ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 37/23
Μεταξύ:
Themis Portfolio Management Holdings Limited
Ενάγουσα
v
1. ΟΛΓΑ ΜΠΕΡΤΙΟΥΤΖΙΝΑ (ΑΛΛΩΣ OLGA BERDIOUGINA)
2. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΥΛΗ
Εναγόμενοι
Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της Δ.25. Θ.1. δυνάμει του Διατάγματος ημερομηνίας 7.4.25
Μεταξύ:
Themis Portfolio Management Holdings Limited
Ενάγουσα
v
1. ΟΛΓΑ ΜΠΕΡΤΙΟΥΤΖΙΝΑ (ΑΛΛΩΣ OLGA BERDIOUGINA)
2. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΥΛΗ
3. ΠΑΥΛΗ ΧΑΡΗΣ ΛΑΖΑΡΟΥ (άλλως ΧΑΡΗΣ ΠΑΥΛΗ)
Εναγόμενοι
Αίτηση ημερομηνίας 22.12.2025 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων
Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2026
Για Ενάγουσα – Αιτήτρια: Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ
Για Εναγόμενους 1 και 3 – Καθ’ ων η αίτηση: M. Ch. Michael LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει εναντίον των εναγομένων, μεταξύ άλλων, την έκδοση Διατάγματος με το οποίο οι εναγόμενοι να διατάσσονται να εκκενώσουν την κατοικία με αριθμό εγγραφής 0/46173, στο εξής το ακίνητο, να διατάσσονται όπως μη επεμβαίνουν στο ακίνητο, να άρουν κάθε οχληρία σε σχέση με το ακίνητο, διαφυγόντα κέρδη καθώς και Διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι να διαταχθούν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των €1.300 μηνιαίως από 1.2.23 μέχρι παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου.
H εναγόμενη 2 δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή και εναντίον της εκδόθηκε απόφαση στις 14.1.26 για την καταβολή της χρηματικής αξίωσης της ενάγουσας ενώ οι υπόλοιπες θεραπείες που αξιώνονται εναντίον της θα εξεταστούν στα πλαίσια της υπόθεσης για τους εναγόμενους 1 και 3.
Με την υπό κρίση αίτηση, η ενάγουσα ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 3 να εισέρχονται και/ή να επεμβαίνουν και/ή να παραμένουν και/ή να χρησιμοποιούν και/ή να κατέχουν το ακίνητο εκτός και αν καταβάλλουν την πρώτη ημέρα κάθε μήνα αρχής γενομένης την 1.11.25 σε συγκεκριμένο λογαριασμό το ποσό των €1.300 ποσό το οποίο αντικατοπτρίζει την αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου, μέχρι εκδίκασης της αγωγής. Διαζευκτικά αιτείται την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 3 όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου, εκτός εάν καταβάλλουν στην ενάγουσα το ποσό των €1.300 μηνιαίως από 1.11.25 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.
Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32, 42 και 47 του Νόμου Περί Δικαστηρίων, στα άρθρα 4,5,7 και 9 του Κεφ. 6 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ι. Ευαγγέλου, λειτουργού στο τμήμα διαχείρισης ακινήτων της ενάγουσας. Σύμφωνα με τα όσα παρέθεσε η μάρτυρας, υποστηρίζει ότι η ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 1. Οι εναγόμενοι κατέχουν και χρησιμοποιούν το ακίνητο παράνομα ως χώρο διαμονής τους χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας. Προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου ήταν η εταιρεία Remora Ltd, της οποίας μοναδικός διευθυντής και γραμματέας ήταν ο εναγόμενος 3, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 2. Η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στον εναγόμενο 3, προς εξασφάλιση των οποίων η ως άνω εταιρεία υποθήκευσε το ακίνητο δια της υποθήκης Υ2343/11. Σύμφωνα με τους όρους της υποθήκης, απαγορεύεται η μεταβίβαση του ακινήτου, η επιβάρυνση του και η ενοικίαση του για περίοδο μεγαλύτερη του ενός έτους ή η δέσμευση του με άλλο τρόπο χωρίς την γραπτή έγκριση της τράπεζας. Τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως άνω τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως το τεκμήριο 3. Ακολούθως η ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και υποθήκη, ως το Διάταγμα του Δικαστηρίου, τεκμήριο 4. Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης του εναγόμενου 3 και του ενυπόθηκου οφειλέτη με τις δανειακές τους υποχρεώσεις προς την ενάγουσα, ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες του Νόμου 9(Ι)/65 προς πώληση του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού και η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου στις 12.5.22 έναντι του ποσού των €387.000, όπως φαίνεται στα τεκμήρια 5 και 6. Η ενάγουσα μέχρι και την αγορά του ακινήτου ουδέποτε ενημερώθηκε για το καθεστώς κατοχής του ακινήτου ούτε προσκομίστηκε κάποιο έγγραφο. Όταν η ενάγουσα αγόρασε το ακίνητο, επισκέφτηκε αυτό στις 25.6.22 και αντιλήφθηκε ότι αυτό ενδεχομένως να κατέχεται. Κατά την 27.7.22 απέστειλε επιστολή προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ενημερώνοντας τον ότι θα πρέπει να απομακρύνει τα αντικείμενα τα οποία βρίσκονταν εντός του ακινήτου, ως το τεκμήριο 7. Κατά την 3.8.22, οι εναγόμενοι 1 και 2 απέστειλαν επιστολή μέσω των δικηγόρων τους δια της οποίας ισχυρίστηκαν ότι κατέχουν το ακίνητο δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.7.10, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 8. Υποστηρίζει ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και του ενυπόθηκου οφειλέτη μέσω του εναγόμενου 3 διευθυντή της, είναι άκυρο και χωρίς νομική ισχύ, χωρίς να δεσμεύει την ενάγουσα, λόγω του ότι αυτό έχει συναφθεί μεταξύ του ενυπόθηκου οφειλέτη και των εναγομένων 1 και 2, μοναδικός αξιωματούχος του ενυπόθηκου οφειλέτη είναι ο εναγόμενος 3, ο οποίος είναι πατέρας της εναγόμενης 2 και η εναγόμενη 1 είναι η μητέρα της εναγόμενης 2, η διάρκεια της ενοικίασης είναι 30 χρόνια και το μηνιαίο ενοίκιο ανέρχεται σε €350 μέχρι το 2012 και ακολούθως για το ποσό των €42.000 πληρωτέο προκαταβολικά για 10 χρόνια και μετά μηνιαίως. Το αγοραίο ενοίκιο σύμφωνα με εκτίμηση ανέρχεται σε €1.300, ως η έκθεση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 10. Κατά την 23.9.22 η ενάγουσα απέστειλε μέσω των δικηγόρων της επιστολή προς τους εναγόμενους 1 και 2 καλώντας τους να παραδώσουν το ακίνητο, τεκμήριο 9 και οι εναγόμενοι ουδέποτε συμμορφώθηκαν. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει η μάρτυρας, με την αίτηση δεν ζητείται η παράδοση του ακινήτου αλλά η έκδοση ενός εκ των διαταγμάτων που ζητούνται, τα οποία είναι αναγκαία για να μην καθίσταται η ενάγουσα έρμαιο εκμετάλλευσης των εναγομένων, οι οποίοι είναι αμφίβολο εάν θα είναι σε οικονομική θέση να καταβάλουν τυχόν αποζημιώσεις στην ενάγουσα, ενώ θα συνεχίσουν να κατέχουν το ακίνητο για πολλά χρόνια με αποτέλεσμα να φέρουν σημαντικές απώλειες.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλλουν ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, είναι καταχρηστική καθότι επιδιώκονται ίδιες θεραπείες με την αγωγή, η αίτηση δεν συνάδει με την βάση αγωγής, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, οι εναγόμενοι 1 και 3 θα υποστούν μεγάλη βλάβη και τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα συνιστά παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εναγομένων.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3, με την οποία επαναλαμβάνει και υποστηρίζει τους ως άνω λόγους ένστασης, αναφέροντας ότι η συμφωνία ενοικίασης η οποία έγινε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και της εταιρείας Remora Ltd είναι νόμιμη και παράγει όλες τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, προσθέτοντας ότι η τράπεζα αλλά και ενάγουσα νυν ιδιοκτήτρια του ακινήτου, ήταν ενήμεροι για το ενοικιαστικό καθεστώς. Σκοπός της αίτησης είναι για να εξαναγκαστούν οι εναγόμενοι να εγκαταλείψουν το ακίνητο ενώ υπάρχει σύμβαση ενοικίασης σε ισχύ.
Κατά την ακρόαση της αίτησης, κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες έκαστη πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της, στις οποίες θα γίνει αναφορά όπου κριθεί αναγκαίο.
Έλαβα υπόψη μου το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου με την αίτηση και την ένσταση, σε συσχετισμό με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, έχοντας κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (βλ. Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
Το αίτημα της ενάγουσας στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14(Ι)/60.
Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60, για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, σύμφωνα με τη Νομολογία, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όπως έχει λεχθεί από το Εφετείο στην υπόθεση LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32:
«Να υπενθυμίσουμε μόνον ότι για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Η δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, απαιτεί την απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε και πάλι από το Εφετείο στην ως άνω υπόθεση αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση (βλ. LAXIFLORA HOLDINGS LTD ανωτέρω):
«Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017 και την πρόσφατη απόφαση μας Boris Mints κ.α. v. Pavel Shishkin, Πολ. Έφεση Ε69/2020, σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020, ημερ. 10/1/2024).»
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται, όχι κατά εξαντλητικό τρόπο, υπό το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ισοζυγίζοντας πάντοτε τον επηρεασμό των δικαιωμάτων κάθε διαδίκου αναλόγως της φύσεως της αιτούμενης θεραπείας που επιδιώκεται στα πλαίσια της κύριας διαδικασίας. Στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 C.L.R. 231).
Εάν οι ως άνω τρεις προϋποθέσεις πληρούνται σωρευτικά, το Δικαστήριο, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα.
Η αίτηση στηρίζεται επίσης στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6.
Σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 4 του Κεφ. 6, στην υπόθεση Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου (2009) 1(Α) ΑΑΔ 234, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Ορθά σημειώνεται στην ενδιάμεση απόφαση ότι το Άρθρο 4(1) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η περιουσία, της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα, συνιστά το αντικείμενο της αγωγής και ότι, προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι το αντικείμενο της αγωγής, μπορεί να εκδοθεί κατ' εφαρμογή του Άρθρου 4, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (Βλ. Papastratis v. Petrides (1979) 1 C.L.R. 231).»
Σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 το οποίο προβλέπει για δέσμευση ακίνητης περιουσίας του εναγομένου σε περίπτωση που εκκρεμεί εναντίον του αγωγή για χρέος ή αποζημίωση είναι: α) ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής και β) με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας είναι πιθανόν να παρεμποδιστεί o ενάγοντας «στο να πετύχει ικανοποιητική μελλοντική απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του» (βλ. Σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα Injuctions» σελ. 40, 212).
Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α. (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 162, λέχθηκε ότι το κριτήριο της «καλής βάσης αγωγής» που απαιτεί το άρθρο 5 του Κεφ. 6, είναι παρόμοιο σε έννοια με τα δύο πρώτα κριτήρια του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 ενώ το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 5, ότι δηλαδή είναι πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί στην ικανοποίηση μιας ενδεχόμενης απόφασης υπέρ του, προσομοιάζει με το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32.
Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14(Ι)/60, επί του οποίου στηρίζεται ουσιαστικά η αίτηση.
Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, διαπιστώνω ότι η ενάγουσα, στηρίζει την αγωγή της στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, εφόσον ισχυρίζεται ότι είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, το οποίο κατέχεται από την εναγόμενη 1 και την εναγόμενη 2 χωρίς τη συναίνεση της και χωρίς οποιαδήποτε μεταξύ τους συμφωνία, ενώ κάλεσε αυτές να παραδώσουν το ακίνητο. Κρίνω συνεπώς, ότι το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας, καταδεικνύουν την ύπαρξη μίας αναγνωρισμένης και συζητήσιμης αιτίας αγωγής, ικανοποιώντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, έχω κατά νου ότι στο στάδιο αυτό δεν αξιολογείται η μαρτυρία ούτε το Δικαστήριο καταλήγει σε τελικά ευρήματα γεγονότων.
Ο εναγόμενος 3 με την ένορκη του δήλωση δεν αμφισβητεί ότι η ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια σήμερα του επίδικου ακινήτου. Όπως επίσης δεν αμφισβητείται ότι στάληκε επιστολή με την οποία η ενάγουσα κάλεσε τους εναγόμενους να παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου. Η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, μετά από την διαδικασία πλειστηριασμού εφόσον το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της για δανειακές υποχρεώσεις του εναγόμενου 3. Η δε υποθήκη αυτή, προέβλεπε ότι η εκμετάλλευση του με οποιοδήποτε τρόπο θα έπρεπε να γίνει με την συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή. Ναι μεν οι εναγόμενοι επικαλούνται την ύπαρξη συμφωνίας ενοικίασης από το έτος 2010, προγενέστερα δηλαδή της κατάρτισης της υποθήκης, o ενυπόθηκος όμως οφειλέτης αναλαμβάνοντας με το έγγραφο υποθήκης να μην ενοικιάσει το ακίνητο ανέλαβε όπως τα ενοίκια από τυχόν ενοικίαση να καταβάλλονται στην τράπεζα και ουδέποτε αυτό φαίνεται να έχει γίνει. Πέραν τούτου, παρά του ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η τράπεζα και η ενάγουσα γνώριζαν για την ενοικίαση του ακινήτου, δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία που να φαίνεται ότι κατά την κατάρτιση του εγγράφου υποθήκης ο ενυπόθηκος οφειλέτης αποκάλυψε ή παρέδωσε το ενοικιαστήριο έγγραφο στην τράπεζα. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, οι περιστάσεις επίσης κατάρτισης της συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ προσώπων της ίδιας οικογένειας και η μεγάλη διάρκεια της ενοικίασης, αν και αποτελούν στοιχεία τα οποία θα αξιολογηθούν στο κατάλληλο στάδιο, για σκοπούς όμως της παρούσας διαδικασίας δεν μπορούν να αποδυναμώσουν την ορατή πιθανότητα επιτυχίας που φαίνεται η ενάγουσα να έχει στην αγωγή.
Η ενάγουσα ουδέποτε συμβλήθηκε με τους εναγόμενους για την ενοικίαση του ακινήτου, είναι ιδιοκτήτρια αυτού και κάλεσε τους εναγόμενους να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή. Με αυτά υπόψη σε συνάρτηση με τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας την αγωγή της.
Στρεφόμενη τώρα στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, έχοντας υπόψη τις ως άνω αναφερόμενες αρχές, αναφέρω αρχικά ότι η ενάγουσα με την αγωγή της φαίνεται κατά κύριο λόγο να αξιώνει θεραπείες οι οποίες σχετίζονται με την παράδοση του επίδικου ακινήτου, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στην ενάγουσα χωρίς να διαφαίνεται κίνδυνος αποξένωσης του από τους εναγόμενους, ούτε και ζητείται κάποιο Διάταγμα που να σχετίζεται με ενδεχόμενη αποξένωση της κατοχής του ακινήτου προς τρίτους. Δεν παραγνωρίζω ότι η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η κατοχή του ακινήτου από τους εναγόμενους παραβιάζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της, εφόσον παράνομα κατέχεται το ακίνητο χωρίς να πληρώνεται ενοίκιο στην ενάγουσα. Από την άλλη όμως, η ενάγουσα αγοράζοντας το ακίνητο, δεν φαίνεται να είχε μεριμνήσει για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτό κατέχεται ή όχι, ενώ εκ των υστέρων έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού. Συνεπώς, κατά τον χρόνο αγοράς του ακινήτου ανέλαβε και τον κίνδυνο να χρειαστεί να προβεί στις διαδικασίες τις οποίες ακολούθησε για να λάβει την κατοχή του ακινήτου. Τα δικαιώματα της δηλαδή ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια διαφυλάσσονται με την έγερση της παρούσας αγωγής, για σκοπούς όμως της παρούσας διαδικασίας δεν φαίνεται να προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον κατά την αγορά του ακινήτου ήδη αυτό βρισκόταν στην κατοχή των εναγομένων.
Εις ότι αφορά την αξίωση της ενάγουσας για αποζημιώσεις, σύμφωνα με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης η ενάγουσα υπολογίζει αυτές ανάλογα με το αγοραίο ενοίκιο το οποίο έχει ήδη υπολογίσει στο ποσό των €1.300 μηνιαίως σύμφωνα με την εκτίμηση την οποία έλαβε. Τα δε ποσά τα οποία αξιώνει ανέρχονται στο ποσό των €9.100 και €1.300 μηνιαίως από 1.2.23 μέχρι παράδοσης της κατοχής του επίδικου ακινήτου.
Πέραν του ότι η κα Ευαγγέλου ισχυρίζεται ότι είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο οι εναγόμενοι θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν τις αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν εναντίον τους, κυρίως λόγω του ότι η υπόθεση προέκυψε από την αδυναμία του εναγόμενου 3 να συμμορφωθεί με τις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε άλλο ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την οικονομική κατάσταση ή ενδεχόμενη γενικότερη τυχόν αφερεγγυότητα των εναγομένων 1 και 3 για την πληρωμή τυχόν αποζημιώσεων προς την ενάγουσα.
Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα με την αίτηση της αξιώνει την απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας μέσω της καταβολής ενδιάμεσων οφελών εναντίον των εναγομένων 1 και 3, ενώ έχει εκδοθεί απόφαση για το ποσό των αποζημιώσεων εναντίον της εναγόμενης 2, περιλαμβανομένης και της καταβολής του ποσού των €1.300 μηνιαίως. Ενώ συνεπώς η ενάγουσα έλαβε ως τελική θεραπεία την καταβολή του εν λόγω μηνιαίου ποσού, δεν μπορεί να κριθεί βάσιμη η θέση της ότι χωρίς την έκδοση των διαταγμάτων θα υποστεί σημαντικές απώλειες. Δηλαδή, η ενάγουσα ήδη με την απόφαση την οποία εξασφάλισε εναντίον της εναγόμενης 2 έχει ήδη διασφαλίσει την πληρωμή του ποσού του ενοικίου και μπορεί να προχωρήσει στην λήψη μέτρων για την είσπραξη του.
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της στην αγωγή.
Για τους ίδιους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, κρίνω επίσης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, εφόσον το αντικείμενο της αγωγής για το οποίο προωθείται η παρούσα αίτηση και αφορά την πληρωμή των μηνιαίων ενοικίων έχει ήδη εξασφαλιστεί με την απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης 2.
Παρά τα πιο πάνω τα οποία κρίνουν την τύχη της αίτησης, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει ουσιαστικά την λήψη κατοχής του ακινήτου εκτός εάν οι εναγόμενοι καταβάλλουν το μηνιαίο ενοίκιο μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Με την αγόρευση της η ενάγουσα περιορίστηκε στην έκδοση διατάγματος για την πληρωμή του μηνιαίου ενοικίου. Θεραπεία όμως η οποία ισοδυναμεί με την τελική θεραπεία την οποία αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 3 και ήδη όμως έχει εξασφαλίσει εναντίον της εναγόμενης 2.
Στην υπόθεση Αβερκίου ν. Θεό Κτηματική Λτδ (2013) 1 Α.Α.Δ. 222, λεχθήκαν τα ακόλουθα:
«Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS EXPRESS v. C. Koukkouris Trading Co. Ltd (1998) 1(A) A.A.Δ.149.
Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Έκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Deacon (2009) 1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.»
Σχετικά επίσης είναι τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Σταυράκης κ.α. v. Δήμου Λευκωσίας (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 73, όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα:
«Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται (Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 149). Αυτό, χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση. Εξουσία, που σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει. »
Ακόμα λοιπόν και να πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, η ταυτοσημία των ενδιάμεσων θεραπειών με τις τελικές θεραπείες τις οποίες αξιώνει η ενάγουσα, δεν θα επέτρεπε την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον με αυτές το Δικαστήριο θα επέλυε τις επίδικες διαφορές από το αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να διαπιστώνεται μία ιδιαιτερότητα στην υπόθεση που θα επέτρεπε κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να έγερνε προς την πλευρά των εναγομένων.
Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία αξιώνει η ενάγουσα, φαίνεται να αφορούν ενοίκια τα οποία ούτε η τράπεζα λάμβανε ούτε η ενάγουσα. Η έκδοση τους συνεπώς δεν θα συνιστούσε συντήρηση του status quo ante, όπου κάτι τέτοιο αποτελεί και το ζητούμενο σε μία τέτοια ενδιάμεση διαδικασία.
Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Γεώργιος Κοσμά ν. Ανδρέα Χατζηκυπρή κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 169, στην οποία ο ενάγοντας αιτήθηκε την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι να επεμβαίνουν σε διαμέρισμα το οποίο αγόρασε από αυτούς, το οποίο όμως, πέραν από τον προβαλλόμενο από την πλευρά του δικογραφημένο ισχυρισμό για δικαίωμα κατοχής του δυνάμει συμφωνίας αγοραπωλησίας, ουδέποτε είχε στην κατοχή του και ζητούσε παράλληλα με την ενδιάμεση αίτηση του να του πληρώνουν £20 ημερησίως ενόσω συνέχιζαν να έχουν την κατοχή του διαμερίσματος. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα:
«Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos (1969) 1 C.L.R. 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόδοση κατοχής στον εφεσείοντα και έτσι ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante με την ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που κατά κύριο λόγο επιδιώκεται με την ίδια την αγωγή, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει μόνο επ' ακροάσει των θέσεων των μερών επί της ουσίας εφ' όσον ο εφεσίβλητος προβάλλει ουσιαστική υπεράσπιση. Και ασφαλώς, για τους ίδιους λόγους, δεν τίθεται θέμα έγκρισης του άλλου αιτούμενου διατάγματος για καταβολή £20 ημερησίως ενόσω οι εναγόμενοι διατηρούν κατοχή του διαμερίσματος.»
Ενόψει όλων των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται.
Ως προς τα έξοδα, είναι γνωστό ότι αυτά καθορίζονται μετά από άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου μετά από πλειστηριασμό που έλαβε χώρα προς εξόφληση χρεών του εναγόμενου 3, ενώ το ποσό για το οποίο η ενάγουσα αγόρασε το ακίνητο διατέθηκε στο χρέος αυτό σύμφωνα με το τεκμήριο 5 το οποίο κατέθεσε η κα Ευαγγέλου. Υπό αυτές τις περιστάσεις και παρά την απόρριψη της αίτησης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά καταβάλει τα έξοδα της και προηγούμενες διαταγές για έξοδα στην αίτηση ακυρώνονται.
(Yπ.) .……….………………………
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο