ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Σ. Συμεού Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2431/26
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
v.
1. Ν. Κ
2. Α. Κ
Ημερομηνία: 04/04/26
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου
Για τον Κατηγορούμενο 1 : κ. Κ. Σιαηλής
Για την Κατηγορούμενη 2 : κ. Η. Σατολιάς
Κατηγορούμενοι παρόντες
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού στο κατηγορητήριο 31 συνολικά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν στα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, της απόπειρας εμπρησμού, του εμπρησμού, της συμμετοχής και αποδοχής διάπραξης εγκλημάτων, της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, της κακόβουλης βλάβης και της κλοπής, όλα κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ανάμεσα στις συγκεκριμένες κατηγορίες, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν επίσης από κοινού και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν. 188(Ι)/2007 καθώς και το αδίκημα της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν. 86/72.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται επί τω ότι την 15/04/26 στην Επαρχία Πάφου συνωμότησαν με σκοπό να αποπειραθούν να θέσουν παράνομα φωτιά μαζί με ακόμη ένα τρίτο πρόσωπο σε καφετέρια στην οδό Αγαπήνωρος στην Πάφο ιδιοκτησίας του Ν.Σ καθώς και ότι μαζί με αυτό το τρίτο πρόσωπο το οποίο κατάγεται από την Συρία καθώς και με άλλα πρόσωπα, έχοντας γνώση των παράνομων σκοπών ή δραστηριοτήτων εγκληματικής οργάνωσης συμμετείχαν σε παράνομη πράξη εγκληματικής οργάνωσης. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται και επί τω ότι, κατά τον πιο πάνω χρόνο μαζί με το τρίτο πρόσωπο καθώς και με άλλα πρόσωπα, απέκτησαν το χρηματικό ποσό των 1,000 ευρώ ενώ γνώριζαν ότι αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, ότι συνωμότησαν με σκοπό να διαπράξουν πλημμέλημα, ότι συμμετείχαν σε εγκληματική οργάνωση, ότι προκάλεσαν κακόβουλη βλάβη σε δύο υπηρεσιακά οχήματα της αστυνομίας καθώς και ότι οδηγούσαν το όχημα με αριθμούς εγγραφής (………..) αλόγιστα, απερίσκεπτά ή επικίνδυνα για το κοινό (1η – 8η κατηγορία).
Περαιτέρω με βάση το κατηγορητήριο της πιο πάνω υπόθεσης, και οι δύο κατηγορούμενοι κατηγορούνται επί τω ότι, την 25/03/25 στην Πάφο μαζί με άλλο τρίτο πρόσωπο καθώς και με άλλα πρόσωπα, συμφώνησαν και έθεσαν σε φωτιά το μηχανοκίνητο όχημα του D. M από την Γερμανία και τώρα στην Πάφο μάρκας Land Rover (Range Rover) αξίας 28,500 ευρώ καθώς και ότι συμμετείχαν κατά τον ίδιο χρόνο μαζί με αυτό το τρίτο πρόσωπο καθώς και με άλλα πρόσωπα, σε παράνομη πράξη εγκληματικής οργάνωσης καθώς και ότι ήταν συμμέτοχοι εγκληματικής οργάνωσης (9η – 13η κατηγορία). Επίσης κατηγορούνται και ότι διέπραξαν και πάλι της ίδιας φύσεως αδικήματα και την 04/04/26 σε σχέση με την καφετέρια η οποία βρίσκεται στην οδό Αγαπήνωρος στην Πάφο και είναι ιδιοκτησίας του Ν.Σ (14η – 18η κατηγορία) αλλά και ότι, την 06/04/26 διέπραξαν και πάλι τα ίδια αδικήματα αναφορικά με το όχημα με αρ. εγγραφής (……..) μάρκας TOYOTA VITZ αξίας 7,000 ευρώ ιδιοκτησίας του Σ. Γ την 06/04/26 στην Πάφο (19η – 23η κατηγορία).
Οι κατηγορούμενοι επίσης κατηγορούνται επί τω ότι, σε άγνωστο τόπο και χρόνο μαζί με ακόμη ένα τρίτο πρόσωπο καθώς και με άλλα πρόσωπα έθεσαν φωτιά στο μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής (………..) μάρκας MERCENDES αξίας 15,000 ευρώ ιδιοκτησίας του Σ. Κ καθώς και ότι συμφώνησαν να συμμετέχουν μαζί με το τρίτο πρόσωπο αλλά και με άλλα πρόσωπα σε εγκληματική οργάνωση (28η – 31η κατηγορία).
Πέραν των πιο πάνω αδικημάτων οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι συμφώνησαν μεταξύ των ημερομηνιών 27/03/26 – 04/04/26 μαζί με ακόμη ένα τρίτο πρόσωπο καθώς και με άλλα πρόσωπα να κλέψουν τις πινακίδες εγγραφής του οχήματος MERCENDES E200 της Α.Ο.Σ (24η – 25η κατηγορία), καθώς και ότι μεταξύ των ημερομηνιών 14-15/04/26 μαζί με ακόμη ένα τρίτο πρόσωπο και άλλα πρόσωπα έκλεψαν και τις πινακίδες εγγραφής του οχήματος μάρκας NISSAN MARCH ιδιοκτησίας του Τ. Π. (26η – 27η κατηγορία).
Μετά την παραπομπή της παρούσας υπόθεσης για εκδίκαση σε απευθείας δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου το οποίο θα συνεδριάσει την 08/06/26, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα, όπως και οι δύο κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι και την ημερομηνία της δίκης τους. Ειδικότερα το αίτημα για κράτηση και των δύο κατηγορουμένων στηρίχθηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας αλλά και στον κίνδυνο διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αγορεύοντας παρέπεμψε σε σχετική επί του θέματος Νομολογία. Προς υποστήριξη του αιτήματος του κατέθεσε το (Τεκμήριο 1) στο οποίο και περιλαμβάνεται το μαρτυρικό υλικό της παρούσας υπόθεσης και που στο αγορεύοντας παρέπεμψε το Δικαστήριο με σκοπό να καταδείξει ότι τόσο εναντίον της 1ης κατηγορουμένης όσο και του 2ου Κατηγορούμενου προκύπτει ορατή πιθανότητα καταδίκης. Επίσης ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε και στις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, υποδεικνύοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι αυτές δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που κατηγορούνται.
Από την αντίπερα όχθη ο ευπαίδευτος συνήγορος της 1ης κατηγορουμένης ήγειρε ένσταση στην κράτηση της, υποδεικνύοντας εξ’ αρχής ότι καμία απολύτως σύνδεση της 1ης κατηγορουμένης με τα αδικήματα που της καταλογίζονται υπάρχει αφού μέσα από την διαθέσιμη μαρτυρία προκύπτει ότι πέραν του ότι η ίδια είχε ενοικιάσει το κατ’ ισχυρισμό εμπλεκόμενο όχημα το οποίο σύμφωνα με την μαρτυρία εμπλέκεται στην διάπραξη των πιο πάνω αναφερόμενων αδικημάτων, ουδεμία άλλη σύνδεση ή σχέση της 1ης Κατηγορουμένης προκύπτει με τα αδικήματα αυτά, αφού εξάλλου ο 2ος Κατηγορούμενος με τον οποίο διατηρεί στενό συγγενικό δεσμό διέμενε μαζί της και χρησιμοποιούσε και αυτός το συγκεκριμένο όχημα το οποίο εμπλέκεται στην διάπραξη των αδικημάτων. Σύμφωνα με τον συνήγορο της 1ης Κατηγορουμένης η ίδια δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή και ή γνώση αναφορικά με τους συγκεκριμένους εμπρησμούς που διαπράχθηκαν αλλά και γενικά με οτιδήποτε άλλο της καταλογίζεται. Περαιτέρω ο συνήγορος της 1ης Κατηγορουμένης αγορεύοντας υπέδειξε κατά την θέση του, τους ισχυρούς δεσμούς που έχει η 1η κατηγορουμένη μαζί με την Δημοκρατία αφού είναι Κύπρια υπήκοος και διαμένει στην Δημοκρατία τα τελευταία 25 χρόνια ενώ μαζί με άλλο Κύπριο υπήκοο ο οποίος έχει αποβιώσει έχει αποκτήσει δύο θυγατέρες οι οποίες βρίσκονται επίσης στην Δημοκρατία και είναι ηλικίας 20 και 16 ετών αντίστοιχα. Την στιγμή αυτή σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης η Κατηγορουμένη είναι παντρεμένη με άλλο πρόσωπο από την Συρία, δηλαδή με τον Σ. Κ ο οποίος είναι ο θείος του 2ου Κατηγορούμενου και ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές, ενώ η ίδια διαμένει στο χωριό Κοράκου όπου διέμενε μαζί της και ο 2ος Κατηγορούμενος. Αναφορικά με την ανατροφή των παιδιών της σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης, της παρέχεται βοήθεια από γιαγιά των παιδιών της.
Σε ότι αφορά τον 2ο Κατηγορούμενο ο συνήγορος της Υπεράσπισης δεν έφερε ένσταση στο αίτημα για κράτηση του επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του να εγείρει τυχόν ένσταση ενώπιον του Κακουργιοδικείου στο οποίο έχει παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση.
Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε Κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α. (2001) 2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι.
Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των Κατηγορουμένων στο δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης.
Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
1. Η πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
2. Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων.
3. Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων.
Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω λόγων για να διαταχθεί τέτοια κράτηση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 7).
Αναφορικά με τον κίνδυνο μη προσέλευσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει από τις ποινές που προβλέπει ο νόμος. Όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία που αντιμετωπίζει ένας Κατηγορούμενος , ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός Κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη του (Θεοδωρίδη κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 139). Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες και τα γεγονότα διάπραξής τους σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.
Στην υπό κρίση περίπτωση η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη ιδιαίτερα λόγω της φύσης των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν και οι δύο Κατηγορούμενοι αλλά και των προβλεπόμενων από τον νόμο ποινών με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται ότι οι τυχόν ποινές που θα επιβληθούν σε περίπτωση καταδίκης τους θα είναι πολύ αυστηρές. Αυτό προκύπτει μέσα από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και το προβλεπόμενο από το νόμο ανώτατο όριο ποινής το οποίο προνοείται μέσα από τον Νόμο. (Tasev v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 72/16, ημερ.26.5.16).
H πιθανότητα καταδίκης, εξετάζεται μέσα από τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιθανότητα σημαίνει πιθανολόγηση. Το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε αξιολόγησή του. Περιορίζεται στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη (Ευριπίδου v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337, Μαλά v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 135).
Έχω μελετήσει το μαρτυρικό υλικό για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών. Το μαρτυρικό υλικό το εξέτασα στην όψη του και μόνο με σκοπό να διαπιστώσω κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης και χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της υπάρχουσας μαρτυρίας.
Σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δια μέσου του Τεκμηρίου 1, διαφαίνεται καταρχήν ότι υπάρχει σύνδεση του 2ου Κατηγορούμενου με τα συγκεκριμένα αδικήματα αφού εξάλλου και ο ίδιος φέρεται να ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που συνδέονται τόσο με απόπειρα εμπρησμού της καφετέριας στην Πάφο, όπως αυτό εξάλλου προκύπτει και μέσα από θεληματική του κατάθεση, όσο και με τους υπόλοιπους εμπρησμούς που έχουν καταγγελθεί. Επίσης ο 2ος Κατηγορούμενος με βάση το μαρτυρικό υλικό αναγνωρίστηκε από μάρτυρα που βρισκόταν έξω από την καφετέρια την 15/04/26, ενώ από πλάνα από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης του πρατηρίου καυσίμων στην Ευρήχου – Ε65 κατάθεση Α.Φ ημερ. 24/04/26 - φέρεται να βρίσκεται πάντοτε συνοδηγός στο όχημα που είχε ενοικιαστεί από την 1η Κατηγορουμένη όταν γινόταν η προμήθεια καυσίμων μαζί με άλλο τρίτο πρόσωπο σε πλαστικά μπουκάλια νερού ψυγείου – παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν στους εμπρησμούς καθώς και στην απόπειρα - πριν από τον κάθε εμπρησμό που είχε λάβει χώρα καθώς και πριν από την απόπειρα του εμπρησμού της καφετέριας την 15/04/26 στην Πάφο. Πέραν των πιο πάνω, με βάση τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα τα οποία εξασφαλίστηκαν ο Κατηγορούμενος συνδέεται και με τις σκηνές διάπραξης των αδικημάτων των εμπρησμών. Επίσης φαίνεται να αναγνωρίστηκε και μέσα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από μέλη του ΤΑΕ Πάφου να φωτογραφίζει ή να βιντεογραφεί την καφετέρια στην Κάτω Πάφο την 03/04/26 ενώ σε σχέση με το συγκεκριμένο εμπρησμό ο ίδιος προέβηκε και σε υποδείξεις σκηνών. Σημειώνεται ότι την ίδια ημερομηνία θεάθηκε μαζί με την 1η Κατηγορουμένη σε συνεργείο επιδιόρθωσης ελαστικών στα Κούκλια όπου η 1η κατηγορουμένη τον συνόδευε και μάλιστα είχε αφιχθεί σε αυτό με άλλο όχημα τύπου SUV χρώματος άσπρου την στιγμή μάλιστα που η ίδια είχε ενοικιάσει άλλο όχημα καθότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που έδωσε δεν είχε όχημα για να μετακινείται. Μάλιστα σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της εταιρείας στην οποία και ανήκει το εν λόγω όχημα το οποίο ενοικιάστηκε από την 1η κατηγορουμένη, όταν αυτός το επιθεώρησε στα γραφεία της αστυνομίας την 20/04/26 πέραν των ζημιών που υπήρχαν σε αυτό αναδυόταν και από το όχημα αυτό μυρωδιά καυσίμων από το εσωτερικό του. Το συγκεκριμένο όχημα μάλιστα σύμφωνα με άλλο υπάλληλο της εταιρείας φέρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία και υποδείχθηκαν στην αστυνομία μέσω της γραπτής του κατάθεσης.
Αναφορικά με την κλοπή των πινακίδων αναφέρεται συνοπτικά ότι αυτές υπήρχαν τοποθετημένες στο συγκεκριμένο όχημα σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις εντός των ημερομηνιών που οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι διέπραξαν τα αδικήματα, αφού διαφάνηκε ότι οι πινακίδες του ενός οχήματος από το οποίο είχαν κλαπεί ήταν εφαρμοσμένες επί του οχήματος στο οποίο φαίνεται να επέβαινε ο 2ος κατηγορούμενος και είχε ενοικιαστεί από την 1η κατηγορούμενη στον ένα εκ τον εμπρησμό της καφετέριας στην Πάφο ενώ οι κλοπιμαίες πινακίδες του άλλου οχήματος που είχαν κλαπεί βρίσκονταν εφαρμοσμένες στο συγκεκριμένο όχημα όταν αυτό είχε καταδιωχθεί από την αστυνομία. Σε ότι αφορά την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αυτή προκύπτει μέσα από την προφορική αναφορά του 2ου Κατηγορουμένου στους ανακριτές.
Σε ότι αφορά την 1η Κατηγορουμένη αυτή συνοπτικά με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία φαίνεται να είχε ενοικιάσει το συγκεκριμένο όχημα με το οποίο έγιναν οι εμπρησμοί που αναφέρονται στο κατηγορητήριου, πλην του εμπρησμού που αφορά τις κατηγορίες 28 – 31 στο όνομα της, ενώ η ίδια ως υπέδειξε και μέσα από τις ανακριτικές καταθέσεις που της είχαν ληφθεί ανέφερε ότι με την σύμφωνη γνώμη της το όχημα αυτό χρησιμοποιείτο τόσο από τον 2ο Κατηγορούμενο όσο και από άλλο τρίτο πρόσωπο. Βεβαίως σύμφωνα με την G.P υπάλληλο της εταιρείας ενοικίασης το όχημα ενοικιάστηκε στην 1η κατηγορουμένη για να το οδηγεί μόνο η ίδια αφού άλλωστε αυτό προνοείτο στο συμβόλαιο που είχε συνάψει με την εταιρεία. Ο 2ος Κατηγορούμενος ο οποίος είναι στενός συγγενής του συζύγου της που βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές διέμενε στο σπίτι της στο χωρίο Κοράκου ενώ η 1η Κατηγορουμένη φέρεται να ενοικίασε το συγκεκριμένο όχημα την 23/03/26 από γραφείο ενοικιάσεως στην Λάρνακα και όχι πλησίον από τον χώρο διαμονής της ή από την Λεμεσό που βρισκόταν αμέσως πιο πριν, στο οποίο μάλιστα δεν είχε παρουσιαστεί για να παραλάβει το συγκεκριμένο όχημα αλλά η ίδια σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ζήτησε να της παραδοθεί σε ένα άλλο σημείο στην Λάρνακα δηλώνοντας μάλιστα ως διαφάνηκε την διεύθυνση άλλου φιλικού της προσώπου, που από το κινητό του τηλέφωνο μάλιστα είχε αποστείλει μήνυμα στην εταιρεία ενοικιάσεως για το που επακριβώς θα γινόταν και η παραλαβή του. Σε ότι αφορά το χρονικό διάστημα της ενοικίασης, φαίνεται από την μαρτυρία ότι η 1η κατηγορουμένη την ανανέωσε την 07/04/26 αφού τηλεφώνησε στις 06/04/26 με σκοπό να παραμείνει στην κατοχή της το εν λόγω όχημα μέχρι και την 17/04/26. Ο δε χρόνος της ενοικίασης του οχήματος με τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις υποθέσεις που αφορούν το κατηγορητήριο φαίνεται χρονικά να συμπίπτει.
Περαιτέρω σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία, η 1η κατηγορουμένη όπως αναφέρθηκε προηγουμένως δεν εμφανίστηκε για να παραλάβει το συγκεκριμένο όχημα προσωπικά αλλά αυτό έγινε μέσω του μηνύματος που απέστειλε στο γραφείο ενοικιάσεως για να της παραδοθεί σε σημείο στην οδό Τάσου Μητσόπουλου στην Λάρνακα με σκοπό να το παραλάβει αναφέροντας στην αστυνομία ότι αυτό το έπραξε γιατί βρισκόταν στην ταβέρνα Ζέφυρος στην Λάρνακα και γι’ αυτό και απέστειλε το συγκεκριμένο σημείο χωρίς να επιθυμεί όπως ανέφερε στην αστυνομία να κατονομάσει την φίλη της στην οποία και υπέδειξε ότι ανήκει ο συγκεκριμένος αριθμός τηλεφώνου. Ειδικότερα φαίνεται ότι από την μαρτυρία η οποία εξασφαλίσθηκε τελικά ο συγκεκριμένος αριθμός του κινητού τηλεφώνου το οποίο επικοινώνησε με το γραφείο ενοικιάσεως από το οποίο παραλήφθηκε το συγκεκριμένο όχημα άνηκε σε άλλο φιλικό πρόσωπο της 1ης κατηγορουμένης – άνδρα - με την ονομασία Ν.Ρ ο οποίος διέμενε στην συγκεκριμένη διεύθυνση και ο οποίος μάλιστα της είχε δανείσει κάποιες ημέρες προηγουμένως το όχημα του πατέρα του για να κινείται, με το οποίο μάλιστα η 1η κατηγορουμένη αμέσως πιο πριν την ενοικίαση του οχήματος βρισκόταν στην Λεμεσό όπου και δυστύχημα.
Σε ότι αφορά και πάλι τον τρόπο που έλαβε χώρα η συγκεκριμένη ενοικίαση του εν λόγω οχήματος το οποίο φαίνεται να εμπλέκεται σε όλες τις εγκληματικές δραστηριότητες των εμπρησμών που αναφέρονται στις κατηγορίες που και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν – πλην της υπόθεσης που αφορά τις κατηγορίες 28 – 31 αφού ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε σχετικό μαρτυρικό υλικό - κατά την υπογραφή του συμβολαίου ενοικίασης του εν λόγω οχήματος στις 23/03/26 η ίδια φαίνεται με βάση την μαρτυρία που εξασφαλίστηκε να είχε δηλώσει ως διεύθυνση διαμονής της την οδό Τάσου Μητσόπουλου στην Λάρνακα. Επίσης σύμφωνα με την μαρτυρία η 1η Κατηγορουμένη μετέβηκε στο σημείο όπου της παραδόθηκε το συγκεκριμένο όχημα με ταξί από την Λεμεσό ενώ με βάση τα όσα υπέδειξε η ίδια στις Αρχές, ο λόγος που δεν ενοικίασε το συγκεκριμένο όχημα από την Λεμεσό στην οποία βρισκόταν προηγουμένως ή πλησίον από τον χώρο της διαμονής της στην Κοράκου, ήταν τυχαίος.
Περαιτέρω σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η 1η Κατηγορουμένη σύμφωνα με την κατάθεση του Α.Σ ο οποίος είναι ιδιοκτήτης καταστήματος για επιδιορθώσεις ελαστικών στα Κούκλια της Επαρχίας Πάφου στις 03/04/24 μαζί με άλλα δύο πρόσωπα - άνδρες Συριακής καταγωγής επισκέφθηκε το κατάστημα του με άλλο όχημα τύπου SUV χρώματος άσπρου και ήταν συνοδηγός, αναφέροντας του ιδιοκτήτη του εν λόγω καταστήματος ότι οι άνδρες που την συνόδευαν ήταν τα παιδιά της. Ο λόγος της επίσκεψης τους στο συγκεκριμένο κατάστημα σύμφωνα με τον Α.Σ ήταν η επιδιόρθωση ενός ελαστικού οχήματος που είχαν στην κατοχή τους αυτά τα τρία πρόσωπα, το οποίο μάλιστα ήταν διαλυμένο. Μάλιστα το ίδιο πρόσωπο σε συμπληρωματική του κατάθεση που του έχει ληφθεί από την αστυνομία, ανέφερε ότι όταν είδε το όχημα το οποίο φέρεται σύμφωνα με την μαρτυρία να επέβαιναν σε αυτό τα πρόσωπα τα οποία συνδέονται με τους διάφορους εμπρησμούς περιλαμβανομένου και του 2ου κατηγορούμενου, αναγνώρισε ότι το μπροστινό αριστερό ρίμς που βρισκόταν τοποθετημένο στο συγκεκριμένο όχημα ήταν το ίδιο ρίμς που του είχαν πάρει την 03/04/26 η 1η κατηγορουμένη μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο και το τρίτο πρόσωπο για να τους το αλλάξει αφού υπήρχε σε αυτό ζημιά, το οποίο τελικά τους αντικατέστησε. Επίσης σύμφωνα με το ίδιο πρόσωπο, αυτός κλήθηκε και αναγνώρισε τον 2ο κατηγορούμενο ως ένα από τα πρόσωπα που συνόδευαν την 1η κατηγορουμένη κατά την επίσκεψη τους στο κατάστημα επιδιόρθωσης ελαστικών που διατηρεί καθώς και την ίδια την 1η κατηγορουμένη η οποία όπως ανωτέρω έχει υποδειχθεί του ανέφερε ότι τόσο ο 2ος Κατηγορούμενος όσο και το άλλο τρίτο πρόσωπο που την συνόδευαν με το άλλο όχημα τύπου SUV ήταν τα παιδιά της. Σημειώνεται ότι περαιτέρω σύνδεση της 1ης kατηγορουμένης με την συγκεκριμένη επίσκεψη της στην Πάφο και πιο συγκεκριμένα στο κατάστημα ελαστικών, προέκυψε αφού και η πληρωμή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στον ιδιοκτήτη του καταστήματος ελαστικών έγινε μέσω της θυγατέρας της 1ης κατηγορουμένης η οποία της απέστειλε χρήματα μέσω της υπηρεσίας REVOLUT στο κινητό του τηλέφωνο. Η δε παρουσία της 1ης κατηγορουμένης μαζί με τον 2ο Κατηγορούμενο καθώς και με το τρίτο πρόσωπο φαίνεται επίσης να προηγείται μιας ακριβώς ημέρας πριν από τον από τον εμπρησμό της καφετέριας στην Κάτω Πάφο αλλά και χρονικά πριν από τους εμπρησμούς των οχημάτων στο χωρίο Άρμου και στην οδό Αποστόλου Λουκά.
Τέλος σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του Αστ. 3957 Χ. Χρυσοστόμου το ίδιο όχημα το οποίο βρισκόταν στην Πάφο την 15/04/26, ημερομηνία κατά την οποία και έγινε η απόπειρα εμπρησμού της καφετέριας που είχε ήδη καεί προηγουμένως στην Πάφο, μετά από καταδίωξη που είχε γίνει από την αστυνομία αφού λήφθηκε πληροφορία ότι δύο πρόσωπα τα οποία επέβαιναν στο όχημα που ενοικίασε η ίδια η 1η κατηγορουμένη είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με κουκούλες και κρατούσαν δοχείο με άγνωστο υγρό, εντοπίστηκε μετά από την καταδίωξη του να βρίσκεται σταθμευμένο εκτός της οικίας της ενώ στην συνέχεια σε περιπολία στην περιοχή προς τον εντοπισμό των αγνώστων προσώπων τα οποία επέβαιναν επί του συγκεκριμένου οχήματος και οι οποίοι είχαν συγκρουστεί μάλιστα με τα υπηρεσιακά οχήματα της αστυνομίας, εντοπίστηκε σε αγροτικό δρόμο ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος συνελήφθηκε ενώ από τα ρούχα του αναδυόταν έντονα η οσμή πετρελαιοειδών.
Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι στο παρών στάδιο το Δικαστήριο με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη δεν υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται η καταδίκη (Μαλά v. Αστυνομίας 2008 2 Α.Α.Δ 135). Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να επαναλάβω και πάλι τις αρχές. Αρκεί μόνο να αναφέρω ότι μέσα από τα όσα έχω υποδείξει ανωτέρω με αναφορά στο μαρτυρικό υλικό θεωρώ ότι στην υπό εξέταση περίπτωση υφίσταται ορατή πιθανότητα καταδίκης τόσο της 1ης όσο και του 2ου Κατηγορούμενου αναφορικά με τις κατηγορίες – πλην των κατηγοριών 28 – 31 - χωρίς βεβαίως η διαθέσιμη μαρτυρία να αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση τους εφόσον η μεταξύ τους σύνδεση αλλά και η σύνδεση τους με το συγκεκριμένο όχημα ως ανωτέρω έχει αναδειχθεί αλλά και με βάση τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργούν μια τέτοια πιθανολόγηση για ορατή πιθανότητα καταδίκης τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν πλην των κατηγοριών 28 – 31. Επίσης δεν παραγνωρίζω ούτε ότι ο κεντρικός άξονας της μαρτυρίας την οποία εξέτασα αφορά την συμμετοχή και των δύο κατηγορουμένων σε εγκληματική οργάνωση μαζί με άλλα πρόσωπα αφού φέρεται να υπάρχει και η συμμετοχή ακόμη ενός τρίτου άλλου προσώπου, ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία των παραπονουμένων κανένας εκ των προσώπων που φαίνονται να είχαν συμμετοχή στους εμπρησμούς να μην ήταν γνωστός τους αλλά ούτε και να είχαν με αυτούς οποιουδήποτε είδους διαφορές.
Στρεφόμενος τώρα την θέση του συνηγόρου της Υπεράσπισης της 1ης κατηγορουμένης για το κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις της καθώς και οι δεσμοί της με την χώρα μπορούν να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο φυγοδικίας του όπως αυτός προκύπτει από τα όσα ενωρίτερα έχουν αναφερθεί, φρονώ πως η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Και αυτό διότι πέραν του ότι η 1η Κατηγορουμένη τα τελευταία 25 χρόνια βρίσκεται στην Κύπρο ενώ έχει αποκτήσει μάλιστα και Κυπριακή υπηκοότητα καθώς και δύο θυγατέρες ηλικίας 20 και 17 ετών μαζί με τον πρώην σύζυγο της ο οποίος έχει αποβιώσει, τίποτα περισσότερο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η ίδια έχει οποιουδήποτε άλλου είδους δεσμούς μαζί με την Κύπρο. Όπως άλλωστε από την μαρτυρία και τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει, η 1η Κατηγορουμένη δεν έχει σταθερή εργασία, δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία ενώ διαμένει σε οικία στο χωριό Κοράκου και είναι παντρεμένη με Σύριο υπήκοο ο οποίος την συγκεκριμένη μάλιστα χρονική στιγμή βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές. Μάλιστα σύμφωνα με γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από την θυγατέρα της 1ης κατηγορουμένης, η διαμονή της μητέρας της δεν είναι σταθερή ενώ ως άλλωστε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από την ίδια την Υπεράσπιση αλλά και μέσα από την γραπτή κατάθεση της θυγατέρας της, και οι δύο δεν διαμένουν μαζί της αλλά μαζί με την γιαγιά τους ενώ μάλιστα η μια εκ των δύο δεν διατηρεί πολύ καλή σχέση μαζί με την μητέρα της.
Υπό το φως των πιο πάνω δεν καταδεικνύεται σε καμία απολύτως περίπτωση ότι ισχύει η θέση του συνηγόρου της Υπεράσπισης της 1ης κατηγορουμένης ότι η ίδια έχει αποκτήσει ισχυρούς δεσμούς με την χώρα.
Στην υπόθεση MINGXIA HUA v Αστυνομίας Ποιν.Έφεση 65/2011 2ΑΑΔ 152 η εφεσείουσα η οποία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρές κατηγορίες ήταν κινέζα, παντρεμένη με Κύπριο η οποία διάμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία από το από το 2002 δηλαδή για 8 συνεχή έτη και είχε δραστηριοποιηθεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα και είχε μια κόρη 18 ετών που φοιτούσε σε ιδιωτικό κολλέγιο στη Λευκωσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι πιο πάνω δεσμοί της Κατηγορουμένης δεν συνηγορούσαν ότι η κατηγορούμενη είχε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία επικυρώνοντας έτσι την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η θέση της συνηγόρου της 1ης κατηγορουμένης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται.
Το ίδιο ισχύει βεβαίως και σε ότι αφορά τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος κατάγεται από την Συρία και δεν έχει ούτε σταθερή εργασία, ούτε σταθερή διαμονή αλλά ούτε και οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο ή οποιοδήποτε άλλο οικογενειακό ή άλλου είδους δεσμό. Αυτό άλλωστε καταδεικνύεται και μέσα από τα όσα ο ίδιος υπέδειξε στις καταθέσεις του στην αστυνομία.
Συνακόλουθα, η έλλειψη ισχυρών δεσμών και των δύο κατηγορουμένων με την χώρα δεν μπορούν να αναιρέσουν και τον κίνδυνο διαφυγής τους ενόψει και της σοβαρότητας των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν αλλά και των αυστηρών ποινών που ενδέχεται να τους επιβληθούν σε περίπτωση που καταδικαστούν αφού ως ανωτέρω έχω υποδείξει υπάρχει ορατό ενδεχόμενο για καταδίκη τους σε σοβαρές κατηγορίες πλην των κατηγοριών που ανέφερα. Οι προσωπικές τους περιστάσεις δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ’ επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο της φυγοδικίας τους (Α.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 19/19, ημερ. 14.3.19, ECLI:CY:AD:2019:B86, Ανδρονίκου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/18, ημερ. 4.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B159).
Δεν παραγνωρίζω την εισήγηση του συνηγόρου της 1ης κατηγορουμένης για απόλυσή της με όρους. Οι προσωπικές συνθήκες όμως ενός κατηγορούμενου, οι δεσμοί του με την Κύπρο και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργήσουν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ’ επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (Memic v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις κ.ά. 81/19, ημερ.16.7.19). Εξάλλου, εκεί όπου συγκρούεται το δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης με το ιδιωτικό συμφέρον το τελευταίο υποχωρεί (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 7).
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχω αναφέρει, καταλήγω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα φυγοδικίας τόσο της 1ης όσο και του 2ου Κατηγορούμενου ως εκ τούτου κρίνω ότι για να εξασφαλιστεί η παρουσία τους ενώπιον του Δικαστηρίου απαιτείται η κράτησή τους.
Θα προχωρήσω βεβαίως να εξετάσω και το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για το κατά πόσο δικαιολογείται η κράτηση των κατηγορουμένων στη βάση του κινδύνου διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.α Ποιν. Έφεση 269/24 ημερ. 25/01/25 στην οποία και επαναλήφθηκαν και πάλι οι αρχές που είχαν συνοψιστεί και στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 και οι οποίες προκύπτουν από τη Νομολογία όσον αφορά στην εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλου αδικήματος ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64 ημερ. 10.11.69)».
Ως προς το ότι επιτρέπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων περί ροπής του κατηγορούμενου από το μαρτυρικό υλικό, προσθέτουμε ότι και στην Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 133/24, ημερ. 11.7.2024 είχαν λεχθεί τα εξής:
«Ωσαύτως, πέραν των εκκρεμουσών ποινικών υποθέσεων στην εκτίμηση του υπό αναφορά κινδύνου μπορούν να ληφθούν υπόψη στοιχεία προερχόμενα από την ίδια την υπόθεση την οποία ο υπόδικος αντιμετωπίζει (βλ. Matznetter v. Austria (1969) Αίτηση 2178/66, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ 2 109, Χριστούδια v. Αστυνομίας (2001) 2 A.A.Δ και Παναγή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/24, ημερ. 25.6.2024)».
To ουσιώδες είναι να εξετάζεται κατά πόσο, στη βάση όλων των υφιστάμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων στο ενδιάμεσο διάστημα (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 290/24, ημερ. 9.12.2024, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 217/24, ημερ. 22.10.2024). Για κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα νοείται ότι δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω).
Σημειώνεται επίσης ότι η τυχόν κατάληξη πως υφίσταται κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων οδηγεί στο ότι δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας κατηγορουμένου με όρους (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 214/24, ημερ. 22.10.2024).
Στην Μιχαηλίδης ν. Αστυνομία (Αρ.2) (2006) 2 Α.Α.Δ 255 λέχθηκε δε ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αλλά μπορεί να συνσταθμιστούν και άλλοι παράγοντες όπως η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων. Το ίδιο ουσιαστικά κρίθηκε και στην Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ 567 όπου λέχθηκε ότι η ύπαρξη άλλων ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν μπορεί ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να οδηγήσουν σε κατάληξη ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων ανεξαρτήτως της ύπαρξης προηγούμενων καταδικών. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι και η ύπαρξη υποθέσεων υπό διερεύνηση (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ 432).
Σύμφωνα με την Νομολογία μάλιστα, «η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ’ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα». Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του Κατηγορούμενου ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από τη διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία».
Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας.
Τέλος, στην υπόθεση Ιωσήφ Ιωσήφ v Aστυνομίας Ποιν. Εφεση 73/2017 ημερ.20/03/17, ECLI:CY:AD:2017:B91 τονίστηκε ότι ότι ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων εκτιμάται από το όλο ιστορικό και την όλη συμπεριφορά που αποδίδεται σε κάποιο πρόσωπο αφού συνυπολογιστούν ορθά όλοι οι σχετικοί παράγοντες.
Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση και έχοντας κατά νού τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές κρίνω σκόπιμο καταρχήν να υποδείξω ότι κανένας εκ των κατηγορουμένων δεν έχει προηγούμενες καταδίκες ή οποιεσδήποτε εκκρεμούσες υποθέσεις. Από την άλλη όμως και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν στο ίδιο κατηγορητήριο αδικήματα της ίδιας και παρόμοιας φύσης τα οποία στρέφονται κατά της περιουσίας τα οποία διαπράχθηκαν κατ’ ισχυρισμό σε διαφορετικές ημερομηνίες καθώς και σε διαφορετικό τόπο και χρόνο. Επίσης αντιμετωπίζουν αδικήματα που αφορούν την συμμετοχή τους σε εγκληματική οργάνωση. Τα δε αδικήματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο στρέφονται κατά της περιουσίας διαφορετικών προσώπων ενώ αυτά σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων διαπράχθηκαν την 25/03/26, την 04/04/26, την 06/04/26, μεταξύ των ημερομηνιών 27/03/26 – 04/04/26, μεταξύ των ημερομηνιών 14-15/04/26, σε άγνωστο τόπο και χρόνο αναφορικά με το όχημα του Σ. Κ αξίας 15,000 ευρώ και την 15/04/26.
Επομένως στο ίδιο το κατηγορητήριο της υπόθεσης και οι δύο Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν έξι διαφορετικούς ποινικούς φακέλους οι οποίοι αφορούν την διάπραξη αδικημάτων σε έξι διαφορετικές περιπτώσεις οι οποίες περιλαμβάνονται σε 31 συνολικά κατηγορίες.
Με γνώμονα λοιπόν τα πιο πάνω και με όλο τον προσήκοντα σεβασμό προς τον συνήγορο της 1ης κατηγορουμένης, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την θέση του ότι με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία τα οποία αναδύονται μέσα από το ίδιο το κατηγορητήριο της υπόθεσης δεν διαφαίνεται κανένας κίνδυνος διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Τα όσα υποδείχθηκαν δε κατά την αγόρευση του συνηγόρου της Υπεράσπισης σε σχέση με το γεγονός ότι προ ολίγου χρονικού διαστήματος είχε παραχωρηθεί στην 1η κατηγορουμένη η Κυπριακή υπηκοότητα και συνεπώς οι Αρχές δεν την θεωρούν ως άτομο επικίνδυνο, το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου σχετικό με την παρούσα διαδικασία αφού το αντικείμενο εις την υπό εξέταση περίπτωση σύμφωνα με την Νομολογία είναι η εξέταση του κατά πόσο υπάρχει τάση και ροπή του κατηγορούμενου προς το έγκλημα. Εξάλλου ως άλλωστε προκύπτει κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα που είχε παραχωρηθεί η συγκεκριμένη υπηκοότητα στην 1η κατηγορουμένη δεν εκκρεμούσε το παρών κατηγορητήριο εναντίον της ούτε και υπήρχε η οποιαδήποτε εμπλοκή της με την συγκεκριμένη υπόθεση.
Όπως ανωτέρω υπέδειξα παρόλο που δεν εκκρεμούν ούτε ποινικές υποθέσεις εναντίον των κατηγορουμένων, αλλά ούτε και υπάρχουν οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες, εντούτοις από το ίδιο το κατηγορητήριο φαίνεται ότι και οι δύο κατηγορούμενοι δεν κατηγορούνται ούτε ένα αλλά ούτε για δύο κατ’ ισχυρισμό περιστατικά αλλά για έξι συνολικά τα οποία κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν μεταξύ τους σε σύντομο χρονικό διάστημα – τα πέντε από αυτά - και συνεπώς δεν μπορούν παρά μόνο να δημιουργήσουν προς το Δικαστήριο την ισχυρή εντύπωση ότι τόσο η 1η όσο και ο 2ος κατηγορούμενος παρουσιάζουν τάση και ροπή προς το έγκλημα εφόσον βρίσκονται αντιμέτωποι με συνολικά 31 κατηγορίες. Η ίδια βεβαίως κατάληξη θα υπήρχε ακόμη και αν παραγνώριζα παντελώς την ύπαρξη των κατηγοριών 28 -31 για τις οποίες δεν τέθηκε ενώπιον μου το μαρτυρικό υλικό. Προς την πιο πάνω κατάληξη μου δεν έχω παραγνωρίσει καθόλου ούτε την υπάρχουσα μαρτυρία – εξαιρουμένου τις κατηγορίες 28 – 31 - την οποία λαμβάνω υπόψη ως ένα εκ των στοιχείων που έλαβα υπόψη για να με οδηγήσουν στην συγκεκριμένη κρίση μου αναφορικά με την τάση και την ροπή των κατηγορουμένων προς το έγκλημα. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω την μαρτυρία που έχει καταγραφεί αυτολεξεί. Αρκεί να παραθέσω μόνο ότι τόσο η 1η όσο και ο 2ος Κατηγορούμενος έχουν στενή σχέση μεταξύ τους, διέμεναν κάτω από την ίδια στέγη και χρησιμοποιούσαν το συγκεκριμένο όχημα το οποίο φέρεται να έχει διαδραματίσει ουσιαστικό και καθοριστικό ρόλο στην κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων των εμπρησμών οι πλείστοι εκ των οποίων διαπράχθηκαν σε σύντομο μεταξύ τους χρονικό διάστημα πλην της μιας περίπτωσης η οποία αναφέρεται σε άγνωστο χρόνο. Μάλιστα το όχημα αυτό ενοικιάστηκε προς όφελος της 1ης κατηγορουμένης η οποία με την σύμφωνη γνώμη της το παραχωρούσε στον 2ο κατηγορούμενο την στιγμή που μάλιστα δεν δικαιούτο να το οδηγεί άλλο πρόσωπο, ο οποίος συνδέεται και με τις σκηνές των εμπρησμών τόσο της καφετέριας όσο και των οχημάτων.
Όπως άλλωστε έχει λεχθεί και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Χρίστος Παναγή v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 152/24 ημερ. 25/06/24 στην οποία και επαναλήφθηκε το τι είχε λεχθεί στην Σιακαλλής v. Δημοκρατίας 1997 2 ΑΑΔ 130, η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δύναται να εξαχθεί και στην βάση του μαρτυρικού υλικού για την συγκεκριμένη υπόθεση που βρίσκεται ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.
Λαμβάνοντας λοιπόν σχετική καθοδήγηση από την Νομολογία την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω, κρίνω ότι υπάρχει στην παρούσα περίπτωση πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 , αφεθούν ελεύθεροι και ως εκ τούτου ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση τόσο της 1ης όσο και του 2ου Κατηγορούμενου μέχρι την 08/06/26 που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου. Eγκρίνεται το αίτημα κράτησης και για αυτό τον λόγο.
Τέλος, έλαβα επίσης υπόψη τον χρόνο που θα παραμείνουν τόσο η 1η όσο και ο 2ος Κατηγορούμενος σε κράτηση μέχρι και την δίκη τους. Δεν θεωρώ ότι το χρονικό διάστημα που θα κρατηθούν ξεφεύγει από τα εύλογα πλαίσια χρόνου.
Καταληκτικά διατάσσω την κράτηση και των δύο Κατηγορουμένων μέχρι την 08/06/26, ημερομηνία κατά την οποία έχει οριστεί η δίκη τους ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου.
(Υπ) ………………………..…..
Σ. Συμεού , Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο