Premontant Properties Ltd κ.α. ν. Κλεόπας Παπανικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1372/17, 9/1/2026
print
Τίτλος:
Premontant Properties Ltd κ.α. ν. Κλεόπας Παπανικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1372/17, 9/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ 

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                             

  Αρ. Αγωγής: 1372/17

 

 Μεταξύ: 

 

1.    Premontant Properties Ltd

2.    George Cooper

3.    June Cooper

      Εναγόντων

 

                                                            και

 

1.    Κλεόπας Παπανικολάου

2.    Στέλιος Στυλιανού

               Εναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 31.10.2025 υπό εναγομένου 2 για ασφάλεια εξόδων εναντίον της ενάγουσας 1.

 

Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου, 2026.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενους - αιτητές: κα Κ. Μαραβελάκη για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια ΔΕΠΕ.

Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Α. Μιχαήλ για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με το κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 28.12.2017 οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους αποζημιώσεις λόγω της αποδιδόμενης σ’ αυτούς παράβασης σύμβασης και/ή λόγω αμέλειας. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συμφώνησαν με τον εναγόμενο 1, o οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και τον εναγόμενο 2, ο οποίος είναι γεωλόγος, όπως οι τελευταίοι ετοιμάσουν έκθεση και μελέτη σε σχέση με την καταλληλόλητα του ακινήτου  με αριθμό εγγραφής 0/7312, το οποίο οι ενάγοντες είχαν πρόθεση να αγοράσουν. Οι ενάγοντες, στηριζόμενοι στην έκθεση των εναγομένων, αγόρασαν το ακίνητο για το ποσό των €1.050.000, το οποίο όμως στην συνέχεια αποδείχθηκε ακατάλληλο και επικίνδυνο για κατοίκηση.

 

Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, αρνούνται την οποιαδήποτε ευθύνη για τα όσα τους καταλογίζουν οι ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι καμία ενέργεια τους, έχει προκαλέσει ζημιά στους ενάγοντες. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε εντολή από τους ενάγοντες για την ετοιμασία μελέτης, ενώ τέτοια εντολή έλαβε από τον εναγόμενο 1 για διερεύνηση του γεωλογικού σχηματισμού του υπεδάφους που περιέβαλλε το επίδικο ακίνητο, πράγμα το οποίο έπραξε και πληρώθηκε από τον εναγόμενο 1 για τις υπηρεσίες τις οποίες του παρείχε.

 

Στις  31.10.2025 ο  εναγόμενος 2 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο οι ενάγοντες να διατάσσονται όπως εντός 20 ημερών να παρέχουν ασφάλεια εξόδων για το ποσό των €24.247,44,  όπως επίσης και την αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας  μέχρι την παροχή της ασφάλειας εξόδων εντός του χρόνου που θα καθορίσει το Δικαστήριο καθώς και την απόρριψη της αγωγής σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των εναγόντων με το Διάταγμα του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.60 Θ. 1, 5 και 6, Δ.48 Θ. 1, 2 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113.

 

Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, στην οποία αναφέρει ότι η ενάγουσα 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Κύπρο και οι ενάγοντες 2 και 3, Άγγλοι υπήκοοι και κάτοικοι Κύπρου. Μετά από έρευνα σε ιστοσελίδες διαφόρων μεσιτικών γραφείων, διαπίστωσε πως η ενάγουσα 1 έθεσε προς πώληση το επίδικο ακίνητο και στην συνέχεια πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο είχε πωληθεί. Σύμφωνα με τις πληροφορίες τις οποίες έλαβε ο εναγόμενος 2, η ενάγουσα 1 στερείται οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο, δεν διαθέτει άλλο περιουσιακό στοιχείο και δεν έχει τραπεζικές καταθέσεις και σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα έξοδα, τα οποία υπολογίστηκαν στο ποσό των €24.247,22, σύμφωνα με το τεκμήριο 1 το οποίο κατέθεσε.

 

Η ενάγουσα 1 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, με την οποία προβάλλει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς την εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, η αγωγή ασκήθηκε και από φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου και διαθέτουν περιουσία, η αίτηση υποβλήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη, ο αιτητής δεν απέδειξε την αδυναμία πληρωμής, η καθ’ ης η αίτηση έχει ισχυρή υπόθεση και δεν είναι δίκαιο να διαταχθεί η ασφάλεια εξόδων, η καθ’ ης η αίτηση είναι δραστήρια και φερέγγυα, η απαίτηση των εναγομένων για δύο ξεχωριστά σετ εξόδων, στην κλίμακα άνω των €2.000.000 ύψους €24.247,44 έκαστο, συνιστά υπερβολική διόγκωση του ποσού που αξιώνεται, η κλίμακα της αγωγής είναι εσφαλμένη εφόσον αυτή μειώθηκε στις 12.10.23 και δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

 

            Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, με την οποία υποστηρίζει και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος και η ενάγουσα 3, σύζυγος του, είναι φερέγγυα πρόσωπα και διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία αξίας €663.000 και θα μπορούν να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε επιβάρυνση εξόδων. Υποστηρίζει επίσης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, η αίτηση δεν στηρίζεται σε πραγματικό ή τεκμηριωμένο κίνδυνο ότι η ενάγουσα 1 δεν θα ικανοποιήσει τυχόν επιδίκαση εξόδων εναντίον της, ενώ η εταιρεία εξακολουθεί να λειτουργεί και είναι πλήρως φερέγγυα.

 

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης, αμφότερες πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ σ’ αυτές.

 

Το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης είναι το άρθρο 382 των Περί Εταιρειών Νόμων, Κεφ.113 στο οποίο επίσης στηρίζεται η αίτηση και το οποίο προνοεί τα εξής:

 

«Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.»

 

Η παροχή ασφάλειας εξόδων δυνάμει του άρθρου 382 του Κεφ. 113, απαιτεί την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ)  (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1314, στην οποία λεχθήκαν τα εξής:

 

 «Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανόν βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια.»

 

Ως προς το ύψος της ασφάλειας, έχει νομολογηθεί ότι η καταχώρηση καταλόγου εξόδων με την αίτηση είναι υποβοηθητική ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να υπολογίσει το ύψος της ασφάλειας. Παρόλα αυτά, παράλειψη καταχώρησης καταλόγου δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης (βλ. Γραμμές Στρίνζη ν. Always Travel (1992) 1 A.A.Δ 995).

 

Στην υπόθεση  Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Π.Ε. 66/13 ημερ. 30.1.2015 λεχθήκαν τα εξής:

 

 «Το ζήτημα εξετάστηκε σε βάθος στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ.2) (2005) 1 Α.Α.Δ. 1446 με αναφορά στα άρθρα 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως και με την ανασκόπηση της μέχρι τότε διαμορφωθείσας κυπριακής, αγγλικής και ευρωπαϊκής νομολογίας.  Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες.  Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο.  Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια.»

 

Ως προς τον χρόνο καταχώρησης του αιτήματος, το άρθρο 382 του Κεφ.113 δεν καθορίζει χρόνο.  Έχει εντούτοις νομολογηθεί ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τυχόν καθυστέρηση στην έγερση του αιτήματος (βλ. Union De Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.α. (1992) 1 CLR 1170).

 

Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο υποβάλλεται ένα τέτοιο αίτημα η φράση της Δ.60 «σε οιονδήποτε στάδιο της αγωγής» έχει ερμηνευθεί ότι συμπεριλαμβάνει την διαδικασία και μετά την έκδοση απόφασης ακόμη και μέχρι το στάδιο της έφεσης. Σχετική είναι η πιο απόφαση στην υπόθεση Studland Holdings L.t.d κ.α ν. Σωφρόνιου Ευσταθίου κ.α (2003) 1Γ Α.Α.Δ 1809 στην οποία καταχωρήθηκε αίτηση ασφάλειας εξόδων στο στάδιο της έφεσης, στηριζόμενη αποκλειστικά στην Δ.60 Θ.1.

 

Όπως λέχθηκε στην Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Ρένου Παντελή, Πολιτική Έφεση 229/15 ημερομηνίας 13.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:A42, όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το Δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για έξοδα, εκτός αν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του.

 

Το βάρος απόδειξης ότι η έκδοση διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων θα στερήσει στον ενάγοντα το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη, το έχει αυτός που το επικαλείται, στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα 1 – καθ’ ης η αίτηση. Οι εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν λεπτομέρειες για την οικονομική κατάσταση του αντιδίκου του. Έτσι το βάρος μεταφέρεται  στον ενάγοντα να αποδείξει ότι βρίσκεται σε τέτοια οικονομική κατάσταση ούτως ώστε με την έκδοση του διατάγματος να στερείται στην ουσία της ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο. Η θέση αυτή προκύπτει από την απόφαση στην υπόθεση Studland Holdings L.t.d κ.α (βλ. ανωτέρω).

    

     Στρεφόμενη στην υπό κρίση αίτηση, θα εξετάσω αρχικά τον πρώτο λόγο ένστασης με τον οποίο η καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, κατά παράβαση των όσων προβλέπει ο περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Κανονισμούς του 2022. Πράγματι, η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Παρ’ όλα αυτά όμως στις 24.11.25, αφού το Δικαστήριο άκουσε αμφότερες πλευρές, έδωσε άδεια για την καταχώρηση της αίτησης, χωρίς να δοθούν οδηγίες για καταχώρηση νέας αίτησης, με σκοπό την εξοικονόμιση Δικαστικού χρόνου και εξόδων, λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι η ακρόαση της αγωγής δεν είχε ακόμα ξεκινήσει. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν μπορεί να πετύχει.

 

Εις ότι αφορά τον δεύτερο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή ο αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, ο λόγος αυτός ένστασης κρίνεται βάσιμος, εφόσον το Δικαστήριο ουδέποτε εξέτασε αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ούτε όμως στις 24.11.25, εξέτασε οποιοδήποτε ζήτημα αφορούσε την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συνεπώς, η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κρίνεται παράτυπη και δεν λαμβάνεται υπόψη.

 

Εις ότι αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης με τον οποίο η καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η αγωγή εγέρθηκε και από άλλα δύο φυσικά πρόσωπα τα οποία διαθέτουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, θα πρέπει να λεχθεί ότι η αίτηση αφορά την ενάγουσα 1 εταιρεία και όχι τους δύο άλλους ενάγοντες, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η αγωγή να πετύχει για τους ενάγοντες 2 και 3, ενώ για την ενάγουσα 1 να απορρίφθεί η οποία θα κληθεί να καταβάλει και τα έξοδα. Η δε οικονομική δυνατότητα πληρωμής των εξόδων από μέρους της ενάγουσας 1, εξετάζεται ανεξάρτητα με αυτήν των εναγόντων 2 και 3, οι οποίοι συνιστούν φυσικά πρόσωπα ανεξάρτητα από την νομική ονότητα της ενάγουσας 1. Άλλωστε, οι ενάγοντες 2 και 3 ως αξιωματούχοι της ενάγουσας 1, δεν θα μπορούσαν να διαταχθούν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί εναντίον της ενάγουσας 1, εφόσον δεν φέρουν προσωπική ευθύνη για υποχρεώσεις της εταιρείας. Συνεπώς, η έγερση της αγωγής και από τους ενάγοντες 2 και 3 δεν μπορεί να συμβάλει με οποιοδήποτε τρόπο στην κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα, όπως επίσης τα προσωπικά τους περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως στοιχεία που θα μπορούσαν να καταδείξουν την φερεγγυότητα και οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας 1 για να καταβάλει τυχόν έξοδα επιδικαστούν εναντίον της. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ένστασης δεν γίνεται αποδεκτός. 

 

Με τον τέταρτο λόγο ένστασης, η ενάγουσα 1 υποστηρίζει ότι η αίτηση υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, το άρθρο 382, δεν καθορίζει χρόνο για την υποβολή της αίτησης. Στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι το ακίνητο είχε πωληθεί έξι χρόνια μετά την έγερση της αγωγής και η αίτηση καταχωρήθηκε δύο χρόνια μετά την πώληση του. Η παρέλευση όμως του χρόνου από μόνη της δεν μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο αποτέλεσμα της αίτησης, εφόσον όχι μόνο το ως άνω άρθρο δεν καθορίζει χρόνο υποβολής της αίτησης, αλλά θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κακοπιστίας ή κάποιου αλλότριου σκοπού ως προς τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής ανέφερε ότι διαπίστωσε ουσιαστικά τυχαία την πώληση του ακινήτου, ενώ σε κανένα στάδιο προηγουμένως δεν είχε αναφερθεί στο Δικαστήριο ότι το ακίνητο είχε πωληθεί. Ακόμα και κατά την μείωση της κλίμακας από τους ενάγοντες, δεν αναφέρθηκε κάτι σχετικό. Συνεπώς, ελλείψει στοιχείων κακοπιστίας και κατάχρησης της διαδικασίας, σε συνδυασμό με το ότι η ακρόαση της αγωγής ακόμη να ξεκινήσει, κρίνω ότι ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης, δεν κρίνεται εκτός λογικού πλαισίου που θα επέβαλλε την απόρριψη της αίτησης για τον λόγο αυτό και μόνο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 382 του Κεφ. 113, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του. Στην αίτηση του ο αιτητής, αναφέρεται στην πώληση του ακινήτου από την ενάγουσα 1, το οποίο είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας και αυτό δεν αμφισβητείται. Υποστηρίζει επίσης ότι η ενάγουσα 1 δεν διαθέτει άλλη περιουσία όπως επίσης δεν διαθέτει τραπεζικές καταθέσεις. Αν και η ενάγουσα 1 υποστηρίζει ότι ο αιτητής δεν προσκόμισε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τέτοια θέση, το γεγονός και μόνο ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας έχει πωληθεί, ενώ η εταιρεία δεν διαθέτει άλλη περιουσία, κρίνεται επαρκής μαρτυρία για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, μεταφέροντας έτσι στους ώμους της ενάγουσας 1 εταιρείας, το βάρος να αποδείξει την φερεγγυότητα και ικανότητα ικανοποίησης μίας ενδεχόμενης διαταγής εξόδων εναντίον της. Άλλωστε, παρά την μη αποδοχή της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή στην οποία επισυνάπτεται παγκύπρια έρευνα για περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας 1, δεν αμφισβητείται ότι η τελευταία δεν διαθέτει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ούτε και τέθηκε μαρτυρία που θα μπορούσε να αποδείξει το αντίθετο. Η ενάγουσα 1, το μόνο που υποστηρίζει είναι ότι λειτουργεί χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο οικονομικό στοιχείο την αφορά.

 

Στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, γίνεται εκτενής αναφορά στα περιουσιακά στοιχεία και φερεγγυότητα των εναγόντων 2 και 3. Όπως αναφέρθηκε όμως και πιο πάνω, τα πρόσωπα αυτά είναι ανεξάρτητα με την νομική οντότητα της ενάγουσας 1, χωρίς να μπορούν να ληφθούν υπόψη τα περιουσιακά τους στοιχεία ως στοιχείο φερεγγυότητας της ενάγουσας 1. Παρατηρώ επίσης ότι ενώ ο ενάγοντας 2 επικαλείται την φερεγγυότητα και εμπορική δραστηριότητα της ενάγουσας 1, δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να υποστηρίξει τέτοια θέση, ενώ για την προσωπική περιουσιακή κατάσταση των εναγόντων 2 και 3, παρουσιάζει στοιχεία και μαρτυρία, χωρίς να πράττει το ίδιο για την ενάγουσα 1. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι με την κατάθεση του τεκμηρίου 1, πληροφορίες από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, φαίνεται ότι η ενάγουσα 1 είναι εγγεγραμμένη, η τελευταία όμως καταχώρηση του εντύπου ΗΕ32 ήταν η 31.12.14, χωρίς να προκύπτει από το τεκμήριο αυτό η καταχώρηση οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που να αφορά την εταιρεία έκτοτε. Όπως επίσης, με την ένορκη του δήλωση ο ενάγοντας 2, ενώ επέδειξε σπουδή στην κατάθεση περιουσιακών στοιχείων που αφορούν τον ίδιο και την ενάγουσα 3, δεν κατέθεσε οποιαδήποτε ετήσια οικονομική έκθεση της ενάγουσας 1 ή άλλο στοιχείο που θα τεκμηρίωνε την λειτουργία, δραστηριότητα και φερεγγυότητα της.

 

Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα 1 υποστηρίζει ότι τυχόν διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα λειτουργήσει με τρόπο που να της αποστερήσει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο.

 

Το ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση Y. Liasides Developers Ltd v Μιχαήλ Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση  123/2012 ημερομηνίας 2.6.2017, στην οποία υποδείχθηκαν τα εξής:

 

«Θα πρέπει, κατ΄αρχάς, να λεχθεί ότι, σε αντιδιαστολή προς τη γενική ρύθμιση περί παροχής ασφάλειας εξόδων δια της Διαταγής 60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το εν λόγω άρθρο 382 αποτελεί ειδική πρόνοια, με την οποία ρυθμίζεται το ζήτημα της παροχής ασφάλειας εξόδων από εταιρείες.

 Αναφορικά µε φυσικά πρόσωπα, αποκρυσταλλωμένη είναι η αρχή ότι δεν εκδίδεται διάταγµα για παροχή ασφάλειας εξόδων εναντίον ενάγοντα ο οποίος στερείται µέσων. Όπως ετέθη στην Cowell ν. Taylor (1885) 31 Ch D 34, 38 «the general rule is that poverty is no bar to a litigant, that, from time immemorial, has been the rule at common law, and also, in equity». Άλλως η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο (Conway v. Ηλία (2002) 1 ΑΑΔ 1653).

 Τέτοια αρχή, όμως, δεν ισχύει προκειµένου περί εταιρειών περιορισµένης ευθύνης, όπου ο κανόνας αντιστρέφεται. Το ζήτηµα εξηγείται από τον Megarry V-C στην υπόθεση Pearson ν. Naydler [1977] 3 ΑΙΙ ER 531, 532, µε αναφορά στο Άρθρο 447 του Companies Act 1948, το οποίο αντιστοιχούσε στο Άρθρο 382 του δικού µας Νόµου:

 

"In the case of a limited company, there is no basic rule conferring immunity from any liability to give security for costs. The basic rule is the opposite; section 447 applies to all limited companies, and subjects them all to the liability to give security for costs. The whole concept of the section is contrary to the rule developed by the cases that poverty is not to be made a bar to bringing an action. There is nothing in the statutory language (the substance of which goes back at least as far as the Companies Act 1862, section 69) to indicate that there are any exceptions to what is laid down as a broad and general rule for all limited companies. Nor is it surprising that there should be such a rule. A man may bring into being as many limited companies as he wishes, with the privilege of limited liability; and section 447 provides some protection for the community against litigious abuses by artificial persons manipulated by natural persons. One should be as slow to whittle away this protection as one should be to whittle away a natural person's right to litigate despite poverty."»

    

      Συνεπώς, στην περίπτωση εταιρείας η αρχή της πρόσβασης στην δικαιοσύνη δεν ισχύει, προκειμένου περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, όπου ο κανόνας αντιστρέφεται, όπως αναφέρθηκε στην ως άνω απόφαση. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να λεχθεί ότι η ενάγουσα 1 δεν επικαλείται κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο τυχόν έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων θα οδηγήσει σε παρεμπόδιση του δικαιώματος της για πρόσβαση στην δικαιοσύνη. Αυτό θα μπορούσε να γίνει εάν η ενάγουσα 1 δεν θα μπορούσε να συμμορφωθεί με τέτοια διαταγή του Δικαστηρίου λόγω του ότι στερείται οικονομικούς πόρους.  Από την άλλη όμως, η ενάγουσα 1 επικαλείται την οικονομική της δυνατότητα για να καταβάλει τυχόν έξοδα. Συνεπώς, κρίνω ότι οι δύο ως άνω θέσεις της ενάγουσας 1 είναι αντιφατικές μεταξύ τους και αναιρεί η μία την άλλη, με αποτέλεσμα να καταλήγω ότι η ενάγουσα 1 δεν απέσεισε το βάρος που έφερε για να καταδείξει την οικονομική της δυνατότητα και φερεγγυότητα που θα της επέτρεπαν να συμμορφωθεί με τυχόν διαταγή ως προς τα έξοδα εναντίον της, όπως επίσης δεν απέδειξε τεκμηριωμένα ότι η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων, θα την εμποδίσει στην προώθηση της αγωγής της.

 

            Καθοδήγηση για τα πιο πάνω αντλώ από την απόφαση στην υπόθεση STOBA TRADING LTD κ.α. v. SOUTH AUTOMOBILE GROUP LLC κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. E223/2019, 31/1/2025, στην οποία λεχθήκαν τα εξής:

 

«Σημειώνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι πράγματι, η οικονομική τους κατάσταση είναι τέτοια που δεν είναι σε θέση να παράσχουν την ασφάλεια εξόδων.  Αναφέρεται μόνο σε αυτή, χωρίς συναφή με το ζήτημα περιγραφή της οικονομικής κατάστασης των εφεσειουσών, η γενική θέση ότι η έγκριση της αίτησης θα επιφέρει τη στέρηση του δικαιώματος της πρόσβασής τους στη δικαιοσύνη. Αναφέρεται επίσης,  ρητώς, ότι οι εφεσείουσες μπορούν να αποπληρώσουν τυχόν διαταγή για έξοδα που θα εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα έφεση. Αν και όπως έχει επισημανθεί ανωτέρω η ως άνω δήλωση, εκ της γενικότητας της, δεν είναι αρκετή για να αποσείσει το βάρος που έχει στους ώμους της η εφεσείουσα 1 αναφορικά με τη φερεγγυότητά της, εντούτοις, καταρρίπτει τη θέση αμφότερων των εφεσειουσών ότι η έγκριση της αίτησης θα επιφέρει τη στέρηση του εν λόγω δικαιώματος τους για τον εξής λόγο: Αφενός υποστηρίζεται στην ένορκη δήλωση ότι οι εφεσείουσες είναι σε θέση να αποπληρώσουν τα έξοδα, ενώ αφετέρου υπονοείται ότι δεν είναι σε θέση να παράσχουν ασφάλεια εξόδων. Οι δύο δηλώσεις, κατά την άποψή μου, αντιφάσκουν και δεν αποτελούν επαρκή μαρτυρία προς υποστήριξη της σχετικής ένστασης, η οποία ως εκ τούτου απορρίπτεται.»

 

            Όσον αφορά τον παράγοντα που αφορά την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, σημειώνεται ότι στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή εξέταση των επίδικων ζητημάτων, ούτε και διαπιστώνω ότι σε σχέση με το ζήτημα αυτό, υφίσταται κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να συνυπολογιστεί κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1314).

 

            Αποτελεί επίσης θέση της ενάγουσας 1, ότι τα έξοδα έχουν υπολογιστεί σε λανθασμένη κλίμακα και αυτά είναι υπερβολικά. Όπως όμως αναφέρεται στην αγόρευση του αιτητή, τα έξοδα υπολογίστηκαν στην αρχική κλίμακα της αγωγής μέχρι την ημερομηνία όπου αυτή μειώθηκε και στην συνέχεια υπολογίστηκαν στην μειωμένη κλίμακα της αγωγής και η θέση αυτή γίνεται αποδεκτή εφόσον δεν καταδείχθηκε το αντίθετο από πλευράς ενάγουσας 1. Εις ότι αφορά όμως τον υπολογισμό των εξόδων, κρίνω ότι ο υπολογισμός 10 εμφανίσεων για ακρόαση είναι υπερβολικός και δυσανάλογος υπό τις περιστάσεις ενώ η υπόθεση με βάση τα επίδικα ζητήματα μπορεί να ολοκληρωθεί σε 4 ημερομηνίες ήτοι 4 χ €898 = €3592. Συνεπώς με την ανάλογη διαφοροποίηση τα έξοδα υπολογίζονται σε €14.473 μετά και τον περιορισμό τους με την αγόρευση του αιτητή. Εφόσον όμως το ποσό δεν κατέστη τελεσίδικο κρίνεται ορθότερο όπως στο παρόν στάδιο να μην διαταχθεί η ενάγουσα να καταβάλει το Φ.Π.Α.

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω, εξισορροπώντας όλους τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ότι η αίτηση επιτυγχάνει. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη την θέση του αιτητή, ως αυτή καταγράφεται στην γραπτή του αγόρευση σύμφωνα με την οποία το ποσό το οποίο υπολογίστηκε, ζητείται ως ένα και ενιαίο και για τους δυο εναγομένους.

 

Ως εκ των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα όπως η ενάγουσα 1 καταθέσει υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης που θα ικανοποιεί τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ή σε μετρητά, ή δια τραπεζικού εμβάσματος στο λογαριασμό του Δικαστηρίου, ασφάλεια εξόδων για το ποσό των €14.473, εντός 20 ημερών από σήμερα. Ενόψει του διατάγματος, κάθε περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή ως προς την ενάγουσα 1, αναστέλλεται μέχρις ότου κατατεθεί η εν λόγω ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν κατατεθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, τότε η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και απορριφθείσα με έξοδα εναντίον της  ενάγουσας 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ως άνω διαταγή για ασφάλεια εξόδων αφορά αμφότερους εναγομένους και η κατάθεση του ως άνω ποσού θα γίνει ενιαία και για τους δύο εναγομένους.

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 2 - αιτητή και εναντίον της ενάγουσας 1 – καθ’ ης η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής για την ενάγουσα 1. Ενόψει όμως του ότι για το ίδιο ζήτημα καταχωρήθηκαν δύο αιτήσεις, ενώ θα μπορούσε να καταχωρηθεί μία αίτηση από αμφότερους εναγόμενους, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως υποβληθεί ένα σετ εξόδων για αμφότερες αιτήσεις.

 

 

 

                                                                                                (Υπ.)  …………………………….

                                                                                                         Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο