπως ο ίδιος του ισχυρίζεται στην παρ. 19 της ένορκης του δήλωσης, λάμβανε άδειες από την εργασία του και παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο χωρίς να γνωρίζει ότι η υπόθεση του είχε ήδη τερματιστεί. Εφόσον συνεπώς παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο για την υπόθεση του, πώς είναι δυνατόν να μην γνώριζε ότι η αγωγή είχε ήδη τερματιστεί; Πώς είναι δυνατόν επίσης να παρουσιάζεται ενώπιον Δικαστηρίου ενώ η αγωγή να είχε ήδη απορριφθεί; Η προβαλλόμενη θέση του αυτή, στερεί εν μέρει και την απαιτούμενη πειστικότητα από την όλη εκδοχή του ως προς τον χρόνο όπου έλαβε γνώση του γεγονότος της απόρριψης, εφόσον η παρουσία του στο Δικαστήριο, ως ισχυρίζεται και αν αυτή ευσταθεί, θα μπορούσε να φέρει εις γνώση του το γεγονός της απόρριψης. Τα πιο πάνω, δημιουργούν επίσης στο Δικαστήριο αμφιβολία ως προς το κατά πόσο όντως ο ενάγοντας έλαβε γνώση για την απόρριψη της αγωγής κατά τον χρόνο που ο ίδιος ισχυρίζεται. Πέραν τούτων, ο ενάγοντας, δεν έχει επεξηγήσει κατά πειστικό τρόπο γιατί δεν λάμβανε ο ίδιος του κάποια προληπτικά ή προστατευτικά μέτρα για τον ίδιο σε σχέση με την εκκρεμούσα αγωγή, εφόσον όπως φαίνεται στα μηνύματα τα οποία αντάλλαζε με τον δικηγόρο του και επισυνάπτονται στο τεκμήριο 6, ουδέποτε διευθετήθηκε συνάντηση με τον δικηγόρο τους όπως απαιτούσε να γίνει, ενώ περιοριζόταν στην ανταλλαγή μηνυμάτων χωρίς να απαιτήσει να λάβει σαφή εικόνα και πληροφόρηση για την υπόθεση του. Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο και ο ίδιος του επέτρεψε την εξέλιξη της διαδικασίας, ενώ δεν φαίνεται να υπήρχε η απαιτούμενη ανταπόκριση από τον δικηγόρο του, αποτελεί στοιχείο που οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι και ο ίδιος του δεν επέδειξε την απαιτούμενη σπουδή και ενδιαφέρον για την υπόθεση του.

            Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, σε περιπτώσεις ως η παρούσα όπου για παράταση του χρόνου παραγραφής ο ενάγοντας επικαλείται τις παραλείψεις του συνηγόρου του, λαμβάνεται υπόψη και το δικαίωμα του ενάγοντα για διεκδίκηση αποζημιώσεων εναντίον του συνηγόρου του, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Firman v. Ellis (1978) 2 All E.R. 851. Δηλαδή, το αίτημα του ενάγοντα για παράταση του χρόνου της παραγραφής με σκοπό να αναβιώσει το αγώγιμο δικαίωμα του, δεν αποτελεί τη μοναδική του θεραπεία για να αποκαταστήσει την επικαλούμενη ζημιά του, εφόσον διατηρεί το δικαίωμα του εναντίον των συνηγόρων του προς αποζημίωση και αυτός είναι ένας παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, ειδικά όταν ο χρόνος που έχει παρέλθει έχει ουσιαστικά διαφοροποιήσει την κατάσταση για τον εναγόμενο όπως επίσης έχει λεχθεί στην υπόθεση Firman (βλ. ανωτέρω).            

            Όπως έχει επίσης λεχθεί στην υπόθεση Horton v Sadler and another [2006] All ER (D) 130 (Jun), [2006] UKHL, στην οποία κατά την πρώτη αγωγή του ενάγοντα για αποζημιώσεις λόγω ατυχήματος δεν υπήρξε συμμόρφωση με απαίτηση του Νόμου σε σχέση με τον ασφαλιστή και ενώ εκκρεμούσε η αγωγή καταχωρήθηκε δεύτερη, μετά την λήξη του χρόνου παραγραφής, για την οποία ο συνήγορος του ενάγοντα είχε συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Νόμου. Κατά τη δεύτερη αγωγή εγέρθηκε ζήτημα παραγραφής και κατ’ έφεση λεχθήκαν μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σχετικά:

 «[46] These arguments raise questions of public policy of which the courts have always been conscious, although it cannot be said that their views on the matter have been consistent. For example, in Allen v Sir Alfred McAlpine & Sons Ltd [1968] 2 QB 229, 256, [1968] 1 All ER 543, [1968] 2 WLR 366, Diplock LJ said of a Plaintiff whose action had been struck out for want of prosecution because of delay by his solicitors:

“As regards the position of the Plaintiff, it is of course unfortunate that he, though personally blameless, should suffer for the default of his agent. But if he does, he is not without a remedy, for unless he himself has caused or consented to the delay which has resulted in his action being dismissed for want of prosecution, he will have a right of action against his solicitor for negligence. Liability for professional negligence is a risk against which most solicitors insure.”

[47] Likewise, in Deerness v John R Keeble & Son (Brantham) Ltd [1983] 2 Lloyd's Rep 260, 264 Lord Diplock said that a Plaintiff whose claim was barred by the rule in Walkley's case could not complain of unfair treatment:

“The Plaintiff herself will not suffer . . .The solicitors' insurers will have to pay out for a risk that they insured and for which they charged a premium; so they have suffered no injustice.»

            Ο ενάγοντας επαναλαμβάνω, πέραν του ότι επί τη βάση των ως άνω, δεν έχει τεκμηριωμένα αιτιολογήσει τη δική του στάση έναντι της αγωγής η οποία εκκρεμούσε, δεν δύναται σύμφωνα με τη Νομολογία να επικαλείται την αμέλεια ή παράλειψη των δικηγόρων του για την επέκταση του χρόνου παραγραφής. Ειδικότερα όπου στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη 1, πέραν του ότι μεταβίβασε ακίνητα στα παιδιά τους, ως ισχυρίζεται και δεν φαίνεται να αμφισβητείται, προχώρησε στη διευθέτηση των χρεών που αφορούσαν την επίδικη περιουσία, συνάπτοντας δάνειο στο όνομα της με το οποίο θα εξοφλούσε τα χρέη που επιβάρυναν την περιουσία αντικείμενο του Κανόνα Δικαστηρίου, για να αποφευχθεί η εκποίηση της. Πέραν τούτων, οι εναγόμενοι 2 και 3, από το έτος 2019 δηλαδή εδώ και επτά χρόνια, έχουν στην ιδιοκτησία τους από ένα διαμέρισμα χωρίς κάποια ενόχληση ή απαίτηση από τον ενάγοντα, ο οποίος από το έτος 2020 έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού, χωρίς να κινηθεί εναντίον τους και χωρίς να έχει διαφανεί ότι επιχείρησε να προσθέσει τα παιδιά του ως διάδικους στην αγωγή που ήδη εκκρεμούσε.

Σύμφωνα με τη Νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Κυριακού Αντώνη Πέτρου ν. Διευθυντής Κτηματολογίου Λεμεσού, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 10770, 19.2.2001 στην οποία έγινε παραπομπή στην υπόθεση Πολιτική Έφεση Αρ. 9112, Π. Βαρδιάνου ν. E. Richards, ημερομηνίας 14.4.1998, οι οποίες αν και αφορούσαν αιτήματα για επαναφορά έφεσης, έθεσαν την καλά εδραιωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία διάδικος κατά κανόνα δεν μπορεί να προβάλλει το λάθος του δικηγόρου του για να πετυχαίνει παράταση προθεσμιών ή αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Συγκεκριμένα έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:

 «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992:

"The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded."

Βλέπε επίσης Πολιτική Έφεση 9626 Μιχαηλίδης ν. Χρίστου ημερ. 25/11/97 και Πολιτικές Εφέσεις 8918 και 9064 Κληρίδης ν. Σταυρίδη ημερ. 21/10/97.

Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης.»

Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη ότι ο ενάγοντας εκπροσωπείτο από δικηγόρο κατά την καταχώρηση της αγωγής του και το γεγονός ότι ο ενάγοντας επιρρίπτει την ευθύνη για την απόρριψη της αγωγής στους δικηγόρους του η οποία είχε ως αποτέλεσμα να παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα του, ενώ επιπρόσθετα έχει κριθεί ότι ο ενάγοντας για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, θα μπορούσε να γνωρίζει πολύ ενωρίτερα για την τύχη της αγωγής του, καταλήγω ότι οι ως άνω αρχές εφαρμόζονται και στην υπό κρίση υπόθεση. Σε συνδυασμό επίσης με την κατάσταση η οποία έχει διαμορφωθεί σε σχέση με τους εναγόμενους, λόγω της παρέλευσης του χρόνου παραγραφής εδώ και τρία χρόνια για την εναγόμενη 1, κρίνω ότι έγκριση της απαίτησης του ενάγοντα υπό τις παρούσες περιστάσεις, θα καταργούσε κάθε αρχή δικαίου που επιτυγχάνεται με την πιστή τήρηση των προθεσμιών για άσκηση του αγώγιμου δικαιώματος εντός του χρόνου παραγραφής ο οποίος προβλέπεται στο Νόμο 66(Ι)/12.   

            Ενόψει όλων των πιο πάνω, η απαίτηση δεν μπορεί να πετύχει και αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 1 η οποία εμφανίστηκε στην απαίτηση και καταχώρησε ένσταση και εναντίον του ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

            Καμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3. 

           

           

 

 

                                                                (Υπ.) ...........................................

                                                               Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ                

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο