ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Απαίτηση: 35/26
Μεταξύ:
Themis Portfolio Management Holdings Limited
Ενάγουσα
και
1. Gordian Holdings Limited
2. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, μέσω Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου
Εναγόμενοι
Αίτηση ημερομηνίας 28.1.2026 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος
Ημερομηνία: 15 Μαΐου, 2026
Για την Ενάγουσα – Αιτήτρια: Ηλιάδης & Κυριάκου ΔΕΠΕ
Για την Εναγόμενη 1 – Καθ’ ης η αίτηση 1: Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για την Εναγόμενη 2 – Καθ’ ης η αίτηση 2, κατατέθηκε έκθεση γεγονότων.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ενάγουσα ταυτόχρονα με την καταχώρηση του εντύπου απαίτησης ζήτησε και έλαβε μονομερώς προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 29.1.26 δια του οποίου αναστάληκε ο προγραμματισμένος για τις 30.1.26 πλειστηριασμός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7343, σε σχέση με την υποθήκη Υ2448/03.
Με την αίτηση της η ενάγουσα ζητά επίσης την ακύρωση του ως άνω προγραμματισμένου πλειστηριασμού, να απαγορεύεται στην εναγόμενη 1 όπως προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό την πώληση του ακινήτου 0/7343. Εναντίον του εναγόμενου 2 ζητά Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως μη αποδεχθεί την πώληση ή επέμβαση σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ως άνω ακινήτου, πλην της μεταβίβασης του στην ενάγουσα και/ή στον Matthew Stewart Horton υπό το βάρος της υποθήκης προς όφελος της ενάγουσας και τέλος ζητά την έκδοση Διατάγματος αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) όλων των εγγράφων, πληροφοριών κλπ τα οποία η εναγόμενη 1 έχει στην κατοχή της σχετικά με τον λογαριασμό της εταιρείας DURO NEACHTAIN DEVELOPMENTS LTD αναφορικά με τα έτη 2004 – 2009. Όλα τα ως άνω αιτητικά δεν εκδόθηκαν μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση τους στους εναγόμενους.
Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Π. Ματθαίου, λειτουργού της ενάγουσας. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία παραθέτει ο κος Ματθαίου, κατά τη περί την 17.11.05 ο Δημήτρης Χαραλάμπους (προφανώς εννοεί τον Matthew Stewart Horton), στο εξής ο αγοραστής, σύναψε σύμβαση δανείου, τεκμήριο 1, με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στο εξής η τράπεζα, με σκοπό την αγορά της κατοικίας αρ. 16 επί συγκροτήματος κατοικιών η οποία ανεγειρόταν από τον πωλητή, εργοληπτική εταιρεία, DURO NEACHTAIN DEVELOPMENTS LTD, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4928. Προς εξασφάλιση του δανείου ο αγοραστής εκχώρησε προς την τράπεζα όλα τα δικαιώματα του που πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 23.7.04, τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 4.8.04 λαμβάνοντας αριθμό ΠΩΕ3148/04 και η σύμβαση εκχώρησης σημειώθηκε λαμβάνοντας τον αριθμό 6/ΕΣ2838/2016, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 4. Επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4928 η ίδια τράπεζα διατηρούσε την Υποθήκη Υ2448/03, η οποία εξασφάλιζε υποχρεώσεις της πωλήτριας εταιρείας. Η τράπεζα σύναψε συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων του πωλητηρίου εγγράφου την οποία προσυπέγραψαν ο αγοραστής και ο πωλητής με την οποία συμφωνήθηκε όπως με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου του ακινήτου, ο πωλητής εγγράψει επ’ ονόματι του αγοραστή με ταυτόχρονη υποθήκευση του προς όφελος της τράπεζας, τεκμήριο 5. Ο αγοραστής προέβηκε σε ανάληψη του ποσού των ΛΚ. 45.580 περί τις 24.11.05, σύμφωνα με το τεκμήριο 6. Η πωλήτρια εταιρεία υπέγραψε εγγύηση ύψους ΛΚ. 60.000 και επιστολή εκχώρησης των δικαιωμάτων της, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του αγοραστή. Ο πωλητής εξέδωσε κατάσταση λογαριασμού κατά ή περί την 23.2.06 για τα ποσά τα οποία εισέπραξε από τον αγοραστή, ως το τεκμήριο 7. Ο αγοραστής αγόρασε δύο κατοικίες με αριθμό 15 και 16. Η παρούσα απαίτηση αφορά την κατοικία 16, καθότι η κατοικία με αριθμό 15 εξαιρέθηκε από τον πλειστηριασμό. Στη συνέχεια λόγω του ότι η εργοληπτική εταιρεία και ο δανειολήπτης δεν ήταν συνεπείς προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας, τα δάνεια τους κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα και τερματίστηκαν. Μετά την πώληση των πιστωτικών διευκολύνσεων από την τράπεζα, οι δανειακές υποχρεώσεις του αγοραστή αγοράστηκαν από την ενάγουσα και το δάνειο της εργοληπτικής εταιρείας αγοράστηκε από την εναγόμενη 1. Η ενάγουσα καταχώρησε την αγωγή 3946/09 του Ε.Δ. Πάφου όπου εκδόθηκε απόφαση εναντίον των δανειοληπτών για το ποσό των €69.250,26, στις 30.6.15 και εναντίον του πωλητή για το ποσό των €71.940,44, στις 5.12.14, τεκμήριο 8. Περαιτέρω, στην απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον των δανειοληπτών – αγοραστών, δηλώθηκε ως Κανόνας Δικαστηρίου, ότι με την εξόφληση της απόφασης ως δηλώθηκε, η τράπεζα θα απάλλαττε την κατοικία υπ’ αριθμό 16 η οποία ανεγέρθηκε στο ακίνητο με αριθμό 4928 από τις υποθήκες που είναι κατατεθειμένες με αριθμό 6/Υ2448/03 και 6/Υ2312/04 και θα εκδοθεί σχετικό απαλλακτικό.
Ακολούθως, εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας της κατοικίας με αριθμό 16 η οποία έλαβε τον αριθμό εγγραφής 0/7343, τεκμήριο 9 και εγγράφηκε στο όνομα της πωλήτριας εταιρείας αλλά όχι στον αγοραστή με ταυτόχρονη υποθήκη προς όφελος της ενάγουσας. Σύμφωνα με το τεκμήριο 10 και 11, ο αγοραστής καταχώρησε αγωγή εναντίον του πωλητή και στις 4.12.09 εκδόθηκε απόφαση με την οποία επιτράπηκε στον αγοραστή να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες και διαδικασίες για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Στις 24.3.11, η τράπεζα απέστειλε επιστολή δια της οποίας εξέφραζε την ετοιμότητα της να απαλλάξει το μερίδιο που αντιστοιχούσε στο επίδικο ακίνητο νοουμένου ότι καταβαλλόταν το ποσό των €2.568, σύμφωνα με το τεκμήριο 12.
Κατά ή περί την 12.9.25, η εναγόμενη 1 απέστειλε επιστολή τύπου ΙΑ την οποία η ενάγουσα παρέλαβε στις 25.9.25, ενημερώνοντας την για τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό μεταξύ άλλων του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7343 από την εναγόμενη 1 η οποία κατέστη δικαιούχους της υποθήκης Υ2488/03. Η εν λόγω ειδοποίηση, τεκμήριο 13, ανέφερε ότι αποστάληκε δυνάμει της σύμβασης εκχώρησης 6/ΕΣ/2838/2016 (6/ΠΩΕ/3148/2004). Ο πλειστηριασμός ο οποίος ήταν προγραμματισμένος στις 30.1.26 αφορούσε και την κατοικία 15. Μετά την ανταλλαγή αλληλογραφίας, τεκμήριο 14, μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1 το ακίνητο με αριθμό 15 απαλλάχθηκε από την διαδικασία του πλειστηριασμού, εφόσον εντοπίστηκαν οι πληρωμές προς τον πωλητή. Στις 27.1.26, εξασφαλίστηκαν τα τεκμήρια 7 και 9 – 12, τα οποία ενισχύουν την θέση ότι το επίδικο ακίνητο εξοφλήθηκε και δικαιολογούν την απαλλαγή του ακινήτου με αριθμό 16 από τη διαδικασία πλειστηριασμού. Περαιτέρω εξασφαλίστηκαν αποδείξεις είσπραξης από τον πωλητή και απόδειξη παραλαβής της κατοχής του επίδικου ακινήτου, σύμφωνα με τα τεκμήρια 16 – 18. Πιστεύει ότι η αιτούμενη αποκάλυψη των λογαριασμών της πωλήτριας εταιρείας θα αποδείξει την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου και θα οδηγήσει στην αυτόματη απαλλαγή του από την υποθήκη και εγγραφή του επί του ονόματος του αγοραστή με ταυτόχρονη υποθήκη προς όφελος της ενάγουσας.
Ενόψει των ως άνω, ο μάρτυρας υποστηρίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων για τους λόγους τους οποίους καταγράφει στην ένορκη του δήλωση.
Η εναγόμενη 1 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας 16 λόγους ένστασης. Μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μονομερούς έκδοσης και διατήρησης του προσωρινού διατάγματος, δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, η ενάγουσα καθυστέρησε υπέρμετρα και αδικαιολόγητα στην προώθηση της διαδικασίας, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60, η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αποκρύβει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, η εναγόμενη έχει κάθε δικαίωμα να προβεί στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, η αίτηση είναι καταχρηστική και η εναγόμενη 1 θα υποστεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημιά σε σύγκριση με την ενάγουσα και θα είναι αδύνατο να αποκατασταθούν οι ζημιές της καθότι οι οφειλές προς την εναγόμενη 1 ανέρχονται σε πέραν του €1.800.000.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Α. Αδάμου, η οποία στο μεγαλύτερο της μέρος περιλαμβάνει αχρείαστη επιχειρηματολογία και σχολιασμό της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από πλευράς ενάγουσας. Τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κου Αδάμου μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως. Μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι η εναγόμενη 1 αντικατέστηκε την Τράπεζα Κύπρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της που προκύπτουν από συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, συμπεριλαμβανομένων και των υποθηκών με αριθμό Υ2448/2003 και Υ2312/2004. Η Τράπεζα Κύπρου, είχε συνάψει συμφωνίες δανείου με την εταιρεία DURO NEACHTAIN DEVELOPMENTS LTD, στο εξής ο πωλητής, η οποία έλαβε διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις. Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε η ως άνω εταιρεία, αυτή παραχώρησε μεταξύ άλλων, τις υποθήκες Υ2448/03 και Υ2312/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, τεκμήρια 2 και 3, οι οποίες αφορούν και καλύπτουν και το επίδικο ακίνητο με αρ. εγγραφής 4928, οι οποίες είναι προγενέστερες της όποιας εξασφάλισης υφίσταται σήμερα προς όφελος της ενάγουσας. Επί του εν λόγω ακινήτου και μετά από σχετική ανάπτυξη που ολοκλήρωσε η εταιρεία, προέκυψε ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, δηλαδή της κατοικίας με αρ. 16 με αριθμό εγγραφής 0/7343. Η ως άνω εταιρεία λόγω του ότι όφειλε σημαντικά ποσά στην εναγόμενη 1, η τελευταία προχώρησε με τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων και καταχώρησε τις αγωγές 2790/08, 2791/2008, 265/2009 και 1706/2009 του Ε.Δ. Πάφου. Στη βάση των ως άνω αγωγών εκδοθήκαν εναντίον της εταιρείας και υπέρ της εναγόμενης 1 δικαστικές αποφάσεις, τεκμήριο 4, για υπέρογκα ποσά, με τις οποίες διατάχθηκε η εκποίηση των ως άνω υποθηκών και ουσιαστικά η ενάγουσα αξιώνει από το Δικαστήριο να ενεργήσει ως εφετείο ομόβαθμου Δικαστηρίου προς ανατροπή των ως άνω αποφάσεων.
Γενικότερα με την μαρτυρία του ο κος Αδάμου, υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι το τίμημα πώλησης έχει εξοφληθεί προς την πωλήτρια εταιρεία, ενώ η επίκληση της απόφασης η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3165/09 η οποία εκδόθηκε ερήμην δεν επιβεβαιώνει ότι ο αγοραστής εξόφλησε το τίμημα πώλησης. Πέραν τούτου, υποστηρίζει επίσης ότι η απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον του αγοραστή για το χρέος του έναντι της τράπεζας δεν εξοφλήθηκε ενώ δεν ενεργοποιήθηκε η εξασφάλιση η οποία παραχωρήθηκε με την εγγυητική επιστολή, η ύπαρξη της οποίας δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Αποτελεί επίσης θέση του ότι η ενάγουσα καθυστέρησε στην καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας ενώ γνώριζε από πολύ παλαιότερα ότι το ακίνητο βαρύνεται με την προηγούμενη υποθήκη η οποία υφίσταται προς όφελος της εναγόμενης 1 και όλα τα στοιχεία που αφορούν την απαίτηση της ήταν εις γνώση της.
Ακολούθησε η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, με τις οποίες οι μάρτυρες σχολιάζουν και αρνούνται τους αντίθετους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη του περιεχομένου τους.
Από πλευράς εναγόμενου 2, κατατέθηκε έκθεση γεγονότων, στην οποία καταγράφεται το ιστορικό εγγραφής των υποθηκών, έκδοσης των ξεχωριστών τίτλων και εγγραφής εμπραγμάτων βαρών. Δηλώνεται από μέρους του ότι δεν υπάρχει ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων τα οποία τον αφορούν, νοουμένου ότι υπάρξει συμμόρφωση με τους όρους που θέτει.
Κατά την ακρόαση της αίτησης, κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες έκαστη πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της, στις οποίες θα γίνει αναφορά πιο κάτω όπου κριθεί αναγκαίο. Σημειώνω ότι η αγόρευση της πλευράς της εναγόμενης 1, δεν είναι σύμφωνη με τον Κανονισμό 23.11(4), εφόσον αυτή ξεπερνά το όριο των 25 σελίδων και δεν έχει ζητηθεί σχετική άδεια για την καταχώρηση της αγόρευσης αποτελούμενη από 34 σελίδες. Κατωτέρω και αναλόγως της έκβασης της αίτησης, θα εξετάσω την εν λόγω παράβαση του ως άνω Κανονισμού.
Τονίζω ότι έλαβα υπόψη μου το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου με την αίτηση και την ένσταση, έχοντας κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (βλ. Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490). Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε δικόγραφα εφόσον αυτά δεν έχουν ακόμα καταχωρηθεί.
Θα ξεκινήσω αρχικά με την θέση της εναγόμενης 1, με την οποία υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων.
Αναφορικά με το ζήτημα της αποκάλυψης, σχετική είναι, μεταξύ πολλών άλλων, η υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd (2010) 1(B) Α.Α.Δ.1377 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Τέθηκε επίσης ζήτημα για ακύρωση του διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους, ασκούσα επιχειρήσεις από την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία L' Exlusif Numero Douze v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ.1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.»
Εξετάζοντας συνολικά τη μαρτυρία την οποία έθεσε αρχικά η ενάγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό την μονομερή έκδοση του διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε, διαπιστώνω ότι από πλευράς ενάγουσας τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν το ιστορικό της διαφοράς των δύο πλευρών χωρίς να προκύπτει ότι εσκεμμένα απέκρυψε κάποιο γεγονός. Για παράδειγμα, η θέση της εναγόμενης 1 ότι το τεκμήριο 16 στάληκε στην εναγόμενη 1 από τις 9.1.26, ενώ η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι μόλις σήμερα, δηλαδή κατά την ετοιμασία της ένορκης δήλωσης του κου Ματθαίου, εξασφαλίστηκε το έγγραφο αυτό, διαπιστώνω ότι στο τεκμήριο 14 ο κος Ματθαίου περιλαμβάνει το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 9.1.26 και στο οποίο γίνεται αναφορά ότι έχουν εντοπιστεί οι δύο καταθέσεις που αφορούν το τεκμήριο 16, δεν διαπιστώνω όμως στο ίδιο τεκμήριο το οποίο κατέθεσε ο κος Αδάμου με αριθμό 7 να επισυνάπτονται οι αποδείξεις του τεκμηρίου 16 τις οποίες κατέθεσε ο κος Ματθαίου. Η ενάγουσα επικαλούμενη το κατεπείγον στην έκδοση του διατάγματος, παρουσίασε τις αποδείξεις του τεκμηρίου 16, ενώ προηγουμένως γινόταν αναφορά μόνο στον εντοπισμό των πληρωμών χωρίς να έχει διαφανεί ότι οι αποδείξεις βρίσκονταν ενωρίτερα στην κατοχή της ενάγουσας και απέκρυψε αυτές. Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα απέκρυψε την έκδοση των αποφάσεων οι οποίες εκδοθήκαν εναντίον της αγοράστριας εταιρείας. Το γεγονός όμως αυτό δεν κρίνεται ουσιώδες, εφόσον το ουσιαστικό γεγονός παραμένει ότι για το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε υποθήκη από την πωλήτρια εταιρεία προς εξασφάλιση δικών της υποχρεώσεων. Άλλωστε, η ύπαρξη της αγωγής και δικαστικής απόφασης εναντίον της εταιρείας προκύπτει και από το τεκμήριο 12 το οποίο κατέθεσε η ενάγουσα από το οποίο προκύπτει ότι η επίδικη κατοικία αποτελεί μέρος δικαστικής απόφασης για την οποία έγινε πρόταση από την Τράπεζα Κύπρου προς εξασφάλιση απαλλακτικών εγγράφων από τις υποθήκες που αφορούσαν οι αγωγές, περιλαμβανομένης και της αγωγής 2791/08 την οποία επικαλείται ο κος Αδάμου. Όπως επίσης διαπιστώνω ότι η ύπαρξη της εγγυητικής επιστολής αλλά και οι λόγοι για τους οποίους αυτή δεν ενεργοποιήθηκε δεν μπορούν να αποτελέσουν ουσιώδη γεγονότα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εφόσον ο τρόπος που είχε επιλέξει η Τράπεζα Κύπρου να εισπράξει το λαβείν της δεν αποτελεί το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση. Άλλωστε, στην ένορκη δήλωση του κου Ματθαίου αναφέρεται ότι η πωλήτρια εταιρεία υπέγραψε εταιρική εγγύηση και επιστολή εκχώρησης των δικαιωμάτων της εκ ποσού ΛΚ. 60.000.
Τα όσα δε περαιτέρω εισηγείται η πλευρά της εναγόμενης 1 ότι συνιστούν απόκρυψη γεγονότων, τα οποία συμπλέκει με προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνω να συνιστούν απόκρυψη γεγονότων που θα οδηγούσαν το Δικαστήριο σε διαφορετική κατάληξη. Αντιθέτως, διαπιστώνω ότι η ενάγουσα με την μαρτυρία της έθεσε σωρεία γεγονότων και εγγράφων τα οποία εξετάστηκαν από το Δικαστήριο χωρίς να διαπιστώνεται απόκρυψη γεγονότων. Το κατά πόσο ενδεχομένως ερμηνεύει η ενάγουσα με διαφορετικό τρόπο την προσκομισθείσα μαρτυρία, τέτοιο γεγονός δεν συνιστά παράβαση του καθήκοντος της για πλήρη και ουσιαστική αποκάλυψη γεγονότων.
Επί τη βάση των ως άνω γεγονότων, κρίνω επίσης ότι η ενάγουσα, εφόσον δεν είχε στην κατοχή της προηγουμένως τα τεκμήρια 16 – 18, αν και είχε υπόψη της από παλαιότερα ότι η εναγόμενη 1 θα προχωρούσε σε πλειστηριασμό, ικανοποίησε την προϋπόθεση του κατεπείγοντος εφόσον με τα έγγραφα αυτά τα οποία εξασφάλισε μετά την ανταλλαγή της αλληλογραφίας με τη την εναγόμενη 1, έκρινε προς ικανοποίηση και του Δικαστηρίου ότι θα έπρεπε ο πλειστηριασμός που ήταν ορισμένος στις 30.1.26 να ανασταλεί με σκοπό η εναγόμενη 1 να εξετάσει τα στοιχεία τα οποία η ενάγουσα εξασφάλισε για να υποστηρίξει τις θέσεις της. Προσθέτω επίσης ότι η ενάγουσα εξήγησε και δικαιολόγησε επαρκώς τον χρόνο στον οποίο καταχώρησε την αίτηση. Ναι μεν όπως φαίνεται γνώριζε πολύ προηγουμένως για τον επικείμενο πλειστηριασμό και προσπαθούσε από προηγουμένως να διευθετήσει το θέμα με την εναγόμενη 1, αλλά ο χρόνος που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση ήταν άμεσα συναρτημένος με τον χρόνο όπου εξασφάλισε περαιτέρω έγγραφα και στοιχεία και αυτός ήταν ελάχιστες ημέρες πριν τον πλειστηριασμό.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης 2, 3 και 8 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Προσθέτω επίσης ότι το ζήτημα της ολιγωρίας και καθυστέρησης της έγερσης της παρούσας απαίτησης, το οποίο προβάλλει η εναγόμενη 1, αποτελεί ζήτημα το οποίο θα πρέπει να κριθεί στην ουσία της υπόθεσης και όχι στο ενδιάμεσο και πρόωρο αυτό στάδιο.
Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης.
Το αίτημα της ενάγουσας στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14(Ι)/60.
Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60, για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, σύμφωνα με τη Νομολογία, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όπως έχει λεχθεί από το Εφετείο στην υπόθεση LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32:
«Να υπενθυμίσουμε μόνον ότι για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Η δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, απαιτεί την απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε και πάλι από το Εφετείο στην ως άνω υπόθεση αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση (βλ. LAXIFLORA HOLDINGS LTD ανωτέρω):
«Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017 και την πρόσφατη απόφαση μας Boris Mints κ.α. v. Pavel Shishkin, Πολ. Έφεση Ε69/2020, σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020, ημερ. 10/1/2024).»
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται, όχι κατά εξαντλητικό τρόπο, υπό το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ισοζυγίζοντας πάντοτε τον επηρεασμό των δικαιωμάτων κάθε διαδίκου αναλόγως της φύσεως της αιτούμενης θεραπείας που επιδιώκεται στα πλαίσια της κύριας διαδικασίας.
Έχει επίσης λεχθεί στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Ltd (2), (2008) ΑΑΔ 626, ότι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω αδυναμίας του εναγόμενου να ικανοποιήσει την απόφαση που ήθελε εκδοθεί υπέρ του, θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή και θετική μαρτυρία και όχι να στηρίζεται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.
Εάν οι ως άνω τρεις προϋποθέσεις πληρούνται σωρευτικά, το Δικαστήριο, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα.
Στρεφόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, διευκρινίζω κατ’ αρχάς ότι στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης του κου Ματθαίου, γίνεται αναφορά σε σύναψη στεγαστικού δανείου μεταξύ του αγοραστή Δημήτρη Χαραλάμπους και της Τράπεζας Κύπρου, ενώ σύμφωνα με το τεκμήριο 1, αγοραστές και δανειολήπτες κατονομάζονται οι Horton Carl Leroy και Horton Matthew Stewart, όπως επίσης αυτό διαπιστώνεται σε όλα τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν από αμφότερες πλευρές.
Σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μόνο της παρούσας διαδικασίας, φαίνεται ότι η Τράπεζα Κύπρου, στις 17.11.05 σύναψε σύμβαση δανείου με τους Horton Carl Leroy και Horton Matthew Stewart, τεκμήριο 1. Σκοπός του δανείου ήταν η αγορά της κατοικίας με αριθμό 16 επί συγκροτήματος κατοικιών η οποία ανεγειρόταν από την εταιρεία Duro Neachtain Developers Ltd επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4928. Σύμφωνα με το τεκμήριο 2, η κατοικία με αριθμό 16 αγοράστηκε από τον Horton Matthew Stewart, ο οποίος εκχώρησε προς την Τράπεζα Κύπρου όλα τα δικαιώματα του τα οποία πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 23.7.04, τεκμήριο 2, δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 24.11.05, τεκμήριο 3, προς εξασφάλιση της εν λόγω συμφωνίας δανείου.
Το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο λαμβάνοντας αριθμό ΠΩΕ3148/04 και η σύμβαση εκχώρησης κατατέθηκε προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και έλαβε αριθμό 6/ΕΣ2838/2016.
Επί του ακινήτου επί του οποίου η εταιρεία Duro Neachtain Developers Ltd, ανήγειρε την κατοικία αρ. 16, η Τράπεζα Κύπρου διατηρεί τις υποθήκες Υ2448/03 και Υ2312/04, προς εξασφάλιση των δανειακών υποχρεώσεων της ως άνω εταιρείας προς την Τράπεζα Κύπρου. Σε κατοπινό στάδιο εκδοθήκαν ξεχωριστοί τίτλοι για τις κατοικίες αρ. 15 και 16 και σημειώνω εδώ ότι ο ως άνω αγοραστής, αγόρασε επίσης την κατοικία αρ. 15, η οποία εξαιρέθηκε από τον πλειστηριασμό τον οποίο προωθούσε η εναγόμενη 1 σε σχέση με την υποθήκη Υ2488/03. Προσθέτω επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε αγωγές τόσο εναντίον του αγοραστή όσο και εναντίον της εργοληπτικής εταιρείας στις οποίες εκδοθήκαν αποφάσεις για τα οφειλόμενα ποσά αλλά και για την εκποίηση των υποθηκών που είχαν παραχωρηθεί από την εργοληπτική εταιρεία. Προσθέτω επίσης ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 8, στην απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον του αγοραστή δεν γίνεται μνεία για την συμφωνία εκχώρησης ούτε εκδόθηκε κάποιο διάταγμα σε σχέση με την συμφωνία αυτή.
Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι, οι πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορούσαν τα δάνεια τα οποία παραχωρήθηκαν στην εταιρεία Duro Neachtain Developers Ltd, περιλαμβανομένων των Υποθηκών Υ2448/2003 και Υ2312/2004, σύμφωνα με το τεκμήριο 1 το οποίο κατέθεσε ο κος Αδάμου, αγοράστηκαν από την εναγόμενη 1 ενώ οι πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορούσαν τον αγοραστή, αγοράστηκαν από την ενάγουσα.
Η εναγόμενη 1, με την ειδοποίηση τύπου ΙΑ ημερομηνίας 12.9.25 ενημέρωσε την ενάγουσα ότι προγραμματίστηκε πλειστηριασμός σε σχέση με την υποθήκη Υ2488/03, ο οποίος περιλαμβάνει και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/7343, ήτοι την κατοικία με αριθμό 16, όπως επίσης περιλάμβανε και την κατοικία αριθμό 15, η οποία μετά από σχετική ανταλλαγή αλληλογραφίας εξαιρέθηκε από τον πλειστηριασμό.
Αποτελεί θέση της εναγόμενης 1, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμη βάση αγωγής εναντίον της λόγω του ότι μεταξύ άλλων, η ενάγουσα δεν διατηρεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, εφόσον μεταξύ τους δεν υφίσταται οποιαδήποτε συμφωνία ενώ η εναγόμενη 1 δεν δεσμεύεται από την συμφωνία εκχώρησης την οποία επικαλείται η ενάγουσα. Από την άλλη, η ενάγουσα υποστηρίζει με την αγόρευση της ότι, ουσιαστικά το ζήτημα που προκύπτει άπτεται της ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους της κατά τον επίδικο χρόνο Τράπεζας Κύπρου, όπως με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου του ακινήτου 0/7343 απαλλάξει αυτό από τις υποθήκες Υ2448/03 και Υ2312/04, υποχρέωση με την οποία παρέλειψε να συμμορφωθεί. Αποτελεί επίσης θέση της ενάγουσας, ότι η ενάγουσα και η εναγόμενη 1, απέκτησε δυνάμει των συμφωνιών απόκτησης των πιστωτικών διευκολύνσεων τόσο τα δικαιώματα όσο και τις υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου ως εκ τούτου δεσμεύονται εξίσου από τις υποχρεώσεις που αυτή ανέλαβε έναντι των αντισυμβαλλομένων της.
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η συμφωνία εκχώρησης ήταν ανεξάρτητη από τις συμβάσεις υποθήκης, ενώ η κάθε συμφωνία εξασφάλιζε διαφορετικές δανειακές υποχρεώσεις διαφορετικών προσώπων. Ο μοναδικός συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο δανείων ήταν ότι μέρος της υποθηκευμένης περιουσίας αποτελούσε το αντικείμενο της συμφωνίας εκχώρησης, ενώ πριν την πώληση των πιστωτικών διευκολύνσεων στην ενάγουσα και εναγόμενη 1, κάτοχος και δικαιούχος των ως άνω εξασφαλίσεων ήταν η Τράπεζα Κύπρου. Η οποία όμως είναι σημαντικό να τονίσω ότι όπως προκύπτει από τα τεκμήρια τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχουν αμφισβητηθεί, για όσο χρόνο βρίσκονταν υπό την δική της διαχείριση αμφότερες πιστωτικές διευκολύνσεις και ενώ ο ξεχωριστός τίτλος για την κατοικία αριθμός 16 εκδόθηκε και εγγράφηκε στην εταιρεία Duro Neachtain Developers Ltd, στις 6.12.18, σύμφωνα με το τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του κου Ματθαίου, σε καμία ενέργεια προέβηκε για να τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας εκχώρησης με την οποία ο αγοραστής και ο πωλητής ανέλαβαν την υποχρέωση να εγγράψουν το ακίνητο στην Τράπεζα Κύπρου όταν εκδοθεί ο ξεχωριστός τίτλος, με ταυτόχρονη εγγραφή υποθήκης επ’ αυτού.
Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με το τεκμήριο 8, η Τράπεζα Κύπρου εξασφάλισε απόφαση εναντίον των αγοραστών και της Duro Neachtain Developers Ltd, στην αγωγή 3946/09 στις 30.6.15, όπου δηλώθηκε ο ακόλουθος Κανόνας Δικαστηρίου: «Γίνεται Κανόνας του Δικαστηρίου ότι ταυτόχρονα με την εξόφληση της πιο πάνω απόφασης περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων και την καταβολή επιπρόσθετου ποσού ύψους €2.568 οι ενάγοντες θα απαλλάξουν την κατοικία αρ. 16 η οποία βρίσκεται στο έργο Αγία Σοφία το οποίο ανεγέρθηκε στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4928, τεμ. 259, Φ/Σχ. XLV/43, χωριό Τρεμιθούσα, Πάφος, από τις υποθήκες που είναι κατατεθειμένες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αρ. 6/Υ2448/03 και 6/Υ2312/04 και οποιεσδήποτε απαγορεύσεις προς όφελος των εναγόντων που βαραίνουν το πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο και προς τούτο θα εκδώσει σχετικό απαλλακτικό που να επιβεβαιώνει τα πιο πάνω.»
Δηλαδή, η Τράπεζα Κύπρου, αποδέχτηκε υπό τους ως άνω όρους, την απαλλαγή της κατοικίας αρ. 16 από τις ως άνω υποθήκες και η συμφωνία αυτή δηλώθηκε στα πλαίσια της διευθέτησης και έκδοσης απόφασης σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις τις οποίες αγόρασε η ενάγουσα από την Τράπεζα Κύπρου. Μέχρι σήμερα, ως αποδέχεται η ενάγουσα, το ως άνω εξ αποφάσεως χρέος, δεν έχει εξοφληθεί, εφόσον με την αίτηση υποστηρίζει ότι η κατοικία αρ. 16 θα πρέπει να εξαιρεθεί από τις υποθήκες για να μπορέσει να εξασφαλιστεί το χρέος του αγοραστή υποθηκεύοντας το επίδικο ακίνητο. Ούτε επίσης έχει πληρωθεί το ποσό των €2.568 ως αναφέρεται στον ως άνω Κανόνα Δικαστηρίου αλλά και στην επιστολή τεκμήριο 12, με την οποία συμφωνήθηκε ο τρόπος απαλλαγής του επίδικου ακινήτου από τις υποθήκες. Φαίνεται δηλαδή ότι η ενάγουσα αγοράζοντας το δάνειο που αφορά η αγωγή 3946/09 και εφόσον ως διατείνεται μεταβιβάστηκαν στην ίδια οι υποχρεώσεις και δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου που σχετίζονται με το εν λόγω δάνειο, συνέχισε να δεσμεύεται από τον εν λόγω Κανόνα Δικαστηρίου, ότι δηλαδή η απαλλαγή του ακινήτου από τις υποθήκες για σκοπούς υποθήκευσης του για το δάνειο του αγοραστή θα επιτυγχάνετο με την εξόφληση του χρέους του αγοραστή.
Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, η Τράπεζα Κύπρου δηλώνοντας απόφαση υπέρ της στην αγωγή 3946/09, η οποία αφορούσε το χρέος για την αγορά της κατοικίας αρ. 16, δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε δήλωση ούτε και εκδόθηκε απόφαση που να αφορά την συμφωνία εκχώρησης. Αντίθετα, αποδέχτηκε την εξαίρεση του επίδικου ακινήτου από τις υποθήκες υπό τους ως άνω όρους, οι οποίοι δεν φαίνεται να έχουν τηρηθεί, εφόσον το χρέος προς την Τράπεζα Κύπρου, υφίστατο και κατά τον χρόνο εξαγοράς του δανείου από την ενάγουσα, εφόσον επαναλαμβάνω ζητείται η απαλλαγή του επίδικου ακινήτου από τις υποθήκες με σκοπό την υποθήκευση του προς όφελος της. Για τον λόγο δε αυτό, δεν γίνεται αντιληπτό για ποιο λόγο η ενάγουσα εστιάζει στο κατά πόσο ο αγοραστής εξόφλησε την πωλήτρια εταιρεία, εφόσον σύμφωνα με τα πιο πάνω, φαίνεται ότι θα έπρεπε να εξοφληθεί η Τράπεζα Κύπρου από τον αγοραστή για να απαλλαγεί το ακίνητο από τις υποθήκες.
Η ενάγουσα εξαγοράζοντας το δάνειο, δεσμεύτηκε από τα πιο πάνω, τα οποία όμως δεν φαίνεται για το στάδιο αυτό να δεσμεύουν ή να θέτουν υποχρεώσεις προς την εναγόμενη 1, η οποία εξαγόρασε τις πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες αφορούν τις δύο υποθήκες μόνο. Οι όποιες υποχρεώσεις απορρέουν από την συμφωνία εκχώρησης, φαίνεται να στρέφονται προς τον αγοραστή και τον πωλητή, οι οποίοι σύμφωνα με την συμφωνία εκχώρησης ανέλαβαν με την έκδοση του χωριστού τίτλου να μεταβιβάσουν και υποθηκεύσουν το ακίνητο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Είναι σημαντικό επίσης να προσθέσω ότι με την εξαγορά των πιστωτικών διευκολύνσεων, η ενάγουσα και η εναγόμενη 1 αγόρασαν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου, σε σχέση με την κάθε δανειακή σύμβαση ξεχωριστά, χωρίς να διαφαίνεται τουλάχιστον για το στάδιο αυτό, ότι με την εξαγορά των δανείων θα μεταβιβαζόταν στην ενάγουσα κάποιο δικαίωμα της Τράπεζας Κύπρου που είχε επί της δανειακής σύμβασης του πωλητή και των υποθηκών που εξασφάλιζαν αυτές.
Επί τη βάση όλων των πιο πάνω, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν κρίνουν το τελικό αποτέλεσμα της απαίτησης της ενάγουσας αλλά και έχοντας υπόψη ότι η ενάγουσα με την αγόρευση της αναγνωρίζει ότι η υπόθεση προκύπτει από την ανάληψη της υποχρέωσης της Τράπεζας Κύπρου να απαλλάξει το επίδικο ακίνητο από τις υποθήκες με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου, υποχρέωση με την οποία παρέλειψε τελικά να συμμορφωθεί, όπως σημειώνεται στην αγόρευση της ενάγουσας, κρίνω ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη μίας συζητήσιμης βάσης αγωγής εναντίον της εναγόμενης 1, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη κάποιας συμβατικής ή άλλης σχέσης μεταξύ τους που θα μπορούσε να προσδώσει κάποιο αναγνωρισμένο αγώγιμο δικαίωμα ή αναγνωρισμένη βάση αγωγής που να δικαιολογεί τις αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης 1, η οποία δεν φαίνεται κατά την εξαγορά του δανείου του πωλητή να προέβηκε σε κάποια παράσταση που να σχετίζεται με το δάνειο το οποίο εξαγόρασε η ενάγουσα. Επαναλαμβάνω επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου, για το δάνειο το οποίο εξαγόρασε η ενάγουσα, δήλωσε με Κανόνα Δικαστηρίου ότι θα απάλλασσε το επίδικο ακίνητο από τις υποθήκες μόνο με την εξόφληση του χρέους του αγοραστή προς την Τράπεζα Κύπρου, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να είχε γίνει.
Συνεπακόλουθα και για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εναγόμενης 1 και κατ’ επέκταση δεν πληρείται ούτε η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60. Προσθέτω επίσης στο σημείο αυτό, ότι η ενάγουσα επικαλείται το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 απάλλαξε το ακίνητο υπ’ αριθμό 15 από τον πλειστηριασμό, εφόσον εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος. Πουθενά όμως στην μαρτυρία δεν διαφαίνεται ότι ο λόγος που αυτό έγινε συνδεόταν με την συμφωνία εκχώρησης ή για τους λόγους τους οποίους η ενάγουσα επικαλείται για την απαλλαγή του επίδικου ακινήτου από τις υποθήκες.
Εξέτασα επίσης την τρίτη προϋπόθεση. Αποτελεί θέση του κου Ματθαίου, ότι σε περίπτωση πώλησης του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού και σε περίπτωση όπου δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τότε η ενάγουσα θα αποστερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας της στην αγωγή 3946/09 αλλά και το περιουσιακό στοιχείο το οποίο αποτελεί εξασφάλιση των υποχρεώσεων του αγοραστή.
Η απόφαση όμως η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 3946/09 στις 30.6.15, δηλαδή πριν σχεδόν 11 χρόνια, δεν φαίνεται να είχε γίνει προσπάθεια εκτέλεσης της για να συσχετιστεί η ικανοποίηση της αποκλειστικά με την εξασφάλιση που δόθηκε και σχετίζεται με τη συμφωνία εκχώρησης. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Κανόνα Δικαστηρίου, ως καταγράφηκε πιο πάνω, η Τράπεζα Κύπρου είχε δεσμευτεί με άλλο τρόπο να απαλλάξει το ακίνητο από τις υποθήκες, νοουμένου ότι ο αγοραστής θα συμμορφωνόταν με τα όσα προέβλεπε η απόφαση και οι όροι αναστολής της καθώς και ο Κανόνας Δικαστηρίου, με τον οποίο ουσιαστικά η Τράπεζα Κύπρου αποδέχτηκε ότι θα απαλλαγεί το ακίνητο από τις υποθήκες μόνο όταν εξοφληθεί το εξ αποφάσεως χρέος. Δηλαδή, η ζημιά την οποία η ενάγουσα ενδεχομένως να υποστεί και αν καταφέρει να την αποδείξει, δεν συνδέεται με πράξη ή παράλειψη της εναγόμενης 1. Πέραν τούτου, η ζημιά την οποία επικαλείται η ενάγουσα, είναι η απώλεια της εξασφάλισης που θα κατείχε επί του ακινήτου νοουμένου ότι θα υποθήκευε αυτό και για το οποίο παρατηρώ ότι θα μπορούσε να υποθηκεύσει εάν λάμβανε τα δέοντα μέτρα από το 2018 όπου το ακίνητο εγγράφηκε στην πωλήτρια εταιρεία. Υποχρέωση δε για εγγραφή του ακινήτου στην Τράπεζα Κύπρου έφερε ο αγοραστής και ο πωλητής, οι οποίοι δεν φαίνεται να το έπραξαν και οι οποίοι ενδεχομένως να οφείλονται για την πρόκληση τυχόν ζημίας στην ενάγουσα, η οποία περιορίζεται στην αποπληρωμή του χρέους της αγωγής 3946/09.
Τέλος, η απώλεια της εξασφάλισης την οποία η ενάγουσα επικαλείται εάν το ακίνητο υποθηκευόταν προς όφελος της, θα οδηγούσε σε μη ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, δηλαδή θα προκαλέσει στην ενάγουσα χρηματική ζημιά την οποία ήδη υπολόγισε και αξιώνει με την απαίτηση της, χωρίς να υποστηρίζει ότι η εναγόμενη 1 δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει ως αποζημίωση.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι ακόμα και σε περίπτωση όπου θα πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις θα ήταν δύσκολό ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τέλος.
Η ενάγουσα ζητά επίσης την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, όλων των εγγράφων, πληροφοριών, εντύπων, επικοινωνίας, καταστάσεων, αποδείξεων και εγγράφων τα οποία η εναγόμενη 1 έχει στην κατοχή της σχετικά με τον λογαριασμό της εταιρείας Duro Neachtain Developments Ltd για τα έτη 2004 – 2009.
Στην υπόθεση Avila Management Services Limited και άλλος ν. Frantisek Stepanek και άλλων (2012) 1 ΑΑΔ 1403, έγινε εκτενής αναφορά στην εφαρμογή των αρχών που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal, ως ακολούθως:
«Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι:
«(i) a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (a) be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.»
Σε μετάφραση:
«(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.»
Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.»
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα δεν εμπλέκει την πωλήτρια εταιρεία για την οποία ζητά αποκάλυψη στοιχείων σε κάποια αδικοπραξία, ούτε και αναφέρει ότι προτίθεται να στραφεί εναντίον της. Αντιθέτως, η ενάγουσα στρέφεται ήδη εναντίον της εναγόμενης 1, αποδίδοντας της συμβατική ευθύνη, ενώ τα όσα ζητά για να αποκαλυφθούν δεν αφορούν τρίτο πρόσωπο εναντίον του οποίου προτίθεται να στραφεί, αλλά ζητά όπως φαίνεται μαρτυρία που θα μπορεί να την χρησιμοποιήσει για να στηρίξει την υπόθεση της εναντίον της εναγόμενης 1. Ο σκοπός δηλαδή που ζητείται το Διάταγμα αποκάλυψης εκφεύγει του πλαισίου και αρχών που θα μπορούσε το Δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία του για να αποδώσει τέτοια θεραπεία.
Υπό το φως των ως άνω καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς επίσης απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιολογείται η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 1 και εναντίον της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 2 με την έκθεση γεγονότων δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των εξόδων και δεν είχε ένσταση στην αίτηση.
Κατάλογος εξόδων δεν έχει καταχωρηθεί από τους συνηγόρους ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα προχωρήσει στον υπολογισμό τους. Κατά τον υπολογισμό των εξόδων λαμβάνω υπόψη μου ότι η εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με την έκταση που προβλέπεται για την αγόρευση και προς τούτο θα αποκοπεί μέρος των εξόδων που αναλογούν στην ετοιμασία γραπτής αγόρευσης.
Συνεπώς, εναντίον της ενάγουσας και υπέρ του εναγόμενου 1, επιδικάζεται το ποσό των €2.100 πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €2.050. Καμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με τον εναγόμενο 1.
Τα έξοδα στην εναγόμενη 1 να καταβληθούν εντός 30 ημερών από σήμερα και η πληρωμή τους αποτελεί όρο για προώθηση της απαίτησης. Απόδειξη πληρωμής των εξόδων να καταχωρηθεί στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης.
(Υπ.) ...…………………………
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο