ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 357/2016
Μεταξύ:
ΜΑΡΙΟΥ ΚΟΥΝΙΔΗ (Α.Τ. χχχ), από την Πάφο
υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας
του ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΟΥΝΙΔΗ (Α.Τ. χχχ) τέως από το Γουδί της Πάφου
Ενάγοντος
και
1. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΚΟΥΝΙΔΟΥ (άλλως ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ)
(Α.Τ. χχχ), από την Πάφο
2. ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ (Α.Τ. χχχ), από την Πάφο
3. ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΠΥΡΟΥ (Α.Τ. χχχ), από την Πάφο
και τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο
4. ΑΝΔΡΕΑ ΗΛΙΑ, από την Πάφο
Εναγομένων
Ημερομηνία: 30.07.26
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: κος Α. Γλυκής μαζί με κ. Ι. Τηλεμάχου για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ &
ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγομένους 1-4: κος Επ. Κορακίδης μαζί με κ. Ελ. Κορακίδη για
ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η μεταβίβαση 23 ακινήτων ιδιοκτησίας του Χρήστου Κουνίδη από το Γουδί της Επαρχίας Πάφου, ο οποίος απεβίωσε στις 16.11.15 (στο εξής ο «αποβιώσαντας»), στους Εναγομένους 2 & 3 από την Εναγόμενη 1 που ενέργησε ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του χρησιμοποιώντας γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, η υπογραφή του οποίου επί του εγγράφου πιστοποιήθηκε από τον Εναγόμενο 4, οδήγησε τον Ενάγοντα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, ο οποίος αμφισβητεί τη νομιμότητα, γνησιότητα και εγκυρότητα τόσο του πληρεξουσίου εγγράφου όσο και των πράξεων μεταβίβασης των εμπλεκομένων ακινήτων. Προς τούτο ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων την επιδίκαση αποζημιώσεων (γενικών, παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών), την ακύρωση του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου, των δηλώσεων μεταβίβασης και των μεταβιβάσεων των επίμαχων ακινήτων καθώς επίσης την εγγραφή των εν λόγω ακινήτων εις το όνομα του Ενάγοντα υπό την ιδιότητα που αυτός φέρει στην αγωγή αυτή και εξηγείται αμέσως πιο κάτω.
Ο Ενάγοντας εγείρει την αγωγή αυτή υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα δυνάμει διατάγματος παραχώρησης εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας του ημερ. 28.01.16 στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης αρ. 7/16 του Ε.Δ. Πάφου. Η πλευρά του Ενάγοντα καταλογίζει στους Εναγομένους 1-4 ότι συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό την εξαπάτηση του αποβιώσαντα και την παράνομη οικειοποίηση ακίνητης περιουσίας του, ότι διέπραξαν δόλο/απάτη εις βάρος του αποβιώσαντα, ότι άσκησαν ψυχική πίεση και εξανάγκασαν τον αποβιώσαντα να μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία του. Τα στοιχεία αυτά που ο Ενάγοντας επιρρίπτει στους Εναγομένους 1-4 συνιστούν τις βάσεις αγωγής επί των οποίων εδράζεται η υπόθεση αυτή.
Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως το άτομο που εμφανίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του αποβιώσαντα και ως δικαιοπάροχος εκ μέρους και για λογαριασμό του με τη χρήση γενικού πληρεξουσίου εγγράφου δόλια, κατ’ ισχυρισμό, μεταβίβασε 23 ακίνητα στην επαρχία Πάφου ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος στους Εναγομένους 2 & 3.
Οι Εναγόμενοι 2 & 3 ενάγονται ως δικαιοδόχοι των 23 επίμαχων ακινήτων ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος, στα ονόματα και προς όφελος των οποίων, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, μεταβιβάστηκαν δόλια τα 23 επίμαχα ακίνητα, οι οποίοι τα αποδέχτηκαν εις βάρος της περιουσίας του αποβιώσαντα.
Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 4, η αγωγή στρέφεται εναντίον του επειδή πρόκειται για το πρόσωπο που, υπό την ιδιότητα του πιστοποιούντος υπαλλήλου, κατ’ ισχυρισμό δόλια πιστοποίησε ότι ο αποβιώσαντας έθεσε ενώπιον του την υπογραφή στο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο.
Περαιτέρω όλοι οι Εναγόμενοι ενάγονται ως τα άτομα που κατ’ ισχυρισμό συμμετείχαν σε συνομωσία με σκοπό την εξαπάτηση του αποβιώσαντα και την παράνομη οικειοποίηση ακίνητης περιουσίας του.
Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν όλα όσα τους καταλογίζει ο Ενάγοντας και ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ τους και εναντίον του Ενάγοντα.
Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται στην πορεία.
Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων:
Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
Μέσα από την έκθεση απαίτησης ο Ενάγοντας αναφέρει ότι ο αποβιώσαντας, ο οποίος απεβίωσε στις 16.11.15, ήταν πατέρας 5 τέκνων, εκ των οποίων ήταν ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 1. Ο αποβιώσαντας ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης επί ολόκληρου του μεριδίου 23 επίμαχων ακινήτων στην Επαρχία Πάφου, τα οποία περιγράφονται στην §5 της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, από το έτος 2009 ο αποβιώσαντας απώλεσε σταδιακά την ικανότητα επικοινωνίας, την αναγνώριση οικείων προσώπων του και την πνευματική διαύγεια του με αποτέλεσμα καθ’ όλο το χρόνο μέχρι την ημερομηνία που απεβίωσε να καταστεί πνευματικά ανίκανος, ανίκανος να διαχειρίζεται την περιουσία του, χωρίς δυνατότητα αντίληψης και συνομολόγησης εγγράφων και δίχως να είναι σε θέση να συμφωνεί και να θέτει την υπογραφή του σ’ αυτά.
Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι στις 29.01.14 η Εναγόμενη 1, με τη συνεργασία των Εναγομένων 2-4, δόλια κατάρτισαν γενικό πληρεξούσιο έγγραφο και εξανάγκασαν τον αποβιώσαντα να θέσει την υπογραφή του σ’ αυτό με το οποίο κατέστησε την Εναγόμενη 1 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του/διαχειρίστρια επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του. Ακολούθως στις 13.03.14 η Εναγόμενη 1 κατέθεσε το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και αφού εξασφάλισε φοροαπαλλακτικά και δολίως υπέγραψε δήλωση μεταβίβασης ακινήτου μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς, ως δικαιοπάροχος, 5 ακίνητα που οι αριθμοί εγγραφής τους καταγράφονται στην §10 της έκθεσης απαίτησης στη θυγατέρα της (Εναγόμενη 3), η οποία με δήλωση του και υπογράφοντας σχετικά έγγραφα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου όπου και παρουσιάστηκε, αποδέχτηκε, ως δικαιοδόχος, τη μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων στο όνομα της. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, στη βάση της ίδια πρακτικής και με τη χρήση του ιδίου κατ’ ισχυρισμό πληρεξουσίου εγγράφου, η Εναγόμενη 1, ως δικαιοπάροχος, στις 14.03.14 και 15.04.14 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, αφού πρώτα εξασφάλισε φοροαπαλλακτικά και δολίως υπέγραψε δήλωση μεταβίβασης ακινήτου, μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς επιπλέον συνολικά 18 ακίνητα που οι αριθμοί εγγραφής τους καταγράφονται στις §12 και §14 της έκθεσης απαίτησης στον υιό της (Εναγόμενο 2), ο οποίος με δηλώσεις του και υπογράφοντας σχετικά έγγραφα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου όπου και παρουσιάστηκε, αποδέχτηκε, ως δικαιοδόχος, τη μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων στο όνομα του.
Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι ο αποβιώσαντας ουδέποτε κατέστησε την Εναγόμενη 1 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και θεωρεί ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο είναι προϊόν δόλιας απόσπασης από πνευματικά ανίκανο πρόσωπο, εξαναγκασμού, άσκησης ψυχικής πίεσης και χωρίς την εξουσιοδότηση/ελεύθερη βούληση του αποβιώσαντα.
Στην έκθεση απαίτησης παρέχονται λεπτομέρειες των επικαλούμενων δόλου/απάτης, ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμού και συνομωσίας (§19 υπό τα σημεία (α) μέχρι (ε)).
Διαζευκτικά ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο είναι πλαστογραφημένο και με τον αποβιώσαντα να μην έχει θέσει την υπογραφή του σ’ αυτό (§20 έκθεση απαίτησης).
Στη βάση των πιο πάνω ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, οι δηλώσεις μεταβίβασης ακινήτων και οι πράξεις μεταβίβασης των ακινήτων είναι άκυρες και/ή άκυρες εξ’ υπαρχής. Επίσης είναι η θέση του ότι συνεπεία των κατ’ ισχυρισμό παράνομων πράξεων του, η περιουσία του αποβιώσαντα υπέστη ζημιά ίση με την αγοραία αξία των ακινήτων, εκτιμώμενη μέσα στην ελεύθερη αγορά και κατά το χρόνο εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης.
Αναφορικά με τις ζημιές που ο Ενάγοντας επικαλείται ότι υπέστη ένεκα των κατ’ ισχυρισμό παράνομων πράξεων και επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδει στους Εναγομένους, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον τους θεραπείες που καταγράφονται στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης (§22 υπό τα σημεία (Α) μέχρι (Ι)), οι οποίες συνοπτικά έχουν αναφερθεί προηγουμένως.
Στην κοινή έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 1-3 αρνιούνται κατηγορηματικά όλα όσα τους καταλογίζει ο Ενάγοντας και ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε καλές σχέσεις μαζί του (δηλαδή με τον Ενάγοντα). Όπως επικαλούνται, όταν και εφόσον παρουσιαζόταν ανάγκη τη φροντίδα και την εξυπηρέτηση των αναγκών του αποβιώσαντα την ανέλαβαν η Εναγόμενη 1 με το σύζυγο της. Μάλιστα μετά την εγχείρηση που υπεβλήθηκε κατά το έτος 2009, η Εναγόμενη 1 και ο σύζυγος της παρείχαν φροντίδα στον αποβιώσαντα επί καθημερινής βάσης. Σύμφωνα με τους εν λόγω Εναγομένους, ο αποβιώσαντας είχε πλήρη διαύγεια, πνευματικά ικανό και με δυνατότητα αντίληψης σε όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνο.
Είναι ακόμη η θέση των Εναγομένων1-3 ότι ο αποβιώσαντας με τη θέληση του, εν γνώσει του και έχοντας πλήρη διαύγεια και επίγνωση των πραγμάτων κατέστησε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του την Εναγόμενη 1 ενώπιον του Εναγομένου 4. Κατόπιν παράκλησης και επιθυμίας του αποβιώσαντα, η Εναγόμενη 1 ενέργησε νόμιμα ώστε, δυνάμει δωρεάς, να γίνουν οι μεταβιβάσεις των επίμαχων ακινήτων στους Εναγομένους 2 & 3 με εγγραφή δικαιώματος επικαρπίας στην Εναγόμενη 1 επειδή ο αποβιώσαντας έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία στους εν λόγω Εναγομένους αλλά και στο σύζυγο της Εναγομένης 1 ένεκα της συνεχούς φροντίδας και αγάπης που του έδειχναν.
Σύμφωνα με τους Εναγομένους 1-3, το πληρεξούσιο έγγραφο είναι γνήσιο, έγκυρο και ετοιμάστηκε μετά από επιμονή του αποβιώσαντα να διορίσει την Εναγόμενη 1 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της περιουσίας του από το έτος 2012 ένεκα των τεταμένων σχέσεων του με τα άλλα παιδιά του. Είναι η θέση τους ότι ο αποβιώσαντας υπέγραψε το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο με τη θέληση του και γι’ αυτό όλες οι μεταβιβάσεις ακινήτων που έγιναν είναι νόμιμες και κατ’ επέκταση έγκυρες.
Στη ξεχωριστή έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 4 αρνείται τη θέση του Ενάγοντα ότι κατά τις 29.01.14 ο αποβιώσαντας είχε απωλέσει τη δυνατότητα αντίληψης, να θέτει την υπογραφή του και να συνομολογεί έγγραφα. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι από τη συνομιλία που είχε μαζί του εκείνη την ημερομηνία αντιλήφθηκε ότι ο αποβιώσαντας είχε διαύγεια πνεύματος. Όπως δικογραφείται, ο αποβιώσαντας έθεσε την υπογραφή του στο επίδικο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, την οποίαν ο συγκεκριμένος Εναγόμενος πιστοποίησε. Ο εν λόγω Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εξήγησε στον αποβιώσαντα που είχε η υπογραφή του, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι είχε αντιληφθεί πλήρως τις συνέπειες της πράξης του. Περαιτέρω είναι η θέση του Εναγομένου 4 ότι αφού εξακρίβωσε την ταυτότητα του αποβιώσαντα και βεβαιώθηκε ότι εκείνος αντιλαμβανόταν το νόημα του πληρεξουσίου εγγράφου, ο τελευταίος το υπέγραψε στην παρουσία του ενσυνείδητα και με την ελεύθερη βούληση του.
Μέσα από την απάντηση στην υπεράσπιση των Εναγομένων 1-3 ο Ενάγοντας αφού επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του αναφέρει ότι όλα τα τέκνα του αποβιώσαντα είχαν άριστες σχέσεις μαζί του. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο ίδιος φρόντιζε για την υγεία και την ευημερία του αποβιώσαντα ιδίως μετά τη χειρουργική επέμβαση του και την εμφάνιση των προβλημάτων υγείας σ’ αυτόν. Καταλήγοντας είπε ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε εξουσιοδότηση να προβεί σε οποιεσδήποτε πράξεις επί της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα.
Μέσα από την απάντηση στην υπεράσπιση του Εναγομένου 4 ο Ενάγοντας αφού επαναλαμβάνει εκ νέου τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του αναφέρει ότι κατά το έτος 2009 είχε ήδη απωλέσει τη συνείδηση των πράξεων και έτσι δεν μπορούσε να υπάρχει συγκατάθεση / εξουσιοδότηση / παροχή πληρεξουσιοδότησης εκ μέρους του προς οποιοδήποτε πρόσωπο.
Παραδεκτά Γεγονότα:
Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι διάδικοι κατάθεσαν γραπτώς παραδεκτά γεγονότα. Τα παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του (Τεκμήριο ‘Χ’). Θεωρώ χρήσιμο να τα παραθέσω:
(1) Ο Ενάγοντας είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα δυνάμει διατάγματος χορήγησης εγγράφων διαχείρισης ημερ. 28.01.16 που εκδόθηκε στην αίτηση διαχείρισης με αρ. 7/16 του Ε.Δ. Πάφου (αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος ημερ. 28.01.16 επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Α’).
(2) Ο αποβιώσαντας απεβίωσε στις 16.11.15.
(3) Η Εναγόμενη 1 είναι θυγατέρα του αποβιώσαντα και οι Εναγόμενοι 2 & 3 είναι τέκνα της Εναγομένης 1.
(4) Ο αποβιώσαντας, εκτός από την Εναγόμενη 1, είχε ακόμα 4 παιδιά, ήτοι τον Ενάγοντα, την Κυριακή Κουνίδου Κούππα, την Χριστίνα Κουνίδου και τον Θεόδωρο Κουνίδη.
(5) Κατά τις 29.01.14 ο Εναγόμενος 4 ήταν πιστοποιών υπάλληλος σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία.
(6) Με το έγγραφο που φέρει ημερ. 29.01.14 και τίτλο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο παρουσιαζόταν ότι ο αποβιώσαντας είχε υπογράψει το έγγραφο αυτό, ότι η υπογραφή του είχε πιστοποιηθεί από τον Εναγόμενο 4 ως πιστοποιών υπάλληλος και ότι μ’ αυτό ο αποβιώσαντας καθιστούσε την Εναγόμενη 1 γενική πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του (το εν λόγω έγγραφο επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Β’).
(7) Ο Εναγόμενος 4, ενεργώντας ως πιστοποιών υπάλληλος, έθεσε την σφραγίδα και την υπογραφή του επί του πιο πάνω εγγράφου ημερ. 29.01.14 πιστοποιώντας ότι αυτό είχε υπογραφεί στην παρουσία του από τον αποβιώσαντα.
(8) Κατά την 13.03.14 η Εναγόμενη 1 χρησιμοποιώντας το έγγραφο ημερ. 29.01.14 μεταβίβασε δια δωρεάς και ενέγραψε στο όνομα της Εναγομένης 3 και η Εναγόμενη 3 αποδέχτηκε τη δωρεά ολόκληρου μεριδίου των 5 ακινήτων ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα που περιγράφονται στην §8 του καταλόγου παραδεκτών εγγράφων στη βάση της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.401/14, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Γ’.
(9) Κατά ή περί την 14.03.14 η Εναγόμενη 1 χρησιμοποιώντας το έγγραφο ημερ. 29.01.14 μεταβίβασε δια δωρεάς και ενέγραψε στο όνομα του Εναγομένου 2 και ο Εναγόμενος 2 αποδέχτηκε τη δωρεά ολόκληρων μεριδίων επί των 15 ακινήτων ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα που περιγράφονται στην §9 του καταλόγου παραδεκτών εγγράφων στη βάση της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.405/14, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Δ’.
(10) Κατά ή περί την 15.04.14 η Εναγόμενη 1 χρησιμοποιώντας το έγγραφο ημερ. 29.01.14 μεταβίβασε δια δωρεάς και ενέγραψε στο όνομα του Εναγομένου 2 και ο Εναγόμενος 2 αποδέχτηκε τη δωρεά ολόκληρων μεριδίων επί των 6 ακινήτων ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα που περιγράφονται στην §10 του καταλόγου παραδεκτών εγγράφων στη βάση της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.606/14, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Ε’.
(11) Κατά ή περί την 16.12.05 ο αποβιώσαντας μεταβίβασε δια δωρεάς στο όνομα της Εναγομένης 1 τα μερίδια του επί των 4 ακινήτων που περιγράφονται στην §11 του καταλόγου παραδεκτών εγγράφων στη βάση της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.2240/2005, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Στ’.
(12) Κατά ή περί την 16.12.05 ο αποβιώσαντας μεταβίβασε δια δωρεάς στο όνομα της Εναγομένης 1 το ½ μερίδιο του επί του ακινήτου που περιγράφεται στην §12 του καταλόγου παραδεκτών εγγράφων στη βάση της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.2241/2005, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Ζ’.
(13) Κατά ή περί την 16.12.05 ο αποβιώσαντας μεταβίβασε δια δωρεάς στο όνομα της Εναγομένης 1 τα μερίδια του επί των 4 ακινήτων που περιγράφονται στην §13 του καταλόγου παραδεκτών εγγράφων στη βάση της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.2242/2005, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Η’.
(14) Κατά ή περί την 16.12.05 ο αποβιώσαντας μεταβίβασε δια δωρεάς στο όνομα της Εναγομένης 1 τα μερίδια του επί των 2 ακινήτων που περιγράφονται στην §14 του καταλόγου παραδεκτών εγγράφων στη βάση της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.2243/2005, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Θ’.
(15) Κατά ή περί την 31.03.08 ο αποβιώσαντας μεταβίβασε δια δωρεάς στο όνομα του Θεόδωρου Κουνίδη ολόκληρα μερίδια του επί των 2 ακινήτων που περιγράφονται στην §15 του καταλόγου παραδεκτών εγγράφων στη βάση της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ.541/2008, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘Ι’.
(16) Κατά το έτος 2005 ο αποβιώσαντας κατάρτισε συμφωνία με τον σύζυγο της Κυριακούς Κουνίδη, Γιώργο Κούππα, με την οποίαν του παραχωρούσε όλα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας που απέρρεαν από το πρατήριο καυσίμων ΕΚΟ στην Πόλη Χρυσοχούς της Επαρχίας Πάφου (αντίγραφο του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 31.03.05 επισυνάπτεται ως Παράρτημα ‘ΙΑ’).
Εναρκτήριες Αγορεύσεις:
Οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε εναρκτήριες αγορεύσεις. Μέσα από αυτές αναφέρθηκαν η βάση απαίτησης που ο Ενάγοντας θα προωθήσει καθώς επίσης η γραμμή υπεράσπισης που οι Εναγόμενοι θα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν τα επίδικα νομικά και πραγματικά θέματα που θα εξεταστούν από το Δικαστήριο και οι εκδοχές των διαδίκων σε σχέση με την απαίτηση υπό το φως των υπερασπίσεων.
Αν κάποιος επέλεγε τα σημαντικά μέρη από την προφορική εναρκτήρια αγόρευση του συνηγόρου του Ενάγοντα, αυτά είναι τα εξής:
- Η αξίωση του Ενάγοντα αφορά, μεταξύ άλλων, ακύρωση των μεταβιβαστικών πράξεων 23 ακινήτων προς τους Εναγομένους 1, 2 & 3 που έγιναν το έτος 2014 εν γνώσει και σε συνεργασία όλων των Εναγόντων επειδή είναι δόλιες και έγιναν χωρίς την ελεύθερη βούληση του αποβιώσαντα, βασιζόμενες σε πλαστογραφημένο πληρεξούσιο έγγραφο.
- Ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία τον κατέστησαν κλινήρη, αδύναμο και πνευματικά ανίκανο να αυτοεξυπηρετείται και να διαχειρίζεται την περιουσία του.
- Δεν ήταν βούληση του αποβιώσαντα να δωρίσει το σύνολο ή μέρος της ακίνητης περιουσίας του σε ένα από τα παιδιά του αφήνοντας τα υπόλοιπα τέκνα του χωρίς τη νόμιμη μοίρα τους.
- Ουδέποτε ήταν επιθυμία του αποβιώσαντα να καταστήσει την Εναγόμενη 1 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του.
- Οι Εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους και αφού κατάρτισαν πληρεξούσιο έγγραφο απέσπασαν 23 ακίνητα του αποβιώσαντα χωρίς να τον ενημερώσουν.
- Πέραν και ανεξαρτήτως της θέσης ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν πλαστό, ο αποβιώσαντας δεν μπορούσε να θέσει την υπογραφή του σ’ αυτό το έγγραφο.
Στρεφόμενος στους Εναγομένους 1-3, έχω εντοπίσει τα σημαντικά σημεία από την προφορική εναρκτήρια αγόρευση του συνηγόρου τους, τα οποία συνοψίζω πιο κάτω:
- Ο Ενάγοντας κατασκευάζει μία υπόθεση για να αλλάξει εκείνο που συνειδητά επιθυμούσε ο αποβιώσαντας πατέρας του.
- Ο Ενάγοντας βρισκόταν σε σύγκρουση με τον αποβιώσαντα τουλάχιστον τα τελευταία 8 χρόνια.
- Ο Ενάγοντας δεν επισκεπτόταν τον αποβιώσαντα και ούτε γνώριζε τι έκαμνε.
- Ο αποβιώσαντας είχε πλήρη διαύγεια και μέχρι το τέλος της ζωής του ασχολείτο με εργασίες, υπέγραφε έγγραφα και συναλλασσόταν.
- Το πληρεξούσιο έγγραφο δεν είναι πλαστό.
Ο Εναγόμενος 4 στη δική του προφορική εναρκτήρια αγόρευση που ήταν σύντομη και παρουσίασε ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου επειδή μέχρι τότε εκπροσωπούσε τον εαυτό του ανάφερε ότι:
- Ήταν αυτός που πιστοποίησε την υπογραφή του αποβιώσαντα ως πιστοποιών υπάλληλος που τότε ήταν.
- Ήταν αυτός που έλεγξε την ταυτότητα του αποβιώσαντα και όταν βεβαιώθηκε του έδειξε που να υπογράψει, πράγμα που αυτός έπραξε.
Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο αφού το πλήρες περιεχόμενο τους είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Κατά την εξέταση των επιδίκων νομικών και πραγματικών ζητημάτων εκεί και όπου κριθεί ότι απαιτείται θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά.
Προσαχθείσα Μαρτυρία:
Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας κλήτευσε πέντε (5) μάρτυρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο ίδιος. Προς υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1-4 παρουσίασαν εφτά (7) μάρτυρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο Εναγόμενος 4.
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 24 τεκμήρια.
Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου.
Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο ίδιος (ΜΕ1), του οποίου η κυρίως εξέταση αποτελείται από γραπτή δήλωση του, η οποία παρουσιάστηκε ως Ένδειξη ‘Α’, το περιεχόμενο της οποίας ο μάρτυρας υιοθέτησε. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της, ο μάρτυρας παρέπεμψε σε έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. Ακολούθησε η αντεξέταση του από τον συνήγορο των Εναγομένων 1-3. Ο Εναγόμενος 4, ο οποίος μέχρι τότε εκπροσωπούσε τον εαυτό του, απλά υιοθέτησε το περιεχόμενο της αντεξέτασης από τον συνήγορο των Εναγομένων 1-3.
Στην μαρτυρία του ο ΜΕ1 ανάφερε ότι η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα «κατέστη φθίνουσα» από το έτος 2009 που υπεβλήθηκε σε εγχείρηση στον αυχένα. Επειδή τότε οι κινήσεις του περιορίστηκαν και δυσκολευόταν πολύ στην καθημερινότητα, ο αποβιώσαντας χρησιμοποιούσε αναπηρικό καροτσάκι. Τότε που το απέκτησε μπορούσε και ομιλούσε. Συγκεκριμένα ο αποβιώσαντας διέθετε ένα τροχοκάθισμα που λειτουργούσε με ρεύμα και ένα που ήταν χειροκίνητο.
Ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ειδικότερα είχε καρκίνο στην ουροδόχο κύστη και στους πνεύμονες, διόγκωση καρωτίδων, ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής και υποθυρεοειδισμό. Μετά το έτος 2012 ο αποβιώσαντας απώλεσε την ικανότητα του να επικοινωνεί με άλλα άτομα και να ομιλεί καθαρά και κατανοητά. Παράλληλα είχε μειωμένη έως καθόλου διαύγεια καθώς επίσης δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίζει πρόσωπα και τους οικείους του. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, τα προβλήματα αυτά κατέστησαν το αποβιώσαντα ανίκανο να αυτοεξυπηρετείται με αποτέλεσμα να προσληφθεί οικιακή βοηθός, η οποία τον φρόντιζε επί 24ώρου βάσεως μέχρι το θάνατο του. Ήταν αυτή επίσης που ετοίμαζε λίστα με τα τρόφιμα που χρειαζόταν, τα οποία έρχονταν στην οικία με υπηρεσίες παράδοσης (delivery services). Ακόμη ήταν αυτή που τον μετακινούσε με το χειροκίνητο τροχοκάθισμα.
Το έτος 2012 ο αποβιώσαντας πήγαινε ορισμένες βόλτες με το τροχοκάθισμα αλλά σιγά-σιγά παρέμεινε στο κρεβάτι. Ο ΜΕ1 δεν γνωρίζει πότε ακριβώς ο αποβιώσαντας βρέθηκε μόνιμα στο κρεβάτι αλλά είπε ότι η τελευταία φορά που τον είδε στο τροχοκάθισμα ήταν το έτος 2013. Αναφερόμενος σε ένα περιστατικό που σύμφωνα με τον ΜΕ1 αποτυπώνει την κατάσταση του αποβιώσαντα την περίοδο 2013-2014, ο μάρτυρας ανάφερε ότι τότε κουρέας του αποβιώσαντα ήταν κάποιος Κώστας Ψαρόπουλος, ο οποίος ερχόταν στην οικία του αποβιώσαντα. Μία φορά όμως ενώ τον περιποιείτο όταν τον «είχε στήσει στο κρεβάτι», ο αποβιώσαντας έπεσε στο έδαφος με αποτέλεσμα να έλθει και να τον σηκώσει ο ΜΕ1. Επί τούτου ο ΜΕ1 ήθελε να επικαλεστεί τη μαρτυρία του Ψαρόπουλου αλλά άφησε αιχμές ότι του ασκήθηκαν πιέσεις για να μην το πράξει, ως αποτέλεσμα των οποίων ο ίδιος φοβόταν να προσέλθει στο Δικαστήριο ως μάρτυρας, πράγμα που του το είπε ο Ψαρόπουλος.
Ο ΜΕ1 απέκλεισε το ενδεχόμενο ο αποβιώσαντας να εξέδιδε επιταγές μέχρι το τέλος της ζωής του, δηλαδή πολύ μετά την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο ΜΕ1 άφησε αιχμές εναντίον της Εναγομένης 2 ότι η ίδια πλαστογραφούσε επιταγές για συναλλαγές του αποβιώσαντα όταν αυτός βρισκόταν στη ζωή.
Στρεφόμενος στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, ο ΜΕ1 ανάφερε ότι τον Ιανουάριο 2016, ενεργώντας ως διαχειριστής και στα πλαίσια των σκοπών της διαχείρισης αρ. 7/16 του Ε.Δ. Πάφου, αιτήθηκε την έκδοση πιστοποιητικού έρευνας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου αναφορικά με τα εγγεγραμμένα ακίνητα εις το όνομα του αποβιώσαντα, ώστε να προβεί σε απογραφή τους. Στις 13.01.16 που εκδόθηκε το εν λόγω πιστοποιητικό διαπίστωσε για πρώτη φορά ότι τα 23 επίμαχα ακίνητα είχαν μεταβιβαστεί στους Εναγομένους 2 και 3 με τη χρήση του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο αποβιώσαντας είχε γνωστό του πιστοποιούντα υπάλληλο που διέμενε στο Γουδί καθώς επίσης είχε πιστοποιών υπάλληλο που ήταν κουμπάρος του, τις υπηρεσίες των οποίων θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εάν το επιθυμούσε και μπορούσε σωματικά και πνευματικά. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας πρόσθεσε, ο αποβιώσαντας δεν είχε την ανάγκη και ούτε χρειαζόταν τις υπηρεσίες ενός άγνωστου προσώπου που ενεργούσε μακριά από τον τόπο διαμονής του αποβιώσαντα.
Σε ότι αφορά το πληρεξούσιο έγγραφο, ο ΜΕ1 είπε ότι προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία πως επρόκειτο για πλαστογραφημένο, πλην όμως ουδέποτε έλαβε απάντηση. Ο μάρτυρας άφησε αιχμές εναντίον συγκεκριμένου υπαστυνόμου λέγοντας ότι ήταν συμμαθητής της αδελφής του (Εναγόμενη 1) υπαινισσόμενος ότι η υπόθεση αποσιωπήθηκε ένεκα αυτής της σχέσης.
Ο μάρτυρας ακόμη ανάφερε ότι ο αποβιώσαντας ουδέποτε υπέγραφε ολογράφως και ότι σε κάθε περίπτωση δεν ήταν σε θέση να ανασηκώσει το χέρι του, ούτε να κρατήσει πένα αλλά ούτε καν να σκουπίσει το δάκρυ του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η ολογράφως υπογραφή του αποβιώσαντα έγινε από άλλους και όχι από τον ίδιο. Παράλληλα απέρριψε τη θέση των Εναγομένων που του υπεβλήθηκε από τον συνήγορο τους ότι ο αποβιώσαντας υπέγραψε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο επειδή ήταν επιθυμία του.
Ο μάρτυρας άφησε επίσης αιχμές για την οικιακή βοηθό λέγοντας πως ήταν «κολλητή με την Εναγομένη 1», την οποίαν ενημέρωνε για τι ακριβώς συνέβαινε στην οικία του αποβιώσαντα. Όπως είπε, η οικιακή βοηθός είχε οδηγίες από την Εναγόμενη 1 να ελέγχει και να την πληροφορεί, από την οποίαν χρηματιζόταν. Ακόμη είπε ότι λίγο πριν αποχωρήσει, η οικιακή βοηθός του απολογήθηκε για μαρτυρία που έδωσε στην αστυνομία, χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες.
Αναφερόμενος στις σχέσεις του με τον αποβιώσαντα πατέρα του ο ΜΕ1 δεν είχε πρόβλημα μαζί του. Στο παρελθόν διαφώνησε μαζί του όταν ο ΜΕ1 έγινε μάρτυρας του Ιεχωβά αλλά έληξαν το έτος 1986 και στην πορεία του έδειξε ότι δεν είχε πικρία όταν του μεταβίβασε το οικόπεδο που βρίσκεται πάνω από το δικό του δίδοντας του επιπρόσθετα €12.000, ποσό το οποίο ο μάρτυρας χρησιμοποίησε σε εργασίες ανέγερσης της οικίας του. Ο ΜΕ1 επισκεπτόταν καθημερινά τον αποβιώσαντα και ήταν αυτός που συντηρούσε τα περβόλια του πατέρα του. Ήταν «πάρα πολύ κοντά του». Περαιτέρω απέρριψε τη θέση των Εναγομένων που του υπεβλήθηκε από τον συνήγορο τους κατά την αντεξέταση του ότι επέδειξε ενδιαφέρον για τον πατέρα του μετά που αυτός απεβίωσε προκειμένου να βρίσκεται κοντά στην περιουσία του.
Αντίθετα, ο ΜΕ1 είπε ότι δεν διατηρούσε καμία σχέση με την Εναγόμενη 1 (αδελφή του).
Προς υποστήριξη των πιο πάνω, ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 1-8 τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα, ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 04.0316, αλληλογραφία των δικηγόρων του και το πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 13.01.16 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, στο οποίο έκανε αναφορά προηγουμένως.
ΜΕ2 ήταν ο Μάριος Μαρκίδης, ο οποίος εργάζεται ως γραφολόγος. Από το 1990 μέχρι το 2013 που αφυπηρέτησε βρισκόταν στην υπηρεσία της αστυνομίας. Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στο αστυνομικό σώμα υπήρξε υπεύθυνος και έπειτα διευθυντής του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Από το 2013 και έκτοτε καλείται να εξετάσει υποθέσεις που αφορούν ισχυρισμό πλαστογραφίας. Μέχρι τη στιγμή της ένορκης κατάθεσης του στο παρόν Δικαστήριο (24.02.25), εξέτασε πέραν των 10.000 υποθέσεων πλαστογραφίας και κλήθηκε εκατοντάδες φορές σε Δικαστήριο ως γραφολόγος τόσο σε ποινικές υποθέσεις όσο και σε αστικές υποθέσεις που ενείχαν ζητήματα πλαστογραφίας εγγράφων.
Η μαρτυρία του ήταν εξ’ ολοκλήρου προφορική. Ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 1-3. Ο δε Εναγόμενος 4, ο οποίος μέχρι τότε εκπροσωπούσε τον εαυτό του, απλά υιοθέτησε το περιεχόμενο της αντεξέτασης από τον συνήγορο των Εναγομένων 1-3.
Μέσα από την μαρτυρία του, ο ΜΕ2 ανάφερε ότι στις 05.10.23 έλαβε εντολή από τον Ενάγοντα να διενεργήσει γραφολογική έρευνα και να ετοιμάσει έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης. Αντικείμενο ήταν η γραφολογική εξέταση της υπογραφής που αποδίδεται στον αποβιώσαντα και παρουσιάζεται στο πρωτότυπο επίμαχο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 29.01.14 και η σύγκριση της με 23 δείγματα υπογραφής του αποβιώσαντα με απώτερο σκοπό η γνωμοδότηση κατά πόσο η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι ή όχι γνήσια. Στα πλαίσια υλοποίησης της εντολής που έλαβε ετοίμασε σχετικό πόρισμα ημερ. 12.10.24, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10.
Με βάση το περιεχόμενο του πορίσματος, τα 23 δείγματα καλύπτουν περίοδο 14 ετών περίπου, ήτοι από το 1994 μέχρι και το 2008. Όλα τα δείγματα είναι πρωτότυπα, ανύποπτου χρόνου και απεικονίζονται με μεγάλη ευκρίνεια. Η υπογραφική τους χάραξη χαρακτηρίζεται από φυσικότητα και αυθορμητισμό, χωρίς ρυθμική αστάθεια, μορφολογικές αντιφάσεις ή έλλειψη σταθερότητας. Ποσοτικά τα δείγματα αυτά είναι επαρκή και ποιοτικά είναι κατάλληλα για γραφολογική σύγκριση. Κατά τον μάρτυρα, τα δείγματα αυτά παρουσιάζουν κοινό συνδυασμό ομοιοτήτων και σε συνάρτηση με το στοιχείο της επανάληψης προσδίδουν μία έντονη ατομικότητα στις υπογραφές του αποβιώσαντα. Όπως αναφέρεται, ο μάρτυρας χρησιμοποίησε τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο η οποία αναγνωρίζεται από την επιστήμη της γραφολογίας αφού είναι διαπιστευμένη βάση του ISO 17025.
Ο ΜΕ2 ανάφερε ότι είχε την ευκαιρία να εξετάσει την υπογραφή σε 7 επιταγές της ΣΠΕ Περιφέρειας Πόλυς Χρυσοχούς (Τεκμήρια 11(1) – 11(7)), τις οποίες όμως δεν συμπεριέλαβε στο πόρισμα του επειδή συγκρινόμενες μεταξύ τους παρουσιάζουν έντονη γραφολογικής ασυνέπεια στα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι οι εν λόγω επιταγές εμφανίζουν 4 διαφορετικούς τύπους υπογραφής, στην έκδοση των οποίων εμπλέκονται πέραν τους ενός προσώπου. Στην πρώτη ομάδα οι υπογραφές στις επιταγές ημερ. 08.05.13, 05.06.13 (πρώτη) για το ποσό των €400, 13.06.13 και 08.07.13 έχουν την ίδια μορφή. Στη δεύτερη ομάδα ανήκει η υπογραφή στην επιταγή ημερ. 20.05.13 για το ποσό των €550, η οποία έχει διαφορετική μορφή και τεχνική σχηματισμού. Στην τρίτη ομάδα η υπογραφή στη δεύτερη επιταγή ημερ. 20.05.13 για το ποσό των €800 διαθέτει ξεχωριστή μορφή ενώ στην τέταρτη ομάδα η δεύτερη επιταγή ημερ. 05.06.13 για το ποσό των €600 συνιστά ξεχωριστή μορφή μόνη της. Προβάλλοντας ως παράδειγμα τις δύο επιταγές ημερ. 05.06.13, ο ΜΕ2 ανάφερε ότι η επιταγή ημερ. 05.06.13 για ποσό €600 σχηματίζεται με ακανόνιστες γραφικές κινήσεις, ενώ η δεύτερη επιταγή ιδίας ημερομηνίας ποσού €400 που έχει τον επόμενο αύξοντα αριθμό και εκδόθηκε την ίδια ημέρα είναι γραμμένη ολοκάθαρα με πλήρη σχηματισμό μιας υπογραφής, η οποία σχηματίζεται με δύο ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις, χωρίς έτσι οι δύο επιταγές της ιδίας ημερομηνίας να έχουν γραφολογική σχέση μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ένας γραφολόγος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το εν λόγω γραφολογικό υλικό για σκοπούς σύγκρισης και να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα επειδή παρουσιάζεται γραφολογικά ασυνεπές.
Επιπλέον, ως ο μάρτυρας ανάφερε, εντόπισε γραφολογική ασυνέπεια σε άλλες 3 επιταγές της ΣΠΕ Περιφέρειας Πόλυς Χρυσοχός ημερ. 07.07.14, 27.10.14 και 21.12.14. Μέσα από συγκριτικό πίνακα που ετοίμασε (Τεκμήριο 12), ο μάρτυρας υπέδειξε ότι οι εν λόγω 3 επιταγές φαίνεται να έχουν τον ίδιο σχηματισμό και την ίδια τεχνική με την πρώτη ομάδα των άλλων 7 επιταγών, για τις οποίες έγινε αναφορά αμέσως πιο πάνω.
Επομένως για σκοπούς ετοιμασίας του πορίσματος, ο μάρτυρας εξέτασε την αμφισβητούμενη υπογραφή σε συνδυασμό με τη σύγκριση της με τα 23 δείγματα που είχε λάβει. Ο ΜΕ2 εξέτασε την αμφισβητούμενη υπογραφή όχι μόνο με γυμνό μάτι αλλά και με μικροσκόπιο.
Μέσα από την εξέταση ο μάρτυρας εντόπισε 4 αδικαιολόγητα σταματήματα στην αμφισβητούμενη υπογραφή, τα οποία σημειώνει με κόκκινα βέλη στο πόρισμα (σελ. 13 Τεκμηρίου 10). Για την καλύτερη υπόδειξη αυτών των σταματημάτων που επικαλείται, ο ΜΕ2 προέβηκε σε μεγέθυνση της αμφισβητούμενης υπογραφής αλλά και της απεικόνισης «Χρίστος Κουνίδης» από το πρωτότυπο του επίδικου γενικού πληρεξουσίου εγγράφου. Η εν λόγω μεγέθυνση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι τα αδικαιολόγητα σταματήματα δεν οφείλονται στο γραφικό μέσο που είναι στυλό υγρής μελάνης, δηλαδή στην πίεση που ασκείται στη πένα με το γράψιμο, επειδή αν ήταν έτσι θα εντοπίζονταν κατά παρόμοιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό και στη γραφή συμπλήρωσης η οποία έγινε με το ίδιο γραφικό μέσο. Η εμφάνιση τελείας σημαίνει, κατά τον μάρτυρα, σταμάτημα έστω στιγμιαίο από το πρόσωπο που υπογράφει. Δείχνει στιγμιαία διστακτικότητα από το πρόσωπο αυτό. Αδικαιολόγητα σταματήματα ο ΜΕ2 διαπιστώνει και στην απεικόνιση «Χρίστος Κουνίδης» που δεν κλήθηκε να εξετάσει.
Όπως ο μάρτυρας είπε, η τοποθέτηση μιας γνήσιας υπογραφής γίνεται αυτόματα και μηχανικά χωρίς σκέψη από το πρόσωπο που την τοποθετεί. Όταν όμως το πρόσωπο προσπαθεί να αντιγράψει την υπογραφή κάποιου άλλου, σίγουρα σε κάποια σημεία θα δημιουργήσει μια διστακτικότητα για να δει ποια πορεία θα ακολουθήσει και ακριβώς σε εκείνα τα σημεία φαίνεται στην ποιότητα χάραξης η διστακτικότητα με την τελεία υπό την μορφή περισσότερου μελανιού. Με βάση τα λεγόμενα του μάρτυρα, η διστακτικότητα αποτυπώνεται με στιγμιαία διακοπή της πορείας του γραφικού μέσου.
Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση των Εναγομένων 1-3 ότι υπάρχει το σημείο στίξης «οξεία» πάνω από την απεικόνιση «Χρίστος Κουνίδης» επειδή δεν πρόκειται για γραφή ονόματος αλλά για γραφική παράσταση στην οποίαν δεν δικαιολογείται η χρήση της «οξείας». Είναι ακόμη η θέση του μάρτυρα ότι σε κάθε περίπτωση εάν κάποιος βλέπει κάτι αυτό είναι «περισπωμένη» στη λήγουσα, στοιχείο που δεν συνάδει.
Μέσα από το πόρισμα του ο ΜΕ2 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απεικόνιση «Χρίστος Κουνίδης» και η αμφισβητούμενη υπογραφή του δημιουργούν την ισχυρή πεποίθηση ότι γράφτηκαν με το ίδιο γραφικό μέσο κατά τον ίδιο χρόνο και λογικά από το ίδιο άτομο. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή «δεν χαρακτηρίζεται από φυσικότητα και αυθορμητισμό» αλλά «παρουσιάζει έντονα στοιχεία μορφολογικών αντιφάσεων και αδικαιολόγητα σταματήματα του γραφικού οργάνου». Με βάση τα γραφολογικά του ευρήματα, ο μάρτυρας κρίνει ότι το άτομο αυτό που τοποθέτησε την αμφισβητούμενη υπογραφή επί του επίμαχου γενικού πληρεξουσίου εγγράφου δεν είναι ο αποβιώσαντας. Επομένως ο μάρτυρας σημειώνει ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια.
Μία από τις θυγατέρες του αποβιώσαντα και συνάμα αδελφή του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1, η Κυριακή Κουνίδου-Κούππα, ήταν η επόμενη μάρτυρας που προσήλθε στο Δικαστήριο (ΜΕ3). Ουσιαστικά η κυρίως εξέταση της αποτελείται από γραπτή δήλωση της, η οποία κατατέθηκε ως Ένδειξη ‘Β’. Στην ένορκη μαρτυρία της η μάρτυρας, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της Ένδειξης ‘Β’, απάντησε σε ορισμένες ερωτήσεις με τις οποίες συμπληρώθηκε η κυρίως εξέταση της. Ακολούθησε η αντεξέταση της από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 1-3, ενώ ο Εναγόμενος 4, ο οποίος μέχρι τότε εξακολουθούσε να εκπροσωπεί τον εαυτό του, απλά υιοθέτησε το περιεχόμενο της αντεξέτασης του κυρίου Κορακίδη.
Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΕ3 μπορεί να λεχθεί η αναφορά της ότι για τις επίδικες μεταβιβάσεις των ακινήτων η ίδια ενημερώθηκε μετά από έρευνα του Ενάγοντα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στα πλαίσια απογραφής των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντα υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας που ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε καθώς και στην κατάσταση της υγείας του κατά τον ουσιώδη χρόνο από τη δική της σκοπιά αντίληψης, τα οποία είχε περιγράψει και ο ΜΕ1 στη δική του μαρτυρία.
Σύμφωνα ακόμη με την ΜΕ3, όταν η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα επιδεινώθηκε αλλά προτού αυτός καθηλωθεί στο κρεβάτι, του αγόρασαν αναπηρικά αμαξίδια προκειμένου να μετακινείται εντός και εκτός της οικίας του. Το έτος 2009 ο αποβιώσαντας υπεβλήθηκε σε εγχείρηση αυχένα. Τότε ήταν που ο αποβιώσαντας οδήγησε για τελευταία φορά. Μετά από την εγχείρηση ο αποβιώσαντας μπορούσε κάπως να περπατήσει αλλά με τη βοήθεια άλλου προσώπου που τον κρατούσε. Επειδή αυτό δεν ήταν εύκολο, ο αποβιώσαντας σταδιακά έπεφτε στο κρεβάτι. Το έτος 2011 ο αποβιώσαντας σταμάτησε να καπνίζει επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει το τσιγάρο στα δάχτυλα του. Τα άκρα των χεριών του είχαν αδυνατίσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να κρατήσει το φλιτζάνι του καφέ. Μετά το 2013 πιθανό να μην χρησιμοποιήθηκε ποτέ τέτοιο αμαξίδιο αφού ο αποβιώσαντας τα τελευταία δύο χρόνια δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον (δεν μιλούσε και δεν είχε αντίληψη).
Τα προηγούμενα χρόνια ο αποβιώσαντας προσπαθούσε να διαμοιράσει την περιουσία του σε όλους, την οποίαν απέκτησε επειδή τα παιδιά του δούλευαν στα χωράφια βοηθώντας τον στις αγροτικές δουλειές. Επειδή στην Εναγόμενη 1 είχε μεταβιβάσει ακίνητα στο παρελθόν και της είχε δώσει και χρήματα για να λειτουργήσει εστιατόριο στην Κάτω Πάφο, δεν σκόπευε να της μεταβιβάσει άλλη ακίνητη περιουσία, πράγμα που της το είπε στην παρουσία της ΜΕ3. Λόγω όμως των προβλημάτων υγείας του αποβιώσαντα, το έργο της διανομής δεν κατέστη δυνατό.
Όπως η ΜΕ3 είπε, η ίδια ήταν αυτή που βασικά φρόντιζε και περιποιείτο τον αποβιώσαντα μέχρι να έλθει οικιακή βοηθός. Η ΜΕ3 άρχιζε να φροντίζει και να περιποιείται τον αποβιώσαντα όταν απεβίωσε η μητέρα της. Σε κάποια στιγμή ήλθε για 1-2 χρόνια μία οικιακή βοηθός. Παρόλα αυτά η ΜΕ3 μετέβαινε κάποιες φορές στην οικία του αποβιώσαντα στο Γουδί. Η ίδια οδηγούσε και είχε σπίτι στο Γουδί. Ουδέποτε όμως η Εναγόμενη 1 επιχείρησε να φροντίσει και να περιποιηθεί τον αποβιώσαντα αφού διέμενε στην Πάφο και δεν οδηγούσε. Οι επισκέψεις της Εναγομένης 1 στον πατέρας της αυξήθηκαν 3 χρόνια πριν από τον θάνατο του.
Μέχρι που ήλθε η Ίνγκα και αντικατέστησε την προηγούμενη οικιακή βοηθό. Την Ίνγκα την έφερε η Εναγόμενη 1 και μέχρι τότε η πρώτη εργαζόταν στο εστιατόριο της δεύτερης. Η Ίνγκα φρόντιζε τον αποβιώσαντα επί 24ώρου βάσεως. Ειδικότερα, ανάμεσα σ’ άλλα, τον καθάριζε, τον περιποιείτο, τον μετακινούσε με το καροτσάκι και του έκοβε τα νύχια. Περί τη λήξη της συνεργασίας τους, η Ίνγκα ήλθε σε επαφή μαζί της ΜΕ3 στην οποίαν αποκάλυψε ότι ενόσω φρόντιζε τον αποβιώσαντα είχε οδηγίες από την Εναγόμενη 1 να την ενημερώνει καθημερινά για το ποιος ερχόταν να επισκεφτεί τον αποβιώσαντα, περιλαμβανομένου των παιδιών και εγγονιών του. Μάλιστα της απολογήθηκε για μία ένορκη δήλωση που έκανε στην οποίαν είχε αναφέρει ότι δεν γνώριζε τον Ενάγοντα και ότι ούτε η ΜΕ3 αλλά ούτε ο Ενάγοντας φρόντιζαν τον αποβιώσαντα. Όπως η Ίνγκα της αποκάλυψε, αναγκάστηκε από την Εναγόμενη 1 να το πράξει η οποία την εκβίασε επειδή βρισκόταν υπό παράνομο καθεστώς στην Κύπρο.
Περί το έτος 2020 περιήλθε εις γνώση της ΜΕ3 ότι η Εναγόμενη 1 και ο σύζυγος της βρίσκονταν σε δεινή οικονομική θέση. Επίσης γνώριζε ότι είχαν αρκετά χρέη, ένεκα των οποίων το εστιατόριο της έπαυσε να λειτουργεί και περιήλθε στην κατοχή τραπεζικού οργανισμού ενώ αρκετά ακίνητα της έχουν πωληθεί. Προς υποστήριξη της θέσης της η μάρτυρας ανάφερε ένα παράδειγμα που άτομο το οποίο κατονόμασε αγόρασε από τραπεζικό οργανισμό ακίνητο που σύμφωνα με την ΜΕ3 αρχικά ανήκε στην Εναγόμενη 1.
Σε ότι αφορά την εμπλοκή του Εναγομένου 4 στην υπόθεση αυτή, η ΜΕ3 ασπάζεται τη θέση του Ενάγοντα που ανάφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας του.
Αναφερόμενη σε προηγούμενη συμπεριφορά της Εναγομένης 1, η ΜΕ3 επικαλέστηκε περίπτωση στην οποίαν η αδελφή της (Εναγόμενη 1) προσπάθησε να μεταβιβάσει στο όνομα της ακίνητο που της ανήκε παρουσιάζοντας έγγραφο (επιστολή ημερ. 20.12.05 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου) που εμφάνιζε την υπογραφή της κάτω από τη φράση «Μετά τιμής» (Τεκμήριο 14), η οποία όμως δεν ήταν δική της αφού την περίοδο που φέρεται να το υπέγραψε βρισκόταν στο εξωτερικό. Μάλιστα, όπως η ΜΕ3 συμπλήρωσε, η διεύθυνση και η σταθερή γραμμή τηλεφώνου που σημειώνονται κάτω από το ολογράφως όνομα της στο Τεκμήριο 14 ανήκουν στην Εναγόμενη 1 ενώ ο αριθμός κινητού τηλεφώνου που επίσης αναγράφεται ανήκει στο σύζυγο της Εναγομένης 1. Η ΜΕ3 αντιλήφθηκε την ενέργεια της αδελφής της όταν την ενημέρωσε φιλικό της πρόσωπο που εργαζόταν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Η ΜΕ3 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε συμφωνήσει με την Εναγόμενη 1 να της παραχωρήσει το συγκεκριμένο τεμάχιο. Αντίθετα, όπως είπε, σε συζήτηση που είχε με την Εναγόμενη 1 για το θέμα αυτό, η ίδια το παραδέχτηκε στον αδελφό του πατέρα τους που αυτός το είπε στην ΜΕ3 αλλά και η ίδια η Εναγόμενη 1 ομολόγησε την πράξη της στην ΜΕ3, η οποία την συγχώρεσε όταν της είπε ότι δεν το ξαναέκανε.
Περαιτέρω στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας της η ΜΕ3 αναγνώρισε τον αποβιώσαντα από την έγχρωμη φωτογραφία στη σελίδα 351 του βιβλίου «Ο τελευταίος δραπέτης» (Τεκμήριο 15), που υπέδειξε ως το άτομο στα δεξιά της εν λόγω φωτογραφίας. Καταλήγοντας η μάρτυρας απέρριψε τη θέση των Εναγομένων που της υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση της ότι ο αποβιώσαντας υπέγραψε το επίδικο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο εν γνώσει του και με πλήρη συνείδηση.
Η Δρ. Μαρία Βασιλειάδου (ΜΕ4), ήταν η μάρτυρας που ακολούθησε. Ασκεί το επάγγελμα του ιατρού παθολόγου από το έτος 1983. Το έτος εκείνο εργάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Από τον Σεπτέμβριο του 1983 ιδιώτευσε στην Πόλυ Χρυσοχούς λειτουργώντας το δικό της ιατρείο. Αυτό διήρκεσε μέχρι το έτος 2008 που κλήθηκε στο Νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς, στο οποίο εργάστηκε μέχρι το έτος 2019. Από το 2019 και μέχρι την εμφάνισης της στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή (18.03.25), εργάζεται ως ιδιώτης ιατρός παθολόγος στο Γ.Ε.Σ.Υ.
Η κυρίως εξέταση της συνίσταται από προφορική μαρτυρία. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των Εναγομένων 1-3. Ο Εναγόμενος 4, ο οποίος μέχρι τότε εξακολουθούσε να εκπροσωπεί τον εαυτό του, περιορίστηκε στο να υιοθετήσει το περιεχόμενο της αντεξέτασης του συνηγόρου των υπολοίπων Εναγομένων.
Μέσα από την μαρτυρία της η ΜΕ4 αναφέρει ότι τον αποβιώσαντα τον γνωρίζει ως άτομο από τότε που αυτός ήταν 12 ετών ενώ υπήρξε ασθενής της μετά το έτος 1983 όπου διετέλεσε προσωπικός ιατρός του μέχρι το έτος 2008. Μέχρι τότε ο αποβιώσαντας ήταν υγιής. Την περίοδο εκείνη όμως ο αποβιώσαντας αρρώστησε με μακροαιματουρία, τη θεραπεία της οποίας ανέλαβαν ουρολόγοι. Μετά έτυχε να τον δει στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Πόλεως Χρυσοχούς αλλά δεν θυμάται πότε. Παρόλα αυτά η μάρτυρας έβλεπε τον αποβιώσαντα στην οικία του στο Γουδί όταν την καλούσε ο γαμπρός του Νίκος Σπύρου στην περίοδο 2010-2013. Τον επισκέφθηκε αρκετές φορές.
Το έτος 2010 ο αποβιώσαντας είχε συχνές ουρολοιμώξεις, πυρετούς, ρίγη και αναιμία-χαμηλή αιμοσφαιρίνη, πνευμονία, λοίμωξη αναπνευστικού. Βρισκόταν καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι και σκεπασμένος με κουβέρτα. Το περιποιείτο η οικιακή βοηθός. Δεν το είδε να περπατά, να τρώει, να πίνει ή να καπνίζει. Η μάρτυρας εξέταζε τη θερμοκρασία του όταν είχε πυρετό, την πίεση και το οξυγόνο του. Από το 2012 ουδείς μπορούσε ν καταλάβει τι έλεγε ο αποβιώσαντας όταν προσπαθούσε να μιλήσει. Η ίδια δεν μπορούσε να αντιληφθεί αν ο αποβιώσαντας την αναγνώριζε και ούτε αν αυτός είχε αντίληψη της πραγματικότητας επειδή δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε. Η φωνή του ήταν δυσνόητη. Με την πάροδο του χρόνου και ειδικότερα μετά το έτος 2013 η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα επιδεινώθηκε.
Η ΜΕ4 κατέθεσε γραπτή βεβαίωση ημερ. 23.02.16 στην οποίαν αναφέρει πολύ συνοπτικά τα πιο πάνω που έχουν αναφερθεί (Τεκμήριο 16).
Περιγράφοντας τα προβλήματα του αποβιώσαντα σε συνδυασμό με σχολιασμό του περιεχομένου του ιατρικού φακέλου του (Τεκμήριο 1), η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι αυτός διαγνώστηκε με:
· κακοήθεις πολύποδες στην ουροδόχο κύστη,
· υποθυρεοειδισμό – λάμβανε θυροξίνη,
· κακοήθη υπέρταση,
· χαμηλή αιμοσφαιρίνη λόγω των αιμορραγιών που είχε από την ουροδόχο κύστη,
· ζημιές στα κάτω άκρα του λόγω επισκληρίδιας νάρκωσης που χρησιμοποιήθηκε για τον καθαρισμό της ουροδόχος κύστης,
· πάρκινσον,
· εκφυλιστικές αλλοιώσεις στον αυχένα, ως αποτέλεσμα των οποίων υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση το έτος 2009,
· πρόβλημα στο περιφερειακό νευρικό σύστημα έχοντας υπόψη ότι επηρεάστηκαν τα κάτω δύο άκρα του καθώς επίσης η φωνή του, ένεκα της χειρουργικής επέμβασης που υπεβλήθηκε το έτος 2009.
Τελευταίος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο Δρ. Αγαμέμνων Αργυρού (ΜΕ5), ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του ιατρού καρδιολόγου. Ο συγκεκριμένος ιατρός σπούδασε στη Γερμανία και στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα έκανε και την ειδικότητα του, στην οποίαν εργάστηκε περίπου για 18 χρόνια. Ακολούθως την περίοδο 2011-2016 εργάστηκε στο Νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς και έπειτα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Από το έτος 2000 είναι ιδιώτης ιατρός στην Ιδιωτική Κλινική «Ευαγγελισμός» στην Πάφο.
Η κυρίως εξέταση του ήταν μέσα από ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 1-3. Ο Εναγόμενος 4, ο οποίος μέχρι τότε εξακολουθούσε να εκπροσωπεί τον εαυτό του, απλά υιοθέτησε την αντεξέταση του κυρίου Κορακίδη.
Στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του, του υποδείχτηκε ο ιατρικός φάκελος του αποβιώσαντα (Τεκμήριο 1), σε σχέση με τον οποίον ο ΜΕ5 αναγνώρισε την τρίτη εισαγωγή ημερ. 07.07.14 του αποβιώσαντα στο Νοσοκομείο Πόλεως Χρυσοχούς. Όπως είπε, οι λόγοι εισαγωγής του αποβιώσαντα ήταν για ουρολοίμωξη και ανεύρυσμα ανιούσας και κατιούσας κοιλιακής αορτής, με ιστορικό καρκίνου ουροδόχου κύστεως, υποθυρεοειδισμό και ανεύρυσμα.
Περαιτέρω ο ΜΕ5 αναγνώρισε την υπογραφή του στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 004.03.16 του Νοσοκομείου Πόλεως Χρυσοχούς (Τεκμήριο 6Β) στο οποίο υπάρχουν υπογραφές δύο άλλων συναδέλφων του διευκρινίζοντας ότι η υπογραφή του αφορούσε την ιατρική αναφορά για ανεύρυσμα θωρακικής και κοιλιακής αορτής, με την οποίαν συμφωνεί. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, όταν η διάταση της αορτής είναι πάνω από 4 εκατοστά θεωρείται ανεύρυσμα και ανάλογα του μεγέθους κρίνεται ή όχι επικίνδυνο. Πάνω από 5,5 εκατοστά θεωρείται επικίνδυνο και χρειάζεται χειρουργική αντιμετώπιση. Όπως ο μάρτυρας είπε, η επικινδυνότητα έγκειται στο να επέλθει ρήξη αορτής, δηλαδή να σπάσει η αορτή και να επέλθει ακαριαία ο θάνατος.
Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η Μάγδα-Μαρία Καμπούρη (ΜΥ1). Είναι δικηγόρος-δικαστική γραφολόγος. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έχει αποκτήσει εξειδίκευση στην παθολογική γραφολογία στο Λονδίνο και στο Σικάγο καθώς και ειδικότητα επί θεμάτων γραφοκινητικής στην Ανώτερη Σχολή Γραφολογικών Σπουδών της Ρώμης όπου απέκτησε σχετική πιστοποίηση. Είναι ιδρυτικό μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Δικαστικών Γραφολόγων-Εξεταστών Γραφής και Εγγράφων. Είναι ακόμη εγγεγραμμένη στους πίνακες Πραγματογνωμόνων-Δικαστικών Γραφολόγων του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Αθηνών, Πειραιώς και υπολοίπων Δικαστηρίων της Ελλάδας εδώ και 33 χρόνια.
Η κυρίως εξέταση της συνίσταται από προφορική μαρτυρία. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντα.
Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η μάρτυρας είπε ότι έλαβε οδηγίες να εξετάσει τη γνησιότητα των δύο αμφισβητουμένων υπογραφών (ολογράφως και συμβολικού χαρακτήρα) επί του πληρεξουσίου εγγράφου από τον συνήγορο των Εναγομένων 1-3. Προς τον σκοπό αυτό επιθεώρησε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο στην πρωτότυπη του μορφή στο Ε.Δ. Πάφου ενώπιον αρμόδιας υπαλλήλου. Ακολούθως, χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο, η εν λόγω μάρτυρας σύγκρινε τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές με δείγματα υπογραφής που αποδίδονται στον αποβιώσαντα από το 1987 μέχρι το 2014, δηλαδή από τότε που ήταν 53 ετών μέχρι τα 81 χρόνια του. Για την εξέταση της αμφισβητούμενη ολογράφως υπογραφής, η μάρτυρας είπε ότι είχε στη διάθεση της 19 δείγματα υπογραφών, ενώ για την αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου 40 τέτοια δείγματα υπογραφών.
Επικαλούμενη τους κανόνες δικογράφησης, η ΜΥ1 δήλωσε ότι πρώτα εξέτασε τα πιο πάνω δύο είδη δειγμάτων υπογραφής που είχε στην κατοχή της προκειμένου να διαπιστώσει εάν πράγματι περιέχουν γνήσιες υπογραφές του αποβιώσαντα. Όταν διαπιστώθηκε ότι ίσχυε αυτό, τότε τα χρησιμοποίησε ως βάση στη σύγκριση τους με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Όπως υπέδειξε, το διατιθέμενο συγκριτικό υλικό είναι η βάση μιας ασφαλούς γραφολογικής διερεύνησης. Επίσης επισήμανε ότι σε μια γραφολογική διερεύνηση λαμβάνονται υπόψη ιατρικά πιστοποιητικά, πράγμα που εφάρμοσε εδώ.
Στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας της κατέθεσε τα εξής έγγραφα, τα οποία ετοίμασε όταν ολοκλήρωσε την εξέταση της:
· έγγραφο με συνοπτικές παρατηρήσεις και συμπεράσματα – Τεκμήριο 17
· έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης – Τεκμήριο 18
· δειγματική γραφή και επιταγές – Τεκμήριο 19
· αποδεικτικοί συγκριτικοί πίνακες – Τεκμήρια 20Α & 20Β.
Η ΜΥ1 δήλωσε ότι η έκθεση της έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις και τις οδηγίες της διεθνούς ένωσης γραφολόγων, γραφής και εγγράφων. Όπως επίσης η μάρτυρας είπε, για την ετοιμασία της έκθεσης της η ίδια βασίστηκε στο συγκριτικό υλικό, στις αρχές της δικαστικής γραφολογίας, στη φύση της γραφής και στον τρόπο με τον οποίον επιβάλλεται να γίνει σύγκριση και αξιολόγηση των ευρημάτων που προκύπτουν από τις ομοιότητες και τις οποιεσδήποτε διαφορές αυτών.
Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η ΜΥ1 κατέθεσε και σχολίασε το περιεχόμενο εγγράφου που ετοιμάστηκε από τον ΜΕ2. Συγκεκριμένα πρόκειται για συγκριτικό πίνακα αμφισβητουμένων υπογραφών και δειγμάτων υπογραφής, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 21.
Μέσα από την εξέταση που πραγματοποίησε, η ΜΥ1 διαπιστώνει ότι ανάμεσα στην αμφισβητούμενη ολογράφως υπογραφή και στα δείγματα υπογραφών που κυμαίνονται από το 1987 μέχρι το 2014 υπάρχουν κοινά γραφολογικά γνωρίσματα, γραφικές λεπτομέρειες, γραφικές συνήθειες και διαφορές οι οποίες οφείλονται στην κατάσταση της ηλικίας και της οργανικής βεβαρημένης κατάστασης που την περίοδο εκείνη βρισκόταν ο αποβιώσαντας. Σύμφωνα με την μάρτυρα, παρατηρείται ομοιότητα στη γραφική κίνηση, ίδια σύνδεση, ίδια νηματοειδή χάραξη, ίδιο εύρος σχηματιστικής γραμμής, ίδια ροή μελανιού, ίδια ταχύτητα και ίδια γραφική ποιότητα. Κάποια γράμματα που δείχνουν γεμάτα από μελάνι αποδίδονται στη μεγάλη ροή της μελάνης λόγω της μεγάλης πίεσης και υγρού γραφικού μέσου με το οποίο ο αποβιώσαντας προσπάθησε να θέσει την υπογραφή του. Διαφωνώντας με την θέση του κυρίου Μαρκίδη (ΜΕ2) ότι στην αμφισβητούμενη υπογραφή φαίνεται διστακτικότητα και σταματήματα, η ΜΥ1 είπε ότι δεν έχει παρατηρήσει αναστολή χάραξης και ούτε σημάδι διστακτικότητας.
Αναφερόμενη στην αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου, η ΜΥ1 σημείωσε ότι υπάρχει το ίδιο σκεπτικό σύλληψης. Δεν υπάρχει σταμάτημα, η δε ροή έχει το ίδιο εύρος σχηματιστικής γραμμής ενώ σε όλη της την ένταση δεν υπάρχει σταμάτημα.
Αντίθετα, όπως η μάρτυρας ανάφερε, δεν παρατηρείται η ίδια συγκέντρωση μελάνης ενισχυμένης ροής ανάμεσα στις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές και στη γραφή/υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου επειδή ο πιστοποιών υπάλληλος δεν είναι της ίδιας ηλικίας ή οργανικής κατάστασης με το άτομο που υπέγραψε τις αμφισβητούμενες υπογραφές.
Η ΜΥ1 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές περιέχουν αναγνωριστικά φυσικής χάραξης, συνεπαγόμενα του γραφικού αυθορμητισμού και του πρωτογενούς της σύνθεσης των επί μέρους στοιχείων τους συμφώνως με τη φύση της γραφής ως προϊόντος συνεργασίας εγκεφάλου και νευρομιυικού συστήματος του γράφοντος, τα οποία συνάδουν με την ηλικία και την παθογένεια του φερόμενου ως συντάκτη της (παθολογική κατάσταση). Με βάση τα ευρήματα της ΜΥ1, οι αμφισβητούμενες υπογραφές αποτυπώνεται γραφική ομοιογένεια, ενότητα χάραξης, χωρίς καμία ένδειξη διακοπής της ροής της σχηματιστικής της γραμμής που αντανακλούν την ηλικιακή και οργανική κατάσταση του αποβιώσαντα κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης (ο αποβιώσαντας ήταν τότε 81 ετών με προβλήματα υγείας). Επομένως η ΜΥ1 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γνήσιες υπό την έννοια ότι έχουν τεθεί με το χέρι του αποβιώσαντα κάτω από συνθήκες οργανικής κατάστασης αυτού.
Επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Νίκος Σπύρου (ΜΥ2), σύζυγος της Εναγομένης 1 και πατέρας των Εναγομένων 2 & 3. Η γραπτή δήλωση του που παρουσιάστηκε ως Ένδειξη ‘Γ’ και το περιεχόμενο της υιοθετήθηκε από τον μάρτυρα συνιστά την κυρίως εξέταση του. Στα πλαίσια της κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας κατέθεσε την έκθεση ημερ. 25.11.24 του ιδιώτη γραφολόγου Αντρέα Παναγιώτου ως Τεκμήριο 23. Ακολούθησε η αντεξέταση του από τον συνήγορο των Εναγομένων.
Με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ο μάρτυρας από το 1980 εργάζεται και διαμένει στην Πάφο μαζί με τη σύζυγο του, η οποία δεν οδηγεί. Ο ΜΥ2 διατηρούσε καλές σχέσεις με τον αποβιώσαντα, τον οποίον επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά από το 2005 και έπειτα. Ήταν αυτός που του ψώνιζε πράγματα. Μετά το θάνατο της πεθεράς του και κατόπιν πρόκλησης του αποβιώσαντα, μερίμνησε να εργοδοτηθεί οικιακή βοηθός. Τελευταία ήταν η Ίνγκα, η οποία εργάστηκε ως οικιακή βοηθός του αποβιώσαντα από το 2004-2005 μέχρι το θάνατο του.
Περιγράφοντας την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα ο ΜΥ2 είπε ότι μέχρι τον Μάρτιο 2015 ο αποβιώσαντας διατηρούσε πλήρη πνευματική διαύγεια. Μετά η κατάσταση της υγείας του άρχισε να χειροτερεύει αλλά μπορούσε να επικοινωνήσει με τους γύρω του. Από το έτος 2009 ο αποβιώσαντας χρειαζόταν φροντίδα χωρίς όμως να αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Από το έτος 2010 ο αποβιώσαντας είχε αδυναμία στα κάτω άκρα, η οποία χειροτέρευε με την πάροδο του χρόνου, χωρίς αυτό όμως να επηρεάσει την πνευματική του ικανότητα. Μάλιστα, όπως είπε, περί τα έτη 2012-2013 ο αποβιώσαντας επέβλεπε την εκτέλεση εργασιών περίφραξης και κατασκευής δρόμου και πλακόστρωτου παραγγέλλοντας υλικά και προβαίνοντας σε πληρωμές. Μέχρι τα τέλη του 2014 ο αποβιώσαντας χρησιμοποιούσε τραπεζικό λογαριασμό ενώ κατά τα έτη 2013-2014 εξέδωσε επιταγές. Προηγουμένως, κατά το έτος 2012, κατόπιν παράκλησης του αποβιώσαντα, ο ΜΥ2 αγόρασε ένα αναπηρικό ηλεκτρικό καροτσάκι ώστε ο αποβιώσαντας να μπορεί να διακινείται μόνος του εντός και εκτός της οικίας του αλλά και στο γειτονικό αγρόκτημα του.
Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο, ο μάρτυρας ανάφερε ότι περί τις 12.01.14 ο αποβιώσαντας του ζήτησε να φέρει ένα πιστοποιών υπάλληλο ώστε να συνομολογηθεί ένα πληρεξούσιο έγγραφο προκειμένου η Εναγόμενη 1 να διοριστεί γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της περιουσίας του και να την αποκτήσει για να τη διαθέσει όπως αυτή ήθελε. Ανταποκρινόμενος στην παράκληση του αποβιώσαντα, ο ΜΥ2 μερίμνησε ώστε στις 29.01.14 να έλθει ο Εναγόμενος 4 στην οικία του αποβιώσαντα. Ο Εναγόμενος 4 τότε ήταν πιστοποιών υπάλληλος. Ο ΜΥ2 δεν ανάφερε στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντα για την εμπλοκή του Εναγομένου 4. Ούτε η Εναγόμενη 1 προέβηκε σε τέτοια ενημέρωση.
Στην παρουσία του ΜΥ2 ο αποβιώσαντας παρουσίασε την ταυτότητα του στον Εναγόμενο 4, ο οποίος συμπλήρωσε το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο που είχε φέρει μαζί του και το ανάγνωσε δυνατά. Στη συνέχεια ο αποβιώσαντας, στην παρουσία του μάρτυρα, έγραψε το όνομα του ολογράφως και έθεσε την υπογραφή του επί του εγγράφου με τον Εναγόμενο 4 να το χαρτοσημαίνει και να πιστοποιεί την υπογραφή του αποβιώσαντα θέτοντας τη δική του υπογραφή και σφραγίδα επί του εγγράφου αυτού. Μετά ο αποβιώσαντας έδωσε το πληρεξούσιο έγγραφο στην Εναγόμενη 1.
ΜΥ3 ήταν ο Στέφανος Χρυσοστόμου, ο οποίος εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε και κατέθεσε κατάσταση του λογαριασμού αρ. 02840-4016538 που αφορά την κίνηση του την περίοδο 01.01.13 μέχρι 31.12.14 (Τεκμήριο 24). Ο λογαριασμός είναι στο όνομα του αποβιώσαντα και βρίσκεται στην Ελληνική Τράπεζα. Την περίοδο όμως που καταγράφεται η κίνηση του ο λογαριασμός βρισκόταν στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. Τότε είχε γίνει η ενοποίηση των συνεργατικών εταιρειών στην Πάφο, τα οποία ενσωματώθηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. Κατά το χρόνο εκείνο ο ΜΥ3 εργαζόταν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου.
Μέρος του Τεκμηρίου 24 είναι επιταγές που εκδόθηκαν το έτος 2014 από βιβλιάριο επιταγών εις το όνομα του αποβιώσαντα από τον πιο πάνω λογαριασμό, οι οποίες, όπως ο μάρτυρας είπε, εξαργυρώθηκαν. Αναφερόμενος στη διαδικασία εξαργύρωσης επιταγών που ακολουθείτο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου που εργαζόταν, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι αρμόδιος λειτουργός ελέγχει και συγκρίνει την υπογραφή που εμφανίζεται στην προς εξαργύρωση επιταγή με την υπογραφή που υπάρχει στο σχετικό δείγμα του εκδότη, το οποίο βρίσκεται στο αρχείο του συγκεκριμένου πιστωτικού οργανισμού. Αν από τη σύγκριση κρίνει ότι οι δύο υπογραφές είναι ίδιες τότε προχωρά σε εξαργύρωση της επιταγής. Αν όμως κρίνει ότι δεν είναι ίδιες, τότε επικοινωνεί με τον πελάτη για να ξεκαθαρίσει το θέμα.
Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι δεν ήταν αυτός που είχε ελέγξει και συγκρίνει τις υπογραφές στις επιταγές του Τεκμηρίου 24 με την υπογραφή στο δείγμα του πελάτη που ήταν στο αρχείο της τότε υπηρεσίας του. Ούτε γνωρίζει αν ο εκδότης των εν λόγω επιταγών εμφανίστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα είτε για να καταθέσει οποιαδήποτε από τις επίμαχες επιταγές είτε για ανάληψη χρημάτων από τον συγκεκριμένο λογαριασμό.
Στη συνέχεια δόθηκε μαρτυρία από τον Θεόφιλο Θεοφίλου (ΜΥ4), ο οποίος από το έτος 2012 ασκεί το επάγγελμα του κουρέα. Η γραπτή δήλωση του που παρουσιάστηκε ως Ένδειξη ‘Δ’ αποτελεί την κυρίως εξέταση του. Ακολούθως αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των Εναγομένων.
Σύμφωνα με την μαρτυρία του, από τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο 2012 μέχρι περίπου το Πάσχα 2015 ο ίδιος επισκεπτόταν τον αποβιώσαντα στην οικία του στο Γουδί, τον οποίον ξύριζε κάθε εβδομάδα και κούρευε κάθε μήνα. Οι επισκέψεις πραγματοποιούνταν μετά από τηλεφωνική κλήση του αποβιώσαντα προς τον μάρτυρα. Ο μάρτυρας εργαζόταν στην Πόλυ Χρυσοχούς και τα μεσημέρια που είχε κενό μετέβαινε στην οικία του αποβιώσαντα στο Γουδί, τον οποίον ξύριζε και κούρευε. Ο αποβιώσαντας καθόταν σε καρέκλα ή στο αναπηρικό του καροτσάκι ενόσω ο μάρτυρας τον ξύριζε και/ή τον κούρευε. Ο αποβιώσαντας ήταν αυτός που τον πλήρωνε. Κατά την περίοδο εκείνη ο μάρτυρας εντόπισε πολλές φορές τον αποβιώσαντα να οδηγεί το ηλεκτρικό καροτσάκι του και να περιφέρεται στην αυλή της οικίας του δίδοντας οδηγίες για την εκτέλεση εργασιών. Ο αποβιώσαντας μπορούσε να επικοινωνήσει ικανοποιητικά αλλά ομιλούσε βραχνά και χαμηλόφωνα. Το πρόβλημα του αποβιώσαντα εστιαζόταν στα κάτω άκρα του. Τα χέρια του μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει οδηγώντας το ηλεκτρικό καροτσάκι και κρατώντας την πετσέτα όταν ο μάρτυρας τον κούρευε ή τον ξύριζε.
Μετά το Πάσχα, ο μάρτυρας συνέχισε να εξυπηρετεί τον αποβιώσαντα κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης από την οικιακή βοηθό του. Ο αποβιώσαντας τότε ξάπλωνε στο κρεβάτι του χωρίς να μπορεί να περπατά, είχε αντίληψη αφού καταλάβαινε την παρουσία του μάρτυρα, αλλά ήταν αδύναμος και μιλούσε σιγά.
Ακολούθως προσήλθε να καταθέσει ο Λεωνίδας Λεωνίδου (ΜΥ5), ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο Τελευταίος Δραπέτης» που εκδόθηκε το έτος 2014. Το εν λόγω βιβλίο παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 15. Η γραπτή του δήλωση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Ένδειξη ‘Ε’ αποτελεί βασικά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα. Έπειτα ο μάρτυρας υπεβλήθηκε σε αντεξέταση από την πλευρά του Ενάγοντα.
Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας του ΜΥ5 περιλαμβάνει αναφορά του ότι την 01.11.13 ο ίδιος μετέβηκε στην οικία του αποβιώσαντα στο Γουδί μαζί με δύο πρώην συναγωνιστές του τελευταίου, καθ’ οδό για το χωριό Λυσό στην επαρχία Πάφου. Η επίσκεψη διήρκεσε μία περίπου ώρα και έγινε για σκοπούς συγγραφής του πιο πάνω βιβλίου. Όταν έφθασαν στον προορισμό τους, ο αποβιώσαντας τους υποδέχτηκε στο αναπηρικό καροτσάκι. Ο αποβιώσαντας εναγκαλίζεται με τους πρώην συναγωνιστές του και δακρύζει. Κάθονται όλοι κοντά σε τραπέζι στην αυλή της οικίας του αποβιώσαντα. Αναφορά στη συνάντηση αυτή γίνεται στις σελίδες 350-351 του βιβλίου. Κατά τη συνάντηση ο μάρτυρας τους φωτογραφίζει και είπε ότι είναι η φωτογραφία στη σελίδα 351 του βιβλίου (Τεκμήριο 15).
Ο μάρτυρας θυμάται ότι ο αποβιώσαντας δεν μπορούσε να περπατήσει και ότι ομιλούσε χαμηλόφωνα. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο αποβιώσαντας δεν είχε δυσκολία κίνησης των χεριών του, είχε διαύγεια πνεύματος και δυνατότητα επικοινωνίας με τους επισκέπτες του. Επίσης ο ΜΥ5 θυμάται, βάση σημειώσεων που κράτησε από τη συνάντηση, τον αποβιώσαντα να απαντά σε ερωτήσεις, να συγκινείται και να οδηγεί με τα χέρια του το αναπηρικό του καροτσάκι στο τραπέζι.
Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 4 (ΜΥ6), ο οποίος από το 2007 μέχρι το 2016 ήταν πιστοποιών υπάλληλος. Προηγουμένως ήταν δημόσιος υπάλληλος. Η κυρίως εξέταση του αποτελείται από τη γραπτή δήλωση του (Ένδειξη ‘Στ’), το περιεχόμενο της οποίας έχει υιοθετήσει. Ακολούθως ο μάρτυρας υπεβλήθηκε σε αντεξέταση από τον συνήγορο του Ενάγοντα.
Με βάση τις αναφορές του, στις 27.01.14 ο Εναγόμενος 4 συνάντησε τον Νίκο Σπύρου (ΜΥ2) στην καφετέρια του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, με τον οποίον διατηρούσε καλή σχέση από τότε που ήταν δημόσιος υπάλληλος. Όπως ο μάρτυρας είπε, ο Σπύρου του ζήτησε όποτε μπορούσε να μεταβεί στην οικία του αποβιώσαντα στο Γουδί ώστε να συνομολογηθεί ένα γενικό πληρεξούσιο έγγραφο που αυτός ήθελε. Διευθετήθηκε για τις 29.01.14. Έτσι εκείνη την ημερομηνία ο Σπύρου τον μετέφερε με το όχημα του στην οικία του αποβιώσαντα στο Γουδί. Εκεί βρήκαν τον αποβιώσαντα να κάθεται και να βλέπει τηλεόραση. Ο αποβιώσαντας τους υποδέχτηκε.
Στρεφόμενος στο επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο, ο Εναγόμενος 4 είπε ότι ο αποβιώσαντας του είχε δώσει την ταυτότητα του και του υπαγόρευσε στοιχεία για να συμπληρώσει το πληρεξούσιο έγγραφο που ο Εναγόμενος 4 είχε φέρει μαζί του. Ο Εναγόμενος 4 συμπλήρωσε το εν λόγω έγγραφο και αφού ανέγνωσε περιεχόμενο του δυνατά, το έδωσε στον αποβιώσαντα. Αυτός, κατά τον μάρτυρα, το διάβασε και αφού έγγραψε το ονοματεπώνυμο του ολογράφως, έθεσε την υπογραφή του στο έγγραφο. Έπειτα ο Εναγόμενος 4 χαρτοσήμανε το επίδικο έγγραφο και πιστοποίησε την υπογραφή του αποβιώσαντα θέτοντας τη δική του υπογραφή αλλά και τη σφραγίδα του στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο μετά παρέδωσε στον αποβιώσαντα.
Τελευταίος μάρτυρας των Εναγομένων ήταν Νικόλαος Τζαγκαράκης (ΜΥ7), ειδικός παθολόγος που ασκεί το επάγγελμα αυτό από το έτος 1992. Είναι ένας από τους τρεις ιατρούς που υπέγραψαν το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 04.03.16 και αφορά την τότε ιατρική κατάσταση του αποβιώσαντα (Τεκμήριο 6Α).
Μέσα από την ένορκη κατάθεση του ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε προβλήματα, ανάμεσα σ’ άλλα, υπέρτασης, καρκίνου στην ουροδόχο κύστη και υποθυρεοειδισμού. Ο αποβιώσαντας εισήχθηκε στο νοσοκομείο σε εμπύρετη κατάσταση.
Τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε να εξηγήσει τι είναι η κλίμακα Γλασκώβης. Όπως είπε, η κλίμακα Γλασκώβης έχει να κάνει με την επαφή του ασθενή με το περιβάλλον, στο αν ανταποκρίνεται σε ερεθίσματα και εάν μπορεί να εκτελεί φωνητικές παραγγελίες που του ζητούνται. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο μάρτυρα, είναι ένα ψυχομετρικό σημείο το οποίο χρησιμοποιούν οι ιατροί για να εκτιμήσουν την κατάσταση που βρίσκεται ένας ασθενής τη δεδομένη στιγμή στη συγκεκριμένη συγκυρία. Η κλίμακα Γλασκώβης χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, λοίμωξης, για να εκτιμηθεί η κατάσταση του ασθενή όταν κάποιος έχει επηρεασμένη επικοινωνία. Η κατάσταση αυτή είναι μεταβαλλόμενη. Η κλίμακα Γλασκώβης μπορεί να επηρεαστεί και από τη χρήση φαρμάκων, όπως για παράδειγμα νευροληπτικά φάρμακα.
Αντίθετα, όπως επισήμανε ο μάρτυρας, άτομα με Αλτσχάϊμερ θα μπορούσαν να έχουν κλίμακα 15/15 που είναι το καλύτερο/υψηλότερο επίπεδο για ένα άτομο και έχει να κάνει με το άνοιγμα των ματιών, με την ανταπόκριση, την ομιλία και την κινητικότητα. Περαιτέρω, όπως επίσης υπέδειξε ο μάρτυρας, η κλίμακα Γλασκώβης δεν σχετίζεται με το αν ο ασθενής έχει ή όχι σώας τας φρένας. Κατά τον μάρτυρα, το θέμα αυτό εμπίπτει στην ειδικότητα της νευρολογίας και της ψυχιατρικής. Ούτε η κλίμακα Γλασκώβης έχει να κάνει με το περιεχόμενο των σκέψεων ενός ανθρώπου.
Καταλήγοντας ο μάρτυρας είπε ότι για την περίπτωση του αποβιώσαντα δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε, παρόλο ότι αναγνώρισε το προαναφερόμενο ιατρικό πιστοποιητικό που έχει συνυπογράψει μαζί με του άλλους δύο συναδέλφους του.
Τελικές Αγορεύσεις:
Αμφότερες πλευρές στις γραπτές αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε κυπριακές νομοθεσίες, ευρωπαϊκές οδηγίες και παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Αντικείμενο εκδίκασης:
Υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας προκύπτει ότι αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα δικαστική διαδικασία είναι:
1) Εάν η υπογραφή που εμφανίζεται στο επίδικο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο είναι γνήσια και ανήκει στον αποβιώσαντα ή είναι προϊόν πλαστογραφίας.
2) Σε περίπτωση που η υπογραφή είναι αυθεντική και ανήκει στον αποβιώσαντα, κατά πόσο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ο αποβιώσαντας ήταν ή όχι σωματικά και πνευματικά ικανός να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τη σημασία του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου και εν γνώσει του και με την ελεύθερη βούληση του προχώρησε και έθεσε την υπογραφή του επί του επίμαχου εγγράφου στην παρουσία του Εναγομένου 4.
Αξιολόγηση μαρτυρίας:
Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:
«Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.»
Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 869).
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του.
Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα παραδεκτά γεγονότα που υπέβαλαν οι διάδικοι δια των συνηγόρων τους αλλά και τις κοινές θέσεις των διαδίκων που προκύπτουν ευθέως από τα δικόγραφα. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση των μαρτύρων και γενικότερα του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου έγινε με βάση τη σειρά η οποία κατά κρίση μου αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασης μου. Προς επίτευξη του στόχου αυτού θεωρώ σκόπιμο να αξιολογήσω πρώτα τους μάρτυρες γεγονότων σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με τη μαρτυρία τους και έπειτα τα άτομα που κατάθεσαν στην υπόθεση αυτή υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα μαζί με τις εκθέσεις, τα πορίσματα και τα έγγραφα που αυτοί ετοίμασαν.
Ο ΜΕ1 που είναι ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή είναι ένα από τα παιδιά του αποβιώσαντα. Εκ του νόμου είναι ένας από τους νόμιμους κληρονόμους της περιουσίας του πατέρα του και το άτομο που ανέλαβε καθήκοντα διαχειριστή των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντα δυνάμει σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 28.01.16 στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης αρ. 7/16 του Ε.Δ. Πάφου.
Σε γενικές γραμμές δεν δημιούργησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Μπορεί να λεχθεί ότι η μαρτυρία του περιστρέφεται γύρω από τρεις ανεξάρτητους άξονες.
Το πρώτο σκέλος της εξιστορεί γεγονότα που ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί και κατ’ επέκταση δεν έχουν αντικρουστεί. Πρόκειται για γεγονότα που διαδραματίστηκαν και έχουν περιέλθει στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Ενδεικτικά αναφέρω τις εξής αναφορές του:
- ότι ο αποβιώσαντας υπεβλήθηκε σε εγχείρηση αυχένα,
- επειδή δυσκολευόταν να περπατήσει ο αποβιώσαντας χρησιμοποιούσε ηλεκτροκίνητο αναπηρικό καροτσάκι,
- το έτος 2012 ο αποβιώσαντας πήγαινε βόλτες με το τροχοκάθισμα του,
- η τελευταία φορά που ο μάρτυρας είδε τον αποβιώσαντα να χρησιμοποιεί το τροχοκάθισμα του ήταν το έτος 2013,
- επειδή ο αποβιώσαντας δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί προσλήφθηκε οικιακή βοηθός για να τον βοηθά στις καθημερινές ανάγκες του,
- την περίοδο 2013-2014 ο αποβιώσαντας ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι του.
Χωρίς δυσκολία αποδέχομαι τις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα ως αληθείς.
Επίσης δέχομαι ως αληθή τα προβλήματα υγείας που ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε, τα οποία ο μάρτυρας απαριθμεί στην μαρτυρία του. Δεν έχω αμφιβολία ότι το ιατρικό ιστορικό του αποβιώσαντα ήταν γνωστό στο μάρτυρα, ως στενό μέλος της οικογένειας που είναι.
Περαιτέρω δέχομαι ότι ο μάρτυρας διατηρούσε επαφή με τον αποβιώσαντα πατέρα του. Αυτό υποστηρίζεται από το αναντίλεκτο γεγονός ότι ο μάρτυρας κατείχε ακίνητο δίπλα από την οικία του αποβιώσαντα, τη συντήρηση, χρήση και εκμετάλλευση του οποίου είχε αναλάβει ο εν λόγω μάρτυρας.
Ακόμη δέχομαι ως αληθή την αναφορά του Ενάγοντα ότι ο ίδιος διαπίστωσε για πρώτη φορά πως τα 23 επίμαχα ακίνητα είχαν μεταβιβαστεί στους Εναγομένους 2 & 3 με τη χρήση του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα ημερ. 13.01.16 που εξασφάλισε, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και για τους σκοπούς της αίτησης διαχείρισης αρ. 7/16 στο Ε.Δ. Πάφου. Η αναφορά του αυτή ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και ούτε αντικρούστηκε από άλλη περί του αντιθέτου μαρτυρία. Το δε Τεκμήριο 8 που είναι το πιο πάνω έγγραφο, πράγματι επισημαίνει τις επίμαχες μεταβιβάσεις.
Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου.
Η δεύτερη πτυχή της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 περιλαμβάνει σχολιασμό της ιατρικής κατάστασης του αποβιώσαντα πριν και καθ’ όλη τη διάρκεια του ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνου. Ενδεικτικά επισημαίνω τις αναφορές του περί απώλειας ικανότητας του αποβιώσαντα για επικοινωνία, περί μειωμένης έως καθόλου διαύγειας και περί επηρεασμού της ικανότητας να αναγνωρίζει άτομα. Πρόκειται για καλοπροαίρετες αναφορές του μάρτυρα που για τους λόγους που θα εξηγήσω ελέγχονται και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να τους αποδοθούν οποιαδήποτε βαρύτητα.
Συγκεκριμένα ο μάρτυρας σχολιάζει ιατρικά ζητήματα για τα οποία δεν διαθέτει επιστημονικές γνώσεις. Επομένως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο αυτά που επικαλείται ισχύουν είτε μόνιμα είτε προσωρινά είτε καθόλου. Ανεξάρτητα όμως ότι οι εν λόγω αναφορές του στερούνται του αναγκαίου ιατρικού υποβάθρου που θα του επέτρεπε με ασφάλεια να τοποθετείται έχοντας προσωπική γνώση, ο μάρτυρας παραλείπει να προβάλει συγκεκριμένες λεπτομέρειες που αν υπήρχαν θα καταδείκνυαν ότι εμπίπτουν στο πεδίο αντίληψης του.
Το τρίτο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα αναλώνεται σε καταγγελίες και παράπονα προς τους Εναγομένους, την τελευταία οικιακή βοηθό του αποβιώσαντα και μέλους της αστυνομίας που δεν κατονομάζει. Πρόκειται για υποκειμενικά συμπεράσματα που στερούνται θεμελίωσης και δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Οπότε δεν λαμβάνονται υπόψη.
Η μη αποδοχή του δεύτερου και τρίτου σκέλους της μαρτυρίας του μάρτυρα δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, το επίπεδο της οποίας διατηρήθηκε αλώβητο. Εν πάση περιπτώσει, το πρώτο κομμάτι της μαρτυρίας του μάρτυρα που ασχολείται με την έκθεση γεγονότων μέσα από την προσωπική αντίληψη που είχε, βασικά δεν αποτελεί σημείο αμφισβήτησης με τους Εναγομένους.
Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα (ΜΕ1), περιλαμβανομένων της Ένδειξης ‘Α’ και του Τεκμηρίου 8 που αποτελούν μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω (Agapiou v. Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α. (2005) 1 Α.Α.Δ. 256), ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη και ότι το περιεχόμενο της εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων.
Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 2-5, τα οποία είναι επιστολές των τότε δικηγόρων του Ενάγοντα με τις οποίες ζητείται από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και Νοσοκομείο Πόλεως Χρυσοχούς η ετοιμασία ιατρικής έκθεσης για την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο και αποτελούν μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα, αποδέχομαι απλά ως γεγονός την ετοιμασία και αποστολή τους σ’ αυτούς που απευθύνονται.
Σε σχέση με τα Τεκμήρια 9Α & 9Β τα οποία είναι χειρόγραφο σημείωμα σε φάκελο και επίσης αποτελούν μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα, ουδεμία σύνδεση παρουσιάζουν με τα επίδικα θέματα και με το αντικείμενο εκδίκασης και ως εκ τούτου τους αποδίδω μηδενική βαρύτητα.
Αναφορικά με τα Τεκμήρια 1, 6Α, 6Β, 6Γ & 7 που είναι ιατρικά έγγραφα και αφορούν την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα κατά τον ουσιώδη χρόνο , θα τύχουν εξέτασης στη συνέχεια όταν θα αξιολογείται η μαρτυρία των ιατρών που έχουν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η ΜΕ3, θυγατέρα του αποβιώσαντα και αδελφή του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1, γενικά δημιούργησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Όπως και ο Ενάγοντας έτσι και η ίδια εκ του νόμου είναι και αυτή μία από τους νόμιμους κληρονόμους της περιουσίας του πατέρα της. Η μαρτυρία της συγκλίνει μ’ αυτήν του Ενάγοντα. Προσήλθε στο Δικαστήριο και απλά ανάφερε αυτά που γνώριζε αλλά και που πίστευε ότι ίσχυαν. Παρόλο ότι η μαρτυρία της δεν περιορίστηκε σε γεγονότα σχετικά με την αγωγή που βρίσκονταν στη σφαίρα της προσωπικής της αντίληψης αλλά επεκτάθηκε σε υποκειμενικές απόψεις και σε αναφορές που δεν προσθέτουν οτιδήποτε στην υπόθεση, εντούτοις δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε αλλότρια κίνητρα.
Η μαρτυρία της κυμαίνεται σε δύο επίπεδα.
Η πρώτη πτυχή της περιέχει γεγονότα που εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της. Ως στενό μέλος της οικογένειας του αποβιώσαντα, τα γεγονότα αυτά δεν μπορεί παρά να εμπίπτουν στη σφαίρα της προσωπικής της αντίληψης. Είναι γεγονότα που είτε συνέβησαν στην παρουσία της είτε συζητήθηκαν στην παρουσία της και είχε την ευκαιρία να τα διαπιστώσει από μόνη της. Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονότα που δεν αποτελούν σημείο σύγκρουσης με τους Εναγομένους. Είναι γεγονότα που συμπίπτουν μ’ αυτά που ο Ενάγοντας έχει αναφέρει με αποτέλεσμα να αλληλοεπιβεβαιώνονται. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να τα αποδεχτώ. Ως εκ τούτου τα αποδέχομαι και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Τέτοια είναι ότι:
- Η ΜΕ3 ενημερώθηκε για τις επίμαχες μεταβιβάσεις από τον Ενάγοντα όταν αυτός προέβηκε σε έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου για σκοπούς απογραφής των περιουσιακών στοιχείων του πατέρα του υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του.
- Η εν λόγω μάρτυρας γνώριζε για τα προβλήματα υγείας του αποβιώσαντα.
- Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα ολοένα και επιδεινωνόταν μέχρι που καθηλώθηκε στο κρεβάτι.
- Το έτος 2009 ο αποβιώσαντας υπεβλήθηκε σε εγχείρηση αυχένα.
- Μετά την εγχείρηση στον αυχένα ο αποβιώσαντας δυσκολευόταν να περπατήσει.
- Μετά την εγχείρηση στον αυχένα και προτού καθηλωθεί στο κρεβάτι, ο αποβιώσαντας μετακινείτο εντός και εκτός της οικίας του με τη χρήση αναπηρικού αμαξιού.
- Το έτος 2011 τα άκρα των δακτύλων του αποβιώσαντα είχαν αδυνατήσει τόσο που δεν μπορούσε να κρατήσει το φλιτζάνι του καφέ.
Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφέρω ότι το γεγονός ότι ο αποβιώσαντας δεν μπορούσε να κρατήσει το φλιτζάνι του καφέ κατά τον προαναφερόμενο χρόνο δεν προεξοφλεί την αναγκαιότητα εξέτασης, στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, κατά πόσο η υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο ανήκει ή όχι στον αποβιώσαντα.
- Προκειμένου ο αποβιώσαντας να διεκπεραιώνει τις καθημερινές ανάγκες του προσλήφθηκε οικιακή βοηθός, η οποία, ανάμεσα σ’ άλλα, τον καθάριζε, τον μετακινούσε ε το τροχοκάθισμα και του έκοβε τα νύχια.
Επίσης αναγνωρίζω ότι η μάρτυρας διατηρούσε επαφή με τον αποβιώσαντα πατέρα της. Αποδέχομαι την αναφορά της ΜΕ3 ότι όταν απεβίωσε η μητέρα της ήταν αυτή που φρόντιζε καθημερινά τον πατέρα της μέχρι που προσλήφθηκε οικιακή βοηθός για τον σκοπό αυτό, μαρτυρία η οποία δεν αντικρούστηκε από άλλο μαρτυρικό υλικό. Περαιτέρω αποδέχομαι την αναντίλεκτη αναφορά της ότι μετά την πρόσληψη οικιακής βοηθού η ΜΕ3 συνέχισε να μεταβαίνει κάποιες φορές στην οικία του αποβιώσαντα για να διασφαλίσει ότι ο πατέρας της τύγχανε της απαραίτητης φροντίδας.
Δεν διαφεύγει της προσοχής μου κάποιες διαφορές μεταξύ τη γραπτής δήλωσης της (Ένδειξη ‘Β’) και της δια ζώσης ένορκης μαρτυρίας της κατά την αντεξέταση της. Ωστόσο δεν πρόκειται για ουσιώδεις αντιφάσεις αλλά ανακρίβειες ήσσονος σημασίας, οι οποίες σε καμία περίπτωση προκαλούν ρήγμα στην αξιοπιστία της μάρτυρος. Προς επίρρωση του πιο πάνω, αναφέρω τα εξής:
(α) ενώ στην §6 της Ένδειξης ‘Β’ η ΜΕ3 αναφέρει ότι το ηλεκτρικό αμαξίδιο είχε και χειροκίνητο τρόπο λειτουργίας του, στην αντεξέταση της η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι εκτός από ηλεκτρικό αμαξίδιο υπήρχε ξεχωριστό χειροκίνητο αναπηρικό καροτσάκι,
(β) ενώ στην §8 της Ένδειξης ‘Β’ η ΜΕ3 λέει ότι η οικιακή βοηθός με το όνομα Ίνγκα την ενημέρωσε για το πως «επηρεαζόταν» από την Εναγόμενη 1 κατά την εργοδότηση της στην οικία του αποβιώσαντα μετά που η εν λόγω οικιακή βοηθός επικοινώνησε μαζί της αφού πρώτα αναχώρησε από την Κύπρο, στην αντεξέταση της είπε ότι έτυχε τέτοιας ενημέρωσης όταν η Ίνγκα μετέβηκε στην οικία της μάρτυρος.
Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας της ΜΕ3 περιλαμβάνει προσωπικές απόψεις επί ζητημάτων για τα οποία απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Η ίδια δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις για να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω αναφορές της. Τέτοιες αναφορές είναι ότι:
? τα προβλήματα υγείας του αποβιώσαντα δεν του επέτρεπαν να εκφράσει οποιαδήποτε επιθυμία,
? ένεκα των προβλημάτων υγείας ο αποβιώσαντας δεν μπορούσε να δώσει οδηγίες για τον καταρτισμό πληρεξουσίου εγγράφου,
? ένεκα των προβλημάτων υγείας ο αποβιώσαντας δεν ήταν σε θέση να υπογράφει έγγραφα,
? τα τελευταία δύο χρόνια ο αποβιώσαντας δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον, δεν ομιλούσε και δεν είχε αντίληψη.
Πέραν και ανεξαρτήτως ότι οι εν λόγω αναφορές της στερούνται του αναγκαίου ιατρικού υποβάθρου που θα της επέτρεπε με ασφάλεια να τοποθετείται έχοντας προσωπική γνώση, η ΜΕ3 παραλείπει να προβάλει συγκεκριμένες λεπτομέρειες και περιπτώσεις τέτοιων επικαλούμενων τοποθετήσεων που αν υπήρχαν θα καταδείκνυαν ότι οι εν λόγω αναφορές της πηγάζουν από προσωπικά βιώματα της.
Στην ίδια κατηγορία εμπίπτουν τοποθετήσεις της ΜΕ3 που συνιστούν έκφραση πεποίθησης από μέρους της. Τέτοιου είδους αναφορές ουδεμία βαρύτητα έχουν για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ενδεικτικά αναφέρω την τοποθέτηση της ΜΕ3 ότι ο αποβιώσαντας δεν θα προχωρούσε στα κρυφά σε διάθεση της περιουσίας του εις βάρος των υπολοίπων παιδιών του και προς όφελος μόνο τους ενός (Εναγομένης 1) και ότι ήταν του χαρακτήρα του να ενημερώνει τα παιδιά του για τη μεταβίβαση οποιουδήποτε ακινήτου.
Επίσης στο σκέλος αυτό της μαρτυρίας της εντάσσεται η προσπάθεια της ΜΕ3 να αποδώσει οικονομικό κίνητρο στην Εναγόμενη 1 να προβεί στις κατ’ ισχυρισμό δόλιες μεταβιβάσεις των επιδίκων ακινήτων. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι οι εν λόγω αναφορές της ΜΕ3 περί οικονομικών προβλημάτων της Εναγομένης 1 και του συζύγου της και περί αγοράς ακινήτων της από τραπεζικό οργανισμό παρέμειναν σε επίπεδο ισχυρισμών και κατ’ επέκταση μετέωρες.
Ακόμη στην ίδια αυτή πτυχή της μαρτυρίας ανήκει ο καταλογισμός στην Εναγόμενη 1 από την αδελφή της (ΜΕ3) προηγούμενης κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμης συμπεριφοράς, ιδίας φύσεως με την προκειμένη υπό εξέταση περίπτωση. Με κάθε σεβασμό στην ΜΕ3, η εν λόγω τοποθέτηση της δεν θεμελιώνεται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Το δε Τεκμήριο 14, η οποία είναι η επίμαχη επιστολή που απευθύνεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου, αν και δεν αμφισβητώ τη θέση της ΜΕ3 ότι η ίδια δεν έχει σχέση με το εν λόγω έγγραφο, δεν τεκμηριώνει ότι το έγγραφο αυτό είχε ετοιμαστεί και κατ’ επέκταση πλαστογραφηθεί από την αδελφή της (Εναγόμενη 1). Η απλή αναφορά του ονόματος της Εναγομένης 1 απογυμνωμένη από οποιαδήποτε λεπτομέρεια και στοιχεία, όπως για παράδειγμα μαρτυρίας από λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου, και παράλληλα απουσίας έρευνας από την αρμόδια αρχή, δεν προσδίδει αυτόματα διάπραξη αδικοπραξίας από το πρόσωπο που η μάρτυρας ισχυρίζεται. Τα όσα η μάρτυρας έχει αναφέρει σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα παρέμειναν σε επίπεδο υποψίας και τίποτα περισσότερο. Επομένως το Τεκμήριο 14 δεν προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια και γι’ αυτό ουδεμία βαρύτητα του αποδίδεται.
Περαιτέρω στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος χρήζει σχολιασμού η τοποθέτηση της ΜΕ3 ότι ο αποβιώσαντας είχε πει στην Εναγόμενη 1 πως επειδή στο παρελθόν της είχε μεταβιβάσει ακίνητα δεν επρόκειτο να της μεταβιβάσει άλλη περιουσία. Με κάθε σεβασμό στην ΜΕ3 και χωρίς να αμφιβάλλω για την αλήθεια της αναφοράς της, αυτό δεν σημαίνει ότι ο αποβιώσαντας δεν μπορούσε μεταγενέστερα να αλλάξει τη γνώμη του.
Για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν αποδέχομαι το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας της ΜΕ3.
Η μη αποδοχή του δεύτερου μέρους της μαρτυρίας της μάρτυρος δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της, το επίπεδο της οποίας διατηρήθηκε αλώβητο. Εν πάση περιπτώσει, το πρώτο κομμάτι της μαρτυρίας της ΜΕ3 που ασχολείται με την έκθεση γεγονότων μέσα από την προσωπική αντίληψη που είχε, βασικά δεν αποτελεί σημείο αμφισβήτησης με τους Εναγομένους.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΕ3, περιλαμβανομένων της Ένδειξης ‘Β’ και του Τεκμηρίου 15 (τη φωτογραφία όπου αναγνώρισε και υπέδειξε τον πατέρα της) που αποτελούν μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω, ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη.
Ο ΜΥ3 κλητεύθηκε από τους Εναγομένους ειδικά για να παρουσιάσει το Τεκμήριο 24. Συνεπώς η κλήτευση του μάρτυρα έχει τη μορφή του subpoena duces tecum. Το συγκεκριμένο τεκμήριο είναι δέσμη εγγράφων. Ειδικότερα περιλαμβάνει την κατάσταση λογαριασμού αρ. 02840-4016538 που αρχικά λειτουργούσε στο στην ΣΠΕ Περιφέρειας Πόλης Χρυσοχούς, μετέπειτα στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου και μεταγενέστερα, κατά το χρόνο της ένορκης κατάθεσης του, στην Ελληνική Τράπεζα. Στο ίδιο τεκμήριο επισυνάπτονται 20 φωτοαντίγραφα επιταγών, στα οποία δικαίωμα έκδοσης τους φέρεται να είχε ο αποβιώσαντας αφού αναγράφεται δακτυλογραφημένα ολογράφως το ονοματεπώνυμο του.
Αν κάποιος μελετήσει το Τεκμήριο 24 θα παρατηρήσει ότι αφορά κίνηση του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού την περίοδο 01.01.13 μέχρι 31.12.14. Μέρος της κίνησης του λογαριασμού αποτελεί η εξαργύρωση των προαναφερομένων 20 επιταγών που έχουν εκδοθεί. Το αν έχουν εκδοθεί από τον αποβιώσαντα είναι κάτι που δεν έχει τεκμηριωθεί. Η εξαργύρωση μιας επιταγής ως γεγονός από μόνο του δεν είναι στοιχείο που αποδεικνύει ότι έχει εκδοθεί από . Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η πρακτική που ο μάρτυρας έχει περιγράψει και υποτίθεται εφάρμοζε ο πιστωτικός οργανισμός δια του αρμοδίου υπαλλήλου του προκειμένου να κρίνει αν κάθε φορά η προς εξαργύρωση επιταγή είχε εκδοθεί από τον αποβιώσαντα.
Ωστόσο ο μάρτυρας:
(α) δεν ήταν αυτός που ήταν υπεύθυνος να εφαρμόσει την πρακτική σύγκρισης της υπογραφής στην κάθε μία από τις εν λόγω επιταγές του Τεκμηρίου 24 με την υπογραφή του εκδότη στο δείγμα που υπήρχε στο αρχείο του πιστωτικού οργανισμού,
(β) δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει ποιος ήταν ο αρμόδιος υπάλληλος από το πιστωτικό οργανισμό που ήταν υπεύθυνος για τη σύγκριση των υπογραφών,
(γ) δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αν όντως ο αρμόδιος υπάλληλος εφάρμοσε πιστά την πρακτική αυτή για κάθε μία από τις εν λόγω επιταγές,
(δ) δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο οι επιταγές αρ. 13 και 33 από το Τεκμήριο 24 έχουν εξαργυρωθεί τη στιγμή που, όπως ο ίδιος αναγνώρισε όταν δειγματοληπτικά οι συγκεκριμένες επιταγές του υποδείχτηκαν, οι υπογραφές διέφεραν μεταξύ τους, η δε προσπάθεια του να σχολιάσει εδράζεται μόνο πάνω σε υποθετικό σενάριο,
(ε) δεν είδε προσωπικά τον εκδότη να υπογράφει οποιαδήποτε από τις εν λόγω επιταγές,
(στ) δεν γνωρίζει αν ο δικαιούχος του λογαριασμού εμφανίστηκε προσωπικά στον πιστωτικό οργανισμό είτε για κατάθεση οποιασδήποτε επιταγής είτε για ανάληψη χρημάτων ή κάποιος άλλος.
Είναι ξεκάθαρο ότι ο μάρτυρας δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την υπόθεση αυτή. Η μαρτυρία του δεν διαφωτίζει το Δικαστήριο σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Είναι προφανές ότι ο μάρτυρας επιστρατεύτηκε απλά για να καταθέσει το συγκεκριμένο έγγραφο λόγω της επαγγελματικής θέσης του, χωρίς να είναι σε θέση να το αναλύσει και να το επεξηγήσει, υπό την έννοια να αναδείξει τη σημασία του σχετικά με το αντικείμενο εκδίκασης στη βάση των διαφορετικών εκδοχών των διαδίκων.
Το έγγραφο από μόνο του δεν προσθέτει οτιδήποτε. Απουσιάζει η μαρτυρία εκείνη που θα το σύνδεε με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης.
Στη βάση των πιο πάνω αποδίδω μηδενική βαρύτητα τόσο στην ένορκη μαρτυρία του ΜΥ3 όσο και στο Τεκμήριο 24 που κατέθεσε.
Ο ΜΥ4 δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Χωρίς να επιδείξει κανένα αίσθημα ευθύνης προσήλθε ενώπιον της δικαιοσύνης όχι για να πει την αλήθεια αλλά για να ευνοήσει την εκδοχή των Εναγομένων. Η μαρτυρία είναι καθοδηγούμενη από το στοιχείο του προσωπικού συμφέροντος. Η επιχείρηση του κουρείου του μάρτυρα βρίσκεται εντός του τεμαχίου που ο θείος του ενοικιάζει από τον Νίκο Σπύρου, σύζυγο της Εναγομένης 1 και πατέρα των Εναγομένων 2 και 3. Η επιθυμία του να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς πρόβλημα την επιχείρηση του στο συγκεκριμένο ακίνητο τον ώθησε στο να προβεί σε αναφορές οι οποίες θεωρούσε ότι θα ήταν προς όφελος της εκδοχής των Εναγομένων.
Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω, ενδεικτικά αναφέρω τα εξής:
Ο μάρτυρας ανάφερε ότι τον Σεπτέμβρη-Οκτώβρη 2012 ο θείος του, ο οποίος είναι αυτός που, κατά το χρόνο που διδόταν ενόρκως η μαρτυρία του μάρτυρα, ενοικίαζε το ακίνητο από τον σύζυγο της Εναγομένης 1 όπου εντός αυτού λειτουργούσε η επιχείρηση του (ΜΥ4), τον πήρε στην οικία του αποβιώσαντα για να συνεννοηθούν προκειμένου να τον ξυρίζει και να τον κουρεύει. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η αναφορά αυτή του μάρτυρα ξενίζει. Ο μάρτυρας μέχρι τότε δεν γνώριζε τον αποβιώσαντα. Ούτε τον είχε επισκεφτεί προηγουμένως. Μάλιστα το έτος 2012 που επικαλείται ότι μετέβηκε στην οικία του αποβιώσαντα είχε μόλις ξεκινήσει να ασκεί το επάγγελμα του κουρέα στην Κύπρο. Ο ίδιος δε, είχε αρχίσει να εργάζεται ως υπάλληλος σε κουρείο στην Πόλη Χρυσοχούς. Όπως ο ίδιος δηλώνει, για μεγάλο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από την αρχή μέχρι τον Αύγουστο του 2014 που δημιούργησε τη δική του επιχείρηση στη Σίμου, ο εν λόγω μάρτυρας ταξίδευε από την Πόλη Χρυσοχούς στο Γουδί που διέμενε ο αποβιώσαντας για να τον ξυρίζει και/ή να τον κουρεύει στο διάλειμμα που είχε, ως υπάλληλος που τότε ήταν, για το μεσημεριανό του.
Ο μάρτυρας παρέλειψε να εξηγήσει το λόγο που ο θείος του ξαφνικά τον οδήγησε στην οικία του αποβιώσαντα. Επίσης ουδεμία αναφορά από τον μάρτυρα γιατί αυτός αποδέχτηκε να συναντήσει τον αποβιώσαντα. Τι υποχρέωση ο μάρτυρας αισθανόταν ότι είχε απέναντι στον αποβιώσαντα για να το πράξει τη δεδομένη χρονική στιγμή που επικαλείται; Την ίδια στιγμή οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο μάρτυρας επικαλείται ότι ανέλαβε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αποβιώσαντα σε συνδυασμό με την μη αναφορά για ύπαρξη τιμήματος παροχής τους είναι τόσο ιδιαίτερες, ανεξήγητες και παράλογες που θέτουν τις διάφορες αναφορές του εκτός της σφαίρας της πραγματικότητας.
Το πιο σημαντικό ίσως που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι η μαρτυρία του μάρτυρα περιέχει στοχευμένες αναφορές για την ιατρική κατάσταση του αποβιώσαντα σε χρονικά σημεία που θεωρούνται καθοριστικά για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Μέσα από την μαρτυρία του ο μάρτυρας προβάλλει ιατρικά ζητήματα για τα οποία δεν είναι ιατρός και ούτε διαθέτει επιστημονικές γνώσεις για να μπορούν να γίνουν πιστευτά. Για παράδειγμα ο μάρτυρας αναφέρει ότι ο αποβιώσαντας από τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο 2012 μέχρι το Πάσχα 2015 ο αποβιώσαντας «είχε πλήρως τα λογικά του και την αντίληψη του». Επίσης αναφέρει ότι ο αποβιώσαντας «δεν είχε κανένα πρόβλημα στα χέρια».
Ο μάρτυρας δεν περιορίστηκε σε αναφορές που αφορούσαν την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πάλι στοχευμένα σχολιάζει την υγεία του αποβιώσαντα αυτή τη φορά για την περίοδο πριν από το έτος 2009, παρόλο που ίδιος όμως, όπως είπε, δεν γνώριζε τον αποβιώσαντα πριν από τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο 2012 και ούτε τον είχε επισκεφτεί. Όταν εγέρθηκε το ζήτημα αυτό στην αντεξέταση του, ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι οι αναφορές του αυτές δεν είναι προϊόν προσωπικής του διαπίστωσης. Χωρίς καν να γνωρίζει την έννοια των ορολογιών που υπονοεί, αποφεύγει να πει την πηγή των αναφορών του. Επί τους σημείου αυτού χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα κατά την αντεξέταση του που ομιλεί από μόνο του (πρακτικά ημερ. 15.05.25, σελίδα 8):
«Ε. Πού ξέρεις τότε πριν το 2009 ότι ο Κουνίδης είχε πλήρη διαύγεια μέχρι το 2015;
Α. Μπορεί να το άκουσα από τον θείο μου, γιατί έκαναν πολλή παρέα.
Ε. Ξέρεις τι σημαίνει διαύγεια;
Α. Όχι.
Ε. … Πώς γνωρίζεις ότι αυτός ο άνθρωπος είχε πνευματική υγεία πριν το 2009;
Α. Πρέπει να είναι από τον θείο μου που το άκουσα, γιατί έκαναν παρέα.
Ε. Άρα αυτό που λες είναι ψέμα;
Α. Όχι. Πρέπει να το άκουσα από τον θείο μου.
Ε. Άρα εσύ σήμερα στο Δικαστήριο λες, ότι δεν ήξερες ποια ήταν η πνευματική υγεία του Κουνίδη πριν το 2012;
Α. Έκανε παρέα με τον θείο μου. Εγώ το 2012 τον γνώρισα προσωπικά.»
Το σύνολο των πιο πάνω στην ολοκληρωμένη τους διάσταση είναι δεδομένα που μοιραία έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του μάρτυρα αφαιρώντας κάθε ίχνος πειστικότητας από τις αναφορές του. Κατά συνέπεια, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ4, περιλαμβανομένου της Ένδειξης ‘Δ’ που αποτελεί μέρος της, ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη.
Ο ΜΥ2 επίσης δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μην πει την αλήθεια. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν δεν απαντούσε αυθόρμητα και επί της ουσίας τους αλλά από τον τρόπο και το ύφος που αντιδρούσε αντιλήφθηκα ότι έδιδε κατασκευασμένες απαντήσεις. Δεν εξιστόρησε τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν αλλά πονηρά και στοχευμένα, θα έλεγα, επέλεξε να παρουσιάσει κατ’ ισχυρισμό συμβάντα με τον τρόπο που θεωρούσε ότι θα βόλευε και θα εξυπηρετούσε την εκδοχή των μελών της οικογένειας του που είναι οι Εναγόμενοι. Ορισμένες απαντήσεις του στερούνται πειστικής εξήγησης και άλλες βρίσκονται εκτός της σφαίρας της λογικής. Επίσης η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις που ο μάρτυρας υπέπεσε μέσα από την αντεξέταση του, οι οποίες έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Σε τελευταία ανάλυση δεν θεωρώ τον μάρτυρα αυτό ειλικρινή για να μπορέσω να βασιστώ στην μαρτυρία του και να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα.
Προς επίρρωση των πιο πάνω αναφέρω ενδεικτικά τα εξής:
? Στην αντεξέταση του ο ΜΥ2 ανάφερε ότι γνώριζε ότι ο αποβιώσαντας επιθυμούσε να δώσει τα επίμαχα ακίνητα στη σύζυγο του, ισχυρισμός όμως που δεν περιέχεται μέσα από τη γραπτή του δήλωση (Ένδειξη ‘Γ’), πράγμα που καταδεικνύει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη του προκειμένου να βοηθήσει την εκδοχή των Εναγομένων. Αν αυτή η αναφορά περί αντίληψης του ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα όχι απλά δεν θα είχε πρόβλημα αλλά ο μάρτυρας θα το υποδείκνυε ευθύς στη γραπτή του δήλωση μαζί με σχετικές λεπτομέρειες αφού θα επρόκειτο για σημαντικό στοιχείο.
? Ενώ αρχικά στην αντεξέταση του ο μάρτυρας είπε ότι είχε αναφέρει στη σύζυγο του την επιθυμία του αποβιώσαντα να έλθει πιστοποιών υπάλληλος για να ετοιμάσει πληρεξούσιο έγγραφο όταν μετέφερε τον Εναγόμενο 4 στην οικία του αποβιώσαντα, στην πορεία της αντεξέτασης του διαφοροποιήθηκε λέγοντας άθελα του ότι της το είχε αναφέρει από προηγουμένως. Αυτό καταδεικνύει ότι τόσο ο μάρτυρας όσο και η σύζυγος του (Εναγόμενη 1) γνώριζαν από την αρχή για επικείμενη κάθοδο πιστοποιούντος υπαλλήλου σε σχέση με την ετοιμασία πληρεξουσίου εγγράφου που θα διόριζε την Εναγόμενη 1 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντα αναφορικά με τα επίμαχα ακίνητα του.
? Η αναφορά του ΜΥ2 στην αντεξέταση του ότι ο αποβιώσαντας εργαζόταν από τον Ιανουάριο 2014 μέχρι το τέλος του έτους αυτού έρχεται σε αντίθεση με την §6 της γραπτής του δήλωσης στην οποίαν αναφέρει πως από το έτος 2010 ο αποβιώσαντας παρουσίαζε αδυναμία στα κάτω άκρα του που όχι μόνο δεν του επέτρεπε να περπατά κανονικά αλλά να χρειάζεται βοήθεια. Μάλιστα, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας είπε, το πρόβλημα αυτό του αποβιώσαντα χειροτέρευε με την πάροδο του χρόνου. Το πρόβλημα αυτό σαφώς δεν μπορούσε να παρείχε τη δυνατότητα στον αποβιώσαντα να εργάζεται. Είναι εμφανής η προσπάθεια του μάρτυρα να ωραιοποιήσει πλασματικά την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα στη γραπτή δήλωση του, η οποία όμως εκτέθηκε κατά την εκτεταμένη αντεξέταση που είχε.
? Η αναφορά του μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι ο αποβιώσαντας δεν χρειαζόταν καθημερινή φροντίδα από το έτος 2009 συγκρούεται κάθετα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων στην §4 της έκθεσης υπεράσπισης όπου διατυπώνεται μία εντελώς αντίθετη θέση. Ειδικότερα στην εν λόγω παράγραφο αναφέρεται ρητά ότι «μετά την εγχείρηση στην οποίαν υπεβλήθηκε ο αποβιώσας κατά το έτος 2009, η φροντίδα που παρείχαν η εναγόμενη αρ.1 και ο σύζυγος της ήταν σχεδόν επί καθημερινής βάσης.» Η διαφοροποιημένη θέση του μάρτυρα στην αντεξέταση του συνιστά εκ των υστέρων σκέψη του προκειμένου να απεγκλωβίσει την εκδοχή των Εναγομένων από εμπόδιο που θεώρησε ότι παρουσιάστηκε με τη εν λόγω προγενέστερη δικογραφημένη αναφορά σε ότι αφορά τις δυνατότητες του αποβιώσαντα με την παρουσίαση καλύτερης διαχρονικά εικόνας σε σχέση με τη κατάσταση της υγείας του.
? Παρόλο ότι στην αντεξέταση του ερωτήθηκε ευθέως, ο μάρτυρας δεν εξήγησε το σκεπτικό του να αποταθεί ευθέως στον Εναγόμενο 4, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά. Ο μάρτυρας παρέλειψε συνειδητά να δώσει πειστική απάντηση γιατί δεν απευθύνθηκε σε κάποιον πιστοποιών υπάλληλο της περιοχής ή στον τότε κοινοτάρχη του Γουδιού Σάββα Χριστοφή, αν και νονός της Εναγόμενης 1 οπότε ήταν γνωστός τους, πράγμα που θα ήταν βολικότερο και ευκολότερο για ένα τέτοιο άτομο να μεταβεί στην οικία του αποβιώσαντα και προτιμήθηκε κάποιος από την κέντρο της Πάφου, τον οποίον ο ίδιος χρειάστηκε να μεταφέρει με το όχημα του στο Γουδί. Η προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει ειλικρινώς επί της ουσίας είναι εμφανής δίδοντας φτωχές αναφορές.
Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά ημερ. 14.05.25, σελίδα 17, γραμμές 8-24, το οποίο ομιλεί από μόνο του:
«Ε. Κύριε μάρτυς, ποιος είναι ο τατάς της γυναίκας σας;
Α. Ο Σάββας ο μουχτάρης, Σάββας Χριστοφής.
Ε. Από το Γουδί;
Α. Ναι, ο αντάρτης.
Ε. Ο οποίος ήταν στο χωριό που μείνισκε ο Κουνίδης;
Α. Μάλιστα.
Ε. Γιατί δεν τον πιάσατε εκείνο για πιστοποιών υπάλληλο;
Α. Έχει Αλτσχάϊμερ.
Ε. Το 2014 ο Σάββας είχε Αλτσχάϊμερ;
Α. Τωρά έχει.
Ε. Εγώ λέω σου για το ’14 που σου είπε ο Κουνίδης να μου βρεις ένα πιστοποιών υπάλληλο. Γιατί δεν έπιασες τον τατά της γυναίκας σου;
Α. Ο μουχτάρης πιστοποιά;
Ε. Ναι.
Α. Όχι, ξέρω δεν πιστοποιά.
Ε. Απλά ούτε τούτον τον επιάσατε γιατί ήταν να μάθει τις πομπές σας το χωριό;
Α. Όχι.»
? Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι περί τα τέλη 2012-2013 ο αποβιώσαντας επέβλεπε εργασίες περίφραξης κατασκευής δρόμου και πλακόστρωτου παραγγέλλοντας υλικά και προβαίνοντας σε πληρωμές. Πέραν του ότι η αναφορά του αυτή εξουδετερώνεται από την §4 της έκθεσης υπεράσπισης καθώς επίσης από την §6 της γραπτής δήλωσης του ιδίου του μάρτυρα όπου με βάση αυτά δεν θα μπορούσε να του παρεχόταν τέτοια δυνατότητα, πρόκειται για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό που παρέμεινε σε λεκτικό επίπεδο. Προς υποστήριξη του αναμενόταν η προσκόμιση σχετικού μαρτυρικού υλικού όπως για παράδειγμα συμφωνητικό έγγραφο εκτέλεσης εργασιών, έντυπα παραγγελίας υλικών, αποδείξεις πληρωμών/είσπραξης που αφορούν τις παραγγελίες υλικών και εργασίες που εκτελέστηκαν, μαρτυρίες από άτομα με τα οποία ο αποβιώσαντας προέβηκε σε συμφωνίες και/ή συνεργάστηκε μαζί τους και/ή άτομα τα οποία λάμβαναν οδηγίες από τον αποβιώσαντα. Ωστόσο κανένα από τα πιο πάνω έχει συμβεί.
? Η αναφορά του μάρτυρα ότι ο αποβιώσαντας ήταν αυτός που του είχε ζητήσει να φέρει πιστοποιών υπάλληλο βρίσκεται εκτός της σφαίρας της λογικής. Αν αυτό που ο μάρτυρας επικαλείται ευσταθούσε, τότε ο ίδιος θα το ανακοίνωνε στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντα αφού, έχοντας πλέον την κάλυψη του αποβιώσαντα, δεν θα είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Παράλληλα θα το γνωστοποιούσε στους υπόλοιπους ο ίδιος ο αποβιώσαντας, όπως έπραξε σε άλλες περιπτώσεις με μέλη της οικογένειας του. Εφόσον ο αποβιώσαντας ήταν ευθύς, με δυνατό χαρακτήρα και ισχυρή/επιβλητική προσωπικότητα που ουδείς μπορούσε να του αντισταθεί ή να διαφωνήσει μαζί του, ως τον περιέγραψε ο μάρτυρας, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα και κανένα δισταγμό ή επιφύλαξη να το κοινοποιήσει, εκτός βέβαια αν η κατάσταση της υγείας του δεν του το επέτρεπε. Αντίθετα το γεγονός ότι αυτό ο μάρτυρας μερίμνησε να μεταβεί στα κρυφά πιστοποιών υπάλληλος στην οικία του αποβιώσαντα για ένα τόσο σοβαρό γεγονός που επηρέαζε όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντα, το ότι ο πιστοποιών υπάλληλος ήλθε από το Κτήμα (κέντρο Πάφου) και δεν ήταν της περιοχής παρά τους γνωστούς και συγγενείς που υπήρχαν στην περιοχή και ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα, το ότι ο μάρτυρας απέκρυψε την υπογραφή του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου που αφορούσε τα επίμαχα ακίνητα ή τουλάχιστον δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να ενημερώσει τους υπόλοιπους παρέμεινε κρυφό από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του και το γεγονός ότι ο Ενάγοντας έμαθε γι’ αυτό δύο χρόνια μετά, κατόπιν έρευνας που ο ίδιος προέβηκε τυχαία στο Κτηματολόγιο υπό την ιδιότητα του διαχειριστή, είναι δεδομένα που δημιουργούν περισσότερα σοβαρά ερωτηματικά.
? Η αναφορά του ΜΥ2 ότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντα ενημερώθηκαν για το ζήτημα της ετοιμασίας και υπογραφής πληρεξουσίου εγγράφου κάθε άλλο παρά αληθής είναι. Ο μάρτυρας δεν ήταν ξεκάθαρος αλλά έντεχνα όταν ερωτήθηκε το προσπέρασε με διπλωματικό τρόπο πιθανολογώντας αφού συγκεκριμένα ανάφερε «Εγώ νομίζω το ήξεραν, τους το είπεν ο πεθερός μου», «Εγώ είπα νομίζω ότι το ήξεραν» και «Είπεν τους το ο πεθερός μου νομίζω» (πρακτικά ημερ. 14.05.25, σελίδα 9 σημεία 32-36 & σελίδα 10 σημεία 1-14). Αν πράγματι ίσχυε αυτό, ο ΜΥ2 θα ήταν ο πρώτος που θα το σημείωνε στη γραπτή του δήλωση του και θα φρόντιζε αμέσως να το επαναλάβει στη δια ζώσης μαρτυρία του ώστε να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, σε αντίθεση με το τι αναληθώς απάντησε επί τούτου στο Δικαστήριο.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η αξιοπιστία της ΜΥ2 έχει πληγεί ανεπανόρθωτα και η πειστικότητα της μαρτυρίας του έχει εκμηδενιστεί. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, θεωρώ ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα κάθε άλλο παρά πρεσβεύει την αληθινή όψη των πραγμάτων. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ2 ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου της Ένδειξης ‘Γ’ (γραπτής δήλωσης του εν λόγω μάρτυρα) που αποτελεί μέρος της.
Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας του ΜΥ2 κατατέθηκε η έκθεση ημερ. 25.11.24 του Ανδρέα Παναγιώτου (Τεκμήριο 23). Με βάση το σκεπτικό που παραθέτω, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν θα ληφθεί υπόψη. Δεν λαμβάνεται υπόψη όχι επειδή είναι εξ’ ακοής μαρτυρία. Είναι γνωστό ότι εξ’ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία απλώς και μόνο επειδή αυτή είναι εξ’ ακοής (άρθρο 24 Κεφ.9) αλλά αξιολογείται από τις παραμέτρους που παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό στο άρθρο 27 του Κεφ.9. Στην προκειμένη περίπτωση το συγκεκριμένο έγγραφο συνιστά εξειδικευμένη μαρτυρία που ετοιμάστηκε από άτομο που θα μπορούσε να καταθέσει υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα. Το περιεχόμενο του εγγράφου σαφώς δεν εμπίπτει στο πεδίον γνώσεων του ΜΥ2. Με γνώμονα την περί του αντιθέτου εκδοχή του Ενάγοντα, ο Παναγιώτου μπορούσε να κληθεί από την πλευρά των Εναγομένων για να δώσει ένορκη μαρτυρία και αφού επεξηγήσει επιστημονικά το έγγραφο που ο ίδιος ετοίμασε, να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης.
Ωστόσο η πλευρά των Εναγομένων παρέλειψε να παρουσιάσει τον Παναγιώτου ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Η μη προσαγωγή του πιο πάνω προσώπου ως μάρτυρα υπεράσπισης και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την πλευρά του Ενάγοντα τη δυνατότητα να θέσει τις δικές του τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που οι Εναγόμενοι προώθησαν μέσα από το περιεχόμενο της εξ’ ακοής μαρτυρίας. Αν βέβαια ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για την πλευρά των Εναγομένων να παρουσιάσει το πιο πάνω άτομο ως μάρτυρα υπεράσπισης, εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για την πλευρά του Ενάγοντα να τον κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 217).
ΜΥ5 είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ‘Ο τελευταίος δραπέτης’. Το βιβλίο εκδόθηκε το έτος 2014. Το βιβλίο (Τεκμήριο 15) αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον αποβιώσαντα στις σελίδες 350 & 351. Η αναφορά αυτή αφορά σε συνάντηση που διεξήχθη στην οικία του αποβιώσαντα στο Γουδί την 01.11.13. Στα πλαίσια συγγραφής του βιβλίου δύο συναγωνιστές του αποβιώσαντα μετέβησαν στην οικία του και τον συνάντησαν μαζί με τον ΜΥ5, ο οποίος παρευρέθηκε υπό την ιδιότητα του συγγραφέα.
Στις προαναφερόμενες σελίδες ο συγγραφέας περιγράφει την κατάσταση του αποβιώσαντα. Ο συγγραφέας δεν είχε κανένα λόγο τότε, κανένα κίνητρο και κανένα προσωπικό όφελος να μην καταγράψει αυτά που προσωπικά διαπίστωσε και βίωσε με τη φυσική παρουσία του στη συνάντηση την 01.11.13. Αποδέχομαι αυτά που αναφέρει στις εν λόγω σελίδες στο βαθμό και στην έκταση που αφορούν το πρόσωπο του αποβιώσαντα επειδή αυτά είναι που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Συνεπώς αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου οι πιο κάτω αναφορές που αντλήθηκαν από τις εν λόγω σελίδες του Τεκμηρίου 15 και αφορούν τον αποβιώσαντα:
~ Κατά τη συνάντηση ημερ. 01.11.13 οι επισκέπτες βρήκαν τον αποβιώσαντα ημιπαράλυτο να κάθεται σε αναπηρικό ηλεκτρικό αμαξάκι και ένα ζευγάρι να τον φροντίζουν.
~ Όταν οι δύο συναγωνιστές του τον αγκάλιασαν και τον φίλησαν δακρυσμένοι, αυτός συγκινημένος δοκίμαζε να πει κάτι μα αδυνατούσε να μιλήσει.
~ Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα του μα αυτός δεν μπορούσε να σηκώσει το χέρι του να τα σκουπίσει.
~ Ένας από τους συναγωνιστές του του χάιδευε τα μαλλιά και τον ρωτούσε αν θυμόταν περιστατικά που έγιναν μισό αιώνα πριν.
Στο βιβλίο δεν καταγράφεται να υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση του αποβιώσαντα στις πιο πάνω ερωτήσεις του συναγωνιστή του. Αν ο αποβιώσαντας έδιδε οποιαδήποτε απάντηση σ’ αυτά που είχε ερωτηθεί ή εν πάση περιπτώσει αν εκδήλωνε οποιαδήποτε συμπεριφορά ή αντίδραση σ’ αυτά που ερωτήθηκε ο συγγραφέας θα τα κατέγραφε στο βιβλίο του, όπως έπραξε με τις προαναφερόμενες αναφορές. Δεν είχε κάποιο λόγο για να το παραλείψει.
Το λεκτικό και η διατύπωση που χρησιμοποιούνται στο βιβλίο είναι σαφή και δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας τους. Κατά τον Νοέμβριο 2013 ο αποβιώσαντας παρουσιάζεται σε κατάσταση ημιπαράλυσης. Ανήμπορος να περπατήσει είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξάκι. Αδυνατούσε να ομιλήσει και να σηκώσει τα χέρια του ενώ τύγχανε βοήθειας και περιποίησης από δύο άλλα πρόσωπα.
Υπάρχει όμως και η πτυχή της δια ζώσης μαρτυρίας του ΜΥ2, η οποία είναι ξεχωριστή και ανεξάρτητη από τις γραπτές αναφορές του βιβλίου που είναι μέρος πραγματικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Προχωρώ ευθύς σε αξιολόγηση της ένορκης μαρτυρίας του ΜΥ2.
Μετά πάροδο 11,5 ετών περίπου, ο ΜΥ5 κλήθηκε από την πλευρά των Εναγομένων και παρευρέθηκε στο Δικαστήριο δίδοντας ένορκη μαρτυρία. Η ένορκη μαρτυρία του περιλαμβάνει γραπτή δήλωση (Ένδειξη ‘Ε’), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε, καθώς επίσης δια ζώσης αναφορές. Μέσα από τη γραπτή δήλωση του είναι εμφανής η συνειδητή προσπάθεια του μάρτυρα να αλλοιώσει την εικόνα της κατάστασης του αποβιώσαντα κατά την περίοδο εκείνη από αυτή που περιγράφεται στο βιβλίο. Αυτά που περιγράφονται στο Τεκμήριο 15 ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτά που ανάφερε προφορικά στο Δικαστήριο 11,5 χρόνια περίπου μετά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μνημονικό του μάρτυρα σε ότι αφορά αυτά που προσωπικά αντιλήφθηκε κατά τη συνάντηση του έτους 2013 μετά από τόσα χρόνια που χρειάστηκε να αναφερθεί εκ νέου σ’ αυτά όταν προσήλθε στο Δικαστήριο εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων, μετέχει εξασθενήσει. Σε αντίθεση με τις αναφορές του βιβλίου που έχουν καταγραφεί αμέσως μετά τη συνάντηση οι οποίες ήταν φρέσκες στο μνημονικό του μάρτυρα χωρίς κίνητρο ή όφελος.
Η προσπάθεια αποδόμησης της σαφήνειας των αναφορών στο βιβλίο που αφορούν τον αποβιώσαντα από μέρους του μάρτυρα αποδίδοντας τις σε συναισθήματα της στιγμής πέφτουν στο κενό αφού στερούνται πειστικότητας. Η ανάγνωση του μέρους που αναφέρεται στον αποβιώσαντα στη συνολική του διάσταση σε συνδυασμό με την έννοια του λεκτικού που χρησιμοποιείται δεν υποστηρίζει το σκεπτικό του μάρτυρα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Το ότι τόσο στη γραπτή δήλωση του όσο και στην προφορική ένορκη μαρτυρία του ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να υποδείξει οποιαδήποτε ουσιαστική αναφορά σε γεγονός που να είχε περιέλθει στη μνήμη του αποβιώσαντα και να το έχει αναφέρει ο ίδιος κατά τη συνάντηση, είναι δεδομένο που ενισχύει το σκεπτικό του Δικαστηρίου.
Η μόνη εξήγηση που μπορεί να αποδοθεί σε σχέση με την αλλοίωση των αναφορών που περιέχονται στο βιβλίο και αφορούν τον αποβιώσαντα μέσα από την ένορκη μαρτυρία του μάρτυρα στο Δικαστήριο είναι ότι συνειδητά ο μάρτυρας προσήλθε ενώπιον της δικαιοσύνης με σκοπό να προκαλέσει ζημιά στην εκδοχή των Εναγουσών ευνοώντας τους Εναγομένους, εκ μέρους και για λογαριασμό των οποίων έχει κλητευθεί. Ο ΜΥ5 αναγνωρίζει ότι η δια ζώσης μαρτυρία του διαφέρει από τις αντίστοιχες αναφορές του βιβλίου. Παραδέχεται ότι προέβηκε σε προσθέσεις. Προς τούτο επικαλέστηκε τη βοήθεια σημειώσεων που είχε λάβει κατά τη συνάντηση την 01.11.13 για τη σύνταξη της γραπτής δήλωσης του, τις οποίες όμως ουδέποτε παρουσίασε στο Δικαστήριο. Εφόσον ο μάρτυρας γνώριζε ότι είχε χρησιμοποιήσει ένα σημαντικό βοήθημα για να ετοιμάσει την Ένδειξη ‘Ε’, θα έπρεπε, για να είναι πειστικός, να είχε στην κατοχή του αυτές τις επικαλούμενες σημειώσεις και να τις παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ωστόσο δεν το έπραξε χωρίς να δώσει επαρκή λόγο.
Για να αντιληφθεί κάποιος το βαθμό αλλοίωσης αναφέρω ενδεικτικά τα πιο κάτω:
~ Μόλις αφίχθηκαν στο Γουδί ο αποβιώσαντας ήλθε προς το μέρος τους χρησιμοποιώντας το αναπηρικό όχημα του από ένα δρομάκι.
~ Ο αποβιώσαντας ομιλούσε χαμηλόφωνα, είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος και συμμετείχε στις συζητήσεις τους.
~ Ο αποβιώσαντας οδήγησε το αναπηρικό του όχημα κοντά σε τραπέζι στην αυλή όπου κάθισαν όλοι με τον ίδιο να κάθεται σε αναπηρικό κάθισμα.
~ Ο αποβιώσαντας δεν είχε πρόβλημα με τα χέρια του.
~ Κατά τη συνάντηση ο αποβιώσαντας προέβηκε σε διάφορες αναφορές.
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω η αξιοπιστία του μάρτυρα έχει υποστεί ανεπανόρθωτο ρήγμα. Η δε πειστικότητα του έχει εκμηδενιστεί. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν αποδέχομαι τη δια ζώσης μαρτυρία του ΜΥ5 στο Δικαστήριο, περιλαμβανομένης της Ένδειξης ‘Ε’ που αποτελεί μέρος της, ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη.
Ο Εναγόμενος 4 (ΜΥ6) ήταν επίσης ένα άτομο που, ως μάρτυρας στην υπόθεση αυτή, δεν μου έκανε καθόλου θετική εντύπωση. Δυστυχώς ήλθε στο Δικαστήριο και δεν είπε την αλήθεια, παρά την υποχρέωση που είχε να βοηθήσει τη δικαιοσύνη στην αποκάλυψη της. Από την όλη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, εκείνο που φάνηκε ότι τον ενδιέφερε ήταν απλά να υποστηρίξει την εκδοχή της υπεράσπισης. Από τον τρόπο και το ύφος που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν, αποκόμισα την εικόνα ότι ήλθε να πει αυτά που είχε υπόψη του να πει με τον τρόπο που τα σχεδίασε. Βέβαια σε ορισμένες ερωτήσεις ο μάρτυρας απέφυγε να απαντήσει επί της ουσίας τους, στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν προσήλθε για να πει την αλήθεια. Παράλληλα διάφορες τοποθετήσεις του δεν ήταν αυθεντικές και αυθόρμητες αλλά τυποποιημένες καθιστώντας τις προϊόν προγενέστερης επεξεργασίας. Άλλες δε αναφορές του επικαλούνται γεγονότα που θυμήθηκε μετά από 11 χρόνια και 4 μήνες περίπου από το περιστατικό που κλήθηκε να θέσει για πρώτη φορά υπόψη του Δικαστηρίου και προφανώς είναι σε διάσταση από αυτά που δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης του. Ακόμη κατά την αντεξέταση του και αφού ερωτήθηκε συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας θυμάται να σχολιάσει γεγονότα που ισχυρίζεται ότι έχουν συμβεί και κρίνονται σημαντικά για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης που όμως δεν συμπεριλαμβάνει στη γραπτή του δήλωση που συνιστούσε την κυρίως εξέταση του. Σε τελευταία ανάλυση δεν θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας.
Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω θα αναφέρω ενδεικτικά κάποια από τα προβλήματα που η μαρτυρία του Εναγομένου 4 παρουσιάζει με αποτέλεσμα να μην παρέχεται περιθώριο να στηριχτώ με ασφάλεια σ’ αυτήν.
Αν κάποιος αναγνώσει τις §3 και §4 της γραπτής δήλωσης του εν λόγω μάρτυρα (Ένδειξη ‘Στ’) και τις συγκρίνει με την §9 της γραπτής δήλωσης του ΜΥ2 (Ένδειξη ‘Γ’) θα διαπιστώσει ότι ουσιαστικά χρησιμοποιείται η ίδια διατύπωση και το ίδιο λεκτικό. Αυτό από μόνο του δείχνει προσκόμιση από μέρους του Εναγομένου 4 μαρτυρίας η οποία είναι κατασκευασμένη και προσυνεννοημένη προκειμένου να ευνοηθεί η εκδοχή της υπεράσπισης.
Περαιτέρω ενώ στην §6 της έκθεσης υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είχε εξηγήσει στον αποβιώσαντα τις συνέπειες που θα είχε η υπογραφή του στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο και ότι ο τελευταίος τον είχε διαβεβαιώσει πως είχε αντιληφθεί πλήρως αυτά που του είχε πει, ουδεμία τέτοια αναφορά ως γεγονός περιέχεται στη γραπτή του δήλωση. Όταν του υποδείχτηκε αυτό κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος 4, ο οποίος αναγνώρισε την μη αναφορά αυτή, έδωσε τη στερεότυπη, πλην όμως προσχεδιασμένη, απάντηση «Δεν το θεωρούσα απαραίτητο» θεωρώντας έτσι ότι θα απεγκλωβιζόταν από τη δύσκολη θέση που ανάμενε ότι θα βρισκόταν σε περίπτωση που θα ερωτάτο. Το ότι δεν φαινόταν ίχνος ανησυχίας ή προβληματισμού στο πρόσωπο του όταν τέθηκε το ζήτημα αυτό, αποδεικνύει ότι ο μάρτυρας είχε υπόψη του από πριν την απάντηση που θα έδιδε σε περίπτωση που ερωτάτο προκειμένου να διορθώσει το κενό αυτό. Όταν πράγματι ερωτήθηκε, ο μάρτυρας στοχευμένα απάντησε.
Κατ’ ανάλογο τρόπο, ενώ στην §6 της έκθεσης υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 4 δικογραφεί ότι από διάλογο που είχε μαζί με τον αποβιώσαντα «ήταν προφανές ότι είχε διαύγεια πνεύματος», στη γραπτή δήλωση του ο μάρτυρας δεν αναφέρει οτιδήποτε. Όταν του υποδείχτηκε αυτό κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος 4, ο οποίος αναγνώρισε την μη αναφορά αυτή, πάλι έδωσε τη στερεότυπη, πλην όμως προσχεδιασμένη, απάντηση «Δεν το θεωρούσα απαραίτητο» θεωρώντας έτσι ότι θα απεγκλωβιζόταν από τη δύσκολη θέση που ανάμενε ότι θα βρισκόταν σε περίπτωση που θα ερωτάτο. Το ότι δεν φαινόταν ίχνος ανησυχίας ή προβληματισμού στο πρόσωπο του όταν τέθηκε το ζήτημα αυτό, αποδεικνύει ότι ο μάρτυρας είχε υπόψη του από πριν την απάντηση που θα έδιδε σε περίπτωση που ερωτάτο προκειμένου να διορθώσει το κενό αυτό. Όταν πράγματι ερωτήθηκε, ο μάρτυρας στοχευμένα απάντησε.
Επιπλέον ενώ στη γραπτή δήλωση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι όταν στις 29.01.14 μετέβηκε στην οικία του αποβιώσαντα αυτός καθόταν και έβλεπε τηλεόραση, κατά την αντεξέταση του επισήμανε για πρώτη φορά ότι εκείνη την ημέρα τον είχε δει να μετακινείται με ηλεκτρικό καροτσάκι. Όταν του υποδείχτηκε αυτό μέσα από την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος 4, ο οποίος αναγνώρισε την μη αναφορά αυτή, πάλι έδωσε τη στερεότυπη, πλην όμως προσχεδιασμένη, απάντηση «Δεν το θεωρούσα απαραίτητο» θεωρώντας έτσι ότι θα απεγκλωβιζόταν από τη δύσκολη θέση που ανάμενε ότι θα βρισκόταν σε περίπτωση που θα ερωτάτο. Το ότι δεν φαινόταν ίχνος ανησυχίας ή προβληματισμού στο πρόσωπο του όταν τέθηκε το ζήτημα αυτό, αποδεικνύει ότι ο μάρτυρας είχε υπόψη του από πριν την απάντηση που θα έδιδε σε περίπτωση που ερωτάτο προκειμένου να διορθώσει το κενό αυτό. Όταν πράγματι ερωτήθηκε, ο μάρτυρας στοχευμένα απάντησε. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την μαρτυρία του στο συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο υποστηρίζει το σκεπτικό του Δικαστηρίου (πρακτικά ημερ.29.05.25, σελίδα 10, γραμμές 12-32):
«Ε. Είδετε τον να κινείται με αναπηρικό καροτσάκι;
Α. Ναι.
Ε. Πότε, εκείνη την ημέρα;
Α. Όταν πήγαμε εκείνη την ημέρα
Ε. Όταν πήγατε εκείνη την ημέρα, πρώτη φορά μου το λέτε, πότε την ώρα που μπήκετε του σπιτιού ή την ώρα που βγήκατε του σπιτιού;
Α. Την ώρα που μπήκαμε.
Ε. Την ώρα που μπήκετε γράφετε ότι εδώ εκάθετουν και έβλεπε τηλεόραση και μάλιστα σήμερα προσθέσετε σε καρέκλα, πότε ήταν το αναπηρικό καροτσάκι;
Α. Η καρέκλα που εκάθετουν ήταν αναπηρική.
Ε. Όταν είπατε προηγουμένως ότι καθόταν σε καρέκλα εννοούσατε την αναπηρική;
Α. Ήταν αναπηρική καρέκλα.
Ε. Αναπηρική καρέκλα ή αναπηρικό καροτσάκι;
Α. Νομίζω είναι το ίδιο πράγμα.
Ε. Και είδετε τον λέτε στο Δικαστήριο εκείνη την ημέρα να κινείται με την καρέκλα;
Α. Μάλιστα.
Ε. Τάρασσε το και πήγαινε μόνος του;
Α. Ναι.
Ε. Έχετε κάποιο λόγο που δεν το βάλετε μέσα στη γραπτή σας δήλωση και αυτό;
Α. Δεν το θεώρησα απαραίτητο.»
Να σημειωθεί ότι η έκθεση υπεράσπισης του δεν δικογραφεί κανένα γεγονός που να αποτυπώνει είτε την αναφορά του που περιέχεται στη γραπτή δήλωση του είτε τη δήλωση που προέβηκε μέσα από την αντεξέταση του.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η αξιοπιστία του μάρτυρα έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Η δε πειστικότητα του Εναγομένου 4 έχει εκμηδενιστεί. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Εναγομένου 4 και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Συνεπώς δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγομένου 4 (ΜΥ6) στο Δικαστήριο, περιλαμβανομένης της Ένδειξης ‘Στ’ που αποτελεί μέρος της, ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη.
Προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που προσήλθαν να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα.
Σε ότι αφορά την αξιολόγηση μαρτυρίας ατόμου που καταθέτει με την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει. Ποιος μπορεί να θεωρηθεί πραγματογνώμονας και να καταθέσει στο Δικαστήριο υπό αυτή την ιδιότητα εξηγείται μέσα από την υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 162/2014 ημερομηνίας 02.05.17, στην οποίαν και παραπέμπω. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι όντως εμπειρογνώμονας στον τομέα που κλήθηκε να καταθέσει, προχωρεί να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά και αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Όπως ακόμη λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη και το Δικαστήριο να εξηγεί γιατί.
Ο ΜΥ7 έδωσε ένορκη μαρτυρία ως ιατρός με ειδικότητα ειδικού παθολόγου. Το επάγγελμα και η ειδικότητα του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν αποτελούν σημείο διαφωνίας των διαδίκων. Το αναντίλεκτο γεγονός ότι ασκεί το επάγγελμα του ειδικού παθολόγου εδώ και 33 χρόνια περίπου τον καθιστά αδιαμφισβήτητα ειδικό να δώσει μαρτυρία σχετικά με ζητήματα που εμπίπτουν στον τομέα της ειδικότητας του. Κάτω από την ειδικότητα του αυτή του ο μάρτυρας κλήθηκε και έδωσε ένορκη μαρτυρία.
Έχω μελετήσει με προσοχή και επιμέλεια το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του ΜΥ7. Εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι η μαρτυρία του δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 04.03.16 (Τεκμήριο 6Β) το οποίο ο μάρτυρας υπέγραψε μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του. Το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου διατυπώνει τα προβλήματα υγείας που ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε κατά το χρόνο που νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς καθώς επίσης αναφέρεται στα αποτελέσματα της κλίμακας Γλασκώβης που είχε τις περιόδους της εισαγωγής του. Η ιατρική σημασία και η χρησιμότητα λήψης αποτελέσματος της κλίμακας Γλασκώβης σε ένα ασθενή αποτέλεσαν ένα άλλο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού. Οι αναφορές του όμως, με κάθε σεβασμό, δεν πρόσθεσαν οτιδήποτε ώστε να χαρακτηριστεί ως βοηθητική για το Δικαστήριο σε σχέση με την εξέταση των επιδίκων ζητημάτων της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ΜΥ7 θα μπορούσε να ήταν σημαντική για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης αν, για παράδειγμα, υπήρχε αναφορά σε αποτέλεσμα της κλίμακας Γλασκώβης για τον αποβιώσαντα στις 29.01.14 που υπογράφηκε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο. Επίσης, κατ’ ανάλογο τρόπο, μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα θα μπορούσε θεωρηθεί σημαντική για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης αν υπήρχε αναφορά για το ότι ο αποβιώσαντας στις 29.01.14 που υπογράφηκε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο τελούσε υπό φαρμακευτική αγωγή ή αντιμετώπιζε λοίμωξη, η οποία να μπορούσε να επηρεάσει προς τα κάτω την κλίμακα Γλασκώβης. Ωστόσο καμία τέτοια μαρτυρία δόθηκε από τον ΜΥ7.
Η μόνη αξία που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι ότι απλά διευκρινίζει και συνάμα συμπληρώνει το ευρύτερο πλαίσιο του πραγματικού υποβάθρου της υπόθεσης. Για ότι μπορεί να σημαίνει οι απαντήσεις του ΜΥ7 ήταν διαφωτιστικές για τον τομέα της ιατρικής εξειδίκευσης του, στον οποίον έχουν περιοριστεί. Εκεί που είχε ερωτηθεί για κάτι που δεν βρισκόταν στο πεδίο γνώσης του επειδή ενέπιπτε σε ειδικότητα άλλη από την δική του, ο μάρτυρας το έλεγε ευθαρσώς. Ενδεικτικά επισημαίνω την αναφορά του ότι δεν ήταν στη δική του εξειδίκευση να πει αν ο αποβιώσαντας ήταν ή όχι ανοϊκός. Επί του σημείου αυτού ανάφερε ότι το θέμα αν κάποιος έχει σώας τας φρένας ή όχι εμπίπτει στις ειδικότητες της νευρολογίας και της ψυχιατρικής και όχι στη δική του.
Με καθ’ όλα πειστικό τρόπο και καθόλου περιττές τοποθετήσεις, ο εν λόγω μάρτυρας ξεκαθάρισε ορισμένα σημαντικά ιατρικά ζητήματα που αφορούν την ιατρική κατάσταση του αποβιώσαντα. Το σκεπτικό του ήταν καθαρό και συγκροτημένο, χωρίς σκιές και δίχως περιθώρια αμφιβολίας. Χωρίς να μου δημιουργηθούν αισθήματα αμφισβήτησης και αμφιβολίας ως προς την ορθότητα και αξιοπιστία τους, οι επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις που αφορούν ιατρικής φύσεως ζητήματα από τον τομέα εξειδίκευσης του σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε ιατρικής μαρτυρίας που να την αντικρούει, την καθιστούν πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, στο βαθμό και στην έκταση που απλά διευκρινίζει και συμπληρώνει το ευρύτερο πλέγμα γεγονότων που καταλήγει στα ουσιώδη περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ7, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6Β που αποτελεί μέρος της, ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Συνακόλουθα οι επιστημονικές αναφορές του εν λόγω μάρτυρα καθίστανται μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Ειδικότερα τα πιο κάτω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου:
· Ο αποβιώσαντας νοσηλεύτηκε για πρώτη φορά στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς στις 29.10.12 με λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος, ενώ επανανοσηλεύτηκε κατά τα έτη 2014 και 2015 με ουρολοιμώξεις, κοιλιακό άλγος και λίθο παρωτιδικού πόρου.
· Ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε υπέρταση και καρκίνο στην ουροδόχο κύστη.
· Ο αποβιώσαντας ήταν κλινήρης και έφερε μόνιμο ουροκαθετήρα.
· Ο αποβιώσαντας παρουσίαζε υποθυροειδισμό και τελούσε υπό αγωγή με ρυθμισμένη θυροειδική λειτουργία.
· Ανεύρυσμα θωρακικής και κοιλιακής αορτής.
· Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
· Μονήρης όζος πνεύμονα.
· Υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης λόγω των εκφυλιστικών αλλοιώσεων.
· Φοβία μεσογειακής αναιμίας.
· Το έτος 2012 που νοσηλεύτηκε για πρώτη φορά, ο αποβιώσαντας επικοινωνούσε επαρκώς με το περιβάλλον με επηρεασμένη εκφορά λόγου ενώ παρουσίαζε κλίμακα Γλασκώβης 15/15.
· Στη δεύτερη νοσηλεία του τον Μάρτιο 2014 για οξύ κοιλιακό άλγος, ο αποβιώσαντας παρουσίαζε κλίμακα Γλασκώβης 15/15.
· Κατά τις επόμενες εισαγωγές το 2015 με τελευταία εισαγωγή το Σεπτέμβριο 2015 το επίπεδο επικοινωνίας ήταν επηρεασμένο κατά την οξεία νόσο αλλά και κατά την έξοδο του από το νοσοκομείο κλίμακα Γλασκώβης 11/15 και 13/15, όπου η εκφορά του λόγου, ο προσανατολισμός σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα ήταν ανεπαρκής.
· Η κλίμακα Γλασκώβης είναι ένα ψυχομετρικό σημείο το οποίο χρησιμοποιούν οι ιατροί για να δουν την κατάσταση που βρίσκεται ένας ασθενής εκεί η τη συγκεκριμένη στιγμή στη συγκεκριμένη συγκυρία. Έχει να κάνει με την ανταπόκριση σε ομιλία και με την κινητικότητα, δηλαδή αν ο ασθενής δίνει το χέρι του μετά από οδηγία, αν έχει ανοικτά τα μάτια του ή αντιδρά κατόπιν φωνητικής παραγγελίας, αν ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα, αν έχει καλή επαφή με το περιβάλλον, αν έχει επικοινωνία.
· Η κλίμακα Γλασκώβης επηρεάζεται προς τα κάτω από λοιμώξεις και από φάρμακα, όπως για παράδειγμα από τη λήψη του κατασταλτικού φαρμάκου Valium, σε όλη τη διάρκεια που θα λειτουργεί το φάρμακο.
Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω για τον ΜΥ7 ισχύουν ακριβώς, κατ’ ανάλογο τρόπο, για τον ΜΕ5, ο οποίος έδωσε ένορκη μαρτυρία ως ιατρός με ειδικότητα καρδιολόγου. Υπό αυτή την ιδιότητα υπέγραψε το Τεκμήριο 6Β μαζί με τον ΜΥ7 και με μία άλλη συνάδελφο του. Το αναντίλεκτο γεγονός ότι σπούδασε σε Γερμανία και Ελλάδα και ολοκλήρωσε την ειδικότητα του στην Ελλάδα με υπηρεσία ως καρδιολόγος τουλάχιστον 32 χρόνια, επάγγελμα το οποίο συνεχίζει να ασκεί μέχρι τη στιγμή της ένορκης μαρτυρίας του στο Δικαστήριο (ήτοι 10.04.25), του επιτρέπει, χωρίς καμία αμφιβολία, να δίδει μαρτυρία ιατρική φύσεως στον τομέα της ειδικότητας του. Στη βάση της ειδικότητας του αυτής ο μάρτυρας έδωσε ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο.
Η μαρτυρία του ΜΕ5 ήταν πολύ μικρής έκτασης και περιορισμένη σε ζητήματα που άπτονται του τομέα της καρδιολογίας, πλην όμως, όπως και στην περίπτωση του ΜΥ7, δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η μόνη αξία που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι ότι απλά διευκρινίζει και συνάμα συμπληρώνει το ευρύτερο πλαίσιο του πραγματικού υποβάθρου της υπόθεσης. Για ότι μπορεί να σημαίνει οι απαντήσεις του ΜΕ5 ήταν σαφείς, το δε σκεπτικό του ξεκάθαρο.
Δεν έχω κανένα ίχνος αμφιβολίας και βεβαίως δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την ορθότητα και αξιοπιστία των αναφορών του μάρτυρα, οι οποίες αφορούν ιατρικής φύσεως ζητήματα στον τομέα της καρδιολογίας. Το δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε ιατρικής μαρτυρίας που να την καταρρίπτει, καθιστούν την μαρτυρία του ΜΕ5 πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, στο βαθμό και στην έκταση που απλά διευκρινίζει και συμπληρώνει το ευρύτερο πλέγμα γεγονότων που καταλήγει στα ουσιώδη περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ5, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6Β που αποτελεί μέρος της, στο κομμάτι του εγγράφου αυτού που τον αφορά, ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Συνακόλουθα οι επιστημονικές αναφορές του εν λόγω μάρτυρα καθίστανται μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Έχω ήδη αναφερθεί στα ευρήματα αυτά πιο πάνω και συγκεκριμένα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ7.
Η ΜΕ4 ήταν ένα άλλο άτομο που προσήλθε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως ιατρός με ειδικότητα επίσης στην παθολογία. Οι σπουδές της μάρτυρος στην ιατρική επιστήμη με ειδικότητα στην παθολογία δεν τελούν υπό αμφισβήτηση από τους διαδίκους. Ούτε αμφισβητούνται οι επαγγελματικές υπηρεσίες της στο ιατρικό επάγγελμα. Επί τούτου θα έλεγα ότι οι σπουδές της μάρτυρος σε συνδυασμό με την πολύ μεγάλη επαγγελματική εμπειρία που διαθέτει στην ειδικότητα της παθολογίας, την καθιστά ειδήμονα στον τομέα αυτό. Ειδικότερα το γεγονός ότι ασκεί το επάγγελμα του ιατρού παθολόγου τα τελευταία 43 χρόνια περίπου υπηρεσίες τόσο στον ιδιωτικό χώρο όσο και στο δημόσιο χώρο, χωρίς αμφιβολία της επιτρέπει να δίδει μαρτυρία στον πεδίο εξειδίκευσης της. Στη βάση της ιατρικής ειδικότητας της η μάρτυρας κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο.
Έχω μελετήσει με προσοχή και επιμέλεια το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του ΜΕ4. Ως μάρτυρας η ΜΕ4 μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν η μάρτυρας απαντούσε ευθέως και αυθόρμητα χωρίς να φλυαρεί και δίχως τάση αποφυγής. Μέρος της μαρτυρίας της παρέμεινε αναντίλεκτο ενώ άλλο κομμάτι της υποστηρίζεται από μαρτυρικό υλικό που δεν αμφισβητήθηκε. Οι αναφορές της που αφορούν το πρόσωπο του αποβιώσαντα πηγάζουν από προσωπικά βιώματα της αφού γνωρίζετε με τον αποβιώσαντα από το έτος 1983, γεγονός το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο.
Αναντίλεκτη παρέμεινε και η αναφορά της μάρτυρος ότι μέχρι το έτος 2008 υπήρξε προσωπική ιατρός του αποβιώσαντα, ο οποίος δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Ωστόσο αμφισβητήθηκε η αναφορά της ότι κατά διαστήματα και όποτε την καλούσαν, η ίδια επισκεπτόταν τον αποβιώσαντα την περίοδο 2009-2013 και λίγο πριν αποβιώσει. Από τα δεδομένα της υπόθεσης κρίνω ότι η ΜΕ4 δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα στο ζήτημα αυτό. Δεν είχε κανένα κίνητρο να επιδιώξει εμπλοκή της στην υπόθεση και δεν έχει κανένα συμφέρον από το αποτέλεσμα της αγωγής αυτής ώστε να λεχθεί ότι η μαρτυρία της καθοδηγείται από το στοιχείο αυτό. Δεν υπήρχε κανένας λόγος και κανένα νόημα η ίδια να επισκέπτεται τον αποβιώσαντα από μόνη της και να προσφέρει τις ιατρικές της υπηρεσίες χωρίς να το επιθυμούν τουλάχιστον μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντα.
Στα πλαίσια των διαφόρων ιατρικών εξετάσεων που έκανε διαχρονικά στον αποβιώσαντα ως ιατρός παθολόγος και σε συνάρτηση με την ενημέρωση που τύγχανε για την πορεία της υγείας του αποβιώσαντα που η ίδια παρακολουθούσε διαχρονικά ως ασθενής της τόσο κατά την υπηρεσία της στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς όσο μετέπειτα ως ιδιώτης ιατρός, καταλήγει σε ιατρικές διαπιστώσεις. Πρόκειται για ιατρικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο αποβιώσαντας από το έτος 2008 και έπειτα. Τα ιατρικά ευρήματα της που αναφέρει μέσα από την μαρτυρία της ταυτίζονται με τα κλινικά ευρήματα που είχαν διαπιστώσει οι θεράποντες ιατροί του αποβιώσαντα (ΜΕ5 & ΜΥ7) κατά τις εισαγωγές τους του στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς τα έτη 2012, 2014 και 2015 και έχουν καταγράψει στο Τεκμήριο 6Β, το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί. Τα δε κατάλοιπα που προκλήθηκαν στον αποβιώσαντα από τα προβλήματα υγείας του, τα οποία επίσης η μάρτυρας επισημαίνει μέσα από την μαρτυρία της, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν.
Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΕ4, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 16 που αποτελεί μέρος της, ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Ωστόσο από την μαρτυρία της, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, δεν αποδέχομαι τα εξής:
- Την αναφορά της ότι ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε πρόβλημα πάρκινσον επειδή δεν αποτελεί προσωπική ιατρική διαπίστωση της αφού, όπως η ίδια αναγνώρισε, είναι ιατρικό ζήτημα που εμπίπτει στην ειδικότητα νευρολόγου και νευροχειρουργού που διαφορετικές από την δική της ειδικότητα.
- Την αναφορά της ότι ο αποβιώσαντας δεν επικοινωνούσε καθότι, εκτός από γενική και χρονικά απροσδιόριστη, δεν τεκμηριώνεται με αναφορά ότι υπέβαλε τον αποβιώσαντα στις δέουσες εξετάσεις που θα της επέτρεπαν να καταλήξει με ασφάλεια σ’ αυτή την ιατρική διαπίστωση, όπως ο έλεγχος της κλίμακας Γλασκώβης.
- Την αναφορά της ότι η ίδια δεν είδε τον αποβιώσαντα να τρώει, να πίνει ή να καπνίζει καθότι δεν σημαίνει ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε τη σωματική δυνατότητα να το πράξει.
Τα πιο πάνω δεν έχουν επηρεάσει την αξιοπιστία της μάρτυρος και κατ’ επέκταση την πειστικότητα της απέναντι στο Δικαστήριο.
Από την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΕ4 που έγινε αποδεκτή, τα πιο κάτω συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου:
~ Η ΜΕ4 μέχρι το έτος 2008 υπήρξε προσωπική ιατρός του αποβιώσαντα, ο οποίος δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας.
~ Η ΜΕ4 επισκεπτόταν, κατά διαστήματα όποτε την καλούσαν, τον αποβιώσαντα στην οικία του στο Γουδί την περίοδο 2009-2013 και λίγο πριν αποβιώσει.
~ Τα προβλήματα υγείας του αποβιώσαντα ξεκίνησαν από το έτος 2008 με μακροαιματουρία.
~ Έκτοτε ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε κακοήθεις πολύποδες στην ουροδόχο κύστη τους οποίους αφαίρεσε με χειρουργική επέμβαση, υποθυρεοειδισμό και προς τούτο λάμβανε θυροξίνη, υπέρταση, χαμηλή αιμοσφαιρίνη λόγω αιμορραγιών στην ουροδόχο κύστη, εκφυλιστικές αλλοιώσεις στον αυχένα για τις οποίες υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση το έτος 2009, συχνές ουρολοιμώξεις, λοιμώξεις αναπνευστικού, πνευμονία, πυρετό, ρίγος, αναιμία και χαμηλή αιμοσφαιρίνη.
~ Κατά τις επισκέψεις της στην οικία του αποβιώσαντα η ΜΕ4 εξέταζε τη θερμοκρασία, πίεση και το οξυγόνο του.
~ Συνεπεία των πιο πάνω προβλημάτων υγείας του, ο αποβιώσαντας είχε πρόβλημα κίνησης στα δύο κάτω άκρα του και γι’ αυτό χρησιμοποιούσε αναπηρικό αμαξάκι, είχε πρόβλημα με τις φωνητικές του χορδές αφού η φωνή του δεν έβγαινε και γι’ αυτό δεν ομιλούσε καθαρά και οι κουβέντες του ήταν δυσνόητες.
Ο ΜΕ2 ήταν ένας από τα άτομα που κατέθεσαν δια ζώσης υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα. Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι τα ακαδημαϊκά του προσόντα και η επαγγελματική εμπειρία του και γενικότερα η ενασχόληση του με το αντικείμενο για το οποίο κλήθηκε στο Δικαστήριο δεν αμφισβητούνται. Κατ’ επέκταση μπορεί να λεχθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη του εν λόγω μάρτυρα δεν αμφισβητείται.
Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για επιστήμονα που έτυχε εκπαίδευση, μετεκπαίδευση και ειδίκευση σε διάφορα συνέδρια και επιστημονικά εργαστήρια που διεξήχθησαν στην Ελλάδα, Πορτογαλία, Γερμανία και Η.Π.Α. με αντικείμενα την ανάλυση και εξέταση γραφής και υπογραφής, τη ψηφιακή φωτογράφιση τεκμηρίων, την εξέταση και αναγνώριση των στοιχείων ασφαλείας που περικλείονται στα έντυπα ασφαλείας, τις μεθόδους αναγνώρισης πλαστών και πλαστογραφημένων εγγράφων και θέματα δικαστικής γραφολογίας. Επίσης είναι άτομο που εκπαιδεύτηκε στο χειρισμό ειδικού τεχνολογικού εξοπλισμού για την εξέταση εγγράφων και εντύπων ασφαλείας καθώς και σε ειδικά προγράμματα όπως είναι το photoshop. Επιπρόσθετα είναι διαπιστευμένος στον τομέα της δικανικής εξέτασης αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής δυνάμει σχετικού πιστοποιητικού.
Παράλληλα μεγάλη είναι και η επαγγελματική εμπειρία του στο τομέα της γραφολογίας η οποία, μέχρι τη στιγμή της ένορκης κατάθεσης του στο Δικαστήριο (24.02.25), ανέρχεται σε 35 έτη περίπου. Όλη αυτήν την περίοδο ο μάρτυρας εξέτασε πέραν των 10.000 υποθέσεων που είχαν αντικείμενο εξέτασης τη γνησιότητα εγγράφων ενώ κλήθηκε εκατοντάδες φορές στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας δίδοντας μαρτυρία για ζητήματα δικανικής γραφολογίας.
Τα ακαδημαϊκά του προσόντα σε συνδυασμό με την εμπειρία που διαθέτει στον αντικείμενο της δικανικής γραφολογίας, όπως αυτή έχει εξηγηθεί από τον μάρτυρα και είναι παραδεκτή από την πλευρά των Εναγομένων, του επιτρέπουν να καταθέσει μαρτυρία για τα εξειδικευμένα ζητήματα που κλήθηκε να μαρτυρήσει υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα (Σιακόλα v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 110), Yaacoub v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 72/13 ημερ. 19.03.14, Ακρίδας v. Eman (Buses) Ltd και άλλων (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 355).
Έχω μελετήσει με προσοχή και επιμέλεια το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του ΜΕ2 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της επιστημονικής έκθεσης του (Τεκμήριο 10) και τον συγκριτικό πίνακα που ο ίδιος εκπόνησε και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πορίσματος του και κατ’ επέκταση της μαρτυρίας του (Τεκμήριο 12) στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε στη διάθεση του και χρησιμοποίησε για σκοπούς κατάληξης σε επιστημονικά ευρήματα όπως 23 αδιαμφισβήτητα δείγματα υπογραφών του αποβιώσαντα, 7 υπογραμμένες επιταγές της ΣΠΕ Περιφέρειας Πόλυς Χρυσοχούς (Τεκμήρια 11(1)–11(7)), άλλες 3 υπογραμμένες επιταγές της ΣΠΕ Περιφέρειας Πόλυς Χρυσοχούς και βεβαίως το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο επί του οποίου υπάρχει η αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και η αμφισβητούμενη ολογράφως γραφή/υπογραφή σε μεγέθυνση (Τεκμήριο 13 & Παράρτημα ‘Β’ παραδεκτών γεγονότων).
Ως μάρτυρας ο ΜΕ2 δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω εμπειρογνώμονας έδωσε ξεκάθαρες και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις αναφορικά με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Με τις επεξηγηματικός επιστημονικές τοποθετήσεις του διαφώτισε το Δικαστήριο βοηθώντας το να αντιληφθεί σχετικά με την υπόθεση εξειδικευμένα ζητήματα δικανικής γραφολογίας. Με καθαρότητα και συγκροτημένο σκεπτικό παρουσίασε τις επιστημονικές του απόψεις. Εκεί που διαφωνούσε σε κάτι που του είχε υποβληθεί, το επισήμαινε ευθέως και με σαφήνεια αιτιολογούσε επιστημονικά την άποψη του. Κατά τρόπο σαφή και εμπεριστατωμένο εξήγησε το σκεπτικό που κατέληξε στα επιστημονικά ευρήματα και συμπεράσματα του, τα οποία καταγράφει αναλυτικά στην έκθεση του (Τεκμήριο 10).
Ο συγκεκριμένος μάρτυρας με απλό και κατανοητό τρόπο επισήμανε ποιες ήταν οι οδηγίες που έλαβε και ποιο ήταν το θέμα που αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας του, το οποίο ήταν εάν η αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου επί του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου ανήκε ή όχι στον αποβιώσαντα. Βέβαια στην πορεία για σκοπούς πληρότητας εξετάστηκε και κατά πόσο η ολογράφως γραφή/υπογραφή που υπάρχει πάνω από την επίμαχη υπογραφή συμβολικού τύπου επίσης ανήκει ή όχι στον αποβιώσαντα. Ξεκάθαρα λοιπόν προσδιόρισε το πεδίο εξέτασης της περίπτωσης που ανέλαβε. Ακολούθως με σαφήνεια έθεσε την επιστημονικά αναγνωρισμένη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε για σκοπούς της έρευνας του με ειδική αναφορά στα επιστημονικά κριτήρια που τη διέπουν. Πρόκειται για σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής συμβολικού τύπου και της ολογράφως γραφής/υπογραφής με υπογραφή και γραφή του αποβιώσαντα επί δικών του εγγράφων.
Ειδικότερα ο μάρτυρας εμπεριστατωμένα και επιστημονικά τεκμηριωμένα, στη βάση σχετικού συγκριτικού πίνακα που ο ίδιος εκπόνησε (Τεκμήριο 12), ανέλυσε και επεξήγησε τη σύγκριση που προέβηκε ανάμεσα στην αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και στην ολογράφως γραφή/υπογραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου και στη υπογραφή και γραφή του αποβιώσαντα επί δικών του εγγράφων. Με βάση τον ίδιο πίνακα, ο μάρτυρας με παραστατικό τρόπο υπέδειξε τις γραφολογικές ασυνέπειες που παρουσιάζουν υπογραφές σε 7 επιταγές της ΣΠΕ Περιφέρειας Πόλυς Χρυσοχούς (Τεκμήρια 11(1)-11(7)), οι οποίες αποδίδονται στον αποβιώσαντα, στα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα τους που ο ίδιος επισήμανε, εξηγώντας με πειστικό τρόπο γιατί οι υπογραφές εκείνες δεν προέρχονται από το χέρι του αποβιώσαντα και κατ’ επέκταση οι εν λόγω επιταγές δεν μπορούν να αποτελέσουν μέτρο σύγκρισης με την αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και την ολογράφως γραφή/υπογραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου. Κατ’ ανάλογο πειστικό τρόπο και χρησιμοποιώντας τον ίδιο συγκριτικό πίνακα, ο μάρτυρας εξήγησε γιατί οι υπογραφές σε άλλες 3 επιταγές της ΣΠΕ Περιφέρειας Πόλυς Χρυσοχούς επίσης παρουσιάζουν γραφολογικές ασυνέπειες στα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα τους με αποτέλεσμα να μην προέρχονται από το χέρι του αποβιώσαντα και έτσι να μην συνιστούν μέτρο σύγκρισης με την αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και την ολογράφως γραφή/υπογραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου.
Ακολούθως προχώρησε σε επιστημονική ανάλυση της μεθόδου στα δεδομένα της υπόθεσης που τελούσε υπό την εξέταση του. Ο εν λόγω μάρτυρας αιτιολόγησε το σκεπτικό του που τον οδήγησε στο επιστημονικό εύρημα στο οποίο έχει καταλήξει. Το σκεπτικό του μάρτυρα εξηγείται αναλυτικά και με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, αποκλείοντας παράλληλα κάθε άλλο λογικό ενδεχόμενο. Στη βάση συγκριτικής ανάλυσης από τον πίνακα που ετοίμασε και μέσα από επεξήγηση των επιστημονικών κριτηρίων της δικανικής γραφολογίας και αφού απέκλεισε κάθε άλλο πιθανό σενάριο για τους λόγους που παραθέτει και εξηγεί, ο εν λόγω εμπειρογνώμονας καταλήγει στο εύρημα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και η ολογράφως γραφή/υπογραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου δεν αποτελούν γνήσια υπογραφή και γραφή του αποβιώσαντα αλλά προέρχονται από άλλο πρόσωπο που τα έγραψε με το ίδιο γραφικό μέσο κατά τον ίδιο χρόνο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή του αποβιώσαντα. Επίσης μέσα από την μαρτυρία του καταλήγει στο εύρημα ότι τόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές συμβολικού τύπου και ολογράφως όσο και η συμπλήρωση πάνω στο πληρεξούσιο έγγραφο αλλά και η υπογραφή του πιστοποιούντος υπαλλήλου δεν ήταν από το ίδιο γραφικό μελάνι.
Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 είναι επιστημονικά συγκροτημένη. Υπάρχει επιστημονική αλληλουχία και συσχετισμός ανάμεσα στις ενέργειες που ο ίδιος έκαμε, στα στοιχεία και δεδομένα που βρέθηκαν ενώπιον του, στη μεθοδολογία που ακολούθησε, στις τεκμηριωμένες απαντήσεις του, στο σκεπτικό του και στο επιστημονικό εύρημα στο οποίο κατέληξε βάση του σκεπτικού του, χωρίς να υπάρχει άλλη περί του αντιθέτου επιστημονική εξήγηση ικανή και συνάμα πειστική ώστε να μπορεί, στη βάση της δικανικής γραφολογίας, να ανατρέψει το δικό του επιστημονικό εύρημα στο οποίο κατέληξε με εμπεριστατωμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο.
Αυτά είναι δεδομένα που καθιστούν την μαρτυρία του συγκεκριμένου επιστήμονα πειστική απέναντι στο Δικαστήριο.
Χωρίς να μου δημιουργηθούν αισθήματα αμφισβήτησης και αμφιβολίας ως προς την ορθότητα και αξιοπιστία της και δίχως να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη επιστημονική μαρτυρία που να την καταρρίπτει, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ2, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 10, 11, 12 & 13 που αποτελούν μέρος της, ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Συνακόλουθα οι επιστημονικές διαπιστώσεις και τα ευρήματα του εν λόγω μάρτυρα καθώς επίσης οι αναφορές του που αφορούν τη διαδικασία και μεθοδολογία που ακολούθησε, στα οποία έχω κάνει εκτεταμένη αναφορά προηγουμένως, καθίστανται μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
H MY1 ήταν ένα ακόμη πρόσωπο που κατέθεσε ενόρκως υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα. Όπως και με τον ΜΕ2 έτσι και με την μάρτυρα αυτή τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά της προσόντα - επαγγελματική εμπειρία της και γενικότερα η τριβή της με το αντικείμενο για το οποίο κλήθηκε στο Δικαστήριο δεν αμφισβητούνται. Σε τελευταία ανάλυση προκύπτει ότι η εμπειρογνωμοσύνη της μάρτυρος αυτής δεν αμφισβητείται. Ομολογώ ότι η μάρτυρας διαθέτει πλούσιο βιογραφικό στο θέμα που μας απασχολεί (μέρος Τεκμηρίου 17).
Σε κάθε περίπτωση, είναι άτομο με εκτεταμένο πεδίο γνώσεων και μεγάλη εμπειρία στο υπό εκδίκαση ζήτημα, για το οποίο καλείται στα διάφορα Δικαστήρια της Ελλάδας ως εμπειρογνώμονας. Πρόκειται για επιστήμονα με εξειδίκευση στη παθολογική γραφολογία στο Λονδίνο και στο Σικάγο. Επίσης έτυχε πιστοποίησης επί θεμάτων γραφοκινητικής στην Ανώτερη Σχολή Γραφολογικών Σπουδών της Ρώμης. Εδώ και 33 χρόνια ασκεί καθημερινά το επάγγελμα του δικανικού/δικαστικού γραφολόγου με καταθέσεις ενώπιον των Δικαστηρίων που αφορούν ζητήματα του επαγγέλματος της. Τα ακαδημαϊκά της προσόντα σε συνδυασμό με την εμπειρία που διαθέτει στον αντικείμενο της δικανικής/δικαστικής γραφολογίας, όπως αυτή έχει εξηγηθεί από την μάρτυρα και είναι παραδεκτή από την πλευρά του Ενάγοντα, της επιτρέπουν να καταθέσει μαρτυρία για τα εξειδικευμένα ζητήματα που κλήθηκε να μαρτυρήσει υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα.
Έχω μελετήσει με προσοχή και επιμέλεια το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης της ΜΥ1 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του πορίσματος της με τίτλο ‘Έκθεση Γραφολογικής Γνωμοδοτήσεως’ (Τεκμήριο 18), το έγγραφο που επιπλέον ετοίμασε με τίτλο ‘Συνοπτικές Παρατηρήσεις και Συμπεράσματα’ (Τεκμήριο 17) και τον συγκριτικό πίνακα που η ίδια εκπόνησε (Τεκμήριο 21) τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έκθεσης της και κατ’ επέκταση της μαρτυρίας της στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε στη διάθεση της και χρησιμοποίησε (Τεκμήρια 19, 20Α, 20Β & 22) για να καταλήξει στα επιστημονικά ευρήματα της.
Στο σημείο αυτό μπορεί να λεχθεί ότι η μάρτυρας αυτή εφάρμοσε την ίδια μεθοδολογία όπως και ο ΜΕ2, δηλαδή τη συγκριτική μέθοδο, με βάση την οποίαν η αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και η αμφισβητούμενη ολογράφως γραφή/υπογραφή, αμφότερες επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου, συγκρίθηκαν με δείγματα υπογραφών που η μάρτυρας απέδωσε ότι ανήκουν στον αποβιώσαντα και αποτέλεσε το συγκριτικό μαρτυρικό υλικό που είχε στη διάθεση της. Επίσης η μάρτυρας αυτή συμφωνεί με το εύρημα του ΜΕ2 ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές συμβολικού τύπου και ολογράφως έγιναν από το ίδιο πρόσωπο και χρησιμοποιώντας το ίδιο γραφικό μέσο. Εκεί που διαφωνούν μέσω διαφορετικών σκεπτικών είναι ότι ο ΜΕ2 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό που υπέγραψε στο επίμαχο έγγραφο δεν είναι ο αποβιώσαντας ενώ η ΜΥ1 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές ανήκουν στον αποβιώσαντα. Επιπλέον η μάρτυρας αυτή συμφωνεί με τον ΜΕ2 ότι τόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές όσο και η συμπλήρωση πάνω στο πληρεξούσιο έγγραφο αλλά και η υπογραφή του πιστοποιούντος υπαλλήλου (Εναγομένου 4) δεν ήταν από το ίδιο γραφικό μελάνι.
Ως μάρτυρας η ΜΥ1 δεν μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία της δεν ήταν εύκολα κατανοητή και εγκλωβίστηκε στην παροχή σωρεία πληροφοριών και λεπτομερειών, οι οποίες τελικά δεν ήταν διαφωτιστικές. Το σκεπτικό της δεν μπορεί να λεχθεί ότι ήταν σαφές και ξεκάθαρο. Σ’ αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι η έκθεση της μάρτυρος αλλά και τα υπόλοιπα έγγραφα που αποτελούν μέρος της δεν έχουν συνταχθεί κατά τρόπο απλό και κατανοητό για κάποιο που δεν ασχολείται επαγγελματικά με το αντικείμενο της εξειδίκευσης της. Το πόρισμα της μαζί με τα άλλα συναφή έγγραφα περιέχουν δυσνόητες και περίπλοκες επιστημονικές διατυπώσεις που εύκολα μπορεί να συγχύσουν ή να παραπλανήσουν τον απλό αναγνώστη.
Εν πάση όμως περιπτώσει, αυτό δεν με εμπόδισε να τα μελετήσω δεόντως. Κατόπιν μελέτης της μαρτυρίας της ΜΥ1 στην ολοκληρωμένη της μορφή και στη συνολική της διάσταση προβαίνω στις ακόλουθες παρατηρήσεις και/ή διαπιστώσεις:
Για να καταλήξει στα ευρήματα της η μάρτυρας χρησιμοποιεί, ανάμεσα σ’ άλλα, μαρτυρικό υλικό για το οποίο αρχικά εξέλαβε ως δεδομένο ότι τα δείγματα υπογραφών που βρίσκονται σ’ αυτό ανήκουν στον αποβιώσαντα (Τεκμήριο 22). Ενώ στην αρχή ήταν βέβαιη γι’ αυτό, στη συνέχεια της ένορκης μαρτυρίας της όταν αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, για να υποστηρίξει το σκεπτικό της επικαλέστηκε την εμπειρία της στη δικανική/δικαστική γραφολογία για να προβάλει τη θέση ότι είχε ικανοποιηθεί πως τα εν λόγω δείγματα συνιστούσαν κατάλληλο συγκριτικό υλικό. Επί του σημείου τούτου παραπέμπω στις απαντήσεις της μάρτυρος κατά την αντεξέταση της στο πρακτικό ημερ. 05.05.25, σελίδα 16 στα σημεία 20-34. Η στάση αυτή της μάρτυρος έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες δικανικής/δικαστικής γραφολογίας που η ίδια είχε επισημάνει στο Δικαστήριο, οι οποίοι, όπως είπε, υποδεικνύουν πως τα δείγματα υπογραφών που συνιστούν συγκριτικό υλικό που αναγνώρισε ότι είναι η βάση μιας ασφαλούς γραφολογικής διερεύνησης, εξετάζονται πρώτα για να διαπιστωθούν εάν περιέχουν γνήσιες υπογραφές του αποβιώσαντα και εφόσον είναι όντως έπειτα χρησιμοποιούνται ως βάση στη σύγκριση τους με τις αμφισβητούμενες υπογραφές.
Επίσης προκειμένου να παρουσιάσει πειστικά ευρήματα η μάρτυρας προέβηκε σε αυθαίρετο συμπέρασμα που δεν εμπίπτει στο πεδίο της επαγγελματικής της γνώσης, το οποίο χρησιμοποίησε ως βάση για το σκοπό της αυτό. Ειδικότερα στην έκθεση της η μάρτυρας αναφέρει ότι κατά τον Μάρτιο 2014 ο αποβιώσαντας «πιστοποιήθηκε με επίπεδο 15/15 σε κλίμακα Γλασκώβης, αποδεικνύοντας την επάρκεια των γνωσιακών του λειτουργών κατά το χρόνο αυτό …» (στο μέσο της σελίδας 7 του Τεκμηρίου 18).
[η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]
Είναι προφανές ότι η μάρτυρας χρησιμοποιεί αναφορά της κλίμακας Γλασκώβης που περιέχεται στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 04.03.16 (Τεκμήριο 6Β) για να καταλήξει στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή που τέθηκαν οι αμφισβητούμενες υπογραφές στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο που ήταν τρεις μήνες ενωρίτερα της εισαγωγής του αποβιώσαντα στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς (Μάρτιο 2014), ο αποβιώσαντας είχε την ίδια κλίμακα Γλασκώβης. Το συμπέρασμα της, όπως λέχθηκε, είναι αυθαίρετο επειδή δεν στηρίζεται σε ιατρική μαρτυρία. Το ότι είναι δικό της συμπέρασμα το παραδέχτηκε τελικά η ίδια η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της.
Περαιτέρω για να καταλήξει στα ευρήματα της η μάρτυρας, όπως η ίδια είπε, έλαβε ως δεδομένο ότι η οργανική κατάσταση του αποβιώσαντα ήταν, κατά το χρόνο υπογραφής του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου, τέτοια που κατά τη γνώμη της ΜΥ1 του επέτρεψε να υπογράψει ο ίδιος το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη ιατρική μαρτυρία που να το υποστηρίζει. Η μάρτυρας μάλιστα αναγνωρίζει την ύπαρξη αλλοιώσεων και λεπτομερειών απόκλισης των αμφισβητουμένων υπογραφών από τα δείγματα υπογραφών του συγκριτικού υλικού που είχε στην κατοχή της, πλην όμως θεωρεί ότι δικαιολογούνται από την τότε οργανική βεβαρημένη οργανική κατάσταση του αποβιώσαντα, παρά την απουσία σχετικής ιατρικής μαρτυρίας κατά το χρόνο υπογραφής του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου που να βεβαιώνει αυτό που εξέλαβε ως δεδομένο, επί του οποίου όμως στηρίχτηκε για να δικαιολογήσει το εύρημα της.
Η ΜΥ1 ερωτήθηκε να υποδείξει συγκεκριμένα από πού άντλησε πληροφόρηση ότι ο αποβιώσαντας ήταν σε κατάσταση που μπορούσε ο ίδιος να υπογράψει το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο. Ωστόσο η ίδια απέφυγε επιμελώς να τοποθετηθεί σ’ αυτό το ουσιώδες ερώτημα χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση.
Επιπρόσθετα, ενώ από τη μία η μάρτυρας αποδίδει την ύπαρξη αλλοιώσεων και λεπτομερειών απόκλισης των αμφισβητουμένων υπογραφών από τα δείγματα υπογραφών του συγκριτικού υλικού που είχε στην κατοχή της στην πάροδο χρόνου και στη βεβαρημένη οργανική κατάσταση του αποβιώσαντα, από την άλλη δικαιολογεί το ότι στις υπογραφές του έτους 2013 «εμφανίζονται πολύ έντονες αμβλυμμένες γραφικές κινήσεις και χειροτερεύσεις» σε σύγκριση με επιταγές του έτους 2014, όπου παρά την πάροδο χρόνου και αναγνωρισμένης περισσότερο επιβαρυμένης της κατάστασης της υγείας του αποβιώσαντα, οι επιταγές αυτές έχουν, κατά την μάρτυρα, «ελάχιστη άμβλυνση» οπότε ανάμεσα τους παρατηρείται αλλοίωση και απόκλιση. Πρόκειται για αντικρουόμενες θέσεις που αντιστρατεύονται τη λογική. Το δε επιχείρημα της ΜΥ1 ότι το έτος 2014 ενδεχομένως ο αποβιώσαντας να είχε λάβει φάρμακα είναι απλά υποθετικό χωρίς να τεκμηριώνεται και γι’ αυτό στερείται ερείσματος.
Επιπλέον μέσα από την μαρτυρία της ΜΥ1 παρέμειναν αναπάντητα και/ή στερούνται επιστημονικής εξήγησης καίρια ερωτήματα, όπως για παράδειγμα:
(α) Γιατί η συγκέντρωση μελανιού που η μάρτυρας παρατηρεί αποδίδεται σε πίεση του στυλό και όχι σε σταματήματα/διακοπές της γραφής κατά την φερόμενη προσπάθεια που καταβάλλει το πρόσωπο που έθεσε την αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και την αμφισβητούμενη ολογράφως υπογραφή/γραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου;
(β) Γιατί ορισμένα γράμματα που εντοπίζει ότι είναι μεγάλα αποδίδει το μέγεθος τους στο υγρό γραφικό μέσο και όχι λόγω της διακοπής στη ροή της γραφής από το άτομο που έθεσε την αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και την αμφισβητούμενη ολογράφως υπογραφή/γραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου;
(γ) Γιατί τα μεγάλα γράμματα και η συγκέντρωσης μελανιού δεν μπορούν να οφείλονται σε διστακτικότητα /ανασταλτικότητα από άτομο που προσπαθεί να μιμηθεί υπογραφή αλλά τα αποδίδει στην προσπάθεια του αποβιώσαντα που σύμφωνα με την μάρτυρα έθεσε την αμφισβητούμενη υπογραφή συμβολικού τύπου και την αμφισβητούμενη ολογράφως υπογραφή/γραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου να προσδώσει την ίδια ταχύτητα, την ίδια σχηματιστική γραμμή, την ίδια ροή και την ίδια γραφική ποιότητα;
(δ) Πως μπορεί η πιο πάνω θέση της ΜΥ1 υπό το σημείο (γ) να ισχύει τη στιγμή που η μάρτυρας επικαλείται ότι ο αποβιώσαντας βρισκόταν κάτω από βεβαρημένη οργανική κατάσταση, δηλαδή πως μπορεί ο αποβιώσαντας με βεβαρημένη οργανική κατάσταση να έχει κατά νου να προσδώσει την ίδια ταχύτητα, την ίδια σχηματιστική γραμμή, την ίδια ροή και την ίδια γραφική ποιότητα;
(ε) Πως τελικά έμπρακτα ξεχωρίζει ή διαπιστώνεται μία κακοσχηματισμένη γνήσια υπογραφή από μία προσπάθεια απομίμησης της; Η αναφορά της μάρτυρος στο θέμα αυτό παρέμεινε στη σφαίρα της θεωρίας.
Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία της ΜΥ1 χαρακτηρίζεται από ουσιώδη κενά και εγγενείς αδυναμίες, οι οποίες μου δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες σε ότι αφορά την ορθότητα, αλήθεια και αξιοπιστία της με αποτέλεσμα να μην μου παρέχεται η δυνατότητα να βασιστώ με βεβαιότητα σ’ αυτήν και να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα. Για τους λόγους που έχω αναλύσει και επεξηγήσει, η μαρτυρία της ΜΥ1 στερείται πειστικότητας και ως εκ τούτου δεν την αποδέχομαι, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 17, 18, 19(1)-19(14), 20Α, 20Β, 21 & 22 που αποτελούν μέρος της.
Για σκοπούς ολοκληρωμένης αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, οφείλω να επισημάνω ότι τα Τεκμήρια 6Α & 6Γ δεν προσθέτουν οτιδήποτε, παρά μόνο ότι απλά αναδεικνύουν την ύπαρξη του Τεκμηρίου 6Β, η οποία ουδέποτε αποτέλεσε σημείο αμφισβήτησης των διαδίκων. Ως εκ τούτου, αποδίδω στα Τεκμήρια 6Α & 6Γ αποδίδω μηδενική βαρύτητα αφού, υπό τις περιστάσεις, ουδεμία αποδεικτική αξία έχουν.
Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 7, το οποίο απλά είναι χειρόγραφη επιστολή ημερ. 08.08.16 με την οποίαν ενημερώνεται η πλευρά του Ενάγοντα ότι ένα ιατρικό πιστοποιητικό που είχε ζητηθεί είναι έτοιμο, δεν προσθέτει οτιδήποτε στα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Είναι ένα έγγραφο χωρίς αποδεικτική αξία και γι’ αυτό δεν του αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα.
Ένα τεκμήριο που με απασχόλησε είναι το Τεκμήριο 1. Πρόκειται για μία δέσμη ιατρικών εγγράφων. Εξ’ όσον έχω αντιληφθεί είναι ο ιατρικός φάκελος του αποβιώσαντα από το Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς. Κατόπιν μελέτης του παρατηρώ ότι περιλαμβάνονται εισαγωγές του αποβιώσαντα στο συγκεκριμένο νοσοκομείο τις περιόδους 29.10.12-02.11.12, 20.03.14-21.03.14, 07.07.14-11.07.14, 06.02.15-09.02.15, 22.02.15-01.03.15, 04.03.15-10.03.15, 03.04.15-06.04.15, 13.04.15-15.04.15 και 04.09.15. Σε κάθε μία από τις περιόδους αυτές, περιγράφεται η ιατρική κατάσταση του αποβιώσαντα κατά την εισαγωγή του, οι εξετάσεις που του έγιναν, τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων, σχολιασμός και αξιολόγηση της πορείας της κατάστασης της υγείας του, οι διαγνώσεις που έγιναν, η θεραπεία που ακολουθήθηκε και η φαρμακευτική αγωγή που δόθηκε στον αποβιώσαντα, έκθεση του αποτελέσματος της θεραπείας που ακολουθήθηκε και ενημερωτικό σημείωμα για την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα κατά την έξοδο του από το εν λόγω νοσοκομείο.
Το περιεχόμενο του φακέλου είναι καθαρά ιατρικό. Οι αναφορές που υπάρχουν χρησιμοποιούν ιατρικούς όρους και σ’ αυτές περιλαμβάνονται ιατρικά σύμβολα και ιατρικές παραστάσεις. Πρόκειται για εξειδικευμένες αναφορές που χρήζουν ερμηνείας, επεξήγησης και ανάλυσης στο Δικαστήριο. Παρόλα αυτά ουδείς αρμόδιος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ειδικά για να εξηγήσει το περιεχόμενο του ιατρικού φακέλου. Κάποιες σποραδικές και αποσπασματικές παραπομπές στο συγκεκριμένο τεκμήριο που έγιναν από κάποιο ή ή κάποιους μάρτυρες που προσήλθαν για άλλο λόγο δεν διαφωτίζουν το Δικαστήριο για την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα στους χρόνους που το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου αναφέρεται. Το Δικαστήριο από μόνο του δεν μπορεί να εκτιμήσει την ιατρική σημασία του περιεχομένου του φακέλου και να τα συσχετίσει με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί, χωρίς βέβαια να βοηθά σε οτιδήποτε, είναι ότι κατά τη μελέτη του φακέλου έχω εντοπίσει ονομαστικά ορισμένα από τα προβλήματα υγείας που αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο από μάρτυρες της υπόθεσης.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα και με γνώμονα ότι οι περιόδους εισαγωγής του αποβιώσαντα δεν συμπίπτουν με το επίμαχο χρονικό σημείο υπογραφής του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο συγκεκριμένο τεκμήριο. Ακόμη όμως και να συνέπιπταν οι χρόνοι, υπό το φως της απουσίας εξειδικευμένης μαρτυρίας που θα επεξηγούσε και ανέλυε το περιεχόμενο του το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο ενόψει της αδυναμίας μου να εκτιμήσω την ιατρική σημασία του ιατρικού φακέλου και κατ’ επέκταση να αξιολογήσω το περιεχόμενο του. Συνεπώς αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο 1.
Ευρήματα:
Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα γεγονότα που έχουν δηλωθεί γραπτώς ως παραδεκτά από τους διαδίκους, δια των συνηγόρων τους, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μαζί με τα επισυνημμένα παρατήματα (Τεκμήριο ‘Χ’) και έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά.
Περαιτέρω ευρήματα είναι αυτά στα οποία το Δικαστήριο έχει καταλήξει μέσα από την αξιολόγηση των μαρτυριών των ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3, ΜΕ4, ΜΕ5 και ΜΥ7, οι οποίες για τους λόγους που έχουν αναλυθεί και εξηγηθεί αναλυτικά σε κάθε μία από αυτές έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο στο βαθμό και στην έκταση που έχουν υποδειχτεί. Έχω αναφέρει αναλυτικά και ολοκληρωμένα τα ευρήματα αυτά μέσα από τον σχολιασμό των μαρτυριών τους και έτσι δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω.
Αντίθετα, ένεκα απουσίας αξιόπιστης, επαρκούς, κατάλληλης και σχετικής προς τούτο μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με την σωματική και πνευματική ικανότητα/διαύγεια του αποβιώσαντα κατά το χρόνο υπογραφής και/ή συμπλήρωσης του επιδίκου πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 29.01.14. Συνεπώς, ελλείψει αξιόπιστης, επαρκούς, κατάλληλης και σχετικής προς τούτο μαρτυρίας, το Δικαστήριο αδυνατεί να κρίνει αν κατά το χρόνο υπογραφής και/ή συμπλήρωσης του επιδίκου πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 29.01.14 ο αποβιώσαντας ήταν ή όχι σωματικά και πνευματικά ικανός να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τη σημασία του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου και αν ή όχι εν γνώσει του και με την ελεύθερη βούληση του προχώρησε και έθεσε την υπογραφή του επί του επίμαχου εγγράφου στην παρουσία του Εναγομένου 4.
Παρόλα αυτά, η κατάληξη του Δικαστηρίου στα προαναφερόμενα ευρήματα αναφορικά με τη γνησιότητα και αυθεντικότητα των αμφισβητουμένων υπογραφών επί του επιδίκου πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 29.01.14 καθιστά το ζήτημα της σωματικής κατάστασης της υγείας και πνευματικής ικανότητας του αποβιώσαντα με ότι αυτό συνεπάγεται, ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, δεν είναι θέμα που θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο.
Εξέταση Βάσεων Αγωγής - Επιδίκων Θεμάτων – Νομική Πτυχή -
Συμπεράσματα:
Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των βάσεων αγωγής και των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα.
Βάσεις Αγωγής και Επίδικα Θέματα:
Έχω ήδη αναφέρει, πριν από το μέρος όπου γίνεται η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ότι υπάρχουν δύο αντικείμενα προς εξέταση. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρέχουν απαντήσεις σ’ αμφότερα ζητήματα που κλήθηκε το Δικαστήριο να εκδικάσει.
Ειδικότερα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι τόσο η ολογράφως γραφή/υπογραφή όσο και η υπογραφή συμβολικού τύπου που εμφανίζονται στο επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο δεν είναι γνήσιες (αυθεντικές) και δεν ανήκουν στον αποβιώσαντα αλλά είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του αποβιώσαντα με το ίδιο γραφικό μέσο και κατά τον ίδιο χρόνο από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του αποβιώσαντα. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η χειρόγραφη συμπλήρωση πάνω στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο αλλά και η υπογραφή του πιστοποιούντος υπαλλήλου (Εναγομένου 4) δεν ήταν από το ίδιο γραφικό μελάνι. Παράλληλα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ως παραδεκτό γεγονός που έχει εγκριθεί, ότι ο Εναγόμενος 4, ενεργώντας ως πιστοποιών υπάλληλος, έθεσε την σφραγίδα και την υπογραφή του επί του πιο πάνω εγγράφου ημερ. 29.01.14 πιστοποιώντας ότι αυτό είχε υπογραφεί στην παρουσία του από τον αποβιώσαντα.
Ψυχική πίεση και εξαναγκασμός αποβιώσαντα
Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να τεκμηριώνει ψυχική πίεση και εξαναγκασμό του αποβιώσαντα από οποιονδήποτε από τους Εναγομένους 1, 2 & 3. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες βάσεις απαίτησης που είναι επίδικα ζητήματα απορρίπτονται ως αβάσιμες.
Απάτη
Μία άλλη δικογραφημένη βάση απαίτησης που χρήζει εξέτασης είναι η απάτη. Λεπτομέρειες της απάτης παρέχονται μέσα από την έκθεση απαίτησης. Η απάτη είναι αστικό αδίκημα που στην Κύπρο διέπεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148).
Όπως σημειώνεται στις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου:
«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:
Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά:
Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.»
Με βάση την έκθεση υπεράσπισης τους, οι Εναγόμενοι 1-3 ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσαντας εν γνώσει του και με δυνατότητα πνευματικής αντίληψης υπέγραψε με τη θέληση του το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο καθιστώντας την Εναγόμενη 1 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Ο δε Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσαντας υπέγραψε με τη θέληση του το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 29.01.14 στην παρουσία του.
Ωστόσο οι εν λόγω δικογραφημένες θέσεις τους καταρρίπτονται από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη και πειστική, η οποία καταλήγει στο εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές συμβολικού τύπου και ολογράφως επί του επιδίκου πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 29.01.14 δεν είναι γνήσιες/αυθεντικές και δεν ανήκουν στον αποβιώσαντα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και στη βάση της υπόλοιπης αποδεκτής μαρτυρίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις, το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 29.01.14 είναι προϊόν πλαστογραφίας.
Δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 ήταν παρών κατά την υπογραφή του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο αποβιώσαντας την ενημέρωσε ότι είχε υπογράψει το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο τη διόριζε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να διαχειρίζεται την περιουσία του. Παράλληλα η ίδια απέκρυψε από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντα το γεγονός ότι υπήρχε το εν λόγω έγγραφο και πως, στα πλαίσια της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα, θα εμφανιζόταν στο Κτηματολόγιο για να μεταβιβάσει τα επίμαχα 23 ακίνητα στα ονόματα των παιδιών της (Εναγόμενοι 2 & 3).
Επίσης δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι ήταν εις γνώση των Εναγομένων 2 & 3 πως ο αποβιώσαντας επιθυμούσε να καταστήσει την Εναγόμενη 1 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να διαχειρίζεται την περιουσία του. Ούτε υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι οι ίδιοι γνώριζαν πως ο αποβιώσαντας υπέγραψε το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο. Ακόμη δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι ήταν εις γνώση των Εναγομένων 2 & 3 πως ήταν επιθυμία ή πρόθεση του αποβιώσαντα να τους μεταβιβάσει δια δωρεάς τον μεγάλο αυτό αριθμό ακινήτων. Παράλληλα οι Εναγόμενοι 2 & 3 δεν αποκάλυψαν σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του αποβιώσαντα το γεγονός της παρουσίασης τους στο Κτηματολόγιο και της μεταβίβασης του μεγάλου αριθμού των επίμαχων ακινήτων στα ονόματα τους. Την ίδια στιγμή, οι Εναγόμενοι 2 & 3 δεν είναι καλόπιστοι αγοραστές έναντι ανταλλάγματος. Εν πάση περιπτώσει, δεν προέβηκαν σε εύλογη φροντίδα και έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επρόκειτο να τους μεταβιβαστούν τα επίδικα ακίνητα που ήταν μεγάλος αριθμός αλλά αποδέχτηκαν αυτά που τους πρόσφερε η Εναγόμενη 1.
Επομένως ήταν εις γνώση των Εναγομένων 1-3 ότι ο αποβιώσαντας δεν ήταν αυτός που υπέγραψε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο. Κατ’ επέκταση, δεν θα μπορούσε ο αποβιώσαντας να είχε υπογράψει το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο στην παρουσία του Εναγομένου 4, ως ο τελευταίος ισχυρίζεται.
Παρόλα ότι γνώριζαν ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε υπογράψει το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, εντούτοις οι Εναγόμενοι 1-3 παρουσιάστηκαν στο Τμήμα Κτηματολογίου κάνοντας χρήση εγγράφου που ήταν πλαστογραφημένο και παρουσίαζε υπογραφές ότι ανήκουν στον αποβιώσαντα ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν δικές του. Εν γνώσει της ότι το έγγραφο που την παρουσίαζε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντα για να διαχειρίζεται την περιουσία του δεν ήταν υπογραμμένο από τον ίδιο τον αποβιώσαντα, η Εναγόμενη 1 το χρησιμοποίησε προς όφελος των Εναγομένων 2 & 3 στους οποίους μεταβίβασε δια δωρεάς 23 ακίνητα ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται υπό τα σημεία (1) – (23) της §5 της έκθεσης απαίτησης, οι οποίοι, παρά το ότι και αυτοί δεν είχαν κανένα λόγο να πιστεύουν πως το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο έφερε την υπογραφή του αποβιώσαντα, αποδέχτηκαν τη δωρεά που προερχόταν από το έγγραφο που χρησιμοποίησε η Εναγόμενη 1 και μεταβίβασαν προς όφελος τους, μέσω αυτής (Εναγομένης 1), την επίμαχη ακίνητη ιδιοκτησία του αποβιώσαντα μεταβιβάζοντας την στα ονόματα τους. Το γεγονός ότι η ενέργεια τους αυτή να εμφανιστούν όλοι ενώπιον του Κτηματολογίου και να μεταβιβάσουν την περιουσία του αποβιώσαντα υπογράφοντας διάφορα έγγραφα, έντυπα και δηλώσεις χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο έγγραφο που παρουσίαζε υπογραφή ότι ανήκε στον αποβιώσαντα ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν δική του προς υλοποίηση του παράνομου σκοπού τους, παρέμεινε, όπως ήδη λέχθηκε, κρυφή και δεν αποκαλύφτηκε τόσο στον αποβιώσαντα όταν αυτός βρισκόταν στη ζωή όσο και μετέπειτα όταν απεβίωσε στον διαχειριστή της περιουσίας του αλλά και στους υπόλοιπους νόμιμους κληρονόμους της, καταδεικνύει ότι σκοπός τους ήταν η εξαπάτηση του αποβιώσαντα και η δόλια οικειοποίηση της περιουσίας του.
Ο δε Εναγόμενος 4, αν και γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι ο αποβιώσαντας δεν ήταν ενώπιον του πιστοποίησε και βεβαίωσε με σφραγίδα του ότι ήταν αυτός που υπέγραψε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο στην παρουσία του, κάτι βεβαίως που δεν ίσχυε.
Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις, έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της απάτης από μέρους των Εναγομένων 1-4 εναντίον του αποβιώσαντα και της περιουσίας του.
Συνομωσία προς εξαπάτηση
Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό την κατάρτιση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου. Λεπτομέρειες της απάτης παρέχονται μέσα από την έκθεση απαίτησης.
Στην Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.03.24 υποδείχτηκε ότι η «συνομωσία» συνιστά ξεχωριστή βάση αγωγής για δόλο και η διάπραξη της αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με συστατικά στοιχεία. Μνημονεύοντας την Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc (2009)1(A) A.Α.Δ.25 στην πιο πάνω υπόθεση ειπώθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα πιο κάτω:
«εφόσον το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο, τότε δυνάμει του Άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και των νομολογηθέντων στην Paikkos v. Kontemeniotis (1989)1 C.L.R.50, ισχύει και στην Κύπρο. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:
«Σύμφωνα με τον Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 45(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα:
"697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα."
Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, γίνεται επίσης παραπομπή στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts αναφορικά με τη συνωμοσία. Στην 24η έκδοση του εν λόγω συγγράμματος, του 2023 παρατίθεται ανάλυση της εξέλιξης του κοινοδικαίου όσον αφορά το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των αστικών αδικημάτων που περιγράφονται ως «economic torts».
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, ανωτέρω, η βασική αγγλική απόφαση επί του θέματος είναι η Crofter Hand Woven Harris Tweed v. Veitch [1942] A.C. 435 HL από την οποία προκύπτει ότι το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνομωσίας με νόμιμα μέσα συνίσταται στο ότι ο πρωταρχικός σκοπός των κοινών ενεργειών των εναγόμενων ήταν η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (predominant purpose to injure the claimant).»
Στην παρούσα υπόθεση έκαστος Εναγόμενος διαδραμάτισε το δικό του ρόλο και όλοι μαζί πέτυχαν τον κοινό τους σκοπό που ήταν η επίδικη ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα να φύγει από την ιδιοκτησία του. Συνεπώς όλοι τους συμμετείχαν σε ένα σχέδιο με κοινό σκοπό που ήταν η δόλια απόσπαση περιουσίας από τον αποβιώσαντα. Το στοιχείο που τους ενώνει είναι η δημιουργία της ψευδούς παράστασης που ήταν το επίδικο πλαστογραφημένο πληρεξούσιο έγγραφο. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη 1 ήταν αυτή που παρουσίασε το πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο και χρησιμοποίησε για να υπογράψει έγγραφα, έντυπα και δηλώσεις μεταβίβασης της επίδικης ακίνητης περιουσίας που ανήκε στον αποβιώσαντα στους Εναγομένους 2 & 3. Οι δε Εναγόμενοι 2 & 3 εμφανίστηκαν μαζί με την Εναγόμενη 1 στο Κτηματολόγιο και αποδέχτηκαν προς όφελος τους την μεταβίβαση της επίμαχης ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα, την οποίαν ενέγραψαν στα ονόματα τους με τη βοήθεια της Εναγομένης 1, η οποία χρησιμοποίησε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο που είχε πλαστή υπογραφή του αποβιώσαντα. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 4, αυτός ήταν που συμπλήρωσε ιδιοχείρως και πιστοποίησε με δική του σφραγίδα και υπογραφή ότι ο αποβιώσαντας υπέγραψε στην παρουσία του το πλαστογραφημένο πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο, ως πληρεξουσιοδότης, διόριζε την Εναγόμενη 1 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να διαχειρίζεται την περιουσία του, χωρίς όμως αυτό να είχε συμβεί ή να ίσχυε.
Με τις ενέργειες τους υλοποίησαν το κοινό τους σχέδιο που ήταν η δόλια απόσπαση της εν λόγω ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα με ψευδής παράσταση. Σε τελευταία ανάλυση, οι Εναγόμενοι 2 & 3, με τη βοήθεια, συνεργασία, συμμετοχή και συνέργεια των Εναγομένων 1 & 4, οικειοποιήθηκαν παράνομα την επίμαχη περιουσία του αποβιώσαντα την οποίαν εκμεταλλεύονται, χωρίς αυτό να ήταν με τη βούληση ή με τη συγκατάθεση/εξουσιοδότηση/έγκριση/άδεια ή εις γνώση του αποβιώσαντα όταν αυτός βρισκόταν στη ζωή και εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση/εξουσιοδότηση/έγκριση/άδεια τόσο του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα (Ενάγοντα) όσο και των υπολοίπων νομίμων κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα μετά που αυτός, δηλαδή ο αποβιώσαντας, απεβίωσε.
Κατά συνέπια, στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις, έχει διαπραχτεί από τους Εναγομένους 1-4 το αστικό αδίκημα της συνομωσίας με σκοπό την εξαπάτηση του αποβιώσαντα.
Παράβαση θέσμιων καθηκόντων του Εναγομένου 4
Ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι ο Εναγόμενος 4 παραβίασε τα νομοθετικά του καθήκοντα της επαγγελματικής του ιδιότητας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 4 ασκούσε καθήκοντα πιστοποιούντος υπαλλήλου. Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις ενός προσώπου που ασκεί το επάγγελμα του πιστοποιούντος υπαλλήλου προσδιορίζονται νομοθετικά από τον περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμος του 2012 (Ν.165(Ι)/2012).
Το άρθρο 6 της εν λόγω νομοθεσίας προνοεί ρητά ότι «αποτελεί καθήκον κάθε πιστοποιούντος υπαλλήλου που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, όταν του ζητηθεί, να πιστοποιεί ότι η υπογραφή ή/και η σφραγίδα που τέθηκε σε οποιοδήποτε έγγραφο είναι η υπογραφή ή/και η σφραγίδα συγκεκριμένου προσώπου.»
[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου].
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο πιστοποιών υπάλληλος προχωρεί σε πιστοποίηση ενός εγγράφου εκτίθενται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 7, τις οποίες θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες:
«Κανένας πιστοποιών υπάλληλος δεν πιστοποιεί οποιαδήποτε υπογραφή ή/και σφραγίδα, εκτός αν-
(α) η υπογραφή ή/και η σφραγίδα τίθεται στο έγγραφο στην παρουσία του.
(β) το πρόσωπο το οποίο υπογράφει ή/και σφραγίζει το έγγραφο:
(i) είναι προσωπικά γνωστό στον πιστοποιούντα υπάλληλο· ή
(ii) η ταυτότητά του επιβεβαιώνεται από δύο πρόσωπα που είναι προσωπικά γνωστά στον πιστοποιούντα υπάλληλο, τα οποία υπογράφουν το έγγραφο ως μάρτυρες της σφραγίδας ή της υπογραφής του προσώπου που σφραγίζει ή/και υπογράφει. ή
(iii) το πρόσωπο που υπογράφει το έγγραφο επιβεβαιώνει την ταυτότητά του, παρουσιάζοντας στον πιστοποιούντα υπάλληλο δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, το οποίο είναι έγκυρο και ισχύον·
(γ) το έγγραφο είναι χαρτοσημασμένο κανονικά με βεβαίωση σύμφωνα με το στοιχείο 32 του Πρώτου Παραρτήματος του περί Χαρτοσήμων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.»
[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου].
Από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, δυνάμει της οποίας αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές επί του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 29.01.14 δεν είναι γνήσιες/αυθεντικές και συνεπώς δεν ανήκουν στον αποβιώσαντα που το παρουσιάζουν να υπέγραψε ως πληρεξουσιοδότης αλλά προϊόν πλαστογραφίας, προκύπτει έκδηλα ότι η ενέργεια του Εναγομένου 4 να βεβαιώσει με υπογραφή και να πιστοποιήσει με τη σφραγίδα του ότι ο αποβιώσαντας υπέγραψε στην παρουσία του πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση των νομοθετικών καθηκόντων και υποχρεώσεων του, όπως αυτά καθορίζονται από τις πρόνοιες των άρθρων 6 & 7 του Ν.165(Ι)/2012.
Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις, ο Εναγόμενος 4 παραβίασε τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του.
Πρόκληση Ζημιάς
Οι προαναφερόμενες ενέργειες των Εναγομένων προκάλεσαν ζημιά στον αποβιώσαντα και κατ’ επέκταση στον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα αφού οδήγησαν στην απώλεια περιουσίας του αποβιώσαντα. Ειδικότερα ως αποτέλεσμα των πράξεων των Εναγομένων, στις οποίες έκανα αναφορά προηγουμένως, 23 ακίνητα που ήταν ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται υπό τα σημεία (1) – (23) της §5 της έκθεσης απαίτησης, έχουν μεταβιβαστεί στους Εναγομένους 2 & 3 με τη βοήθεια και σε συνεργασία με τους Εναγομένους 1 & 4.
Παρόλα αυτά ενώπιον μου δεν υπάρχει σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία βάση της οποίας να εκτιμάται, κατά το χρόνο της μεταβίβασης της, το ύψος αυτής της ζημιάς. Ούτε υπάρχει σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία βάση της οποίας να υπολογίζεται τυχόν μείωση της αγοραίας αξίας οποιουδήποτε από τα επίμαχα ακίνητα μετά τη μεταβίβαση και εγγραφή του στα ονόματα των Εναγομένων 2 & 3. Ούτε όμως υπάρχει σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία βάση της οποίας να εκτιμάται απώλεια ενοικίασης (αγοραία ενοικιαστική αξία) και/ή χρήσης και/ή εκμετάλλευσης τους.
Παράλληλα ενώπιον μου δεν έχει τεθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οποιοδήποτε από τα 23 επίμαχα ακίνητα έχει πωληθεί και/ή μεταβιβαστεί στο όνομα καλόπιστου αγοραστή έναντι ανταλλάγματος, ο οποίος να είχε προβεί σε εύλογη φροντίδα και έρευνα (Arnaout v. Zinouri, 19 C.L.R. 249, Kyprianou ν. Mitsi and Another (1975) 3 J.S.C. 1179, αγγλικό νομικό σύγγραμμα Cheshire Modern Law of Real Property, 10η Έκδοση, σελ. 63 και 65). Συνεπώς τυχόν επιστροφή της κυριότητας των επίμαχων ακινήτων θα εκμηδενίσει τη ζημιά που υπέστη ο αποβιώσαντας.
Αξιούμενες Θεραπείες
Το εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές επί του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 29.01.14 είναι προϊόν πλαστογραφίας καθιστά το έγγραφο παράνομο και συνεπώς άκυρο εξ’ υπαρχής. Αυτό συμπαρασύρει σε ακυρότητα τις μεταβιβάσεις των 23 επίμαχων ακινήτων και τις εγγραφές στα ονόματα των Εναγομένων 2 & 3. Ακόμη όμως και να λεχθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 δεν είναι μέρος στην απάτη και στη συνομωσία, το συμφέρον που αποκτήθηκε από δόλια πράξη, δηλαδή τα 23 επίμαχα ακίνητα, δεν μπορεί να κρατηθεί από αυτούς (Παναγιώτου v. Χ’’ Κυριάκου (1991) 1 Α.Α.Δ. 362). Με βάση τη νομολογία τα συμφέροντα που αποκτούνται μέσω του δόλου άλλου προσώπου δεν μπορούν να κρατηθούν (Huguenin v. Baseley, 33 E.R. 526, L.C.).
Σε ότι αφορά τη διεκδίκηση αποζημιώσεων, ως λέχθηκε πιο πάνω, ελλείπουν τα στοιχεία που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο ακριβές ή συγκεκριμένο ποσό που να αφορά είτε ειδικές είτε γενικές είτε τιμωρητικές/παραδειγματικές αποζημιώσεις.
Κατάληξη:
Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 & 4 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 με την οποίαν το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 29.01.14 κρίνεται άκυρο εξ’ υπαρχής λόγω απάτης υπό τη μορφή πλαστογραφίας της υπογραφής του αποβιώσαντος και παράνομης πιστοποίησης της υπογραφής του (σημείο (Α) της §22 της έκθεσης απαίτησης ως αυτό έχει διαμορφωθεί).
Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζονται ως άκυρες και/ή ακυρώνονται οι Δηλώσεις Μεταβιβάσεων Ακινήτου που έγιναν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αρ. Δ.401/2014 ημερ. 13.03.14, με αρ. Δ.405/2014 ημερ. 14.03.14 και με αρ. Δ.606/2014 ημερ. 15.04.14 λόγω απάτης και άνευ της συγκατάθεσης και βούλησης του ιδιοκτήτη των εγγραφών που είναι ο αποβιώσαντας (σημείο (Ε) της §22 της έκθεσης απαίτησης ως αυτό έχει διαμορφωθεί).
Επιπλέον εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 με το οποίο διατάζονται όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση σ’ αυτούς του διατάγματος να προβούν σε όλες τις δέουσες ενέργειες ώστε τα ακίνητα τα οποία περιγράφονται υπό τους αριθμούς (1) μέχρι (23) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων στο σημείο (Ε) της §22 της έκθεσης απαίτησης, ως αυτό έχει διαμορφωθεί, να επανεγγραφούν ελεύθερα από επιβαρύνσεις και/ή απαλλαγμένα από εμπράγματα βάρη στο όνομα του αποβιώσαντα δια του Ενάγοντα ως διαχειριστή της περιουσίας του.
Επικουρικά του πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας καλείται όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση σ’ αυτού του διατάγματος να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες ώστε τα ακίνητα τα οποία περιγράφονται υπό τους αριθμούς (1) μέχρι (23) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων στο σημείο (Ε) της §22 της έκθεσης απαίτησης, ως αυτό έχει διαμορφωθεί, να επανεγγραφούν ελεύθερα από επιβαρύνσεις και/ή απαλλαγμένα από εμπράγματα βάρη στο όνομα του αποβιώσαντα δια του Ενάγοντα ως διαχειριστή της περιουσίας του.
Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί στο Γενικό Εισαγγελέα προκειμένου να κρίνει κατά πόσο χρήζει διερεύνησης το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικού αδικήματος από οποιονδήποτε διάδικο και/ή από οποιοδήποτε άλλο άτομο.
Σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 Α.Α.Δ. 12, Ιωάννου και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου (2009) 1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Δεν υπάρχει αποχρών λόγος που να δικαιολογεί αποστέρηση των εξόδων από τον επιτυχών διάδικο και να μην τα επωμιστεί ο αποτυχών διάδικος που ευθύνεται για την γενεσιουργό αιτία των εξόδων.
Ως εκ τούτου, τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4.
(Υπ.) ……..........................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο