ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ.
Αρ. Παραπομπής: 20/2016
Παναγιώτης Αριστοδήμου Μιχαηλίδης
Απαιτητής - Αιτητής
ν.
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Αποζημιούσα Αρχή- καθ΄ ης η αίτηση
Αίτηση 12/08/2025
Ημερομηνία: 05/06/2026
Για απαιτητή – αιτητή στην αίτηση ημερ. 12/08/2025: κα Αρίστη Κορακίδου Μακρίδου για ARISTI KORAKIDOU MAKRIDOU LLC
Για Αποζημιούσα Αρχή - καθ΄ ης η αίτηση στην αίτηση ημερ. 12/08/2025: κα Αθηνά Πατσαλίδου εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στην υπό εξέταση αίτηση ημερομηνίας 12/08/2025 ο απαιτητής αιτείται, πέραν της αύξησης της κλίμακας της παρούσας από €50,000 - €100,000 σε €100,000 - €500,000, την τροποποίηση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης ημερομηνίας 21/11/2024 με την αντικατάσταση συγκεκριμένων παραγράφων και της αντικατάσταση τους. Δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το λεκτικό αυτών, λόγω της έκτασης τους, θα γίνεται όμως ειδική αναφορά ως προς το περιεχόμενο τους, εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς της παρούσας.
Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του απαιτητή. Σε αυτήν κάνει μια ιστορική αναδρομή σχετικά με τα επίδικα θέματα και την πορεία της παρούσας υπόθεσης, μέχρι του σημείου της τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης.
Αναφέρει ότι ο νέος του εκτιμητής, λόγω του θανάτου του προηγούμενου εκτιμητή), λόγω των στενών χρονικών περιθωρίων που είχε για να μελετήσει, διαπιστώθηκε εκ των υστέρων κατά τη μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς ακρόασης, ότι ενώ γινόταν αναφορά για επιζήμια επίδραση από τον νέο και τον προηγούμενο εκτιμητή, δεν έγινε αναφορά για επιζήμια επίδραση της επίδικης κατοικίας.
Κάνει επίσης αναφορά πως για συγκεκριμένα θέματα αναγράφηκαν εκ λάθους λανθασμένες περιγραφές που αφορούν το επίδικο ακίνητο και για τις οποίες επιδιώκεται η τροποποίηση για σκοπούς ορθής αποτύπωσης και παρουσίασης της πραγματικής και αληθούς κατάστασης.
Αναφέρει ότι μόλις διαπίστωσε τα λάθη στην εκτίμηση ημερομηνίας 22/03/2024 και αφού διαφώνησε με τον προηγούμενο δικηγόρο του (επί του ότι είπε στον προηγούμενο δικηγόρο του ότι έχρηζε τροποποίησης η έκθεση απαίτησης και εκτίμησης), διόρισε νέο δικηγόρο στις 17/06/2025 και ετοιμάστηκε αναθεωρημένη έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 30/06/2025, στην οποία λήφθηκαν συγκριτικές πωλήσεις κατοικιών (όπου στην παρούσα αφορά κατοικία) και όχι χωραφιών για να καθοριστεί η επιζήμια επίδραση της οικίας του.
Είναι η θέση του ότι ενήργησε τάχιστα μόλις ανακάλυψε το λάθος το οποίο δεν οφειλόταν στον ίδιο, ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν θα ζημιώσει από την αιτούμενη τροποποίηση διότι τα έξοδα στα οποία ο αιτητής θα καταδικαστεί θα αποζημιώσουν την καθ΄ ης η αίτηση, ότι χρέος όλων είναι να βοηθήσουν το Δικαστήριο να αποφασίσει έχοντας υπ΄ όψην του όλα τα αληθή γεγονότα και ότι, σε υποθέσεις όπως η παρούσα, πρωταρχικής σημασίας είναι η συνδρομή των εμπειρογνωμόνων.
Η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση και προέβαλε συνολικά 16 λόγους ένστασης. Δεν κρίνεται σκόπιμο να τεθούν αυτοί αυτολεξεί, πλην όμως για σκοπούς πληρότητας θα γίνει συνοπτική αναφορά του περιεχομένου αυτών. Με βάση τους λόγους ενστάσεων, η καθ΄ ης η αίτηση προβάλλει τις θέσεις ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, ότι η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας, και παραβίαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων και των όπλων, ότι θα προκαλούσε στην καθ΄ ης η αίτηση ανεπανόρθωτη ζημιά, αύξηση των εξόδων, εκτροπή από τα ορθά πλαίσια απονομής της δικαιοσύνης και εντός ευλόγου χρόνου, ότι στην προκειμένη δεν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος και ότι οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να εισαχθούν ήταν εις γνώση του αιτητή και ότι επιδιώκεται να αλλαχθεί η βάση εκτίμησης και του καθορισμού του αξιούμενου ποσού και ουσιαστικά νέας έκθεσης απαίτησης.
Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Καυκαλιά, κτηματολογικού λειτουργού στο Κτηματολόγιο Πάφου. Ο ενόρκως δηλών, αφού πρώτα κάνει αναφορά στη γνώση του σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας και αφού υιοθετεί τους λόγους ένστασης, αναφέρεται με περισσότερη λεπτομέρειες σχετικά με τους λόγους που κατά τον ίδιο δεν θα πρέπει να επιτύχει η αιτούμενη τροποποίηση. Είναι η θέση του ότι ο απαιτητής είχε στην κατοχή του την νέα εκτίμηση του μετά τον χρόνο που απέκτησε την εκτίμηση της καθ΄ ης η αίτηση και ότι αυτό που επιδιώκει ο αιτητής είναι η εισαγωγή νέων στοιχείων, συγκριτικών και απαιτήσεων.
Επί της ουσίας αναφέρει (με παραπομπή σε Τεκμήρια που επισύναψε) ότι ο δρόμος που γίνεται αναφορά στην απαίτηση και που σχετίζεται με την επιζήμια επίδραση προϋπήρχε της έγερσης της κατοικίας του απαιτητή και συνεπώς η σχετική αξίωση του απαιτητή είναι αβάσιμη. Είναι η θέση του ότι ο απαιτητής δεν επικαλείται εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος και ούτε προέκυψαν νέα δεδομένα, μη υπαρκτά, κατά τη λήψη οδηγιών για έγερση της παρούσας υπόθεσης. Απορρίπτει τη θέση του απαιτητή ότι ο νέος εκτιμητής είχε πολύ στενά χρονικά περιθώρια και προς τούτο κάνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης.
Όσον αφορά τις λανθασμένες περιγραφές που επικαλείται ο απαιτητής και για τις οποίες επιδιώκεται η τροποποίηση τους, είναι η θέση του ότι αυτά αποτελούν πραγματικά γεγονότα και ότι μπορούν να γίνουν παραδεκτά, εφόσον κριθεί από την καθ΄ ης η αίτηση ότι μπορούν να γίνουν και δεν απαιτείται Διάταγμα τροποποίησης.
Σχετικά με τον λόγο που επικαλέστηκε ο απαιτητής ως προς τη διαφωνία του με τον προηγούμενο δικηγόρο του, αναφέρει ότι, πέραν του ότι δεν αποτελεί λόγο που να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση, αυτό πρώτη φορά προβλήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και προς τούτο (με παραπομπή σε συγκεκριμένο Τεκμήριο) έκανε αναφορά στο ιστορικό που προηγήθηκε. Περαιτέρω αναφέρει ότι λόγω της έκτασης αιτούμενης τροποποίησης (10 από τις 13 παραγράφους της έκθεσης απαίτησης) δεν δικαιολογείται η καταχώρηση ουσιαστικά νέας έκθεσης απαίτησης.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, απορρέει από τις πρόνοιες της Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία τυγχάνει εφαρμογής και σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση.
Η Δ.25 επακριβώς, προνοεί:
«1. (1) Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη:
Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.
(2) Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη:
Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται.
Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
Από απλή αντιπαραβολή των προνοιών της Δ.25, κ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτές ίσχυαν πριν την πρόσφατη τροποποίηση, με αυτές ως διαμορφώθηκαν μετά την τροποποίηση της, είναι εμφανής ο «ανασχεδιασμός» της σε πρόνοιες. Πλέον, σε μεγάλο βαθμό, η πρακτική των Δικαστηρίων και νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναπτύχθηκε και σχετίζεται με την τροποποίηση δικογράφων δεν αντιστοιχεί με τις πρόνοιες της Δ.25 ως αυτή ισχύει σήμερα. Συγκεκριμένα με το καθεστώς που ίσχυε πριν την τροποποίηση της Δ.25 το νομολογιακό πλαίσιο είχε διαμορφώσει μια φιλελεύθερη τάση και ευρεία αποδοχή αιτημάτων τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος βασιζόταν στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί την αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Είναι φανερό ότι η τροποποίηση της Δ.25 κρίθηκε τόσο αναγκαία όσο και επικουρική για να διασφαλίσει την καλύτερη εφαρμογή της Δ.30 αλλά και να εξυπηρετήσει την στόχευση (overriding principle) της διαχείρισης των υποθέσεων σύντομα, αποτελεσματικά με το μικρότερο δυνατό κόστος (cost effectiveness).
Συνεπώς και αναλογικά περιορίστηκε και η εμβέλεια της δυνατότητας για τροποποίηση.
Παρόλα αυτά όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει, στις περιπτώσεις όπου κρίνει αυτό ορθό και δίκαιο, νοουμένου ότι πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις, έχει παραμείνει ανέπαφη. Αυτό προκύπτει και από τα όσα διαλαμβάνονται στον Κ. 5 της Δ.25 (για σκοπούς πληρότητας παρατίθεται και το περιεχόμενο της Δ.25 Κ.6) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:
«5. Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.»
6. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΕΝΣΤΑΣΗΣ
Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Στην υπό εξέταση αίτηση, εφαρμόζεται η νέα Δ.25 και κατ΄ επέκταση η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι αρκετά περιορισμένη και θα πρέπει οι τροποποιήσεις να γίνονται στο χρόνο που προνοεί η νέα Δ.25, αλλά και στις περιπτώσεις όπου μπορούν να προκύψουν τέτοια ζητήματα μετά την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως και που είναι αναγκαία η προσθήκη τέτοιων ισχυρισμών και αιτούμενων θεραπειών, έτσι ώστε να έχει και το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα, αλλά και να μπορέσει ο αιτών διάδικος να προωθήσει με επάρκεια ισχυρισμούς και τις αιτούμενες θεραπείες.
Αρχικά θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι πράγματι εκτεταμένη και αυτή κινείται κυρίως σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά τη θέση του απαιτητή ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να καθοριστεί το πραγματικό υπόβαθρο σε ότι αφορά τον υπολογισμό του ύψους της επιζήμιας επίδραση της οικίας του και ο δεύτερος άξονας αφορά την αποτύπωση ορθών χαρακτηριστικών (όπως π.χ. αριθμός άδειας, ακινήτου και τοποθεσίας αυτού).
Ως προς τον δεύτερο άξονα, στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας έχει καταστεί σαφές ότι πράγματι υπάρχουν αυτές οι λανθασμένες περιγραφές και ουσιαστικά θα πρέπει να γίνουν οι ανάλογες διορθώσεις. Επί τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι πρόκειται περί καλόπιστου λάθους και ότι η τροποποίηση επί αυτών είναι αναγκαία για να αποτυπωθούν ορθά τα ανάλογα χαρακτηριστικά του ακινήτου και της άδειας που γίνεται εκεί αναφορά.
Ως προς τον πρώτο άξονα, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:
Αυτό που προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι, λόγω και του θανάτου του προηγούμενου εκτιμητή του απαιτητή, κατέστη αναγκαία η ετοιμασία νέας εκτίμησης από νέο εκτιμητή, πράγμα που έγινε και ακολούθησε η τελευταία τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης στις 21/11/2024. Αμφότερες οι εκτιμήσεις κάνουν αναφορά για επιζήμια επίδραση. Μετά την τελευταία τροποποίηση, διαπιστώθηκε από τον απαιτητή ότι στη νέα εκτίμηση, στη βάση της οποίας έγινε η τελευταία τροποποίηση, δεν γίνεται αναφορά για επιζήμια επίδραση της οικίας του απαιτητή και ότι θα πρέπει να γίνει ο υπολογισμός αυτής στη βάση συγκριτικών πωλήσεων κατοικιών και χωραφιών και αυτό το γεγονός επηρεάζει όχι μόνο τον τρόπο υπολογισμού της αξίας της επιζήμιας επίδρασης, αλλά και το ύψος αυτής.
Πρόκειται για λάθος το οποίο έγινε αντιληπτό μετά την τελευταία τροποποίηση και τη σύνταξη της εκτίμησης, στη βάση της οποίας έγινε η τελευταία τροποποίηση και μετά από αυτήν την εξέλιξη ετοιμάστηκε νέα εκτίμηση που να συμπεριλαμβάνει αυτά τα στοιχεία.
Τα πιο πάνω, κρίνονται από το Δικαστήριο ότι δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του στο να εγκρίνει την αιτούμενη τροποποίηση και επί αυτού του άξονα/σκέλους της τροποποίησης, καθ΄ ότι έτσι το Δικαστήριο θα έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων του απαιτητή επί των οποίων στηρίζει την απαίτηση του. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα ο απαιτητής δεν θα δύναται να προωθήσει τις θέσεις του στην πραγματική βάση που αυτός επικαλείται στην υπό εξέταση αίτηση.
Το ότι η καθ΄ ης η αίτηση προβάλλει τις θέσεις ότι η επιζήμια επίδραση που επικαλείται ο απαιτητής είναι αβάσιμη επί του ότι ο εκεί δρόμος προϋπήρχε, κρίνονται από το Δικαστήριο ότι αυτά αφορούν την ουσία της υπόθεσης και το κατά πόσο είναι βάσιμη η απαίτηση του απαιτητή θα κριθεί μετά την ακροαματική διαδικασία και όχι στο παρόν στάδιο. Δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη στην καθ΄ ης η αίτηση αφού από τα όσα προέβαλε στην ένσταση της προκύπτει ότι δύναται να τοποθετηθεί επί της εν λόγω θέσης και να την αντικρούσει.
Επιπρόσθετα, η καθ΄ ης η αίτηση, δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορεί να καλυφθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα.
Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Το Διάταγμα να ζητηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης και εκτίμησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και εκτίμησης να καταχωρηθεί εντός 28 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα προκληθούν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του απαιτητή, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας.
Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες για συμπλήρωση δικογράφων στις 30/09/2026 και ώρα 09:00 π.μ.
(Υπ.) …………………………
Αλ. Φυλακτού, Α.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο