Megatren Investments Limited ν. Comfy Holdings Limited κ.α., Αρ. Απαίτησης: 101/2026, 7/7/2026
print
Τίτλος:
Megatren Investments Limited ν. Comfy Holdings Limited κ.α., Αρ. Απαίτησης: 101/2026, 7/7/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.                                                                                                

        Αρ. Απαίτησης: 101/2026 (i-justice)

 

Μεταξύ:

 

   Megatren Investments Limited 

 

    Ενάγουσας

 

και

 

 

                                             1. Comfy Holdings Limited

                                             2. Comfy Finance Limited

                                             3. Torwell Limited

                                             4. Stanislav Ronis

                                             5. Hanna Pera

                                             6. Kyrylo Kvasnevskyi

                                             7. Valerii Hrytsenko

                                             8. Mykhailo Berelet

                                             9. Olena Hrytsenko

                                           10. Torwell Finance Limited

                                           11. Torwell Investment sp. z.o.o.

                                      12. Newgate Investment Poland sp. z.o.o.

                                                                                                                                                   Εναγομένων

 

Αίτηση ημερ. 03/03/2026 για προσωρινά διατάγματα

 

 

 

Ημερομηνία: 07/07/2026

Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Γ. Χριστοδούλου με κα Μ. Κωνσταντίνου για Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενες 1 και 2 - Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2: κ. Α. Ερωτοκρίτου με κ. Α. Κουάλη για A.G. Erotocritou LLC.

Για Εναγόμενους 3 και 4 - Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4: κα Κ. Κακουλλή με κ. Γ. Χριστοδούλου και κα Ι. Μαδέλλα για CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στις 03/03/2026, η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, το Έντυπο της οποίας φέρει τίτλο «ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ». Με αυτή αξιώνει δηλωτικές αποφάσεις, διατάγματα και αποζημιώσεις. Συνοπτικά, αξιώνει:

 

·                Απόφαση και/ή δήλωση σύμφωνα με την οποία να καθίστανται άκυρες και/ή ως προϊόν παράνομης συμπεριφοράς και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας, 11 αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1, με τις οποίες εγκρίθηκαν αυξήσεις του ονομαστικού και του εκδοθέντος κεφαλαίου της Εναγόμενης 2.

·                Απόφαση και/ή Διάταγμα διατάττον τη συνακόλουθη διόρθωση και/ή τροποποίηση και/ή μεταβολή του μητρώου μελών της Εναγόμενης 2, ώστε να έχει την μορφή που είχε στις 26/05/2021.

·                Αποφάσεις που να καθιστούν άκυρες και/ή παράνομες και/ή εικονικές ως αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης, τις συμβάσεις δανείου ημερ. 26/05/2021 και 01/04/2023, μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Εναγόμενης 3 και κάθε μεταγενέστερη τροποποιητική συμφωνία αυτών και κάθε συμφωνία εκχώρησης.

·                Απόφαση και/ή Διάταγμα διατάττον την Εναγόμενη 3 και/ή τον Εναγόμενο 4 να επιστρέψουν στην Εναγόμενη 2 και ακολούθως η Εναγόμενη 2 στην Εναγόμενη 1, το σύνολο των χρημάτων ύψους €81.328.858 τα οποία η Εναγόμενη 3 έλαβε από την Εναγόμενη 2 υπό τη μορφή δανείων.

·                Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο Εναγόμενος 4 σε συνέργεια με τους Εναγόμενους 5-9, έχουν διευθύνει και/ή διαχειριστεί τις εργασίες της Εναγόμενης 1 και τα περιουσιακά στοιχεία της προς όφελος του Εναγόμενου 4 κατά παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης, φροντίδας και επιμέλειας προς την Εναγόμενη 1.

·                Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 2-12, όπως εντός 15 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος, καταθέσουν στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση, αποδίδοντας στην Εναγόμενη 1 λογαριασμούς αναφορικά με οποιοδήποτε ποσό έχει διοχετευτεί και/ή δοθεί από την Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 2 και/ή από την Εναγόμενη 2 υπό τη μορφή δανείων και/ή χαριστικά και/ή άλλως πως στην Εναγόμενη 3 και/ή σε οποιαδήποτε άλλο νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο.

·                Εναντίον των Εναγόμενων 2-12 και προς όφελος της Εναγόμενης 1, γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας και/ή και/ή συνομωσίας για πρόκληση ζημιάς και/ή παράβαση καθήκοντος πίστης και/ή επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης και/ή διάταγμα για την επιστροφή προς την Εναγόμενη 1 οποιουδήποτε ποσού αποξενώθηκε από την Εναγόμενη 1.

 

Την ίδια ημέρα η Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») καταχώρησε την υπό κρίση μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

Η αίτηση, ως αναγράφεται σε αυτή, βασίζεται στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και συγκεκριμένα στους Κ.1.1-5, Κ.6.9, Κ.20.12 και 13, Κ.22.1, Κ.23.1, 2, 4, 6, 8 και 9, Κ.25.1, 2, 3, 6, 7, 9, 16, Κ.32.14, 15 17, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση στην αγγλική γλώσσα της Krystyna Gutsul εκ των διευθυντών της Αιτήτριας (στο εξής «η πρώτη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας»), η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά, σύμφωνα με ένορκη δήλωση της Δέσποινας Χαραλάμπους. 

 

Στη βάση των ως άνω η Αιτήτρια εξασφάλισε μονομερώς, στις 09/03/2026, τα ακόλουθα διατάγματα (στο εξής «το Προσωρινό Διάταγμα»):

 

Α.    Διάταγμα που απαγορεύει στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 - 4 προσωπικά και/ή μέσω των διευθυντών τους και/ή των υπαλλήλων τους και/ή των αντιπροσώπων τους και/ή προσώπων ή εταιρειών που ενεργούν για λογαριασμό τους από το να μειώσουν την αξία και/ή πωλήσουν και/ή δωρίσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαφορετικά αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή εκχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά τους στοιχεία είτε αυτά βρίσκονται εντός είτε εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι ποσού €81.328.858 μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης επί της απαίτησης ή την ημερομηνία κατά την οποία το Διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο ή την έκδοση νέας διαταγής του Δικαστηρίου.

………………………………………………………………………………………………….

 

 

Β. Παροχή Πληροφοριών

 

Διάταγμα που διατάζει τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 - 4 όπως εντός (15) δεκαπέντε ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος, και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια, να καταθέσουν στο Δικαστήριο και να επιδώσουν πιστό αντίγραφο στους δικηγόρους της Αιτήτριας Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., ένορκης δήλωσης στην οποία να αναφέρουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία (εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή εκτός) τα οποία είναι εγγεγραμμένα είτε επ’ ονόματι τους είτε όχι και είτε ανήκουν αποκλειστικά σε αυτούς ή από κοινού με άλλα πρόσωπα, και να δίδουν πλήρη περιγραφή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, της ταυτότητας, της αξίας τους, του τόπου που βρίσκονται, τυχόν επιβαρύνσεων πάνω σε αυτά και γενικά κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για τον σκοπό του εντοπισμού του αντίστοιχου περιουσιακού στοιχείου.

 

Στο Προσωρινό Διάταγμα τέθηκαν και πρόνοιες αναφορικά με το ποια περιουσιακά στοιχεία αφορά, τις εξαιρέσεις στην εφαρμογή του, την ερμηνεία αυτού, σε ποια περίπτωση παύει να ισχύει, ποια πρόσωπα σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επηρεάζει και σε σχέση με τρίτα πρόσωπα ως προς τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονται εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Μετά την επίδοση του Προσωρινού Διατάγματος και της αίτησης, οι Εναγόμενοι 1 - 4 εμφανίσθηκαν στο Δικαστήριο στις 17/03/2026, δήλωσαν ότι θα έχουν ένσταση και αφού προέβηκαν σε σχετικές δηλώσεις, κατόπιν συμφωνίας με την Αιτήτρια, το Δικαστήριο τροποποίησε το Προσωρινό Διάταγμα στα μέρη αυτού που αφορούν τις Εξαιρέσεις και την Παροχή Πληροφοριών. Ακολούθως, τα μέρη συμφώνησαν και το Δικαστήριο ενέκρινε το χρονοδιάγραμμα προς εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης.

 

Στη βάση του ως άνω χρονοδιαγράμματος, τόσο οι Εναγόμενες 1 και 2 όσο και οι Εναγόμενοι 3 και 4, καταχώρησαν ενστάσεις.

 

Με την ένσταση τους, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Hanna Pera - διευθύντριας της Εναγόμενης 1 και γραμματέα της Εναγόμενης 2 (στο εξής «η πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2») - στην αγγλική γλώσσα (η οποία  μεταφράστηκε στα ελληνικά σύμφωνα με ένορκη δήλωση της Άντρης Παπαϊωάννου), οι Εναγόμενες 1 και 2 (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2») προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους:

1.         Η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και/ή ειλικρινή αποκάλυψη και/ή δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε και/ή δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή μαρτυρία και/ή παρουσίασε γεγονότα και/ή μαρτυρία κατά τρόπο ανακριβή και/ή παραπλανητικό και/ή στρεβλωμένο για να πετύχει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων μονομερώς. Μεταξύ άλλων, η Αιτήτρια:

α.   παραπλάνησε σχετικά με τα δάνεια μεταξύ των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3.

β.   δεν αποκάλυψε το ηλεκτρονικό μήνυμα της Hanna Pera ημερομηνίας 16/12/2024 και τα συνημμένα αυτού, συμπεριλαμβανομένων όλων των εγγράφων που αφορούν δάνεια μεταξύ των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3.

γ.   παραπλάνησε σχετικά με το Υπόμνημα Πληρωμής Μερίσματος.

δ.   παραπλάνησε σχετικά με τις αυξήσεις κεφαλαίου της Καθ’ ης η αίτηση 2.

ε.  δεν αποκάλυψε ότι εταιρείες συνδεδεμένες με αυτή παραχώρησαν δάνεια σε εταιρείες του Καθ’ ου η αίτηση 4.

στ. παραπλάνησε σχετικά με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 39 και 41 της πρώτης ένορκης δήλωσης και δεν επισήμανε ότι δεν περιέχουν οποιαδήποτε αναφορά στα δάνεια μεταξύ των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, στις αυξήσεις κεφαλαίου της Καθ’ ης η αίτηση 2 ή σε οποιαδήποτε φερόμενη υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων.

ζ.   δεν επισήμανε ότι η Svetlana Gutsul και οι συνεργάτες της διαμαρτυρήθηκαν για πρώτη φορά για τα δάνεια μεταξύ των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, τις αυξήσεις κεφαλαίου της Καθ’ ης η αίτηση 2 και τη φερόμενη υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων με τις επιστολές ημερομηνίας 28/07/2025 και 08/09/2025.

η.   παραπλάνησε σχετικά με τη συμμετοχή της Svetlana Gutsul και των συνεργατών της στη διαχείριση/διοίκηση της Καθ’ ης η αίτηση 1.

θ.   δεν αποκάλυψε την επιστολή ημερομηνίας 18/09/2025 με την οποία απαντώνται όλα τα ζητήματα που εγείρονται με την Απαίτηση και την πρώτη ένορκη δήλωση.

ι.    παραπλάνησε σχετικά με το κατεπείγον της αίτησης και ενδεχόμενη συναλλαγή με επενδυτές.

ια.  δεν επισήμανε ότι δεν εγείρονται αξιώσεις με την Απαίτηση και δεν υποβάλλονται αιτήματα με την αίτηση σχετικά με οποιαδήποτε φερόμενη πώληση και

ιβ.  δεν επισήμανε ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πώληση της Comfy Trade LLC χωρίς τη συγκατάθεση της Svetlana Gutsul.

2.         Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης και/ή διατήρησης σε ισχύ των διαταγμάτων.

3.         Η Αιτήτρια έχει επιδείξει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Απαίτησης και/ή της αίτησης και/ή δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων μονομερώς και/ή δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον και/ή άλλες ειδικές περιστάσεις.

4.         Η Αιτήτρια δε νομιμοποιείται να εγείρει και/ή να προωθεί την Απαίτηση ως παράγωγη απαίτηση και/ή προς όφελος της Καθ’ ης η αίτηση 1 και/ή η Απαίτηση χρήζει απόρριψης ως αδικαιολόγητη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή λόγω μη πλήρωσης των αναγκαίων προϋποθέσεων.

5.         Η Απαίτηση και/ή η αίτηση καταχωρίστηκαν και/ή προωθούνται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή αποσκοπούν να προκαλέσουν αδικαιολόγητη και/ή δυσανάλογη δυσχέρεια στους Καθ’ ων η αίτηση 1 και/ή 2 και/ή πίεση σε αυτούς στο πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με την Αιτήτρια και/ή την Svetlana Gutsul.

6.         Τα ενδιάμεσα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς είναι παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή δεν περιέχουν ασφαλιστικές δικλείδες και/ή αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες και/ή δεν έχουν συνταχθεί με βάση τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες και/ή τα πρότυπα διατάγματα των κανονισμών πολιτικής δικονομίας.

7.         Η εγγύηση που διατάχθηκε είναι ανεπαρκής και/ή τυχόν ζημιά συνεπεία των ενδιάμεσων διαταγμάτων θα ξεπερνά κατά πολύ το ύψος της εγγύησης.

 

Με την ένσταση τους, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Τσαγγαρίδου (στο εξής «η πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4»), εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 3, οι Εναγόμενοι 3 και 4 (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4») προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους:

 

 

1.         Δεν συντρέχουν και/ή δεν συνέτρεχε στο χρόνο έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση η δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος, ούτε καταδείχθηκαν και/ή συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις και/ή η αίτηση καταχωρήθηκε και/ή προωθήθηκε με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

2.         Δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις έκδοσης/διατήρησης σε ισχύ των αιτούμενων διαταγμάτων.

3.         Δεν έχει καταδειχθεί ότι δικαιολογείται η προώθηση παραγωγής αγωγής και/ή απαίτησης υπέρ της Εναγόμενης 1 και/ή εναντίον των Εναγόμενων.

4.         Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε πλήρως και ειλικρινά όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο που ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς και/ή παράβηκε το καθήκον της για πλήρη και/ή ειλικρινή αποκάλυψη και/ή παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ελλιπής και/ή παραπλανητική εικόνα ως προς τα πραγματικά περιστατικά.

5.         Η Αιτήτρια προωθεί την αγωγή και/ή επιδιώκει την έκδοση και/ή διατήρηση σε ισχύ των αιτούμενων διαταγμάτων καταχρηστικά και/ή για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και/ή για εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων και/ή προκειμένου να ασκήσει αθέμιτη πίεση στους Εναγόμενους.

6.         Το εκδοθέν διάταγμα εκτείνεται και/ή επηρεάζει στην πράξη περιουσιακά στοιχεία που το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και/ή τα οποία δεν μπορούν να δεσμευτούν στη βάση του Νόμου και/ή των σχετικών Κανονισμών και/ή περιουσιακά στοιχεία που δεν ανήκουν στους Καθ’ ων η αίτηση, αλλά σε άλλα πρόσωπα και/ή οντότητες.

7.         Τα εκδοθέντα διατάγματα είναι δρακόντεια και/ή εξαιρετικά περιοριστικά για τους Εναγόμενους και/ή στην πράξη και/ή λόγω της απουσίας απαραίτητων εξαιρέσεων και/ή διευκρινίσεων και/ή οδηγιών εμποδίζει τους Καθ’ ων η αίτηση από την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων τους και/ή από το να λειτουργούν και/ή να ικανοποιούν βασικές τους υποχρεώσεις και/ή να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά και/ή θέτουν σε κίνδυνο την ίδια τους την επιβίωση και/ή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων και/ή απώλειας κερδών και/ή σε ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί από την εγγύηση/εξασφάλιση που παραχώρησε η Αιτήτρια, ενώ επηρεάζονται και δικαιώματα τρίτων και/ή περιουσιακά στοιχεία που δεν ανήκουν στους Εναγόμενους.

8.         Ειδικά ως προς τον Εναγόμενο 4 δεν έχουν καταδειχθεί ικανοποιητικοί λόγοι για τους οποίους δικαιολογείται η δέσμευση της προσωπικής του περιουσίας και/ή για να εμποδιστεί από το να δαπανεί τα αναγκαία για την προσωπική διαβίωση και/ή επαγγελματικές του ανάγκες και/ή δεν δικαιολογείται ο συγκεκριμένος προσδιορισμός ποσού δαπανών και/ή το ποσό το οποίο προσδιορίστηκε στο διάταγμα ως το μέγιστο επιτρεπόμενο είναι πολύ πιο χαμηλό και/ή ανεπαρκές για να καλύψει τις πραγματικές του υποχρεώσεις και/ή δαπάνες.

9.         Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και το πραγματικό υπόβαθρο που τη στηρίζει είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση και/ή την οριστικοποίηση του ενδιάμεσου Διατάγματος, ως αυτό έχει τροποποιηθεί.

10.      Η νομική βάση της αίτησης είναι γενική, αόριστη, ελλιπής και λανθασμένη.

11.      Δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε και/ή ικανοποιητικοί λόγοι για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της διατήρησης σε ισχύ των διαταγμάτων.

 

Με βάση πάντα το εγκριθέν από το Δικαστήριο χρονοδιάγραμμα:

 

·                Η Αιτήτρια καταχώρησε, στις 23/04/2026, συμπληρωματική ένορκη δήλωση με ομνύουσα και πάλι την Krystyna Gutsul στην αγγλική γλώσσα (στο εξής «η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας»), η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά, σύμφωνα με ένορκη δήλωση τoυ Γιώργου Χατζησωτηρίου. 

·                Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν, στις 06/05/2026, συμπληρωματική ένορκη δήλωση με ομνύουσα και πάλι τη Hanna Pera στην αγγλική γλώσσα (στο εξής «η συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2»), η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά, σύμφωνα με ένορκη δήλωση της Άντρης Παπαϊωάννου. 

·                Οι Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4 καταχώρησαν, στις 06/05/2026, συμπληρωματική ένορκη δήλωση με ομνύουσα και πάλι τη Μαρία Τσαγγαρίδου (στο εξής «η συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4»).

 

Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε σε αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα τέθηκαν με τις αγορεύσεις αυτές έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό.

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates a.o. (1982) 1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:

 

1.        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,

2.        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και

3.        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα.

 

Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου - εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας - είναι απεριόριστοι. 

 

Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις (“pleadings”). Ο όρος “pleadings” χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Συνεπώς η καταχώριση έκθεσης απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα οι εκατέρωθεν θέσεις μπορούν σε τέτοια περίπτωση να προσδιοριστούν σε ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου (1998) 1Β Α.Α.Δ. 598).

 

Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό αυτός να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Πρέπει δηλαδή να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων.

 

Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το Νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396).

 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ

 

Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι με τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των Καθ’ ων η αίτηση δεν προώθησαν όλους τους λόγους ένστασης τους και συναφώς, όσοι εξ αυτών δεν προωθήθηκαν, θεωρούνται εγκαταλειφθέντες. Η εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων θα περιορισθεί λοιπόν στη βάση των λόγων ένστασης που τελικά προωθήθηκαν.

 

Εγκυρότητα ένστασης Εναγόμενου 4

 

Πριν εξετασθούν οι λόγοι ένστασης, κρίνω ορθότερο όπως εξετάσω το διαδικαστικό και/ή δικονομικό θέμα που ήγειρε η πλευρά της Αιτήτριας στην αγόρευση της.

 

Συγκεκριμένα, είναι η θέση της Αιτήτριας, ως διευκρινίσθηκε από τον κ. Χριστοδούλου κατά το προφορικό μέρος της αγόρευσης του, ότι η ένσταση των Εναγομένων 3 και 4, δεν είναι έγκυρη όσον αφορά τον Εναγόμενο 4 και συνεπώς δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Αυτό καθότι η δήλωση αληθείας στην ένσταση δεν υπογράφεται από τον Εναγόμενο 4 ή τον δικηγόρο του, ως προβλέπει ο Κανονισμός 22(4) αλλά από την Τσαγγαρίδου, η οποία δηλώνει ως εξουσιοδοτημένη να υπογράψει.

 

Απαντώντας στην ως άνω θέση, επίσης κατά το προφορικό μέρος της αγόρευσης της, η κα Κακουλλή απέρριψε αυτή, υποστηρίζοντας ότι η ένσταση δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα εκείνα τα οποία απαιτείται να επιβεβαιώνονται με δήλωση αληθείας. Ανέφερε περαιτέρω ότι παρά το ότι στο σχετικό Έντυπο της ένστασης περιέχεται δήλωση αληθείας, η συμπλήρωση του μέρους αυτού αφορά τις περιπτώσεις που περιέχονται τα γεγονότα στο ίδιο το σώμα της ένστασης, κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη, όπου αναφέρεται ότι τα γεγονότα εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Η Τσαγγαρίδου, στην πρώτη ένορκη δήλωση της αναφέρει ότι είναι Διευθύντρια της Εναγόμενης 3 και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο 4. Συνεπώς ορκίζεται και για αυτόν. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την κα Κακουλλή, με τους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, πλέον πρωταρχικός σκοπός της διαδικασίας είναι το Δικαστήριο να βλέπει την ουσία και την απονομή της δικαιοσύνης και να μην επικεντρώνεται σε τυπολατρίες. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαφωνεί με τα πιο πάνω μπορεί να διατάξει πρόσωπο που το παρέλειψε, να επιβεβαιώσει το έγγραφο και η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4 είναι πρόθυμη να πράξει αυτό το συντομότερο, εάν διαταχθεί.

 

Εξετάζοντας το πιο πάνω θέμα δέον όπως λεχθεί κατ’ αρχάς ότι η Ένσταση των Εναγομένων 3 και 4 έχει γίνει σύμφωνα με το Έντυπο Αρ. 36 του Παραρτήματος των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Στο μέρος αυτής που αφορά τη «Δήλωση Αληθείας» υπογράφεται από τη Μαρία Τσαγγαρίδου και δίπλα από αυτό, στο σημείο «Θέση ή Αξίωμα (εάν υπογράφεται εκ μέρους επιχείρησης ή εταιρείας)» αναφέρεται «Διευθύντρια της Καθ’ ης η Αίτηση 3».

 

Οι απαιτούμενες, από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλώσεις αληθείας ρυθμίζονται από το Μέρος 22 των εν λόγω Κανονισμών. Ο Κανονισμός 22.1(1) προβλέπει ποια έγγραφα πρέπει να επιβεβαιώνονται με δήλωση αληθείας και σε αυτά δεν γίνεται αναφορά σε ένσταση σε ενδιάμεση αίτηση. Τέτοια ένσταση δεν εμπίπτει ούτε στον ορισμό του δικογράφου [βλ. Κ.2.3(1)], για το οποίο απαιτείται με βάση τον Κ.22.1 επιβεβαίωση με δήλωση αληθείας. Εκεί η αναφορά σε ένσταση γίνεται για ένσταση σε απαίτηση δυνάμει του Μέρους 8. Μάλιστα ο Κ.22.1(3) κάνει σαφή διάκριση, προβλέποντας σε ποια περίπτωση απαιτείται όπως αίτηση πρέπει να επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας και συγκεκριμένα στην περίπτωση που ο αιτητής επιθυμεί να στηριχθεί σε θέματα τα οποία παρατίθενται στην αίτηση ως μαρτυρία. Σε τέτοια περίπτωση, ως προβλέπεται από τον Κ.22.1(3)(α), η δήλωση αληθείας πρέπει να υπογράφεται από τον διάδικο ή τον δικηγόρο εκ μέρους του διαδίκου.

 

Στο Μέρος 23 των ίδιων Κανονισμών τίθενται οι γενικοί κανόνες για αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων. Στον ερμηνευτικό Κανονισμό 23.1(1) αναφέρεται ότι «αιτητής» σημαίνει το πρόσωπο το οποίο υποβάλλει αίτηση, «αίτηση» σημαίνει έγγραφο με το οποίο αιτητής ζητά από δικαστήριο την έκδοση διατάγματος σε επερχόμενη ή εκκρεμούσα απαίτηση και «ένσταση» σημαίνει έγγραφο με το οποίο καθ’ ου η αίτηση ενίσταται σε αίτηση.

 

Όπως προβλέπεται αναφορικά με το τι πρέπει να περιλαμβάνεται και να δηλώνεται στην αίτηση [βλ. Κ.23.4(4)(5)], έτσι και όσον αφορά την ένσταση, αν ο καθ’ ου η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία εμφανίζονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αναφέρονται συγκεκριμένα στην ένσταση και εάν στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία παρατίθενται σε γραπτή μαρτυρία, αυτό πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην ένσταση και οι σχετικές ένορκες δηλώσεις ή η γραπτή μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται και να επισυνάπτονται στην ένσταση [βλ. Κ.23.7(3)(4)].

 

Ως εκ των άνω, η αναφορά στον Κ.22.1(3) περιλαμβάνει, κατά την κρίση μου, κατ’ αναλογία, την ένσταση σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Συνεπώς η υποχρέωση για επιβεβαίωση της ένστασης με δήλωση αληθείας υφίσταται μόνο στην περίπτωση που ο καθ’ ου η αίτηση επιθυμεί να στηριχθεί σε θέματα τα οποία παρατίθενται στην ένσταση ως μαρτυρία. Στην προκειμένη δεν τίθεται τέτοιο θέμα εφόσον στην ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4, στο μέρος «Γεγονότα στα οποία βασίζονται», αναφέρεται ότι βασίζονται στην ένορκη δήλωση της Μαρίας Τσαγγαρίδου, ημερ. 08/04/2026 που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α.

 

Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν απαιτείτο η ένσταση των Εναγομένων 3 και 4 να επιβεβαιωθεί με δήλωση αληθείας. Το ότι στο σχετικό Έντυπο Αρ. 36 περιλαμβάνεται, ως μέρος αυτού, «Δήλωση Αληθείας» δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω ώστε δηλαδή να καθιστά δίχως άλλο υποχρεωτική την επιβεβαίωση σε κάθε περίπτωση αλλά αντίθετα συνάδει με τα πιο πάνω αφού προφανώς αυτό τέθηκε για να καλύπτει τις περιπτώσεις που, ως προαναφέρθηκε, η δήλωση αληθείας είναι απαραίτητη. Άλλωστε ως προβλέπεται στο Μέρος 4 και δη στον Κανονισμό 4.1(2), τα Έντυπα τα οποία παρατίθενται ως Παράρτημα Α των Κανονισμών μπορεί να διαφοροποιηθούν από το Δικαστήριο ή διάδικο αν η διαφοροποίηση απαιτείται από τις περιστάσεις συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε το γεγονός ότι στην προκειμένη το μέρος της ένστασης που αφορά τη «Δήλωση Αληθείας» είναι υπογραμμένο μεταβάλλει τα πιο πάνω. Αυτό καθότι, με δεδομένο ότι δεν ήταν υποχρεωτική τέτοια επιβεβαίωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράλειψη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς το γεγονός ότι αυτή είναι μεν υπογραμμένη αλλά, όσον αφορά τον Εναγόμενο 4, όχι από κάποιο από τα πρόσωπα που όφειλαν να την υπογράψουν σύμφωνα με το σχετικό Κανονισμό.

 

Ως εκ των άνω η υπό αναφορά θέση της Αιτήτριας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων

 

Θα προχωρήσω στη συνέχεια με την εξέταση των θέσεων που τέθηκαν για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων εφόσον μεταξύ αυτών εγείρεται θέμα, σε σχέση με το κατ’ επείγον, ως προς την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς και συναφώς θα πρέπει να εξετασθεί πρώτο.

 

Προς εξέταση δε του θέματος της αποκάλυψης παραθέτω κατ’ αρχάς τη νομική πτυχή αυτού.

 

Αναφορικά με την ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων, ως έχει νομολογηθεί, σε μονομερείς αιτήσεις, το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη απόφασης και μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή και των δηλώσεων του δικηγόρου (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Hold A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 801).

 

Σε μονομερείς αιτήσεις, ο αιτητής υποχρεούται λοιπόν να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι’ αυτό και προκαλεί σοβαρές συνέπειες, όπως η ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης (Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Limited (2015) 1 Α.Α.Δ. 386). Το Δικαστήριο μπορεί λοιπόν, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει και μόνο για τον λόγο ότι κατά την αρχική έκδοση του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. The Attorney-General οf The Republic a.o (No. 2) ν. Savvides (1979) 1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Η αρχή αυτή ισχύει βέβαια μόνο στην περίπτωση που το διάταγμα εκδίδεται χωρίς να ακουσθεί η άλλη πλευρά, μετά από μονομερή αίτηση, εφόσον η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση τέτοιου διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά. (1998) 1(B) Α.Α.Δ. 1179).

 

Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη για να έχει ως αποτέλεσμα τη μη οριστικοποίηση  προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να αφορά σε ουσιώδη θέματα της αντιδικίας και γενικά η εικόνα που παρουσιάστηκε στη μονομερή διαδικασία να τείνει να δώσει μια εικόνα των πραγμάτων, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής άποψης, πολύ διαφορετική από την τελικά διαμορφωθείσα στο τέλος της ενδιάμεσης διαδικασίας, ώστε το αποτέλεσμα αυτής να κρίνεται ακροσφαλές (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva (2010) 1Α Α.Α.Δ. 82 και Επιφανίου ν. Σπανού, Πολ. Έφεση Αρ. Ε76/2018, ημερ. 16/11/2023). Είναι άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης είναι εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. Τέτοια πρόθεση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οπόταν, στην απουσία του, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Το Δικαστήριο εξετάζοντας μια αίτηση για προσωρινό διάταγμα λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σωρεία παραγόντων που επιδρούν στην άσκηση της. Για αυτό και είναι σημαντικό η αποκάλυψη να είναι ειλικρινής και πλήρης. 

 

Βέβαια, ως έχει προαναφερθεί, δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν θα πρέπει λοιπόν να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. Στο πλαίσιο αυτό ουσιώδες είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα, όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 (βλ. Demstar Limited ανωτέρω). Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά στον αιτητή ή θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά σε αυτόν μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή ενδεχομένως θα επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 280). Ως προς τα πιο πάνω βλ. και American University Of Cyprus (AUCY) Ltd κ.ά. ν. S.C.F.B. Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2022, ημερ. 04/03/2025.

 

Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται στο Νόμο και σε νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ του αιτητή. Περιλαμβάνει την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής, ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν πρέπει να διστάζει να ακυρώσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα. Οδηγός είναι πάντα τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων (βλ. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. vAedona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/14, ημερ. 27/02/2015).

 

Ως λέχθηκε στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Altract Babcok Limited κ.ά., Πολ. Εφέσεις Αρ. Ε41/2019 και Ε42/2019, ημερ. 16/12/2024, τα Δικαστήρια σε τέτοιου είδους αιτήσεις, όχι μόνο δεν έχουν άλλη επιλογή αλλά ούτε την πολυτέλεια να διεξέλθουν το περιεχόμενο των πολυάριθμων εγγράφων που συνήθως συνοδεύουν μια μονομερή αίτηση για ενδιάμεση παρεμπίπτουσα θεραπεία. Κατά συνέπεια σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επισύρεται από τους συνηγόρους η προσοχή του Δικαστηρίου σε καθετί που περιέχεται στα έγγραφα, τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης.

 

Επαναλαμβάνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η υποχρέωση του αιτητή για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων υφίσταται μόνο στην περίπτωση μονομερούς αίτησης (βλ. και πιο πρόσφατη Camerin Investments LLP κ.ά. ν. Public Joint-Stock Company Commercial Bank «Privatbank», Πολ. Έφεση Αρ. Ε165/2019, ημερ. 22/11/2025). Ως διευκρινίσθηκε στην Investar SPC Ltd vInvestar Investments Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε50/2021, ημερ. 15/02/2024:

 

«Προκύπτει από τη νομολογία που θα παραθέσουμε πιο κάτω ότι στις περιπτώσεις που διατάσσεται η επίδοση της αίτησης, ενώ δεν ισχύουν οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη με τον τρόπο που εφαρμόζονται στις μονομερείς αιτήσεις, εντούτοις εξακολουθεί να ισχύει η γενική υποχρέωση του αιτητή που εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις που εδράζονται στο δίκαιο της επιείκειας, ήτοι να προσέλθει στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια». Υποχρέωση που εμπεριέχει το στοιχείο της πρόθεσης παραπλάνησης, κάτι που δεν ισχύει στις περιπτώσεις μη αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις που δεν επιδόθηκαν στην άλλη πλευρά, όπου εξετάζεται αντικειμενικά το κατά πόσον η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης, χωρίς να εξετάζεται η πρόθεση του αιτητή».

 

Τα ως άνω λεχθέντα στην Investar SPC Ltd  επαναλήφθηκαν στην πρόσφατη Α. Α. κ.ά. ν. Ι.Χ., Πολ. Έφεση Αρ. E91/2025, ημερ. 15/05/2026, όπου διακρίνοντας τις δύο περιπτώσεις (δηλαδή αυτή κατά την οποία η αίτηση ακούγεται σαν μονομερής και το Δικαστήριο αποφασίζει για την αρχική έκδοση των διαταγμάτων ακούοντας μόνο τον Αιτητή, από αυτή που η αίτηση ακούγεται σαν δια κλήσεως και ακούγονται στο Δικαστήριο όλες οι πλευρές) λέχθηκε ότι η ουσία της σχετικής αρχής είναι ότι, επειδή στις μονομερείς αιτήσεις το Δικαστήριο βασίζεται μόνο στα λεγόμενα του ενός διαδίκου, ο διάδικος αυτός υποχρεούται να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς του παρεμπίπτοντος διατάγματος.

 

Τα πιο πάνω λεχθέντα στην Investar SPC Ltd  τέθηκαν δε εις απάντηση στη θέση των εκεί Εφεσιβλήτων ότι το καθήκον του διαδίκου που αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα καλύπτει και την περίπτωση, όπως ήταν η συγκεκριμένη, όπου ο Αιτητής απευθύνεται στο Δικαστήριο μονομερώς, δεν εξασφαλίζει μονομερές διάταγμα, δίδονται οδηγίες για επίδοση και η αίτηση οδηγείται σε ακρόαση μετά την καταχώριση ένστασης από τους Καθ’ ων η αίτηση. Εισηγήθηκαν οι Εφεσίβλητοι ότι ο διάδικος που αποτείνεται μονομερώς οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και αν δεν το πράξει σημαίνει ότι δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια. Το Εφετείο διαφωνώντας με την ως άνω θέση, επεξήγησε με παραπομπή στη σχετική νομολογία ότι τα δύο αυτά ζητήματα αν και προσομοιάζουν, ωστόσο διαφέρουν και ότι όπου γίνεται επίδοση της μονομερούς αίτησης το στοιχείο της μη αποκάλυψης εξετάζεται με διαφορετικά κριτήρια. Αφού το Εφετείο αναφέρθηκε στην Rostovtsev ν. Shchukin, Πολ. ΄Εφεση Αρ. Ε415/2016, ημερ. 05/07/2019, (όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τοποθετήθηκε όσον αφορά το αξίωμα του δικαίου της επιείκειας σύμφωνα με το οποίο «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια») καθώς και στην Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου (2004) 1 Α.Α.Δ. 125 (διασαφηνίζοντας ότι όλα τα απαγορευτικά διατάγματα αποτελούν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας, είτε αυτά εκδίδονται μονομερώς είτε σε διαδικασία inter partes, οπότε σε όλες τις ως άνω διαδικασίες εξετάζονται από το Δικαστήριο τα αξιώματα του δικαίου της επιείκειας) αλλά και στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα (σελ. 60 και 61 όπου επίσης γίνεται αναφορά στο αξίωμα ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» το οποίο εφαρμόζεται όπου ο διάδικος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας) επισήμανε ότι το αξίωμα για τα καθαρά χέρια (που περιλαμβάνει την υποχρέωση του αιτητή να μην παραπλανά το Δικαστήριο) εφαρμόζεται και στον διάδικο σε αιτήσεις που είναι εξαρχής δια κλήσεως και ότι είναι αυτή την υποχρέωση που εξέτασε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Rostovtsev ανωτέρω και όχι τον κανόνα περί πλήρους αποκάλυψης που εφαρμόζεται σε διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς. Ως εκ των άνω το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα θεώρησε ότι το αξίωμα για καθαρά χέρια είναι ταυτόσημο με τον κανόνα της πλήρους αποκάλυψης και ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την ως άνω υπόθεση εφόσον δεν προέβη σε κρίση ότι οι Εφεσείοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια, αλλά διαπίστωσε μη αποκάλυψη. Είναι στη βάση των πιο πάνω που ανέφερε και το ακόλουθο, απόσπασμα του οποίου επαναλαμβάνεται στην Grady Properties Corporation SA κ.ά. v. Kravitz, Πολ. Έφεση Αρ. Ε113/2020, ημερ. 31/05/2024 και δεν μεταβάλλει τη σχετική νομολογία και τις νομικές αρχές που αφορούν το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όταν αιτήσεις ακούγονται ως μονομερείς:

 

«Σημειώνουμε την ανάγκη διασφάλισης της σοβαρότητας του καθήκοντος των αιτούντων μονομερώς την εξασφάλιση διαταγμάτων για πλήρη αποκάλυψη, όμως είμαστε της άποψης ότι η εφαρμογή της αρχής σαρωτικά, ελλείψει υπαιτιότητας για την μη αποκάλυψη, δεν μπορεί να επενεργήσει ως αυτοτελής λόγος τιμωρίας για απόρριψη αίτησης η οποία εκδικάστηκε κατόπιν ακρόασης και των δύο πλευρών. Σε αυτήν την περίπτωση αυτοτελής λόγος απόρριψης της αίτησης αποτελεί μόνο η παράβαση του αξιώματος της επιείκειας όπως αιτητής προσέλθει με καθαρά χέρια».

 

Τα αμέσως πιο πάνω τίθενται στην προκειμένη, για να καταδειχθεί ότι δεν ευσταθεί η θέση του κ. Χριστοδούλου (την οποία στήριξε στην Grady Properties Corporation SA) ότι ακόμη και εάν κριθεί ότι με την πρώτη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν έγινε πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να έχει πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης κατά το μονομερές στάδιο, έχουν δοθεί επαρκείς εξηγήσεις αναφορικά με το σύνολο των ζητημάτων που εγείρουν οι Εναγόμενοι δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας.

 

Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των θεμάτων περί μη αποκάλυψης που εγείρουν οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα αναφερθούν κατωτέρω κρίνεται ορθό όπως παρατεθούν τα γεγονότα επί των οποίων στήριξε την αίτηση της και εξασφάλισε μονομερώς τα επίδικα διατάγματα η Αιτήτρια, ως συνοψίζονται βασικά στην αρχή της πρώτης της ένορκης δήλωσης.

 

Κατ’ αρχάς αναφέρεται ότι πρόκειται για επείγουσα αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα προς υποστήριξη παράγωγης αγωγής προς όφελος της Εναγόμενης 1, με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να διαθέσουν ή να μειώσουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1, ύψους €81.328.858 ποσό το οποίο προήλθε από τα αδιανέμητα κέρδη της Εναγόμενης 1, στο πλαίσιο σειράς δανεισμών μεταξύ συνδεδεμένων μερών και/ή από τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων σε οποιοδήποτε επίπεδο.

 

Περαιτέρω συνοπτικά ως προς τα γεγονότα αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

·                Η πραγματικός δικαιούχος (UBO) της Αιτήτριας, S. Gutsul (στο εξής «η Gutsul» - προς αποφυγή σύγχυσης να σημειωθεί ότι η αναφορά αυτή δεν γίνεται για την ομνύουσα στις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας, ήτοι τη Κ. Gutsul) και ο Εναγόμενος 4 ήταν συνεταίροι που συνδύασαν τις επιχειρήσεις τους, γεγονός που τελικά οδήγησε στην ίδρυση της Εναγόμενης 1.

·                Η Αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία και η Gutsul είναι η μοναδική μέτοχος αυτής και ένα από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της.

·                Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι μέτοχοι της είναι η Εναγόμενη 3 που κατέχει 3.325 μετοχές, η Αιτήτρια που κατέχει 1.425 μετοχές και η Asya Management Limited που κατέχει 250 μετοχές.

·                Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία και η Εναγόμενη 1 είναι ο μοναδικός της μέτοχος.

·                Η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι μέτοχοι της είναι ο Εναγόμενος 4, που κατέχει το σύνολο των 47,344 συνήθων μετοχών και των μετοχών διαχείρισης και 80 εξαγοράσιμες μετοχές, ενώ η σύζυγος αυτού και η μεγαλύτερη κόρη του κατέχουν έκαστη από 10 εξαγοράσιμες μετοχές.

·                Ο Εναγόμενος 4 είναι επιχειρηματίας με καταγωγή από την Ουκρανία. Είναι δε ο μέτοχος πλειοψηφίας της Εναγόμενης 3.

·                Η Εναγόμενη 5 εκτελεί χρέη διευθύντριας στην Εναγόμενη 1, διευθύντριας και γραμματέα στην Εναγόμενη 3 και γραμματέα στην Εναγόμενη 2.

·                Η Comfy Trade LLC είναι η ουκρανική θυγατρική της Εναγόμενης 1, κατέχει την αλυσίδα λιανικής πώλησης ηλεκτρονικών ειδών και οικιακών συσκευών και σουπερμάρκετ και παράγει τα έσοδα του Ομίλου.

·                Οι Εναγόμενοι 5-9 είναι διευθυντές στο Διοικητικό Συμβουλίου της Εναγόμενης 1.

·                Η Εναγόμενη 10 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, με μοναδικό μέτοχο της την Εναγόμενη 3.

·                Οι Εναγόμενες 11 και 12 είναι πολωνικές εταιρίες, μοναδικός μέτοχος των οποίων είναι η Torwell Estate, η οποία είναι θυγατρική της Εναγόμενης 3.

·                Ο Εναγόμενος 4, σε συνεργεία με το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1, ήτοι τους Εναγόμενους 5-9 και άλλες συνδεδεμένες οντότητες, έλαβε έλεγχο των λειτουργιών, των οικονομικών και των δομών διακυβέρνησης της Εναγόμενης 1. Ο έλεγχος αυτός χρησιμοποιήθηκε όχι προς όφελος της Εναγόμενης 1 αλλά κυρίως για την προώθηση προσωπικών και επιχειρηματικών συμφερόντων του Εναγόμενου 4, εκτρέποντας το σύνολο των αδιανέμητων κερδών της Εναγόμενης 1 προς οντότητες που ελέγχονται πλήρως από τον Εναγόμενο 4.

·                Τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Αιτήτρια, αποκαλύπτουν πολλαπλές οικονομικές συναλλαγές μεταξύ της Εναγόμενης 1 και των θυγατρικών της με τις εταιρείες του Εναγόμενου 4, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων 3, 10, 11 και 12. Οι συναλλαγές αυτές περιλαμβάνουν δάνεια και ροές κεφαλαίων που στερούνται εμπορικής αιτιολόγησης και κατάλληλης εξουσιοδότησης.

·                Τα κεφάλαια που ανήκαν στην Εναγόμενη 1 υπεξαιρέθηκαν σε συνδεδεμένα μέρη του Εναγόμενου 4, χωρίς επαρκή ασφάλεια, διαφάνεια ή αποδεδειγμένα οφέλη για την Εναγόμενη 1, συμπεριλαμβανομένων των ακολούθων:

§     Αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 χωρίς αποδεδειγμένη οικονομική λογική για τη χρηματοδότηση των εργασιών του Εναγόμενου 4.

§     Χρήση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 προς όφελος συνδεδεμένων επιχειρήσεων του Εναγόμενου 4.

§     Μεταφορά των κεφαλαίων της Εναγόμενης 1 σε συνδεδεμένες οντότητες του Εναγόμενου 4, και

§     Υπεξαίρεση των κερδών της Εναγόμενης 1.

·                Η εξέταση των ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης 2 και της Εναγόμενης 3 για το έτος που έληξε στις 31/12/2023 καταδεικνύει ότι χορηγήθηκαν δάνεια άνω των €73.000.000 στην Εναγόμενη 3, τα οποία αντιπροσωπεύουν έως και το 90% των αδιανέμητων κερδών της Εναγόμενης 1.

·                Παράλληλα, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1, στις 31/12/2024, τα αδιανέμητα κέρδη ανήλθαν στο ποσό των €81.328.858. Παρά την κερδοφορία, δεν δηλώθηκαν ούτε και καταβλήθηκαν μερίσματα, με εξαίρεση την καταβολή μπόνους διαχείρισης το 2021. Η απουσία διανομής μερίσματος υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 4 χρησιμοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 προς αποκλειστικό του όφελος.

·                Τον Ιανουάριο του 2026 η Αιτήτρια ανακάλυψε ότι η Εναγόμενη 1 φέρεται να βρίσκεται σε διαδικασία πώλησης και ότι η Gutsul θα πουλήσει ποσοστό των μετοχών της. Ούτε η Αιτήτρια, ούτε η Gutsul συμμετείχαν σε διαπραγματεύσεις αναφορικά με τέτοια πώληση.

·                Επιπλέον, υπέπεσε στην αντίληψη της Αιτήτριας ότι ο Εναγόμενος 4 επιδιώκει ενεργά την πώληση της Comfy Trade LLC, η οποία εκτελεί τη βασική επιχειρηματική δραστηριότητα της Εναγόμενης 1. Μια τέτοια πώληση θα αφαιρούσε ουσιαστικά από την Εναγόμενη 1 το κύριο περιουσιακό της στοιχείο που παράγει το σύνολο του εισοδήματος της. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη πώληση ενέχει πραγματικό και άμεσο κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης για την Εναγόμενη 1.

 

Στην ίδια ένορκη δήλωση, ως προς το θέμα της «Υπεξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1» προβάλλονται βασικά τα ακόλουθα:

 

·                Κατά ή περί το καλοκαίρι του 2023, η γραμματέας της Εναγόμενης 1 απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ψήφισμα της Εναγόμενης 1, ζητώντας την έγκριση πρόσθετης έκδοσης 5.000 μετοχών της Εναγόμενης 2 και την απόκτηση των μετοχών αυτών από την Εναγόμενη 1, υπέρ το άρτιο. Μετά από αυτό η ομνύουσα έστειλε επιστολή ζητώντας εξηγήσεις σχετικά με τη σκοπιμότητα και τους οικονομικούς λόγους τω πιο πάνω. Δεν δόθηκαν απαντήσεις. Δεδομένου ότι δεν παρασχέθηκαν πληροφορίες στην Αιτήτρια σχετικά με την Εναγόμενη 1, η Gutsul προσπάθησε να λάβει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εταιρεία, μέσω των αρμόδιων αρχών. Από τον Ιούνιο του 2024 διεξήγαγε έρευνες στον Έφορο Εταιρειών και, μεταξύ άλλων, ανακάλυψε ότι μετά τις 26/05/2021, υπήρξαν αρκετές αυξήσεις και μία μόνο μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2, που δεν ήταν σε γνώση της Αιτήτριας.

·                Τον Δεκέμβριο του 2024, η Gutsul απέκτησε πρόσβαση στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2. Ακολούθως κατά τη διάρκεια συζητήσεων που αυτή είχε με τον Εναγόμενο 4, ζήτησε να της παρασχεθούν επίσημα οι οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 3 για τα έτη που έληξαν στις 31 Δεκεμβρίου 2021, 2022 και 2023, προκειμένου να αξιολογηθεί η οικονομική της κατάσταση, καθώς και τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2.

·                Εξετάζοντας τις καταστάσεις, ανακάλυψε ότι η Εναγόμενη 2 στις 31/12/2023 είχε χορηγήσει δάνεια €73.571.247 στην Εναγόμενη 3.

·                Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία της οποίας η κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα δεν περιλαμβάνει την παροχή χρηματοδότησης ή δανεισμού σε τρίτους. Ως εκ τούτου, η χορήγηση τέτοιων σημαντικών δανείων στην Εναγόμενη 3 στερείται οποιασδήποτε προφανούς εμπορικής ή οικονομικής λογικής και φαίνεται να έγινε αποκλειστικά προς όφελος της Εναγόμενης 3 και εις βάρος της Εναγόμενης 1.

·                Ως εκ των άνω, είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος 4 χρησιμοποίησε τα κεφάλαια της Εναγόμενης 2 και κατ’ επέκταση της Εναγόμενης 1 για να χρηματοδοτήσει τις δικές του προσωπικές και συνδεδεμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες, χωρίς καμία καλόπιστη εμπορική αιτιολόγηση ή όφελος για την Εναγόμενη 1. Αυτές οι συναλλαγές συνιστούν σαφή υπεξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 και παραβίαση των καθηκόντων καταπιστευματοδόχου από εκείνους που επέτρεψαν την υπεξαίρεση.

 

Ως προς τη συνέχεια του ιστορικού στην ίδια ένορκη δήλωση προβάλλονται τα εξής:

 

·                Στις 20/05/2025 η ομνύουσα έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από την Εναγόμενη 5 σχετικά με την έκδοση και έγκριση εγγύησης από την Εναγόμενη 1 προς την Asbis - Ukraine, για τον σκοπό αντικατάστασης των υφιστάμενων τραπεζικών εγγυήσεων με εταιρική εγγύηση από την Εναγόμενη 1.

·                Στις 28/05/2025, η ομνύουσα ζήτησε διευκρινίσεις σχετικά με Συμφωνία Παράδοσης.

·                Η Εναγόμενη 5 απάντησε στο ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα στις 10/06/2025.

·                Στη συνέχεια η ομνύουσα έλαβε διάφορα αιτήματα μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων της Εναγόμενης 5, ημερ. 23/06/2025 και της Poleva (Αναπληρώτριας Διευθύντριας Ταμειακών Ροών του Ομίλου Comfy) ημερ. 24 και 25/06/2025 .

·                Η ομνύουσα απάντησε στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα στις 26/06/2025 δηλώνοντας ότι η Αιτήτρια κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να εξετάσει όλα τα έγγραφα το συντομότερο δυνατό.

·                Στις 30/06/2025 η Gutsul έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Εναγόμενο 4, στην οικονομική διευθύντρια της Comfy Trade και στην Εναγόμενη 5, εκφράζοντας τις ανησυχίες της σχετικά με μια σειρά θεμάτων που αφορούν τη διαχείριση της Εναγόμενης 1, τις αποφάσεις που λήφθηκαν και σχετίζονται άμεσα με την οικονομική σταθερότητα των εταιρειών και αναφέρθηκε επίσης στην απομόνωσή της από τις υποθέσεις της Εναγόμενης 1.

·                Η Εναγόμενη 5 απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Gutsul στις 07/07/2025 και επισύναψε ειδοποίηση για σύγκληση Έκτακτης Συνέλευση των μετόχων της Εναγόμενης 1. Η συνάντηση ορίστηκε για τις 18/07/2025.

·                Η Gutsul απάντησε στο email της Εναγόμενης 5 στις 11/07/2025 και επανέλαβε τη θέση της σχετικά με την έλλειψη πληροφοριών και την απομόνωση της από τις υποθέσεις του Ομίλου. Σημείωσε επίσης ότι θα είναι διαθέσιμη για έκτακτη συνέλευση στις 28/07/2025 και ζήτησε να λάβει όλα τα έγγραφα και υλικό που είχε ήδη ζητήσει, τουλάχιστον 14 ημέρες πριν από τη Συνέλευση.

·                Μετά από επανειλημμένα αιτήματα για σύγκληση Συνέλευσης για να συζητηθούν συσσωρευμένα ζητήματα σχετικά με τις δραστηριότητες της Εναγόμενης 1, προγραμματίστηκε Έκτακτη Συνέλευση των Μετόχων για τις 30/07/2025. Κατόπιν συμπληρωματικού αιτήματος της Αιτήτριας, προστέθηκαν στην ημερήσια διάταξη ζητήματα σχετικά με τα δάνεια που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 3.

·                Το προσχέδιο οικονομικών καταστάσεων για την περίοδο που έληξε στις 31/12/2024 παρασχέθηκε στους εκπροσώπους της Αιτήτριας μόλις δύο ώρες πριν από τη συνεδρίαση, καθιστώντας αδύνατη τη λήψη επαρκών εξηγήσεων για την ανάληψη κεφαλαίων από τον όμιλο στην Εναγόμενη 3. Έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης δεν παρασχέθηκαν καθόλου. Η διοίκηση υπέβαλε ορισμένες χρηματοοικονομικές πληροφορίες και εξηγήσεις σχετικά με τα σχέδια οικονομικών καταστάσεων στις 31/12/2024. Δεδομένου ότι οι πληροφορίες παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικτυακής συνάντησης, οι εκπρόσωποι της Αιτήτριας ζήτησαν να σταλούν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και συμφώνησαν προκαταρκτικά με την οικονομική διευθύντρια της Comfy Trade να πραγματοποιήσουν χωριστή συνάντηση μετά την εξέταση των εγγράφων.

·                Ωστόσο, οι πληροφορίες που ζητήθηκαν δεν δόθηκαν ποτέ και η συνάντηση με την οικονομική διευθύντρια της Comfy Trade δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

·                Στις 19/08/2025, η Αιτήτρια έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα με τα προτεινόμενα πρακτικά της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της 30/07/2025. Την ίδια ημερομηνία, η ομνύουσα έλαβε ειδοποίηση για την Ετήσια Συνέλευση των Μετόχων που είχε προγραμματιστεί για τις 10/09/2025. Καθώς δεν συμφωνούσαν με το σχέδιο πρακτικών που προσκομίστηκε, η Αιτήτρια έδωσε εντολή στους δικηγόρους της να αποστείλουν επιστολή στις Εναγόμενες 1 και 3 εκφράζοντας τις αντιρρήσεις και τις ανησυχίες της.

·                Κατά ή περί τις 08/09/2025, οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν επιστολή στην Εναγόμενη 1 και στην Εναγόμενη 3, εκφράζοντας τις ανησυχίες τους σχετικά με τα ζητήματα που είχαν προκύψει. Αναφορά στο περιεχόμενο της θα γίνει κατωτέρω.  Συγκεκριμένα, επισημάνθηκαν τα εξής: (i) Οι οικονομικοί λογαριασμοί της Εναγόμενης 1 καταδεικνύουν μια σταθερά κερδοφόρα εταιρεία. Ωστόσο, παρά την κερδοφορία της, η Εναγόμενη 1 δεν έχει δηλώσει και διανείμει μερίσματα στους μετόχους της από το 2021 (με εξαίρεση την καταβολή του μπόνους στη διοίκηση της Comfy Trade LLC). (ii) Η Εναγόμενη 2, μοναδικός μέτοχος της οποίας είναι η Εναγόμενη 1, χορηγεί δάνεια στην Εναγόμενη 3, που ανήκει εξ ολοκλήρου στον Εναγόμενο 4, χωρίς την προηγούμενη έγκριση και γνώση της Αιτήτριας. (iii) Μετά από ανεξάρτητη έρευνα, η Αιτήτρια ανακάλυψε διάφορες αυξήσεις στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, οι οποίες μετοχές αγοράστηκαν από την Εναγόμενη 1 υπέρ το άρτιο, χωρίς την προηγούμενη έγκριση ή γνώση της Αιτήτριας. (iv) Σε σχέση με την Έκτακτη Γενική Συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 30/07/2025, τα πρακτικά που παρασχέθηκαν στην Αιτήτρια μετά τη συνάντηση, ήταν ανακριβή. Με την ίδια επιστολή ζητήθηκε να αποσταλούν εντός 7 εργάσιμων ημερών στην Αιτήτρια διάφορα έγγραφα και δη: (α) Λεπτομέρειες και δικαιολογητικό όλων των δανειακών συμβάσεων που συνήψε η Εναγόμενη 2, (β) όλοι οι οικονομικοί λογαριασμοί για τα έτη που έληξαν το 2021, 2022, 2023 και 2024 για την Εναγόμενη 2, (γ) οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για το έτος που έληξε στις 31/12/2024 (δ) Έκθεση υπογεγραμμένη από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 2 σχετικά με όλα το ποσά που έχουν μεταφερθεί σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ως δάνειο ή με άλλο τρόπο. Ωστόσο, μέχρι τη μέρα που καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση, κανένα έγγραφο δεν παρασχέθηκε στην Αιτήτρια [πλην των υπό το (α) ανωτέρω που παρασχέθηκαν αργότερα μέσω του Serhii Stepenko].

·                Στις 16/12/2024, υπήρξαν δημοσιεύματα από Ουκρανικές πηγές του διαδικτύου, τα οποία ανέφεραν ότι ο όμιλος Comfy, μέσω της Gutsul, ενδέχεται να συνδέεται με εταιρεία που δραστηριοποιείται στα κατεχόμενα. Σχεδόν αμέσως, η Gutsul ενημερώθηκε για τις δημοσιεύσεις αυτές από τον Εναγόμενο 4, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω άρθρο προκαλούσε φήμη και οικονομική ζημιά στον Όμιλο και σχεδόν αμέσως προσέλαβε νομικούς συμβούλους που ετοίμασαν έγγραφα για την πώληση των μετοχών της Αιτήτριας στην Εναγόμενη 3. Η προτεινόμενη τιμή πώλησης δεν φαινόταν καλόπιστη. Οι εκπρόσωποι της Αιτήτριας υποστήριξαν ότι δεν είχε νόημα για έναν μέτοχο να διαθέσει γρήγορα τις μετοχές της εταιρείας σε απαράδεκτη τιμή με σημαντική καθυστέρηση στην πληρωμή βασιζόμενος σε ισχυρισμούς που δεν είχαν βάση. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος 4 απείλησε να κινήσει ποινική υπόθεση στην Ουκρανία. Πρότεινε επίσης άλλες επιλογές πώλησης, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να χάσει τον «αρνητικό έλεγχο» της Εναγόμενης 1 με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κάθε μία από τις επιλογές περιλάμβανε μείωση του μεριδίου κάτω από το 25%.

·                Στις 22/11/2025 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του Εναγόμενου 4 και του  Stepenko, γνωστού προσώπου της Gutsul, με σκοπό να διερευνηθεί εάν υπήρχε προοπτική διευθέτησης της διαφοράς. Κατά τη συνάντηση συζήτησαν την τρέχουσα κατάσταση μεταξύ των μετόχων της Εναγόμενης 1. Ο Εναγόμενος 4 δήλωσε ότι σχεδιάζει να πωλήσει μέρος της πολωνικής επιχείρησής του και ότι ανέμενε από την πώληση να έχει επαρκή κεφάλαια για να αποπληρώσει τα δάνεια που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 3 και να καταβάλει μερίσματα στους μετόχους μειοψηφίας. Δήλωσε επίσης ότι βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, σχετικά με την πώληση μέρους της επιχείρησης Comfy, με επενδυτικό ταμείο το οποίο ενδιαφερόταν να αποκτήσει το 51%. Η εκτίμηση που ετοίμασε το εν λόγω ταμείο ανήλθε σε περίπου €135.000.000. Το 2023, κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του Εποπτικού Συμβουλίου, ο ειδικός κλήθηκε σχετικά παρουσίασε εκτίμηση της Εταιρίας για €500.000.000. Ο Stepenko, μεταξύ άλλων, σημείωσε ότι η απομόνωση της Αιτήτριας ήταν απαράδεκτη, όπως και η μη καταβολή μερισμάτων και η χρήση των χρημάτων της Εναγόμενης 1 για τη χρηματοδότηση της προσωπικής επιχείρησης του.

·                Καθώς δεν υπήρξε ενημέρωση μετά τα παραπάνω, η Αιτήτρια σχεδίαζε να καταχωρίσει την παρούσα Απαίτηση στις 22/12/2025. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου που προηγήθηκε, ενημερωθήκαν από τον Stepenko ότι ο Εναγόμενος 4 είχε εκφράσει την προθυμία του να εξετάσει τα αιτήματα της Αιτήτριας. Υπό το πρίσμα αυτό και σε μια προσπάθεια να επιλύσουν τη διαφορά φιλικά και εξωδικαστικά, αποφασίσαν να μην προχωρήσουν με την καταχώριση.

·                Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες διαπραγματεύσεις, οι οποίες δεν καρποφόρησαν και τελικά συνειδητοποιήσαν ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν χρησιμοποιηθεί ως τακτική πρόκλησης καθυστέρησης από τον Εναγόμενο 4, ο οποίος, ενώ διαπραγματευόταν, συμμετείχε ταυτόχρονα στη διαδικασία πώλησης της Εταιρείας.

·                Στις αρχές Ιανουάριου 2026, ο Stepenko συναντήθηκε σε μη επίσημη βάση για σύντομο χρονικό διάστημα με τον Verbilenko, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι διορίστηκε ως νέος διευθύνων σύμβουλος της Comfy Trade. Η Αιτήτρια δεν έλαβε καμία ειδοποίηση σχετικά με το θέμα αυτό. Μεταξύ άλλων, ο  Verbilenko ανέφερε ότι διαπραγματευόταν με τρεις πιθανούς αγοραστές για την επιχείρηση Comfy. Παράλληλα, δήλωσε ότι, ανεπίσημα και σε επίπεδο προφορικής συμφωνίας, είχε ήδη επιτευχθεί συμφωνία και ότι απέμεναν να επιλυθούν μόνο τεχνικές λεπτομέρειες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος και η ομάδα του ενεργούσαν προς το συμφέρον όλων των μετόχων. Ωστόσο, αναγνώρισε ότι βασικά ζητήματα παραμένουν άλυτα, περιλαμβανομένης της μορφής της αντιπαροχής και ιδίως της πιθανότητας η πληρωμή να γίνει σε Ουκρανικά Γριβνα. Η αναφορά στη λήψη ανταλλάγματος σε Ουκρανικά Γριβνα, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό ότι η συναλλαγή θα συνεπαγόταν αναλογική πώληση των μετοχών όλων των μετόχων, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στην Αιτήτρια, υποδηλώνει ότι η συναλλαγή μπορεί να είναι δομημένη σύμφωνα με το Ουκρανικό δίκαιο και μπορεί να περιλαμβάνει την πώληση του λειτουργικού περιουσιακού στοιχείου - Comfy Trade LLC. Μια τέτοια δομή θα στερούσε από την Αιτήτρια κάθε ουσιαστική ικανότητα να επηρεάσει ή να προστατεύσει τα συμφέροντα της στη συναλλαγή. Ελλείψει κατάλληλων διασφαλίσεων, η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρές ζημίες.

·                Στα μέσα Ιανουάριου 2026, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ του Stepenko, του Verbilenko και του Vertiletskyi, διευθυντή της Εναγόμενης 3, ο Vertiletskyi δήλωσε ότι η συναλλαγή σχετικά με την πολωνική επιχείρηση είχε αναβληθεί. Ωστόσο, ανέφερε ότι τα μέρη σκόπευαν να συμφωνήσουν ένα προσχέδιο όρων με έναν πιθανό αγοραστή έως τα τέλη Φεβρουάριου 2026 και να ξεκινήσουν τον νομικό έλεγχο δέουσας επιμέλειας στη συνέχεια. Κατόπιν αυτού ο Stepenko ζήτησε διευκρινίσεις απευθείας από τον Εναγόμενο 4. Ο Εναγόμενος 4 αρνήθηκε να εμπλακεί και δήλωσε ότι κάθε περαιτέρω επικοινωνία θα έπρεπε να διεξάγεται αποκλειστικά μέσω του Verbilenko.

·                Επιπρόσθετα, υπέπεσε στην αντίληψή της Αιτήτριας ένα άρθρο στο διαδίκτυο με ημερομηνία 22/01/2026, σύμφωνα με το οποίο η μεγαλύτερη εταιρεία τηλεπικοινωνιών της Ουκρανίας, θα αποκτούσε μετοχές στην Εναγόμενη 1 και ότι η Gutsul θα πωλήσει ποσοστό από τη συμμετοχή της. Η Gutsul δεν εξέφρασε ποτέ καμία προθυμία να πωλήσει ούτε την προσέγγισαν ποτέ για να συζητήσει ένα τέτοιο σενάριο και δεν ήταν σε γνώση της Αιτήτριας οποιαδήποτε τέτοια διαπραγμάτευση.

·                Εκτός από τα παραπάνω, στις 27/01/2026, η ομνύουσα έλαβε ένα άλλο email από την Εναγόμενη 5, με το οποίο ζητούσε να επανεξετάσει η Αιτήτρια και να υπογράψει ψηφίσματα μεταξύ των οποίων και για το διορισμό ενός πρόσθετου διευθυντή στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1, ο οποίος σχετίζεται άμεσα και/ή συνδέεται στενά με τον Εναγόμενο 4 και ο οποίος είναι επί του παρόντος μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της εταιρείας. Ο προτεινόμενος διορισμός θα εδραιώσει περαιτέρω τη διεύθυνση και τον έλεγχο του Εναγόμενου 4 επί του Διοικητικού Συμβουλίου εις βάρος των μετόχων μειοψηφίας.

·                Στις 12/02/2026 η ομνύουσα απάντησε στο email της Εναγόμενης 5, εκφράζοντας τους σοβαρούς ενδοιασμούς της για το περιεχόμενό του. Κατέστησε σαφές ότι οι επανειλημμένες προσπάθειες εξασφάλισης εγκρίσεων για σημαντικές εταιρικές πράξεις, ενώ ταυτόχρονα αγνοήθηκαν οι ανησυχίες που εξέφρασε η Αιτήτρια και δεν δόθηκε καμία ουσιαστική απάντηση σε αυτές, συνιστούσαν συνεχή και σκόπιμη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των μετόχων μειοψηφίας. Δήλωσε περαιτέρω ότι, παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια είχε εκθέσει διεξοδικά τα παράπονα και τις ανησυχίες του, το Διοικητικό Συμβούλιο είχε επανειλημμένα αποτύχει ή/και αρνηθεί να συμμετάσχει, να απαντήσει ή να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες.

 

Ως δε δηλώνεται στην ίδια ένορκη δήλωση, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπόθεσης και καλών πιθανοτήτων επιτυχίας, αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 1 υπέστη και εξακολουθεί να υποφέρει ως αποτέλεσμα εσκεμμένης καταχρηστικής συμπεριφοράς, κακοδιαχείρισης και κακής πίστης από τους διευθυντές και τον μέτοχό πλειοψηφίας, οι οποίοι κατά παράβαση των καθηκόντων τους ως καταπιστευματοδόχοι, υπεξαίρεσαν εταιρικά κεφάλαια και χρησιμοποίησαν τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 προς όφελος του Εναγόμενου 4 και των συνδεδεμένων οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένου της Εναγόμενης 3. Αυτές οι ενέργειες περιλάμβαναν την παροχή σημαντικών δανείων από την Εναγόμενη 2 στην Εναγόμενη 3 και άλλες συνδεδεμένες εταιρείες, την εξάντληση των αποθεματικών της Εναγόμενης 1 και την άρνηση νόμιμης διανομής κερδών στους μετόχους της Εναγόμενης 1, χωρίς καμία κατάλληλη εταιρική ή εμπορική αιτιολόγηση. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη για να αποτραπεί η περαιτέρω αποξένωση και υπεξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 και να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί τελικά υπέρ της Εναγόμενης 1 μπορεί να εκτελεστεί αποτελεσματικό.

 

Θέσεις περί αποκάλυψης ως προς το κατ’ επείγον

 

Ως προς το κατ’ επείγον οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 προβάλλουν ότι η Αιτήτρια, με την πρώτη ένορκη δήλωση της:

 

1.         Προέβαλε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν απάντησαν στην επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 08/09/2025 και δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι υπήρξε τέτοια απάντηση με επιστολή ημερομηνίας 18/09/2025, με την οποία απαντώνται όλα τα ζητήματα που εγείρονται με την Απαίτηση και την πρώτη ένορκη δήλωση.

2.         Προέβαλε ότι ήλθαν σε γνώση της συζητήσεις του Εναγόμενου 4 για πώληση της Comfy Trade LLC, που είναι το πιο πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 1, σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία της και στήριξε σε αυτό το γεγονός τον κίνδυνο περαιτέρω αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 αλλά δεν αποκάλυψε ότι δεν μπορεί να γίνει τέτοια πώληση χωρίς τη συγκατάθεση της Gutsul αφού στο Καταστατικό της εν λόγω εταιρείας υπάρχει πρόνοια ότι για την πώληση οποιουδήποτε περιουσιακού της στοιχείου απαιτείται η συγκατάθεση από τους τελικούς δικαιούχους και επίσης δεν αποκάλυψε ότι για να γινόταν η πώληση αυτή θα έπρεπε να προηγηθεί έγκριση από την Επιτροπή Αντινομοπωλίου της Ουκρανίας.

 

Εδώ να σημειωθεί ότι, ως προς το κατ’ επείγον, στο σώμα της αίτησης, εκεί όπου ζητείται να αναφερθούν οι λόγοι για τους οποίους η αίτηση υποβάλλεται χωρίς ειδοποίηση, η Αιτήτρια αναφέρει ότι η αίτηση υποβάλλεται χωρίς ειδοποίηση λόγω της κατεπείγουσας φύσης της και ενόψει του κινδύνου οι Εναγόμενοι να προχωρήσουν με αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων. Περαιτέρω, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:

 

Στις 08/09/2025 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή στους Εναγόμενους η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει απαντηθεί από τους Εναγόμενους. Η άρνηση [του] να τοποθετηθούν επί της επιστολής καταδεικνύει ότι δεν προτίθενται να σταματήσουν να ενεργούν εξυπηρετώντας τα δικά τους συμφέροντα και καταστρατηγώντας αυτά της Εναγόμενης 1. Ακολούθως τα μέρη μετείχαν σε διαπραγματεύσεις μέχρι και τα τέλη Ιανουάριου 2026. Ωστόσο κατέστη ξεκάθαρο ότι η συμμετοχή του Εναγόμενου 4 στις διαπραγματεύσεις μοναδικό σκοπό είχε να προκαλέσει καθυστέρηση στην λήψη μέτρων από πλευράς της Αιτήτριας, και ο Εναγόμενος εκμεταλλευόμενος αυτό τον χρόνο μετείχε σε συζητήσεις για την πώληση του πιο πολύτιμου περιουσιακού στοιχείου της Εναγόμενης 1.

 

Ως προς το κατ’ επείγον, στην πρώτη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας προβάλλονται και τα ακόλουθα:

 

·                Η Αιτήτρια ενήργησε ταχύτατα και χωρίς καθυστέρηση. Η πιο πρόσφατη Έκτακτη Γενική Συνέλευση πραγματοποιήθηκε στις 30/07/2025, το πρακτικό της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης απεστάλη στην Αιτήτρια στις 20/08/2025 και οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν επίσημη επιστολή στην αντίδικη πλευρά στις 08/09/2025. Αυτή η επιστολή παραμένει αναπάντητη μέχρι σήμερα.

·                Την περίοδο που ακολούθησε, τα μέρη συμμετείχαν σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι τα τέλη Ιανουάριου. Η Αιτήτρια προσήλθε στις διαπραγματεύσεις αυτές καλόπιστα και με πραγματική πρόθεση να επιλύσει τη διαφορά χωρίς να προσφύγει στο δικαστήριο.

·                Ωστόσο, έκτοτε κατέστη απολύτως σαφές ότι ο Εναγόμενος 4 χρησιμοποίησε αυτές τις διαπραγματεύσεις με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. Ενώ υποστήριζε ότι οι συζητήσεις ήταν σε εξέλιξη και ότι οι ανησυχίες της Αιτήτριας θα λαμβάνονταν υπόψη, ο Εναγόμενος 4 προωθούσε ταυτόχρονα σχέδια για την πώληση του βασικού περιουσιακού στοιχείου της Εταιρείας.

·                Στη βάση και του ότι στις 27/01/2026, η Εναγόμενη 5, με email ζητούσε από την Αιτήτρια να επανεξετάσει και να υπογράψει ψηφίσματα μεταξύ των οποίων για τον διορισμό ενός πρόσθετου διευθυντή στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1, (διορισμός που θα εδραιώσει περαιτέρω τη διεύθυνση και τον έλεγχο του Εναγόμενου 4 επί του Διοικητικού Συμβουλίου εις βάρος των μετόχων μειοψηφίας), η Αιτήτρια αναφέρει ότι είναι σαφές ότι ο Εναγόμενος 4 σχεδιάζει ενεργά την πώληση της Comfy Trade, που αποτελεί τη βασική επιχείρηση της Εναγόμενης 1. Μια τέτοια πώληση θα αφαιρούσε ουσιαστικά από την Εναγόμενη 1 το κύριο και πολυτιμότερο περιουσιακό της στοιχείο, το οποίο παράγει το σύνολο του εισοδήματος της. Ως εκ τούτου, οι προτεινόμενες δράσεις απειλούν με ανεπανόρθωτη βλάβη. Η πώληση της Comfy Trade έναντι τιμήματος ύψους €135.000.000 είναι περίεργη και φαίνεται να είναι υποτιμημένη, λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2024 παρουσιάστηκε στο Εποπτικό Συμβούλιο μια αποτίμηση της εταιρείας ύψους €500.000.000.

·                Αναφέρει επίσης ότι δεδομένης της πολυπλοκότητας του πραγματικού υποβάθρου, του τεράστιου όγκου των εγγράφων και της ανάγκης μετάφρασης πολλών εγγράφων, η Αιτήτρια ενήργησε ωστόσο με τη μεγίστη επιμέλεια και ταχύτητα όταν ανακάλυψε τόσο την κατάχρηση κεφαλαίων της εταιρείας όσο και τη συγκεκριμένη πρόθεση του Εναγόμενου 4 να διαθέσει την Εταιρεία ή τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας.

·                Έχοντας ήδη υπεξαιρέσει εταιρικά κεφάλαια μέσω δανείων σε συνδεδεμένες οντότητες και άλλων συναλλαγών προς όφελος του Εναγόμενου 4 και των συνδεδεμένων με αυτόν οντοτήτων, η πρόθεση του Εναγόμενου 4 να πουλήσει την Comfy Trade με σημαντική έκπτωση, χωρίς την προηγούμενη έγκριση των μετόχων της Εναγόμενης 1, είναι πιθανό οι Εναγόμενοι να αποστερήσουν από την Εναγόμενη 1 το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων και θα κάνουν το ίδιο σε σχέση με τα προσωπικά τους περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να αποφευχθεί η εκτέλεση.

 

Από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι η Αιτήτρια στην πρώτη της ένορκη δήλωση και στο σώμα της αίτησης στήριξε τη θέση της για στοιχειοθέτηση του κατ’ επείγοντος στα ακόλουθα δύο θέματα:

 

1.         Στη μη απάντηση στην επιστολή που απέστειλαν στις 08/09/2025 οι δικηγόροι της, η οποία αφορούσε κατά κύριο λόγο τα θέματα στα οποία στηρίζει και τη θέση της στην Απαίτηση της, δηλαδή για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 εν αγνοία της Αιτήτριας και για σκοπούς του Εναγόμενου 4. Προβάλλει δε αυτό ως άρνηση των Εναγομένων να τοποθετηθούν επί αυτών των θεμάτων, η οποία καταδεικνύει ότι δεν προτίθενται να σταματήσουν να ενεργούν εξυπηρετώντας τα δικά τους συμφέροντα και καταστρατηγώντας αυτά της Εναγόμενης 1.

2.         Στο ότι μετά το πιο πάνω και ενώ τα μέρη βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις ήλθε σε γνώση της ότι ο Εναγόμενος 4 σχεδιάζει ενεργά την πώληση της Comfy Trade LLC, που αποτελεί τη βασική επιχείρηση της Εναγόμενης 1 και ότι κατέστη ξεκάθαρο ότι η συμμετοχή του Εναγόμενου 4 στις διαπραγματεύσεις μοναδικό σκοπό είχε να προκαλέσει καθυστέρηση στη λήψη μέτρων από πλευράς της Αιτήτριας και εκμεταλλευόμενος αυτό τον χρόνο μετείχε σε συζητήσεις για την πώληση του εν λόγω «πιο πολύτιμου περιουσιακού στοιχείου της Εναγόμενης 1».

 

Είναι λοιπόν προφανές ότι τα δύο πιο πάνω γεγονότα ήταν ουσιώδη για τη στοιχειοθέτηση του κατ’ επείγοντος.

 

Εδώ να λεχθεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας ότι το κατ’ επείγον στηρίχθηκε σε ακόμη ένα θέμα και δη στην περαιτέρω αποξένωση περιουσιακών στοιχείων κάτι που, ως υποστηρίζει ο συνήγορος, προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 5, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, προς συμμόρφωση με το «Διάταγμα Αποκάλυψης» (το οποίο αποτελεί μέρος του Προσωρινού Διατάγματος) και από την οποία ξεκάθαρα φαίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν προβεί σε περαιτέρω δανεισμό τέλος του 2025 αρχές του 2026. Αυτό καθότι πρόκειται για γεγονός που προφανώς δεν ήταν σε γνώση της Αιτήτριας κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης και σίγουρα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εκ των υστέρων ως γεγονός που, ως βασικά προβάλλουν οι συνήγοροι της, εάν είχε τεθεί θα υποστήριζε το κατ’ επείγον.

 

Σε σχέση με το πρώτο από τα πιο πάνω ουσιώδη γεγονότα, στην πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, προβάλλεται ότι όλοι οι ισχυρισμοί που εγέρθηκαν με την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 08/09/2025 απαντήθηκαν, σε κάθε ένα από τα θέματα για τα οποία παραπονιούνται, με επιστολή ημερ. 18/09/2025 των δικηγόρων που διορίστηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 3. Ωστόσο, η Gutsul και οι συνεργάτες της παρέλειψαν να αποκαλύψουν την εν λόγω επιστολή, από το περιεχόμενο της οποίας το Δικαστήριο θα είχε την ευκαιρία να αντιληφθεί ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε «υπεξαίρεση» περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1.

 

Στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση η Αιτήτρια αναφέρει ως προς τούτο ότι η Αιτήτρια δεν απέκρυψε καμία πληροφορία ή έγγραφο από το Δικαστήριο. To email που έστειλε η δικηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση δεν ελήφθη ποτέ από τους δικηγόρους της Αιτήτριας. Όπως ενημέρωσε ο Πέτρος Κιτιαίας, Λειτουργός Πληροφορικής της Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα φιλτραρίστηκε στον φάκελο ανεπιθύμητης αλληλογραφίας. Ως αποτέλεσμα, οι δικηγόροι της Αιτήτριας δεν έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτής της επικοινωνίας.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Αιτήτρια παραδέχεται την ύπαρξη και αποστολή της επιστολής ημερ. 18/09/2026 και δεν αμφισβητεί ότι με αυτή απαντώνται όλα τα ζητήματα που εγείρονται με την αίτηση και την Απαίτηση. Από την άλλη οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι η εν λόγω επιστολή δεν ήρθε στην προσοχή των δικηγόρων της Αιτήτριας καθώς είχε παραληφθεί ως ανεπιθύμητη αλληλογραφία (junk email). Στη βάση αυτού η Αιτήτρια υποστήριξε στην αγόρευση της ότι δε υπήρξε καμία σκοπιμότητα ή πρόθεση απόκρυψης, ότι ενήργησε καλόπιστα και το ότι πράγματι θεωρούσε πως η επιστολή της ημερ. 08/09/2025 παρέμεινε αναπάντητη κάτι που επιβεβαιώνεται και από μεταγενέστερο ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε η ομνύουσα στην Εναγόμενη 5 στο οποίο αναφέρεται ότι δεν έχουν απαντήσει ποτέ στην επιστολή ημερ. 08/09/2025.

 

Ως έχει προαναφερθεί, κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, στις περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς, δηλαδή χωρίς να ακουστεί ο Καθ’ ου η αίτηση, είναι άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος είναι εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. Τέτοια πρόθεση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οπόταν στην απουσία του η απόφαση καθίσταται ακροσφαλής. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για προσωρινό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960.

 

Στην προκειμένη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ως άνω γεγονός ήτοι η αποστολή της επιστολής ημερ. 18/09/2025 συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εφόσον η Αιτήτρια στηρίχθηκε στη μη απάντηση της δικής της επιστολής ως μέρος για τη στοιχειοθέτηση του κατ’ επείγοντος, στη βάση του οποίου εκδόθηκε μονομερώς το Προσωρινό Διάταγμα.

 

Στο σημείο αυτό δέον όπως υπομνησθεί ότι όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Διατάγματα όπως το επίδικο, τα οποία απαγορεύουν σε διάδικο να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία ανά το παγκόσμιο, έχουν χαρακτηριστεί από τη νομολογία ως «δρακόντεια μέτρα» ή «ως πυρηνικά όπλα» (βλ. και Βγενόπουλος κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφέσεις Ap. E141-142/2014, ημερ. 13/09/2023). Το ότι στην προκειμένη η μη αποκάλυψη του πιο πάνω γεγονότος από πλευράς της Αιτήτριας δεν έγινε εκ προθέσεως, δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου το ότι το γεγονός αυτό συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης ή μη του διατάγματος, το οποίο είναι ιδιαίτερα δραστικό. Ως δε έχει εξηγηθεί ανωτέρω, τα όσα σχετικά τέθηκαν με την Grady Properties Corporation - στην οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος της Αιτήτριας -  δεν μεταβάλλουν τη σχετική νομολογία και τις νομικές αρχές που αφορούν το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όταν αιτήσεις όπως η υπό κρίση ακούγονται ως μονομερείς.

Όσον αφορά το δεύτερο από τα ως άνω ουσιώδη γεγονότα, στην πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αναφέρεται βασικά ότι για να αιτιολογήσει την προώθηση της αίτησης σε μονομερή βάση, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι πρόσφατα ανακάλυψαν μια διαπλοκή για την πώληση της επιχείρησης της Εναγόμενης 1 χωρίς την συγκατάθεση της Gutsul. Ωστόσο δεν έφεραν στην προσοχή του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να πωληθεί η επιχείρηση στην Ουκρανία, δηλαδή η Comfy Trade LLC, χωρίς την εξουσιοδότηση της Gutsul. Παραπέμπουν ως προς τούτο σε ρήτρα του Καταστατικού της εν λόγω εταιρείας, η οποία προβλέπει ότι ένας μέτοχος / συμμετέχον της εταιρείας έχει το δικαίωμα να πωλήσει ή άλλως πως να μεταβιβάσει (να διαθέσει) έναντι αντιτίμου ή δωρεάν το μερίδιο του (ή μέρος αυτού) στο κεφάλαιο / στην εταιρεία σε τρίτα πρόσωπα, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έγκρισης των εν λόγω συναλλαγών από όλους τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους. Η Gutsul, αναφέρουν, είναι μεταξύ των τελικών πραγματικών δικαιούχων της Comfy Trade LLC, κατέχοντας το 28,5% του κεφαλαίου της. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι υφίστατο κίνδυνος πώλησης της εν λόγω επιχείρησης. Περαιτέρω, προβάλλεται στην ίδια ένορκη δήλωση ότι η Αιτήτρια δεν έφερε στην προσοχή του Δικαστηρίου ότι δεν έγιναν καταχωρίσεις ή ειδοποιήσεις στην Επιτροπή Αντιμονοπωλίου της Ουκρανίας για την πώληση της Comfy Trade LLC, εφόσον μια συναλλαγή τέτοιας κλίμακας θα απαιτούσε την έγκριση από την εν λόγω Επιτροπή στο πλαίσιο του ελέγχου συγχωνεύσεων.

 

Ως προς το πιο πάνω, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, απορρίπτονται οι «τεχνητές προϋποθέσεις που επινόησαν ο Εναγόμενος 4 και οι συνεργάτες του για να υποστηρίξουν την επιχειρηματολογία ότι δεν είχαν την πρόθεση να πωλήσουν την Comfy Trade», δεδομένου ότι υπήρχαν διάφορα νομικά εμπόδια ή διαδικασίες (αυτό αφορά και το ότι δεν έγιναν καταχωρίσεις ή ειδοποιήσεις στην Επιτροπή Αντιμονοπωλίου της Ουκρανίας). Επισυνάπτεται δε προς επίρρωση του πιο πάνω, ως Τεκμήριο 17, νομική γνωμάτευση που ετοιμάστηκε από δικηγόρο στην Ουκρανία.

 

Στην αγόρευση της η Αιτήτρια αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε παράλειψη αποκάλυψης ή παραπλάνηση και παραπέμπει στο ως άνω αναφερόμενο Τεκμήριο 17, υποστηρίζοντας ότι ναι μεν ο όρος 6.2 του Καταστατικού της Comfy Trade LLC, προβλέπει ότι για πώληση μετοχών απαιτείται η συγκατάθεση όλων των τελικών δικαιούχων (ultimate beneficiaries), αλλά το εν λόγω Καταστατικό μπορεί να τροποποιηθεί με απόφαση των διευθυντών της Εναγόμενης 1, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή συγκατάθεση των τελικών δικαιούχων, κάτι που είναι καθοριστικής σημασίας εφόσον, ως περαιτέρω υποστηρίζει, η ίδια η προστασία στην οποία επιχειρούν να στηριχθούν οι Εναγόμενοι μπορεί να αφαιρεθεί μονομερώς, οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση, από πρόσωπα που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Εναγόμενου 4. Περαιτέρω, σημειώνει στην αγόρευση της ότι το εν λόγω Καταστατικό τροποποιήθηκε ήδη κατά το 2024 χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση προς την Αιτήτρια ως τελική δικαιούχο, κάτι που σύμφωνα πάντα με την ίδια καταδεικνύει ακριβώς γιατί η επίκληση του όρου 6.2 δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής προστασία έναντι του κινδύνου πώλησης ή αποξένωσης.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 από την πλευράς τους, στην αγόρευση τους  υποστηρίζουν βασικά ότι σε κάθε περίπτωση είναι άνευ σημασίας η θέση της Αιτήτριας περί ενδεχόμενης τροποποίησης του Καταστατικού χωρίς την εμπλοκή της, αφού όφειλε να αποκαλύψει ότι δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος πώλησης της Comfy Trade LLC, χωρίς την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει εάν δικαιολογείτο η έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, η Αιτήτρια όχι μόνο δεν αμφισβητεί αλλά επιβεβαιώνει (μέσω νομικής γνωμάτευσης από δικηγόρο στην Ουκρανία, ήτοι το προαναφερόμενο Τεκμήριο 17) ότι υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια στο Καταστατικό της Comfy Τrade LLC και δη ο όρος 6.2, σύμφωνα με το οποίο καμία πώληση μετοχών δεν μπορεί να γίνει χωρίς την προηγούμενη έγκριση όλων των πραγματικών δικαιούχων, μια εκ των οποίων είναι η Gutsul, η οποία είναι και η ιδιοκτήτρια της Αιτήτριας.

 

Η Αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την υπό κρίση μονομερή αίτηση και αιτήθηκε την εξασφάλιση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων, εγείροντας ως ουσιώδες και κρίσιμο γεγονός, την ύπαρξη πρόθεσης του Εναγόμενου 4 για πώληση της Comfy Trade LLC, που είναι το κύριο και πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 1, με σημαντική έκπτωση και χωρίς την προηγούμενη έγκριση των μετόχων της Εναγόμενης 1, προβάλλοντας έτσι πιθανότητα οι Εναγόμενοι να αποστερήσουν από την Εναγόμενη 1 από το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων. Το ότι λοιπόν τέτοια πώληση δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την έγκριση της ιδιοκτήτριας της Αιτήτριας, συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης ή μη του επίδικου διατάγματος.

 

Το ότι, σύμφωνα με την Αιτήτρια, με βάση τη γνωμάτευση Τεκμήριο 17, το Καταστατικό της Comfy Trade LLC μπορεί να τροποποιηθεί με απόφαση των διευθυντών της Εναγόμενης 1, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή συγκατάθεση των τελικών δικαιούχων και ότι τέτοια τροποποίηση έγινε κατά το 2024 χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση προς την Αιτήτρια, δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου το πιο πάνω. Για να μπορούσε να γίνεται λόγος για πλήρη αποκάλυψη, αυτά θα έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την πρώτη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και να αφήνετο στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο, έχοντας και αυτά υπόψη, θα εξέδιδε, χωρίς να ακούσει τους Καθ’ ων η αίτηση, το Προσωρινά Διάταγμα. Ως έχει νομολογηθεί το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.ά. (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1665). Δεν μπορούν λοιπόν να δίδονται εξηγήσεις μεταγενέστερα, δηλαδή όταν αποφασίζεται κατά πόσο θα διατηρηθούν σε ισχύ τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς, όσο επαρκείς και εάν είναι οι εξηγήσεις αυτές.

 

Η μη αποκάλυψη των ως άνω ουσιωδών γεγονότων, τα οποία αφορούν τη στοιχειοθέτηση του κατ’ επείγοντος - το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την, κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, άσκηση δικαστικής εξουσίας και την παροχή θεραπείας στην απουσία του Καθ’ ου η αίτηση, ήτοι μετά από μονομερή αίτηση (βλ. M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. The Timberland Co of USA (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791) - είναι τέτοια υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης και της δραστικότητας του Προσωρινού Διατάγματος ώστε το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να ακυρώσει αυτό, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης (βλ. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Limited (2015) 1 Α.Α.Δ. 386).

 

Παρά τα πιο πάνω, τα οποία κρίνουν μοιραία την τύχη της αίτησης και του Προσωρινού Διατάγματος, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω κα τις λοιπές θέσεις περί μη αποκάλυψης.

 

Ως προς την άλλη λοιπόν θέση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 που σχετίζεται με το κατ’ επείγον και δη ότι η Αιτήτρια δεν έθεσε στην προσοχή του Δικαστηρίου ότι δεν έγιναν καταχωρίσεις ή ειδοποιήσεις στην Επιτροπή Αντιμονοπωλίου της Ουκρανίας για την πώληση της Comfy Trade LLC, η Αιτήτρια στην αγόρευση της δεν αμφισβητεί ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης δεν είχε ακόμη εξασφαλιστεί τέτοια έγκριση. Ωστόσο, προβάλλει, τέτοια έγκριση μπορεί να ζητηθεί και να ληφθεί εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, ακόμη και εντός εβδομάδων ενώ περαιτέρω, η διαδικασία δεν παρακολουθείται δημόσια σε πραγματικό χρόνο και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε μηχανισμός μέσω του οποίου η Αιτήτρια θα μπορούσε να λάβει έγκαιρη ειδοποίηση ότι καταχωρήθηκε αίτηση ή ότι παραχωρήθηκε σχετική έγκριση. Περαιτέρω, παραπέμπει στη γνωμάτευση Τεκμήριο 17, όπου αναφέρεται ότι ελλείψει γνώσης διαφόρων σχετικών δεδομένων, δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα κατά πόσο απαιτείτο τέτοια έγκριση.

 

Αντίθετη είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι παραπέμποντας σε νομική γνωμάτευση άλλων δικηγόρων από την Ουκρανία (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 54 στην πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4) υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση τέτοιας πώλησης απαιτείται έγκριση από την Επιτροπή Αντιμονοπωλίου της Ουκρανίας.

 

Το θέμα της καταχώρισης ή μη ειδοποιήσεων στην Επιτροπή Αντιμονοπωλίου της Ουκρανίας για την πώληση της Comfy Trade LLC, αποτελεί ουσιώδες γεγονός υπό τις περιστάσεις, σε περίπτωση που απαιτείτο τέτοια έγκριση. Δεν μπορεί όμως να γίνεται λόγος για μη αποκάλυψη εφόσον, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να μπορούσε να τεθεί σε γνώση της Αιτήτριας και εξηγώ. Ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου η σχετική διαδικασία δεν φαίνεται να είναι προσβάσιμη σε τρίτους. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 17 αναφέρεται ότι σε περίπτωση που ένας αιτητής δηλώνει τις πληροφορίες που υποβάλλει στην Επιτροπή ως περιορισμένης πρόσβασης («restricted access») και στην πράξη των σύνολο των εγγράφων δηλώνεται ως τέτοιο, η Επιτροπή δεν έχει δικαίωμα να αποκαλύψει τέτοιες πληροφορίες σε τρίτα πρόσωπα. Ως εκ τούτου δεν φαίνεται ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει τέτοιες πληροφορίες η Αιτήτρια.

 

Λοιπές θέσεις περί αποκάλυψης

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 προβάλλουν στις αγορεύσεις τους ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε ούτε τα ακόλουθα:

 

1.         Ότι τα δάνεια προς την Εναγόμενη 3 εξασφαλίζονταν από προσωπικές εγγυήσεις του Εναγόμενου 4.

2.         Το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 16/12/2024 που έστειλε η Εναγόμενη 5 και είχε επισυνημμένες τις συμφωνίες δανείων.

3.         Για πρώτη φορά έκανε παράπονο και ισχυρίσθηκε αποξένωση 9 μήνες μετά, δηλαδή τέλος Ιουλίου 2025 (βλ. επιστολή τους ημερ. 08/09/2025) και ότι μεταξύ Δεκεμβρίου του 2024 και Σεπτεμβρίου του 2025 υπήρχε αλληλογραφία που δείχνει ότι δεν θεωρούσε ότι υπήρχε αποξένωση.

4.         Τους λόγους πίσω από τις αυξήσεις κεφαλαίου και ότι υπήρχε φορολογικό όφελος και εμπορική λογική.

5.         Ότι είχε εγκρίνει το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1 και ότι η ίδια δεν αποδέχτηκε πρόταση για να έχει αντιπρόσωπο της στο διοικητικό αυτό συμβούλιο.

6.         Την ύπαρξη εκτεταμένων διαπραγματεύσεων με τον Εναγόμενο 4 για την εξαγορά των μετοχών της στην Εναγόμενη 1.

 

Προχωρώ στην εξέταση του κάθε θέματος χωριστά.

 

Θέση ότι η Αιτήτρια έκανε παράπονο και ισχυρίσθηκε πρώτη φορά αποξένωση 9 μήνες μετά (με επιστολή ημερ. 08/09/2025) και ότι μεταξύ Δεκεμβρίου του 2024 και Σεπτεμβρίου του 2025 υπήρχε αλληλογραφία που δείχνει ότι δεν θεωρούσε ότι υπήρχε αποξένωση

 

Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 στην αγόρευση τους ότι η Gutsul και οι συνεργάτες της κατείχαν όλες τις πληροφορίες σε σχέση με τις αυξήσεις κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 και τα δάνεια που χορηγήθηκαν προς την Εναγόμενη 3 τουλάχιστον έναν χρόνο πριν την καταχώριση της Απαίτησης και δεν θεωρούσαν αυτά «υπεξαίρεση» περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1. Ως περαιτέρω αναφέρουν, η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε ότι ενώ είχε τις εν λόγω πληροφορίες από τον Δεκέμβριο 2024, μέχρι και το τέλος Ιουλίου του 2025 δεν ήγειρε κανένα θέμα σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό αποξένωση περιουσίας μέσω των δανείων και ότι ήγειρε για πρώτη φορά ζήτημα για τα δάνεια και τις αυξήσεις κεφαλαίου κατά τη Γενική Συνέλευση της Εναγόμενης 1 στις 30/07/2025, ενώ θέματα αποξένωσης περιουσίας εγέρθηκαν για πρώτη φορά ένα μήνα μετά, με την επιστολή ημερ. 08/09/2025. Εν τω μεταξύ, είχε ανταλλαχθεί αλληλογραφία μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ’ ων η αίτηση, με την οποία εγέρθηκαν διάφορα παράπονα από την Αιτήτρια αλλά δεν εγέρθηκε κανένα ζήτημα σε σχέση με τα δάνεια.   

 

Στην δική της αγόρευση η Αιτήτρια προβάλλει ότι με την πρώτη της ένορκη δήλωση  παρέθεσε αναλυτικά και με χρονολογική σειρά το ιστορικό των γεγονότων και της επικοινωνίας που υπήρξε μεταξύ της Gutsul και των εκπροσώπων της Εναγόμενης 1 και ότι εκεί καταγράφεται λεπτομερώς η επικοινωνία που λάμβανε χώρα, οι ανησυχίες που εκφράζονταν από την πλευρά της Gutsul και οι προσπάθειες που καταβάλλονταν για λήψη εξηγήσεων και πληροφόρησης σχετικά με τη διαχείριση της εταιρείας και τις οικονομικές αποφάσεις που λαμβάνονταν. Οι ανησυχίες της Gutsul σχετικά με τις υποθέσεις της εταιρείας και την έλλειψη ενημέρωσης εκφράζονται ρητώς στο ηλεκτρονικό μήνυμά της ημερ. 30/06/2025. Περαιτέρω, η Gutsul είχε ήδη από το 2024 ξεκινήσει έρευνες και ζητούσε επίσημα οικονομικά στοιχεία και εξηγήσεις σχετικά με τις συναλλαγές και τη διαχείριση της εταιρείας. Τα επίδικα ζητήματα επομένως δεν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στις επιστολές του 2025. Οι επιστολές αυτές αποτελούσαν απλώς συνέχεια και κλιμάκωση ήδη υφιστάμενων ανησυχιών και διαφορών που είχαν εκφραστεί επανειλημμένα προς τους Εναγόμενους. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραπλάνηση ή απόκρυψη εκ μέρους της Αιτήτριας.

 

Με βάση τα όσα αναφέρονται στην πρώτη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας προκύπτει ότι η Gutsul, από τον Ιούνιο του 2024 ανακάλυψε ότι μετά τις 26/05/2021, υπήρξαν αρκετές αυξήσεις και μία μόνο μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2, που δεν ήταν σε γνώση της Αιτήτριας. Περαιτέρω, τον Δεκέμβριο του 2024 η Gutsul απέκτησε πρόσβαση στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2 και μετά κατά τη διάρκεια συζητήσεων που είχε με τον Εναγόμενο 4, ζήτησε να της παρασχεθούν επίσημα οι οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 3 για τα έτη που έληξαν στις 31 Δεκεμβρίου 2021, 2022 και 2023, προκειμένου να αξιολογηθεί η οικονομική της κατάσταση, καθώς και τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2. Εξετάζοντας τις καταστάσεις, ανακάλυψε ότι η Εναγόμενη 2 στις 31/12/2023 είχε χορηγήσει δάνεια €73.571.247 στην Εναγόμενη 3. Ενόψει του ότι η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία της οποίας η κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα δεν περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών χρηματοδότησης ή δανεισμού σε τρίτους και του ότι ως εκ τούτου η χορήγηση τέτοιων σημαντικών δανείων στην Εναγόμενη 3 στερείται οποιοσδήποτε προφανούς εμπορικής ή οικονομικής λογικής αλλά και του ότι η Gutsul έμαθε ότι η Εναγόμενη 1 είχε παράσχει πρόσθετες εγγυήσεις στο πλαίσιο των δανείων στην ουκρανική εταιρεία Comfy Trade LLC, συνολικού ποσού άνω των €50.000.000, χωρίς ενημέρωση της Αιτήτριας, καταλήγει η ομνύουσα ότι είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος 4 χρησιμοποίησε τα κεφάλαια της Εναγόμενης 2 και κατ' επέκταση της Εναγόμενης 1 για να χρηματοδοτήσει τις δικές του προσωπικές και συνδεδεμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες, χωρίς καμία καλόπιστη εμπορική αιτιολόγηση ή όφελος για την Εναγόμενη 1 και ότι αυτές οι συναλλαγές συνιστούν σαφή υπεξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 και παραβίαση των καθηκόντων καταπιστευματοδόχου από εκείνους που επέτρεψαν την υπεξαίρεση.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι το θέμα της υπεξαίρεσης περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 που εγείρει η Αιτήτρια ήλθε στην αντίληψη αυτής από τον Δεκέμβριο του 2024. Παρά ταύτα, ενώ η Αιτήτρια αναφέρεται στην πρώτη της ένορκη δήλωση συχνά στο θέμα της υπεξαίρεσης, δεν επισήμανε στο Δικαστήριο ότι στην επικοινωνία της με τους Καθ’ ων η αίτηση δεν έθεσε τέτοιο θέμα πριν τον Σεπτέμβριο του 2025 και να δώσει σχετικές εξηγήσεις. Εκείνο που φαίνεται από την πρώτη ένορκη δήλωση είναι ότι «ζητήματα σχετικά με τα δάνεια που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 3» τέθηκαν στους Εναγόμενους – Καθ’ ων η αίτηση περί τα τέλη Ιουλίου του 2025 (στις 28/07/2025, δηλαδή 7 μήνες μετά) όταν ζητήθηκε από την Αιτήτρια να προστεθούν στην ημερήσια διάταξη της συνέλευσης των μετόχων που θα γινόταν στις 30/07/2025. Ήταν με την επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 08/09/2025 που η Αιτήτρια εξέφρασε προς τους Καθ’ ων η αίτηση συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με ζητήματα μεταξύ των οποίων το ότι, παρά το ότι οι οικονομικοί λογαριασμοί της Εναγόμενης 1 καταδεικνύουν μια σταθερά κερδοφόρα εταιρεία αυτή δεν έχει δηλώσει και διανείμει μερίσματα στους μετόχους της από το 2021, ότι η Εναγόμενη 2, χορηγεί δάνεια στην Εναγόμενη 3, που ανήκει εξ ολοκλήρου στον Εναγόμενο 4, χωρίς την προηγούμενη έγκριση και γνώση της Αιτήτριας και ότι υπήρξαν διάφορες αυξήσεις στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, οι οποίες μετοχές αγοράστηκαν από την Εναγόμενη 1 υπέρ το άρτιο, χωρίς την προηγούμενη έγκριση ή γνώση της Αιτήτριας. Ήταν δε με την ως άνω επιστολή που τέθηκε για πρώτη φορά προς τους Καθ’ ων η αίτηση θέμα αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1.

 

Παρά ταύτα η Αιτήτρια, υποστηρίζοντας ότι ενήργησε με ταχύτητα και χωρίς καθυστέρηση, στην πρώτη της ένορκη δήλωση, έθεσε ως πρώτο γεγονός τη Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 30/07/2025. Σε άλλο δε σημείο της ίδιας ένορκης δήλωσης υποστηρίζει ότι ενήργησε ωστόσο με μεγίστη επιμέλεια και ταχύτητα όταν ανακάλυψε τόσο την κατάχρηση κεφαλαίων της εταιρείας όσο και τη συγκεκριμένη πρόθεση του Εναγόμενου 4 να διαθέσει την Εταιρεία ή τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. Ως όμως προαναφέρθηκε δεν επισήμανε στο Δικαστήριο, ότι παρά το ότι έμαθε για την υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 από το Δεκέμβριο  του 2024, στην επικοινωνία που είχε με τους Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβαλε αυτό παρά μόνο τον Σεπτέμβριο του 2025 δηλαδή 9 μήνες μετά. Δεν μπορεί λοιπόν να ισχυρίζεται ότι ενήργησε με μέγιστη ταχύτητα «όταν ανακάλυψε τόσο την κατάχρηση κεφαλαίων της εταιρείας όσο και τη συγκεκριμένη πρόθεση του Εναγόμενου 4 να διαθέσει την Εταιρεία ή τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας» εφόσον το πρώτο το ανακάλυψε τον Δεκέμβριο του 2024 ενώ το δεύτερο τον Ιανουάριο του 2026. Είναι δε προφανές ότι προχώρησε στη καταχώρηση της Απαίτησης και της ένορκης δήλωσης μετά που δεν απαντήθηκε η επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 08/09/2025 και μετά που, ως αναφέρει ήλθε στην αντίληψη της συγκεκριμένη πρόθεση του Εναγόμενου 4 να διαθέσει την Εταιρεία ή τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια, τουλάχιστον πριν τον Ιούλιο του 2025, δεν έδειξε να θεωρεί τις αυξήσεις κεφαλαίου και τα δάνεια ως το μηχανισμό υπεξαίρεσης που προβάλλει τόσο στην Απαίτηση όσο και στην αίτηση και ότι για πρώτη φορά έθεσε προς τους Καθ’ ων η αίτηση θέμα υπεξαίρεσης τον Σεπτέμβριο του 2025. Η μη επισήμανση - αποκάλυψη λοιπόν αυτού (με αναφορά στην επικοινωνία που είχε και δικαιολόγηση γιατί δεν υπήρξε τέτοια αναφορά μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025) κατά το στάδιο έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος, είναι κατά την κρίση μου ουσιώδης εφόσον είναι συνυφασμένη με την όλη θέση της Αιτήτριας περί υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 μέσω των δανείων, στη βάση της οποίας ουσιαστικά στηρίζει την αίτηση της και την Απαίτηση της. Ήταν λοιπόν ουσιώδης για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.

 

Θέση ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε τις προσωπικές εγγυήσεις του Εναγόμενου 4 όσον αφορά τα δάνεια

 

Ως προς τούτο, στην αγόρευση τους οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αναφέρουν ότι η Αιτήτρια, για να πετύχει την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος, παρουσίασε τα δάνεια ως μηχανισμό αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 αλλά δεν αποκάλυψε ότι τα δάνεια εξασφαλίζονταν από προσωπικές εγγυήσεις του Εναγόμενου 4 δηλαδή, του ιδιοκτήτη πλειοψηφίας της Εναγόμενης 1. Επισημαίνουν δε ότι κατά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, η αξία της Εναγόμενης 1 είναι περί τα €500.000.000 και άρα η αξία του 66.5% που κατέχει ο Εναγόμενος 4 είναι περί τα €332.500.000, που ξεπερνά κατά πολύ την Απαίτηση. Αυτό, καταρρίπτει την ως άνω θέση της Αιτήτριας και αναιρεί την πλήρωση της δεύτερης και της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32.

 

Στη δική της αγόρευση, η Αιτήτρια προβάλλει ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχαν τέτοιες εγγυήσεις αλλά εν πάση περιπτώσει οι υποτιθέμενες προσωπικές εγγυήσεις που παρείχε ο Εναγόμενος 4 αποτελούν μέρος του δόλιου σχεδίου του και είναι, κατ’ ουσία, εικονικές. Δεν συνιστούν ανεξάρτητη ή αξιόπιστη εξασφάλιση, αλλά ένα μηχανισμό δημιουργίας μιας ψευδούς εντύπωσης νομιμότητας και ασφάλειας γύρω από τις συναλλαγές εφόσον ο δανειστής και ο δανειζόμενος ελέγχονται από το ίδιο πρόσωπο ήτοι τον εγγυητή.

 

Ως προς το θέμα αυτό, στην πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 4, ως ο πραγματικός δικαιούχος του εγγεγραμμένου μετόχου πλειοψηφίας, Torwell, της Comfy Holdings και του ομίλου Comfy, εγγυήθηκε προσωπικά τα εν λόγω δάνεια μέσω της σύναψης σχετικών Συμφωνιών Εγγύησης και Αποζημίωσης.

 

Απαντώντας σε αυτό, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσης της, η Αιτήτρια, αναφέρει ότι απορρίπτει το πιο πάνω και δηλώνει ότι οι υποτιθέμενες εγγυήσεις που παρείχε ο εναγόμενος 4 αποτελούν μέρος του δόλιου σχεδίου του και είναι, κατ’ ουσίαν, εικονικές, δεν είναι καλόπιστες εμπορικές συμφωνίες, αλλά μέρος ενός ευρύτερου συστήματος αυτοσυναλλαγής και ακατάλληλης εκτροπής εταιρικών κεφαλαίων. Οι οντότητες που έλαβαν τα δάνεια ήταν εταιρείες που ανήκαν ή/και ελέγχονταν από τον Εναγόμενο 4 και, ως εκ τούτου, οι εν λόγω «προσωπικές εγγυήσεις» δεν ήταν πλέον από τον Εναγόμενο 4 που υποτίθεται ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις των δικών του εταιρειών. Μια τέτοια ρύθμιση στερείται πραγματικής εμπορικής ουσίας και σχεδιάστηκε για να δημιουργήσει μια ψευδή εντύπωση ασφάλειας.

 

Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε στην πρώτη της ένορκη δήλωση την ύπαρξη των προσωπικών εγγυήσεων του Εναγόμενου 4 στα δάνεια. Ούτε και αναφέρει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση - που αποτελεί μέρος της σχετικής μαρτυρίας - ότι δεν ήταν σε γνώση της οι εν λόγω εγγυήσεις, όπως υποστηρίζει στην αγόρευση της.

 

Το ερώτημα λοιπόν που απομένει είναι κατά πόσο το γεγονός αυτό είναι ουσιώδες. Ως έχει προαναφερθεί το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα. Στην προκειμένη, η Αιτήτρια για να καταδείξει την υπόθεση της, στο πλαίσιο των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου 32,  στηρίχθηκε στον μηχανισμό των εν λόγω δανείων για να υποστηρίξει ότι αυτά συνιστούν αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1, η οποία έγινε δόλια και εν αγνοία της από πλευράς του Εναγόμενου 4 και των συνεργατών του. Υπό τις εν λόγω περιστάσεις, η ύπαρξη προσωπικών εγγυήσεων του Εναγόμενου 4 στα εν λόγω δάνεια, ο οποίος, όντας ο κατά πλειοψηφία μέτοχος της Εναγόμενης 3 (που είναι η κατά πλειοψηφία μέτοχος της Εναγόμενης 1), είναι ουσιαστικά το πρόσωπο που ελέγχει την πλειοψηφία των μετοχών της Εναγόμενης 1, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να θεωρηθεί ως επουσιώδες γεγονός. Το ότι η Αιτήτρια απάντησε με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ότι οι εν λόγω εγγυήσεις είναι εικονικές εγγυήσεις και μέρος ενός ευρύτερου συστήματος αυτοσυναλλαγής και ακατάλληλης εκτροπής εταιρικών κεφαλαίων και ότι η προσωπική του οικονομική κατάσταση ήταν ανεπαρκής για να υποστηρίξει τις εγγυήσεις, δεν μεταβάλλει και δεν δικαιολογεί το ότι δεν αποκάλυψε αυτές στην πρώτη της ένορκη δήλωση, κάτι που όφειλε να πράξει και να αφήσει το Δικαστήριο να κρίνει έχοντας υπόψη του όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Δεν τίθεται δε θέμα εξέτασης του πραγματικού υποβάθρου σε αυτό το στάδιο και δη κατά πόσο οι εγγυήσεις αυτές είναι εικονικές και ποιος ήταν ο σκοπός τους.

 

Θέση ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 16/12/2024 που έστειλε η Hanna Pera (δηλαδή η Εναγόμενη 5 και διευθύντρια της Εναγόμενης 1) και είχε επισυνημμένες τις συμφωνίες δανείων

 

Στην πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αναφέρεται ότι η Gutsul και οι συνεργάτες της γνώριζαν για τις συναλλαγές των δανείων και την πολιτική μη διανομής μερισμάτων πολύ πριν την καταχώριση της Απαίτησης και δίδει ως παράδειγμα ότι η Pera στις 16/12/2024 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους συνεργάτες της Svetlana, το οποίο περιλάμβανε: - Τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2 για το έτος 2023, οι οποίες παρουσιάζουν τα δάνεια της Εναγόμενης 3. - Τις συμφωνίες δανείων μεταξύ των Εναγομένων 2 και 3 και τις τροποποιητικές αυτών - Μια συμφωνία εγγραφής σε εξαγοράσιμες προνομιούχες μετοχές της Εναγόμενης 3 αναφορικά με τη χρηματοδότηση της Εναγόμενης 3 και Ένα μνημόνιο στα ουκρανικά, το οποίο αντανακλούσε τη συνεννόηση ότι τα αδιανέμητα κέρδη της Εναγόμενης 1 για μια σειρά ετών θα δανείζονταν στην Εναγόμενη 3. Αναφέρουν επίσης ότι στην πρώτη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στις παραγράφους 75-79, οι συμφωνίες δανείων και οι τροποποιητικές αυτών, οι οποίες στάλθηκαν στους συνεργάτες της Gutsul με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/12/2024, παρουσιάστηκαν και επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια, χωρίς να αποκαλύπτεται πως και πότε αυτά ήρθαν στην κατοχή της Gutsul και των συνεργατών της.

 

Ως προς το πιο πάνω οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αναφέρουν στην αγόρευση τους ότι η Αιτήτρια ουσιαστικά δεν αποκάλυψε ότι στις 16/12/2024 έλαβε τις συμφωνίες των δανείων, τις οικονομικές καταστάσεις των Εναγομένων και άλλες πληροφορίες μέσω email της Pera και άρα ότι είχε λεπτομέρειες και πλήρη γνώση για τα δάνεια τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο 2024 και ισχυρίστηκε ψευδώς ότι όλα γίνονταν κρυφά από την ίδια για να δείξει απάτη. Ως εκ τούτου διαψεύδεται ότι απέκτησε πρόσβαση στις οικονομικές καταστάσεις και ότι εξετάζοντας αυτές ήταν που ανακάλυψε τα Δάνεια. Το γεγονός της αποστολής των συμφωνιών και των οικονομικών καταστάσεων από τον Δεκέμβριο του 2024 καταρρίπτει την ουσία της Απαίτησης της Αιτήτριας ότι τα δάνεια αποτελούσαν μηχανισμό αποξένωσης περιουσίας και γίνονταν κρυφά από την ίδια.

 

Στη δική της αγόρευση η Αιτήτρια παραδέχεται ότι δεν αποκάλυψε το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα αλλά υποστηρίζει ότι δεν απέκρυψε οτιδήποτε, ότι αναφέρεται ρητά στην παράγραφο 72 της πρώτης ένορκης δήλωση της και ότι στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αναφέρονται περαιτέρω οι σχετικές περιστάσεις. Επομένως το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ουδόλως καταδεικνύει αυτό που ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αυτό θα μπορούσε να αναφερθεί ρητώς στην πρώτη ένορκη δήλωση, δεν πρόκειται για έγγραφο ουσιώδους σημασίας αφού το περιεχόμενο του δεν ανατρέπει τη βάση της Απαίτησης, ούτε διαφοροποιεί ουσιωδώς την εικόνα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά το μονομερές στάδιο αφού το ζήτημα ήταν και παραμένει ότι οι επίδικες συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή συναίνεση της Αιτήτριας, ότι τα κεφάλαια της Εναγόμενης 1 διοχετεύθηκαν προς εταιρείες συμφερόντων του Εναγόμενου 4 και ότι η σχετική πληροφόρηση αποκαλύφθηκε μόνο μεταγενέστερα αφού η Αιτήτρια είχε ήδη είχε αρχίσει να διερευνά τις ενέργειες των Εναγόμενων.

 

Εδώ να λεχθεί ότι στη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση, η Αιτήτρια αναφέρει σχετικά ότι οι οικονομικές καταστάσεις περιήλθαν στην κατοχή της Gutsul γύρω στον Δεκέμβριο του 2024, όταν, κατά τη διάρκεια συζητήσεων, ζήτησε να της παρασχεθούν επίσημα τα έγγραφα. Τα έγγραφα εστάλησαν από την Εναγόμενη 5, κατόπιν αιτήματος το οποίο εκφράστηκε στον Εναγόμενο 4 κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχαν ο Kostyantyn (υιός της Gutsul) και ο Εναγόμενος 4 πριν από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα. Αυτό όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι δεν μπορεί εκ των υστέρων να τίθενται γεγονότα για να καταδείξουν ή να δικαιολογήσουν ενδεχόμενη μη αποκάλυψη.

 

Ως προκύπτει από τα πιο πάνω η Αιτήτρια παραδέχεται ότι δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 16/12/2024 που έστειλε η Pera (δηλαδή η Εναγόμενη 5 και διευθύντριας της Εναγόμενης 1) και είχε επισυνημμένες τις συμφωνίες των δανείων καθώς και τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2 και άρα ότι είχε λεπτομέρειες και γνώση για τα δάνεια τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο 2024. Περαιτέρω προκύπτει ότι πράγματι η Αιτήτρια έμαθε για τα δάνεια όταν εξέτασε τις οικονομικές καταστάσεις των Εναγομένων 2 και 3. Το ότι όμως πληροφορήθηκε για αυτά μέσω του ηλεκτρονικού μηνύματος της Διευθύντριας της Εναγόμενης 1, ημερ. 16/12/2024 δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου το ουσιώδες γεγονός που έθεσε με την πρώτη της ένορκη δήλωση ότι ήταν τον Δεκέμβριο του 2024 που ήλθαν στην αντίληψη της αυτά. Το ότι λοιπόν έλαβε γνώση με τον συγκεκριμένο τρόπο δεν συνιστά ουσιώδες γεγονός, η παράλειψη αποκάλυψης του οποίου ενέχει συνέπειες. 

 

Θέση ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε τους λόγους πίσω από τις αυξήσεις κεφαλαίου και ότι υπήρχε φορολογικό όφελος κάτι που έπρεπε να κάνει εφόσον υποστήριξε ότι δεν υπήρχε εμπορική λογική πίσω από τα δάνεια

 

Ως προς το πιο πάνω, με την πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 επεξηγήθηκε ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου επέφεραν σημαντικά φορολογικά οφέλη στην Εναγόμενη 1 τόσο κατά την παραχώρηση των κεφαλαίων στην Εναγόμενη 2 όσο και κατά την επιστροφή τους στην Εναγόμενη 1. Συγκεκριμένα, ως αναφέρεται, σύμφωνα με τα φορολογικά κίνητρα που παρέχονται από τις Κυπριακές φορολογικές αρχές, δηλαδή το καθεστώς έκπτωσης νοητού τόκου (NID), μέσω της λήψης χρηματοδότησης από αυξήσεις κεφαλαίου, η Εναγόμενη 2 δικαιούτο ετήσια φορολογική έκπτωση, η οποία μείωνε τη φορολογική επιβάρυνση του Ομίλου. Επιπλέον, όταν η Εναγόμενη 2 επιστρέψει τα χρήματα στην Εναγόμενη 1, αυτό θα γίνει μέσω μείωσης του λογαριασμού υπεραξίας μετοχών της, η οποία δεν θα επιβαρυνθεί με οποιοδήποτε φόρο. Ως εκ τούτου, η δομή που χρησιμοποιήθηκε είχε ως στόχο τη βελτιστοποίηση της φορολογικής επιβάρυνσης του Ομίλου, τόσο κατά τη μεταφορά των χρημάτων στην Εναγόμενη 2 όσο και κατά την επιστροφή των χρημάτων στην Εναγόμενη 1. Η χρήση μηχανισμού βελτιστοποίησης της φορολογικής επιβάρυνσης κατά την αποπληρωμή των χρημάτων στην Εναγόμενη 1, σαφώς αποδεικνύει ότι υπήρχε πρόθεση αποπληρωμής των χρημάτων και ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων. Μάλιστα, η ίδια δομή φορολογικής βελτιστοποίησης χρησιμοποιήθηκε από την ίδια την Gutsul, χρησιμοποιώντας την Αιτήτρια και μια εξ ολοκλήρου θυγατρική αυτής. Ενώ η Αιτήτρια γνώριζε τα πιο πάνω ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν υπάρχει κανένας εμπορικός λόγος για τις αυξήσεις.

 

Στην αγόρευση τους οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια σκόπιμα και συνειδητά παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς τις αυξήσεις κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 αφού ισχυρίστηκε ότι πραγματοποιήθηκαν χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό επιχειρηματικό λόγο ή όφελος. Αυτό και πάλι αφορά την ουσία της υπόθεσης αφού έγινε ώστε η Αιτήτρια να μπορεί να ισχυριστεί ότι η Εναγόμενη 1 υπέστη ζημιά.

 

Στη δική της αγόρευση η Αιτήτρια προβάλλει ότι ουδεμία απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος υπήρξε σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι προέκυπταν ορισμένα φορολογικά ή λογιστικά οφέλη, αυτό ουδόλως νομιμοποιεί ή δικαιολογεί τις επίδικες ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση. Η ύπαρξη ενδεχόμενου φορολογικού οφέλους δεν μετατρέπει αυτομάτως μία συναλλαγή σε νόμιμη ή προς το συμφέρον της εταιρείας. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί εμπόδιο να εφαρμοστούν οι υποχρεώσεις διαφάνειας, ενημέρωσης και χρηστής εταιρικής διακυβέρνησης που υπείχαν οι Καθ’ ων η αίτηση έναντι της Εναγόμενης 1 και της Αιτήτριας ως μετόχου της. Ακόμη όμως και επί της ουσίας τους οι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η αίτηση καταρρέουν εφόσον οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι το φορολογικό όφελος που προέκυψε για την Εναγόμενη 1 για την περίοδο 2021-2025 ανήλθε περίπου σε €1.147.460, ποσό προφανώς δυσανάλογο και αμελητέο σε σχέση με τα ποσά που διοχετεύθηκαν στις εταιρείες του Εναγόμενου 4, τα οποία υπερβαίνουν τα €80.000.000.

 

Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι πράγματι η Αιτήτρια υποστήριξε με την πρώτη της ένορκη δήλωση ότι η Εναγόμενη 1 μετέφερε σημαντικά χρηματικά ποσά, πέραν των €80.000.000 στην Εναγόμενη 2 «υπό το πρόσχημα αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου» και στη συνέχεια, η Εναγόμενη 2 διοχέτευσε τα κεφάλαια αυτά στην Εναγόμενη 3 μέσω δανείων που χορηγήθηκαν με ευνοϊκούς και μη εμπορικούς όρους. Παρουσίασε πιο συγκεκριμένα τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 και την επακόλουθη απόκτηση μετοχών της Εναγόμενης 2 από την Εναγόμενη 1 υπέρ το άρτιο καθώς και την επακόλουθη διοχέτευση των κεφαλαίων αυτών στην Εναγόμενη 3 μέσω δανείων που χορηγήθηκαν με ευνοϊκούς και μη εμπορικούς όρους, ως μέρος ενός ενιαίου σχεδίου που αποσκοπεί στη συστηματική εκτροπή των χρηματοοικονομικών πόρων της Εναγόμενης 1 προς το αποκλειστικό όφελος του Εναγόμενου 4 και των συνδεδεμένων με αυτόν οντοτήτων (αφού η Εναγόμενη 3, με τη σειρά της χρησιμοποίησε τα κεφάλαια αυτά για τη χρηματοδότηση των προσωπικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του Εναγόμενου 4 μέσω οντοτήτων που τελούν υπό τον έλεγχο αυτού), υποστηρίζοντας ότι οι συναλλαγές αυτές δεν εξυπηρέτησαν κανέναν νόμιμο εμπορικό σκοπό για την Εναγόμενη 1 και πραγματοποιήθηκαν χωρίς διαφάνεια, χωρίς την τήρηση της δέουσας διαδικασίας και χωρίς σεβασμό στα συμφέροντα της εταιρείας. Αυτό δεν το αμφισβητεί η Αιτήτρια. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι η Αιτήτρια προβάλλει ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου έγιναν για συγκεκριμένο σκοπό ως μέρος ενός σχεδίου που είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά πολλών εκατομμυρίων η Εναγόμενη 1 - κάτι που αμφισβητείται βέβαια από τους Καθ’ ων η αίτηση αλλά δεν είναι θέμα που θα κριθεί στο πλαίσιο  εξέτασης της παρούσας αλλά στο τέλος της δίκης κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης μετά που το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλη τη σχετική μαρτυρία ώστε να αποφασίσεις - το ότι υπήρξε και φορολογικό όφελος - μη αντίστοιχο σε αξία με την επικαλούμενη ζημιά - δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την κρίση μου, ως ουσιώδες, ώστε η μη αποκάλυψη του να ενέχει συνέπειες.

 

Θέση ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε ότι είχε εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1 και ότι η ίδια δεν αποδέχτηκε πρόταση για να έχει αντιπρόσωπο της στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1

 

Ως προς τούτο στην αγόρευση τους οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αναφέρουν ότι για να προωθήσει το αφήγημα ότι υπήρξε δόλια αποξένωση περιουσίας της Εναγόμενης 1, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ψευδώς στο Δικαστήριο ότι είχε αποκλειστεί από τη διοίκηση της Εναγόμενης 1 και ότι ο Εναγόμενος 4 διόρισε όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι ψευδής καθώς η Αιτήτρια είχε εγκρίνει τον διορισμό των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 και είχε αρνηθεί πρόταση για να διοριστεί αντιπρόσωπος της διευθυντής της Εναγόμενης 1. Με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση η Αιτήτρια παραδέχεται ότι ενέκρινε τον διορισμό όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 υπογράφοντας σχετικά ψηφίσματα και ότι αρνήθηκε πρόταση για διορισμό αντιπροσώπων της στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1. Εάν αποκάλυπτε τα πιο πάνω δεν θα μπορούσε να ισχυρίζεται ότι αποκλείστηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1.

 

Στη δική της αγόρευση η Αιτήτρια προβάλλει ότι κατ’ αρχάς ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι οι διορισμοί έγιναν χωρίς τη συναίνεση της. Αντίθετα στην πρώτη της ένορκη δήλωση αναφέρει σαφέστατα ότι τα άτομα αυτά προτάθηκαν από τον Εναγόμενο 4 και ο διορισμός τους βασίστηκε στην προσωπική τους πίστη στον Εναγόμενο 4 και στην προθυμία τους να μετεγκατασταθούν στην Κύπρο. Συνεπώς, δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά διορίστηκαν με τη συναίνεση της Αιτήτριας ήταν δεδομένο και προκύπτει σαφώς από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσο η Αιτήτρια συναίνεσε κατά τον χρόνο διορισμού των εν λόγω προσώπων είναι εντελώς άσχετο αφού το επίδικο ζήτημα δεν είναι ο αρχικός διορισμός τους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα πρόσωπα αυτά άσκησαν μεταγενέστερα τα καθήκοντά τους ως διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 1. Η έγκριση των διορισμών δεν νομιμοποιεί μεταγενέστερες παραβιάσεις καθηκόντων, ούτε αναιρεί το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 5-9, ενεργώντας σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 4, συμμετείχαν σε πράξεις που οδήγησαν σε αποξένωση σημαντικών περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1.

 

Στην πρώτη της ένορκη δήλωση η Αιτήτρια αναφέρει σε σχέση με το θέμα τα εξής:

 

·         Ο Εναγόμενος 4, σε συνεργεία με το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1, ήτοι τους Εναγόμενους 5-9 και άλλες συνδεδεμένες οντότητες, έχει λάβει έλεγχο των λειτουργιών, των οικονομικών και των δομών διακυβέρνησης της Εναγόμενης 1, που χαρακτηρίζονται από αλληλεπικαλυπτόμενες διευθυντικές θέσεις μεταξύ των δανειοδοτικών και δανειοληπτικών οντοτήτων. Ο έλεγχος αυτός δεν έχει χρησιμοποιηθεί προς όφελος της Εναγόμενης 1 και των μετόχων της στο σύνολό τους, αλλά κυρίως για την προώθηση προσωπικών και επιχειρηματικών συμφερόντων του Εναγόμενου 4, εκτρέποντας ουσιαστικά το σύνολο των αδιανέμητων κερδών της Εναγόμενης 1 προς οντότητες που ελέγχονται πλήρως από τον Εναγόμενο 4.

·         Όλοι οι διευθυντές της Εναγόμενης 1 προτάθηκαν από τον Εναγόμενο 4 και ο διορισμός τους βασίζεται στην προσωπική τους αφοσίωση στον Εναγόμενο 4.

·         Οι Εναγόμενοι 5-9, υπό τη θέση τους ως διευθυντές της Εναγόμενης 1, ενεργώντας όχι ανεξάρτητα αλλά υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο του Εναγόμενου 4, ενήργησαν κατά παράβαση των καθηκόντων πίστης και των καθηκόντων επιμέλειας που όφειλαν στην εταιρεία. Ενεργώντας υπό την επιρροή του Εναγόμενου 4 και σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 4, συναίνεσαν και συμμετείχαν σε συναλλαγές που είχαν ως αποτέλεσμα την υπεξαίρεση και την εκτροπή σημαντικών κεφαλαίων που ανήκαν στην Εναγόμενη 1, χωρίς κανένα νόμιμο εταιρικό σκοπό ή αιτιολόγηση.

·         Κανένα από τα μέλη του σημερινού Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 δεν έχει διοριστεί από την Αιτήτρια. Οι διορισμοί όλων των σημερινών διευθυντών της Εναγόμενης 1 έγιναν υπό τις αποκλειστικές οδηγίες και έλεγχο του Εναγόμενου 4 και ενεργούν σε συνεννόηση μαζί του κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα προσωπικά και επιχειρηματικά του συμφέροντα, εις βάρος της Εναγόμενης 1 και των μετόχων μειοψηφίας της.

·         Επί του παρόντος, παρά τη θέση της Αιτήτριας ως μέτοχος της Εναγόμενης 1, έχει αποκλειστεί πλήρως από τη διαχείριση και την εποπτεία της εταιρείας. Η Αιτήτρια δεν έχει πρόσβαση σε εταιρικές πληροφορίες, αρχεία και οικονομικά δεδομένα και δεν συμμετείχε σε καμία πτυχή της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Όλες οι βασικές διοικητικές αποφάσεις λαμβάνονται μονομερώς από τον Εναγόμενο 4 και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που τελούν υπό τον έλεγχό του, χωρίς συζήτηση ή γνωστοποίηση στην Αιτήτρια. Αυτός ο σκόπιμος αποκλεισμός καταδεικνύει περαιτέρω τον καταπιεστικό και παράνομο τρόπο με τον οποίο ο Εναγόμενος 4 ασκεί de facto έλεγχο στην Εναγόμενη 1, εμποδίζοντας τη διαφάνεια και την ανάληψη ευθυνών εντός της εταιρείας.

·         Στις 27/01/2026, η ομνύουσα έλαβε ένα email από την Εναγόμενη 5, με το οποίο ζητούσε από την πλευρά μας να επανεξετάσει και να υπογράψει τα ψηφίσματα μεταξύ των οποίων και για τον διορισμό ενός πρόσθετου διευθυντή στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1, ο οποίος σχετίζεται άμεσα και/ή συνδέεται στενά με τον Εναγόμενο 4 και ο οποίος είναι επί του παρόντος μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της εταιρείας. Ο προτεινόμενος διορισμός θα εδραιώσει περαιτέρω τη διεύθυνση και τον έλεγχο του Εναγόμενου 4 επί του Διοικητικού Συμβουλίου εις βάρος των μετόχων μειοψηφίας.

 

Στην πρώτη ένορκη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 αναφέρουν ότι

 

 

 

·                Η Gutsul και οι συνεργάτες της δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι δεν είχαν ενεργό ρόλο και δεν ενδιαφέρονταν να έχουν ενεργό ρόλο στη διοίκηση/διεύθυνση της Εναγόμενης 1 μέχρι τα μέσα του 2025 κάτι που προκύπτει από το ότι η Αιτήτρια παραδέχεται στην πρώτη της ένορκη δήλωση (βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 11/07/2025, το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 41) ότι η Gutsul δεν είχε ενεργό ρόλο στη διοίκηση του Ομίλου και ζήτησε όπως της δοθεί ενεργός ρόλος στο εξής. Συγκεκριμένα, έγραψε ότι η ίδια και ο γιος της, ως αντιπρόσωπος της, συμμετείχαν στις συνελεύσεις του Εποπτικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 μέχρι το 2025 «όχι ως άτομα τα οποία λαμβάνουν ή επηρεάζουν αποφάσεις, αλλά εθελοντικά ως ακροατές (voluntary listeners)» και ζήτησε όπως αντιπρόσωπος της διοριστεί στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας στο εξής.

 

Απαντώντας στο πιο πάνω στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση η Αιτήτρια προβάλλει τα ακόλουθα:

 

Ποτέ δεν δήλωσε ότι η Gutsul αντιτάχθηκε στον διορισμό των διευθυντών. Αντιθέτως, δήλωσε σαφώς ότι τα άτομα αυτά προτάθηκαν από τον Εναγόμενο 4 και ο διορισμός τους βασίστηκε στην προσωπική τους πίστη στον Εναγόμενο 4 και στην προθυμία τους να μετεγκατασταθούν στην Κύπρο. Σε κάθε περίπτωση, ο πιο πρόσφατος διορισμός έγινε στις 05/12/2024, λίγο πριν από τη διακοπή των σχέσεων του Εναγόμενου 4 και της Gutsul. Στη συνέχεια, όταν ζητήθηκε από την Εναγόμενη 5 να εγκρίνουν τον διορισμό πρόσθετου διευθυντή στο Διοικητικό Συμβούλιο, το αίτημα απορρίφθηκε. Είναι σημαντικό ότι, κατά τον σχετικό χρόνο, υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Gutsul και του Εναγόμενου 4. Όταν ο Εναγόμενος 4 δήλωσε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο πρέπει να αποτελείται από άτομα που ήταν φορολογικοί κάτοικοι Κύπρου και δεδομένου ότι η Gutsul δεν γνώριζε τέτοια πρόσωπα, βασίστηκε στις παραστάσεις του και προχώρησε στους διορισμούς των υποψηφίων του. Σε εκείνο το στάδιο, η Gutsul δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει ή να προσβάλει τις αποφάσεις του Εναγόμενου 4. Ωστόσο, η σχέση εμπιστοσύνης έληξε μόλις η Gutsul συνειδητοποίησε τι συνέβαινε πίσω από την πλάτη της.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι πράγματι η Αιτήτρια ενέκρινε γραπτώς τους διορισμούς των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1. Συνεπώς δεν φαίνεται να ισχύει αυτό που αναφέρθηκε στην πρώτη ένορκη δήλωση της ότι κανένα από τα μέλη του σημερινού Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 δεν έχει διοριστεί από την Αιτήτρια. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι αυτό θα μπορούσε να λεχθεί υπό την έννοια ότι, ως αναφέρεται στην πρώτη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, όλοι οι διευθυντές της Εναγόμενης 1 προτάθηκαν από τον Εναγόμενο 4, όλοι ήταν πρόθυμοι να μετεγκατασταθούν στην Κύπρο για να τον εξυπηρετήσουν, ο διορισμός τους βασίζεται στην προσωπική τους αφοσίωση σε αυτόν, όλοι είναι άτομα που είτε έχουν άμεση σχέση, είτε εξαρτώνται επαγγελματικά είτε συνδέονται στενά με αυτόν, οι διορισμοί τους έγιναν υπό τις αποκλειστικές οδηγίες και τον έλεγχο αυτού και μετά τον διορισμό τους ενεργούσαν υπό την επιρροή του και σε συνεννόηση με αυτόν. Παρά ταύτα η Αιτήτρια στην πρώτη της ένορκη δήλωση δεν σταματά εκεί. Ισχυρίζεται ότι βάση των πιο πάνω, παρά το ότι είναι μέτοχος της Εναγόμενης 1 έχει αποκλειστεί πλήρως από τη διαχείριση και την εποπτεία της εταιρείας και δεν έχει πρόσβαση σε εταιρικές πληροφορίες, αρχεία και οικονομικά δεδομένα και δεν συμμετείχε σε καμία πτυχή της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Κάνει μάλιστα λόγο για «σκόπιμο αποκλεισμό» που «καταδεικνύει περαιτέρω τον καταπιεστικό και παράνομο τρόπο με τον οποίο ο Εναγόμενος 4 ασκεί de facto έλεγχο στην Εναγόμενη 1, εμποδίζοντας τη διαφάνεια και την ανάληψη ευθυνών εντός της εταιρείας». Αυτή όμως η θέση δεν συνάδει με το ότι, ως ουσιαστικά επιβεβαίωσε η Αιτήτρια, μέχρι τα μέσα του 2025 η Gutsul δεν είχε ενεργό ρόλο στη διοίκηση του Ομίλου και ότι αυτή και ο γιος της, ως αντιπρόσωπος της, συμμετείχαν στις συνελεύσεις του Εποπτικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 μέχρι το 2025 «όχι ως άτομα τα οποία λαμβάνουν ή επηρεάζουν αποφάσεις, αλλά εθελοντικά ως ακροατές (voluntary listeners)». Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η θέση της Αιτήτριας, στην πρώτη ένορκη δήλωση της, ότι κανένα από τα μέλη του σημερινού Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 δεν έχει διοριστεί από αυτή, ενώ είχε εγκρίνει γραπτώς τους διορισμούς τους, συνιστά μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος.

 

 

 

 

 

Θέση ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε την ύπαρξη εκτεταμένων διαπραγματεύσεων με τον Εναγόμενο 4 για την εξαγορά των μετοχών της στην Εναγόμενη 1 και κατ’ επέκταση το κίνητρο της που είναι η απόκτηση πλεονεκτήματος στη διαπραγμάτευση για εξαγορά ποσοστού της Αιτήτριας

 

Σύμφωνα με την αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση, το πραγματικό κίνητρο της Αιτήτριας πίσω από την εξασφάλιση του Προσωρινού Διατάγματος ήταν να αποκτήσει πλεονέκτημα και διαπραγματευτική δύναμη στις διαπραγματεύσεις που γίνονταν για να αναγκάσει τον Εναγόμενο 4 να εξαγοράσει τις μετοχές της στην Εναγόμενη 1, στην τιμή που η ίδια απαιτούσε. Για να πετύχει την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς, η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε την ύπαρξη των διαπραγματεύσεων για την εξαγορά των μετοχών της στην πλήρη τους διάσταση, παρά μόνο εν παρόδω για να ισχυριστεί ότι ο Εναγόμενος 4, εκμεταλλευόμενος τα δημοσιεύματα και τις έρευνες που ξεκίνησαν αναφορικά με τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες στις κατεχόμενες περιοχές της Ουκρανίας, την πίεζε να πωλήσει τις μετοχές της στην Εναγόμενη 1 σε αδικαιολόγητα χαμηλή τιμή και με ασύμφορους όρους. Εάν αποκαλύπτονταν οι διαπραγματεύσεις για την εξαγορά των μετοχών της Αιτήτριας στην πλήρη τους διάσταση και η διαφωνία μεταξύ των μετόχων για την τιμή, το Δικαστήριο δεν θα προέβαινε στην έκδοση τόσο δραστικού διατάγματος μονομερώς, αφού με τέτοιο τρόπο προσδίδεται τεράστιο πλεονέκτημα και διαπραγματευτική δύναμη στην Ενάγουσα.

 

Ως προς την ως άνω θέση δέον όπως λεχθεί ότι αυτή δεν εγείρεται με τους λόγους ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση. Τα γεγονότα για τα οποία υποστηρίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 ότι δεν αποκάλυψε και/ή για τα οποία παραπλάνησε το Δικαστήριο η Αιτήτρια, εκτίθενται περιεκτικά στους λόγους ένστασης αλλά σε αυτά δεν περιλαμβάνεται το πιο πάνω. Αποτελεί δε επιτακτική υποχρέωση του ενιστάμενου, δυνάμει και των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (όπως και των Παλιών Θεσμών – βλ. και σχετική νομολογία: Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 92 και Yugos Finance BV κ.ά. v. Halebay Holdings Limited (2013) 1Α Α.Α.Δ. 569) και συγκεκριμένα δυνάμει του Κ.23.7 - ο οποίος προβλέπει τι πρέπει να περιλαμβάνεται και να δηλώνεται στην ένσταση - να δηλώνονται «περιεκτικά οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης», κάτι που ως προαναφέρθηκε δεν ισχύει για το συγκεκριμένο θέμα στην προκειμένη. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι κάθε αίτηση εξετάζεται και αποφασίζεται λαμβανομένων υπόψη των όσων σχετικών δικονομικώς προβάλλονται. H εξέταση της αίτησης δεν μπορεί λοιπόν παρά να περιορίζεται στη βάση των λόγων που εγείρονται στην ένσταση και όχι σε οποιοδήποτε λόγο που προβάλλεται για πρώτη φορά στις αγορεύσεις (βλ. Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή (2005) 1Α Α.Α.Δ. 213 και Αναφορικά με την Αίτηση των Woodbrook Group Holdings Limited κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 137/2018, ημερ. 08/11/2018). Αυτό ώστε να δίνεται και η ευκαιρία στην κάθε πλευρά να χειριστεί την υπόθεση της και να απαντήσει δεόντως, έχοντας υπόψη τις θέσεις του αντιδίκου της και συναφώς τα όσα καθίστανται επίδικα.

 

Ως εκ των άνω, στην προκειμένη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει επί του συγκεκριμένου θέματος και κατ’ επέκταση η εν λόγω θέση δεν γίνεται δεκτή.

 

Ενόψει των πιο πάνω, στο μέτρο που αφορούν την παράλειψη αποκάλυψης από πλευράς της Αιτήτριας ουσιωδών γεγονότων και κρίνουν μοιραία την τύχη της αίτησης και του Προσωρινού Διατάγματος, παρέλκει η εξέταση των λοιπών θεμάτων που εγείρονται με τις ενστάσεις των Καθ’ ων η αίτηση, στο μέτρο που αυτά προωθούνται.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, το Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 09/03/2026, όχι μόνο δεν μπορεί να παραμείνει σε ισχύ, αλλά με δεδομένο ότι κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπήρξε αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων ως προς το κατ’ επείγον, το οποίο αφορά δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση για έκδοση του Διατάγματος μονομερώς, το Διάταγμα καθίσταται άκυρο εξ υπαρχής (βλ. Σιακόλας ν. Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ (2017) 1Α Α.Α.Δ. 671, η οποία παραπέμπει στην Αμβροσιάδου κ.ά. v. Coward κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 78).

 

Λαμβάνοντας υπόψη το ως άνω αποτέλεσμα και τις πρόνοιες των Κανονισμών 39.1 και 39.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, κρίνω ότι τα έξοδα της αίτησης θα πρέπει να επιδικασθούν και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1- 4 – Καθ’ ων η αίτηση 1-4 και εναντίον της Ενάγουσας – Αιτήτριας.

Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενες 1-2 και οι Εναγόμενοι 3-4 καταχώρησαν ξεχωριστές ενστάσεις και ένορκες δηλώσεις και εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους, να καταβληθούν δύο ξεχωριστά σετ εξόδων και δη το ένα στις Εναγόμενες 1-2 και το άλλο στους Εναγόμενους 3-4.

 

Έχοντας περαιτέρω υπόψη τις πρόνοιες των Κανονισμών 39.4 και 39.7(1), έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €5.852, πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει), πλέον €70 πραγματικά έξοδα, για κάθε σετ εξόδων.

 

Το κάθε σετ εξόδων μειώνεται κατά 15% δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι 1-4 – Καθ’ ων η αίτηση 1-4 δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους [(βλ. Κανονισμό 39.9(1)] να υποβάλουν κατάλογο εξόδων, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού των εξόδων, χωρίς εύλογη αιτία [(βλ. Κανονισμό 39.9.(2)].

 

Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 60 ημερών από σήμερα.

 

 

 

 

                                                                                     (Υπ.) ……….…………………………

                                                                                                        Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο