ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 65/2025
Μεταξύ:
Themis Portfolio Management Holdings Limited
Ενάγουσα
και
1. Νεόφυτος Ιωάννου
2. Silvia Yordanova Zladkova
Εναγομένων
Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 13.10.25
Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγουσα - αιτήτρια: Ανδρέας Κουκούνης & Σια ΔΕΠΕ
Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κος Α. Πολυδώρου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ενάγουσα με το έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης την οποία καταχώρησε εναντίον των εναγομένων αξιώνει την έκδοση Διατάγματος για παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής στην ενάγουσα, του χωραφιού και της κατοικίας στην οδό Βάσου Παναγή 34, Νέο Χωριό Πάφου, με αριθμό εγγραφής 0/11134, Φ/Σχ. 26/57, τεμάχιο 27, Επαρχία Πάφου, Διατάγματος άρσης της παράνομης επέμβασης επί του ως άνω ακινήτου, ενδιάμεσα οφέλη για το ποσό των €1.500 μηνιαίως ή/και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, από 1.11.24 ή 28.3.23 μέχρι την ανάκτηση από την ενάγουσα της κατοχής του ως άνω ακινήτου, καθώς και γενικές ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές ή απώλειες συνεπεία της παράνομης επέμβασης.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 10.3.25 και ακολούθως την υπεράσπιση τους στην απαίτηση της ενάγουσας στις 7.4.25.
Η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε σχέση με τις ως άνω αναφερόμενες αξιώσεις της.
Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Ν. Τουμπούρη, λειτουργού διαχείρισης στο Τμήμα Διαχείρισης Ακινήτων της ενάγουσας και υπεύθυνου δικαστηριακού λειτουργού της ενάγουσας για υποθέσεις ανάκτησης κατοχής ακινήτων της ενάγουσας. Σύμφωνα με τον κο Τουμπούρη, η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του χωραφιού και της κατοικίας στον οδό Βάσου Παναγή 34 στο Νέο Χωριό Πάφου, ως το τεκμήριο 1. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία είναι αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα, εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων δυνάμει του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015. Ο εναγόμενος 1 ήταν ο προηγούμενος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου, τεκμήριο 2, και η εναγόμενη 2 ήταν η προηγούμενη κάτοχος του ακινήτου και μετέπειτα παράνομος επεμβασίας. Τον Ιούνιο του 2021 και κατ’ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου, δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 4.6.21 από το Ε.Δ. Λευκωσίας και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 8.6.21, η Bank of Cyprus Public Company Ltd (η τράπεζα), μεταβίβασε στην ενάγουσα πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, περιλαμβανομένης και αυτής που αφορά το επίδικο ακίνητο. Η ενάγουσα αυτόματα αντικατέστησε και υποκατέστησε την τράπεζα αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις αυτών, ήτοι της υποθήκης Υ25/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου η οποία παραχωρήθηκε από τον εναγόμενο 1 επί του ως άνω ακινήτου και προς τούτο ενημερωθήκαν οι εναγόμενοι με το τεκμήριο 3. Η τράπεζα ήταν ενυπόθηκος δανειστής του εναγομένου 1 αναφορικά με πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν στον ίδιο ο οποίος υποθήκευσε προς όφελος της τράπεζας το επίδικο ακίνητο, τεκμήριο 4. Λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 δεν αποπλήρωσε τις διευκολύνσεις, η τράπεζα προχώρησε σε όλες τις νόμιμες διαδικασίες για πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου με την αποστολή των προβλεπόμενων επιστολών οι οποίες περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 4. Λόγω του ότι το ακίνητο δεν είχε πωληθεί μετά τον πλειστηριασμό, η ενάγουσα δυνάμει των άρθρων 44ΙΑ και 44ΙΒ του Νόμου 9(Ι)/65 στις 15.12.22 κατέστη η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, ενημερώνοντας τον εναγόμενο 1 με τις επιστολές ημερομηνίας 28.3.23, τεκμήριο 5. Η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 4.10.24, τεκμήριο 6, προς τους εναγόμενους η οποία τους επιδόθηκε στις 11.10.24, τερμάτισαν την οποιαδήποτε χρήση και παραμονή στο ακίνητο καλώντας τους εναγόμενους να παραδώσουν στην ενάγουσα ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου την 31.10.24, χωρίς οι εναγόμενοι να το πράξουν μέχρι σήμερα. Η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου είναι σήμερα €1.500 μηνιαίως και η αξία του ακινήτου ανέρχεται σε €369.000, σύμφωνα με το τεκμήριο 8. Στην βάση των πιο πάνω, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση να πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη, δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί και οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης. Σε σχέση με την υπεράσπιση των εναγομένων, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι εναγόμενοι ενημερώνονταν για όλες τις εκκρεμούσες διαδικασίες και ειδικά ο εναγόμενος 1 είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης της ενάγουσας δυνάμει τις απόφασης ημερομηνίας 29.11.22, η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 1107/15, τεκμήριο 9, όπου εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση μέσω των δικηγόρων του εναγόμενου 1, ο οποίος επίσης αποδέχτηκε την εγγραφή ΜΕΜΟ επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του, όπως φαίνεται στην απόφαση τεκμήριο 9.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλλουν ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, οι εναγόμενοι έχουν βάσιμη και καλόπιστη υπεράσπιση, η απαίτηση δεν είναι ξεκαθαρισμένη, ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα και η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και καταπιεστικά.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, συζύγου της εναγόμενης 2. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης καθότι είχε συμβληθεί με την Λαϊκή Τράπεζα η οποία μετά την διάλυση της μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν γνωρίζει με ποιες διαδικασίες η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου καθότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την ενάγουσα. Παραδέχεται ότι ήταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου στο οποίο διαμένει με την εναγόμενη 2 και την οικογένεια του και θεωρεί ότι διατηρούν κατάλοιπα κατοχής καθότι νόμιμα κατέχουν το ακίνητο από την ανέγερση και ουδέποτε διατάχθηκαν να παραδώσουν την κατοχή. Παραδέχεται επίσης την παραχώρηση της υποθήκης προς όφελος της τράπεζας και αγνοεί ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις μεταφέρθηκαν στην ενάγουσα. Δεν αρνείται ότι έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 4.10.24, θεωρώντας όμως τον τερματισμό παράνομο καθότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την ενάγουσα η οποία δεν έχει δικαίωμα τερματισμού. Αρνείται ότι έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 20.11.24 και ισχυρίζεται ότι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε €1.200 ως η έκθεση εκτίμησης την οποία έλαβε. Τέλος, υποστηρίζει ότι θα πρέπει να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν την απαίτηση λόγω του ότι δεν έχει συμβληθεί με την ενάγουσα, αμφισβητεί τον νόμιμο τερματισμό χρήσης του ακινήτου αλλά και τον τρόπο απόκτησης του ακινήτου από την ενάγουσα.
Κατά την ακρόαση της αίτησης, κατατέθηκαν από αμφότερες πλευρές γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες υποστηρίχθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά σ’ αυτό.
Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο προβλέπει για τη διαδικασία με την οποία δύναται το Δικαστήριο να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς την διεξαγωγή δίκης.
Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στον Κανονισμό 24.2, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγομένου επί του συνόλου της απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν κρίνει ότι:
1. Ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
2. Δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Ως προς το διαδικαστικό μέρος της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ο Κανονισμός 24.3 προβλέπει πως ο ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το Δικαστήριο δώσει άδεια και σε περίπτωση που ο ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.
Ως προβλέπεται στον Κανονισμό 24.4, η αίτηση υποβάλλεται με βάση τα όσα διαλαμβάνει το Μέρος 23 των Κανονισμών, όπου με την αίτηση θα πρέπει να παρουσιάζεται μαρτυρία σύμφωνα με την οποία:
1. Να προσδιορίζεται περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής και/ή
2. Να αναφέρεται ότι η αίτηση υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 24, δύναται να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:
(α) απόφαση επί της απαίτησης,
(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),
(γ) απόρριψη της αίτησης,
(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.
Πέραν τω ως άνω, το Δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης και περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης, είτε στην ολότητα της είτε για επιμέρους ζητήματα τα οποία θα κρίνει αναγκαίο να εκδικαστούν.
Ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης. Το Μέρος 24.4 (3) αναφέρεται στη μαρτυρία που οφείλει αυτός να προσκομίσει για να πετύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καθορίζεται ότι εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο της μαρτυρίας, ο ενάγοντας οφείλει να προσδιορίσει στην αίτηση του, τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται, τηρουμένου του δικαιώματος του να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του Κανονισμού 24.5(2).
Όπως έχει πρόσφατα λεχθεί στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025, ημερομηνίας 11/2/2026, σε σχέση με το βάρος απόδειξης της αίτησης:
«Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.
…
Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας από τον αιτητή, θα πρέπει να εκδίδεται χωρίς άλλο συνοπτική απόφαση. Το Μέρος 24.5.1 καθορίζει ότι και ο καθ' ου η αίτηση από την πλευρά του αν επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της αίτησης δύναται να την καταχωρίσει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par. 24.2.5:
«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the responded becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicants statement of belief.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Εάν ο αιτητής συνοπτικής απόφασης προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης του, ο καθ' ου η αίτηση υπόκειται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας ή κάποιου άλλου λόγου για διεξαγωγή δίκης. Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».
Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που τάσσει το Μέρος 24 των Κανονισμών και οι ενάγοντες έχουν συμμορφωθεί με αυτές. Συγκεκριμένα, προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 10.3.25, υπεράσπιση στις 7.4.25 και ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, υποστηρίζεται ότι οι εναγόμενοι ουδεμία πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης έχουν και δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Η αίτηση επίσης συνοδεύεται από μαρτυρία λειτουργού της ενάγουσας με την οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα τεκμήρια επί των οποίων η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της και την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Η αίτηση στηρίζεται στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι τέθηκαν σε εφαρμογή το έτος 2023. Στην ως άνω απόφαση, Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED (βλ. ανωτέρω), το Εφετείο προέβηκε σε ενδελεχή ανάλυση των προνοιών του Μέρους 24 και οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης έτυχαν ερμηνείας κυρίως ως προς τους όρους οι οποίοι συναντώνται στο Μέρος 24 «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη», ως το απόσπασμα το οποίο ακολουθεί:
«Στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 840 παράγραφος 24.2.3, γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα από την απόφαση Easyir Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339, το οποίο δίδει καθοδήγηση ως προς τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης κάτω από το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Δικαστής Lewison αφού τονίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στη συνέχεια στην παράγραφο 15 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:
1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).
2. Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).
3. Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).
4. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).
5. Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).
6. Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).
7. Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.
Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική, σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).
Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»
…
Ένας άλλος λόγος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποδοχή αίτησης για συνοπτική απόφαση, είναι ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων ενήργησε δόλια ή ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα περιπλέκοντας τα γεγονότα.
…
Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 842 παρ. 24.2.6, η διατύπωση του Μέρους 24.2 ("καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας ..... άλλος επιτακτικός λόγος...............") υποδηλώνει ότι κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ. Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain v. Hillman ανωτέρω).
Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασίσει επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά. Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day v. Royal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013, με την οποία προτείνει την κατ' αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης.»
Εξέτασα με την απαιτούμενη προσοχή τις εκδοχές τις οποίες η κάθε πλευρά προωθεί. Κατ’ αρχάς εξέτασα την θέση των εναγομένων με την οποία υποστηρίζουν ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο κος Τουμπούρης, αναφέρει στην ένορκη του δήλωση την θέση την οποία κατέχει στην ενάγουσα, θέση η οποία σχετίζεται συγκεκριμένα με την διαχείριση ακινήτων και είναι υπεύθυνος για τις υποθέσεις ανάκτησης κατοχής ακινήτων της ενάγουσας, ως η παρούσα. Εκ της θέσεως του αυτής, αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και για τα νομικά θέματα λαμβάνει πληροφόρηση από τους συνηγόρους της ενάγουσας. Τα ως άνω κρίνονται επαρκή για να καταδείξουν την γνώση του μάρτυρα ως προς τα γεγονότα που προβάλλει. Άλλωστε, αν και οι εναγόμενοι αμφισβητούν κάποια από τα γεγονότα που αναφέρει ο κος Ταμπούρης, δεν έχει υποδειχθεί κάποια ανακρίβεια ή διαφορετικό γεγονός από αυτό που αναφέρει ο μάρτυρας, κατά τρόπο που θα μπορούσε να καταδειχθεί η έλλειψη γνώσης του ως προς τα γεγονότα, ούτε και ο Κανονισμός 24, επιβάλλει η μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση να προέρχεται από πρόσωπο συγκεκριμένης σχέσης με την ενάγουσα. Συνεπώς, ο λόγος ένστασης Δ δεν γίνεται αποδεκτός.
Όπως διαπιστώνεται, τα ουσιαστικά γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η απαίτηση της ενάγουσας και αφορούν την παροχή υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου, η έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης για το ενυπόθηκο χρέος, η εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της ενάγουσας και η επίδοση της επιστολής ημερομηνίας 4.10.24, τεκμήριο 6, με την οποία τερματίστηκε η χρήση του ακινήτου καλώντας τους εναγόμενους να παραδώσουν το ακίνητο μέχρι 31.10.24, δεν αμφισβητούνται. Για τα γεγονότα δε αυτά, η ενάγουσα παρουσίασε σχετικά τεκμήρια τα οποία επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω, καθώς επίσης παρέπεμψε στη σχετική Νομοθεσία και συγκεκριμένα στα άρθρα 44ΙΑ και ΙΒ του Νόμου 9(Ι)/65, δυνάμει των οποίων ενέγραψε το ακίνητο στο όνομα της μετά την αποτυχημένη προσπάθεια πώλησης του μέσω πλειστηριασμού.
Η ουσιαστική υπεράσπιση την οποία προωθούν οι εναγόμενοι είναι ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει συμβληθεί με την ενάγουσα, αμφισβητούνται οι περιστάσεις υπό τις οποίες η ενάγουσα απέκτησε το ακίνητο και κατ’ επέκταση αμφισβητείται το δικαίωμα της ενάγουσας για να τερματίσει την χρήση του ακινήτου και να ζητά την παράδοση του. Οι εναγόμενοι προωθούν επίσης την θέση ότι διατηρούν κατάλοιπο δικαιώματος χρήσης λόγω του ότι ήταν πάντοτε οι κάτοχοι του ακινήτου και ο εναγόμενος 1 ήταν ο προηγούμενος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης από τον χρόνο ανέγερσης της κατοικίας.
Εις ότι αφορά την θέση των εναγομένων ότι μεταξύ τους και της ενάγουσας δεν υφίσταται συμβατική σχέση, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εναγόμενος 1 είχε συμβληθεί με την Λαϊκή Τράπεζα, ενώ οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο και εξασφαλίσεις που αφορούν το επίδικο ακίνητο μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Σύμφωνα όμως με το τεκμήριο 9, ο εναγόμενος 1 αναγνωρίζοντας την ενάγουσα ως ενυπόθηκο δανειστή, αποδέχτηκε την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης προς όφελος της ενάγουσας στις 29.11.22, μετά δηλαδή και από την επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και ΙΒ στις 26.7.19, σύμφωνα με το τεκμήριο 4. Συνεπώς, η αναγνώριση του εναγόμενου 1 της ιδιότητας της ενάγουσας ως ενυπόθηκου δανειστή, δεν του επιτρέπει στα πλαίσια της παρούσας να αμφισβητεί ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και κατ’ επέκταση το δικαίωμα απόκτησης του ακινήτου δυνάμει του Νόμου 9(Ι)/65. Όπως επίσης προκύπτει από το τεκμήριο 4, την επιστολή ημερομηνίας 21.11.22, ο εναγόμενος 1 ενημερώθηκε για την διάθεση του προϊόντος πώλησης μετά την αγορά του ακινήτου από την ενάγουσα, με το οποίο εξοφλήθηκε μέρος του εξ αποφάσεως χρέους.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 δεν συμβλήθηκε απευθείας με την ενάγουσα δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για την τελευταία να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματα της. Πέραν τούτου, η ενάγουσα προτού καταστεί εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, ακολούθησε τη διαδικασία πώλησης του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού και η οποία απέτυχε, χωρίς οι εναγόμενοι να έχουν αμφισβητήσει προηγουμένως το δικαίωμα της ενάγουσας στην προώθηση μέτρων εκποίησης της υποθήκης, όπως επίσης δεν φαίνεται να αμφισβήτησαν την διάθεση του προϊόντος της πώλησης. Αν και οι εναγόμενοι αμφισβητούν τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ενάγουσα ενεγράφηκε ως ιδιοκτήτρια, η θέση αυτή προβάλλεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο, προβάλλοντας τον γενικό ισχυρισμό ότι αγνοούν και αρνούνται τις περιστάσεις που οδήγησαν στην εγγραφή του ακινήτου στην ενάγουσα, ενώ όπως φαίνεται είχε προηγηθεί η αποστολή ειδοποιήσεων για τον πλειστηριασμό ο οποίος απέτυχε, δίδοντας έτσι το δικαίωμα στην ενάγουσα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια.
Η δε θέση των οποία προβάλλουν οι εναγόμενοι περί ύπαρξης κατάλοιπου δικαιώματος χρήσης, ενόψει της προηγούμενης ιδιοκτησίας του ακινήτου, αποτελεί θέση η οποία παραγνωρίζει το γεγονός ότι το ακίνητο υποθηκεύτηκε προς εξασφάλιση δανείου το οποίο έλαβε ο εναγόμενος 1 και το οποίο δεν αποπληρώθηκε με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθούν οι όροι της σύμβασης υποθήκης. Παρά την γενική αμφισβήτηση των εναγομένων για τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ενάγουσα απέκτησε το ακίνητο, καμία λεπτομέρεια δίδεται από τους εναγόμενους ή στοιχείο που να συνδέεται με την αρχική προσπάθεια της ενάγουσας για πώληση του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού και ποιες ήταν οι ενέργειες τους για να αμφισβητήσουν την πώληση του ακινήτου.
Με τα ως άνω γεγονότα τα οποία παρουσίασε η ενάγουσα, αλλά και σύμφωνα με τα όσα δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει πείσει το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό, ότι συντρέχει λόγος ώστε να αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επαναλαμβάνω ότι η όλη υπόθεση της ενάγουσας βασίζεται στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι κατέχουν το ακίνητο αρνούμενοι μέχρι σήμερα να παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του, παρά του ότι η ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του και παρά την επιστολή ημερομηνίας 4.10.24, με την οποία η ενάγουσα τερμάτισε την χρήση του ακινήτου και οι εναγόμενοι κλήθηκαν από την ενάγουσα να παραδώσουν το ακίνητο.
Στρεφόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας στην υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι προς τούτο προσκόμισαν μαρτυρία εις αντίκρουση της μαρτυρίας του ενάγοντα και ως τεκμήριο έκθεση εκτίμησης, την οποία η ενάγουσα αποδέχεται με την αγόρευση της. Θα πρέπει ακολούθως να εξεταστεί κατά πόσον, στη βάση της ένστασης και ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, οι εναγόμενοι έχουν αντικρούσει τις πιο πάνω θέσεις της ενάγουσας, καταδεικνύοντας ότι υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης την οποία προβάλλουν.
Έχοντας υπόψη τα όσα η ενάγουσα παρέθεσε μέσω της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης στην αίτηση, σε συνάρτηση με τα όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, για τα οποία δεν παρουσίασαν κάποια αντίθετη μαρτυρία, κρίνω ότι, για τους λόγους τους οποίους θα εξηγήσω, οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν μία υπεράσπιση με πραγματική προοπτική επιτυχίας.
Επαναλαμβάνω ότι οι εναγόμενοι, γενικά και αόριστα προβάλλουν ότι αμφισβητούν τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, παραγνωρίζοντας όμως και δεν εξηγούν την αμφισβήτηση τους αυτή, με δεδομένη την παροχή της υποθήκης αλλά και την αποτυχημένη προσπάθεια πώλησης μέσω πλειστηριασμού, η οποία οδήγησε στην άσκηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας για εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της δυνάμει του Νόμου 9(Ι)/65. Ούτε και κάποια λεπτομέρεια ή στοιχείο ή επιχείρημα προωθήθηκε από τους εναγόμενους με πειστικότητα, που θα μπορούσε να προσδώσει κάποια βασιμότητα στην θέση τους ότι δικαιούνται να κατέχουν το ακίνητο με βάση κάποιο κατάλοιπο δικαιώματος χρήσης ένεκα της προηγούμενης εγγραφής του ακινήτου στο όνομα του εναγόμενου 1. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν στηρίζονται σε κάποια μαρτυρία που θα μπορούσαν να παρουσιάσουν κατά τη δίκη για να στηρίξουν τον ως άνω ισχυρισμό τους.
Γενικότερα, διαπιστώνω ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία από πλευράς εναγομένων επαρκής για να καταδείξει κάποια ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπεράσπισης, δεδομένης της αναγνώρισης της ενάγουσας ως ενυπόθηκο οφειλέτη ως έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, δεν διαπιστώνω η προβαλλόμενη υπεράσπιση με την οποία αμφισβητούνται οι περιστάσεις απόκτησης του ακινήτου από την ενάγουσα αλλά και το δικαίωμα της να αξιώνει ανάκτηση του ακινήτου, να φέρουν κάποια προοπτική επιτυχίας. Τονίζω ότι στο στάδιο αυτό, δεν αναμένετε από τους εναγόμενους να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, θα πρέπει όμως τα όσα προβάλλουν ως υπεράσπιση να φέρουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που να πηγάζει από στοιχεία και μαρτυρία. Τα όσα δε προβάλλον οι εναγόμενοι, κρίνω ότι αποτελούν στο σύνολο τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς, που μοναδικό σκοπό έχουν την πρόκληση καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Είναι δεδομένο με τα όσα προβάλλουν οι εναγόμενοι ότι ο εναγόμενος 1 ως ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ακινήτου αλλά και η εναγόμενη 2 ως σύζυγος του, οι οποίοι αμφότεροι κατέχουν το ακίνητο ως την οικογενειακή τους στέγη, δεν αποδέχονται την απώλεια της κατοχής του ακινήτου. Το γεγονός όμως αυτό από μόνο του, ενώ η ιδιοκτησία του ακινήτου μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα χωρίς να υφίσταται κάποια συμφωνία για την κατοχή του ακινήτου από τους εναγόμενους, δεν μπορεί να καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αναγκαία ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης.
Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό, να παραπέμψω στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 CLR 100, η οποία αφορούσε το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης όπου σε σχέση με το δικαίωμα κατόχου ενός ακινήτου έναντι του ιδιοκτήτη λεχθήκαν τα εξής: «There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner».
Επί τη βάση των ως άνω, κρίνεται ότι οι εναγόμενοι ως κάτοχοι του ακινήτου, μετά όπου κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια η ενάγουσα και μετά όπου κλήθηκαν να παραδώσουν την κατοχή του ακινήτου χωρίς να το πράξουν, έχουν καταστεί παράνομοι επεμβασίες επί του ακινήτου, εφόσον μέχρι σήμερα εξακολουθούν να κατέχουν αυτό.
Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι τα ζητήματα τα οποία εγείρονται με την αίτηση δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία ή κάποια πολυπλοκότητα και με βάση τα γεγονότα τα οποία αναφερθήκαν πιο πάνω δεν προκύπτει αναγκαιότητα εξέτασής τους στο πλαίσιο μίας κανονικής δίκης.
Δεν διαπιστώνω επίσης η αίτηση να έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά ή κακόπιστα.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 αφού η υπεράσπιση δεν έχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας και δεν έχει διαπιστωθεί οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος ώστε το θέμα να οδηγηθεί και να επιλυθεί στο πλαίσιο δίκης. Κατά την διαμόρφωση της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου, λήφθηκε υπόψη και ο πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, υπό το πρίσμα του οποίου διαβάζονται και ερμηνεύονται οι Κανονισμοί και συγκεκριμένα λήφθηκαν υπόψη τα ακόλουθα τα οποία λεχθήκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED (βλ. ανωτέρω):
«To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
…
Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου και εφόσον η ενάγουσα απέδειξε ότι δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων, το επόμενο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι οι αιτούμενες θεραπείες τις οποίες αξιώνει η ενάγουσα.
Η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση Διατάγματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου ακινήτου και την παράδοση του στην ενάγουσα εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος. Αξιώνουν επίσης την απόδοση αποζημιώσεων και ενδιάμεσων κερδών για το ποσό των €1.200 μηνιαίως, ποσό το οποίο περιορίστηκε σύμφωνα με την εκτίμηση την οποία παρουσίασαν οι εναγόμενοι. Οι αξιώσεις υπό στοιχεία Η και Θ έχουν αποσυρθεί.
Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω κατά πόσο μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ως οι παραγράφοι Α – Δ της αίτησης.
Αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα, λαμβάνω υπόψη ότι η ενάγουσα τερμάτισε την χρήση του ακινήτου και οι εναγόμενοι κλήθηκαν από την ενάγουσα να παραδώσουν το ακίνητο μέχρι 31.10.24, ενώ οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει κάποιο δικαίωμα κατοχής. Κρίνω συνεπώς ότι η ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για ανάκτηση του επίδικου ακινήτου.
Ως προς την χρηματική απαίτηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο πλευρών δεν υφίσταται πλέον κάποια αμφισβήτηση εφόσον η ενάγουσα με την αγόρευση της αποδέχτηκε το αγοραίο ενοίκιο το οποίο καθόρισαν οι εναγόμενοι στο ποσό των €1.200 από 1.11.24, εφόσον οι εναγόμενοι κλήθηκαν να παραδώσουν την κατοχή του ακινήτου μέχρι 31.10.24. Συνεπώς, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δύναται ενόψει της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας ως προς το ύψος του ενοικίου να αποδώσει στην ενάγουσα τα αξιούμενα ενδιάμεσα οφέλη.
Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται Διατάγματα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ως οι παρ. Α – Στ της αίτησης. Περαιτέρω υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως εκδίδεται απόφαση για καταβολή του ποσού των €1.200 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη ένεκα της παράνομης επέμβασης στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/11134, από 1.11.24 μέχρι την ανάκτηση από την ενάγουσα της κατοχής του χωραφιού και του ακινήτου με τον ως άνω αριθμό εγγραφής.
Οι αξιώσεις της αίτησης υπό στοιχεία Η και Θ απορρίπτονται.
Τα έξοδα της αίτησης και απαίτησης, εφόσον αυτή έχει κριθεί με την παρούσα αίτηση, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας – αιτήτριας και εναντίον των εναγομένων – καθ’ ων η αίτηση, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, τα οποία έχουν καθοριστεί από το Δικαστήριο, χωρίς οι συνήγοροι να καταθέσουν κατάλογο εξόδων ως όφειλαν, στο ποσό των €5.500 πλέον Φ.Π.Α. πλέον πραγματικά έξοδα για το ποσό των €700.
(Υπ.) ............................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο