ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Απαίτηση: 607/25
Μεταξύ:
CGC CASTLEY CYPRUS LTD
Ενάγουσα
ν.
1. JOSELEN LTD
2. Βαγγέλης Μαυρονικόλας
Εναγόμενοι
Αίτηση ημερομηνίας 22.10.25 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων
Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κος Π. Γιάννακας για Πέτρος Γιάννακας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για Καθ’ ων η αίτηση: κος Π. Ευθυμίου για Παύλος Γ. Ευθυμίου ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η αιτήτρια καταχώρησε το έντυπο απαίτησης με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αξιώνοντας εναντίον των εναγομένων ποσό €374.867,43 για εκτελεσθείσες και απλήρωτες εργασίες δυνάμει διατακτικού υπ’ αριθμό 4 ως προκύπτει από την Συμφωνία Εργολαβίας ημερομηνίας 15.11.24, ποσό €480.390 για εκτελεσθείσες και απλήρωτες εργασίες δυνάμει διατακτικού υπ’ αριθμό 5 ως προκύπτει από την ως άνω συμφωνία, γενικές αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της ως άνω συμφωνίας, γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο εργοτάξιο που αφορά την ανέγερση ιδιωτικού σχολείου με την επωνυμία «PRIVATE BRITISH SCHOOL ASPIRE (2)» στην Πάφο, κατά παράβαση της συμφωνίας εργολαβίας ημερομηνίας 15.11.24 και αποζημιώσεις για απολεσθέντα κέρδη μέχρι την συμφωνημένη ολοκλήρωση της ως άνω συμφωνίας εργολαβίας.
Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του εντύπου απαίτησης, η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία επιδίωξε την μονομερή έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δια των οποίων να απαγορεύεται στους εναγόμενους να επεμβαίνουν, να εισέρχονται ή να εξουσιοδοτούν οποιαδήποτε εργασία στο εργοτάξιο που αφορά την ανέγερση ιδιωτικού σχολείου με την επωνυμία «PRIVATE BRITISH SCHOOL ASPIRE (2)». Να απαγορεύεται επίσης στους εναγόμενους να επεμβαίνουν, να αγγίζουν, να μετακινούν ή να απομακρύνουν υλικά, εργαλεία και μηχανήματα της ενάγουσας από το εργοτάξιο που αφορά την ανέγερση του ως άνω ιδιωτικού σχολείου και τέλος, ζητά διάταγμα που να επιτρέπει στην ενάγουσα να διορίσει επιμετρητή ποσοτήτων του οποίου θα επιτραπεί η είσοδος στην οικοδομή ώστε να επιμετρήσει την εκτελεσθείσα εργασία για την οποία δύναται να ετοιμάσει έκθεση για χρήση από την ενάγουσα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρείτο η προϋπόθεση της επείγουσας έκδοσης των διαταγμάτων μονομερώς και έδωσε οδηγίες για την επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους.
Η αίτηση, ως έχει προωθηθεί με την γραπτή αγόρευση της ενάγουσας, στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14(Ι)/60.
Ως προς τα γεγονότα, η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Γ. Ευριπίδου, εκτελεστικού διευθυντή της ενάγουσας και υπεύθυνου για την διεξαγωγή και διεκπεραίωση των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με τον κο Ευριπίδου, η ενάγουσα είναι αδειούχα εργοληπτική εταιρεία εγγεγραμμένη στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων με αριθμό μητρώου 12143/2025/ΠΑΦ. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας εργολαβίας, η εναγόμενη 1 ανέθεσε στην ενάγουσα εργοληπτικές και οικοδομικές εργασίες που αφορούσαν την ανέγερση ιδιωτικού σχολείου με την επωνυμία «PRIVATE BRITISH SCHOOL ASPIRE (2)» στην Πάφο, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 18.10.24, τεκμήριο 1. Αναφέρει επίσης ότι σε σχέση με την συμφωνία ημερομηνίας 15.11.24, αυτή δεν βρίσκεται στην κατοχή της ενάγουσας, η οποία βρισκόταν στην κατοχή του τέως τεχνικού διευθυντή της ενάγουσας ο οποίος αποχώρησε και αρνείται να την επιστρέψει. Η ενάγουσα αποδέχθηκε την ανάθεση των εργοληπτικών εργασιών και συμβλήθηκε με την εναγόμενη 1 στην βάση των προσκομισθέντων αρχιτεκτονικών σχεδίων από τους αρχικά διορισμένους μηχανικούς καθώς και το δελτίο ποσοτήτων το οποίο ετοίμασε η ενάγουσα και αποδέχθηκε η εναγόμενη 1. Κατά ή περί των 20.1.25, οι μηχανικοί ANGEPA ENGINEERING CONSULTING LTD, με επιστολή τους ημερομηνίας 20.1.25, τερμάτισαν τις υπηρεσίες τους με σκοπό την αποδέσμευση τους, τεκμήριο 2. Ακολούθως, ο εναγόμενος 2 διορίστηκε από την εναγόμενη 1 ως ο νέος μηχανικός αρχιτέκτονας του έργου. Οι εργασίες του εργοταξίου αναστάληκαν για περίοδο 6 εβδομάδων ένεκα της απεργίας που ξεκίνησε στις 5.11.24 στον τομέα του σκυροδέματος και όταν οι εργασίες ξεκίνησαν περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2024, οι εργασίες διακόπηκαν ξανά για περίπου 23 ημέρες όταν το εργοτάξιο έκλεισε με διάταγμα του Γραφείου Εργασίας καθότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν εξασφαλίσει τις απαραίτητες άδειες οικοδομής. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου 2025, η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει περίπου το 50% των συμφωνημένων εργασιών. Σύμφωνα με την συμφωνία εργολαβίας το έργο θα έπρεπε να παραδοθεί σε 16 μήνες από την πληρωμή της προκαταβολής, εξαιρουμένων των επιπρόσθετων εργασιών που ζητήθηκαν από τον εργοδότη. Οι κύριες εργασίες οι οποίες είχαν απομείνει αφορούσαν την αίθουσα πολλαπλής χρήσης, τον υπόγειο χώρο στάθμευσης, το ανοικτό γήπεδο ποδοσφαίρου και την περίφραξη. Γνωρίζει λόγω των καθημερινών του επισκέψεων στο εργοτάξιο ότι ο εναγόμενος 2 ήταν απών από το έργο, ουδέποτε επέβλεψε τις εργασίες στο εργοτάξιο, ενώ οι υποδείξεις για τις εργασίες εκτελούνταν αποκλειστικά από τον διευθυντή της εναγόμενης 1, κο Χατζηγιακουμή και κάποιο κο Γ. Μιχαήλ ο οποίος κατά τον κο Χατζηγιακουμή, εκτελούσε χρέη επιβλέπων μηχανικού. Οι δε υποδείξεις των πιο πάνω, δεν συνάδαν με τα προσκομισθέντα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία κατατέθηκαν στις αρμόδιες αρχές για την έκδοση των αδειών που ήταν ο κύριος λόγος των επιπρόσθετων εργασιών οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των εργασιών. Γενικά, ο κος Χατζηγιακουμής, από τις αρχές Ιουνίου 2025, επέβαινε παράνομα στο εργοτάξιο χωρίς την συγκατάθεση της ενάγουσας, χρησιμοποιώντας δικούς του υπεργολάβους για διάφορες εργασίες, όπως συνεχίζει να πράττει μέχρι σήμερα παρά τις υποδείξεις της ενάγουσας για άρση των ενεργειών αυτών.
Από την έναρξη των εργασιών, η ενάγουσα εξέδωσε συνολικά πέντε διατακτικά, τεκμήρια 3Α έως 3Ε. Η ενάγουσα κατά ή περί την 16.9.25 απέστειλε στην εναγόμενη 1 το διατακτικό υπ’ αριθμό 5, τεκμήριο 3Ε, το οποίο αφορά τις εργασίες που ολοκληρώθηκαν μέχρι την ως άνω ημερομηνία και περιλαμβάνει ποσά από προηγούμενα διατακτικά. Το σύνολο του ως άνω διατακτικού ανέρχεται σε €1.143.939,96. Η εναγόμενη 1 κατέβαλε έναντι των διατακτικών το ποσό των €1.095.000, χωρίς να υπολογίζεται η προκαταβολή του ποσού των €290.000.
Η εναγόμενη δεν προχώρησε σε πληρωμή των οφειλόμενων ποσών και η ενάγουσα αναγκάστηκε να αναστείλει κάθε περαιτέρω εργασία στο εργοτάξιο ως είχε δικαίωμα να πράξει με βάση τη σύμβαση.
Η εναγόμενη 1, χωρίς να διευθετήσει τις οφειλές της προς την ενάγουσα, έλαβε παράνομη κατοχή του εργοταξίου και ανέθεσε σε υπεργολάβους οικοδομικές εργασίες χωρίς την συγκατάθεση της ενάγουσας. Η ενάγουσα απέστειλε σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία στις 24.9.25 με την οποία προέβηκε σε προειδοποιητικές συστάσεις και κάλεσε την εναγόμενη 1 σε συμμόρφωση, ενημερώνοντας την παράλληλα ότι η ενάγουσα δεν επέτρεπε την είσοδο στο εργοτάξιο και θα προχωρούσε στην σφράγιση του. Η εν λόγω αλληλογραφία κοινοποιήθηκε και στον εναγόμενο 2, τεκμήριο 4. Παρά τα ως άνω, η εναγόμενη 1 στις 25.9.24, έκοψε τις αλυσίδες οι οποίες σφραγίζουν το εργοτάξιο και επέτρεψε σε υπεργολάβους να εισέλθουν στο εργοτάξιο για εργασίες τις οποίες υποδείκνυε ο κος Χατζηγιακουμή. Για να προστατεύσει τα συμφέροντα της και σε συμμόρφωση με την σχετική νομοθεσία, η ενάγουσα προέβηκε σε καταγγελίες προς τις αρμόδιες αρχές στις 29.9.25 και 13.10.25, τεκμήρια 5Α και 5Β.
Ως επίσης υποστηρίζει, οι οικοδομικές εργασίες δεν έχουν ολοκληρωθεί ούτε παραδοθεί στην εναγόμενη 1 και η εναγόμενη 1 προβαίνει σε παράνομες εργασίες και επεμβάσεις εντός του εργοταξίου και λειτούργησε παράνομα αίθουσες διδασκαλίας στο ημιτελές έργο και τοποθετεί μαθητές σε αυτές, με αποτέλεσμα ο κος Χατζηγιακουμή να εκθέτει μαθητές σε κίνδυνο.
Στις 13.10.25, επισκέφθηκε το εργοτάξιο όπου διαπίστωσε ότι η εναγόμενη 1, απομάκρυνε καλούπια και πινακίδες που είχαν τοποθετηθεί από την έναρξη του έργου και επισύναψε σχετικές φωτογραφίες ως τεκμήρια 7Α και 7Β. Στις 14.10.25, επιδόθηκε στον ίδιο προσωπικά επιστολή ημερομηνίας 13.10.25 η οποία υπογράφεται από τον εναγόμενο 2 με την οποία τερματίστηκε η συμφωνία ημερομηνίας 15.11.24. Η εν λόγω επιστολή απαντήθηκε από τους δικηγόρους της ενάγουσας, τεκμήριο 9.
Εις ότι αφορά τον εναγόμενο 2, ο κος Ευριπίδου υποστηρίζει ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από μέρους του έχει αλλότριους σκοπούς και επιδιώκει την απομάκρυνση της ενάγουσας με σκοπό οι εναγόμενοι να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους, ο εναγόμενος 2 ανέχτηκε τα όσα παράνομα η εναγόμενη 1 και ο διευθυντής της έπρατταν στο εργοτάξιο παρά τις επιστολές της ενάγουσας, χωρίς αυτός να προσπαθήσει να επιλύσει τις διαφορές μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1, ο ρόλος του ήταν διακοσμητικός στο υπό ανάπτυξη έργο, ο δήθεν ισχυρισμός του για ανάκληση της επιταγής θα μπορούσε να επιλυθεί αν καλούσε όλους τους εμπλεκομένους και ο εναγόμενος 2 ουδέποτε απάντησε στις καταγγελίες που υπέβαλε η ενάγουσα οι οποίες κοινοποιήθηκαν στον ίδιο.
Το εργοτάξιο αποτελεί ευθύνη της ενάγουσας δυνάμει του Νόμου ενώ οι εναγόμενοι με τις ενέργειες τους παρεμποδίζουν την ενάγουσα να πράξει σύμφωνα με το Νόμο αφήνοντας την εκτεθειμένη.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση, με την οποία υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων, και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η αξίωση της ενάγουσας είναι πρόωρη και παράτυπη και στηρίζεται σε παράνομη συμφωνία, τυχόν απόδοση των ενδιάμεσων θεραπειών θα έχει ως αποτέλεσμα την απόφανση επί της ουσίας της διαφοράς των μερών, η αίτηση εσφαλμένα δεν συνοδεύεται από προσχέδιο διαταγμάτων και η δεν εξυπηρετείται ο πρωταρχικός σκοπός με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων .
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, ο οποίος διορίστηκε τον Ιανουάριο του 2025 επιβλέπων αρχιτέκτονας στο έργο της εναγόμενης 1 για την προέκταση του υφιστάμενου σχολείου «PRIVATE SCHOOL ASPIRE (2)», σε αντικατάσταση των αρχικά διορισμένων αρχιτεκτόνων οι οποίοι παραιτήθηκαν και αποδεσμεύτηκαν στις 20.1.25. Η ενάγουσα πρότειναν τον ίδιο στην εναγόμενη 1. Στα πλαίσια της εργασίας του για επίβλεψη του έργου, εξουσιοδότησε τον κο Γ. Μιχαήλ μηχανολόγο μηχανικό, ο οποίος ενεργούσε και πριν το διορισμό του ως σύμβουλος της εναγόμενης 1 ως τεχνικός σύμβουλος για την εκτέλεση και την ποιότητα της εργασίας στο εργοτάξιο. Ο κος Μιχαήλ ήταν το πρόσωπο το οποίο διαπραγματεύτηκε για τον εναγόμενο 2 και την εναγόμενη 1 την διευθέτηση και πληρωμή κάποιων από τα προηγούμενα διατακτικά πληρωμής. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, υποστηρίζει περαιτέρω ότι η αξίωση της ενάγουσας είναι πρόωρη λόγω του ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία της συμφωνίας 15.11.24, δηλαδή στην περίπτωση που δεν ικανοποιείτο από την έκδοση απόφασης του αρχιτέκτονα να προσέφευγε στη διαδικασία διαιτησίας. Το φερόμενο αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία παρουσίασε, στηρίζεται στην προ συμφωνία που έγινε στις 18.10.24 πριν την υπογραφή της κύριας συμφωνίας ημερομηνίας 15.11.24, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο Α. Στην βάση της συμφωνίας αυτής, προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης με την επιστολή τεκμήριο Β, μετά που πληροφορήθηκε ότι η ενάγουσα ανακάλεσε την επιταγή, τεκμήριο Γ, που είχε εκδοθεί ως εγγύηση για την εκτέλεση των όρων της συμφωνίας και η οποία κακώς και αδικαιολόγητα ανακλήθηκε. Υποστηρίζει επίσης ότι επέβλεπε το έργο και είχε διευθετήσει την επί μονίμου βάσεως παρουσία του κου Μιχαήλ στο εργοτάξιο.
Αποτελεί επίσης θέση του ότι επειδή η ενάγουσα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το χρονοδιάγραμμα της ολοκλήρωσης των φάσεων του έργου, έγινε προφορική διευθέτηση μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1, πριν από τον Ιούνιο του 2025, με την δική του γνώση και συγκατάθεση, όπως κάποιες από τις εργασίες γίνουν από άλλους υπεργολάβους. Η ενάγουσα αδυνατούσε να παραδώσει την πρώτη φάση μέχρι τον Ιούνιο του 2025, δηλαδή τις επιπρόσθετες αίθουσες διδασκαλίας εις τις οποίες η εναγόμενη 1 είχε εγγράψει 150 νέους μαθητές. Στο στάδιο τερματισμού της συμφωνίας απέμειναν να ολοκληρωθούν 2 από τις 3 φάσεις του έργου, δηλαδή το κτήριο πολλαπλής χρήσης και το γήπεδο. Με την επιστολή του ημερομηνίας 13.10.25, κάλεσε την ενάγουσα να παραδώσει το εργοτάξιο εντός 10 ημερών και να συνεργαστεί μαζί του για την επιμέτρηση της εργασίας και διευθέτηση πιστωτικού και/ή χρεωστικού υπολοίπου. Η ενάγουσα αμφισβήτησε τον τερματισμό και παρέλειψε να προσέλθει για την τακτοποίηση των οικονομικών εκκρεμοτήτων και η ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε από τον ίδιο να επιλύσει οποιαδήποτε διαφορά με την εναγόμενη 1.
Η συμφωνία στην παράγραφο 37 ρητά προβλέπει την διαδικασία επίλυσης οικονομικών διαφορών, όπου σε πρώτο στάδιο καλείται ο αρχιτέκτονας να λύσει το θέμα και να εκδώσει απόφαση εντός 30 ημερών και σε δεύτερο στάδιο η διαφορά παραπέμπεται σε διαιτησία. Η ενάγουσα δεν εφάρμοσε την συμφωνημένη διαδικασία και η απαίτηση τους είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Αποτελεί επίσης θέση του ότι ως επιβλέπων μηχανικός του έργου δεν έχει συμβατική ευθύνη έναντι του εργολάβου και κακώς η αξίωση της ενάγουσας στρέφεται εναντίον του. Υποστηρίζει επίσης ότι η εναγόμενη 1 είναι φερέγγυα και λειτουργεί εδώ και χρόνια με μεγάλη επιτυχία ιδιωτικό σχολείο και θα είναι σε θέση να αποζημιώσει την ενάγουσα σε περίπτωση όπου η αξίωση της πετύχει.
Τέλος, αποτελεί θέση του ότι μετά από έρευνα στην οποία προέβηκε, φαίνεται ότι η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν κάτοχος άδειας εργολήπτη και η απαίτηση τους είναι παράνομη, αφού αφορά παράνομη συμφωνία και την ανάληψη εργολαβίας χωρίς την κατοχή της απαιτούμενης άδειας. Προς τούτο, κατέθεσε ως τεκμήριο Δ την λίστα εγγεγραμμένων εργοληπτών για το έτος 2024 και ως τεκμήριο Ε για το έτος 2025, όπου φαίνεται ότι για το έτος 2024 η ενάγουσα δεν ήταν εγγεγραμμένη και αδειούχα εργοληπτική εταιρεία.
Κατά την ακρόαση της αίτησης, κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες έκαστη πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της, στις οποίες θα γίνει αναφορά όπου κριθεί αναγκαίο. Πιο πάνω κατέγραψα συνοπτικά τα όσα η κάθε πλευρά παρέθεσε μέσω των ενόρκων δηλώσεων, ενώ για σκοπούς εξέτασης της αίτησης έλαβα υπόψη μου το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες πλευρές, έχοντας κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (βλ. Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
Ως έχει προαναφερθεί, το αίτημα της ενάγουσας στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14(Ι)/60.
Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60, για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, σύμφωνα με τη Νομολογία, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όπως έχει λεχθεί από το Εφετείο στην υπόθεση LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32:
«Να υπενθυμίσουμε μόνον ότι για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Η δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, απαιτεί την απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε και πάλι από το Εφετείο στην ως άνω υπόθεση αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση (βλ. LAXIFLORA HOLDINGS LTD ανωτέρω):
«Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017 και την πρόσφατη απόφαση μας Boris Mints κ.α. v. Pavel Shishkin, Πολ. Έφεση Ε69/2020, σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020, ημερ. 10/1/2024).»
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται, όχι κατά εξαντλητικό τρόπο, υπό το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ισοζυγίζοντας πάντοτε τον επηρεασμό των δικαιωμάτων κάθε διαδίκου αναλόγως της φύσεως της αιτούμενης θεραπείας που επιδιώκεται στα πλαίσια της κύριας διαδικασίας.
Σύμφωνα με την ίδια ως άνω υπόθεση, LAXIFLORA HOLDINGS LTD ανωτέρω:
«Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, σελ. 214 γίνεται αναφορά στην Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ (2003) 1 (Α) ΑΑΔ 126 όπου αποφασίστηκε ότι το άρθρο 32 παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο, η οποία θα πρέπει να διατηρηθεί ελαστική και ελεύθερη από τυπικούς κανόνες και ότι οι αρχές στις οποίες υπόκειται αποσκοπούν στη διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η εξουσία του άρθρου 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων (έξω από τα όρια του άρθρου 4 του Κεφ. 6) αποσκοπεί στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Γίνεται επίσης αναφορά στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1759, όπου εξηγήθηκε ότι η συγκεκριμένη εξουσία «δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή». Επίσης τονίστηκε ότι διατάγματα τύπου Mareva δεν θα πρέπει να δίδονται ως «μέτρο γενικής εξασφάλισης του Ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους και βεβαίως δεν βελτιώνουν τη θέση του πιστωτή σε πτωχευτικές διαδικασίες».
Επομένως παρά το ότι η εξουσία έκδοσης διατάγματος παγοποίησης θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να μην εκδίδεται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα,…»
Έχει επίσης λεχθεί στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Ltd (2), (2008) ΑΑΔ 626, ότι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω αδυναμίας του εναγόμενου να ικανοποιήσει την απόφαση που ήθελε εκδοθεί υπέρ του, θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή και θετική μαρτυρία και όχι να στηρίζεται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.
Εάν οι ως άνω τρεις προϋποθέσεις πληρούνται σωρευτικά, το Δικαστήριο, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα.
Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, σύμφωνα με τις αρχές οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω.
Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, διαπιστώνω ότι η ενάγουσα, με τις αξιώσεις της, πέραν των χρηματικών της απαιτήσεων, αξιώνει και αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση στο εργοτάξιο, του οποίου ισχυρίζεται ότι φέρει την ευθύνη. Στο παρόν στάδιο, δεν μπορούν να εξεταστούν τελεσίδικα, οι θέσεις των εναγομένων οι οποίες σχετίζονται με την παρανομία της συμφωνίας ή την μη εφαρμογή των όρων της συμφωνίας για την επίλυση της διαφοράς από τον αρχιτέκτονα και στην συνέχεια την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, εφόσον τα ζητήματα αυτά, θα πρέπει να επιλυθούν κατά την ακρόαση της απαίτησης. Όπως φαίνεται, η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της, τόσο στην αξία των εργασιών που έχουν εκτελεστεί και περιλαμβάνονται στο διατακτικό αριθμό 5 όσο και στην ζημιά την οποία ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί και θα υποστεί ένεκα της παράνομης επέμβασης των εναγομένων στο εργοτάξιο, μετά τον ισχυριζόμενο παράνομο τερματισμό της συμφωνίας για ανάθεση του έργου.
Οι εναγόμενοι καλούν ουσιαστικά το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να αποφανθεί κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να ακούσει την ουσία της υπόθεσης, ενόψει των όρων της συμφωνίας. Ως έχει λεχθεί στην υπόθεση Rostovtsev v. Shchukin, Πολ. Έφ. Ε415/16 ημερομηνίας 5/7/2019, η οποία αφορούσε μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία μετά από οδηγίες εκδικάστηκε inter partes, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας κατά το στάδιο παροχής ενδιάμεσης θεραπείας:
«Συγχρόνως, τονίζεται, παρεμπιπτόντως, ότι σε ενδιάμεση διαδικασία μπορεί να εξεταστεί και να αποφασιστεί οριστικά θέμα δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, μόνο εφόσον αυτό προκύπτει ή τίθεται στη βάση αδιαμφισβήτητων γεγονότων, η παρούσα περίπτωση, όμως, δεν είναι τέτοια.»
Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον δεν προκύπτει αδιαμφισβήτητο πλαίσιο γεγονότων και έχοντας παράλληλα υπόψη την βάση αγωγής που αφορά και την παράνομη επέμβαση, κρίνω ότι η υπόθεση δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει από το στάδιο αυτό ότι η ενάγουσα στερείται αγώγιμου δικαιώματος έναντι των εναγομένων ή ότι η αγωγή της είναι πρόωρη. Τα ίδια ισχύον και με τον ισχυρισμό των εναγομένων περί παράνομης σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη επαναλαμβάνω τις διαφορετικές βάσεις της απαίτησης της ενάγουσας.
Το σύνολο των όσων παρέθεσε η ενάγουσα υποστηρίζοντας την αίτηση της, κρίνω ότι αποκαλύπτουν μία συζητήσιμη βάση απαίτησης, ικανοποιώντας έτσι την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, έχω κατά νου ότι στο στάδιο αυτό δεν αξιολογείται η μαρτυρία ούτε το Δικαστήριο καταλήγει σε τελικά ευρήματα γεγονότων.
Από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες πλευρές, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι δεν έχει ξεκαθαρίσει το οφειλόμενο ποσό προς την ενάγουσα εφόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο τελευταίο διατακτικό υπ’ αριθμό 5 και για ποιο λόγο αυτό δεν τακτοποιήθηκε. Αν και ο εναγόμενος 2 αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι η ενάγουσα δεν τον κάλεσε για να επιλύσει την διαφορά, από πλευράς εναγομένων δεν προβάλλεται κάποιος λόγος για την μη πληρωμή του υπολοίπου, που θα επέβαλλε την εμπλοκή του αναφορικά με το εν λόγω διατακτικό. Το κατά πόσο νόμιμα η σύμβαση τερματίστηκε για τον λόγο τον οποίο επικαλείται ο εναγόμενος 2, κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη του Δικαστηρίου σε τελικά ευρήματα. Ούτε και εξετάζεται στο παρόν στάδιο η θέση των εναγομένων ότι κατά το 2024 η ενάγουσα δεν κατείχε άδεια εργολάβου, έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το τεκμήριο Ε το 2025, η ενάγουσα κατείχε τέτοια άδεια. Η νομιμότητα συνεπώς της σύμβασης θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο υπό το φως της μαρτυρίας η οποία θα παρουσιαστεί.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτό που απαιτείται είναι η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και, εν πάση περιπτώσει, υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1235). Για σκοπούς όμως της παρούσας διαδικασίας, όπου δεν εξετάζονται εις βάθος οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, κρίνω ότι για τους λόγους που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, η ενάγουσα έχει αποδείξει την προοπτική επιτυχίας στην υπόθεση της
Εις ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι η ισχυριζόμενη δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης δεν σχετίζεται με θέματα αφερεγγυότητας των εναγομένων 1 και 2. Από τη δική τους πλευρά οι εναγόμενοι 1 και 2 και ειδικότερα η εναγόμενη 1 με την οποία συμβλήθηκε η ενάγουσα, δηλώνει φερέγγυα και όπως φαίνεται, χωρίς να αμφισβητείται, διατηρεί και λειτουργεί ιδιωτικό σχολείο στην Πάφο εδώ και χρόνια, έχοντας την ικανότητα να καταβάλει στην ενάγουσα τα οφειλόμενα ποσά, εάν πετύχει στην αξίωση της.
Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, κινδυνεύει το ευρύτερο κοινό αλλά και οι μαθητές, από μια μισό ατέλειωτη οικοδομή της οποίας την ευθύνη έχει η ενάγουσα και οποιοδήποτε ατύχημα συμβεί θα την εκθέσει σε δικαστικές διαμαχες. Υφίσταται επίσης κίνδυνος να εργοδοτηθούν μη προσοντούχα άτομα για να ολοκληρώσουν τις εργασίες όπου σε τέτοια περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν ζημιές στις ήδη εκτελεσθείσες εργασίες από την ενάγουσα, με αποτέλεσμα στο μέλλον η εναγόμενη 1 να αξιώσει αποζημιώσεις για κακοτεχνίες για τις οποίες δεν ευθύνεται η εναγουσα. Περαιτέρω, σε περίπτωση που κριθεί ότι ο τερματισμός είναι παράνομος, η ενάγουσα δεν θα μπορεί να συνεχίσει και να αποπερατώσει το έργο ως η σύμβαση των μερών και θα εκτεθεί σε σοβαρό οικονομικό πλήγμα το οποίο θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να καθοριστεί με αποζημιώσεις. Μέχρι σήμερα δεν έχει διοριστεί επιμετρητής για τον καθορισμό των εργασιών και δεν υπάρχει καταγραφή της αξίας των εργασιών τις οποίες εκτέλεσε η ενάγουσα.
Τα όσα όμως προβάλλει η ενάγουσα, δεν καταδυκνείουν ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, εφόσον, κατά πρώτο, η ίδια της έχει καταμετρήσει τις εργασίες στις οποίες προέβηκε και κοστολόγησε αυτές, σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε στα διατακτικά 4 και 5. Πέραν τούτου, ενώ η ενάγουσα ζητά την επιμέτρηση από δικό της επιμετρητή και ενώ προβάλλει ως κίνδυνο να μην μπορεί να επιμετρηθεί η εργασία εάν τρίτο πρόσωπο ολοκληρώσει το έργο, φαίνεται να παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 με την επιστολή τερματισμού, τεκμήριο 8, κάλεσε την ενάγουσα να συνεργαστεί για την επιμέτρηση της εργασίας, χωρίς να το πράξει, ενώ δόθηκε χρόνος δέκα ημερών από τις 13.10.25 για να παραδοθεί το εργοτάξιο και να επιμετρηθεί η εργασία. Συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν φαίνεται να είχαν αρνηθεί την επιμέτρηση της εργασίας και οι όποιοι κίνδυνοι προβάλλονται στα πλαίσια της παρούσας από την ενάγουσα, δημιουργήθηκαν από την ίδια.
Κατά δεύτερο, η συμφωνία εργολαβίας τερματίστηκε και συνεπώς δεν διακρίνεται κάποιος κίνδυνος για την απόδοση ευθύνης στην ενάγουσα σε περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος, εφόσον, η εναγόμενη 1 αποδέσμευσε την ενάγουσα από το συμβόλαιο, ασχέτως εάν ο τερματισμός ήταν νόμιμος ή όχι, χωρίς η ενάγουσα να έχει την κατοχή του εργοταξίου.
Το ουσιαστικό παράπονο και αξίωση της ενάγουσας, εστιάζεται στον ισχυριζόμενο παράνομο τερματισμό της σύμβασης εργολαβίας. Σε περίπτωση όπου η ενάγουσα πετύχει να αποδείξει τον παράνομο τερματισμό της, θα δικαιούται αποζημιώσεις, τις οποίες όπως φαίνεται έχει ήδη υπολογίσει για την εκτελεσθείσα εργασία, πλέον την ζημιά που ενδεχομένως να υποστεί για την απώλεια κέρδους από την μη εκτέλεση της σύμβασης. Το σύνολο όμως των αποζημιώσεων, έχουν ως βάση τις εκτελεσθείσες εργασίες και τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην σύμβαση, τα οποία μπορούν να καθορίσουν την ζημιά της ενάγουσας, όπως έχει ήδη καθοριστεί με τα αξιούμενα ποσά.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω ότι σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης, η ενάγουσα θα είναι σε θέση να υπολογίσει τις αποζημιώσεις τις οποίες αξιώνει και οι εναγόμενοι, δεν έχει καταδειχθεί από την ενάγουσα, ότι δεν θα είναι σε θέση να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί από το Δικαστηριο υπέρ της ενάγουσας
Συνεπώς, η ενάγουσα δεν απέδειξε οτι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει.
Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας για το ποσό των €3.934 πλέον Φ.Π.Α. Προς τούτο έλαβα υπόψη τον κατάλογο τον οποίο κατέθεσε η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση.
Το πιο πάνω ποσό εξόδων να καταβληθεί στους εναγόμενους εντός τριών μηνών από σήμερα.
(Υπ.) ...…………………………
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο