ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Ε. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 1873/22
Δημοκρατία
ν.
Μ.Α.
Κατηγορούμενου
Ημερομηνία: 4 Σεπτεμβρίου 2025
Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα H. Ζησίμου, για Γενικόν Εισαγγελέα
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Μιντής
Κατηγορούμενος παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια, για προστασία των τελευταίων.)
Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αρνήθηκε ενοχή στις 46 συνολικά κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει:
- 29 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) και (γ) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 1-10, 15-23, 28-36 και 41),
- 12 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παραγωγής παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση του άρθρου 8(5) του Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 11-14, 24-27 και 37-40),
- 1 κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση του άρθρου 8(1) του Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορία 42),
- 3 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση του άρθρου 3(1),(3) και (4) του Περί Βίας στην Οικογένειας Νόμου, Ν.119(Ι)/2000 (κατηγορίες 43, 44 και 45) και τέλος
- 1 κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παρενοχλητικής συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, Ν.114(Ι)/2021 (κατηγορία 46).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 16.06.19-16.06.20, με τη χρήση απειλών και καταχρώμενος τη σχέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε, φέρεται να ανάγκαζε την ανήλικη T.A.R. να συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη μαζί του, δηλαδή σε έξι διαφορετικές περιπτώσεις την ανάγκαζε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει (κατηγορίες 1-6), σε μια διαφορετική περίπτωση άγγιξε στο γεννητικό της όργανο (κατηγορία 7) και σε άλλες τρεις διαφορετικές περιπτώσεις την ανάγκασε να προβεί σε πεολειχία (κατηγορίες 8-10).
Για την περίοδο 17.06.20-16.06.21 του αποδίδεται ότι με τον ίδιο τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω, σε έξι διακριτές περιπτώσεις ανάγκαζε την ανήλικη T.A.R. να συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη μαζί του, δηλαδή να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει (κατηγορίες 15-20) και ότι σε τρεις διακριτές περιπτώσεις την ανάγκασε να προβεί σε πεολειχία (κατηγορίες 21-23). Η ίδια συμπεριφορά του αποδίδεται και για την περίοδο 17.06.21-10.06.22 όπου του αποδίδεται πως σε άλλες 6 περιπτώσεις την ανάγκαζε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει (κατηγορίες 28-33) και ότι σε άλλες τρεις διακριτές περιπτώσεις την ανάγκασε να προβεί σε πεολειχία (κατηγορίες 33-36). Του αποδίδεται επίσης πως στις 11.06.22 επίσης την ανάγκασε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει (κατηγορία 41).
Επίσης του αποδίδεται ότι σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 16.06.19-16.06.20 (κατηγορίες 11-14), σε άλλες τέσσερις περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 17.06.20-16.6.21 (κατηγορίες 24-27) και σε ακόμη τέσσερις περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 17.06.21-10.06.22 (κατηγορίες 37-40) ανάγκαζε την ανήλικη T.A.R. να βγάλει τα ρούχα της για να τη φωτογραφίζει με το εσώρουχο της, παράγοντας έτσι υλικό παιδικής πορνογραφίας.
Περαιτέρω, του αποδίδεται ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 16.06.19-16.06.22 κατείχε 79 αρχεία με υλικό παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή φωτογραφίες της ανήλικης T.A.R., μόνο με το εσώρουχο της (κατηγορίας 42) καθώς επίσης και ότι εντός της πιο πάνω περιόδου της προκάλεσε ψυχική βλάβη αφού την εξανάγκαζε να προβαίνει σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα μαζί του (κατηγορία 43), αλλά και επειδή χρησιμοποιούσε βία εναντίον της μητέρας της (κατηγορία 44) καθώς επίσης και επειδή δεν την άφηνε να έχει επικοινωνία με τους φίλους της (κατηγορία 45). Τέλος, του αποδίδεται ότι οι αναφορές του προς την ανήλικη T.A.R. πως όταν κλείσει 16 ετών θα έχουν σεξουαλική επαφή, οι οποίες έγιναν σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 16.06.19-16.06.22, προκάλεσαν σε αυτήν άγχος και παρενόχληση (κατηγορία 46).
Προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων έπονται, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ο σύντροφος της μητέρας της ανήλικης (τότε) T.A.R (στο εξής «η Παραπονούμενη»), καταχρώμενος τη θέσης εξουσίας και εμπιστοσύνης που είχε επί της Παραπονούμενης και με την χρήση απειλών κατά την περίοδο 16.9.19 – 11.6.22, την εξανάγκαζε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να προβαίνει σε πεολειχίες και αυνανισμούς του, ως επίσης σε μια περίπτωση, όταν η ίδια ήταν 13 ετών, την άγγιξε και ο ίδιος στο γεννητικό της όργανο, στο υπνοδωμάτιο της, πάνω στο κρεβάτι της μικρότερης της αδελφής. Επιπρόσθετα, πως με πρόφαση το ότι ήθελε να ελέγχει εάν η Παραπονούμενη αυτοτραυμάτιζε το σώμα της κόβοντας το, την φωτογράφιζε ενώ φορούσε μόνο το κάτω εσώρουχο της, με το κινητό του τηλέφωνο, βάζοντας την να βρίσκεται σε διάφορες πόζες και στάσεις σεξουαλικού χαρακτήρα, παράγοντας έτσι υλικό παιδικής πορνογραφίας, το οποίο κατείχε στο κινητό του τηλέφωνο. Επιπλέον και λόγω των ως άνω πράξεων του αλλά και της κακοποιητικής συμπεριφοράς που είχε έναντι της ίδιας, αλλά και της μητέρας της, αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, πως προκάλεσε στην ίδια ψυχική βλάβη.
Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος, αρνήθηκε ό,τι του καταλογίζεται, πλην του ότι φωτογράφιζε την Παραπονούμενη, ενέργεια για την οποία προέβαλε ως δικαιολογία, το ότι σε συνεννόηση με την μητέρα της, ήλεγχε το σώμα της τελευταίας για να εντοπίσει επ’ αυτού τυχόν κοψίματα, συνήθεια την οποία ανακάλυψαν πως είχε η Παραπονούμενη, και με σκοπό πάντα να την προστατεύσει. Σε ό,τι αφορά τις σεξουαλικές πράξεις που του αποδίδονται, καθώς και την πρόκληση ψυχικής βλάβης και την παρενοχλητική συμπεριφορά, αποτέλεσε θέση του πως η Παραπονούμενη, προέβη στην καταγγελία κατόπιν συνεννόησης με τον αδελφό της (Μ.Κ.8) και κατόπιν παρότρυνσης από τον βιολογικό της πατέρα (Μ.Κ.7), ο οποίος ήθελε να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο, οπόταν ενορχήστρωσαν μαζί την καταγγελία εναντίον του, με απώτερο σκοπό να επιστρέψουν η Παραπονούμενη και ο αδελφός της στην Αγγλία, στην οποία βρίσκεται και ο βιολογικός πατέρας τους. Παράλληλα η υπεράσπιση προώθησε τη θέση πως λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος, έθετε υγιή όρια στην Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, σε μια προσπάθεια διαπαιδαγώγησης τους, αυτοί αποφάσισαν αμφότεροι να τον εκδικηθούν.
1. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Προς απόδειξη των κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δέκα μάρτυρες, ήτοι την Αστ.4875 Χ.Ι. (M.K.1), τον Αστ. 3849 Κ.Π. (M.K.2), την Α./Αστ. 4484 Μ.Κ. (Μ.Κ.3), την Σ.Ρ. (Μ.Κ.4), τον Αστ. 1456 Σ.Α. (Μ.Κ.5), την Παραπονούμενη T.A.R. (M.K.6), τον πατέρα της Παραπονούμενης D.I.R. (M.K.7), τον αδελφό της Παραπονούμενης A.D.R (Μ.Κ.8), τον Α/Αστ. 2298 Σ.Α. (Μ.Κ.9) και την ψυχολόγο Ε.Χ. (Μ.Κ.10). Περαιτέρω κατατέθηκαν 29 τεκμήρια, καθώς και διάφορες καταθέσεις ως Έγγραφα Α-ΙΓ. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατατέθηκε και εγκρίθηκε αριθμός παραδεκτών γεγονότων, αναφορά στα οποία θα γίνει πιο κάτω, σε κατάλληλο σημείο προς αποφυγή επαναλήψεων.
Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σ’ αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως[1] και κάλεσε περιπλέον προς υπεράσπιση του 4 ακόμη μάρτυρες ήτοι, τον πατέρα του, Ν.Α. (Μ.Υ.2), τη δικηγορική υπάλληλο, Χ.Γ. (Μ.Υ.3), τη μητέρα του, Α.Α. (Μ.Υ.4) και τη δικηγορική υπάλληλο Μ.Α. (Μ.Υ.5). Περιπλέον και δεδομένης της εξ ακοής μαρτυρίας που προσήγαγε η υπεράσπιση και η οποία αφορούσε λεχθέντα αποδιδόμενα στη μητέρα της Παραπονούμενης, και στη βάση των σχετικών προνοιών του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (άρθρο 26), κλήθηκε για ν’ αντεξεταστεί η μητέρα της Παραπονούμενης, η μαρτυρία της οποίας λογίζεται δυνάμει της ίδιας πρόνοιας, ως μέρος της μαρτυρίας της υπεράσπισης εξ ου και η εν λόγω μάρτυρας καταγράφεται ως Μ.Υ.6.
2. ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Η Μ.Κ.1 (Αστ. 4875 Χ.Ι.), υιοθέτησε τις γραπτές καταθέσεις της (Έγγραφα Α και Β), στις οποίες αναφέρεται στις ενέργειες της κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, μεταξύ των οποίων σύμφωνα με το Έγγραφο Α, περιλαμβάνεται η λήψη γραπτής συγκατάθεσης από τη μητέρα της Παραπονούμενης (Μ.Υ.6) για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης (Τεκμήριο 1), ο χειρισμός της συσκευής οπτικογράφησης ενόσω λαμβανόταν η οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, η μετέπειτα ετοιμασία, τριών ψηφιακών δίσκων με το περιεχόμενο της[2] όπως και η απομαγνητοφώνηση της στις 18.06.22 (Τεκμήριο 4), αντίγραφο της οποίας δόθηκε αργότερα στην Μ.Υ.6 (Τεκμήριο 5). Περιπλέον στο Έγγραφο Β, αναφέρεται σε ενέργειες που προέβη κατά την 20.6.22 και πιο συγκεκριμένα στη λήψη φωτογραφιών από την οικία όπου διέμενε η Παραπονούμενη (Τεκμήριο 8) κατά τη διάρκεια της οποίας, η Παραπονούμενη προέβη και σε υπόδειξη δύο σκηνών (Τεκμήριο 7).
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στην εκπαίδευση της οποίας έτυχε και την εμπειρία που είχε σε σχέση με την τεχνική λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων, στο πώς προέκυψε η αναφορά στο τμήμα που υπηρετεί και αναγνώρισε έγγραφο που της υπεδείχθη ως τη δήλωση ανακριτή προς συνοδό (Τεκμήριο 2), την οποία συνυπέγραψε τόσο η ίδια όσο και η Μ.Υ.6 όπως και η Μ.Κ.4, πριν από τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης. Περιπλέον επεξήγησε το ρόλο της κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης, τη διαδικασία που ακολούθησε μετά για την απομαγνητοφώνηση της, ενώ ως επίσης ανέφερε ήταν παρούσα και κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9).
Η εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με τον τρόπο που διεξήχθη η διαδικασία λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη, για να της υποβληθεί πως λανθασμένα αυτή λήφθηκε στην ελληνική και όχι στη μητρική γλώσσα της τελευταίας που είναι η αγγλική και πως το Τεκμήριο 5 το οποίο είναι στην ελληνική γλώσσα, δεν ήταν κατανοητό από μέρους της Μ.Υ.6, η οποία δεν γνωρίζει καθόλου ελληνικά. Ερωτήθηκε επίσης, για ποιο λόγο συνυπέγραψε το Τεκμήριο 5 και η Μ.Κ.4 η οποία είναι λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού, ποια η μεταξύ τους σχέση και ποια η σχέση της τελευταίας με τον Μ.Κ.9, αν η Μ.Κ.4 ήταν παρούσα κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης και κατά πόσον η ίδια γνωρίζει εάν η Μ.Κ.4 διέρρευσε οτιδήποτε λέχθηκε στα πλαίσια της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης.
Ο Μ.Κ.2 Αστ. 3849 Κ.Π., υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο Γ), στην οποία εξηγεί τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στη σύλληψη του Κατηγορούμενου κατά την 16.06.22 κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 10) και στην έρευνα που ακολούθησε στην οικία, τα υποστατικά και το όχημα του Κατηγορούμενου κατόπιν εκτέλεσης σχετικού εντάλματος (Τεκμήριο 11). Ως αναφέρει δε κατά τη διάρκεια της έρευνας ανευρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια, ένα κινητό τηλέφωνο με τα στοιχεία που αναφέρονται στην κατάθεση του και ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος του παρέδωσε και ένα σκληρό δίσκο, ο οποίος βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο της οικίας, ότι την ίδια μέρα στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, επέδωσε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα συλληφθέντα/κρατούμενου και ότι αυτός τα παρέλαβε σε έντυπο το οποίο υπέγραψε (Τεκμήριο 12).
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του κατέθεσε κατάλογο τεκμηρίων της υπόθεσης (Τεκμήριο 13) τον οποίο παρέλαβε στις 25.11.24 από τον Μ.Κ.9 καθώς και μέρος των τεκμηρίων που περιέχονται στον εν λόγω κατάλογο, όπως το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 14), και ψηφιακό δίσκο που περιέχει τα εξαχθέντα δεδομένα του εν λόγω κινητού (Τεκμήριο 15). Ανέφερε περαιτέρω πως πέραν των όσων ενεργειών αναφέρει στην κατάθεση του, είχε προηγηθεί στις 04.06.22 μετάβαση στην οικία του Κατηγορούμενου, μαζί με άλλο συνάδελφο του, καθ’ ότι είχαν λάβει αναφορά πως το γραφείο της Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων εξέταζε το ενδεχόμενο να διαπράττεται εντός της εν λόγω οικίας αδίκημα εμπίπτον στην αρμοδιότητα του, οπόταν έλαβαν οδηγίες να μεταβούν και οι ίδιοι εκεί για να διαπιστώσουν εάν διαπράττεται οποιοδήποτε αδίκημα που εμπίπτει εντός της δικής τους αρμοδιότητας. Κατά την επίσκεψη τους είχαν εξατομικευμένες συναντήσεις και με τα 5 μέλη της οικογένειας, χωρίς όμως τότε να εντοπίσουν οτιδήποτε το επιλήψιμο.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον, κατά την παραλαβή των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας στο σπίτι του Κατηγορούμενου, δόθηκε στον τελευταίο οποιοδήποτε έγγραφο προς υπογραφή, εάν ήταν παρών ο Κατηγορούμενος ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατά την έρευνα και εάν αφότου συνελήφθη, έφερε χειροπέδες. Σε σχέση με την επίσκεψη στις 04.06.22, ερωτήθηκε κατά πόσον βρίσκονταν και άλλοι αστυφύλακες μαζί του και εάν συνομίλησαν εξατομικευμένα με τη σύζυγο του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.6), την Παραπονούμενη και τον αδελφό της (Μ.Κ.8) και εάν μετέπειτα και ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση, τον επισκέφθηκε ο Μ.Κ.9 και του υποσχέθηκε ότι εάν υπέγραφε κάποιο έγγραφο, θα αφηνόταν ελεύθερος.
Η Μ.Κ.3, (Α/Αστ. 4484 Μ.Κ), υιοθέτησε την κατάθεση της (Έγγραφο Δ), στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων, πως είναι ειδικά εκπαιδευμένη στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ότι στις 16.06.22, στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο στο Σπίτι του Παιδιού, έλαβε οπτικογραφημένη συνέντευξη από την Παραπονούμενη σχετικά με υπό διερεύνηση υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης της, κατά τη διάρκεια της οποίας η Μ.Κ.1, χειριζόταν τη συσκευή οπτικογράφησης και η οποία μετά το πέρας της, σφράγισε τους τρεις ψηφιακούς δίσκους που ετοιμάστηκαν, τους οποίους υπέγραψε και η ίδια.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στην εκπαίδευση της οποίας έτυχε σε ό,τι αφορά την τεχνική λήψης συνεντεύξεων από ευάλωτους μάρτυρες, τα χρόνια υπηρεσίας της καθώς και τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες ενεπλάκη, υπό την παραπάνω ιδιότητα της. Εξήγησε επίσης τη διαδικασία που ακολουθείται γενικώς κατά τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, τους κανόνες που θα πρέπει να ακολουθούνται κατά τη λήψη τους και αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3.1 και 3.2, ως δύο από τους τρείς ψηφιακούς δίσκους τους οποίους ετοίμασε η Μ.Κ.1 και υπέγραψε και η ίδια, καθώς και την υπογραφή της επί αυτών. Πέραν των πιο πάνω ενεργειών προέβη, ως ανέφερε, και στη λήψη κατάθεσης από τον αδελφό της Παραπονούμενης (Μ.Κ.8).
Η εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε ως προς το γιατί η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης λήφθηκε στην ελληνική και όχι στην αγγλική γλώσσα που ήταν η μητρική της, ως προς το εάν της έκανε εντύπωση η ψύχραιμη, κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, στάση της Παραπονούμενης κατά τη διάρκεια που λάμβανε χώρα η κατάθεση της ενώ επιπλέον αντεξετάστηκε και ως προς το ποια είναι η αναμενόμενη αντίδραση ενός συνεντευξιαζόμενου, υπό τις δοθείσες περιστάσεις. Στη μάρτυρα, υπεβλήθη επιπρόσθετα η θέση πως με τον τρόπο που έλαβε τη συνέντευξη, καθοδηγούσε την Παραπονούμενη ως προς το τι θα απαντήσει.
Η Μ.Κ.4 (Σ.Ρ.), κοινωνική λειτουργός η οποία εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού, υιοθέτησε την κατάθεση της (Έγγραφο Ε), στην οποία αναφέρεται ουσιαστικά στην συνυπογραφή του Τεκμηρίου 1 στις 16.06.22, καθώς επίσης και στο ότι κατά τη διάρκεια της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης την ίδια ημέρα, βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και παρακολουθούσε τη διαδικασία λήψης της. Με τη δια ζώσης μαρτυρία της, εξήγησε τον ρόλο της ως κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού αλλά και ειδικότερα κατά τον χρόνο που λαμβανόταν η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης, αναγνώρισε την υπογραφή της επί των τεκμηρίων 2, 3.1 και 3.2 και εξήγησε περαιτέρω πως προέκυψε η δική της εμπλοκή στην υπόθεση αναφέροντας τα όσα προηγήθηκαν μέχρι τη λήψη της οπτικογραφημένης στις 16.6.22, αναφορά στα οποία θα ακολουθήσει στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της. Αναφέρθηκε περαιτέρω στη λήψη φωτογραφιών από την οικία η οποία ακολούθησε, αλλά και στις υποδείξεις σκηνών στις οποίες προέβη η Παραπονούμενη (Τεκμήριο 7).
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον υπέδειξε στη Μ.Υ.6, τις φωτογραφίες της Παραπονούμενης οι οποίες εντοπίστηκαν στο κινητό του Κατηγορούμενου και κατά πόσον η Μ.Υ.6 της ανέφερε πως η Παραπονούμενη αυτοτραυματιζόταν, για να της υποβληθεί πως πράγματι της ειπώθηκε και πως αυτός ήταν και ο λόγος που ο Κατηγορούμενος φωτογράφιζε την Παραπονούμενη, γεγονός το οποίο ήταν εις γνώσιν της Μ.Υ.6. Ερωτήθηκε επίσης εάν πληροφορήθηκε πως ενόσω ο Μ.Κ.7 ήταν παντρεμένος με την Μ.Υ.6 ασκούσε βία έναντι της ίδιας και των παιδιών και ότι ήταν ουσιοεξαρτημένος, ενώ επίσης αντεξέταστηκε ως προς το ποιος της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος είχε πει στην Παραπονούμενη και στον Μ.Κ.8 πως ο Μ.Κ.7 ήταν νεκρός, για να της υποβληθεί πως αυτό είναι ψέμα. Και ακόμα και πως αμφότεροι η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8, είχαν συνάντηση με τον Μ.Κ.7 πριν μερικά χρόνια, όταν ο τελευταίος έπειτα από καταγγελία απαγωγής που είχε κάνει στην Αγγλία, εναντίον της Μ.Υ.6 και του Κατηγορούμενου, κατάφερε σε συνεννόηση με τους τελευταίους να έρθει στην Κύπρο και να συναντήσει τα παιδιά του. Επί τούτου, της υπεβλήθη πως κατόπιν εκείνης της συνάντησης, ο Μ.Κ.7 δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ξανά για τα παιδιά του. Περιπλέον της υπεβλήθη πως ο Μ.Κ.8 μετά που αποχώρησε από το σχολείο, δούλευε πράγματι με τον Κατηγορούμενο και πληρωνόταν και πως επρόκειτο για μια φυσιολογική και αγαπημένη οικογένεια.
Αποτέλεσε περαιτέρω θέση της υπεράσπισης προς τη Μ.Κ.4, πως ψεύδεται σε ό,τι αφορά την ύπαρξη κάποιου ηχητικού που άκουσε και πως αυτό αποτελεί αποκύημα της δικής της φαντασίας, αφού σκοπός της είναι να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο. Της υπεβλήθη επίσης πως η ίδια είχε απειλήσει την Μ.Υ.6 όταν συνελήφθη ο Κατηγορούμενος, πως εάν τον στήριζε, θα είχε πρόβλημα με το γραφείο ευημερίας σε ό,τι αφορά το μικρότερο παιδί που απέκτησε με τον Κατηγορούμενο. Επί τούτου, ερωτήθηκε πώς και για ποιο λόγο, το μικρότερο αυτό παιδί παραπέμφθηκε σε ψυχολογική αξιολόγηση, εάν η ίδια ανέφερε στους γονείς του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4) πως ο τελευταίος ασχολείτο με εμπορία προσώπων ως επίσης και γιατί ήταν σημαντικό για την ίδια το γεγονός πως δεν υπήρχε πόρτα, στα υπνοδωμάτια της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8. Επ’ αυτού, της υπεβλήθη πως το σπίτι ήταν σε αυτή την κατάσταση από τότε που το αγόρασαν και πως από κοινού συμφώνησαν να παραμείνει έτσι, διότι η ύπαρξη πόρτας θα εμπόδιζε στην διαρρύθμιση του υπνοδωματίου. Τέλος, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης προς τη Μ.Κ.4 πως η ίδια πίεσε την Παραπονούμενη ν’ αναφέρει, όσα ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση και πως όσα ανέφερε, δεν συνέβησαν ποτέ.
Ο Μ.Κ.5, (Αστ. 1456 Σ.Α.), ανέφερε ότι είναι αστυφύλακας, ειδικός στην επιστημονική εξέταση ηλεκτρονικών τεκμηρίων, υιοθέτησε το βιογραφικό του σημείωμα (Έγγραφο Στ), ως και την έκθεση (Έγγραφο Ζ), που ετοίμασε κατόπιν εξέτασης του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 14) και 3 σκληρών δίσκων, την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στο Έγγραφο Ζ, ο Μ.Κ.5 καταγράφει τα τεκμήρια που παρέλαβε προς εξέταση (επισημαίνοντας ότι η αιτούμενη εξέταση αφορούσε την εξαγωγή όλων των αρχείων εικόνας που βρίσκονταν αποθηκευμένα), τη διαδικασία που ακολουθήθηκε προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού καθώς και τα ευρήματα που προέκυψαν από την εν λόγω εξέταση, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εντοπισμός 87 αρχείων τα οποία αφορούσαν την υπόθεση και δεν είχαν ημερομηνία δημιουργίας, αλλά ημερομηνία μεταβολής η οποία ήταν μεταξύ 05.01.22 και 07.05.22. Αναγνώρισε δε το Τεκμήριο 15 ως τον ψηφιακό δίσκο που ετοίμασε για να αποθηκεύσει τα δεδομένα που εξήγαγε από την εξέταση του Τεκμηρίου 14.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, εξήγησε με λεπτομέρεια, επιμέρους αναφορές της έκθεσης του, τη σημασία της μορφής που είχαν τα αρχεία που εντοπίστηκαν, πώς και γιατί εντοπίστηκαν σε αυτή την μορφή και τι αυτό συνεπάγεται. Επεξήγησε περαιτέρω, τι σημαίνει πρακτικά το γεγονός πως δεν εντοπίστηκε η ημερομηνία δημιουργίας τους και ποια η σημασία της ημερομηνίας μεταβολής τους, για να καταλήξει πως η εν λόγω ημερομηνία, υποδηλοί πως κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, τα 87 αρχεία που εντοπίστηκαν και σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, υπήρχαν στο κινητό τηλέφωνο και δεν είχαν διαγραφεί.
Η αντεξέταση του Μ.Κ.5, περιορίστηκε στο να ερωτηθεί, πού κατέληξε ο ψηφιακός δίσκος που ο ίδιος ετοίμασε, ο οποίος περιλάμβανε τα εξαχθέντα δεδομένα του Τεκμηρίου 14.
Ως Μ.Κ.6, κατέθεσε η Παραπονούμενη. Στην οπτικογραφημένη της κατάθεση (Τεκμήρια 3.1 και 3.2[3]), αναφέρει μεταξύ άλλων που και με ποιους διαμένει, ότι την ημέρα εκείνη (που έδινε την κατάθεση της) η ίδια έκλεινε τα 16 έτη της, ότι δεν φοιτούσε σε σχολείο καθώς και τους λόγους που η ίδια και ο Μ.Κ.8 διέκοψαν τη φοίτηση τους σε σχολείο μετά το Γυμνάσιο. Αναφέρεται περαιτέρω πως όταν ήταν 12 ετών, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να την διαπαιδαγωγεί σεξουαλικά, δείχνοντας της εκπαιδευτικό υλικό από το διαδίκτυο ενώ όταν έγινε 13 ετών, ξεκίνησε να κάνει σενάρια ως προς το που πρέπει να τον αγγίξει και να κάνει «πράγματα σεξουαλικά». Όταν ο Κατηγορούμενος κατάλαβε ότι η ίδια είχε φοβία με τα αγόρια, της έλεγε να της δείξει τα δικά του γεννητικά όργανα, ώστε να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Σε αυτό το πλαίσιο, της ζήτησε να τον αγγίξει στα γεννητικά του όργανα με πρόφαση το να διαπιστώσει πως δεν πρέπει να φοβάται. Tην απειλούσε πως εάν δεν το έκανε, θα έκοβε το χέρι του, ή θα τιμωρούσε τον Μ.Κ.8. Τα παραπάνω συνέβαιναν περίπου δύο με τρείς φορές, κάθε δύο μήνες περίπου, από τότε που ήταν 13 ετών, μέχρι πρόσφατα. Σε κάποιες από τις παραπάνω περιπτώσεις, της έλεγε να χρησιμοποιήσει τα χέρια ή το στόμα της, μέχρι να εκσπερματώσει και όταν χρησιμοποιούσε το στόμα της, την έβαζε να καταπίνει «αυτό το πράγμα στο τέλος». Αναφέρει επίσης κάποιο περιστατικό, που έγινε μια φορά στο υπνοδωμάτιο της, όταν η ίδια ήταν 13 ετών, όπου αφότου ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να τον αγγίξει, την άγγιξε και ο ίδιος στα γεννητικά της όργανα, πάνω από τα ρούχα.
Αναφέρει επίσης ότι όταν ήταν 13 ετών, ξεκίνησε να κόβει το σώμα της λόγω του κακοποιητικού χαρακτήρα του Κατηγορούμενου, γεγονός που διαπίστωσε ο Κατηγορούμενος και για το οποίο της ζητούσε να μεταβούν στο εργαστήριο του που βρίσκεται σε παρακείμενο του σπιτιού, χώρο, να αφαιρέσει τα ρούχα της εντελώς, ώστε να ελέγξει εάν είχε κοψίματα στο σώμα της, διαδικασία την οποία ο Κατηγορούμενος επαναλάμβανε μια φορά τον μήνα από τότε, παρότι η ίδια σταμάτησε να κόβεται από τότε που ήταν 13-14 ετών. Ξεκίνησε να αντιλαμβάνεται ότι ο Κατηγορούμενος την κακοποιεί, γύρω στα 14-15 έτη της, όταν πλέον εκμυστηρεύτηκε στον Μ.Κ.8 το τι συνέβαινε, γεγονός που οδήγησε τον Μ.Κ.8, να ψάξει και να εντοπίσει τον βιολογικό τους πατέρα (Μ.Κ.7) και να επικοινωνήσει με την Αστυνομία. Ο λόγος που αποφάσισε να μιλήσει στον Μ.Κ.8, ήταν γιατί ο Κατηγορούμενος της έλεγε πως όταν η ίδια γίνει 16 ετών, θα μπορούσαν να έχουν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή και επειδή τα δέκατα έκτα γενέθλια της ήταν κοντά, ήταν τρομοκρατημένη και δεν ήθελε να βρίσκεται στο σπίτι που διέμενε με τον Κατηγορούμενο. Περιγράφει τέλος τον Κατηγορούμενο ως ένα πολύ χειριστικό άνθρωπο, ο οποίος εκτός από την μικρότερη τους αδελφή, ασκούσε ψυχολογική βία σε όλους τους άλλους ενώ στην Μ.Υ.6 ασκούσε και σωματική βία κάποιες φορές, δεν άφηνε την ίδια και τον Μ.Κ.8 να έχουν φίλους, της αφαίρεσε την πόρτα του υπνοδωματίου της λέγοντας της ότι είναι πολύ μικρή για να έχει πόρτα στο υπνοδωμάτιο και κακομεταχειριζόταν και εξευτέλιζε τον Μ.Κ.8.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, διευκρίνισε κατά πόσο προτού της ληφθεί ανακριτική κατάθεση, ερωτήθηκε σε ποια γλώσσα επιθυμεί να γίνει η διαδικασία καθώς και εάν και σε ποιο βαθμό ομιλεί και καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα. Αναγνώρισε τον εαυτό της, ως το πρόσωπο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 15, επισημαίνοντας ότι πέραν από τον εαυτό της αναγνωρίζει και τον χώρο ως το εργαστήριο του Κατηγορούμενου, το οποίο βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο της κατοικίας που διέμεναν. Επίσης, αναφέρθηκε με περισσότερη λεπτομέρεια ως προς το τι κατά τον ισχυρισμό της, ο Κατηγορούμενος της ζητούσε να πράξει με το χέρι και το στόμα της, τι της έλεγε ακριβώς και που ακριβώς βρίσκονταν όταν γίνονταν τα όσα ισχυρίστηκε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση με παραπομπή στο Τεκμήριο 8. Ερωτήθηκε περιπλέον, εάν είχαν επισκεφθεί αστυνομικοί την κατοικία τους, προτού της ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση και για ποιο λόγο δεν ανέφερε τότε, αλλά ούτε και μετέπειτα που συνάντησε την Μ.Κ.4, όσα ανέφερε στην κατάθεση της. Περιπλέον, αναφορά έγινε και στη σχέση της με τον Μ.Κ.7, για ποιο λόγο δεν είχαν καμιά επικοινωνία μαζί του, πότε ήταν η τελευταία φορά που τον είχε συναντήσει πριν συναντηθούν στο Σπίτι του Παιδιού καθώς και εάν γνώριζε την Α.Κ., τη σχέση της τελευταίας με την οικογένεια της καθώς και εάν επικοινώνησε το πρόσωπο αυτό μαζί της μετά που έδωσε την οπτικογραφημένη της κατάθεση.
Η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ήρθαν στην Κύπρο με τον Κατηγορούμενο, ποια η σχέση που η ίδια και ο Μ.Κ.8 είχαν με τον Μ.Κ.7 και κατά πόσο, όλα τα χρόνια της παραμονής τους στην Κύπρο, συντηρούνταν από τον Κατηγορούμενο. Ερωτήθηκε επίσης για ποιο λόγο, όταν αρχικά τους επισκέφθηκε η Αστυνομία και η Μ.Κ.4 στο σπίτι τους, δεν ανέφερε οτιδήποτε από αυτά που είπε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, για να της υποβληθεί πως δεν φοβόταν να μιλήσει, ως ήταν η θέση της ίδιας και η όλη καταγγελία είχε σχεδιαστεί από την ίδια και τον Μ.Κ.8, ώστε να μπορούν να φύγουν και να επιστρέψουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, εξ ου και όταν πλέον συνελήφθη ο Κατηγορούμενος, έφυγαν μαζί με τον Μ.Κ.7.
Αντεξετάστηκε περαιτέρω, σε σχέση με τις φωτογραφίες που εντοπίστηκαν στο κινητό του Κατηγορούμενου, για να της υποβληθεί πως καμιά σεξουαλική πρόθεση υπήρχε από πλευράς του τελευταίου, ο οποίος προέβαινε σε φωτογράφηση της με μοναδικό σκοπό να ελέγξει εάν εξακολουθούσε να κόβει το σώμα της, ότι παροτρύνθηκε από τον Κατηγορουμένο να αποταθούν για ψυχολογική υποστήριξη και η ίδια αρνήθηκε, απειλώντας τον ότι εάν το πράξει θα αυτοκτονήσει, ότι αυτοτραυματιζόταν λόγω μιμητισμού μιας άλλης φίλης της και όχι επειδή είχε κατάθλιψη και πως ό,τι ανέφερε σε σχέση με το ότι δεν περνούσε καλά στο σπίτι, ήταν ψέματα καθότι ήταν μια αγαπημένη οικογένεια, την οποία φρόντιζε ο Κατηγορούμενος.
Σε σχέση με τις αναφορές της, ότι της αφαίρεσαν σκόπιμα την πόρτα του υπνοδωματίου της, της υποβλήθηκε ότι ψεύδεται και πως ο λόγος που αφαιρέθηκε η πόρτα ήταν γιατί εμπόδιζε την διαρρύθμιση των επίπλων που ήθελε να κάνει η Μ.Υ.6 και πως βρισκόταν κουρτίνα, μπροστά από το δωμάτιο, η οποία της παρείχε ιδιωτικότητα. Ως ψέμα της αποδόθηκε και η αναφορά της ότι σταμάτησε το σχολείο επειδή ο Κατηγορούμενος επέμενε να μην συνεχίσει και της υποβλήθηκε πως ήταν δική της απόφαση και ενώ της δόθηκε η επιλογή να συνεχίσει, η ίδια επέλεξε να διακόψει τη φοίτηση της.
Ερωτήθηκε περαιτέρω κατά πόσο η ίδια ζητούσε από τον Κατηγορούμενο να συζητούν θέματα σεξουαλικής φύσεως, επειδή η ίδια είχε αμφιβολίες για τη σεξουαλικότητα της και κατά πόσον, ο Κατηγορούμενος, πλην της περιόδου που απαγορευόταν η κυκλοφορία λόγω κορονοϊού, την μετέφερε συχνά στις φίλες της ή το αντίστροφο.
Πέραν τούτων, η Παραπονούμενη ερωτήθηκε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος τους έθετε περιορισμούς στο σπίτι, όπως για παράδειγμα για τη διάρκεια χρήσης του διαδικτύου, για να της υποβληθεί πως οι περιορισμοί αυτοί που τίθονταν και οι οποίοι είχαν από μέρους του Κατηγορούμενου σκοπό, την ορθή διαπαιδαγώγηση τους, ήταν ένας από τους λόγους που ήθελαν με τον Μ.Κ.8 να εκδικηθούν τον Κατηγορούμενο. Ως προς τον Μ.Κ.8 της τέθηκε η θέση πως τίποτα από όσα ανέφερε σε σχέση με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς αυτόν έγινε, πλην του ότι εργαζόταν μεν μερικώς για τον Κατηγορούμενο, ωστόσο αμοιβόταν.
Αντεξετάστηκε τέλος, ως προς το κατά πόσον, την περίοδο που ισχυρίζεται ότι κακοποιείτο σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο στο εργαστήριο του σπιτιού τους, διέμενε εκεί η Α.Κ., η οποία είναι φίλη του Κατηγορούμενου, εάν ο Μ.Κ.8 είχε κλειδιά της πόρτας του εν λόγω εργαστηρίου και ελεύθερη πρόσβαση σε αυτό, ως επίσης και κατά πόσο η ίδια σε μικρότερη ηλικία, είχε τη συνήθεια να παίρνει χρήματα από το σπίτι, να τα κρύβει και να λέει ψέματα, για να της υποβληθεί πως ό,τι ανέφερε είναι ψέματα, λόγω της ροπής που έχει η ίδια στο να ψεύδεται.
Ο Μ.Κ.7, βιολογικός πατέρας της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8 και πρώην σύζυγος της Μ.Υ.6, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Έγγραφο Η), όπου αναφέρει μεταξύ άλλων, τον λόγο που από τον καιρό που η Μ.Υ.6 έφυγε από το Ηνωμένο Βασίλειο με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, ο ίδιος δεν είχε ξανά επικοινωνία μαζί τους με εξαίρεση μια φορά που ήρθε στην Κύπρο, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Μ.Κ.8 κατόρθωσε να τον εντοπίσει και να επικοινωνήσει μαζί του καθώς και τον λόγο που του αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.8, ως προς τη μη αποκάλυψη της ταυτότητας του τελευταίου, στην αρχή που επικοινώνησε μαζί του. Μεταξύ αυτών ήταν και το ότι ο Κατηγορούμενος, δεν τους επέτρεπε να κάνουν οτιδήποτε χωρίς τη δική του έγκριση και πως εάν μάθαινε πως επικοινώνησε μαζί του, θα τον σκότωνε. Πέραν τούτου, του είχε αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος δεν τους επέτρεπε να βγαίνουν έξω χωρίς ο ίδιος να είναι παρών, ούτε να έχουν φίλους και πως ο λόγος που τον ώθησε να επικοινωνήσει μαζί του, ήταν γιατί ο Κατηγορούμενος κακοποιούσε σεξουαλικά την Παραπονούμενη από τότε που ήταν 13 ετών και ήθελαν βοήθεια να ξεφύγουν από αυτή την κατάσταση, μιας και έγινε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία δια μέσου ενός οργανισμού στην Κύπρο. Περαιτέρω ανέφερε πως έφτασε στην Κύπρο στις 13.06.22, ότι είχε επικοινωνήσει μαζί του η Μ.Κ.4 από το Σπίτι του Παιδιού και ότι διευθετήθηκε συνάντηση, κατά τη διάρκεια της οποίας ενημερώθηκε από την τελευταία ότι διερευνάται από την Αστυνομία καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου για σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης. Έπειτα από τρεις ημέρες, συνάντησε στο γραφείο της Μ.Κ.4, την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 και εξέφρασε την ετοιμότητα να τους πάρει μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, εάν οι ίδιοι επιθυμούσαν. Επίσης, αναφέρθηκε σε ένα ηχογραφημένο αρχείο που του αποστάλθηκε από τον Μ.Κ.8, το οποίο ηχογράφησε η Παραπονούμενη όταν ο Κατηγορούμενος της ζητούσε να βγάλει τα ρούχα της, το οποίο είχε και ήταν διατεθειμένος να παραδώσει στις αστυνομικές αρχές εάν κρινόταν σκόπιμο. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ερωτήθηκε κατά πόσον ο ίδιος άκουσε το ηχητικό το οποίο αναφέρει στην κατάθεση του και του ζητήθηκε να μεταφέρει στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο της συνομιλίας που άκουσε, πράγμα που έκανε.
Η αντεξέταση του Μ.Κ.7, περιστράφηκε γύρω από τους λόγους που δεν υπήρχε επικοινωνία με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 από όταν έφυγαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, για να του υποβληθεί η θέση πως ο λόγος ήταν διότι ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν και πως η Μ.Υ.6 πήρε την απόφαση να φύγουν, ένεκα της κακοποιητικής του συμπεριφοράς. Αντεξετάστηκε περαιτέρω σε σχέση με τον λόγο που ενώ, ως ανέφερε στην κατάθεση του, έμαθε για την σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης κάποιους μήνες πριν, περίμενε μέχρι τις 13.06.2022 για να έρθει στην Κύπρο, για να του υποβληθεί πως ψεύδεται και πως ο λόγος που μεσολάβησαν τόσοι μήνες, ήταν γιατί ενορχήστρωνε την καταγγελία με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 ώστε να επιτύχουν τον σκοπό τους, που ήταν να τους πάρει πίσω στο Ηνωμένο Βασίλειο, εξ ου και μεσούσης της πιο πάνω περιόδου, έφυγε από τη Νέα Ζηλανδία όπου ζούσε με την πρώην σύντροφο του. Επίσης του υπεβλήθη πως ψεύδεται και σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ηχητικά καταγεγραμμένης συνομιλίας αλλά και όσων ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με το τι ο Μ.Κ.8 του είπε για τον Κατηγορούμενο.
Ο Μ.Κ.8, αδελφός της Παραπονούμενης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Έγγραφο Θ), στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων, στο πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις ήρθε στην Κύπρο, πού διέμενε, καθώς και στο ότι διέκοψε τη φοίτηση του μετά το Γυμνάσιο κατόπιν παρότρυνσης του Κατηγορουμένου, ο οποίος του είπε να μείνει στο σπίτι και να παρακολουθήσει διαδικτυακά μαθήματα στον τομέα που τον ενδιέφερε, κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ. Περιγράφει τις περιστάσεις υπό τις οποίες ξεκίνησε να εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση που ανήκε στον Κατηγορούμενο, την εργασία που διεκπεραίωνε, την αμοιβή την οποία λάμβανε (20 ευρώ μηνιαίως), ενώ περιγράφει τον Κατηγορούμενο ως χειριστικό και κακοποιητικό, ειδικότερα προς την Παραπονούμενη, αφού την κακοποιούσε σεξουαλικά στο εργαστήριο του, γεγονός το οποίο έμαθε στις 30.01.22 από την τελευταία. Εξηγεί πως η Παραπονούμενη του ανέφερε ότι την ανάγκαζε να τον αγγίζει και το αντίστροφο, ότι δεν του είπε πολλές λεπτομέρειες αφού αντελφήθη ότι ένιωθε ντροπή και αναστάτωση και δεν έδειχνε τα συναισθήματα της, ότι όταν έμαθε τα πιο πάνω αποφάσισε την ίδια ημέρα να ενημερώσει τον Μ.Κ.7, ο οποίος διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο και δίδει λεπτομέρειες της εν λόγω επικοινωνίας ενώ επίσης εξηγεί ότι ο ίδιος ζήτησε από την Παραπονούμενη να ηχογραφήσει τον Κατηγορούμενο, ότι η τελευταία το έπραξε και ότι ο ίδιος απέστειλε ακολούθως την ηχογράφηση στον Μ.Κ.7.
Επιπλέον αναφέρεται και στους λόγους που παρά το ότι ήθελε να φύγει μακριά από τον Κατηγορούμενο από καιρό, δεν το έπραξε αλλά και στο γιατί δεν ανέφεραν τίποτε από τα παραπάνω στη μητέρα τους (Μ.Υ.6) την οποία ο ίδιος ανέφερε πως θεωρεί επίσης θύμα, αφού τον άκουσε να την χτυπά πολλές φορές και εν γένει να μην της φέρεται καλά.
Επίσης ανεφέρεται και στο πώς έφτασε η καταγγελία στην Αστυνομία, λέγοντας ότι στις 11.06.22, η Παραπονούμενη ήταν φοβισμένη και του είπε πως ο Κατηγορούμενος της είχε πει πως όταν θα έκλεινε τα 16 έτη της, θα είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή και επειδή η Παραπονούμενη θα έκλεινε 16 στις 16.06.22, ο ίδιος θεώρησε σκόπιμο να ενημερώσει τον Μ.Κ.7, όπερ και έπραξε, με τον τελευταίο να φτάνει στην Κύπρο για να τους βοηθήσει στις 13.06.22, χωρίς ωστόσο να τον έχει συναντήσει πριν τις 16.6.22 που μετέβη στο Σπίτι του Παιδιού και έδωσε κατάθεση. Τέλος, περιγράφει τα παιδικά και εφηβικά χρόνια που πέρασε με τον Κατηγορούμενο ως δύσκολα χρόνια, κατά τα οποία τους χειραγωγούσε και συμπεριφερόταν και στον ίδιο κακοποιητικά, λέγοντας του μεταξύ άλλων κάποιες φορές πως θα ήταν καλύτερο εάν αυτοκτονούσε. Αναφέρει περιπλέον πως παρότι ο Κατηγορούμενος παρουσιαζόταν προς τον έξω κόσμο ως ιερέας, ο ίδιος δεν πιστεύει πως ασκεί πραγματικά το εν λόγω λειτούργημα και πως όταν ήταν μικρότερος, του ασκούσε και σωματική βία αλλά δεν θυμόταν ημερομηνίες ή λεπτομέρειες, δεν είχε καθόλου κοινωνική ζωή και φίλους, μέσο να κυκλοφορεί και δεν έβγαινε έξω παρά μόνο για να πάει μέχρι το περίπτερο της γειτονιάς του.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στο πώς και από ποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης επικοινώνησε με τον Μ.Κ.7, καθώς και τον λόγο που χρησιμοποίησε εν τέλει άλλο μέσο και άλλο όνομα παρά το δικό του για να επικοινωνεί με τον Μ.Κ.7.
Αντεξετάστηκε ως προς το εάν διατηρούσε οποιεσδήποτε σχέσεις με τον Μ.Κ.7 από το 2013 που έφυγαν από το Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι και το 2022 που τον συνάντησε, για να του υποβληθεί πως ο ισχυρισμός του ότι δεν τους επέτρεπε ο Κατηγορούμενος την επικοινωνία, είναι ψέμα και πως ήταν κατ’ επιλογήν του ίδιου του Μ.Κ.8 που δεν συναντήθηκαν με τον Μ.Κ.7, όταν ο τελευταίος ήρθε σε κάποια στιγμή στην Κύπρο για να τους συναντήσει. Του υπεβλήθη επίσης πως ως οικογένεια, ήταν αγαπημένοι και είχαν κοινωνική ζωή και πως ο ίδιος δεν τους ακολουθούσε και προτιμούσε να παραμένει μόνος στο σπίτι λόγω του «κλειστού» χαρακτήρα του, αρνούμενος οποιεσδήποτε συναναστροφές με άλλους ανθρώπους. Ερωτήθηκε επίσης εάν γνωρίζει για ποιο λόγο αφαιρέθηκε η πόρτα που υπήρχε στο υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης και για ποιο λόγο δεν αντικαταστάθηκε, για να του υποβληθεί πως ο λόγος ήταν το ότι δεν βόλευε στη διαρρύθμιση του υπνοδωματίου. Ερωτήθηκε επίσης, εάν η Παραπονούμενη παρακολουθούσε διαδικτυακά, κάποια επιμορφωτικά μαθήματα με την προοπτική να εργοδοτηθεί σε σχολείο όπου εργαζόταν η μητέρα του Κατηγορούμενου, για ποιο λόγο η Παραπονούμενη, όπως και ο ίδιος, δεν ήθελαν να συνεχίσουν το σχολείο και εάν γνώριζε πως η Παραπονούμενη τραυμάτιζε τον εαυτό της επειδή και η φίλη της Μ.G. το έκανε. Επιπλέον, αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον, στο εργαστήριο του Κατηγορούμενου περνούσαν χρόνο τόσο ο ίδιος όσο και η Παραπονούμενη, ποιοι είχαν πρόσβαση σε αυτό και εάν τα κλειδιά της κλειδαριάς της εξωτερικής πόρτας τα είχε ο ίδιος, όπως και την ευθύνη να κλειδώνει. Ως προς τον ισχυρισμό του ότι ο Κατηγορούμενος τους απαγόρευε μεταξύ άλλων τις εξόδους από το σπίτι, του υπεβλήθη πως και αυτή η αναφορά του ήταν ψέμα και πως αυτό που έπραττε ο Κατηγορούμενος ήταν να τους ασκεί το συνήθη έλεγχο που ασκεί κάποιος γονέας σε έφηβους, ως ήταν τότε και ο ίδιος. Επιπρόσθετα, του υποβλήθηκε η θέση πως ουδέποτε η Παραπονούμενη του είπε πως κακοποιείτο σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο γιατί κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ και πως τούτο διαφαίνεται από το ότι, ενώ λέει πως ενημερώθηκε από την Παραπονούμενη τον Ιανουάριο του 2022 και ενώ τότε ήταν ήδη ενήλικας, η καταγγελία έγινε τον Ιούνιο του 2022. Επίσης του υπεβλήθη ότι το ψεύδος φαίνεται και από το ότι στο εργαστήριο όπου ισχυρίζονται ότι κακοποιείτο η Παραπονούμενη η πρόσβαση ήταν ελεύθερη και δεν θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος να πράξει όσα του καταλόγισαν, αλλά και από το ότι ποτέ δεν ενημέρωσαν τη μητέρα τους (Μ.Υ.6) και τέλος, από το ότι η καταγγελία κατασκευάστηκε όταν πλέον επικοινώνησε με τον Μ.Κ.7 και το σχεδίασαν, ώστε να μπορεί να έρθει και να τους πάρει με την Παραπονούμενη, πίσω στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πέραν των πιο πάνω, του τέθηκε η θέση πως ψεύδεται ακόμη και για την αναφορά του ότι ο Κατηγορούμενος κτυπούσε την Μ.Υ.6, γεγονός που δεν είδαν ποτέ να συμβαίνει και πως ήθελαν με την Παραπονούμενη να εκδικηθούν τον Κατηγορούμενο, ο οποίος τους ασκούσε επωφελή έλεγχο και ανησυχούσε για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους και τις περίεργες σεξουαλικές συνήθειες που είχαν τόσο ο ίδιος όσο και η Παραπονούμενη.
Ο Μ.Κ.9, Αστ. 2298 Σ.Α., ο οποίος υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, του Αρχηγείου Αστυνομίας, υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο ΙΑ), στην οποία αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αυτές συνίστανται, στην παραλαβή των τεκμηρίων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 13 από τον Μ.Κ.2 στις 18.06.22, στη μετέπειτα παράδοση τους στις 20.06.22 στον Μ.Κ.5, στη λήψη συγκατάθεσης από τη Μ.Υ.6 για φωτογράφηση της οικίας που διέμεναν (Τεκμήριο 6), στην ετοιμασία εντύπου κατά τη διάρκεια υπόδειξης σκηνών από την Παραπονούμενη (Τεκμήριο 7) και στην καθ΄ υπόδειξιν του, φωτογράφηση τους από τη Μ.Κ.1 (βλ. Τεκμήριο 8), καθώς επίσης και στη λήψη γραπτής συγκατάθεσης από τον Κατηγορούμενο προς λήψη βιομετρικών στοιχείων, παρειακών επιχρισμάτων, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στα προσόντα και την εμπειρία του, στο πως έφτασε στον κλάδο που υπηρετεί η αναφορά για την παρούσα υπόθεση καθώς στη δική του εμπλοκή αλλά και στο λόγο για τον οποίο κρίθηκε σκόπιμη η παράδοση των τεκμηρίων στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων (ΔΕΗΔ) προς εξέταση, ποιο το αποτέλεσμα των εν λόγω εξετάσεων, τι ανέφερε η Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια υπόδειξης σκηνών και εάν κατά την επίσκεψη του στην οικία, αντελήφθη οτιδήποτε που να τον παραξένεψε. Επίσης, ανέφερε πως κατόπιν των πιο πάνω ενεργειών του, είχε λάβει επίσης γραπτή κατάθεση από την Α.Κ., την οποία εντόπισαν να διαμένει στο σπίτι του Κατηγορούμενου όταν είχαν μεταβεί εκεί, οπόταν και κρίθηκε σκόπιμη η λήψη κατάθεσης από το εν λόγω πρόσωπο, μιας και η Παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση ανέφερε πως το τελευταίο περιστατικό είχε γίνει ημέρες προηγουμένως, ήτοι στις 11.06.22. Από τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης, διαπιστώθηκε πως εν τέλει η Α.Κ., στις 11.06.22, δεν φιλοξενείτο στην εν λόγω οικία. Περαιτέρω, προσέγγισαν γείτονες της οικίας και συνομίλησαν μαζί τους, για να διαπιστώσουν εάν κάποιος εξ αυτών, αντελήφθη οτιδήποτε το οποίο θα ήταν χρήσιμο κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και παρέδωσε στη Μ.Υ.6 αντίγραφο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης.
Κατά την αντεξέταση του, ερωτήθηκε γιατί κρίθηκε σκόπιμο να ρωτήσουν τους περίοικους της οικίας, εάν περιέπεσε στην αντίληψη τους οτιδήποτε, εάν ο ίδιος αντελήφθη κατά την επίσκεψη του στην εν λόγω οικία πως έξω από το υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης υπήρχε κουρτίνα η οποία διαχώριζε το σαλόνι, εάν στο χώρο του εργαστηρίου υπήρχε κλειδαριά στην πόρτα, εάν λήφθηκε κατάθεση από την Μ.Υ.6 και για ποιο λόγο το εν λόγω πρόσωπο δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο μαρτύρων της υπόθεσης. Του υπεβλήθη τέλος, πως η Α.Κ., διέμενε μεταξύ άλλων ημερομηνιών, στις 11.06.2022 στο σπίτι του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα, στον χώρο του εργαστηρίου.
Η Μ.Κ.10, κλινική ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού, υιοθέτησε το βιογραφικό σημείωμα της (Έγγραφο ΙΒ) και την έκθεση που ετοίμασε ημερ. 31.10.22, κατόπιν που αξιολόγησε την Παραπονούμενη, (Έγγραφο ΙΓ). Στο Έγγραφο ΙΓ, η Μ.Κ.10 αναφέρεται στον λόγο που η Παραπονούμενη παραπέμφθηκε σε αξιολόγηση, στη λήψη συγκατάθεσης προς τον παραπάνω σκοπό από τον Μ.Κ.7 και την Μ.Υ.6, την πορεία συνεργασίας καθώς και το ιστορικό της Παραπονούμενης, τα κλινικά ευρήματα, τα συμπεράσματα και τις εισηγήσεις της. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, εξήγησε τι εστί η κλινική ψυχολογία και σε τι συνίσταται η κλινική αξιολόγηση ενός ατόμου και οι κλινικές συνεντεύξεις μαζί του ενώ επίσης αναφέρθηκε και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνάντησε την Παραπονούμενη για πρώτη φορά. Περαιτέρω, αναφέρθηκε με περισσότερη λεπτομέρεια σε επιμέρους αναφορές της έκθεσης της, όπως το για ποιο λόγο η Μ.Υ.6 φαινόταν αποτρεπτική στο να δώσει πληροφορίες για τη λήψη του ιστορικού, τι εννοεί όταν αναφέρει πως στην Παραπονούμενη είχε φανεί πως ανατέθηκαν από την οικογένεια περισσότερες ευθύνες από αυτές που αναλογούσαν στο ηλικιακό της στάδιο, ποια επίδραση είχε στην Παραπονούμενη η ανεπάρκεια της Μ.Υ.6 στο να ανταποκριθεί στον γονεϊκό της ρόλο και για ποιο λόγο ένα παιδί, δυνατόν να αυτοτραυματίζεται, γεγονός το οποίο η ίδια συνέδεσε στην έκθεση της, με τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε πως βίωνε στο σπίτι. Περαιτέρω, εξήγησε τι εννοεί με την αναφορά πως η Παραπονούμενη βίωνε τη σεξουαλική κακοποίηση της μέσω συναισθηματικού μουδιάσματος, ποια τα στάδια που ακολουθούν τη σεξουαλική κακοποίηση, μέχρι και το στάδιο της αποκάλυψης, για ποιο λόγο καταλήγει στην έκθεση της πως η Παραπονούμενη είχε δυσκολία στο να αναπτύξει συναισθήματα εμπιστοσύνης προς τους γύρω της, ποια επίδραση μπορεί να έχει σε ένα παιδί η κοινωνική απομόνωση του και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Παραπονούμενη καθώς επίσης και κατά πόσο είναι εφικτή η ταυτόχρονη ύπαρξη ψυχικών τραυμάτων και η απουσία διάγνωσης οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής.
Αντεξετάστηκε κυρίως, σε σχέση με τη διαδικασία που ακολούθησε κατά την ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, εφόσον αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης, πως καμμιά ουσιαστική αξιολόγηση έγινε, με αποτέλεσμα να εξαχθούν λανθασμένα συμπεράσματα από μια απλή συνέντευξη, χωρίς να προηγηθεί τεστ προσωπικότητας της Παραπονούμενης, το οποίο ήταν απαραίτητο να γίνει. Επίσης, υπεβλήθη στην Μ.Κ.10 πως η έκθεση που συνέταξε, ήταν προκατειλημμένη κατά του Κατηγορούμενου και πως οι πληροφορίες που αναφέρονται στην έκθεση ότι προήλθαν από την Μ.Υ.6, είναι λανθασμένες διότι η Μ.Υ.6 ουδέποτε ανέφερε, όσα επιμέρους καταγράφονται ως λεγόμενα της. Περιπλέον, υπεβλήθη στη μάρτυρα πως τα όσα αναφέρει ως ευρήματα και συμπεράσματα στην έκθεση, είναι μεταξύ τους αντιφατικά και η Παραπονούμενη καμμιά σεξουαλική κακοποίηση υπέστη εξ ου και κανένας από τους δασκάλους της στο σχολείο, δεν αντελήφθη οτιδήποτε που να τον ανησυχήσει, τα όσα δε ανέφερε στη Μ.Κ.10 ήταν ψέματα, τα οποία θα μπορούσε να αντιληφθεί εάν διεξήγαγε με τον ορθό επιστημονικό τρόπο, την αξιολόγηση της. Τέλος, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος, φωτογράφιζε την Παραπονούμενη ώστε να μπορεί να ελέγχει κατά πόσο εξακολουθούσε να αυτοτραυματίζεται, ενόψει του ότι επίκειτο συνέντευξη της, σε ιδιωτικό σχολείο στην Λευκωσία, ώστε να μπορεί να εργοδοτηθεί και δεν θα έπρεπε να είχε οποιαδήποτε κοψίματα στο σώμα της. Τέλος, η Μ.Κ.10 ερωτήθηκε κατά πόσο η Παραπονούμενη της ανέφερε τον σεξουαλικό προσανατολισμό της και εάν τα όποια συμπτώματα καταγράφει στην έκθεση της ότι εντόπισε στη συμπεριφορά της τελευταίας, είναι απίθανο να προέρχονταν από την δυσφορία που ένιωθε για την σεξουαλική ταυτότητα της.
Ο Κατηγορούμενος, κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στις περιστάσεις υπό τις οποίες γνώρισε την Μ.Υ.6, την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις μετακόμισαν στην Κύπρο, πως και που ζούσαν και σε ποια σχολεία και μέχρι πότε φοιτούσαν η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8. Αναφέρθηκε περιπλέον, στις συνήθειες αλλά και το πως περνούσαν η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 στο σχολείο, επισημαίνοντας ότι αμφότεροι, αντιμετώπιζαν προβλήματα συμπεριφοράς αλλά και αποδοχής τους από τους συμμαθητές τους, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, τους οποίους εξήγησε. Για την Παραπονούμενη ανέφερε πως ενώ στις αρχές δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα, στη συνέχεια και όταν μετακόμισαν σε άλλο χωριό και η Παραπονούμενη μετεγράφη σε άλλο σχολείο, ξεκίνησαν να έχουν προβλήματα μαζί της, αφού δεν διάβαζε και δεν ασχολείτο με τις εργασίες της και η συμπεριφορά της δεν ήταν καλή, από τη στιγμή που ξεκίνησε να έχει επαφές με την Μ.G., στα 13 της έτη, με την οποία είχαν και ερωτικές σχέσεις από τότε.
Αναφέρθηκε περαιτέρω, στο ότι τόσο η Παραπονούμενη, όσο και ο Μ.Κ.8 τερμάτισαν την φοίτηση τους στο σχολείο, κατόπιν δικής τους επιθυμίας και πως αμφότεροι μετέπειτα, κατόπιν δικής του παροτρύνσεως παρακολουθούσαν διαδικτυακά μαθήματα επιμόρφωσης, στους τομείς που ενδιέφεραν τον κάθε ένα ξεχωριστά. Για την Παραπονούμενη, ανέφερε ειδικότερα πως από όταν σταμάτησε το σχολείο, παρακολούθησε πάρα πολλά διαδικτυακά σεμινάρια σε Πανεπιστήμιο, για τα οποία έλαβε πιστοποιητικά παρακολούθησης, ώστε να μπορεί να εργαστεί στο ιδιωτικό σχολείο που εργάζεται η μητέρα του (Μ.Υ.3) στην Κύπρο, σκοπός που εν τέλει δεν επετεύχθη διότι έφυγαν από την Κύπρο με τον Μ.Κ.7 όταν έγινε η καταγγελία για την παρούσα και δεν έγινε η συνέντευξη που προγραμματίζετο να γίνει για τον παραπάνω σκοπό.
Χαρακτήρισε την ζωή τους σαν οικογένεια, ως πολύ ενεργή κοινωνικά, με τον ίδιο να τους παρέχει πλήρη οικονομική και συναισθηματική στήριξη. Επί αυτών των αναφορών του, κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών που λήφθηκαν σε διάφορες εξορμήσεις της οικογένειας (Τεκμήρια 20 και 21), καταλήγοντας πως παρότι στο σπίτι, η συμπεριφορά του Μ.Κ.8 και της Παραπονούμενης ήταν προβληματική, ο ίδιος ήταν πολύ κοντά τους, μιλώντας τους και συμβουλεύοντας τους συνεχώς. Ιδιαιτέρως για τον Μ.Κ.8, ο οποίος εργαζόταν πράγματι στην εταιρεία του ως ανέφερε, το πλάνο ήταν σε κάποια στιγμή να του μεταβιβάσει εξ ολοκλήρου την ιδιοκτησία της εταιρείας, ώστε να έχει αποκτήσει κάτι στην ζωή του. Απέδωσε τις αναφορές υποτίμησης και κακής συμπεριφοράς που του απέδωσε ο Μ.Κ.8 σε ψεύδη, οι οποίες ανταποκρίνονταν στο τι ο Μ.Κ.7 έλεγε στον Μ.Κ.8, όταν ήταν μικρότερος. Αποτέλεσε περιπλέον θέση του πως σε καμμιά περίπτωση, δεν ήταν χειριστικός μαζί τους και δεν απαγόρευε ούτε στον Μ.Κ.8, όπως ούτε και στην Παραπονούμενη, να έχουν φίλους, εξόδους και πρόσβαση στο διαδίκτυο και πως ό,τι έπραττε ήταν να τους θέτει υγιείς περιορισμούς εφόσον και ο μεν Μ.Κ.8 ήταν εθισμένος σε ιστοσελίδες σκληρού πορνογραφικού υλικού και η Παραπονούμενη δεχόταν απρεπή μηνύματα και εκφοβισμό από συμμαθητές της σε διάφορες ομάδες συνομιλιών που είχαν μεταξύ τους, ένεκα του ότι είχαν μάθει πως ο Κατηγορούμενος ήταν ιερέας, γεγονός για το οποίο την κοροϊδεύαν.
Περιπλέον, αναφέρθηκε στην Μ.Υ.6 και στο πως η ίδια ως μητέρα αντιμετώπιζε τα παιδιά της, λέγοντας για το περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκαν η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 πως πρόκειται για παρεξήγηση του τι άκουσαν, εξιστορώντας τι συνέβη εκείνη την ημέρα. Σε σχέση με τον Μ.Κ.7, αποτέλεσε θέση του πως ουδέποτε είπε στον Μ.Κ.8 και στην Παραπονούμενη πως δεν ήταν εν ζωή και πως όταν έφτασαν στην Κύπρο, έλαβαν τηλεφώνημα από την Αστυνομία στην Αγγλία όπου τους αναφέρθηκε πως ο Μ.Κ.7 τους κατήγγειλε για απαγωγή του Μ.Κ.8 και της Παραπονούμενης, τι μετέπειτα συνέβη όταν ο Μ.Κ.7 έφτασε στην Κύπρο και για ποιο λόγο, από τη στιγμή που ο τελευταίος αποχώρησε από την Κύπρο, δεν είχε ξανά επικοινωνία μαζί τους, αποδίδοντας τον λόγο, σε ουσιαστική αδιαφορία του τελευταίου. Επί τούτου, ανέφερε πως πιστεύει πως ένας από τους λόγους που έγινε η καταγγελία για την παρούσα, ήταν για να πάρει εκδίκηση ο Μ.Κ.7 από τον ίδιο, εφόσον πιστεύει πως του πήρε τα παιδιά του, γεγονός το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού η Μ.Υ.6 έφυγε με τα παιδιά από κοντά του, λόγω της βίας που τους ασκούσε.
Ως προς το ότι στο υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης δεν υπήρχε πόρτα, ανέφερε πως ο λόγος έγκειτο στο ότι η πόρτα όταν αγόρασαν το σπίτι, ήταν κατεστραμμένη και επειδή δεν βόλευε τη διαρρύθμιση των επίπλων που ήθελε να κάνει η Μ.Υ.6 και επειδή η Μ.Υ.6 θεωρούσε ότι κάποιο από τα παιδιά θα έκλεινε τα δάκτυλα του μέσα, όπως συνέβη πιο παλιά σε άλλο σπίτι που διέμεναν, η τελευταία του ζήτησε να την αφαιρέσει εντελώς.
Σε σχέση με τις φωτογραφίες (τεκμήριο 15) που εντοπίστηκαν στο κινητό του τηλέφωνο, αποτέλεσε θέση του πως όταν η Παραπονούμενη ήταν 13 ετών, αντιλήφθηκαν με την Μ.Υ.6 ότι αυτοτραυματιζόταν, ξεκίνησαν να την παρατηρούν μέχρι που μετά από κάποιες ημέρες, διαπίστωσε από έλεγχο που της έκανε πως είχε κοψίματα σε όλο της το σώμα, τα οποία επαναλάμβανε, γεγονός που τον έκανε να ανησυχήσει. Τη φωτογράφισε την πρώτη φορά για να έχει ως αναφορά του τα κοψίματα που είχε και συνέχιζε να την φωτογραφίζει κάθε φορά που ήλεγχε το σώμα της έτσι ώστε να μπορεί να διαπιστώνει πότε του έλεγε ψέματα ως προς το εάν έκοψε ξανά τον εαυτό της. Σε κάθε νέα φωτογράφηση, διέγραφε τις προηγούμενες και ο όλος έλεγχος και φωτογράφηση διήρκησε 5-6 μήνες, παρόλο που η Παραπονούμενη αυτοτραυματιζόταν μέχρι την στιγμή που ο ίδιος συνελήφθη για την παρούσα. Όταν είχε εισηγηθεί στην Παραπονούμενη να επισκεφθούν κάποιο ψυχολόγο ή θεραπευτή, αυτή αρνήθηκε λέγοντας του πως εάν το έπραττε θα αυτοκτονούσε και πως ο λόγος που κοβόταν ήταν για να ταιριάζει με την φίλη της Μ.G. η οποία κοβόταν επίσης. Ανέφερε πως ο λόγος που στην ανακριτική του κατάθεση είχε πει πως φωτογράφιζε την Παραπονούμενη με τα ρούχα (και όχι γυμνή), ήταν γιατί ξεγελάστηκε από την Αστυνομία, η οποία του είπε πως η κατάθεση του δεν σήμαινε πολλά και πως θα μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμούσε στο δικαστήριο. Το ότι φωτογράφιζε την Παραπονούμενη, το γνώριζαν τόσο οι γονείς του (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4), όσο και η Μ.Υ.6 στην οποία έδωσε την ευκαιρία να δει τις φωτογραφίες αλλά η ίδια αρνήθηκε γιατί δεν μπορεί να βλέπει κοψίματα και αίμα, αφού της προκαλείται λιποθυμία.
Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης ότι της άγγιξε το γεννητικό της όργανο και την ανάγκαζε να τον αγγίζει στο δικό του, να προβαίνει σε πεολειχία και να εκσπερματώνει στο στόμα της, ανέφερε πως πρόκειται για ψέματα της Παραπονούμενης καθ’ ότι η ίδια έχει ροπή στο ψέμα και επιπλέον πως πρόκειται για κατασκευασμένα γεγονότα της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8 οι οποίοι έψαχναν τρόπο να φύγουν από την Κύπρο και συνήργησαν με τον Μ.Κ.7 ο οποίος ήθελε να τον εκδικηθεί και περιπλέον διότι και η Μ.Υ.6, με την οποία χώρισαν πλέον, θέλει να φύγει από την Κύπρο με το μικρότερο παιδί τους, κάτι για το οποίο ο ίδιος δεν συγκατατίθεται. Επί των πιο πάνω, υποστήριξε πως θα ήταν αδύνατο να την άγγιζε εντός του υπνοδωματίου της, εφόσον ήταν χώρος που θα γινόταν αντιληπτός, όπως και στο εργαστήριο του, στο οποίο υπήρχε απρόσκοπτη πρόσβαση από όλους και τα κλειδιά του οποίου είχε εν πάση περιπτώσει ο Μ.Κ.8. Αποδέχθηκε πως έθεσε όρο σε όσους είχαν πρόσβαση, το να χτυπούν την πόρτα πριν, όμως μόνο όταν υπήρχαν σε λειτουργία επικίνδυνα μηχανήματα. Δεν αποδέχθηκε ότι ανέφερε ποτέ στην Παραπονούμενη πως όταν γίνει 16 ετών, που ήταν σύμφωνα με τον ίδιο η ηλικία συναίνεσης στην Αγγλία, θα είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή διότι κατά πρώτο βρίσκονταν στην Κύπρο που η ηλικία συναίνεσης είναι τα 18 έτη και κατά δεύτερο, δεν θα της έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Απέδωσε την πιο πάνω αναφορά της Παραπονούμενης, σε τεχνάσματα του Μ.Κ.7 ο οποίος καθοδηγούμενος από το τι ισχύει στην Αγγλία, είπε στην Παραπονούμενη να αναφέρει αυτά που ανέφερε. Τέλος, ανέφερε πως όλα όσα υποστήριξε η Παραπονούμενη είναι ψεύδη και πως τούτο διαφαίνεται και από το ότι είπε μεταξύ άλλων, πως την απειλούσε πως εάν δεν έκανε όσα της ζητούσε θα έκοβε το χέρι του και πως κάποιες φορές τον χάιδευε για περισσότερη από μια ώρα χωρίς να εκσπερματώσει, αναφορές που δεν συνάδουν ούτε και λογικά.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον, προτού του ληφθεί ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 9), είχε συμβουλευτεί τον δικηγόρο του και κατά πόσον προτού υπογράψει την εν λόγω κατάθεση, ήταν εις γνώση του ότι μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή επιθυμούσε, για να του υποβληθεί πως ο λόγος που είχε πει ψέματα, πως δεν φωτογράφισε την Παραπονούμενη χωρίς ρούχα, ήταν διότι πίστευε πως οι φωτογραφίες (τεκμήριο 15) δεν θα εντοπίζονταν στο κινητό του, αφού τις είχε διαγράψει προηγουμένως και πως τα όσα προέβαλε ως δικαιολογία, ήταν εκ των υστέρων σκέψεις του, όταν πλέον αντελήφθη πως οι εν λόγω φωτογραφίες εντοπίστηκαν. Ερωτήθηκε επίσης, για ποιο λόγο, εφόσον ως ο ισχυρισμός του, ανησυχούσε για τη σωματική ακεραιότητα της Παραπονούμενης επειδή έκοβε τον εαυτό της, προτίμησε να την ελέγχει ο ίδιος και δεν μερίμνησε ποτέ να την μεταφέρει σε κάποιο ψυχολόγο ή δεν παρότρυνε τη Μ.Υ.6 να το πράξει. Ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να υποδείξει σε ποιες φωτογραφίες εκ του Τεκμηρίου 15, εμφαίνονται κοψίματα στο σώμα της Παραπονούμενης, για να του υποβληθεί πως σε καμμιά εκ των εν λόγω φωτογραφιών υπάρχουν τέτοια, γεγονός το οποίο απέκρυψε σκόπιμα από την Μ.Υ.6, ώστε να εκμεταλλεύεται την Παραπονούμενη σεξουαλικά, προφασιζόμενος δήθεν ότι θα την ήλεγχε, γεγονός που προκύπτει και από τις πόζες που ζητούσε να λάβει η Παραπονούμενη, για να διαφαίνονται σημεία του σώματος της στα οποία ούτως ή άλλως, η Παραπονούμενη δεν θα μπορούσε να αυτοτραυματίζεται. Του υπεβλήθη επίσης πως τα όσα προέβαλε σε σχέση με την αναγκαιότητα να ελέγχει το σώμα της Παραπονούμενης είναι ψεύδη και πως τούτο φαίνεται από το γεγονός ότι όταν συνελήφθη, όλες οι επίδικες φωτογραφίες είχαν διαγραφεί, κάτι που καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι φωτογράφιζε την Παραπονούμενη και κρατούσε ένα σετ για να το συγκρίνει με τις επόμενες που θα λάμβανε, ώστε να εντοπίσει εάν η Παραπονούμενη είχε φρέσκα κοψίματα στο σώμα της. Επίσης το ότι ψεύδετο, του υπεβλήθη πως φαίνεται από το ότι γνώριζε πως η Παραπονούμενη σταμάτησε να αυτοτραυματίζεται πολύ πριν γίνει 15 ετών.
Σε σχέση με την αφαίρεση της πόρτας του υπνοδωματίου της Παραπονούμενης υπεβλήθη στον Κατηγορούμενο πως είναι ο ίδιος και όχι η Μ.Υ.6 που αφαίρεσε την πόρτα, καθώς επίσης ότι είναι ο ίδιος που αποφάσισε να μην συνεχίσουν τη φοίτηση τους στο Λύκειο, τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8, με απώτερο σκοπό να τους απομονώσει κοινωνικά και να μπορεί να τους εκμεταλλεύεται, τον μεν Μ.Κ.8 για να διεκπεραιώνει την δική του εργασία και την Παραπονούμενη για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του ορέξεις. Ερωτήθηκε επίσης, για ποιο λόγο, ενώ επικαλείτο ως δικαιολογία την προστασία της προσωπικής ζωής της Παραπονούμενης, ως προς το ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του μεταξύ άλλων ότι η τελευταία απειλούσε να αυτοκτονήσει, αποφάσισε να εκθέσει στο Δικαστήριο λεπτομέρειες σε σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό της ίδιας, όπως και του Μ.Κ.8, για να του υποβληθεί πως όλες οι πιο πάνω αναφορές σκοπό είχαν να πλήξουν την αξιοπρέπεια τους και να δημιουργήσουν λανθασμένες εντυπώσεις για τους ίδιους και τους φίλους τους, από τους οποίους, εσκεμμένα ο ίδιος τους απομόνωσε.
Αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου, πως τα όσα ανέφερε σε σχέση με την Παραπονούμενη, ήταν γεγονότα αληθή, τα οποία γνώριζε και η Μ.Υ.6 εξ ου και η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να μην την κλητεύσει ως μάρτυρα, αφού προηγουμένως δεχόταν απειλές από την Μ.Κ.4 και το γραφείο ευημερίας πως εάν τον στήριζε, θα της δημιουργούσαν πρόβλημα με την μικρότερη τους κόρη με αποτέλεσμα η ίδια να φοβάται τόσο που να θέλει να φύγει από την Κύπρο με το παιδί, γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν συναινεί και από τότε δεν του επιτρέπει η Μ.Υ.6 να έχει επικοινωνία μαζί του. Αντεξετάστηκε περαιτέρω, σε σχέση με το κατά πόσο ο ίδιος ασκούσε βία στη Μ.Υ.6, με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 να είναι αυτήκοοι μάρτυρες σε ένα από τα πιο πάνω περιστατικά καθώς επίσης ως προς το ότι παραπλανούσε την Μ.Υ.6 σε σχέση με τον έλεγχο που της έλεγε πως έκανε στην Παραπονούμενη, αποκρύπτοντας της ότι φωτογράφιζε την Παραπονούμενη γυμνή σε όλο της το σώμα. Αποτέλεσε επίσης θέση της κατηγορούσας αρχής πως εάν ευσταθούσαν τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος, περί ελέγχου της Παραπονούμενης ενόψει του ότι είχε προγραμματισμένη συνέντευξη για να εργοδοτηθεί στο σχολείο που εργαζόταν η Μ.Υ.4, δεν θα φωτογράφιζε την Παραπονούμενη στα οπίσθια και στους μαστούς που δεν είναι σημεία τα οποία μπορεί κάποιος να δει.
Ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν ανέφερε στην Αστυνομία την πεποίθηση του ότι η καταγγελία ήταν υποκινούμενη από τον Μ.Κ.7, ότι η Παραπονούμενη δεν θα ήταν σε θέση να περιγράψει το πέος του διότι δεν το είδε ποτέ, καθώς και όσα άλλα ανέφερε σε σχέση με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 στην κυρίως εξέταση του, προκειμένου να τύχουν διερεύνησης, με τον ίδιο να προβάλλει την θέση πως πίστευε πως δεν ήταν επάναγκες, διότι η Αστυνομία θα διερευνούσε την καταγγελία και θα κατέληγε πως είναι ανυπόστατη, ενώ επίσης δεν ήθελε να εκθέσει την Παραπονούμενη, σε σχέση με την προσωπική ζωή και τις σεξουαλικές προτιμήσεις και ενέργειες της.
Ο Μ.Υ.2, πατέρας του Κατηγορούμενου, κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων, στο πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις μετακόμισαν από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο, στο ότι διέμεναν για κάποιο χρονικό διάστημα με την οικογένεια του Κατηγορούμενου, στις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και στο πως, πότε και γιατί, τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8, διέκοψαν την φοίτηση τους στο σχολείο. Επί τούτου ανέφερε πως η μεν Παραπονούμενη, είχε επιδείξει ενδιαφέρον να εργάζεται με παιδιά, οπότε διευθετήθηκε η παρακολούθηση μαθημάτων στο ιδιωτικό σχολείο που εργαζόταν η Μ.Υ.4, με προοπτική να εργοδοτηθεί εκεί και ο δε Μ.Κ.8, είχε παρακολουθήσει μαθήματα γραφιστικής που τον ενδιέφεραν, τα οποία δεν ολοκλήρωσε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος εν τέλει.
Αναφέρθηκε περαιτέρω στη σχέση του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, στο πώς ο ίδιος γνώρισε τον Μ.Κ.7 και τι είχε μάθει για τον χαρακτήρα του από την Μ.Υ.6 αλλά και από τα όσα απεκόμισε ο ίδιος, όταν τον συνάντησε για πρώτη φορά στην Κύπρο. Σε σχέση με τον Μ.Κ.9 και την Μ.Κ.4 αποτέλεσε θέση του πως τους συνάντησε στο σπίτι του Κατηγορούμενου την ημέρα που συνελήφθη ο τελευταίος και πως αργότερα, ο Μ.Κ.9 του ζήτησε και έδωσε κατάθεση τηλεφωνικά, την οποία ποτέ δεν υπέγραψε, παρά τις προσπάθειες που ο ίδιος κατέβαλε για να επικοινωνήσει ξανά μαζί του. Την Μ.Κ.4 τη συνάντησε ξανά στο γραφείο της, όταν μετέφεραν την Μ.Υ.6 και την μικρότερη κόρη τους με τον Κατηγορούμενο, για σκοπούς αξιολόγησης της τελευταίας. Ανέφερε περαιτέρω, πως κατά την διάρκεια που ο Κατηγορούμενος κρατείτο ως υπόδικος για την παρούσα, η Μ.Υ.6 του είχε αποστείλει ηλεκτρονικά μηνύματα, ζητώντας του να τα προωθήσει στον δικηγόρο του Κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήρια 23, 24). Όταν δε αφέθηκε ελεύθερος ο Κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο, ενημερώθηκαν από τη Μ.Υ.6 πως η Μ.Κ.4 επικοινώνησε μαζί της και της είπε πως εάν επέτρεπε στον Κατηγορούμενο να επιστρέψει στο σπίτι, θα είχε πρόβλημα με το γραφείο ευημερίας σε ό,τι αφορά την επιμέλεια της μικρότερης τους κόρης, έτσι ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι και διέμενε μαζί του και με την Μ.Υ.4, έχοντας για κάποιο χρονικό διάστημα, επαφή με την Μ.Υ.6 και το μικρότερο παιδί, μέχρι που η Μ.Υ.6 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο, να της υπογράψει συγκατάθεση για να μπορεί να επιστρέψει με το παιδί στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι το οποίο ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε, με αποτέλεσμα από τότε να μην επιτρέπει στον τελευταίο, όπως και σε όλη την οικογένεια να έχουν επαφή με το παιδί και να μην την έχουν ξαναδεί από τότε.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με τις αναφορές του ότι πιέστηκε από τον Μ.Κ.9 να δώσει κατάθεση από το τηλέφωνο, την οποία δεν υπέγραψε εξαιτίας μη ανταπόκρισης του Μ.Κ.9, για να του υποβληθεί πως δεν υπεγράφη εξ υπαιτιότητος δικής του. Υπεβλήθη επίσης στον Μ.Υ.2 πως τα όσα ανέφερε και τα όσα καταγράφονται στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23 και 24, τα οποία πράγματι αποστάλθηκαν από την Μ.Υ.6 δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και πως πρόκειται για κατασκεύασμα του ίδιου και της Μ.Υ.4 για να βοηθήσουν τον Κατηγορούμενο και να επιρρίψουν ευθύνες στη Μ.Κ.4 ώστε να πληγεί η αξιοπιστία της. Επί τούτου, ερωτήθηκε για ποιο λόγο τα εν λόγω μηνύματα, δεν απεστάλησαν κατευθείαν στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου και αντ’ αυτού απεστάλησαν στον ίδιο με σκοπό να τα προωθήσει στον δικηγόρο. Αποτέλεσε θέση του Μ.Υ.2 πως ενόψει του ότι ο ίδιος και η Μ.Υ.4 είχαν τακτική και κατευθείαν επικοινωνία με τον δικηγόρο, η Μ.Υ.6 το θεώρησε πιο εύκολο, να τους τα προωθήσει, ώστε με τη σειρά τους να τα προωθήσουν στον εν λόγω δικηγόρο. Τέλος, υπεβλήθη στον μάρτυρα πως ούτε τα όσα ανέφερε σε σχέση με την Μ.Κ.4 και τον Μ.Κ.7 ανταποκρίνονται στην αλήθεια καθ’ ότι με την Μ.Κ.4 δεν είχαν ποτέ καμμιά κατ’ ιδίαν επικοινωνία ενώ σε σχέση με τον Μ.Κ.7 όσα αναφέρθηκαν ήταν προιόν προκατειλημμένης αντίληψης που είχαν, απ’ όσα τους ανέφερε ο Κατηγορούμενος.
Η Μ.Υ.3, γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο, κατέθεσε ως Τεκμήριο 26, ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου, από αποστολέα με το όνομα S.C., πρόσωπο το οποίο δεν συνάντησε ποτέ, όπως ούτε και τον Κατηγορούμενο. H αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος, περιορίστηκε στο κατά πόσον ήταν σε θέση η ίδια να γνωρίζει ποιος ήταν ο συντάκτης, του εν λόγω Τεκμηρίου 26.
Η Μ.Υ.4, μητέρα του Κατηγορούμενου, κατά την κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στην μετακόμιση της οικογένειας στην Κύπρο το 2012, στο πού διέμεναν ο Κατηγορούμενος μαζί με την Μ.Υ.6, την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, μέχρι και το σημείο που αγόρασαν το σπίτι στο οποίο διέμεναν στις Βρυσούλες, περιγράφοντας περαιτέρω τη διαρρύθμιση που είχε το εν λόγω σπίτι. Αναφέρθηκε επίσης στη σχέση που είχε η οικογένεια της ίδιας με αυτήν του Κατηγορούμενου, στο πώς, πότε και γιατί, τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8, διέκοψαν τη φοίτηση τους στο σχολείο, καθώς και τη συμπεριφορά που είχαν η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 απ’ όταν τους γνώρισε, την οποία χαρακτήρισε για αμφότερα τα πιο πάνω πρόσωπα ως προβληματική, παραπέμποντας σε διάφορα περιστατικά που ως ανέφερε επεσυνέβησαν όταν ήταν μικρότεροι. Σε σχέση με την Παραπονούμενη, ανέφερε πως ενόψει του ότι είχε επιδείξει ενδιαφέρον να εργάζεται με παιδιά, της πρότεινε να παρακολουθήσει κάποια μαθήματα στο σχολείο όπου η ίδια εργαζόταν ως διευθύντρια, έτσι ώστε να μπορεί μετέπειτα να εργοδοτηθεί εκεί. Σε σχέση με τον Μ.Κ.7, ανέφερε πως παρότι δεν τον γνωρίζει και δεν τον έχει συναντήσει ποτέ, με βάση αυτά που η Μ.Υ.6 της ανέφερε κατά καιρούς, δεν άκουσε καλά πράγματα, μεταφέροντας επιμέρους αναφορές της Μ.Υ.6 σε σχέση με το πιο πάνω πρόσωπο. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ως ανέφερε δεν έδωσε κατάθεση και τούτο παρά τις προσπάθειες της ίδιας και του συζύγου της, προσπάθειες οι οποίες δεν επιτεύχθηκαν διότι όταν κατάφεραν εν τέλει να επικοινωνήσουν με τον Μ.Κ.9 για τον παραπάνω σκοπό, τους είχε αναφέρει πως ήταν ήδη αργά. Επ’ αυτού, αναγνώρισε το τεκμήριο 25, ως το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλαν η ίδια και ο Μ.Υ.2 στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου, διαμαρτυρόμενοι για τα πιο πάνω. Αποτέλεσε θέση της πως εξ όσων η Μ.Υ.6 της είπε, ο Μ.Κ.7 βρισκόταν σε επικοινωνία με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, μέχρι να κατασκευάσει την καταγγελία που αφορά η παρούσα και να κατορθώσει να τους πάρει μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και έπραξε, για να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο.
Αντεξετάστηκε, ως προς τον λόγο που επέλεξε να αναφέρει στην κυρίως εξέταση της, πως ο Μ.Κ.8 είχε δικά του κλειδιά, της εξώπορτας του υπνοδωματίου του, χωρίς να ερωτηθεί επ’ αυτού. Επιπλέον, για ποιο λόγο, ενώ διαπίστωσε ως η αναφορά της ότι τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8 είχαν από μικρή ηλικία, προβληματική συμπεριφορά, δεν παρέπεμψε την Μ.Υ.6 ή και τους ίδιους, σε οποιονδήποτε επαγγελματία ειδικό, λαμβανομένης υπόψη της εκπαιδευτικής κατάρτισης της. Ερωτήθηκε επίσης, εάν τα όσα ανέφερε σε σχέση με τους λόγους που η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 διέκοψαν την φοίτηση τους σε σχολείο, ή τον χαρακτήρα και βίο του Μ.Κ.7, ήταν κατόπιν ιδίας γνώσης ή ήταν αυτά που της ανέφερε ο Κατηγορούμενος, για να της υποβληθεί πως τίποτα εκ των όσων ανέφερε, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Η Μ.Υ.5, γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε ως Τεκμήρια 27, 28 και 29 ηλεκτρονικά μηνύματα που έλαβε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου. H αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος, περιορίστηκε στο κατά πόσον η ίδια είναι σε θέση να γνωρίζει ποιος ήταν ο συντάκτης και αποστολέας των εν λόγω τεκμηρίων.
Η Μ.Υ.6, είναι η μητέρα της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8. Κλήθηκε προς αντεξέταση, σε σχέση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23, 24, 26-29 (συμπεριλαμβανομένων), δυνάμει των προνοιών του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, οπότε η μαρτυρία της περιορίστηκε επί του περιεχομένου των πιο πάνω τεκμηρίων. Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο είναι πράγματι η αποστολέας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που περιέχονται στα τεκμήρια 23, 24 και 26-29, υπό ποιες περιστάσεις αποστάλθηκαν και γιατί αποστάλθηκαν πρώτα στους Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4, αντί του δικηγόρου του Κατηγορούμενου και εάν τα όσα περιέχονται στα ηλεκτρονικά μηνύματα, ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αντεξετάστηκε περαιτέρω, ως προς τους λόγους που την οδήγησαν να αποστέλλει ηλεκτρονικά μηνύματα, με περιεχόμενο που ως η ίδια ανέφερε, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, κατά πόσον ήταν εις γνώση της πως ο Κατηγορούμενος ήλεγχε το σώμα της Παραπονούμενης, χωρίς η τελευταία να φορά ρούχα πλην του εσωρούχου της, εάν ο Κατηγορούμενος προσφέρθηκε να της δείξει τις φωτογραφίες της Παραπονούμενης καθώς και εάν θεωρεί πως, με βάση τα όσα ο ίδιος της είχε αναφέρει επί των πιο πάνω, την παραπλάνησε. Σε σχέση με τις εν λόγω φωτογραφίες, αντεξετάστηκε ως προς τον λόγο, που ενώ κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως δεν είχε γνώση του ότι ο Κατηγορούμενος λάμβανε γυμνές φωτογραφίες της Παραπονούμενης, στο τεκμήριο 23, υπάρχει αναφορά της γι΄ αυτές. Περιπλέον των πιο πάνω, ερωτήθηκε για ποιο λόγο, στο Τεκμήριο 29 η ίδια εκφράζει την επιθυμία να μην προωθήσει την υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του Κατηγορουμένου για άσκηση ενδοοικογενειακής βίας και κατά πόσο ο Κατηγορούμενος, κακοποιούσε την ίδια, παρά τα όσα αναφέρει στο εν λόγω τεκμήριο.
3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[4].
3.1 . Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, Μ.Κ.9)
Αρχίζοντας από τους αστυνομικούς που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση (M.K.1, M.K.2, M.K.3, M.K.5 και Μ.Κ.9), πρέπει να πούμε ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν γνώριζαν οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για ανεξάρτητους μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκαν τα πράγματα και περιέγραψαν πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξης τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Εν γένει η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Εξάλλου μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί δεν αμφισβητήθηκε. Η δε βασιμότητα των όσων ανέφεραν επιβεβαιώνεται και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή και προφορική.
Ως προς τη λήψη του παραπόνου για την έναρξη της διερεύνησης, σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Μ.Κ.9, ο οποίος ανέφερε ότι είχε σταλεί αναφορά από το ΤΑΕ Αμμοχώστου στην οποία αναφερόταν ότι κάποιο πρόσωπο με το όνομα «Jadelynne» έστειλε email στον οργανισμό «Cyprus Stop Trafficking», στο οποίο ανέφερε ότι είχε μια φίλη στο χωριό Βρυσούλες η οποία κακοποιείτο από τον θετό της πατέρα, ότι ο θετός πατέρας κακοποιούσε σεξουαλικά και τη μικρότερη της αδελφή, ηλικίας 16 ετών, ότι χτυπούσε και τη μητέρα της και ότι ζητούσε βοήθεια για να μεταφερθούν σε άλλο χώρο, μέχρι ο βιολογικός τους πατέρας να έρθει για να τους βοηθήσει. Αναφερόταν επίσης ότι η μητέρα είχε ακόμα ένα παιδί με τον θετό πατέρα και ότι φοβούνταν να φύγουν από το σπίτι.
Η θέση αυτή του μάρτυρα περί ενός προσώπου με το όνομα
Jadelynne που απέστειλε σχετική αλληλογραφία, βέβαια συνάδει με την επίσης αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.8 (αδελφού της Παραπονούμενης), ο οποίος ανέφερε ότι είχε διαδικτυακή συνομιλία με φίλη του στις Η.Π.Α. την οποία δεν συνάντησε ποτέ, και με την οποία συνομιλούσε μόνο διαδικτυακά, την οποία έλεγαν Jadelynne και στην οποία ανέφερε όλα όσα συνέβαιναν και τα οποία εξιστορεί στην κατάθεση του, μεταξύ των οποίων και τις σεξουαλικές αναφορές της Παραπονούμενης προς τον ίδιο που αφορούσαν τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω αναφέρει ότι η Jadelynne του ανέφερε πως θα έψαχνε διάφορους οργανισμούς που μπορούσαν να βοηθήσουν, ότι απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα και ότι ένας από αυτούς απέστειλε το μήνυμα στην αστυνομία της Κύπρου.
Βέβαια ό,τι εντοπίζει εύκολα κάποιος είναι πως στην αλληλογραφία η Jadelynne κάνει λόγο για φίλη της, που κακοποιείτο (καθώς και την αδελφή της φίλης της, ηλικίας 16 ετών) ενώ ο M.K.8 που είχε τις συνομιλίες μαζί της είναι γένους αρσενικού. Όμως η αναφορά της Jadelynne (με την οποία ο Μ.Κ.8 τονίζουμε πως απλά μιλούσε διαδικτυακά και δεν τη συνάντησε ποτέ), σε φίλη της γένους θηλυκού και όχι αρσενικού, δεν θεωρούμε πως δημιουργεί ρήγμα στην εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ως ήταν εν πολλοίς η θέση της υπεράσπισης. Και τούτο εφόσον δεν πρέπει να διαλανθάνει την προσοχή πως ο Μ.Κ.8, ως κατά κόρον ακούστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας καίτοι αγόρι παρουσιάζει τον εαυτό του ως κορίτσι. Μάλιστα η Παραπονούμενη κατά τη μαρτυρία της είχε και η ίδια αναφερθεί σε αυτόν ως “she”. Επομένως υπό το φως της ανωτέρω παραμέτρου, αλλά και του ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.8 ως θα διαφανεί ανωτέρω πέραν από τις σεξουαλικές αναφορές της Παραπονούμενης τις οποίες μετέφερε, ισχυρίστηκε πως ο Κατηγορούμενος ήταν κακοποιητικός και έναντι του (όχι όμως με σεξουαλική έννοια), θεωρούμε πως η μαρτυρία του Μ.Κ.9 σε σχέση με το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος από την Jadelynne, συνάδει με τα όσα ο Μ.Κ.8 ανέφερε, χωρίς ωστόσο στο στάδιο αυτό να μπορούμε να αποφασίσουμε οτιδήποτε για τη γνησιότητα ή ορθότητα των καταγγελόμενων γεγονότων.
Απλά σημειώνουμε πως με δεδομένο πως δεν αμφισβητείται πως η αστυνομία έλαβε τη σχετική αλληλογραφία ως ο Μ.Κ.9 ανέφερε, οδηγούμαστε στο ότι αυτή πράγματι εδράζετο σε επικοινωνία που είχε ο Μ.Κ.8 με το εν λόγω πρόσωπο στο εξωτερικό, ανεξαρτήτως αν το περιεχόμενο, ως ήδη αναφέραμε, είναι ή όχι βάσιμο, κάτι το οποίο βέβαια δεν μπορεί να κριθεί στο στάδιο αυτό.
Σύμφωνα δε με την επίσης αναντίλεκτη αναφορά του Μ.Κ.9, με τη λήψη της εν λόγω αναφοράς ενημερώθηκε το ΤΑΕ Αμμοχώστου και είχε γίνει συνάντηση στο σπίτι που αναφερόταν όπου έγιναν εξατομικευμένες συναντήσεις με τα παιδιά, αλλά χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε επιλήψιμο. Σε συνοχή με τα όσα ο Μ.Κ.9 ανέφερε, και ο Μ.Κ.2 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί πως στις 4.6.22 ενώ βρισκόταν καθήκον στο Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Αμμοχώστου, έλαβε οδηγίες όπως μεταβεί στην οικία του Κατηγορούμενου με τον Λοχ. 1589, για να εξεταστεί το ενδεχόμενο να διαπράττεται στην οικία οποιοδήποτε αδίκημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα τους, πράγμα το οποίο έπραξαν. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι μεταβαίνοντας εκεί είχαν μια συζήτηση με όλη την οικογένεια καθώς και εξατομικευμένες συναντήσεις με κάθε μέλος ξεχωριστά στο πλαίσιο των οποίων τους εξήγησαν τον ρόλο του συγκεκριμένου κλιμακίου και τους ανέφεραν πως εάν συμβαίνει οτιδήποτε το οποίο τους ενοχλεί ή τους προβληματίζει είναι στη διάθεση τους για να μιλήσουν, ενώ επίσης τους εξήγησαν πού είναι τα γραφεία τους λέγοντας τους πως ακόμα και αν τη στιγμή εκείνη δεν επιθυμούσαν να μιλήσουν, θα μπορούσαν να το πράξουν αργότερα, μεταβαίνοντας στα γραφεία, θέλοντας έτσι να τους δώσουν να καταλάβουν πως μπορούν να μιλήσουν και να ζητήσουν βοήθεια αν την χρειάζονται. Ως δε ειλικρινώς ανέφερε, τη δεδομένη μέρα δεν εντόπισαν οτιδήποτε επιλήψιμο κατά την επίσκεψή τους, κάτι το οποίο συνάδει και με τη θέση του Μ.Κ.9 πως αρχικά δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε επιλήψιμο στην οικία.
Αποδεχόμαστε τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα, όπως και το ότι σύμφωνα με τον Μ.Κ.9, τη συνάντηση αυτή ακολούθησαν άλλες συναντήσεις της λειτουργού από το Σπίτι του Παιδιού (Μ.Κ.4), που ήταν η εντεταλμένη λειτουργός της συγκεκριμένης περίπτωσης και στις 16.6.24 λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη και άρχισε ουσιαστικά η διερεύνηση.
Εν σχέσει τώρα με τη Μ.Κ.4, πρέπει να πούμε εκ προοιμίου πως δεν γνώριζε οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση ούτε και διαφάνηκε να είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της, έτσι ώστε να έχει και ανάλογο κίνητρο να παραποιήσει γεγονότα υπέρ της πλευράς της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου, ή να μεροληπτεί εναντίον του τελευταίου ως ήταν εν πολλοίς η εισήγηση της υπεράσπισης. Εξάλλου η ίδια εξήγησε με λεπτομέρεια τον ρόλο ενός κοινωνικού λειτουργού στο πλαίσιο τέτοιων υποθέσεων γενικότερα αλλά και συγκεκριμένα στο πλαίσιο της παρούσας, χωρίς να διαπιστώνουμε η ίδια να ξέφυγε, εν προκειμένω, από το πλαίσιο του συγκεκριμένου ρόλου που είχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ένας κοινωνικός λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού δέχεται αναφορές για σεξουαλικές κακοποιήσεις ανήλικων (παιδιών), ακολούθως γίνεται ανάθεση της κάθε περίπτωσης σε αρμόδιο λειτουργό ο οποίος θα ενημερώσει σχετικά την οικογένεια για την αναφορά και θα διενεργήσει με την αστυνομία τις διαδικασίες ποινικής διερεύνησης, με τον ρόλο του να περιορίζεται στο να διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες γίνονται με τρόπο φιλικό προς τα παιδιά αλλά και στο να παρέχει στήριξη στην οικογένεια είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία τις λοιπές αρμόδιες υπηρεσίες [5].
Η μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα και προθυμία στις ερωτήσεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Παρέμεινε σταθερή στα όσα κατέθεσε χωρίς να περιπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις δυνάμενες να κλονίσουν τη μαρτυρία της. Μαρτυρία η οποία, διαπνέετο έντονα από το στοιχείο της αντικειμενικότητας αφού η μάρτυρας δε δίσταζε να αναφέρει στο πλαίσιο των απαντήσεων της πως η ίδια, εν σχέσει με τα γεγονότα, το μόνο που γνώριζε ήταν οι αναφορές που έλαβε, χωρίς ωστόσο να μπορεί να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τα γεγονότα που της λέγονταν, αφού η ίδια δεν είχε άμεση γνώση ως προς τα πρωτογενή γεγονότα. Κάτι το οποίο είναι απόλυτα εύλογο και ορθό. Εξ ου και εμείς εν σχέσει με το τι της είχε αναφερθεί και τι η ίδια εντόπισε, δεν βρίσκουμε λόγο να μην αποδεχθούμε τη μαρτυρία της ότι πράγματι περιήλθαν στην αντίληψη της οι συγκεκριμένες αναφορές ή ότι η ίδια διαπίστωσε συγκεκριμένα δεδομένα κάποια εκ των οποίων τη θορύβησαν ή της προκάλεσαν προβληματισμό για συγκεκριμένους λόγους. Χωρίς ωστόσο, και το τονίζουμε αυτό, να μπορούμε εμείς από το στάδιο αυτό να αποφανθούμε αν οι αναφορές αυτές έχουν πραγματική υπόσταση ή αν τα συμπεράσματα της στη βάση των όσων αντιλήφθηκε είναι ορθά.
Το ουσιώδες από τη μαρτυρία της είναι πως και αυτή η μάρτυρας ανέφερε χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί ότι τον Ιούνιο του 2022 είχαν λάβει μια αναφορά η οποία παραπέμφθηκε κοντά τους από το αρχηγείο αστυνομίας η οποία αναφερόταν σε μια ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε ληφθεί από το «Cyprus Stop Trafficking», όπου ένα πρόσωπο ζητούσε βοήθεια και αναφερόταν σε σεξουαλική κακοποίηση και ενδοοικογενειακή βία γενικότερα, οπόταν οι ίδιοι κλήθηκαν να επισκεφθούν τα παιδιά της οικογένειας. Στην αναφορά αναφερόταν ότι η 16χρονη ανήλικη κακοποιείτο σεξουαλικά και ότι στο σπίτι υπήρχε ακόμα ένας ενήλικας που ήταν κλεισμένος στο σπίτι για αρκετά χρόνια χωρίς να του δίνεται άδεια να βγαίνει από το σπίτι και ακόμα ένα παιδί δημοτικής ηλικίας.
Σύμφωνα πάντα με την Μ.Κ.4, έλαβαν τα στοιχεία της οικίας και των παιδιών από την Αστυνομία και ακολούθως διενήργησαν έρευνα μέσω του Υπουργείου Παιδείας με όσα στοιχεία είχαν και εντόπισαν τη μικρότερη κόρη του Κατηγορούμενου Ε.Α., όπου ξεκίνησαν να επισκέπτονται το σχολείο της για να ρωτήσουν και να διαπιστώσουν τις συνθήκες που επικρατούσαν στο εν λόγω σπίτι. Με ειλικρίνεια ανέφερε και αποδεχόμαστε πως οι συναντήσεις με την Ε.Α. δε δημιουργούσαν οποιοδήποτε προβληματισμό αφού επρόκειτο για άριστη μαθήτρια, πολύ καλά περιποιημένη, χωρίς να αναφέρεται σε οτιδήποτε που να προκαλούσε ανησυχία. Με δεδομένο δε πως η ανήλικη 16χρονη φαινόταν να είχε φοιτήσει μόνο μέχρι την Γ’ Γυμνασίου και δεν φαινόταν εγγραφή οπουδήποτε μετέπειτα ενώ και ο ενήλικας αδελφός της φαινόταν να διέκοψε τη φοίτηση του στο Γυμνάσιο (χωρίς να ενθυμείται για να προσδιορίσει την τάξη), ήταν η θέση της, την οποία αποδεχόμαστε, πως κρίθηκε σκόπιμο να κληθεί η οικογένεια να προσέλθει στο γραφείο τους για συνάντηση, την οποία ακολούθησε δεύτερη ενώ στη συνέχεια και αφού μεσολάβησε επικοινωνία με τον Μ.Κ.7 (βιολογικό πατέρα της Παραπονούμενης), έγινε επίσκεψη στην οικία και στις 16.6.24 η Παραπονούμενη έδωσε την οπτικογραφημένη της κατάθεση.
Ως προς την πρώτη συνάντηση ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι πράγματι η ανήλικη προσήλθε στα γραφεία τους στη Λάρνακα συνοδευόμενη από τη μητέρα της (Μ.Υ.6) και τον Κατηγορούμενο, όπου η ίδια (Μ.Κ.4), είχε εξατομικευμένη συνάντηση με την ίδια και τη μητέρα της. Σε σχέση με την Παραπονούμενη, ανέφερε πως της δημιούργησε προβληματισμό η αμυντική στάση που τηρούσε, το ότι ανέφερε πως την ανάγκασαν να σταματήσει από το σχολείο λέγοντας πως η γιαγιά της είναι διευθύντρια ιδιωτικού σχολείου, οπόταν είχε πει στην ανήλικη πως με το να πάει δύο χρόνια εθελοντικά θα γινόταν υποδιευθύντρια και θα βοηθούσε τη γιαγιά της. Επίσης προβληματισμό της δημιούργησε το ότι σε ερωτήσεις για τις φίλες της ή για δραστηριότητες, δεν μπορούσε να αναπτύξει περισσότερο και έλεγε ότι δεν είχε φίλες, ανέφερε ως δραστηριότητα το «Jumbo», χωρίς να ξέρει τι είναι ενώ παρουσίαζε την οικογένεια της σαν μια ισορροπημένη οικογένεια χωρίς κανένα παράπονο κάτι το οποίο επίσης θεωρήθηκε ως αφύσικο, αφού συνήθως οι έφηβοι έχουν έστω κάποιο μικρό παράπονο από τους γονείς τους. Η γενικότερη στάση της δε, παρέπεμπε σε ενήλικα[6] ή εν πάση περιπτώσει παρέπεμπε σε παιδί μεγαλύτερης ηλικίας, οπόταν ξεκίνησαν να προβληματίζονται, έτσι την ξανακάλεσαν στο γραφείο τους όπου πάλι προσήλθε συνοδευόμενη από τη Μ.Υ.6 (μητέρα της) και τον Κατηγορούμενο, οπόταν και κρατούσε πάλι την ίδια στάση. Αποδεχόμαστε ότι πράγματι της δημιουργήθηκαν οι πιο πάνω προβληματισμοί, αφού ως ήδη υποδείξαμε δεν εντοπίζουμε οιοδήποτε κίνητρο για να μας μεταφέρει άλλη εικόνα από αυτήν την οποία η ίδια απεκόμισε. Χωρίς ωστόσο να μπορούμε στο στάδιο αυτό, εκ των αναφορών της αυτών και μόνο, να εξαγάγουμε οποιαδήποτε συμπεράσματα επί των καίριων επίδικων ζητημάτων.
Κατά τη δεύτερη συνάντηση, η Μ.Κ.4 με ειλικρίνεια ανέφερε πως είχε πει στην Παραπονούμενη πως είχαν τη συγκεκριμένη πληροφορία και ότι ήθελαν να δουν τι γίνεται, όμως και πάλιν η ανήλικη αρνήθηκε ότι γινόταν οτιδήποτε. Όταν δε ρωτήθηκε αν μπορεί να μοιραστεί την πληροφορία με τη μητέρα της, η ίδια αρνήθηκε και δεν ήθελε να αναφέρει οτιδήποτε στη μητέρα της. Την ίδια μέρα είχε συνάντηση και με την Μ.Υ.6 η οποία επίσης δεν αναφέρθηκε σε οτιδήποτε συνέβαινε στο σπίτι και παρουσίασε μια ωραιοποιημένη κατάσταση χωρίς καμμιά δυσκολία. Η υπεράσπιση βέβαια αμφισβήτησε τη θέση της Μ.Κ.4, πως δεν γνώριζε τίποτε μέχρι το χρόνο που έδωσε κατάθεση η Παραπονούμενη, όμως αφενός δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο που είχε η Μ.Κ.4 να ψευσθεί για το ζήτημα αυτό και αφετέρου κανένα στέρεο έρεισμα υπέδειξε η υπεράσπιση για την προώθηση αυτής της εισήγησης, την οποία αδυνατούμε, ως εκ των ανωτέρω, να αποδεχθούμε.
Η Μ.Κ.4 ανέφερε επίσης με φυσικότητα πως ο Κατηγορούμενος μετά τη δεύτερη συνάντηση μπήκε στο γραφείο της μάρτυρος και την επαινούσε για την εργασία της και την ευχαριστούσε που τους κάλεσε και επέμενε να μάθει ποιος είχε υποβάλει την καταγγελία, με την Μ.Κ.4 να αναφέρει πως επειδή ο ίδιος δεν γνώριζε πως αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση, αναφερόταν σε διάφορα γυναικεία ονόματα με τα οποία διατηρούσε κάποια σχέση που δεν γνώριζε η σύζυγος του. Επίσης για αρκετές μέρες δέχονταν πάρα πολλά τηλεφωνήματα από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ζητούσε να της μιλήσει ρωτώντας ξανά ποιος έκανε την καταγγελία και την μάρτυρα να του απαντά πως δεν μπορεί να αναφερθεί σε διαδικασίες που αφορούν την αστυνομία και τον παρέπεμπε κάθε φορά να μιλήσει με την αστυνομία. Τα πιο πάνω βέβαια όπως και άλλες αναφορές της μάρτυρος (αναφορά στις οποίες γίνεται πιο κάτω), δεν έχουμε πειστεί πως είχε λόγο να τις αναφέρει εάν πράγματι δεν της είχαν λεχθεί. Παρενθετικά σημειώνουμε εδώ βέβαια ότι από την εμφανή ανησυχία του Κατηγορούμενου (ως προκύπτει από τα αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα και ερωτήσεις προς τη Μ.Κ.4), στο στάδιο αυτό δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα, αφού για αυτήν μπορεί να υπάρχει και κάποια αθώα εξήγηση.
Επομένως και για τον ίδιο λόγο ουσιαστικά αποδεχόμαστε και τη θέση της Μ.Κ.4 ότι μετά τη δεύτερη αυτή συνάντηση, δέχθηκε τηλεφώνημα από συγκεκριμένο δικηγόρο (τον Σ.Τ.) που εργάζεται στο «Generation of Change», ένα οργανισμό που στηρίζει ευάλωτα άτομα, ο οποίος της ανέφερε ότι εδώ και κάποιο διάστημα διατηρούσε επικοινωνία με τον Μ.Κ.8 (αδελφό της Παραπονούμενης), τον οποίο στήριζαν για αρκετό καιρό και ότι μαζί με την πρεσβεία της Αγγλίας έκαναν ενέργειες για να τον διασυνδέσουν με τον βιολογικό του πατέρα, για τον οποίο ο Κατηγορούμενος τους είχε αναφέρει πως απεβίωσε οκτώ έτη προηγουμένως.
Οπόταν σε συνεργασία με την πρεσβεία και τον ως άνω οργανισμό ήρθε ο Μ.Κ.7 στην Κύπρο και διευθετήθηκε συνάντηση τους μαζί του, την επόμενη μέρα (σελ. 8 πρακτικά 12.12.24). Κατά την εν λόγω συνάντηση που είχε με τον πατέρα, ο τελευταίος της ανέφερε για την επανασύνδεση που έγινε με τον γιο του μετά από 8 χρόνια, ότι ο γιος του του ανέφερε πως τον έψαξαν στη συγκεκριμένη φάση επειδή ο Κατηγορούμενος είχε πει στην Παραπονούμενη ότι στα 16 της έτη θα μπορούσε να έχει ελεύθερη σεξουαλική επαφή και η αναφορά που έλαβαν ήταν λίγες μέρες πριν τα 16α γενέθλια της ανήλικης, στοιχείο που ως ανέφερε τους ταρακούνησε. Ο Μ.Κ.7 της ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με τα όσα του είχε αναφέρει ο γιος του τα τελευταία χρόνια ο Κατηγορούμενος τους είχε κλεισμένους στο σπίτι, δεν τους άφηνε να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, σε δραστηριότητες, δεν τους έπαιρνε σε γιατρούς, αναφέρθηκε σε ψυχολογική βία και επίσης της έβαλε να ακούσει ένα ηχητικό στο οποίο ο Κατηγορούμενος αναφέρει στην Παραπονούμενη να βγάλει τα ρούχα της και να κάνει διάφορες πόζες αναφέροντας ότι κοίταζε για χαρακιές, επειδή για κάποιο διάστημα χαρακωνόταν η ανήλικη, η ανήλικη είχε αίμα, την ρωτούσε από που προήλθε, αν ήταν από την περίοδο της και αν ξυρίστηκε. Παρεμβάλλουμε εδώ πως δεν έχουμε λόγο να μην αποδεχθούμε τη θέση της Μ.Κ.4 ως προς τα όσα ανέφερε πως της διηγήθηκε ο Μ.Κ.7, αφού πέραν του ότι επρόκειτο για μάρτυρα που δεν είχε λόγο ως διαπιστώσαμε, να παραποιήσει τα γεγονότα, εν πάση περιπτώσει τα όσα μετέφερε ως αναφορές του Μ.Κ.7, συνάδουν, ως θα διαφανεί και πιο κάτω, με θέσεις που προώθησε ο τελευταίος κατά τη μαρτυρία του. Χωρίς βεβαίως και πάλιν στο στάδιο αυτό να μπορούμε να αποδεχθούμε τις αναφορές αυτές ως ορθές στην ουσία τους.
Μετά τη συνάντηση αυτή που έλαβε χώρα στις 15.6.22, ενημέρωσε την αστυνομία και αφού πήρε τηλέφωνο και υπήρξε συγκατάθεση μετέβη για επίσκεψη στην οικία, ενέργεια η οποία δεν αμφισβητήθηκε και την οποία επίσης αποδεχόμαστε. Εκεί ανέφερε πως διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πόρτα στο δωμάτιο της Παραπονούμενης και ότι στου Μ.Κ.8 ήταν γυάλινη, στοιχεία εύλογα την οδήγησαν να αναφέρει ότι επομένως δεν υπήρχε ιδιωτικότητα. Για την πόρτα μάλιστα στο υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης, πειστικά ανέφερε πως δεν υπήρχε λόγος εργονομικός για να μην υπάρχει πόρτα, αφού όταν θα μετέβαινε στο σπίτι τους, τους κάλεσε απρογραμμάτιστα και τους ανέφερε ότι ευρίσκεται κοντά και αν είναι εντάξει να τους επισκεφθεί και εκεί δεν εντόπισε οτιδήποτε π.χ. έπιπλο ή άλλο λόγο που να εμπόδιζε το να υπάρχει εκεί πόρτα. Και εξάλλου ανέφερε πως και στο δωμάτιο του Μ.Κ.8 η πόρτα που υπήρχε ήταν γυάλινη, κατά τρόπο που ήταν πλήρως ορατό το τι συνέβαινε στο δωμάτιο του, αποστερώντας του κάθε ίχνος ιδιωτικότητας. Βέβαια είναι γεγονός πως ο Μ.Κ.8 δεν ερωτήθηκε και δεν ανέφερε οτιδήποτε εν σχέσει με την πόρτα του υπνοδωματίου του. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως ψεύδετο η Μ.Κ.4 επί τούτου, ως ήταν εν πολλοίς η εισήγηση της υπεράσπισης, η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν αντεξέτασε ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε τέτοια θέση στον Μ.Κ.8 για να τοποθετηθεί. Το γεγονός δε πως υπήρχε πρόσβαση στο δωμάτιο του Μ.Κ.8 από το εξωτερικό του σπιτιού, δε σημαίνει βέβαια πως η εσωτερική πόρτα που περιέγραψε η Μ.Κ.4 δεν ήταν γυάλινη, ως ήταν η εισήγηση που προώθησε ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του.
Πέραν του ζητήματος της ιδιωτικότητας ανέφερε πως παρά το ότι εισήλθε στο σπίτι, η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 κάθονταν στα γραφεία τους και κοίταζαν τον τοίχο χωρίς καν να χαιρετίσουν την μάρτυρα. Οπόταν όλα αυτά δημιουργούσαν στην ομάδα που μετέβη στο μέρος μια ανησυχία, θέση την οποία αποδεχόμαστε αφού μαρτυρείται και από το ότι ενημέρωσαν τον Κατηγορούμενο ότι την επόμενη μέρα θα έπρεπε να μεταβούν στο Σπίτι του Παιδιού για συνάντηση με την αστυνομία. Κάτι το οποίο πράγματι έγινε, αφού την επομένη, 16.6.22, λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης στο Σπίτι του Παιδιού, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Και τούτο χωρίς στο στάδιο εκείνο, ως ήδη έχουμε αποδεχθεί, η Μ.Κ.4 να γνωρίζει τι θα έλεγε η Παραπονούμενη στην κατάθεση της, αφού δεν της είχε μιλήσει προηγουμένως για οτιδήποτε συνέβαινε στην κατοικία της ούτε της είπε ότι αυτοτραυματιζόταν, κάτι το οποίο έμαθε από τον βιολογικό πατέρα και από το ηχητικό, αφού κατά τις δύο προηγούμενες συναντήσεις της με την Παραπονούμενη αυτή παρουσίαζε ωραιοποιημένες καταστάσεις, ενώ με τον βιολογικό πατέρα η πρώτη συνάντηση έγινε στις 16.6.22. Εξ ου και αρνήθηκε ότι πίεσε την Παραπονούμενη να πει αυτά που είπε και ανέφερε πειστικά πως η ίδια άκουσε τα όσα είπε για πρώτη φορά στην οπτικογραφημένη κατάθεση. Και την πιστεύουμε, αφού ως ήδη εξηγήσαμε δεν εντοπίζουμε λόγο να ήθελε να κατασκευάσει μαρτυρία για να ενοχοποιήσει ψευδώς κάποιο πρόσωπο που της ήταν παντελώς άγνωστο.
Ως προς τις πιο πάνω αναφορές της Μ.Κ.4 σε γεγονότα, έχουμε ήδη επισημάνει πως αποδεχόμαστε πως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη της και πως η ίδια μας μετέφερε ειλικρινώς το τι αντελήφθη. Άλλωστε και η ίδια πουθενά δεν προσπάθησε να πείσει ότι οι αναφορές αυτές ήταν πράγματι αληθινές. Τουναντίον ήταν πολύ προσεκτική στο να τονίζει πως η ίδια δεν ήταν γνώστης γεγονότων και πως μετέφερε τα όσα της είχαν λεχθεί από τους εμπλεκόμενους αλλά με ειλικρίνεια ανέφερε πως ο Μ.Κ.7 της είχε αναφέρει ο ίδιος πως ασκούσε βία στην Μ.Υ.6 και έκανε χρήση ναρκωτικών 10 έτη προηγουμένως, γεγονότα που της ανέφερε αντιλαμβανόμενος τα λάθη που έκανε όσο ήταν στην Αγγλία. Ανέφερε πως δεν μπορούσε να γνωρίζει αν πράγματι ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.8 και την Παραπονούμενη πως ήταν νεκρός ο πατέρας τους αλλά ανέφερε πως ο πατέρας είχε κάνει καταγγελία για απαγωγή μετά τη φυγή της Μ.Υ.6 από την Αγγλία, οπόταν ήρθε στην Κύπρο ο Μ.Κ.7 και υπήρξε συννενόηση για να συνεχίσει απρόσκοπτα η επικοινωνία τους και παρά ταύτα όταν επέστρεψε στην Αγγλία άλλαξαν διεύθυνση και αριθμούς και εξαφανίστηκαν χωρίς να μπορεί να τους εντοπίσει. Σε υποβολή δε πως ο Κατηγορούμενος τους συντηρούσε και πως ήταν μια φυσιολογική οικογένεια, ανέφερε πως η ίδια γνωρίζει πως, σύμφωνα με τις αναφορές του Μ.Κ.8, ο τελευταίος εργαζόταν για τον Κατηγορούμενο λαμβάνοντας μόνο 20 ευρώ μηνιαίως και επανέλαβε πως τα όσα η ίδια ανέφερε πρόκειται για τις αναφορές των παιδιών. Ανέφερε πως το ότι τα παιδιά πιέστηκαν να σταματήσουν τη φοίτηση τους είναι αναφορές των παιδιών, ότι δεν είχε ενημέρωση ότι η Παραπονούμενη επισκεπόταν ακατάλληλες ιστοσελίδες και ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο επενέβη σε σχέση με το κινητό της ο Κατηγορούμενος και ότι όσον αφορά την παρακολούθηση μαθημάτων ανέφερε πως της έλεγε ο Κατηγορούμενος πως θα άρχιζε διαδικτυακά μαθήματα στην Αγγλία, τα οποία όμως ποτέ δεν ξεκίνησαν. Με την ίδια ειλικρίνεια ανέφερε πως δεν μπορεί να γνωρίζει γιατί έβγαζε τις φωτογραφίες ο Κατηγορούμενος, αποφεύγοντας έτσι να πάρει θέση για ένα ομολογουμένως καίριο ζήτημα.
Αρνήθηκε ότι υπέδειξε στην Μ.Υ.6 φωτογραφίες της Παραπονούμενης που ευρίσκοντο στο κινητό του Κατηγορούμενου, αφού όπως πειστικά εξήγησε δεν είχε πρόσβαση σε αυτές. Αρνήθηκε ακόμα πως της ανέφερε για εξωσυζυγικές σχέσεις του Κατηγορούμενου και πως προσπάθησε να δημιουργήσει αρνητικά συναισθήματα στην Μ.Υ.6 για τον Κατηγορούμενο, λέγοντας πως δεν ενεργούν με αυτό τον τρόπο στο πλαίσιο του προαναφερθέντος ρόλου τους και πως εστιάζουν στη στήριξη του παιδιού και της οικογένειας στο πλαίσιο της όλης διερεύνησης. Ως προς το ηχητικό μήνυμα, ειλικρινώς δεν απέκλεισε να το έδειξαν στην Μ.Υ.6 τα παιδιά της και πάντως επέμεινε πως δεν της το έδειξε η ίδια, αφού δεν είχε πρόσβαση σε αυτό, αποδεχόμενη όμως με ειλικρίνεια και σε πλήρη συνοχή με την κυρίως εξέταση της ότι της το έβαλε να το ακούσει ο Μ.Κ.7. Επέμεινε δε έντονα ότι άκουσε το ηχητικό και σε υποβολή πως λέει ψέματα για να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο αυθόρμητα γέλασε, αφού ως και εμείς διαπιστώσαμε, πράγματι δεν είχε λόγο να θέλει να ενοχοποιήσει άδικα τον Κατηγορούμενο τον οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως, ούτε θα άλλαζε κάτι στην όλη υπόθεση αν η Μ.Κ.4 είχε ακούσει ή όχι ένα ηχητικό που δεν παρουσιάστηκε καν στο Δικαστήριο.
Επίσης με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι η Μ.Υ.6 ήταν φίλη με την Α.Κ. (παιδική φίλη του Κατηγορούμενου) αλλά αρνήθηκε πως απείλησε την Μ.Υ.6 ότι αν πήγαινε στο Δικαστήριο τη μέρα της προσωποκράτησης θα είχε πρόβλημα με την μικρότερη της κόρη. Αρνήθηκε επικοινωνία με τους γονείς του Κατηγορούμενου ενώ επέμεινε πως έγινε σύσταση όχι από την ίδια προσωπικά αλλά από την πολυθεματική ομάδα που εξέτασε την περίπτωση της μικρότερης κόρης, όπως αυτή παρακολουθείται από ψυχολόγο ένεκα των γεγονότων που αφορούσαν την οικογένεια, οπόταν και προσερχόταν στον ψυχολόγο με τη μητέρα της και τον πατέρα του Κατηγορούμενου. Ερωτηθείσα δε κατά την αντεξέταση αν παρατήρησε οτιδήποτε παράξενο στη συμπεριφορά της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8, ανέφερε πως επρόκειτο για δύο φοβισμένα παιδιά και πως αν αναφερόταν ο συνήγορος στο σεξουαλικό τους προσανατολισμό ότι επρόκειτο για παιδιά με ομοφυλοφιλική τάση, αυτό δεν ήταν παράξενο για την ίδια, επιβεβαιώνοντας αφενός τον δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο με τον οποίο προσπαθούσε να μεταχειριστεί γενικότερα τα πράγματα, ανεξαιρέτως των προσώπων που εμπλέκονταν, και αφετέρου την απουσία προκατάληψης της.
Επανερχόμενοι τώρα στα γεγονότα και συγκεκριμένα στις 16.6.22 οπόταν λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, σημειώνουμε πως στα της λήψης της, αναφέρθηκε η Μ.Κ.1. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε χωρίς ν’ αμφισβητηθεί ότι σαν κλάδος διερεύνησης αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, έλαβαν αναφορά από το ΤΑΕ Αμμοχώστου σύμφωνα με την οποία στάλθηκε σε οργανισμό που είχε να κάνει με την εμπορία προσώπων («trafficking»), πληροφορία ότι στις Βρυσούλες μια ανήλικη πιθανόν να είναι θύμα κακοποίησης από μέλος της οικογένειας της και με βάση αυτό ανέλαβαν να λάβουν οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη στο Σπίτι του Παιδιού. Η Μ.Κ.1 ανέφερε περαιτέρω, και πάλιν χωρίς να αμφισβητηθεί, πως είναι μέλος της αστυνομίας από το 2009, ότι από το 2019 υπηρετεί στον κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, πως μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και πως είναι δεόντως εκπαιδευμένη στην τεχνική λήψης τέτοιων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες τόσο ως χειριστής των μηχανημάτων οπτικογράφησης όσο και σαν συνεντεύκτης.
Επίσης κοινό τόπο αποτέλεσε και η αναφορά της ότι στην προκειμένη περίπτωση η ίδια χειρίστηκε στο πλαίσιο των καθηκόντων της τη συσκευή οπτικογράφησης κατά τη διάρκεια λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης, (η οποία λήφθηκε στις 16.6.22 μεταξύ των ωρών 09:41 – 10:21), ότι η οπτικογραφημένη κατάθεση λήφθηκε από την Μ.Κ.3 (ως συνεντεύκτη) και πως πριν τη λήψη της επεξηγήθηκε στη μητέρα της Μ.Υ.6 από την ίδια την Μ.Κ.1, η διαδικασία που θα ακολουθούσε. Προς τούτο δε υπεγράφη το Τεκμήριο 2 από την Μ.Υ.6 το οποίο προσυπέγραψε και η ίδια η μάρτυρας αλλά και η λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού (Μ.Κ.4) και πως με ανάλογο τρόπο υπεγράφη και η σχετική συγκατάθεση (Τεκμήριο 1), κάτι που επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.4 χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί. Επίσης αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η μαρτυρία της Μ.Κ.1, ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά τη λήψη και δη πως στη συσκευή τοποθετήθηκαν, για σκοπούς ασφαλείας τρεις ψηφιακοί δίσκοι, επί των οποίων καταγράφηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση, πως όταν ολοκληρώθηκε κατέγραψε και επί των τριών αυτών ψηφιακών δίσκων την ημερομηνία και ώρα, τους σφράγισε με ειδική ταινία και υπέγραψε σε αυτούς τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, υποδεικνύοντας επί των σχετικών δίσκων που παρουσίασε τις σχετικές υπογραφές.
Πρόκειται για τα Τεκμήρια 3.1 και 3.2, τα οποία αποτέλεσε επίσης παραδεκτό γεγονός ότι παραλήφθηκαν νομότυπα, διακινήθηκαν νομότυπα από την αστυνομία και ότι από την παραλαβή τους μέχρι και την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο, δεν έχουν υποστεί κάποια αλλοίωση ή επέμβαση. Επίσης αναντίλεκτο παρέμεινε πως η ώρα καταγραφής και η ώρα που καταγράφετο στο μηχάνημα ήταν ορθές, ότι ο τρίτος ψηφιακός αποσφραγίστηκε για σκοπούς απομαγνητοφώνησης ως το Τεκμήριο 4, απομαγνητοφώνηση η οποία δεν αμφισβητήθηκε πως έγινε από την ίδια την Μ.Κ.1 με τη διαδικασία που επεξήγησε[7] και πως αντίγραφο της δόθηκε στη μητέρα της Παραπονούμενης (βλ. Τεκμήριο 5).
Βέβαια έγινε λόγος από την υπεράσπιση επί τω ότι η μητρική γλώσσα της μητέρας της Παραπονούμενης είναι τα αγγλικά ενώ η απόδειξη παραλαβής της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης της δόθηκε στα ελληνικά. Όμως πέραν του ότι η ίδια η Μ.Υ.6 δεν είχε υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο, δεν είναι αντιληπτό πως τούτο επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου, ιδίως εφόσον είχε προηγηθεί η επεξήγηση της όλης διαδικασίας στην Μ.Υ.6 και υπέγραψε σχετική συγκατάθεση, το δε περιεχόμενο της απομαγνητοφώνησης αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως είναι ορθό και αποτυπώνει επακριβώς τα όσα λέχθηκαν κατά την οπτικογράφηση. Πιο συγκεκριμένα αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 4, που είναι το κείμενο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης, αποδίδει πιστά την οπτικογραφημένη της κατάθεση (Τεκμήριο 3.1 και 3.2) και ότι δεν έχει προστεθεί ή αφαιρεθεί οτιδήποτε στο τι λέχθηκε κατά την οπτικογράφηση και δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση αυτής[8]. Εξάλλου ο Μ.Κ.9 πειστικά εξήγησε πως η Μ.Υ.6 ναι μεν παρέλαβε τη σχετική απόδειξη στην ελληνική γλώσσα, αλλά ο ίδιος της είχε εξηγήσει τι αφορούσε και αφού το αντελήφθη υπέγραψε τη συγκεκριμένη απόδειξη (βλ. πρακτικά ημερ. 27.1.25, σελ. 5, γρ. 35-37 και σελ. 6, γρ.1).
Ως προς το γεγονός ότι η κατάθεση λήφθηκε από την Παραπονούμενη στην ελληνική γλώσσα, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν διεξήχθη διαδικασία με διερμηνέα αφού η ίδια η Παραπονούμενη δεν είχε εκφράσει οποιοδήποτε θέμα με τα ελληνικά της, κάτι που εν πολλοίς επιβεβαιώσε και η ίδια, αποδεχόμενη ότι μιλά και τις δύο γλώσσες. Ανάλογη ήταν βέβαια και η μαρτυρία της Μ.Κ.4 (κοινωνικής λειτουργού που προσυπέγραψε τα Τεκμήρια 1, 2 και 3.1 και 3.2) η οποία παρακολουθούσε τη διαδικασία από διπλανό δωμάτιο αλλά και της Μ.Κ.3, τόσο σε σχέση με την ακολουθηθείσα διαδικασία κατά την οπτικογράφηση όσο και ως προς τη χρήση της ελληνικής γλώσσας από την Παραπονούμενη.
Η Μ.Κ.3 ήταν ως λέχθηκε το πρόσωπο που έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη. Πρόκειται για πρόσωπο που κατά το χρόνο που κατέθετε είχε συμπληρώσει 25 χρόνια εργασίας στην αστυνομία και πέντε περίπου χρόνια στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων και η οποία δεν αμφισβητήθηκε ως προς την εκπαίδευση της στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ούτε όμως ως προς την εμπειρία της[9].
Επί του ζητήματος της διαδικασίας που ακολουθείται κατά τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης εξήγησε πως ο χειριστής των μηχανημάτων αναλαμβάνει τη λήψη των σχετικών συγκαταθέσεων, ως δηλαδή έπραξε η Μ.Κ.1, ενώ ο συνεντεύκτης (που εν προκειμένω ήταν η ίδια), ξεναγεί το παιδί στο χώρο μαζί με τον Κοινωνικό Λειτουργό (εδώ την Μ.Κ.4) και ακολούθως λαμβάνεται η συνέντευξη που καταγράφεται σε τρεις ψηφιακούς δίσκους (και η οποία ακολούθως σφραγίζεται), με το χειριστή να ευρίσκεται σε άλλο δωμάτιο και τον Λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού να βρίσκεται επίσης σε άλλο δωμάτιο, απ’ όπου παρακολουθεί την όλη διαδικασία. Εξήγησε δε πως είναι με αυτό τον τρόπο που λήφθηκε και η επίδικη συνέντευξη της Παραπονούμενης.
Ως προς τη μη διεξαγωγή της διαδικασίας στην αγγλική γλώσσα, με πειστικότητα ανέφερε πως στη μικρή ξενάγηση που είχε προηγηθεί από την ίδια, αντιλήφθηκε ότι η ανήλικη μιλούσε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και αφού την ρώτησαν σε ποια γλώσσα ένιωθε άνετα να τους μιλά και αφού τους απάντησε στην ελληνική, προχώρησαν στη λήψη της κατάθεσης στην ελληνική γλώσσα. Στη θέση αυτή επέμεινε λέγοντας πως όταν η ανήλικη ρωτήθηκε σε ποια γλώσσα επιθυμούσε τη λήψη της συνέντευξης ανέφερε ότι μιλούσε καλά ελληνικά, θέση η οποία ως επεσήμανε η μάρτυρας υποστηριζόταν από το ότι η ανήλικη φοιτούσε για 10 χρόνια σε ελληνικό σχολείο. Τόνισε δε πως ούτως ή άλλως ήταν εύκολο να διεξαγάγει τη συνέντευξη αγγλικά και πως τη διεξήγαγε στα ελληνικά σύμφωνα με τις επιθυμίες της Παραπονούμενης, θέλοντας έτσι να δείξει πως δεν υπήρχε σκοπιμότητα στη λήψη της κατάθεσης στην ελληνική. Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως η Παραπονούμενη σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της υποστήριξε πως τους είχε αναφέρει ότι επιθυμούσε να ληφθεί η κατάθεση της στην αγγλική γλώσσα. Όμως το ουσιώδες εδώ είναι πως και από τη μαρτυρία της εν τέλει διαφαινόταν πως ήταν σε θέση να δώσει την κατάθεση και στις δύο γλώσσες. Εξ άλλου δεν είναι αντιληπτό ούτε και υποδείχθηκε τι θα άλλαζε (και μάλιστα προς όφελος του Κατηγορούμενου) αν λαμβανόταν η κατάθεση στην αγγλική γλώσσα.
Ό,τι άλλο κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε είναι πως η θέση της Μ.Κ.3 πως είχε αποκομίσει την εντύπωση ότι η ανήλικη μιλούσε καλά τα ελληνικά, φαίνεται και από το ότι εν τέλει έγινε δήλωση εν σχέσει με το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της κατάθεσης της Παραπονούμενης, και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 4 γραμμή 40, όπου καταγράφεται ως αναφορά της μάρτυρος «εν τζιαι μιλάς καλά τα ελληνικά», αναφορά η οποία δηλώθηκε ότι στην πραγματικότητα και με βάση την οπτικογραφημένη κατάθεση ήταν «γι’ αυτό και μιλάς καλά τα ελληνικά» (βλ. πρακτικά ημερ. 26.11.24, σελ. 18-19).
Βέβαια αντεξετάστηκε έντονα επί τω ότι με τον τρόπο που υπέβαλε τις ερωτήσεις προς την Παραπονούμενη, την καθοδηγούσε, θέση την οποία η μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά, εξηγώντας πειστικά πως τα παραδείγματα που της τέθηκαν ως ερωτήσεις που εμπεριείχαν καθοδήγηση, ήταν επανάληψη προηγούμενων αναφορών του παιδιού, για να βοηθηθεί να συνεχίσει την εξιστόρηση και να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Θέση η οποία, από προσεκτική μελέτη των όσων προηγούνται των ερωτήσεων για τις οποίες παραπονείται η υπεράσπιση ότι εμπεριέχουν καθοδήγηση, προκύπτει να ευσταθεί. Και τούτο αφού οι επίμαχες ερωτήσεις της, καταδεικνύεται πως πράγματι εκπηγάζουν από προηγούμενες απαντήσεις της Παραπονούμενης. Δεν έχουμε επομένως εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτόν ούτε στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, ούτε όμως στον τρόπο υποβολής των ερωτήσεων από την Μ.Κ.3, η οποία σημειώνουμε πως ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι πέραν από τους κανόνες λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης τους οποίους είχε υπόψη, χρησιμοποίησε και ειδικό πρωτόκολλο κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης, σύμφωνα με το οποίο στο πρώτο μέρος προσπαθούν να κάνουν το παιδί να χαλαρώσει με σχετικές ερωτήσεις για το ίδιο και τα ενδιαφέροντα του και ακολούθως προχωρούν στο μέρος της συνέντευξης με ανοικτές ερωτήσεις (για να δώσουν προφανώς την ευχέρεια στο παιδί να θέσει ανεπηρέαστα τις θέσεις του) και ακολούθως μπαίνουν στο θέμα της συνέντευξης (βλ. πρακτικά ημερ. 26.11.24, σελ. 15, γρ. 30-38). Κατά τη διάρκεια δε της συνέντευξης, και όταν τούτο χρειάζεται, επαναλαμβάνονται λόγια του παιδιού είτε για να το βοηθήσουν να προχωρήσει παρακάτω είτε για να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες για ένα περιστατικό. Διαδικασία που ως φαίνεται από τη στεγνή μελέτη του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4, ακολουθήθηκε και εν προκειμένω.
Προς περαιτέρω επίρρωση της ως άνω διαπίστωσης μας παραπέμπουμε ενδεικτικά σε ένα εκ των σημείων για τα οποία υπεράσπιση παραπονέθηκε. Συγκεκριμένα τέθηκε ζήτημα για τα όσα μεταξύ άλλων διαμείβονται στο Τεκμήριο 4, σελ. 7, γραμμή 1, όπου τέθηκε στη Μ.Κ.3 με αναφορά στο σημείο αυτό, πως χωρίς να έχει αναφέρει οτιδήποτε η Παραπονούμενη, η ίδια προσπάθησε να την καθοδηγήσει λέγοντας της «Έβαλε το χέρι σου εκεί αν κατάλαβα καλά;..» και πως η απάντηση της Παραπονούμενης είναι αντίθετη και πως η ίδια επέμενε να την καθοδηγεί λέγοντας της «σε ανάγκασε». Επί τούτου η μάρτυρας ανέφερε πως ακολουθώντας την πρακτική που καταγράψαμε ανωτέρω, επανέλαβε τα λεχθέντα της Παραπονούμενης, η οποία είχε προηγουμένως αναφέρει «he forced me to», ενώ ως προς τη χειρονομία ορθώς ανέφερε πως κάποιος πρέπει παράλληλα να βλέπει την οπτικογραφημένη κατάθεση και τα όσα είχαν προηγηθεί. Και πράγματι ανατρέχοντας στα όσα προηγούνται, και δη στη σελίδα 6 του Τεκμηρίου 4, γραμμές 34 και επόμενες, σημείο το οποίο αντιστοιχεί στο 09:56:12 της οπτικογραφημένης κατάθεσης Τεκμήριο 3.1, φαίνεται πως η ίδια η Παραπονούμενη δείχνει τον τρόπο με τον οποίο την έβαζε να τον αγγίζει στο σημείο που ευρίσκεται το ανδρικό μόριο, κάνοντας την κίνηση του χεριού πάνω - κάτω (που παραπέμπει στην κίνηση του ανδρικού αυνανισμού), με αποτέλεσμα να μην προκύπτει οποιαδήποτε αθέμητη καθοδήγηση προς την Παραπονούμενη με τον τρόπο που εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Παραπέμπουμε προς τούτο σχετικά και στην υπόθεση Α.Μ. v. Δημοκρατίας (2021) 2 Α.Α.Δ 264, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με τη διαπίστωση του Κακουργιοδικείου πως οι ερωτήσεις δεν αποτελούσαν καθοδήγηση αλλά «θεμιτές διευκρινιστικές ερωτήσεις», αφού από την ανάγνωση του συνόλου της οπτικογραφημένης κατάθεσης προέκυπτε πως ο ανακριτής είχε ζητήσει διευκρινίσεις, επί ήδη αφηγηθέντων γεγονότων από το παιδί.
Παραμένοντας τώρα στις ενέργειες που έγιναν στο πλαίσιο διερεύνησης, σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε πως μετά την ολοκλήρωση της οπτικογραφημένης κατάθεσης η Παραπονούμενη μετέβη στην οικία της όπου προέβη σε δύο υποδείξεις σκηνών στην παρουσία της Μ.Κ.4, της Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.9, ως το Τεκμήριο 7.
Περιπλέον μη αμφισβητούμενη εκ των γεγονότων που αφορούν τη διερεύνηση παρέμεινε και η αναφορά του Μ.Κ.2, ότι την ίδια μέρα (16.6.22) και ώρα 19:00 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 10), αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους σύλληψης και του υπέδειξε και επεξήγησε το σχετικό ένταλμα. Ακολούθως παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο πως του επεξήγησε τα δικαιώματα του και ότι αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Is this the reason why my family didn’t come home today». Επίσης αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το ότι την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 19:05 και 19:30, ερεύνησε στην παρουσία του Κατηγορούμενου και δυνάμει εντάλματος έρευνας (Τεκμήριο 11) την οικία, τα υποστατικά και το μηχανοκίνητο όχημα του, οπόταν και ανευρέθηκε στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο (Τεκμήριο 14), ενώ σε δωμάτιο στην αυλή της οικίας ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Lenovo και ένας φορητός σκληρός δίσκος «WD» χρώματος μαύρου, για τα οποία, αφού του επεστήθη η προσοχή στον Νόμο αυτός απάντησε αντίστοιχα «It’s mine», «It’s mine, it’s old», «Its my old disk». Ερωτήθηκε βέβαια ο Μ.Κ.2 σε ποια γλώσσα δόθηκε στον Κατηγορούμενο η απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων, όπου ανέφερε πως του δόθηκε στην αγγλική. Παρά δε την αντίθετη θέση της υπεράσπισης και παρά το ότι ο Κατηγορούμενος λογικά θα έπρεπε να έχει στην κατοχή του το εν λόγω έγγραφο αφού δεν αμφισβήτησε επουδενί πως το παρέλαβε, εντούτοις δεν υπεδείχθη στον μάρτυρα τέτοιο έγγραφο στην ελληνική, ούτε όμως του ζητήθηκε να παρουσιάσει το αντίγραφο που, ως ο μάρτυρας ανέφερε, ευρίσκετο στο φάκελο. Αφήνοντας έτσι τη θέση της υπεράσπισης η οποία δεν γίνεται δεκτή, μετέωρη, μη υποστηριζόμενη από οποιαδήποτε μαρτυρία.
Του τέθηκε επίσης πως η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν εκφοβιστική και πως τον εξέθεσαν προβαίνοντας στην έρευνα στην παρουσία άλλων προσώπων και πως όταν βγήκαν έξω τον είχαν με τις χειροπέδες σε θέα των περιοίκων και των γειτόνων. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά και τη θέση αυτή, αποδεχόμενος βέβαια ταυτόχρονα και ειλικρινώς πως πράγματι κατά τον χρόνο που μετέβησαν εκεί ήταν όντως παρούσα μια κοπέλα στην οικία, από την οποία ζήτησαν να αποχωρήσει όταν θα προέβαιναν στη σύλληψη και ότι εν τέλει κατά το χρόνο της έρευνας και σύλληψης ήταν μόνοι μαζί με τον Κατηγορούμενο. Όταν δε ολοκληρώθηκε η έρευνα, και πάλιν με την ίδια ειλικρίνεια δέχθηκε πως βγήκαν έξω από το σπίτι με τον Κατηγορούμενο να φέρει χειροπέδες (πράγμα λογικό εφόσον τελούσε υπό σύλληψη) και έχοντας στην κατοχή τους τα παραληφθέντα τεκμήρια, όμως τόνισε πως το υπηρεσιακό τους αυτοκίνητο, το οποίο δεν είχε σήμανση της αστυνομίας, βρισκόταν σταθμευμένο ακριβώς έξω από την οικία και έτσι μπήκαν σε αυτό και αποχώρησαν χωρίς χρονοτριβή. Θέλοντας έτσι να δείξει, πως είχε υποστεί τη λιγότερη δυνατή έκθεση υπό τις περιστάσεις, θέση η οποία μας βρίσκει και εμάς σύμφωνους. Σε σχέση δε με τη θέση πως επρόκειτο για όχημα με διακριτικά της αστυνομίας, σημειώνουμε πως ο ίδιος απέρριψε τη θέση αυτή κάθετα, δίδοντας παράλληλα και περιγραφή και λεπτομέρειες του χρησιμοποιηθέντος οχήματος, για να καταλήξει μάλιστα να τονίσει πως πρόκειται για το μοναδικό όχημα που διαθέτει το κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την οποία αποδεχόμαστε.
Με τον ίδιο ρητό τρόπο απέρριψε αφοπλιστικά τη θέση πως η Λοχ. 324 που είχε συμμετάσχει στην έρευνα ήταν εκφοβιστική και επιθετική έναντι του, λέγοντας πως ο ίδιος ήταν αυτός που είχε την μεγαλύτερη επαφή μαζί του και πως ουδέν μεμπτόν είχε η συμπεριφορά της αστυνομίας έναντι του και ξεκαθάρισε πως αφ΄ ης στιγμής ολοκληρώθηκε η έρευνα, ο ίδιος δεν είχε άλλη ανάμειξη στην υπόθεση και επομένως δεν μπορούσε να γνωρίζει αν ο Μ.Κ.9, (Αστ. 2298 Σ.Α.) του έδωσε οποιοδήποτε έγγραφο να υπογράψει λέγοντας του πως αν το έπραττε θα αφηνόταν ελεύθερος.
Αναντίλεκτο παρέμεινε επίσης ότι στις 16.6.22 και περί ώρα 20:20 επέδωσε γραπτώς και επεξήγησε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα συλληφθέντα κρατουμένου, τα οποία παρέλαβε και υπέγραψε στην παρουσία του Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 12).
Περαιτέρω αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι ο μάρτυρας σφράγισε τα παραληφθέντα τεκμήρια στην παρουσία του Κατηγορούμενου, πως ο τελευταίος υπέγραψε επί αυτών όπως και ο Μ.Κ.2, πως μεταξύ αυτών ήταν και το Τεκμήριο 14 (κινητό τηλέφωνο) και πως παρέδωσε όλα τα παραληφθέντα τεκμήρια στις 18.6.22 στον Μ.Κ.9 για συνέχιση των εξετάσεων. Πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει ούτως ή άλλως και ο ίδιος ο Μ.Κ.9, ο οποίος στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 20.6.22 τα περέδωσε στον Μ.Κ.5 για να προβεί στη δικανική εξέταση τους. Ενέργεια η οποία ως ευλόγως ανέφερε κρίθηκε αναγκαία, επειδή κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης η τελευταία είχε αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος τη φωτογράφιζε αφού της ζητούσε να βγάλει τα ρούχα της και επομένως σκοπός της παραλαβής των επίμαχων τεκμηρίων και της αποστολής τους στη ΔΕΗΔ ήταν για να τύχουν επιστημονικής εξέτασης και να διαπιστωθεί κατά πόσον υπήρχαν σε αυτά οποιεσδήποτε γυμνές φωτογραφίες της Παραπονούμενης. Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως παρά το γεγονός πως τόσο το Τεκμήριο 14 όσο και το Τεκμήριο 15 κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, εντούτοις ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του υποστήριξε πως δεν υπήρχε διάταγμα που να επιτρέπει τη δικανική εξέταση του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου. Επί τούτου όμως αρκούμαστε να σημειώσουμε ότι το εν λόγω τηλέφωνο παραλήφθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, η νομιμότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε με το κατάλληλο ένδικο μέσο, το δε περιεχόμενο της δικανικής εξέτασης κατατέθηκε χωρίς ένσταση και χωρίς να τεθεί σε κανένα μάρτυρα τέτοιος ισχυρισμός, ενώ και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του ευθέως παραδέχθηκε πως οι εν λόγω φωτογραφίες λήφθηκαν από τον ίδιο για τους λόγους που επικαλέστηκε.
Επιπλέον αδιαμφισβήτητο παρέμεινε ότι το σύνολο των Τεκμηρίων της υπόθεσης περιήλθαν στην κατοχή του Μ.Κ.2 από 25.11.24, αφού του τα παρέδωσε ο εν λόγω μάρτυρας. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 13, που αποτελεί τον κατάλογο των τεκμηρίων σε σχέση με τα οποία αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως η παραλαβή και η διακίνηση όλων των τεκμηρίων της υπόθεσης διενεργήθηκε νομότυπα από την Αστυνομία χωρίς επέμβαση σε αυτά πέραν των απαραίτητων επιστημονικών εξετάσεων.
Ό, τι άλλο αξίζει να σημειωθεί είναι πως δεν αμφισβητήθηκε ούτε πως ο ψηφιακός δίσκος Τεκμήριο 15 αποτελεί ψηφιακό δίσκο που περιέχει εξαχθέντα δεδομένα από το Τεκμήριο 14, ήτοι το κινητό που βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Αναντίλεκτο παρέμεινε επίσης πως στην εξαγωγή των δεδομένων αυτών προέβη ο Μ.Κ.5, ο οποίος κατέθεσε ως Έγγραφο ΣΤ το βιογραφικό του σημείωμα και σε σχέση με τον οποίο αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως είναι ειδικός στη δικανική εξέταση και ανάλυση ηλεκτρονικών τεκμηρίων και ότι ο ίδιος έτυχε ειδικής και συγκεκριμένης εκπαίδευσης στην εξέταση και ανάλυση ηλεκτρονικών τεκμηρίων. Περαιτέρω αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως πρόκειται για εμπειρογνώμονα στον ως άνω τομέα και πως οτιδήποτε θα κατέθετε σε σχέση με τη δικανική εξέταση και ανάλυση ηλεκτρονικού τεκμηρίου γίνεται στο πλαίσιο της ως άνω εμπειρογνωμοσύνης του.
Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε εν σχέσει με τη δικανική εξέταση του Τεκμηρίου 14, όπου σημειώνει πως στα άλλα δύο τεκμήρια που παραλήφθηκαν από την οικία του, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να αφορά την παρούσα υπόθεση. Εξ ου και η έκθεση καταπιάνεται με τα όσα εντοπίστηκαν στο Τεκμήριο 14. Ειδικότερα σε σχέση με το εν λόγω Τεκμήριο 14 εξήγησε χωρίς να αμφισβητηθεί, τη διαδικασία με βάση την οποία εξήγαγε τα δεδομένα από το εν λόγω τεκμήριο (τηλέφωνο).
Αποδεχόμαστε ως ορθή τη διαδικασία που λεπτομερώς και με σαφήνεια εξήγησε, ως αποτέλεσμα της οποίας εντοπίστηκαν 57.624 αρχεία εικόνας τα οποία αξιολόγησε μαζί με τον ανακριτή της υπόθεσης και κατόπιν τούτου εντοπίστηκαν 87 αρχεία εικόνας που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση, εκ των οποίων τα 79 αποτελούσαν μοναδικά αρχεία ενώ τα υπόλοιπα ήταν επαναλαμβανόμενα διπλά ή τριπλά ή αρχεία που αφορούσαν φωτογραφίες εκ των 79, οι οποίες υπέστησαν κάποια αλλοίωση (έστω και αν αυτή οπτικά δεν είναι ορατή σε κάποιον παρατηρητή). Επεξήγησε δε πως αυτά είναι διακριτά αφού για παράδειγμα η φωτογραφία με αριθμό 37 εμφαίνεται με τις αναφορές 37(1), 37(2), 37(3) και 37(4) κάτι που σημαίνει ότι η φωτογραφία αυτή είναι τετραπλή, δηλαδή έχει το ίδιο ψηφιακό αποτύπωμα και αποτελεί αντίγραφο της φωτογραφίας που εντοπίστηκε αποθηκευμένη (βλ. Τεκμήριο 15).
Με δεδομένο ότι στην έκθεση του αναφέρει ότι τα αρχεία εικόνας που εντοπίστηκαν ήταν τύπου «thumbnail» και «cache» κλήθηκε να εξηγήσει τους εν λόγω όρους. Σε σχέση με τον πρώτο («thumbnail»), πειστικά και με ευκρίνεια ανέφερε πως πρόκειται για μικρογραφία του πρωτότυπου αρχείου που είναι εγκατεστημένο στη συσκευή και δημιουργείται αυτόματα από το λογισμικό που είναι εγκατεστημένο στη συσκευή και φυλάγεται σε φάκελο ο οποίος δεν είναι προσβάσιμος στον χρήστη όταν τον αναζητήσει. Με παραστατικό τρόπο εξήγησε πως όταν ανοίξει κάποιος τη βιβλιοθήκη φωτογραφιών, βλέπει μικρογραφίες των φωτογραφιών και αυτά είναι τα «thumbnails» και όταν κάποιος πατήσει πάνω τους το κινητό ψάχνει την πραγματική φωτογραφία, που είναι αποθηκευμένη στο κινητό και φέρνει σε μεγάλη αυτό το «thumbnail».
Με τον ίδιο λεπτομερή τρόπο εξήγησε χωρίς να αμφισβητηθεί τα αρχεία «cache», λέγοντας πως πρόκειται πάλι για ένα πολύ μικρό αρχείο που φυλάγεται στην προσωρινή μνήμη του κινητού τηλεφώνου, μια μικρογραφία του αρχείου, ως διαμεσολάβηση στο να ανοίξει το πραγματικό αρχείο στο κινητό τηλέφωνο και το οποίο φυλάγεται στην κρυφή μνήμη του κινητού τηλεφώνου.
Ως επίσης εξήγησε τα αρχεία αυτά «thumbnail» και «cache» δεν διαγράφονται με τη διαγραφή του αρχικού αρχείου αλλά αποθηκεύονται σε αρχείο που είναι κρυμμένο από τον χρήστη, όπου ανέφερε ότι ο φάκελος είναι μέρος του λειτουργικού συστήματος του κινητού τηλεφώνου και δεν είναι προσβάσιμος προς τον χρήστη και μπορεί να ανακτηθεί μόνο με δικανικά εργαλεία από εξειδικευμένους (επαγγελματίες), που μπορούν αντιληφθούν το σύστημα αρχείων που περιέχουν τα κινητά.
Το ουσιαστικότερο όμως εκ της μαρτυρίας του το οποίο επίσης δεν αμφισβητήθηκε, ήταν πως τα επίδικα αρχεία που εντόπισε ενέπιπταν σε αυτές τις κατηγορίες και δεν ήταν πρωτότυπα αρχεία, κάτι που εν ολίγοις σημαίνει πως σε κάποια στιγμή διαγράφηκαν. Όμως ως εξήγησε η δημιουργία αυτών των αρχείων «thumbnail» και «cache», προϋποθέτει ότι κάποτε το πρωτότυπο αρχείο ήταν στο κινητό αλλά διαγράφηκε, χωρίς ωστόσο με τη διαγραφή αυτή να μπορούν να διαγραφούν τα αρχεία «thumbnail» και «cache» τα οποία διατηρούνται στο κινητό τηλέφωνο σαν μικρογραφία της κρυφής μνήμης.
Επεξήγησε επίσης πως το γεγονός πως αυτά βρίσκονται αποθηκευμένα σε συγκεκριμένο σημείο που ανέφερε και με συγκεκριμένη ονομασία («/thumbsmall» και «/gallery_disk_cache») δεν ξενίζει εφόσον αυτά τα αρχεία δημιουργούνται αυτόματα από το λειτουργικό σύστημα του τηλεφώνου, άρα οι φάκελοι αυτοί είναι δημιουργημένοι μέσω των δύο εφαρμογών που ανέφερε δηλαδή «gallery» και «videoplayer» και είναι κρυμμένοι προς το χρήστη καθ’ ότι αποτελούν φακέλους του συστήματος και ο χρήστης δεν έχει οποιαδήποτε πρόσβαση σε αυτούς τους φακέλους, εκτός εάν χρησιμοποιήσει είτε δικανικό είτε άλλο εξειδικευμένο εργαλείο για να τα δει.
Ανέφερε επίσης σε σχέση με τα εν λόγω αρχεία ότι δεν έχουν ημερομηνία δημιουργίας αλλά μόνο ημερομηνία μεταβολής, επεξηγώντας πως όταν ένα αρχείο δημιουργηθεί σε ένα κινητό τηλέφωνο υπάρχουν τρεις ημερομηνίες καταχωρημένες δηλαδή η ημερομηνία δημιουργίας, η ημερομηνία μεταβολής («modified date») και η ημερομηνία πρόσβασης («access date»). Όταν δε προβάλλονται ή μεταβάλλονται τα αρχεία και δημιουργούνται τα δύο αρχεία που προαναφέρε «thumbnail» και «cache», η ημερομηνία δημιουργίας δεν μεταφέρεται στα αρχεία αυτά. Με άλλα λόγια μετά τη δημιουργία του πρωτότυπου αρχείου στο κινητό τηλέφωνο, όταν αυτό ξανανοιχθεί ή μεταβληθεί οτιδήποτε πάνω στη φωτογραφία, η ημερομηνία modified date μεταβάλλεται και διατηρείται μόνο αυτή στα συγκεκριμένα αρχεία «thumbnail» και «cache», ενώ η ημερομηνία δημιουργίας παραμένει μόνο στο πρωτότυπο.
Εν προκειμένω ανέφερε πως όλα τα αρχεία έχουν ημερομηνία μεταβολής μεταξύ 5.1.22 και 7.5.22, ημερομηνία η οποία μεταφέρεται από το πρωτότυπο αρχείο στα αρχεία «thumbnail» και «cache» που δημιουργούνται σε κρυμμένους φακέλους του συστήματος. Εδώ σε σχέση με τα 79 μοναδικά αρχεία που εντοπίστηκαν. Επομένως υπέδειξε πως για να υπάρχουν οι εν λόγω ημερομηνίες μεταβολής σημαίνει ότι τα αρχικά αρχεία εικόνας μεταξύ εκείνων των ημερομηνιών υπήρχαν στο κινητό τηλέφωνο για να μπορεί να γίνει η μεταβολή στα αρχεία «thumbnail» και «cache» και πρόσθεσε πως ούτως ή άλλως για να δημιουργηθούν τα εν λόγω αρχεία προϋποθέτει ότι κάποτε υπήρχε το πρωτότυπο, ως ήταν η θέση που εξ αρχής ανέφερε.
Η ως άνω μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε ούτε το ότι πράγματι τα όσα εντόπισε στο Τεκμήριο 14 μεταφέρθηκαν στο Τεκμήριο 15, το οποίο προβλήθηκε και ενώπιον μας, με το μάρτυρα να προβαίνει σε επεξήγηση και ως προς τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν καθώς και σε σχετική μεγέθυνση των αρχείων «thumbnail» (μέσω του δωρεάν λογισμικού infraview) για να μπορούν να γίνουν ορατά, χωρίς ως συγκεκριμένα ανέφερε να χαλάει η ποιότητα. Παρά δε την τοποθέτηση του αυτή σε σχέση με την ποιότητα κατά τη μεγέθυνση, σημειώνουμε πως δεν του τέθηκε οτιδήποτε για να σχολιάσει εν σχέσει με την ποιότητα. Στοιχείο το οποίο σημειώνουμε, αφού σε αυτό θα επανέλθουμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων και δη του Κατηγορούμενου, ο οποίος προώθησε τη θέση ότι ένεκα της μη καλής ποιότητας των φωτογραφιών δεν ήταν ορατά τα κοψίματα που είχε στο σώμα της η Παραπονούμενη. Θέση η οποία βέβαια ουδέποτε τέθηκε στον εν λόγω μάρτυρα που καθηκόντως ήταν και ο πιο αρμόδιος για να τοποθετηθεί. Η αντεξέταση του περιορίστηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη μετά την εξαγωγή των εν λόγω δεδομένων όπου ο μάρτυρας σε πλήρη συνοχή με την έκθεση του ανέφερε πως αυτά αποθηκεύτηκαν στο ψηφιακό δίσκο Τεκμήριο 15 και πως παραδόθηκαν ως αναφέρει στην κατάθεση του στην Α/Αστ. 1931 Π.Α., στις 28.6.22 στις 08:10 π.μ..
Επανερχόμενοι τώρα στο ανακριτικό έργο, ό,τι άλλο θα πρέπει να σημειωθεί είναι πως παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο ότι η Μ.Κ.1 στις 20.6.22, μετά από γραπτή συγκατάθεση της Μ.Υ.6 που λήφθηκε από τον Μ.Κ.9 (Τεκμήριο 6), και στην παρουσία της τελευταίας, έλαβε αριθμό φωτογραφιών στην οικία της Μ.Υ.6, στην παρουσία της Παραπονούμενης κατά τη διάρκεια των οποίων η τελευταία προέβη σε υπόδειξη σκηνών ως το Τεκμήριο 7 και τις οποίες φωτογραφίες αργότερα εκτύπωσε ως το Τεκμήριο 8. Ανάλογη επί του προκειμένου ήταν και η μαρτυρία του Μ.Κ.9 ο οποίος πέραν του ότι επιβεβαιώνει και αυτός πως έλαβε τη σχετική συγκατάθεση από την Μ.Υ.6 για λήψη φωτογραφιών από την οικία της και ότι η Μ.Κ.1 έλαβε τις σχετικές φωτογραφίες καθ’ υπόδειξιν του, επιβεβαιώνει και το ότι πράγματι η Παραπονούμενη είχε προβεί σε δύο υποδείξεις σκηνών, όπου σε κάθε υπόδειξη κατέγραφε την απάντηση της και αφού της την διάβαζε την υπέγραφε ως ορθή στην παρουσία του.
Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η διαδικασία λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου αφού αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως η Α/Αστ. 1931 Π.Α., στις 20.6.22 έλαβε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9), αφού προηγουμένως του επεστήθη η προσοχή και του επιδόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματα του. Η δε πιστή μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19. Σημειώνουμε δε πως παρά το ότι η Α/Αστ. 1931 ήταν στον πίνακα μαρτύρων και παρά το ότι προσφέρθηκε αντεξέταση, δεν ζητήθηκε από την υπεράσπιση να κληθεί και να αντεξεταστεί και να της τεθεί πως παραπλάνησε τον Κατηγορούμενο κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσης του ή πως του ανέφερε ότι η κατάθεση αυτή ήταν ανεπίσημη[10]. Και σημειώνουμε τούτο αφού είναι ουσιώδες, δεδομένου του ότι ως θα διαφανεί στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος, προέβαλε αντίστοιχες μομφές κατά της αστυνομίας εν σχέσει με τη διαδικασία λήψης της κατάθεσης του η οποία ήταν ως ήδη υποδείξαμε παραδεκτή και οι θέσεις αυτές ουδέποτε τέθηκαν εν πάση περιπτώσει σε οποιοδήποτε εκ των μαρτύρων κατηγορίας.
Τώρα ως προς την ψυχολογική αξιολόγηση στην οποία υποβλήθηκε η Παραπονούμενη στο στάδιο της διερεύνησης και την έκθεση την οποία ετοίμασε η Μ.Κ.10, θα αναφερθούμε σε μεταγενέστερο σημείο για λόγους που επεξηγούνται κατωτέρω.
3.2. Ουσιώδη Γεγονότα (Μ.Κ.6, Μ.Κ.7, Μ.Κ.8, Κατηγορούμενος και Μ.Υ.2-Μ.Υ.6)
Είναι γεγονός πως ουσιαστικότεροι μάρτυρες στην παρούσα είναι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος αφού αυτοί ήταν οι γνώστες των επίμαχων αμφισβητούμενων γεγονότων. Προτού όμως υπεισέλθουμε στη δική τους μαρτυρία, σημειώνουμε πως εκ των λοιπών μαρτύρων, όλοι, με εξαίρεση τις υπαλλήλους στο δικηγορικό γραφείο του συνηγόρου υπεράσπισης (Μ.Υ.3 και Μ.Υ.5), των οποίων η μαρτυρία ήταν τυπική και μη αμφισβητούμενη, είχαν στενή συγγενική σχέση είτε με την πλευρά του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4) είτε με την πλευρά της Παραπονούμενης (Μ.Κ.7 και Μ.Κ.8). Η δε Μ.Υ.6 ενώ αρχικά πρόσκειτο προς την πλευρά του Κατηγορούμενου, εν συνεχεία στράφηκε προς την πλευρά της Παραπονούμενης, με την υπεράσπιση να της αποδίδει για τούτο αλλότριο κίνητρο. Ως εκ τούτου είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις όλων των πιο πάνω μαρτύρων, να επηρεάζονταν από την επιθυμία τους να βοηθήσουν την πλευρά με την οποία είχαν σχέση ή και να αποτελούν μάρτυρες που ενδεχομένως να είχαν ίδιον σκοπό να εξυπηρετήσουν κατ’ αναλογίαν των νομολογηθέντων στην υπόθεση Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 10/18, ημερ. 9.11.18. Προσεγγίσαμε συνεπώς σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία τους με την ανάλογη προσοχή.
Βλέποντας τους Μ.Κ.7 και Μ.Κ.8 να καταθέτουν αλλά πολύ περισσότερο εξετάζοντας και αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, κρίνουμε πως τόσο η διάθεση τους όσο και ουσία της μαρτυρίας τους ήταν τέτοια που έδιδαν την εντύπωση προσώπων που δεν προσήλθαν με πρόθεση να συσκοτίσουν την πραγματικότητα, αλλά να καταθέσουν τα γεγονότα που οι ίδιοι βίωσαν. Οι απαντήσεις τους χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και φυσικότητα, ενώ διακρίναμε ότι πολλές φορές όπου κάτι δεν ενέπιπτε στη δική τους σφαίρα γνώσης δεν δίσταζαν να το παραδεχθούν, ενισχύοντας την αντίληψη μας πως επιχειρούσαν να παρουσιάσουν τα πράγματα κατά τρόπο αντικειμενικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τούτου ο Μ.Κ.7, ο οποίος παρά το γεγονός πως ήταν πατέρας του Μ.Κ.8, εντούτοις επειδή σε μεγάλο βαθμό μετέφερε στο Δικαστήριο τις αναφορές του τελευταίου και όχι γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε από πρώτο χέρι, φρόντιζε να το επισημαίνει κατά τη μαρτυρία του στα κατάλληλα σημεία, λέγοντας ακριβώς πως ο ίδιος απλά μετέφερε τις αναφορές αυτές, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει προφανώς τι διαμειβόταν στο σπίτι που ζούσε ο Κατηγορούμενος με τα παιδιά του και την πρώην σύζυγο του. Εξ ου και σε υποβολή πως δεν ήταν σωστό πως ο Κατηγορούμενος δεν τους άφηνε να έχουν φίλους και να πηγαίνουν έξω ανέφερε πως αυτό είναι ζήτημα που πρέπει να τεθεί στον ίδιο τον Μ.Κ.8, αφού ο ίδιος μετέφερε απλώς το τι του είχε λεχθεί από τον τελευταίο.
Βέβαια ο Κατηγορούμενος ανέδειξε με έμφαση στη μαρτυρία του πως ο μάρτυρας αυτός απέφευγε να μιλά για τον εαυτό του, εισηγούμενος εμμέσως πλην σαφώς πως προσπαθούσε να αποκρύψει γεγονότα αρνητικά για την προσωπικότητα του από το Δικαστήριο. Είναι γεγονός πως μέσα από τη μαρτυρία του διαφάνηκε σε κάποια σημεία πως δεν επιθυμούσε να επεκταθεί στα της συμπεριφοράς του κατά τον χρόνο που συμβίωνε με τη Μ.Υ.6. Εντούτοις όμως, αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι πως, ως ήδη υποδείξαμε, η Μ.Κ.4 ανέφερε πως κατά τη συνομιλία της με τον Μ.Κ.7, ο τελευταίος της παραδέχθηκε ευθέως πως ασκούσε βία στην Μ.Υ.6 και πως έκανε χρήση ναρκωτικών 10 έτη προηγουμένως. Γεγονότα που, ως η Μ.Κ.4 ανέφερε, της διηγείτο αντιλαμβανόμενος τα λάθη που έκανε όσο ήταν στην Αγγλία. Αλλά και ενώπιον μας ήταν εμφανές από τον τρόπο που απαντούσε πως αντιλαμβανόταν πως η συμπεριφορά του δεν ήταν η δέουσα τότε. Όμως το πιο ουσιώδες εδώ, είναι αυτό που και ο ίδιος ο Μ.Κ.7 ορθώς επεσήμανε κατ’ επανάλειψιν. Ότι δηλαδή σίγουρα αυτό δεν ήταν το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ούτε βέβαια και ο λόγος που κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία, ούτε βρισκόταν ο ίδιος υπό εκδίκαση για το παρελθόν του, εξ ου και δεν ήταν διατεθειμένος να αναφέρεται στο ζήτημα αυτό, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν ήταν αμφισβητούμενο. Το γεγονός αυτό και μόνο βέβαια δεν τον καθιστά εκ προοιμίου αναξιόπιστο, ως ήταν εν πολλοίς η θέση του Κατηγορούμενου.
Ως δε διαφαίνεται από τα όσα ακολουθούν, η μαρτυρία του Μ.Κ.7 συνήδε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.8, καθώς και της Μ.Κ.4, η οποία περιέγραψε το τι της ανέφερε ο μάρτυρας αυτός (Μ.Κ.7) κατά τρόπο που συνάδει με τις αναφορές του τελευταίου ενώπιον μας. Οι δε όποιες μικρές διαφοροποιήσεις εντοπίζονται στη μαρτυρία τους, αναφορά στις οποίες γίνεται πιο κάτω στο πλαίσιο εξέτασης των γεγονότων, κατά την κρίση μας όχι μόνο δεν είναι τέτοιες που να μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του Μ.Κ.7, αλλά αντιθέτως καταδεικνύουν την απουσία προσυνεννόησης μεταξύ του ίδιου και των λοιπών, ως προς το τι θα κατέθεταν. Ως προς το εκδικητικό κίνητρο που έντονα του αποδόθηκε, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, τούτο αποδομείται μέσα από τα ίδια τα γεγονότα, με βάση τα οποία ενεπλάκη στην υπόθεση.
Τα ίδια ισχύουν και για τον Μ.Κ.8, ο οποίος όπως και ο Μ.Κ.7 παρέμεινε σταθερός στα όσα κατέθεσε χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Ειδικότερα σε σχέση με τον Μ.Κ.8 σημειώνουμε πως παρότι δεν μπορούσε να δώσει άμεση μαρτυρία ως προς τις σεξουαλικές συμπεριφορές που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, αφού δεν είχε δει κάτι ο ίδιος με τα μάτια του, εντούτοις έδωσε μαρτυρία σε σχέση με αναφορές της Παραπονούμενης που περιήλθαν στην αντίληψη του. Παράλληλα περιέγραψε και τον τρόπο διαβίωσης τους στο πλαίσιο της οικογένειας τους, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις, απαντώντας πάντα χωρίς δεύτερες σκέψεις ή ενδοιασμούς. Δίνοντας την εντύπωση, ένεκα και της φυσικότητας με την οποία κατέθετε, πως τα όσα περιέγραφε αποτελούσαν βιώματα του και όχι αποκυήματα της φαντασίας του ή υπερβολές του. Άλλωστε τα αλλότρια κίνητρα που του αποδόθηκαν αποδομούνται και στην περίπτωση του από τα ίδια τα γεγονότα και τον τρόπο με τον οποίο αυτά εξελίχθηκαν και εν τέλει δεν αντέχουν ούτε στη βάσανο της λογικής.
Από την άλλη ήταν εμφανής η μεροληψία των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4 οι οποίοι κατά τρόπο εντελώς αδικαιολόγητο και πρωτοφανή, παρουσιάζονταν απόλυτοι ως προς το ότι τα όσα αποδίδονται στον Κατηγορούμενο δεν ευσταθούν. Ενώ στην πραγματικότητα ένεκα του ότι παραδεκτώς δεν συμβίωναν μαζί με τους εμπλεκόμενους κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατ’ επέκταση δεν περνούσαν όλο το χρόνο τους με τον Κατηγορούμενο και τα παιδιά, δε θα μπορούσαν εκ των πραγμάτων να είναι τόσο απόλυτοι και βέβαιοι. Γεγονός το οποίο θέτει εν αμφιβόλω την αντικειμενικότητα τους και παράλληλα δημιουργεί σημαντικό ρήγμα στην αξιοπιστία τους.
Ως προς την άλλη πτυχή της μαρτυρίας τους με την οποία προσπάθησαν να στηρίξουν τη θέση του Κατηγορούμενου πως επρόκειτο γενικά για μια φυσιολογική και λειτουργική οικογένεια, αυτή στηριζόταν εν πολλοίς στην επαφή που είχαν με την οικογένεια και σε φωτογραφικό υλικό. Εν σχέσει με το φωτογραφικό υλικό όμως, αυτό πέραν του ότι από την αντεξέταση διαφάνηκε να αφορά στην πλειοψηφία του παλαιότερους χρόνους, εμπεριέχει και πολλές φωτογραφίες που αποτυπώνουν την ίδια έξοδο ως και ο Μ.Υ.2 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Επομένως αυτό που με άλλα λόγια θέλουμε να πούμε, είναι πως το φωτογραφικό υλικό στο οποίο στηρίχθηκε η υπεράσπιση, δεν είναι τέτοιο ή τόσο εκτενές (αφορά 14 εξόδους σε μια δεκαετία) που να μπορεί να καταρρίψει χωρίς άλλο τη θέση του Μ.Κ.8 ή και της Παραπονούμενης ως προς τους περιορισμούς που είχαν στις εξόδους και συναναστροφή τους με φίλους τους καθώς και στη χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης και εν γένει για τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι τους. Η θέση εξάλλου της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8, δεν ήταν πως δεν έβγαιναν καθόλου, αλλά ότι τούτο γινόταν μαζί με τον Κατηγορούμενο και πως ουσιαστικά οι κοινωνικοποιήσεις τους ήταν με μέλη της οικογένειας του Κατηγορούμενου, κάτι που όντως επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες αυτές, οι οποίες πέραν του ότι είναι πολύ περιορισμένες, δεν απεικονίζουν στην πλειοψηφία τους στιγμές κοινωνικοποίησης των παιδιών με φίλους.
Ως προς την επαφή που είχαν οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4 με τον Κατηγορούμενο, τη Μ.Υ.6 και τα παιδιά, σημειώνουμε πως μαζί τους (στο ίδιο σπίτι) διέμεναν μόνο για λίγο χρόνο αφότου οι τελευταίοι αφίχθηκαν στην Κύπρο και πάντως πριν ο Κατηγορούμενος αρχίσει να επιδίδεται στη συμπεριφορά που του καταλογίζεται. Θυμίζουμε ότι αφού έφυγαν από το σπίτι των γονέων του Κατηγορούμενου ενοικίασαν μετά δύο διαδοχικά υποστατικά, προτού αγοράσουν το υποστατικό στις Βρυσούλες περί το 2017. Τα δε περιστατικά τοποθετούνται από το 2019 και εντεύθεν.
Εν σχέσει τώρα με τις επισκέψεις τους, αρκούμαστε να πούμε πως όσο και αν προσπάθησαν να δώσουν την εικόνα των ιδιαίτερα παρατεταμένων επισκέψεων, και αναφερόμαστε ιδιαίτερα στη μαρτυρία της Μ.Υ.4, εντούτοις δεν είναι δυνατόν εκ των επισκέψεων αυτών να μπορούν να αποκλειστούν, χωρίς άλλο, γεγονότα που φέρονται να συνέβαιναν εν κρυπτώ και σε χρόνους που οι εν λόγω μάρτυρες υπεράσπισης δεν ευρίσκονταν εκεί.
Όμως το ουσιαστικότερο εκ της μαρτυρίας των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4 ήταν πως κατέθεσαν για πτυχές τις υπόθεσης που δεν ήταν αναμενόμενο να καταθέσουν αν δεν είχαν προηγουμένως συνομιλήσει μεταξύ τους ή με τον Κατηγορούμενο και αν δεν γνώριζαν πως συζητούντο στη διαδικασία και είχαν κάποια σημασία στην υπόθεση. Όπως για παράδειγμα η Μ.Υ.4 όταν ανέφερε χωρίς να ερωτηθεί καθώς περιέγραφε τη διαρρύθμιση του σπιτιού, πως ο Μ.Κ.8 είχε δικά του κλειδιά για την πόρτα του δωματίου του η οποία είχε πρόσβαση προς τα έξω. Κάτι το οποίο αποτελεί μια λεπτομέρεια, την οποία δεν θα αναμένετο λογικά να αναφέρει αν δεν γνώριζε πως το ζήτημα αυτό είχε συζητηθεί και πως αποτελούσε επίδικο ζήτημα το αν είχε ελευθερία κινήσεων ο Μ.Κ.8 ή όχι. Η αναφορά δε σε αυτό σίγουρα πλήττει τη θέση της πως δεν συζήτησαν οτιδήποτε με τον Κατηγορούμενο ή το σύζυγο της. Εξάλλου ο Μ.Υ.2 παραδέχθηκε ευθέως πως είχε συζητήσει με τον Κατηγορούμενο ορισμένες πτυχές της υπόθεσης. Ενισχύοντας έτσι έντονα την εντύπωση μας πως η κλήση τους εντάσσετο στο πλαίσιο μιας ενορχηστρωμένης προσπάθειας υποβοήθησης της υπεράσπισης του γιου τους.
Προσπάθεια μάλιστα η οποία φαίνεται να είχε αρχίσει από τον ίδιο το χρόνο που έγινε η καταγγελία. Κάτι το οποίο ενισχύει έτι περαιτέρω την εντύπωση περί ενορχηστρωμένης προσπάθειας υποβοήθησης της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου. Και λέγουμε τούτο εφόσον διαφάνηκε πως και οι δύο προσπάθησαν να παρουσιάσουν εκ του ασφαλούς ηλεκτρονική αλληλογραφία αποσταλείσα στους ίδιους από τη συμβία του Κατηγορούμενου και μητέρα των Μ.Κ.7 και Μ.Κ.8 (ήτοι τη Μ.Υ.6), ως αλληλογραφία που γνήσια η ίδια απέστειλε σ’ αυτούς και η οποία γνήσια αποτύπωνε γεγονότα και καταστάσεις. Για να διαψευσθούν όμως και οι δύο από την ίδια τη Μ.Υ.6. Η οποία ως ήδη υποδείξαμε λογίζεται ως μάρτυρας της υπεράσπισης και η οποία αντεξεταζόμενη εξήγησε με τρόπο πειστικό και παραστατικό υπό ποιες περιστάσεις αποστάληκαν σε αυτούς τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα και υπό ποιες περιστάσεις απέστειλε η ίδια απευθείας ηλεκτρονικά μηνύματα στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου, διαψεύδοντας τους πλήρως. Δίδοντας παράλληλα λογικές και πειστικές εξηγήσεις ως προς το γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο η ίδια συνέχιζε να έχει επικοινωνία και να στηρίζει φαινομενικά τον Κατηγορούμενο. Ως προς το κίνητρο που της αποδόθηκε για την αλλαγή της στάσης της, εξηγούμε πιο κάτω γιατί τούτο δεν θεωρούμε πως μπορεί να πλήξει τη μαρτυρία της ούτε και να αλλοιώσει τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Ιδίως αν συνυπολογιστεί πως η μαρτυρία και οι περιγραφές της συνάδουν με άλλη ανεξάρτητη ή μη αμφισβητούμενη μαρτυρία.
Επανερχόμενοι όμως στους Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4 σημειώνουμε πως στο πλαίσιο της ίδιας προσπάθειας (υποβοήθησης της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου) θεωρούμε ότι εντάσσεται και η προσφιλής τακτική τους να επιχειρούν να διαβάλουν τους μάρτυρες κατηγορίας, χωρίς στην ουσία όμως να υφίσταται στέρεο υπόβαθρο προς τούτο. Τέτοια ήταν κατ’ αρχάς η στάση τους για τον Μ.Κ.9, εναντίον του οποίου εξέφρασαν παράπονο για τη συμπεριφορά του. Επί τούτου σημειώνουμε πως θέση τους ήταν πως ο Μ.Κ.9 ρώτησε τηλεφωνικώς τον Μ.Υ.2 αν γνώριζε κάτι για την υπόθεση, ότι ο Μ.Υ.2 του ανέφερε πως τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του (Μ.Υ.4) ήθελαν πρώτα να μιλήσουν με τον δικηγόρο τους, ότι στη συνέχεια την ίδια μέρα ο Μ.Υ.2 του είπε ότι δεν ήταν εφικτό να το πράξουν εντός της ημέρας, ότι ακολούθως ο Μ.Κ.9 τον πίεζε να του δώσει κατάθεση, ότι ο Μ.Υ.2 αρνείτο για τον πιο πάνω λόγο, ότι ο Μ.Κ.9 τον ρώτησε αν αυτός και η σύζυγος του πίστευαν πως ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να προβεί στις πράξεις που του καταλογίζονται και ότι αυτοί του απάντησαν αρνητικά. Μετά ήταν η θέση του πως ο δικηγόρος του, του ανέφερε πως θα έπρεπε να υπογράψουν αυτή την κατάθεση και υποστήριξε πως προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί με τον Μ.Κ.9 τις επόμενες μέρες για να υπογράψει την κατάθεση, αφήνοντας του μηνύματα (βλ. Τεκμήριο 27) χωρίς ωστόσο αυτός να ανταποκριθεί. Παρά μόνο, μετά την καταχώρηση της υπόθεσης του απάντησε κάποια αστυνομικός, λέγοντας του πως η υπόθεση είχε καταχωρηθεί και πως δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι άλλο. Ανάλογη ήταν και η θέση της Μ.Υ.4.
Εκ των πιο πάνω κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε πως ξενίζει η θέση του Μ.Υ.2 και της Μ.Υ.4 πως τους ζητείτο να δώσουν κατάθεση από το τηλέφωνο, αφού ως είναι γνωστό αν δεν υπογραφεί το γραπτό κείμενο ως ορθό, δεν αποτελεί κατάθεση, κάτι το οποίο δεν διατηρούμε αμφιβολία πως ο Μ.Κ.9 με την πείρα που διέθετε τότε, γνώριζε πολύ καλά. Η δε θέση του Μ.Υ.2 ότι δεν έδειξαν ενδιαφέρον για να του λάβουν κατάθεση δεν συνάδει με το γεγονός πως κατά παραδοχήν του Μ.Υ.2, ο Μ.Κ.9 επικοινώνησε μαζί του για το σκοπό αυτό. Όταν δε υπεδείχθη το γεγονός αυτό στον Μ.Υ.2 κατά την αντεξέταση του, ανέφερε τη χωρίς συνοχή θέση, ότι είχαν μόνο ενδιαφέρον να λάβουν την προφορική του κατάθεση, χωρίς ωστόσο να έχει δοθεί κάποια εξήγηση ως προς το ποια θα ήταν η χρησιμότητα, για τον Μ.Κ.9, μιας τέτοιας προφορικής κατάθεσης. Ανεξαρτήτως τούτου δεν ήταν αντιληπτό πως ενώ ήταν η θέση του Μ.Υ.2 πως ο Μ.Κ.9 ήθελε μόνο να τους λάβει προφορική κατάθεση, ακολούθως υποστήριζε πως ο Μ.Κ.9 κατέγραψε κατάθεση, την οποία κιόλας παρά τις προσπάθειες τους, δεν μπόρεσαν να υπογράψουν.
Εν τέλει βέβαια διεφάνη πως ως κατάθεση φαίνεται να θεωρούν το ότι ανέφεραν στον Μ.Κ.9, ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.2 και η σύζυγος του δε θεωρούσαν τον Κατηγορούμενο ικανό να διαπράξει τα όσα του καταλογίζονταν. Κάτι το οποίο σημειώνουμε πως ούτως ή άλλως ανέφεραν και ανέπτυξαν πλήρως με τη μαρτυρία τους και το οποίο εν πάση περιπτώσει αποτελεί την άποψη τους, η οποία για τους λόγους που υποδείξαμε πιο πάνω δεν μπορεί επουδενί να αποκλείσει τα γεγονότα που ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη. Ούτε κατ’ επέκτασιν αποτελεί μαρτυρία ουσιαστική, η οποία να πηγαίνει στη ρίζα των όσων του καταλογίζονταν και η οποία να δύναται να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την υπεράσπιση καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Ανεξαρτήτως δε των όσων πιο πάνω αναφέραμε σε σχέση με το ζήτημα αυτό και έχοντας κατά νου τη σκοπιμότητα, που φαίνεται να υπάρχει πίσω από τα ηλεκτρονικά μηνύματα που απεστάλησαν δήθεν από την Μ.Υ.6 προς τους ίδιους και τα οποία προώθησαν στον δικηγόρο τους, θεωρούμε άκρως ανασφαλές εγχείρημα να βασιστούμε στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος με το οποίο καταγράφουν τα παράπονα τους έναντι του Μ.Κ.9, αλλά και όσα αποδίδουν στην Μ.Κ.4, τα οποία εν τέλει δεν υιοθέτησε ούτε η Μ.Υ.6, η οποία τα χαρακτήρισε ως υπερβολή. Ούτε και εντοπίζουμε οποιοδήποτε λόγο να μην ήθελε να τους λάβει κατάθεση ο Μ.Κ.9 αν αυτοί ήταν πρόθυμοι να το πράξουν, όπως δεν εντοπίζουμε λόγο μια κοινωνική λειτουργός που δεν γνώριζε τον Κατηγορούμενο ή την οικογένεια του, να μεροληπτούσε σε βάρος του τελευταίου.
Η Μ.Υ.4 όμως προσπάθησε να διαβάλει και την Παραπονούμενη λέγοντας πως συνήθιζε να κλέβει, έχοντας όμως υποδείξει στη μαρτυρία της μόνο μια περίπτωση, όταν η Παραπονούμενη ήταν σε μικρότερη ηλικία. Όταν δε της υπεδείχθη ότι αναφέρθηκε σε ένα μόνο περιστατικό από το οποίο εξήγαγε ένα διευρυμένο συμπέρασμα για την Παραπονούμενη, και βλέποντας η Μ.Υ.4 την ανακολουθία αυτή, έσπευσε να αναφέρει ότι και σε άλλη περίπτωση της έδωσε 20 ευρώ, η Παραπονούμενη της είπε ότι τα έχασε, η ίδια της έδωσε άλλα 10 και στη συνέχεια της ανέφερε ότι βρήκε τα 20 ευρώ. Πέραν του ότι δεν είναι αντιληπτό πως με βεβαιότητα κατέληξε πως το τελευταίο αυτό περιστατικό που περιέγραψε ήταν περιστατικό κλοπής, εν πάση περιπτώσει τέτοιοι ισχυρισμοί, πως δηλαδή η Παραπονούμενη δεν έκλεβε μόνο στο σπίτι αλλά και την ίδια τη Μ.Υ.4 δεν υπεβληθησαν ποτέ στην Παραπονούμενη για να τοποθετηθεί και συνεπώς ως μονόπλευροι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας, (2010) 2 A.A.Δ. 551).
Πέραν όμως αυτού, η Μ.Υ.4 απέδωσε στην Παραπονούμενη ότι συχνά βρισκόταν σε μια κατασταση «trance», λέγοντας μάλιστα πως είναι είδος επιληψίας και περιγράφοντας πως ενώ έπαιζε μετά κοίταζε στο κενό. Είναι βέβαια σαφές πως για τις πιο πάνω θέσεις δεν υπάρχει ίχνος ιατρικής μαρτυρίας και ασφαλώς η ίδια δεν διαθέτει υπόβαθρο για την εκφορά μιας τέτοιας γνώμης, αφού δεν είναι γιατρός, ούτε μας αναφέρθηκε πως διαθέτει άλλη σχετική εμπειρία.
Το γεγονός βέβαια πως δεν στοιχειοθετούνται οι ισχυρισμοί αυτοί εναντίον της Παραπονούμενης ή του Μ.Κ.9 ή ακόμα και της Μ.Κ.4 ασφαλώς και δεν καθιστά αυτόματα αξιόπιστη τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Όμως αυτό που με βεβαιότητα μπορεί να λεχθεί είναι πως σίγουρα τα όσα προωθήθηκαν εναντίον της τελευταίας από τους μάρτυρες υπεράσπισης, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν πλήγμα στην αξιοπιστία της, ζήτημα το οποίο παραμένει ανοικτό και το οποίο βέβαια θα εξεταστεί σφαιρικά στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας.
Ό,τι άλλο παρατηρήσαμε για την Μ.Υ.4 ήταν πως είχε μια εμφανή δυσκολία να παραδεχθεί θέσεις που αντιλαμβανόταν πως θα είχαν αντίκτυπο στον Κατηγορούμενο. Όπως για παράδειγμα η διστακτικότητα που διαπιστώσαμε στο να παραδεχθεί ευθέως το αυτονόητο, ότι δηλαδή αν αντιλαμβανόταν πως ένας ενήλικας «ξεγύμνωνε» μια ανήλικη και της έβγαζε φωτογραφίες, θα έπρεπε να το καταγγείλει. Αντί λοιπόν να απαντήσει, σε αυτό το φαινομενικά απλό ερώτημα, ζητούσε να της επεξηγηθεί πού θέλει να οδηγήσει τα πράγματα η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής με αυτό που την ερωτά, παρόλο που ανέφερε εν τέλει πως θα κατάγγελλε ένα τέτοιο περιστατικό.
Και άλλες όμως θέσεις που προωθήθηκαν από τους μάρτυρες αυτούς ήταν προβληματικές επί των δικών τους όρων. Όπως για παράδειγμα το ότι από τη μια προωθείτο η θέση ότι ο Μ.Κ.8 είχε αρνητικά βιώματα από τον Μ.Κ.7 ένεκα της βίαιης και κακοποιητικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ενώ παράλληλα προωθείτο η θέση ότι σε συμπαιγνία μαζί του, κατάστρωσε σχέδιο για να προωθήσουν μια ψευδή καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Προώθησαν βέβαια και τη θέση πως ο Μ.Κ.8 κατασκεύασε αυτή την ιστορία επειδή ήθελε να πάνε στην Αγγλία, αφού πίστευε πως εκεί θα μπορούσε να έχει μια καλύτερη ζωή και να αλλάξει φύλο, διαδικασία που θα κάλυπτε το Εθνικό Σύστημα Υγείας της χώρας, χωρίς να χρειαστεί να πληρώσει. Παραλείποντας όμως να εξηγήσουν για ποιο λόγο θα έπρεπε να καλέσει ένα πρόσωπο το οποίο φοβόταν και ο οποίος επέδειξε πολύ άσχημη συμπεριφορά έναντι του για να μπορέσει να πάει στην Αγγλία. Με άλλα λόγια δηλαδή, αν η οικογένεια ήταν τόσο ανοικτή και κατανοητική ως η υπεράσπιση ήθελε να την παρουσιάσει, δεν εξηγείται για ποιο λόγο θα ήταν ανάγκη να καταστρώσει σχέδιο εμπλέκοντας τρίτα πρόσωπα και ξένους οργανισμούς, για να φύγει για την Αγγλία ενώ θα μπορούσε απλά να το συζητήσει και να πάει στην Αγγλία ως ενήλικας που ήδη ήταν.
Όλα τα πιο πάνω ουσιώδη ρήγματα που εντοπίζουμε στη μαρτυρία τους θεωρούμε πως δεν μας επιτρέπουν να στηριχθούμε στη μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων υπεράπισης με ασφάλεια, για την εξαγωγή ευρημάτων.
Ι. Ιστορικό – Μη αμφισβητούμενα γεγονότα.
Στρεφόμενοι τώρα στη λεπτομερή εξέταση των γεγονότων, κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε πως εκ της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δεν αμφισβητήθηκε πως η Μ.Υ.6 ήταν παντρεμένη με τον Μ.Κ.7, πως από τον γάμο τους απέκτησαν τον Μ.Κ.8 και την Παραπονούμενη, ότι ζούσαν στην Αγγλία, ότι ο Μ.Κ.7 ήταν ουσιοεξαρτημένος και επεδείκνυε βίαιη συμπεριφορά και ότι η όλη συμπεριφορά του οδήγησε στη διακοπή της σχέσης τους. Εξάλλου σε αυτές τις πτυχές του παρελθόντος του Μ.Κ.7, αναφέρθηκε με ένταση και ο Κατηγορούμενος. Επίσης μη αμφισβητούμενο ήταν και το γεγονός πως στη συνέχεια η Μ.Υ.6 γνώρισε τον Κατηγορούμενο, ότι αποφάσισαν να έρθουν στην Κύπρο περί το 2012, πράγμα το οποίο έπραξαν οπόταν και διέμεναν όλοι στην οικία των γονέων του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4) στο Αλεθρικό και ότι στη συνέχεια ενοικίασαν δικό τους σπίτι στην περιοχή εκείνη μέχρι που εν τέλει αγόρασαν την οικία στις Βρυσούλες το 2017. Κοινό τόπο αποτέλεσε πως εκ της σχέσης τους ο Κατηγορούμενος και η Μ.Υ.6 απέκτησαν ένα ακόμα παιδί την Ε.Α. και πως τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8 διέκοψαν τη φοίτηση τους σε σχολείο με αποτέλεσμα να παραμένουν στο σπίτι, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε και από τις έρευνες που διενήργησε η Μ.Κ.4. Στις περιστάσεις και λόγους κάτω από τις οποίες αυτό συνέβη θα επανέλθουμε, αφού αυτά ήταν αμφισβητούμενα και συνδέονται με την όλη αποδιδόμενη συμπεριφορά προς τον Κατηγορούμενο. Αυτό που δεν αμφισβητήθηκε πάντως, ήταν πως ο Μ.Κ.7 από το χρόνο που τα παιδιά έφυγαν από την Αγγλία, δεν είχε επαφή μαζί τους με εξαίρεση μια περίπτωση όπου ο ίδιος είχε προσέλθει στην Κύπρο και συναντήθηκε μαζί τους.
ΙΙ. Λόγος μη επικοινωνίας Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8 με τον πατέρα τους (Μ.Κ.7) από το 2012 που έφυγαν από την Αγγλία.
Όμως είναι γεγονός πως αποτέλεσε αμφισβητούμενο γεγονός το γιατί ο Μ.Κ.7 δεν είχε επαφή με τα παιδιά του κατά το διάστημα αυτό, με την υπεράσπιση να επικαλείται την αδιαφορία του και τον ίδιο να ισχυρίζεται ότι η Μ.Υ.6 με τον Κατηγορούμενο ουσιαστικά απήγαγαν τα παιδιά και τα έφεραν στην Κύπρο και δεν τον άφηναν να τα δει έκτοτε. Επί τούτου ο Μ.Κ.7 πειστικά υποστήριξε πως μετά τη φυγή τους από την Αγγλία υπέβαλε καταγγελία για διεθνή απαγωγή αφού τα παιδιά είχαν εξέλθει της χώρας χωρίς τη δική του γνώση και συγκατάθεση, ενώ επί του εύλογου ερωτήματος του τι απέγινε η καταγγελία επίσης εξήγησε πειστικά πως είχαν τότε επιστρατεύσει τον Μ.Κ.8 για να του ζητήσει να μην επιτρέψει να μπει η μητέρα του σε μπελά και γι’ αυτό το λόγο, δεν επέμεινε στις κατηγορίες. Βέβαια ο Κατηγορούμενος υποστήριξε με ένταση κατά τη μαρτυρία του πως ο λόγος που απέσυρε τις κατηγορίες ήταν το γεγονός πως ο Μ.Κ.7 δεν είχε χρήματα για να πληρώσει τις νομικές διαδικασίες[11], θέση η οποία όμως ουδέποτε τέθηκε στον Μ.Κ.7 ενόσω κατέθετε και στην οποία δεν κρίνουμε πως μπορούμε να προσδώσουμε βαρύτητα ένεκα και του μονόπλευρου τρόπου με τον οποίο προωθήθηκε.
Σε κάθε περίπτωση μετά απ’ αυτό και ένεκα του ότι η Μ.Υ.6 δεν απαντούσε στα μηνύματα του, ο ίδιος αναγκάστηκε να επικοινωνεί με τη μητέρα της Μ.Υ.6 καθώς και μια φίλη αλλά και τον αδελφό της, οι οποίοι απαντούσαν περιστασιακά και διαβίβαζαν κάποιες φορές τα μηνύματα του για χρόνια πολλά στα παιδιά. Θέση η οποία συνάδει και με το ότι, ως στη συνέχεια ανέφερε, ένεκα της αδυναμίας του να επικοινωνήσει με τα παιδιά του αναγκάστηκε να έρθει στην Κύπρο για να τα δει. Η συγκεκριμένη επίσκεψη στην Κύπρο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, με τον ίδιο τον Μ.Κ.7 όμως να διαφωνεί κάθετα με τη θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος τον βοήθησε τότε να δει τα παιδιά του. Θέση του ήταν πως όταν έφτασε στην Κύπρο ο πατέρας και ο αδελφός του Κατηγορούμενου είχαν απειλητική συμπεριφορά και ήθελαν να τον ξεφορτωθούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και επειδή αυτός τους είπε πως δε θα έφευγε αν δεν έβλεπε τα παιδιά του, εν τέλει του επέτρεψαν να τους δει. Περιγράφοντας μάλιστα παραστατικά πως η Παραπονούμενη είχε τότε «πεταχτεί» πάνω του και τον αγκάλιασε, κάτι που καταρρίπτει τη θέση της υπεράσπισης πως τα παιδιά δεν ήθελαν να έχουν επαφή μαζί του. Κάτι το οποίο κατέρριψε και ο Μ.Κ.8 (βιολογικός του υιός και αδελφός της Παραπονούμενης), ο οποίος παρά το ότι δέχθηκε ουσιαστικά πως δεν ήθελε τότε να τον συναντήσει, εντούτοις εξήγησε πως είχε προηγηθεί αρνητική προδιάθεση του από τον Κατηγορούμενο. Παραδεχόμενος βέβαια (ο Μ.Κ.8) ειλικρινώς, πως μετά που ο Κατηγορούμενος του προκάλεσε φόβο γύρω από το θέμα της συνάντησης, του είπε εν τέλει πως μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει, λέγοντας του παράλληλα πως ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος) πάντως το θεωρούσε κακή ιδέα. Εξ ου και ως φαίνεται ο ίδιος ήταν αρνητικός στην επικείμενη συνάντηση, αφού τότε εμπιστευόταν τον Κατηγορούμενο ως την μόνη πατρική φιγούρα που είχε. Ο Κατηγορούμενος βέβαια αρνήθηκε πως ο ίδιος ήταν η αιτία που ο Μ.Κ.8 δεν ήθελε να δει τον Μ.Κ.7 τότε και πως ουδέποτε τον διέβαλε στα παιδιά. Έχοντας όμως κατά νου τον έντονα αρνητικό τρόπο με τον οποίο αναφερόταν στον Μ.Κ.7 ο Κατηγορούμενος καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, τρόπος ο οποίος έφτανε στο σημείο της εμπάθειας, δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε τη θέση του Κατηγορούμενου πως δεν είχε μιλήσει τότε αρνητικά στα παιδιά. Παραπέμπουμε προς τούτο ενδεικτικά στα πρακτικά ημερ. 7.3.25, σελ. 54, γρ. 15-28 και σελ. 55 και ημερ. 20.2.25, σελ. 36, γρ. 26-33.
Επανερχόμενοι στα της επίσκεψης του Μ.Κ.7 στην Κύπρο, ο ίδιος ανέφερε επίσης πως με τρόπο χειριστικό του υποσχέθηκαν πως θα διατηρούσαν συστηματική επικοινωνία μαζί του έτσι ώστε να φύγει, για να του πουν όμως μετά που αναχώρησε πως άλλαξαν γνώμη, διακόπτοντας έκτοτε κάθε επαφή. Αφού δε μετακόμισαν, εύλογα εξήγησε πως δεν είχε τρόπο να μάθει που διέμεναν ενώ ούτε στις κλήσεις του απαντούσαν. Αντίστοιχη ήταν επί του προκειμένου και η μαρτυρία της Μ.Κ.4 η οποία μετέφερε τα όσα της εξιστόρησε ο Μ.Κ.7, χωρίς να παρατηρείται διάσταση μεταξύ των όσων η Μ.Κ.4 μετέφερε ως λεχθέντα του Μ.Κ.7 και των όσων ο Μ.Κ.7 κατέθεσε στο Δικαστήριο.
Με εξίσου πειστικό τρόπο όμως ο Μ.Κ.7 εξήγησε και το γιατί δεν προέβη σε νέες διαδικασίες, λέγοντας ότι αν το έπραττε πίστευε πως και πάλιν θα επιστράτευαν τα παιδιά για να τον αναγκάσουν εμμέσως να αποσύρει τις καταγγελίες. Εξάλλου ως θα διαφανεί και πιο κάτω η μαρτυρία του ως προς τον τρόπο που ενεπλάκη στην υπόθεση καταδεικνύει πράγματι πως δεν ήταν αδιάφορος, μαρτυρία η οποία πρέπει να πούμε πως συνήδε όχι μόνο με τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, αλλά και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.8.
ΙΙΙ. Επικοινωνία του Μ.Κ.7 με τον γιο του Μ.Κ.8 το 2022 (10 έτη μετά).
Επί του τρόπου επανασύνδεσης, ο Μ.Κ.7 ανέφερε πως μερικούς μήνες πριν τον Ιούνιο του 2022, που ήρθε στην Κύπρο, έλαβε ένα μήνυμα από συγκεκριμένο λογαριασμό ο οποίος είχε αντιληφθεί πως ήταν ψεύτικος αλλά στην πορεία της συνομιλίας αντελήφθη ότι το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσε ήταν ο γιος του (ο Μ.Κ.8), ο οποίος προέβη σε διάφορες αναφορές προς τον ίδιο. Αναφορές οι οποίες πρέπει να πούμε πως αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση τόσο το ότι έγιναν όσο και το ότι το περιεχόμενο τους ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Επί του δεύτερου δεν μπορούμε προφανώς να αποφανθούμε στο στάδιο αυτό αφού αφορά την ουσία της υπόθεσης, για την οποία όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε, δεν είχε πρωτογενή γνώση. Όμως ως προς το ότι έγιναν οι αναφορές αυτές προς τον ίδιο δεν διατηρούμε καμμιά αμφιβολία, αφού μας μετέφερε με τρόπο παραστατικό και πειστικό τα όσα είχαν διαμειφθεί, τα οποία ως θα διαφανεί και από τη συνέχεια συνήδαν και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.8.
Συγκεκριμένα ήταν η θέση του πως ο Μ.Κ.8 του ανέφερε πως αναγκάστηκε κατ’ αρχάς να δημιουργήσει ένα ψεύτικο λογαριασμό για να μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του, αφού ο Κατηγορούμενος δεν του επέτρεπε να επικοινωνήσει μαζί του, δεν του επέτρεπε να κάνει οτιδήποτε χωρίς την άδεια του και μάλιστα του είχε πει πως αν ο Κατηγορούμενος μάθαινε πως είχε επικοινωνήσει μαζί του θα τον σκότωνε. Επίσης του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος δεν επέτρεπε ούτε στον ίδιο ούτε στην Παραπονούμενη να έχουν φίλους ή να βγαίνουν από το σπίτι χωρίς αυτός να είναι μαζί τους, ότι ο λόγος που επέλεξε να επικοινωνήσει μαζί του ήταν επειδή ο Κατηγορούμενος κακοποιούσε σεξουαλικά την Παραπονούμενη από την ηλικία των 13 ετών και εν τέλει του ζήτησε να τον βοηθήσει να ξεφύγει από όλο αυτό που ζούσαν. Παράλληλα του ανέφερε πως είχε με κάποιο τρόπο καταφέρει να επικοινωνήσει με κάποιο οργανισμό και ότι μέσω αυτού έγινε ένα «report» στην αστυνομία.
Παρά το ότι ως ήδη υποδείξαμε ο Μ.Κ.7 δεν μπορούσε να γνωρίζει αν τα όσα του μεταφέρονταν ήταν αληθή και παρά το ότι δεν διευκρίνισε σε ποιον οργανισμό αναφερόταν και αν του λέχθηκε όνομα τότε, εντούτοις οφείλουμε να σημειώσουμε πως επί του τελευταίου, τα όσα ανέφερε συνάδουν με την αναφορά της Μ.Κ.4 πως είχε επικοινωνήσει μαζί της δικηγόρος που εργαζόταν σε συγκεκριμένο οργανισμό ο οποίος της ανέφερε πως διατηρούσε επικοινωνία με τον Μ.Κ.8 για κάποιο διάστημα προηγουμένως. Περιπλέον σημειώνουμε πως υπήρχε μαρτυρία ότι και η διαδικτυακή φίλη του Μ.Κ.8 Jadelynne έκανε διαβήματα μέσω άλλου οργανισμού για να τους βοηθήσει. Ως δε θα διαφανεί και από τη συνέχεια τα όσα ο Μ.Κ.7 ανέφερε συνάδουν και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.8, ο οποίος ανέφερε και αυτός πως εξ αιτίας αναφορών της Παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος την ανάγκαζε να τον αγγίζει και το αντίστροφο από την ηλικία των 13 ετών, επικοινώνησε με τον Μ.Κ.7 στον οποίο ανέφερε τα πιο πάνω καθώς και την εν γένει κατάσταση που βίωνε, ζητώντας του να τους βοηθήσει.
Σημαντικό είναι να τονιστεί πως θέση του Μ.Κ.7 ήταν πως ο Μ.Κ.8 δεν του είπε εξ αρχής για τις σεξουαλικές συμπεριφορές επειδή ήθελε να δει αν μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Το ουσιώδες βέβαια εδώ είναι πως όταν εν τέλει του το ανέφερε, o M.K.7 εγκατέλειψε το σπίτι του στη Νέα Ζηλανδία και τη σύντροφο του και πήγε στην Αγγλία και απ’ εκεί ήρθε στην Κύπρο για να τους συναντήσει. Κάτι που καταδεικνύει ακριβώς πως είχε ενδιαφέρον για τα παιδιά του. Ακόμα δε και αν ήθελε θεωρηθεί πως είχε και ο ίδιος εν μέρει κάποια ευθύνη για τη μη επικοινωνία με τα παιδιά του για όλο αυτό το διάστημα, κατ’ αντίθεση προς τα όσα υποδείξαμε ανωτέρω, εντούτοις φαίνεται πως μόλις είχε την ευκαιρία και αντελήφθη πως τον χρειάζονταν πραγματικά, φρόντισε να είναι παρών.
Ως προς τη θέση που του υποβλήθηκε με ένταση και την οποία προώθησε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος με επίσης εμφαντικό τρόπο, ότι δηλαδή από τη Νέα Ζηλανδία δεν έφυγε για το λόγο που εξήγησε αλλά επειδή τον έδιωξε η σύζυγος του ένεκα της κακοποιητικής συμπεριφοράς που επεδείκνυε και έναντι της, σημειώνουμε πως ο Μ.Κ.7 την απέρριψε πειστικά λέγοντας πως για τον ίδιο προείχαν πλέον τα παιδιά του και ότι διέκοψε τη σχέση εκείνη εφόσον δεν μπορούσε να λειτουργήσει εξ αποστάσεως.
Μάλιστα - και τούτο είναι το πιο ουσιώδες - ήταν έτοιμος να αποκαλύψει αλληλογραφία με την εν λόγω σύντροφο του, η οποία ως η θέση του καταδείκνυε πως η σχέση τους διακόπηκε λόγω του ότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει εξ αποστάσεως και όχι λόγω κακοποίησης της τελευταίας. Όμως παρά την προθυμία του Μ.Κ.7 να αποκαλύψει τα δεδομένα αυτά, η υπεράσπιση επέλεξε να μην του ζητήσει να τα παρουσιάσει και να επικαλείται τη θέση αυτή εκ του ασφαλούς, χωρίς κιόλας να προκύπτει η πηγή της γνώσης του Κατηγορούμενου που προώθησε με ένταση τις θέσεις αυτές. Εν τέλει πρέπει εξάλλου να πούμε πως ακόμα και αν έφυγε από τη Νέα Ζηλανδία λόγω προβλημάτων που είχε εκεί με την σύντροφο του, τούτο δεν αλλοιώνει το ενδιαφέρον που επέδειξε για τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του, ως εκ των αναφορών του γιου του, Μ.Κ.8 και τα οποία αποτέλεσαν και τον λόγο για τον οποίο εν τέλει ήρθε στην Κύπρο τον Ιούνιο του 2022.
IV. Ισχυριζόμενο Αλλότριο Κίνητρο του Μ.Κ.7.
Τα όσα βέβαια ήδη παρατέθηκαν εν σχέσει με τον τρόπο που ενεπλάκη στην υπόθεση, ομολογουμένως δεν καταδεικνύουν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, πως είχε εμπλακεί με αλλότρια κίνητρα, ως του αποδόθηκε. Η δε συνέχεια των πραγμάτων όμως αποδομεί το κίνητρο που του αποδόθηκε έτι περαιτέρω. Και λέγουμε τούτο εφόσον απ’ εκεί και πέρα, θέση του ήταν ότι ήρθε στην Κύπρο στις 13.6.22 και ότι ερχόμενος στην Κύπρο το σχέδιο του ήταν να τους πάρει και να φύγει και όχι να υποβάλει καταγγελία. Σχέδιο το οποίο όμως ανατράπηκε αφού επικοινώνησε μαζί του η Μ.Κ.4, η οποία τον ενημέρωσε ότι είχε αρχίσει ήδη να διεξάγεται διερεύνηση της υπόθεσης σεξουαλικής κακοποίησης. Την εν λόγω επικοινωνία επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.4 με τη δική της μαρτυρία, με την οποία επιβεβαιώνεται και η θέση του Μ.Κ.7 πως η συνάντηση με τα παιδιά του έγινε στο Σπίτι του Παιδιού στις 16.6.22 και όχι προηγουμένως.
Προς επίρρωση δε της αλήθειας των λεγομένων του επέμεινε έντονα πως είχε όλα τα μηνύματα στο κινητό του, δηλώνοντας την ετοιμότητα του να τα μοιραστεί με τους παράγοντες της δίκης καθώς και το Δικαστήριο, έτσι ώστε να αποκλείσει τις θέσεις της υπεράσπισης πως δεν έγιναν οι αναφορές από τον Μ.Κ.8 προς τον ίδιο, ή ότι κατάστρωσαν σχέδιο με τον Μ.Κ.8 και την Παραπονούμενη για να ενοχοποιήσουν τον Κατηγορούμενο, έτσι ώστε ο ίδιος να τον εκδικηθεί επειδή του είχε πάρει τη σύντροφο και τα παιδιά και ήρθαν στην Κύπρο.
Παρά όμως την προθυμία του να παραδώσει τις σχετικές συνομιλίες για αυτό το θέμα καθώς και το ηχητικό που του απέστειλε ο Μ.Κ.8 στο οποίο επίσης αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του και παρά την ευθεία αμφισβήτηση του περιεχομένου του ηχητικού, εντούτοις η υπεράσπιση και πάλιν επέλεξε να μην τεθεί το περιεχόμενο των συνομιλιών ή του ηχητικού στο Δικαστήριο και να το αμφισβητεί και πάλιν εκ του ασφαλούς. Μάλιστα αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης πως αν υπήρχε τέτοιο ηχητικό θα δίδετο στην αστυνομία και παρά ταύτα και ενώ ο μάρτυρας έλεγε στον συνήγορο υπεράσπισης πως το είχε στην κατοχή του, δεν του ζήτησε να το παρουσιάσει για να διαφανεί, αφού έτσι υποστήριζε η υπεράσπιση, πως έλεγε ψέματα. Εξάλλου στη θέση ότι ο ίδιος δεν το παρέδωσε στην αστυνομία, απάντησε με αμεσότητα λέγοντας πως το είχε θέσει στη διάθεση της αστυνομίας, όμως τον ενημέρωσαν πως επειδή είχε ηχογραφηθεί χωρίς τη συναίνεση του Κατηγορούμενου, δε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία στο Δικαστήριο.
V. Μαρτυρία Μ.Κ.8 - Το ηχητικό.
Η μαρτυρία όμως του Μ.Κ.7 ως προς τον τρόπο που επικοινώνησε μαζί του ο Μ.Κ.8 καθώς και το τι αναφέρθηκε, ως και οι περιστάσεις υπό τις οποίες του αποστάληκε το ηχητικό συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.8, ο οποίος ανέφερε πως στις 30.1.22 (ημερομηνία που θυμάται αφού ήταν η επομένη των γενεθλίων του), η Παραπονούμενη προέβη σε συγκεκριμένες αναφορές προς τον ίδιο εν σχέσει με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την τελευταία, λέγοντας του πως ο Κατηγορούμενος την αναγκάζει να τον αγγίζει και το αντίστροφο, και ότι ο ίδιος την ίδια μέρα ενημέρωσε τον βιολογικό τους πατέρα για το τι συνέβαινε, ο οποίος διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο και με τον οποίο επικοινώνησε μέσω «Twitter». Βέβαια ως ο Μ.Κ.8 εξήγησε με τη μαρτυρία του, πρώτα μιλούσε με τον Μ.Κ.7 μέσω «Facebook» όπου διατηρούσε λογαριασμό, τον οποίο στη συνέχεια διέγραψε επειδή στην πραγματικότητα δεν του επιτρεπόταν από τον Κατηγορούμενο να έχει κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.
Κάτι το οποίο βέβαια εξυπακούει ότι στην πραγματικότητα δεν του είπε για το τι συνέβαινε την ίδια μέρα, αφού η ενημέρωση έγινε μέσω «Τwitter» ενώ στην αρχή συνομιλούσαν μέσω «Facebook». Τούτο βέβαια συνάδει με και εξηγεί την αναφορά του ίδιου του Μ.Κ.7, πως ο Μ.Κ.8 δεν του ανέφερε αμέσως το τι συνέβαινε, επειδή ήθελε πρώτα να δει αν μπορούσε να τον εμπιστευθεί. Επίσης η μαρτυρία του Μ.Κ.8 συνήδε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 σε σχέση με το ότι ο Μ.Κ.8 του απέστειλε ηχητικό μήνυμα. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.7 ανέφερε, ότι αφότου η Παραπονούμενη προέβη στην εν λόγω αναφορά προς τον Μ.Κ.8, λέγοντας του παράλληλα πως αυτά συνέβαιναν στο γραφείο του Κατηγορούμενου, το οποίο συνδέεται με το σπίτι χωρίς όμως να επικοινωνεί με αυτό απευθείας με πόρτα, αυτός (ο Μ.Κ.8) είχε την ιδέα η Παραπονούμενη να τον ηχογραφήσει έτσι ώστε να έχουν μαρτυρία εναντίον του. Προς τούτο έδωσε το τηλέφωνο του στην αδελφή του για να το χρησιμοποιήσει, η οποία εν τέλει τον ηχογράφησε μια μέρα μέσα στον Φεβρουάριο του 2022.
Ανάλογη σε σχέση με το ηχητικό ήταν και η μαρτυρία του Μ.Κ.8, η ειλικρίνεια του οποίου φαίνεται και από το γεγονός πως δεν δίστασε να παραδεχθεί πως επειδή δεν είχε ακουστικά να το ακούσει αλλά και επειδή έκρινε πως δε θα ήταν ασφαλές για να το «παίξει» δυνατά στο σπίτι, το έστειλε στον πατέρα του και ακολούθως το διέγραψε, χωρίς ο ίδιος να το ακούσει ποτέ. Αναφορά από την οποία το πρώτο που αναδύεται αβίαστα είναι ο φόβος που φαίνεται να αισθανόταν τότε, φόβος ο οποίος ανεπιτήδευτα αναδύθηκε και από άλλα σημεία της μαρτυρίας του, ως θα διαφανεί και από τα όσα έπονται. Το γεγονός δε πως ο Μ.Κ.8 μέχρι τέλους δεν αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του εν λόγω ηχητικού, περιοριζόμενος να μεταφέρει το τι του ανέφερε η Παραπονούμενη ότι έγινε το δεδομένο βράδυ (και δη ότι δεν έγινε κάτι πέραν του να βγάλει τα ρούχα της), απλά ενισχύει την αντίληψη μας πως δεν επιχειρήθηκε προσπάθεια να διαβουλευθεί με άλλους μάρτυρες πριν δώσει την κατάθεση του.
Όμως σε αυτό τούτο το περιεχόμενο του ηχητικού αναφέρθηκε ο Μ.Κ.7, ο οποίος το άκουσε και ο οποίος περιγράφοντάς το, ανέφερε πως ακούγεται ο Κατηγορούμενος να λέει στην Παραπονούμενη να βγάλει το σουτιέν και το εσώρουχο της για να μπορεί να την ελέγξει, όμως επειδή έχει περίοδο δεν μπορεί να βγάλει το εσώρουχο της, επίσης της ζητάει να γυρίσει και να σκύψει για να έχει καλύτερη οπτική γωνία, μετά ακούγονται να μιλούν σύντομα για τη θρησκεία και την εκκλησία και μετά η Παραπονούμενη να ρωτά αν τελείωσαν και ο Κατηγορούμενος να της αναφέρει «Για τώρα μπορείς να ντυθείς» ενώ ακολούθως κάποιος χτυπάει την πόρτα και λέει «ναι τελειώσαμε».
Δεν διατηρούμε καμμιά αμφιβολία πως ο Μ.Κ.7 μας περιέγραψε ειλικρινώς κατά τρόπο συνοπτικό, το τι είχε ακούσει να διαμείβεται στο εν λόγω ηχητικό. Εξάλλου πρέπει να πούμε πως δεν υπήρξε αμφισβήτηση γενικότερα του ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος ευρισκόμενος μόνος του με την Παραπονούμενη στο εργαστήρι/γραφείο που εφάπτετο της κυρίως οικίας όπου διέμεναν, της ζητούσε να βγάζει τα ρούχα της με τη δικαιολογία του ότι θα έπρεπε να την ελέγξει για κοψίματα. Αυτό μάλιστα ήταν κάτι το οποίο και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε στη μαρτυρία του και το οποίο εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται και από τις ίδιες τις φωτογραφίες Τεκμήριο 15, οι οποίες παραδεκτώς εξήχθησαν από το κινητό του Κατηγορούμενου. Φωτογραφίες οι οποίες αποτυπώνουν την Παραπονούμενη χωρίς ρούχα, φορώντας μόνο το κάτω εσώρουχο, να στέκεται στον εν λόγω χώρο όπου της λαμβάνονταν φωτογραφίες. Φωτογραφίες οι οποίες, επίσης επιβεβαιώνουν και το γεγονός ότι σε κάποιες εξ αυτών η Παραπονούμενη έσκυβε, αφού αυτό αποτυπώνεται αυτούσιο σε κάποιες εκ των φωτογραφιών αυτών. Το περιεχόμενο όμως του ηχητικού συνάδει και υποστηρίζει και την ίδια τη θέση του Μ.Κ.8 πως για να εισέλθει κάποιος στο χώρο εκείνο θα έπρεπε να χτυπήσει προηγουμένως. Έτσι που ασχέτως του ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.8 ευθέως δέχθηκε πως είχε το κλειδί του εργαστηρίου, εντούτοις δεν μπορούσε ποτέ να μπει χωρίς να χτυπήσει και να λάβει απάντηση ότι είναι εντάξει να περάσει.
Σημειώνουμε δε πως επί τούτου η θέση της υπεράσπισης ήταν τουλάχιστον αντιφατική, αλλά πάντως εν τέλει έγινε αποδεκτό πως έπρεπε να προηγηθεί χτύπημα για να εισέλθει κάποιος. Επί τούτου σημειώνουμε ότι ενώ αρχικά στον Μ.Κ.8 υποβλήθηκε ότι μπορούσε να μπει οποτεδήποτε ήθελε χωρίς δηλαδή να πρέπει να χτυπά (βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 24, γρ. 38), εν τέλει του υποβλήθηκε πως ο λόγος που ο Κατηγορούμενος ήθελε και έπρεπε να χτυπούν την πόρτα ήταν γιατί υπήρχαν επικίνδυνα μηχανήματα μέσα (βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 39, γρ. 8-9). Πάντως ποτέ δεν του τέθηκε η θέση που αργότερα προώθησε ο Κατηγορούμενος πως έπρεπε να χτυπούν μόνο όταν ήταν σε λειτουργία μηχανήματα και τούτο προς αποτροπή τυχόν ατυχημάτων.
Η δε θέση του Κατηγορούμενου πως ήταν μέσα ο Μ.Κ.8 σε περιπτώσεις που ήλεγχε την Παραπονούμενη, επειδή μετέβαινε για να του πάρει τσάι, ουδέποτε του υποβλήθηκε και αντί τούτου προωθήθηκε όπως και άλλες θέσεις του Κατηγορούμενου μονόπλευρα κατά τη δική του μαρτυρία.
Τώρα ως προς το γιατί, εφόσον φαίνεται πως τουλάχιστον από τον Φεβρουάριο του 2022, είχε γνώση ο Μ.Κ.7 των εκ πρώτης όψεως ανησυχητικών δεδομένων, δεν ήρθε ενωρίτερα στην Κύπρο, σημειώνουμε πως αφενός ο Μ.Κ.8 δεν ήταν βέβαιος ως προς τον ακριβή χρόνο που λήφθηκε το ηχητικό και αφετέρου ο Μ.Κ.7 βρισκόταν στη Νέα Ζηλανδία τότε. Γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, αφού του υποβλήθηκε πως άλλος ήταν ο λόγος που έφυγε από τη Νέα Ζηλανδία και δη επειδή είχε επιδείξει κακοποιητική συμπεριφορά και στη σύντροφο του εκεί. Θέση η οποία, ανεξαρτήτως του ότι δεν μπορεί λάβει ιδιαίτερη βαρύτητα για τους λόγους που ανωτέρω αναλύσαμε, αν μη τι άλλο εξυπακούει πως δεν αμφισβητείτο από την υπεράσπιση πως πράγματι ο Μ.Κ.7 διέμενε στη Νέα Ζηλανδία. Κάτι που με τη σειρά του εξυπακούει περαιτέρω και ως θέμα λογικής, το ότι χρειάστηκε και κάποιο χρόνο για να εγκαταλείψει τη ζωή του εκεί και να επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο, απ’ όπου εν τέλει ήρθε στην Κύπρο.
Εξάλλου ως ειλικρινώς ανέφερε ο Μ.Κ.8 στην κατάθεση του (Έγγραφο Θ, σελ. 2, γρ. 5-6), παρότι αντιλαμβανόταν ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά, εντούτοις η Παραπονούμενη δεν είχε προβεί σε άλλες αναφορές, μέχρι και την 11.6.22. Ημερομηνία κατά την οποία η Παραπονούμενη είχε προβεί σε νέες αναφορές προς τον Μ.Κ.8 που αφορούσαν επικείμενη και αρκετά σοβαρότερη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την ίδια, που αφορούσε το ότι ο Κατηγορούμενος της είχε πει πως όταν θα γινόταν 16 ετών θα είχε σεξουαλική επαφή μαζί της. Επειδή δε στις 16.6.22 η Παραπονούμενη θα γινόταν 16 ετών, ο Μ.Κ.8 μετέφερε τις αναφορές αυτές στον Μ.Κ.7 ο οποίος ακολούθως του ανέφερε ότι θα ερχόταν στην Κύπρο για να βοηθήσει, πράγμα το οποίο εν τέλει έπραξε στις 13.6.22, με σκοπό ως ανέφερε να τους πάρει και να φύγει. Σκοπό τον οποίο όμως εν τέλει δεν υλοποίησε, αφού μεσολάβησε η επικοινωνία της Μ.Κ.4 η οποία τον ενημέρωσε πως διερευνάτο υπόθεση για να καταλήξει εν τέλει να συναντηθεί με τα παιδιά του όχι αυθημερόν αλλά τη μέρα που έδωσαν κατάθεση ήτοι στις 16.6.22, στο Σπίτι του Παιδιού, ως ήταν δηλαδή και η μαρτυρία του Μ.Κ.8 αλλά και της Μ.Κ.4 επί του προκειμένου.
VI. Η διαβίωση στην Κύπρο - Μ.Κ.8.
Στρεφόμενοι τώρα στα της διαβίωσης τους, ο Μ.Κ.8 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι ερχόμενοι στην Κύπρο ο ίδιος φοίτησε στο δημοτικό και στο γυμνάσιο στην Κύπρο αλλά δεν πήγε Λύκειο. Θέση του ήταν επίσης πως ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που του είπε να μείνει στο σπίτι και να σπουδάσει από το διαδίκτυο γραφικές τέχνες, κάτι που στην πραγματικότητα δεν έκανε ποτέ αφού απλά παρακολούθησε κάποια μαθήματα αλλά δεν σπούδασε ποτέ στον κλάδο αυτό. Αντ’ αυτού από την ηλικία των 17 εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση που ανήκε στον Κατηγορούμενο, γράφοντας άρθρα των 1000 λέξεων κάθε μέρα, τα οποία δημοσιεύονταν σε ιστοσελίδες και ο Κατηγορούμενος πληρωνόταν γι’ αυτά, αλλά στον ίδιο κατέβαλλε μόνο 20 ευρώ το μήνα.
Βέβαια ο Μ.Κ.8 αμφισβητήθηκε έντονα ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που του είπε να μείνει στο σπίτι. Ο δε Κατηγορούμενος υποστήριξε έντονα με τη μαρτυρία του, ότι αυτό ήταν κάτι που συζήτησε με τη μητέρα του αφού ο ίδιος δεν ήθελε να συνεχίσει και πως ο ίδιος του ανέφερε κάποιες επιλογές που μπορούσε να έχει. Όμως ο ίδιος με πειστικό τρόπο απάντησε λέγοντας «Όχι ο M. το έκανε να ακούγεται καλύτερη ιδέα, ότι ήταν καλύτερη ιδέα να μείνω σπίτι, εγώ δεν το ήθελα όμως τον εμπιστεύτηκα, οπόταν συμφώνησα και γι’ αυτόν τον λόγο δεν πήγα»[12], για να επεξηγήσει δε περαιτέρω εξίσου πειστικά πως ο λόγος που τον εμπιστεύτηκε δεν ήταν η καλή σχέση που είχαν, αλλά το ότι ήταν η μόνη πατρική φιγούρα που είχε εκείνο τον καιρό και αρνούμενος κατηγορηματικά πως ο Κατηγορούμενος του στάθηκε σαν πραγματικός πατέρας.
Απέρριψε με επίσης κατηγορηματικό τρόπο τη θέση πως ήταν θύμα εκφοβισμού και πως γι’ αυτό δεν ήθελε να πηγαίνει σχολείο ενώ εξήγησε με συνοχή και το λόγο για τον οποίο έχοντας πάει στην Αγγλία δεν κυνήγησε το όνειρο που είχε για να σπουδάσει γραφικές τέχνες. Συγκεκριμένα ανέφερε πως δεν το έπραξε επειδή εν τω μεταξύ βρήκε δουλειά σε στέγη ηλικιωμένων, όπου εργάζεται ακόμα, κάτι το οποίο δεν αμφισβήτησε ούτε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ανέφερε ρητώς πως ο Μ.Κ.8 εργάζεται πλέον στην Αγγλία.
Χαρακτηριστικό ήταν πάντως το γεγονός πως ο Μ.Κ.8 δεν θυμόταν ποια ήταν η θέση της μητέρας του ως προς το ότι θα σταματούσε το σχολείο, κάτι που υποστηρίζει και τη θέση του πως η καθοριστική φιγούρα στο σπίτι ήταν ο Κατηγορούμενος και όχι η Μ.Υ.6. Απαντώντας δε σε σχετική υποβολή πως η μητέρα του του έλεγε να πάει σχολείο και πως το ότι δεν συνέχισε το σχολείο ήταν δική του επιλογή απάντησε χαρακτηριστικά[13]: «Ήθελα να συνεχίσω αλλά η μάμα μου ήταν επίσης σε μια παρόμοια κατάσταση και ο Michael ήταν πολύ πειστικός, οπόταν έπρεπε απλώς να συμφωνήσει». Γεγονός το οποίο με τη σειρά του εξηγεί και τη θέση του Μ.Κ.8, πως ο Κατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του τον χειραγωγούσε.
Περιγράφοντας μάλιστα τη ζωή του με φυσικότητα και περισσή αμεσότητα, ανέφερε πως δεν έβγαινε από το σπίτι επειδή δεν είχε ούτε το μέσον αλλά ούτε και φίλους, χαρακτηρίζοντας τη διαβίωση του στο σπίτι με τον Κατηγορούμενο σαν ένα είδος φυλακής. Ανέφερε πως πήγαινε μόνο στο περίπτερο για να αγοράζει κάποια πράγματα και πως η τελευταία φορά που είχε βγει έξω ήταν τον Ιανουάριο που είχε γενέθλια. Προς τούτο με συνοχή εξήγησε πως διαχρονικά και από νεαρή ηλικία δεν ήταν συχνή η επαφή του με άλλα παιδιά, απορρίπτοντας μάλιστα τη θέση πως τούτο συνέβαινε επειδή ήταν μικρός και έπρεπε να έχει περιορισμούς, αφού ως πειστικά εξήγησε τούτο συνέβαινε και κατά την ενήλικη του ζωή, ενώ ούτε όταν ήταν μικρός ήταν πολλές ή συχνές οι φορές που επεδίωκαν τη συναναστροφή του με άλλα παιδιά.
Θεωρούμε δε πως παρά την προθυμία μας δεν θα μπορούσαμε να αποδώσουμε παραστατικότερα απ’ ότι ο ίδιος, τον βαθμό στον οποίο κατέληξε να θεωρεί την απομόνωση αυτή φυσιολογική, απ’ όταν ανέφερε ότι είχε σε τέτοιο βαθμό συνηθίσει σε αυτό τον τρόπο ζωής, έτσι που όταν τέθηκαν οι περιορισμοί λόγω του κωρονοϊού ήταν «έκπληκτος που πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονταν που δεν έβγαιναν έξω από το σπίτι τους»[14]. Των πιο πάνω δεδομένων, φαίνεται πως πράγματι η ύπαρξη της πόρτας στο δωμάτιο του με την οποία είχε πρόσβαση στην αυλή, στην οποία δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση κατά την αντεξέταση του αλλά και εν συνεχεία από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο κατά τη μαρτυρία του, παρείχε μόνο φαινομενική αίσθηση ελευθερίας, αφού ως ο Μ.Κ.8 κατέστησε σαφές «Ναι υπήρχε εκεί, όμως δεν μπορούσα απλώς να βγω έξω», για να εξηγήσει περαιτέρω το λόγο λέγοντας «Επειδή ο Μ. μου είπε ότι δεν μου επιτρεπόταν»[15].
Υπό το φως των ανωτέρω και λαμβάνοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Κατηγορούμενος γενικά μιλούσε για τον Μ.Κ.8 κατά τη μαρτυρία του, ουδόλως ξενίζει η θέση του πως τα πράγματα ήταν χειρότερα όταν ήταν νεαρότερος, οπόταν ο Κατηγορούμενος του έλεγε πως δεν είναι σημαντικός, πως δεν είναι τόσο καλός, ότι τον αποκαλούσε «gay», ότι τον χτυπούσε σε μικρότερη ηλικία και πως όταν ήταν 17 ετών του έλεγε ότι ακόμα θα ήταν καλύτερα αν αυτοκτονούσε, ενίοτε ως αστείο, λέγοντας του συγκεκριμένα ότι «άνθρωποι που νιώθουν σαν εσένα κανονικά αυτοκτονούν». Έδειξε μάλιστα μέσω του τρόπου που απαντούσε σε υποβολές του τύπου πως ο Κατηγορούμενος τους φρόντιζε και πως νοιαζόταν γι’ αυτούς, πως αντιλαμβανόταν πλήρως τη διαφορά της πραγματικής πατρικής φροντίδας και ανησυχίας από την υποτίμηση και την κακία που αισθανόταν να λαμβάνει από τον Κατηγορούμενο. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην πιο κάτω απάντηση που έδωσε κατά την αντεξέταση του όπου ανέφερε: «Είναι πολύ διαφορετικό πράγμα αυτό που είπες, δεν με προστάτευε ή δεν ανησυχούσε για εμένα, το να υποτιμάς κάποιον είναι πολύ διαφορετικό από το (να) ανησυχείς για κάποιον»[16].
Βέβαια παρά τα όσα με λεπτομέρεια περιέγραψε, δεν αναφέρθηκε σε οποιουδήποτε είδους σεξουαλική κακοποίηση έναντι του, κάτι που υποστηρίζει έτι περαιτέρω τη θέση του πως η παρούσα υπόθεση δεν είναι αποτέλεσμα ενός καταστρωμένου σχεδίου για να στραφούν εναντίον του Κατηγορούμενου. Κάτι το οποίο ούτως ή άλλως δεν υποστηρίζεται ούτε από τον τρόπο που απαντούσε αλλά ούτε από τις ίδιες τις απαντήσεις του.
Χαρακτηριστική ήταν η θέση που προέβαλε για το ζήτημα της απουσίας πόρτας στο δωμάτιο όπου έμεναν οι αδελφές του, όπου με μετριοπάθεια και χωρίς να παίρνει έντονα θέση, ανέφερε πως δεν νομίζει να είναι αλήθεια ότι η μητέρα του δεν ήθελε να υπάρχει πόρτα εκεί λόγω του ότι θα εμπόδιζε κάποια έπιπλα. Θέση η οποία βέβαια επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, η οποία έχοντας πάει εκεί με πολύ μικρή προειδοποίηση., διαπίστωσε πως πράγματι δεν υπήρχε πόρτα και παράλληλα πως δεν υπήρχε κάποιο έπιπλο εκεί που δυνατόν να εμπόδιζε την πόρτα αν υπήρχε. Επίσης ο Μ.Κ.8 με ειλικρίνεια ανέφερε πως γνώριζε ότι η αδελφή του αυτοτραυματιζόταν, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος ήλεγχε το σώμα της ή ότι την έβγαζε φωτογραφίες. Ωστόσο δέχθηκε πως γνώριζε στη βάση των όσων του ανέφερε η αδελφή του πως και η φίλη της Παραπονούμενης, η Μ.G. αυτοτραυματιζόταν, διευκρινίζοντας βέβαια ότι ο ίδιος δεν είδε με τα μάτια του κάτι τέτοιο. Δείχνοντας παράλληλα έτσι πως αντιλαμβανόταν τη σημασία του να ακριβολογεί σε σχέση με το τι γνώριζε από προσωπική γνώση και τι όχι. Κάτι το οποίο διαφάνηκε και από το ότι, όταν του υποβλήθηκε πως η μητέρα του γνώριζε πως ο Κατηγορούμενος ήλεγχε την Παραπονούμενη για αυτοτραυματισμούς και ότι την φωτογράφιζε, ανέφερε με μετριοπάθεια ότι δεν πιστεύει ότι γνώριζε (η Μ.Υ.6) τι πραγματικά συνέβαινε αλλά παράλληλα έσπευσε να τονίσει (και ορθώς), πως δεν μπορούσε να μιλά εκ μέρους της μητέρας του. Ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί εδώ είναι πως παρά τη θέση του πως δεν γνώριζε τα περί ελέγχου τραυματισμών της Παραπονούμενης, δεν του υποβλήθηκε ποτέ η θέση που προώθησε αργότερα ο Κατηγορούμενος πως το γνώριζε, αφού έτυχε μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις να πάει και να του πάρει και τσάι στο εργαστήρι γραφείο, ενόσω διενεργούσε τέτοιους ελέγχους, θέση την οποία για άλλη μια φορά προώθησε μονόπλευρα ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο που έδιδε μαρτυρία.
Χωρίς ίχνος αναστολής και με πάσα ειλικρίνεια δέχθηκε πως ο ίδιος επισκεπτόταν ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου, διευκρινίζοντας πως υπήρχε μπλοκάρισμα σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες και πως μπορούσε ωστόσο να δει φωτογραφίες από το google. Δείχνοντας έτσι πως δεν είχε ενδοιασμό να «τσαλακώσει» τη δική του εικόνα. Τώρα ως προς το βίντεο το οποίο εμπεριείχε γυναικείο σαδισμό και το οποίο του απέδωσε ο Κατηγορούμενος ότι παρακολουθούσε[17], σημειώνουμε πως τέτοια θέση ουδέποτε του τέθηκε και συνεπώς δεν προτιθέμεθα να δώσουμε βαρύτητα στην μονόπλευρη μαρτυρία του Κατηγορούμενου επί τούτου. Ούτε και είναι αντιληπτό ποια ήταν η σχετικότητα της προώθησης τέτοιων ισχυρισμών και μάλιστα κατά ένα τέτοιο μονόπλευρο τρόπο.
Επίσης δεν διακρίναμε να είχε ενδοιασμό ούτε στο να παραδεχθεί θέσεις οι οποίες δυνατόν να αποδυνάμωναν την εκδοχή της Παραπονούμενης, όπως το ότι ήταν ο μόνος που είχε τα κλειδιά για το γραφείο ή εργαστήρι του Κατηγορούμενου, (όπου κατ’ ισχυρισμόν διενεργούντο οι επιλήψιμες ενέργειες). Ωστόσο με την ίδια ειλικρίνεια τόνισε πως υπήρχαν κανόνες, έτσι που παρά την κατοχή των κλειδιών, δεν μπορούσε να εισέλθει χωρίς να χτυπήσει και να πάρει άδεια. Κάτι το οποίο άλλωστε αποτυπώνεται και στο ηχητικό που περιέγραψε ο Μ.Κ.7 και στο οποίο αναφορά έγινε ανωτέρω. Έχουμε δε ήδη επισημάνει τις αντιφάσεις στην εκδοχή της υπεράσπισης επί του προκειμένου, η οποία παρά τις αντιφατικές θέσεις που προώθησε, εν τέλει αποδέχθηκε, ως ήταν και η θέση του Μ.Κ.8, πως υπήρχε ανάγκη για χτύπημα προτού κάποιος εισέλθει.
Ως προς το κίνητρο που του αποδόθηκε ήταν και αυτό προβληματικό επί των δικών του όρων, αφού αφενός του υποβάλλετο πως δεν ήθελε τον Μ.Κ.7 και ότι τον φοβόταν και αφετέρου ότι συνομώτησε μαζί του για να κατηγορήσουν ψευδώς τον Κατηγορούμενο, έτσι ώστε να μεταβεί και να ζήσει στην Αγγλία (όπου σημειωτέον πλέον κατοικεί και ο Μ.Κ.7). Πέραν όμως της εγγενούς αντιφατικότητας που χαρακτηρίζει την πιο πάνω τοποθέτηση, ο ίδιος με τη χαρακτηριστική απλότητα που χαρακτήριζε τις απαντήσεις του ανέφερε «Αν αυτή ήταν η κατάσταση δεν θα ήμασταν εδώ τώρα, δεν θα υπήρχε οποιοαδήποτε ανάγκη γι’ αυτό. Απλώς θα έλεγα στον πατέρα μου να έρθει στο σπίτι μας, δεν θα υπήρχε τόση μυστικότητα ή φόβος για το τι θα συμβεί και δεν θα υπήρχε κάποια ανάγκη να είμαστε τώρα εδώ αν ήταν έτσι[18]». Ως προς τη θέση δε που του τέθηκε πως ο Μ.Κ.7 ήθελε να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο επειδή ο τελευταίος ήρθε στην Κύπρο με την Μ.Υ.6, τον ίδιο και την αδελφή του, ανέφερε πως δεν συμφωνεί αφού όπως εύλογα υπέδειξε αυτός θα ήταν ένας πολύ περίπλοκος τρόπος για να το κάνει (δηλαδή να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο ο Μ.Κ.7). Και έχει βέβαια δίκαιο.
Τα πιο πάνω βέβαια απαντούν και στο κίνητρο που αποδίδεται στον Μ.Κ.8 αφού αν το κίνητρο του ήταν να πάει στην Αγγλία είτε για να διαμείνει με τον πατέρα του είτε για να κάνει (ο Μ.Κ.8) επέμβαση αλλαγής φύλου δωρεάν μέσω του συστήματος υγείας είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο, δεν είναι αντιληπτό γιατί δεν μπορούσε να το πράξει στέλνοντας ένα μήνυμα στον πατέρα του, αντί να αναζητεί βοήθεια μέσω άλλων οργανισμών ή τρίτων προσώπων (Jadelynne), για να καταλήξουν εν τέλει σε μια (ψευδή κατά την υπεράσπιση) καταγγελία στην Κύπρο.
Η δε θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος ότι δηλαδή τα όσα του καταλόγισε ο Μ.Κ.8 είναι συμπεριφορές που του είχε περιγράψει ο ίδιος ο Μ.Κ.8 ότι τέλεσε σε βάρος του ο βιολογικός του πατέρας Μ.Κ.7[19], ουδέποτε τέθηκε στον Μ.Κ.8 για να τοποθετηθεί και προωθήθηκε και αυτή μονόπλευρα με αποτέλεσμα να μην θεωρούμε δίκαιο με βάση και τη σχετική νομολογία να αποδώσουμε βαρύτητα στη θέση αυτή του Κατηγορούμενου. Σημειώνουμε δε για ό,τι αξίζει πως ούτε στον Μ.Κ.7 τέθηκε η θέση αυτή για να τοποθετηθεί.
Βέβαια του τέθηκε πως τόσο ο ίδιος όσο και η αδελφή του είναι προβληματικά παιδιά που ποτέ δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στην κυπριακή κοινωνία και πως είχαν πρόβλημα και με τη γλώσσα, θέση η οποία διασυνδέθηκε εμμέσως πλην σαφώς και με την ψευδή, κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο ίδιος όμως ευρισκόμενος αντιμέτωπος με τη θέση της υπεράσπισης πως τόσο ο ίδιος όσο και η αδελφή του ήταν προβληματικά παιδιά ανέφερε χωρίς δισταγμό «Ήμασταν και οι δύο καλά πριν να έρθουμε στην Κύπρο, ήταν μόνο από την κατάσταση και το πώς συμπεριφερόταν ο Μ., αυτός είναι ο λόγος που θα έλεγα αν ήμασταν “προβληματικοί”»[20], βάζοντας ο ίδιος σε εισαγωγικά με την κίνηση του χεριού του τη λέξη προβληματικοί.
Παρενθετικά σημειώνουμε πως oι όποιες υπόνοιες αφέθηκαν και κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.4 πως τόσο ο ίδιος ο Μ.Κ.8 όσο και η Παραπονούμενη είχαν παράξενη συμπεριφορά ένεκα του σεξουαλικού τους προσανατολισμού δεν θεωρούμε πως είναι καν άξια σχολιασμού, αφού θα πρέπει να είναι σαφές, πως ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν αποτελεί «προβληματικό» στοιχείο σε μια προσωπικότητα ούτε και επηρεάζει αυτός καθ’ αυτός βέβαια το αξιόπιστο της μαρτυρίας κάποιου. Αυτή ήταν εξάλλου και η τοποθέτηση της Μ.Κ.4 όταν ερωτήθηκε αν εντόπισε κάτι παράξενο στη συμπεριφορά της Παραπονούμενης ή και του Μ.Κ.8 όπου με καθαρότητα ανέφερε τα εξής:
«Τι εννοείτε παράξενο; Εξηγήστε μου για το παράξενο. Ένα παιδί το να θέλει να είναι ομοφιλόφυλο, χαρακτηρίζεται ως παράξενο ή η εμφάνιση του να παραπέμπει σε ομοφιλόφυλο ή η επιθυμία του να είναι κορίτσι παραπέμπει σε κάτι παράξενο; Εμένα τίποτε. Εκτός που δύο φοβισμένα παιδιά δεν είδα κάτι άλλο»[21].
Φόβο τον οποίο θα πρέπει να πούμε πως μας περιέγραψε και ο ίδιος ο Μ.Κ.8 παραστατικότατα στη μαρτυρία του. Ειδικά όταν αντεξεταζόταν ως προς το πώς και δεν καταγγέλθηκε ενωρίτερα η συμπεριφορά αυτή, αφού η Παραπονούμενη είχε μιλήσει σε αυτόν από τον Ιανουάριο του 2022, όπου χωρίς δεύτερη σκέψη ανέφερε: «Επειδή ανησυχούσα τι μπορούσε να κάνει ο Μ. αν το μάθαινε, και αν το μάθαινε οποιοσδήποτε, δεν γνώριζα τίποτε για την Αστυνομία ή για νομικά ζητήματα, δεν γνώριζα τίποτε από αυτά και δεν ήθελα να βάλω κανένα από εμάς σε κίνδυνο, ειδικά χωρίς κάποια απόδειξη ή ιδέα του τι μπορεί να συμβεί. Είναι σοβαρό θέμα, δεν είναι κάτι που μπορείς να το κάνεις εύκολα, συνηθισμένα ή πρόχειρα.»[22] Απάντηση από την οποία πέραν από τον φόβο εξάγεται αβίαστα, και η σοβαρότητα με την οποία προσέγγισε το όλο ζήτημα παρά το ομολογουμένως νεαρό της ηλικίας του, ενώ σε άλλο σημείο επανέλαβε πως δεν του επιτρεπόταν να μιλήσει σε κάποιον ούτε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο του, τονίζοντας βέβαια πως πάνω απ΄ όλα η ανησυχία του ήταν να βεβαιωθεί πως όλοι θα ήταν «ασφαλείς και εντάξει»[23].
Με ειλικρίνεια βέβαια δέχθηκε πως είχε μια sim card την οποία βέβαια χρειαζόταν χρήματα για να την αγοράσει αλλά ακόμα και όταν κατάφερε να την αποκτήσει, το πρόβλημα παρέμενε ο φόβος του αφού δεν γνώριζε τι θα γινόταν αν ενέπλεκε την αστυνομία. Φόβος ο οποίος κρίνουμε πως ήταν καθ’ όλα εύλογος με δεδομένο το νεαρό της ηλικίας του αλλά την άγνοια του ως προς τις διαδικασίες. Σε πλήρη συνοχή όμως με τα ανωτέρω ήταν και η θέση του ως προς το γιατί δεν μίλησε στους αστυνομικούς που επισκέφτηκαν την πρώτη φορά το σπίτι τους όπου εύλογα ανέφερε «Ναι επειδή δεν γνώριζα αν γνώριζαν τι συνέβαινε και απλώς με έπιανε ο πανικός, επειδή δεν τους κάλεσα, δεν γνώριζα γιατί ήταν εκεί, τι γνώριζαν και ήταν πολύ παράξενο». Ανάλογη εξήγηση έδωσε και ως προς το γιατί δεν μίλησε αρχικά ούτε στην Μ.Κ.4, αφού ως πειστικά εξήγησε της μίλησε αργότερα, όταν από τα λεγόμενα της αντελήφθη πως μπορούσαν να την εμπιστευτούν. Σε υποβολή δε πως περίμεναν τον πατέρα του να έρθει για να οργανώσουν καλύτερα το θέμα της καταγγελίας αφοπλιστικά ανέφερε το αυτονόητο: «Όχι, απλώς το έκανε πιο εύκολο αν υπήρχε κάποιος εκεί που να γνώριζε τι συνέβαινε δεν ήθελα να μείνω εκεί έτσι και αλλιώς σκεφτόμουν ήδη πως να φύγω ήταν επειδή η Αστυνομία είχε εμπλακεί, που δεν είχα κάποια σχέση με αυτό, και γι’ αυτό ήταν τόσο γρήγορο και ήρθε»[24].
VII. Ο ρόλος της μητέρας (Μ.Υ.6).
Με τον ίδιο αφοπλιστικό τρόπο (ο Μ.Κ.8) εξήγησε για ποιο λόγο δε μίλησε ούτε στη μητέρα του αφού ως χαρακτηριστικά ανέφερε «Επειδή ίσως να ήταν το ίδιο μαζί μου, τι μπορούσε να κάνει; Δεν γνώριζε κανένα, δεν μπορούσε να πάει πουθενά, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα, όπως δεν μπορούσα να κάνω και εγώ τίποτα. Αυτό μόνο θα την αναστάτωνε και θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα»[25]. Αναφορά από την οποία εξάγεται χωρίς αμφιβολία το γεγονός πως θεωρούσε και την ίδια ως ένα θύμα στην όλη διαμορφωθείσα κατάσταση και η οποία δε θα μπορούσε να τον βοηθήσει αποτελεσματικά. Κάτι το οποίο εξάλλου ανέφερε ευθέως και στην κατάθεση του το 2022 (Έγγραφο Θ, σελ. 2, γρ.9-10). Το ότι δε έτσι έχουν τα πράγματα φαίνεται και από το ότι σε άλλο σημείο, ερωτηθείς πως είναι δυνατόν να ανέφερε το τι έγινε στον Μ.Κ.7 που ήταν κακοποιητικός προς τη μητέρα τους και όχι στην ίδια τους τη μητέρα, ανέφερε με ωριμότητα, πως ναι μεν είχαν κακή σχέση όταν ο ίδιος ήταν παιδί, όμως εν προκειμένω ήταν διαφορετικό αφού ως επανέλαβε εμφαντικά η μητέρα του δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι εκτός από το να αναστατωθεί και να θυμώσει για αυτό.
Το ότι πράγματι φαίνεται πως η Μ.Υ.6 ήταν τότε αδύναμη να αντιδράσει φαίνεται και από τα όσα ο Μ.Κ.8 περιγράφει στη συνέχεια. Συγκεκριμένα και σε υποβολή της υπεράσπισης ότι στα αρχικά στάδια ήταν παρούσα στο Δικαστήριο και πολύ τρυφερή μαζί με τον Κατηγορούμενο ανέφερε ότι «Γνωρίζω ότι εκείνο τον καιρό εξακολουθούσε να μιλάει με τους γονείς του, όμως εξακολουθούσα να ήμουν σε στενή επαφή μαζί της, γνωρίζω τι περνούσε και έλεγε ότι έπρεπε να τον ξαναδεί, δεν ήταν ποτέ κάτι ωραίο ή διασκεδαστικό να κάνει», για να καταλήξει λέγοντας με ειλικρίνεια πως ναι μεν πήγαινε στο Δικαστήριο στα αρχικά στάδια της υπόθεσης, όμως δεν το απολάμβανε.
Η ειλικρίνεια όμως και αντικειμενικότητα του ήταν εμφανής και από το ότι δεν δίστασε να παραδεχθεί τις αρνητικές πτυχές της προσωπικότητας του βιολογικού του πατέρα, ούτε όμως να παραδεχθεί, εν σχέσει με τα περιστατικά φυσικής βίας προς τη μητέρα του τα οποία ανέφερε στην κατάθεση του, πως ο ίδιος δεν είδε με τα μάτια του τον Κατηγορούμενο να την χτυπά. Ωστόσο αναφερόμενος σε συγκεκριμένο περιστατικό και με την ίδια ειλικρίνεια είπε πως δεν χρειαζόταν να δει για να γνωρίζει τι είχε συμβεί. Αφού άκουσε πράγματα όπως ένα δυνατό θόρυβο, όπως κάποιος να σπρώχνεται στο πάτωμα, τη μητέρα του να του λέει να σταματήσει, να φωνάζει και μετά να σιωπά (βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 26-27).
Τα όσα βέβαια ανέφερε ο Μ.Κ.8 για τη μητέρα του επιβεβαίωσε, σε γενικές γραμμές και η ίδια η Μ.Υ.6 με τη δική της μαρτυρία. Η Μ.Υ.6 ως ήδη εξηγήθηκε κλήθηκε για να αντεξεταστεί σε σχέση με τα τεκμήρια 23, 24, 26-29, τα οποία κατατέθηκαν από τους μάρτυρες υπεράσπισης και τα οποία εμπεριέχουν εξ ακοής μαρτυρία, σε σχέση με την οποία η ίδια φέρεται να προέβη στις αρχικές δηλώσεις. Πράγματι η εν λόγω μάρτυρας με ειλικρίνεια αποδέχθηκε πως απέστειλε τα ηλεκτρονικά μηνύματα Τεκμήρια 26 και 28 στον συνήγορο του Κατηγορούμενου, εξηγώντας όμως πως της ζητήθηκε να το πράξει από τους γονείς του Κατηγορούμενου ενώ επίσης αποδέχθηκε πως η ίδια απέστειλε τα Τεκμήρια 23, 24, 27 και 29 στους γονείς του Κατηγορούμενου οι οποίοι ακολούθως τα προώθησαν στον συνήγορο του Κατηγορούμενου, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει το λόγο που δεν της ζητήθηκε να τα στείλει απευθείας.
Ως προς το περιεχόμενο τους σημειώνουμε συνοπτικά και αρχίζοντας χρονολογικά πως με το Τεκμήριο 26 το οποίο απεστάλη στις 20.6.22, η Μ.Υ.6 φαίνεται να απευθύνεται στο δικηγόρο του Κατηγορούμενου και να του περιγράφει την κατάσταση της οικογένειας. Συνοπτικά σημειώνουμε πως του αναφέρει πως η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος είχαν μια πολύ στενή σχέση πατέρα/κόρης, ότι όλη η οικογένεια είναι πολύ συνδεδεμένη και ότι όλοι προσπαθούν να διατηρούν ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Ακόμα αναφέρει πως γνωρίζει πως ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη μιλούσαν στο εργαστήρι/γραφείο κατ’ ιδίαν για εν δυνάμει δύσκολα ζητήματα όπως τη σεξουαλικότητα της Παραπονούμενης και τις γενικότερες σκέψεις και συναισθήματα της, ότι της λεγόταν και από τους δύο (Κατηγορούμενο και Παραπονούμενη) και πίστευε και η ίδια ότι η Παραπονούμενη αισθανόταν πιο άνετα να μιλά μαζί με τον Κατηγορούμενο παρά μαζί της, κάτι που η ίδια θεωρούσε φυσιολογικό, αφού και η ίδια είχε τέτοιες συζητήσεις με το δικό της πατέρα. Επίσης περιγράφει και τη δική της σχέση με τον Κατηγορούμενο ως μια στενή σχέση αγάπης, ότι θεωρούσε την Παραπονούμενη ως «κορίτσι του μπαμπά» (daddy’s girl), με τον οποίο αγκαλιάζονταν συχνά και τα πήγαιναν καλά, ότι ως οικογένεια παίζουν συχνά παιχνίδια, κάνουν «movie nights» και γενικά περνούν τον χρόνο τους γελώντας και διασκεδάζοντας, ότι αυτή η κατάσταση την κατέβαλε ενώ ως προς το αν θα αφηνόταν τότε με εγγύηση ο Κατηγορούμενος (ο οποίος κρατείτο εν σχέσει με την παρούσα υπόθεση), αναφέρει πως δεν θεωρεί τον τελευταίο απειλή για την ίδια και τη μικρότερη τους κόρη, όσο και αν οι υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας και τα μεγαλύτερα παιδιά πιστεύουν το αντίθετο, ότι και από οικονομικής πλευράς οι ζωές της ίδιας και του Κατηγορούμενου είναι αλληλένδετες, ότι διευθύνουν μαζί μια επιχείρηση και έχουν σπίτι μαζί και ότι εν τέλει η δυνατότητα της ίδιας να συνεχίσει να ευρίσκεται στην Κύπρο και να συνεχίζει τη ζωή της με τη μικρότερη τους κόρη στηρίζεται πάρα πολύ στο να αφεθεί ο Κατηγορούμενος με εγγύηση. Και τούτο αφού ως εξηγεί, αυτός αλληλογραφεί με τους πελάτες, τα χρήματα από την επιχείρηση πληρώνονται στο λογαριασμό του Κατηγορούμενου στην Αγγλία στον οποίο δεν έχει πρόσβαση η ίδια και παρά τη βοήθεια που προσφέρει ο γιος της (Μ.Κ.8) η ίδια δε θα μπορούσε μόνη της να ανταπεξέλθει στην δουλειά αυτή, η οποία είναι το μόνο της εισόδημα αφού ως περαιτέρω εξηγεί έχασε και τον πατέρα της το προηγούμενο έτος και η οικονομική κατάσταση της μητέρας της είναι δύσκολη. Για να καταλήξει πως η ίδια θα ήθελε πολύ να έχει επαφή ο Κατηγορούμενος με τη μικρή τους κόρη, η οποία έχει πεθυμήσει πάρα πολύ τον πατέρα της.
Με το Τεκμήριο 28 ημερ. 22.6.22 το οποίο επίσης αποστέλλει απευθείας στο δικηγόρο του Κατηγορούμενου, αναφέρει ότι δεν έχει υπογράψει κατάθεση και ότι δεν επιθυμούσε η ίδια να γίνουν κατηγορίες έναντι του Κατηγορούμενου για ενδοοικογενειακή βία, ενώ επίσης αναφέρει πως η ίδια είχε ενεργό ρόλο στο να μη συνεχίσει η Παραπονούμενη το σχολείο μετά το 2021 όπως και στο να αφαιρεθεί η πόρτα από το δωμάτιο των κοριτσιών. Επανέρχεται στο ζήτημα της εργασίας για να τονίσει τον αυξημένο ρόλο που είχε ο Κατηγορούμενος στην επιχείρηση σε αντιδιαστολή με τον δικό της ο οποίος περιοριζόταν στη διόρθωση των κειμένων (proof reading) ενώ εκφράζει και ανησυχία και για την εμπλοκή του Μ.Κ.7 ο οποίος πήγε στην Αγγλία κάποιες βδομάδες πριν την καταγγελία περιμένοντας για νεότερα και ότι ήρθε στην Κύπρο 2-3 μέρες πριν ο Κατηγορούμενος συλληφθεί και πως ο Μ.Κ.8 ήταν ενεργός σε όλο αυτό, ότι τόσο αυτός όσο και η Παραπονούμενη έχουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για το πως θα ήταν η ζωή τους στην Αγγλία με τον πατέρα τους και εισηγείται ότι η πιθανότητα ψυχικής πίεσης θα πρέπει να εξεταστεί και τέλος αναφέρει πως δεν εμπιστεύεται την Παραπονούμενη υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων αλλά θα την υποστηρίξει.
Με το Τεκμήριο 27 ημερ. 4.7.22, αναφέρει πως προέκυψε στη συζήτηση που είχε με τη Μ.Κ.4 ότι η ίδια γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος έλεγχε την Παραπονούμενη για σημάδια από κοψίματα που η ίδια προκαλούσε στον εαυτό της, ότι η ίδια δεν είναι πολύ άνετη στο να βλέπει κοψίματα ή αίμα αφού λιποθυμά λέγοντας μάλιστα πως είχε νοσηλευθεί μια φορά, ότι αυτό οδήγησε στο να ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να την ελέγχει αυτός για σημάδια μετά που έμαθαν ότι προκαλούσε η ίδια βλάβες στον εαυτό της στα χέρια, στους ώμους και στη γάμπα της και προς τούτο ρώτησε την Παραπονούμενη αν ήταν εντάξει και συμφώνησε. Επιπλέον αναφέρει ότι ήλπιζαν η Παραπονούμενη να εργαστεί ως εθελόντρια με τη γιαγιά της για να κερδίσει εμπειρία και να δει το ενδεχόμενο να ασχοληθεί με τη φροντίδα παιδιών και στο πλαίσιο αυτό εξηγούσαν στην ίδια πόσο σημαντικό ήταν να μην έχει σημάδια πάνω της.
Με το Τεκμήριο 23 ημερ. 30.8.22, η Μ.Υ.6 φέρεται να εκφράζει παράπονα και μομφές έναντι της Μ.Κ.4 αποδίδοντας της πως της αποκάλυψε πληροφορίες με σκοπό να την εναντιώσει προς τον Κατηγορούμενο, αποκαλύπτοντας της πράγματα που είτε γνώριζε είτε αποτελούν προσωπικά δεδομένα τρίτων προσώπων. Παράλληλα φέρεται να υποστηρίζει πως η Μ.Κ.4 με τον τρόπο της εμμέσως την απειλούσε πως αν παραστεί στο Δικαστήριο στο πλευρό του Κατηγορούμενου και αν δεν συναινούσε στο να εξεταστεί η μικρότερη της κόρη από τον κυβερνητικό ψυχίατρο, θα είχε πρόβλημα με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.
Με το Τεκμήριο 24 ημερ. 6.9.22, αναφέρεται στην οικονομική της κατάσταση μετά την κράτηση του Κατηγορούμενου, επισημαίνοντας ουσιαστικά τον πρωτεύοντα ρόλο του τελευταίου στην οικογενειακή επιχείρηση, την ανάγκη να επιστρέψει στην εταιρεία, καθώς και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ίδια για τους λόγους που εξηγεί στο να διαχειριστεί την εταιρεία μόνη αλλά και τις πρακτικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει όχι μόνο λόγω εισοδημάτων αλλά και λόγω του ότι δεν οδηγεί και δεν έχει τρόπο να διακινείται για τις ανάγκες της ίδιας και της ανήλικης κόρης της.
Με το Τεκμήριο 29, ημερ. 11.10.22, απορρίπτει την ύπαρξη επεισοδίου ενδοοικογενειακής βίας έναντι της, λέγει πως δεν υπέβαλε ποτέ καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου και δεν αντιλαμβάνεται πως προέκυψε υπόθεση εναντίον του, εξηγεί πως είχαν γίνει επισκέψεις στο σπίτι της στις 4.6.22 και 18.6.22 στο πλαίσιο διερεύνησης ισχυρισμών ενδοοικογενειακής βίας, ότι η ίδια κατά τη δεύτερη συνάντηση ειλικρινώς τους ανέφερε ένα επεισόδιο όπου η ίδια φώναζε και ο Κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του στο στόμα της για να την σταματήσει αλλά ότι αυτό δεν έγινε με βίαιο τρόπο εξ ου και αστειεύονταν γι’ αυτό μετά, ότι όσον αφορά μώλωπες που είχε τους προηγούμενους μήνες ανέφερε πως δεν τους θυμόταν και πως έχει τρία σκυλιά με τα οποία παίζει συχνά και πως στην ίδια δημιουργούνται μώλωπες πολύ εύκολα και είναι κάτι στο οποίο δεν δίδει σημασία. Τέλος αναφέρει ότι δεν φοβάται τον Κατηγορούμενο ούτε για την ασφάλεια της και πως μπορεί αν επιθυμεί να φύγει για την Αγγλία όπου έχει φίλους και οικογένεια που θα την υποστηρίξουν και πως δουλεύει από το σπίτι κάτι το οποίο είναι πολύ δύσκολο χωρίς τη βοήθεια του Κατηγορούμενου.
Το πρώτο που αναδύεται έντονα από τα μηνύματα αυτά είναι ασφαλώς το γεγονός πως είναι εν γένει γραμμένα κατά τρόπο υποστηρικτικό προς τον Κατηγορούμενο, με την έννοια του ότι εμπεριέχουν ισχυρισμούς που συνηγορούν άμεσα ή έμμεσα προς την αθωότητα του εν σχέσει με τα όσα η Παραπονούμενη του καταλόγιζε και σίγουρα προορίζονταν για να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου που θα αποφάσιζε για την κράτηση ή την απόλυση του, τότε, με εγγύηση. Βέβαια αντεξετασθείσα σε σχέση με την αποστολή των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, η όλη υποστηρικτική προς τον Κατηγορούμενο εικόνα που σκιαγραφείται μέσω των μηνύματων αυτών, διαφοροποιήθηκε άρδην.
Επί τούτου εξήγησε πειστικά πως η δεδομένη περίοδος ήταν πολύ δύσκολη για την ίδια, κάτι το οποίο δεν έχουμε δυσκολία να αποδεχθούμε. Και τούτο διότι από τη μια στιγμή στην άλλη τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της έφυγαν από το σπίτι, ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση και η ίδια έπρεπε να στηρίξει τη μικρότερη τους κόρη μόνη της, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να κρατήσει την εταιρεία χωρίς τον Μ.Κ.8 και τον Κατηγορούμενο, καλούμενη ουσιαστικά να ανταπεξέλθει μόνη της σε κάθε τομέα. Η ίδια δε δεν είχε άλλο εισόδημα πλην των όσων προέκυπταν από την επιχείρηση, τα οποία έσοδα έμπαιναν σε λογαριασμό του Κατηγορούμενου από τον οποίο αυτός μετέφερε μερικά χρήματα σε λογαριασμό της Παραπονούμενης στην Κύπρο. Όμως και πάλιν ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που είχε την κάρτα και για αυτόν τον λογαριασμό και συνεπώς δεν είχε πρόσβαση τότε η Παραπονούμενη σε χρήματα. Η ίδια δε η βιωσιμότητα της εταιρείας διακυβεύετο ένεκα της κράτησης του Κατηγορούμενου και της δικής της ανικανότητας, όπως τότε πίστευε, να την διαχειριστεί.
Ως προς το τελευταίο φυσικά εξήγησε με τρόπο αρκούντως αυθόρμητο και πάρα πολύ πειστικό, πως αυτές ήταν οι σκέψεις της τότε και πως εκ των υστέρων αντελήφθη πως ο Κατηγορούμενος ήταν χειριστικός, είχε πολλή αυτοπεποίθηση και ήταν τόσο κακοποιητικός, που την έκανε να νιώθει πως δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα χωρίς αυτόν ή να χειριστεί τη δουλειά και τους πελάτες, κάτι όμως που η ίδια η εξέλιξη των γεγονότων την έκανε να αντιληφθεί πως δεν ήταν ορθό. Αφού εν τέλει, έχοντας μείνει μόνη της, τα έχει πλέον καταφέρει. Τόνισε όμως ότι τότε τελούσε υπό διαφορετική ψυχολογική κατάσταση. Στο πλαίσιο δε αυτής της κατάστασης δεν μπορούσε να αντιληφθεί ή να πιστέψει στις δυνατότητες της, πράγμα το οποίο δεν ήταν ασύνδετο με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ο οποίος συνεχώς της τόνιζε πως ήταν ανίκανη προς τούτο.
Τελώντας λοιπόν υπό αυτή την πολύ δύσκολη ψυχολογική κατάσταση αναγκάστηκε να αποστείλει τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία ειλικρινώς ανέφερε πως συμφώνησε να τα αποστείλει επειδή χρειαζόταν τη βοήθεια του Κατηγορούμενου και των γονιών του, αφού αυτοί ήταν όλα όσα είχε τότε και η ίδια βρισκόταν κάτω από το άγχος και την πίεση που τα μεσολαβήσαντα γεγονότα δημιούργησαν. Η πίεση και το αδιέξοδο στο οποίο προφανώς βρισκόταν αλλά και η «εξάρτηση» της από τον Κατηγορούμενο ένεκα και της επαγγελματικής τους διασύνδεσης αλλά πολύ περισσότερο η εξάρτηση της από τους γονείς του Κατηγορούμενου μετά που αυτός τέθηκε υπό κράτηση, μπορούν εύκολα να γίνουν αντιληπτές και από μόνο το απλό γεγονός, ότι παραδεκτώς η Μ.Υ.6 δεν οδηγούσε. Με αποτέλεσμα μετά την κράτηση του Κατηγορούμενου να μην μπορεί να διεκπεραιώσει πλέον βασικές καθημερινές ανάγκες, όπως για παράδειγμα το να μεταβεί στην υπεραγορά. Κάτι σε σχέση με το οποίο την βοηθούσαν οι γονείς του Κατηγορούμενου. Επί τούτου εξήγησε πειστικά ότι όσον αφορά υποστηρικτικό περιβάλλον είχε μόνο τους γονείς του Κατηγορούμενου για να μιλήσει, αφού ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στη φυλακή από όπου την καλούσε 4-8 φορές και πάντα της έλεγε τόσο αυτός όσο και οι γονείς ότι πρέπει να πει ή να γράψει συγκεκριμένα πράγματα. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της ότι «η όλη κατάσταση ήταν τέτοια εκείνο τον καιρό που το μόνο πράγμα που κάναμε ήταν «να μιλάμε να μιλάμε να μιλάμε, τι χρειαζόταν να πούμε, τι έπρεπε να πούμε, τι δεν έπρεπε να πούμε οπόταν αυτό (σ.σ. η αποστολή των μηνυμάτων) είναι λόγω αυτού του πράγματος λόγω της επικοινωνίας που υπήρχε»[26].
Και πράγματι αυτό που εντοπίζεται είναι πως το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων συνάδει με τις θέσεις που προώθησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος και η υπεράσπιση γενικότερα και κυρίως τις μομφές κατά της Μ.Κ.4 και του Μ.Κ.9 αλλά και όλες τις θέσεις περί μιας φυσιολογικής ευτυχισμένης οικογένειας με πολλές δραστηριότητες και υγιείς σχέσεις μεταξύ του Κατηγορούμενου ως πατριού και των Μ.Κ.8 και Παραπονούμενης ως (θετών) παιδιών του. Και φυσικά με την άρνηση της άσκησης της βίας προς την Μ.Υ.6, την απόδοση ευθύνης στην Μ.Υ.6 για την απουσία της πόρτας στο υπνοδωμάτιο των κοριτσιών αλλά και για το ότι η Παραπονούμενη σταμάτησε το σχολείο καθώς και γνώση περί ελέγχου της Παραπονούμενης για αυτοτραυματισμούς από τον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο μιας υγιούς σχέσης όπου οι δυο τους μοιράζονταν σκέψεις και προβληματισμούς για δύσκολα ζητήματα όπως η σεξουαλικότητα της Παραπονούμενης.
Βέβαια δεν μας διαφεύγει πως στη Μ.Υ.6 αποδόθηκε κάποιο κίνητρο για την αλλαγή της συμπεριφοράς της. Συγκεκριμένα της απέδωσε ο Κατηγορούμενος πως επειδή τώρα επιθυμεί να μεταβεί στην Αγγλία μαζί με τη μικρότερη τους κόρη την Ε.Α. και επειδή ο ίδιος δεν συναινεί προς τούτο, η ίδια άλλαξε τη στάση της έναντι του.
Όμως εφόσον αυτή ήταν η θέση της υπεράσπισης και εφόσον ουσιαστικά η υπεράσπιση αποδίδει αυτή τη μεταβολή στο ότι δεν είχε την πρόθεση να πει την αλήθεια πλέον για αλλότριους λόγους, όφειλε κατά το στάδιο της επανεξέτασης να διερευνήσει το ζήτημα αυτό μέσω ερωτήσεων και εφόσον προέκυπτε ανάγκη να προβεί στα δέοντα για να ζητήσει την κήρυξη της ως εχθρικής (μάρτυρος) και να την αντεξετάσει, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε. Με αποτέλεσμα οι θέσεις της να παραμείνουν αναντίλεκτες, η δε θέση του Κατηγορούμενου να μείνει μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Εν σχέσει με το ζήτημα αυτό και εν γένει το ότι η διαδικασία αυτή είναι διαθέσιμη κατά την επανεξετάση παραπέμπουμε στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β’ έκδοση, σελ. 699 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις καθώς και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΧΧΧ Ahmed v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 301/24, ημερ. 25.6.25.
Με δεδομένη δε τη συνοχή και τη συνέπεια που χαρακτήριζε τις τοποθετήσεις της αλλά και τη φυσικότητα και τον πόνο με τον οποίο εξιστορούσε τα όσα αντελήφθη εκ των υστέρων, όταν πλέον αποστασιοποιήθηκε από τον Κατηγορούμενο, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία πως η αλλαγή της στάσης της δεν οφειλόταν στο αλλότριο κίνητρο που της απέδωσε ο Κατηγορούμενος. Αποδεχόμαστε επομένως πως ευρισκόμενη στη δύσκολη θέση που περιγράψαμε ανωτέρω και περικυκλωμένη ασφυκτικά από τον Κατηγορούμενο και τους γονείς του, οι οποίοι ήταν οι μόνοι προς τους οποίους μπορούσε να στραφεί και οι οποίοι της υπέβαλλαν τι να αναφέρει και ευρισκόμενη υπό την πίεση που περιγράφηκε, προσπάθησε με το Τεκμήριο 28 να δώσει την εικόνα μιας ωραίας οικογένειας, αφού ως πειστικά ανέφερε ούτως ή άλλως εκείνο τον καιρό αυτό πίστευε: «Ναι, εκείνο τον καιρό πίστευα ότι είχαμε μια ωραία οικογένεια επειδή με είχε απομονώσει και τα είχε διαστρεβλώσει όλα, κάθε λεπτό της ημέρας μου ήταν ο Μ.. Εάν έφευγα από το σπίτι ο Μ. με έπαιρνε από το σπίτι, εάν έστελνα μήνυμα στη μητέρα μου ο Μ. θα το έλεγχε και θα το άλλαζε. Η κακοποίηση ήταν πάρα πολλή για 9 χρόνια, οπόταν αυτό ήταν φυσιολογικό, πίστευα ότι ήμασταν μια χαρούμενη οικογένεια όμως όταν φεύγεις και κάνεις ένα βήμα πίσω μπορείς να δεις πράγματα. Πίστευα ότι θα έκανε κακό στην T.; Όχι. Όμως τώρα πιστεύω ότι πίστευε ότι μας κακοποιούσε όλους αρκετά που μπορούσε να ξεφύγει από αυτό, αυτό είναι το τι πιστεύω».
Το πιο πάνω εξηγεί λογικά και τη θέση της πως η λανθασμένη εικόνα που είχε για τα πράγματα λόγω και της κακοποίησης που υπέστη για τόσα χρόνια αποτυπώθηκε στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα. Ως δε διευκρίνισε και αποδεχόμαστε, η αναφορά της στο Τεκμήριο 23 πως γνώριζε για την ύπαρξη φωτογραφιών, αφορούσε γνώση που απέκτησε μετά την καταγγελία στη βάση των όσων η Παραπονούμενη της ανέφερε και όχι γνώση που είχε πριν συλληφθεί ο Κατηγορούμενος. Θέση της ήταν επίσης πως η ίδια γνώριζε μόνο ότι η Παραπονούμενη αυτοτραυματιζόταν στα μπράτσα και πως δεν είχε δει ποτέ τους ώμους και τα χέρια αφού ως με ειλικρίνεια ανέφερε, ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που της είχε πει πως έκοβε και τους ώμους και τα χέρια της. Η δε θέση της πως η ίδια είχε συναινέσει μόνο να την ελέγχει στα σημεία αυτά και όχι σε άλλα και πως δεν είχε συναινέσει ούτε στο να τη φωτογραφίζει αφαιρώντας τα ρούχα της πλην του κάτω εσωρούχου, είναι βέβαια απόλυτα φυσιολογική και αναμενόμενη και συνάδει λογικά. Και τούτο διότι δεν νοείται μητέρα να συναινούσε σε μια τέτοια διαδικασία, τη στιγμή που ο έλεγχος μπορούσε εύκολα να διενεργηθεί σε πολύ σύντομο χρόνο, χωρίς την αφαίρεση των ρούχων, αλλά με μόνη τη μετακίνηση τους. Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα επιβεβαιώνεται και από το ότι και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος περιέγραψε στην κατάθεση του (ψευδώς ως θα διαφανεί κατωτέρω) πως διενεργούσε τον έλεγχο με μετακίνηση των ρούχων και χωρίς να λαμβάνει φωτογραφίες, θέλοντας ακριβώς να παρουσιάσει ένα έλεγχο που διενεργείτο σε λογικά πλαίσια. Εξ ου και η Μ.Υ.6 εύλογα ανέφερε πως έχοντας άλλη εντύπωση ως προς τον τρόπο που διενεργείτο ο έλεγχος, είχε τότε συναινέσει.
Υπό το φως των ανωτέρω, η θέση της ότι ο Κατηγορούμενος την παραπλάνησε ως προς τον έλεγχο που διενεργούσε, εκμεταλλευόμενος τη φοβία που παραδεκτώς είχε να αντικρίζει αίμα, δεν θεωρούμε πως είναι ούτε υπερβολή ούτε και εκ των υστέρων σκέψη της, αλλά αποτελεί την πραγματικότητα που και η ίδια η μάρτυρας αντιμετώπισε εκ των υστέρων.
Η δε θέση της πως της ζητήθηκε να αποστείλει αυτά τα ηλεκτρονικά μηνύματα από τους γονείς του Κατηγορούμενου συνάδει και με το γεγονός πως φαίνεται να αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα τέλος Αυγούστου του 2022 (Τεκμήριο 23) για να παραπονεθεί για πράγματα που έγιναν πολύ πιο πριν. Τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία είχε αποστείλει και άλλα μηνύματα στον δικηγόρο ή στους γονείς του Κατηγορούμενου πιο κοντά στην ημερομηνία που είχε επαφή με την Μ.Κ.4, χωρίς να περιλάβει σε αυτά οτιδήποτε σχετικό με την Μ.Κ.4 ούτε οποιοδήποτε παράπονο ή μομφή.
Η ίδια όμως ήταν εξάλλου ξεκάθαρη επί τούτου λέγοντας με ευκρίνεια πως «Ναι, ξανά όλα αυτά τα πράγματα ο Μ. και οι γονείς του Μ. ήταν πάρα πολύ θυμωμένοι με τη Σ. (σσ. Μ.Κ.4), οπόταν μου μιλούσαν εμένα όλο τον καιρό και μου έλεγαν τι να πω και τι συνέβαινε. Κάθε φορά που ερχόταν η αστυνομία στο σπίτι μου, την ημέρα που η Σ. που είχε τηλεφωνήσει να μου ζητήσει να πάω, που μου ζήτησε να πάω μέσα για τις φωτογραφίες, οι γονείς του ήταν μαζί μου κάθε φορά, δεν ήμουν μόνη μου. Όταν πήγα στο γραφείο της Σ. ο πατέρας του με πήρε εκεί, οπόταν ήμουν πάντα και τα πάντα μου ελέχθηκαν και τα πάντα είχαν σχέση με τον Μ. και ο Μ. με καλούσε από τη φυλακή και μου έλεγε τα ίδια πράγματα»[27]. Για να καταλήξει εν τέλει να αναφέρει πως το Τεκμήριο 23 δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και περιέχει υπερβολές για την Μ.Κ.4 που της υπέδειξε ο Κατηγορούμενος και οι γονείς του να αναφέρουν.
Με τον ίδιο πειστικό τρόπο εξήγησε και τον λόγο για τον οποίο ενώ στην κατάθεση της προς την Αστυνομία δήλωνε σοκαρισμένη από τα όσα αποκάλυψε η Παραπονούμενη καθώς και ότι έχοντας ρωτήσει την Παραπονούμενη αν αληθεύουν αυτά, η καταφατική απάντηση της τελευταίας, της ήταν αρκετή και ότι την εμπιστευόταν, δύο μέρες μετά απέστειλε το Τεκμήριο 26. Ένα ηλεκτρονικό μήνυμα όπου παρουσιάζει μια άλλη κατάσταση για την οικογένεια της και όπου αναφέρει ευθέως πως δεν θεωρεί τον Κατηγορούμενο απειλή για την Παραπονούμενη. Συγκεκριμένα σε σχέση με το Τεκμήριο 26 ανέφερε «Επειδή ξανά, γνωρίζετε ότι είχα μείνει εντελώς μόνη μου, τα πάντα όχι μόνο για εμένα αλλά και για την κόρη που έχω με τον Μ. την Ι., πήγαμε από το μια δυνατή οικογένεια που δούλευε μαζί στο μόνο εγώ μαζί με την κόρη μου. Φοβόμασταν, ήμασταν συγχυσμένοι και προσπαθούσα παρά πολύ σκληρά να τα κρατήσω όλα φυσιολογικά για την κόρη μου. Έχασα τα παιδιά μου εκείνη τη ημέρα, έχασα τον άντρα τον οποίο αγαπούσα και ήταν πολύ δύσκολο. Όμως μου λεγόταν για 9 χρόνια ότι «Δεν μπορείς να τα καταφέρεις, δεν μπορείς, δεν μπορείς να δουλέψεις, δεν έχεις υποστήριξη και δεν έχεις κανέναν». Πίστεψα τη Τ. (σ.σ. Παραπονούμενη) αλλά εξακολουθούσα να ήμουν κακοποιημένη, εξακολουθούσα να έχω τον τρόπο σκέψης ενός κακοποιημένου ατόμου»[28].
Με συνέπεια επεξήγησε πως στο Τεκμήριο 29 αναφέρει πως δεν θέλει να προωθήσει υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του Κατηγορούμενου αλλά ο λόγος, ως ενώπιον μας εξήγησε, αφορούσε στην οικονομική εξάρτηση που είχε στον Κατηγορούμενο αλλά και στους γονείς του και η πραγματικότητα ήταν πως υπήρχε και σωματική και λεκτική βία από τον Κατηγορούμενο προς την ίδια (βλ. πρακτικά ημερ. 2.5.25, σελ. 12).
Εν τέλει συμφώνησε πως αυτά που καταγράφονται στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και την πιστεύουμε αφού ως ανέφερε τελειώνοντας: «Τίποτα από αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όταν είχε συλληφθεί ο Μ. έπρεπε να μην είχα καμιά επαφή με την οικογένεια του Μ. ούτε με τον Μ. έπρεπε να μην έχω καμία επαφή και με τον Μ. Σε μια φυσιολογική κατάσταση αυτό δεν συμβαίνει δείχνει τα Τεκμήρια). Δεν κακοποιείσαι και πηγαίνεις και κάθεσαι με τον κακοποιητή σου. Όμως εγώ το έκανα. Πώς μπορούσα να μιλήσω για τον εαυτό μου όταν δεν είχα την ευκαιρία να το κάνω; Και γι’ αυτό όταν σταμάτησα να τον επισκέπτομαι, έκοψα κάθε επαφή, έγινα καλύτερα μακριά από εκείνον, μακριά από την οικογένεια του»[29].
Υπό το φως των ανωτέρω η θέση της υπεράσπισης πως υπήρχε σκοπιμότητα στη μη συμπερίληψη της εν λόγω μάρτυρος στο κατηγορητήριο, την οποία με ένταση προώθησε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του, παραπονούμενος ουσιαστικά πως επηρεάστηκε τοιουτοτρόπως το δικαίωμα του για να έχει μια δίκαιη δίκη, είναι αντιληπτό πως καταρρέει συθέμελα. Και τούτο αφού η εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν ευνοϊκή για τον Κατηγορούμενο, πράγμα το οποίο αφαιρεί και το οιοδήποτε έρεισμα για απόδοση οποιασδήποτε σκοπιμότητας στην Κατηγορούσα αρχή.
VIII. Γεγονότα στο εργαστήρι/γραφείο.
Το γεγονός βέβαια πως κρίνουμε αποδεκτή τη μαρτυρία τόσο της Μ.Υ.6 όσο και του Μ.Κ.8 ως προς την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι, δεν σημαίνει βέβαια πως αποδεικνύονται και οι πράξεις που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο με βάση το κατηγορητήριο, οι οποίες είναι ομολογουμένως διαφορετικής φύσεως. Και τούτο αφού για αυτό το ζήτημα ουσιωδέστεροι μάρτυρες είναι η Παραπονούμενη από τη μια και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος από την άλλη, οι οποίοι είναι και οι μόνοι που γνωρίζουν το τι πραγματικά συνέβαινε καθ’ ον χρόνο βρίσκονταν στο γραφείο/εργαστήριο όπου σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής λάμβαναν χώρα οι πράξεις αυτές.
Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία της Παραπονούμενης οφείλουμε εξ αρχής να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον καθ’ όσον αφορά την Παραπονούμενη, ισχύει οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια ή κανόνας πρακτικής που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη τέτοιας ενισχυτικής μαρτυρίας. Και τούτο έχοντας κατά νου τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας, σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας[30].
Στην προκειμένη περίπτωση, το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού εδράζεται στο άρθρο 6 (4) (α) και (γ)του Ν.91(Ι)/2014, ενώ τα αδικήματα της κατοχής και παραγωγής παιδικής πορνογραφίας εδράζονται στο άρθρο 8(1) και 8(5) αντίστοιχα του ίδιου Νόμου. Το άρθρο 21 (1) του εν λόγω νόμου δε, προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία.»
(Έμφαση δοθείσα)
Συναφώς, με βάση την πιο πάνω διάταξη προκύπτει πως έχει καταργηθεί ο κανόνας αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας σε σχέση με τα αδικήματα που εδράζονται στο Ν.91(Ι)/2014. Όπως επίσης καταργήθηκε, προσθέτουμε, και η ανάγκη ενίσχυσης της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού και η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις[31].
Ως αναφέρθηκε δε στην υπόθεση Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.231/2018, ημερ.19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, με δεδομένη τη ρητή νομοθετική πρόνοια ότι δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία:
«…. το ζήτημα που τίθεται αφορά στην ερμηνεία της πρόνοιας αυτής και τις συνέπειες της. Ως προς τούτο καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από άλλες χώρες του κοινού δικαίου όπου επίσης καταργήθηκε δια νόμου ο κανόνας πρακτικής.[2] Τα δικαστήρια έχουν αποσυνδέσει τους, εν δυνάμει, κινδύνους μιας μαρτυρίας χωρίς ενίσχυση από την έννοια μιας ολόκληρης κατηγορίας μαρτύρων συλλήβδην, όπως είναι οι παραπονούμενοι για σεξουαλικά αδικήματα, θέτοντας πλέον ως κριτήριο τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το συγκεκριμένο μάρτυρα και τα προβλήματα της συγκεκριμένης μαρτυρίας (Makanjuola, (ανωτέρω)). Όπως χαρακτηριστικά διατυπώθηκε στην έκθεση της Australian Law Reform Commission, Family Violence - A National Legal Response (ALRC Report, 114, 11.11.2010, 28.13:
«Corroboration warnings about the potential unreliability of categories of witnesses are now recognized as discriminatory and based on prejudice rather than empirical evidence. »
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Οι προειδοποιήσεις σε σχέση με την έλλειψη ενισχυτικής μαρτυρίας αναφορικά με την εν δυνάμει αναξιοπιστία μιας κατηγορίας μαρτύρων αναγνωρίζεται πλέον ως δυσμενής διάκριση βασισμένη σε προκατάληψη παρά ως εμπειρική τεκμηρίωση.»
Συνεπώς η υποχρέωση για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Ένας ακριβώς από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργηση του κανόνα ήταν ότι θεωρήθηκε προσβλητική για τις γυναίκες, νοουμένου ότι οι γυναίκες είναι κατά κανόνα παραπονούμενα πρόσωπα σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η αντίληψη ότι η μαρτυρία τέτοιων προσώπων είναι εγγενώς επισφαλής (Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2020 ed., 4-469). Επίσης αποφασίστηκε ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας και αποτελεί εκδήλωση δυσμενούς διάκρισης με βάση το φύλο (Balelala v. State [2004] FJCA 49).
Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό:
«The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury. »
Αφ΄ ης στιγμής το δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος.
Άλλωστε, τονίζουμε εμφαντικά ότι εκείνο που έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι η καταγραφή ή η διατύπωση αυτοπροειδοποίησης, η οποία να παραμένει κατά τα άλλα κενό γράμμα, χωρίς ουσία, αλλά σημασία έχει ο ουσιαστικός δικανικός συλλογισμός ο οποίος ελέγχεται επί τη βάσει της ποιότητας της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και του συνόλου της απόφασης (Βούτουνος ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 71, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 371, Αριστείδου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 32, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ.142/14, 17.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:D834 και Μιχαηλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 125/2017 κ.α, 26.4.2018).
Θέλουμε επίσης να τονίσουμε ιδιαιτέρως ότι νομοθετικές πρόνοιες, όπως η υπό συζήτηση, δεν μπορούν να αποστερήσουν τη σύμφυτη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, όταν αισθάνεται την ανάγκη, να αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία, όπως εξηγήσαμε, στην κατάλληλη περίπτωση και αν δεν υπάρχει, κατά την κρίση του, να αυτοπροειδοποιείται για τον κίνδυνο. Τούτο απορρέει από τη θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν είναι το αποτέλεσμα ασφαλούς, χωρίς λογική αμφιβολία, δικανικής πεποίθησης. Είναι ακριβώς η πεμπτουσία αυτή της ποινικής δίκης που πρέπει να αναδυθεί ως κυρίαρχη μέσα από την απεμπλοκή από τεχνικούς κανόνες οι οποίοι οδηγούν συχνά σε σφάλματα ή σε φραστικές απλώς διατυπώσεις, αντί να υπηρετούν την ουσία.
Ο σκοπός του νόμου δεν ήταν να μην λαμβάνεται υπόψιν, όπως έγινε εν προκειμένω, ούτε να μην αναζητείται ποτέ ενισχυτική μαρτυρία, αλλά να αναζητείται όταν ο δικαστής το κρίνει αναγκαίο, για συγκεκριμένους λόγους, και όχι στα πλαίσια μιας γενικότητας που καταλήγει τυπολατρική. Σ΄ αυτό το ουσιαστικό πλαίσιο ο δικαστής προσδιορίζει συγκεκριμένα τους λόγους που τον προβληματίζουν και τους εξετάζει, ως μέρος της νοητικής του διεργασίας, με σαφή αντίληψη ότι το πράττει για να καταλήξει σε αταλάντευτη δικαστική κρίση. »
(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε βεβαίως πως δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορίες 43, 44 και 45 εδράζονται σε άλλη νομοθεσία και συγκεκριμένα στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο, Ν. 119(Ι)/2000. Ως αναφέρεται δε στο άρθρο 16 του εν λόγω νόμου, το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούµενο µε µόνη την κατάθεση του θύµατος, εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική µαρτυρία. Το άρθρο αυτό έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση A.G. v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 119/2020, ημερομηνίας 16.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B147[32], αλλά και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γιώρκας v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/21 ημερ. 16.3.22, όπου υιοθετήθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ορθή και συνάδουσα με την ερμηνεία του άρθρου 16 στην υπόθεση A.G (ανωτέρω). Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι (το Πρωτόδικο Δικαστήριο):
«… ορθά διαπίστωσε ότι σε τέτοιου είδους αδικήματα απαιτείται καταρχάς το Δικαστήριο να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία. Αφού επεσήμανε ότι στην προκείμενη περίπτωση η μόνη μαρτυρία που υπήρχε ήταν αυτή που προέρχετο από την ίδια την Παραπονούμενη και δεν υφίστατο οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία, κατέληξε ότι θα μπορούσε να κρίνει ένοχο τον Εφεσείοντα με μόνη τη μαρτυρία της Παραπονούμενης συζύγου του. Στο πλαίσιο αυτό, αφού αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης είχε κριθεί καθόλα αξιόπιστη και ότι υπήρχε και υποστηρικτική μαρτυρία της Μ.Κ.5 και της Μ.Κ.4, έκρινε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε νομικό κώλυμα να καταδικάσει τον Εφεσείοντα.
Η πιο πάνω διεργασία που ακολουθήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν ορθή και συνάδει και με τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην υπόθεση A.G. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, ημερ. 16/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:B147».
(έμφαση δοθείσα)
Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, αυτό που χρήζει τονισμού είναι πως η ύπαρξη ή απουσία κανόνα πρακτικής ή διακριτικής ευχέρειας προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και αυτοπροειδοποίησης, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι αναμφίβολα η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος στην παρούσα είναι οι ουσιωδέστεροι μάρτυρες στην υπόθεση και εννοείται ότι τους έχουμε παρακολουθήσει με αυξημένη προσοχή και εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία τους.
Αυτό που πρέπει εν πρώτοις να πούμε είναι πως, ως ήδη εξάλλου υποδείξαμε, το ιστορικό της οικογένειας της Παραπονούμενης, ο χωρισμός των γονέων της και η μετάβαση της στην Κύπρο καθώς και η διαμονή της διαδοχικά σε διάφορα υποστατικά, προτού καταλήξει στο σπίτι στις Βρυσούλες δεν αμφισβητήθηκε. Όπως δεν αμφισβητήθηκε η θέση της πως δεν είχε επαφή με τον πατέρα της (Μ.Κ.7) αφότου έφυγαν από την Αγγλία, με εξαίρεση τη φορά που αυτός ήρθε στην Κύπρο για να τους δει.
Αυτό που αμφισβητήθηκε όμως, ήταν ο λόγος της μη επικοινωνίας με τον βιολογικό πατέρα (Μ.Κ.7) από το χρόνο που έφυγαν από την Αγγλία. Τόσο το ζήτημα αυτό όσο και κάποια άλλα που έπονται, αποτέλεσαν αμφισβητούμενα ζητήματα και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του Μ.Κ.8. Επί τούτου και στο πλαίσιο της προσπάθειας μας να είμαστε δίκαιοι κατά την αξιολόγηση προς όλες τις πλευρές, σημειώνουμε ότι προσεγγίζουμε τα ζητήματα αυτά σε σχέση με την Παραπονούμενη ανεξάρτητα από την κατάληξη μας σε σχέση με αυτά τα θέματα, στο πλαίσιο της αξιολόγησης του Μ.Κ.7.
Στρεφόμενοι τώρα στο λόγο μη επικοινωνίας με τον Μ.Κ.7 αφότου ήρθε στην Κύπρο σημειώνουμε πως η Παραπονούμενη παρέμεινε σταθερή στη θέση της πως ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που διέβαλλε ουσιαστικά τον Μ.Κ.7 και δεν ήθελε να επικοινωνούν μαζί του. Επί τούτου παρατηρήσαμε μάλιστα πως η μαρτυρία της δεν παρέμεινε σε ένα γενικό και αόριστο επίπεδο αφού συγκεκριμένα ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος τους περιέγραφε τον Μ.Κ.7 ως αλκοολικό, εθισμένο στα ναρκωτικά, άστεγο, transgender, ως κάποιο που πιστεύει στο διάβολο και ο οποίος πιθανόν να ήταν νεκρός. Η αναφορά της αυτή ουδόλως ξενίζει αφού αυτή τη στάση παρατηρήσαμε να έχει ο Κατηγορούμενος έναντι του Μ.Κ.7 και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Μας έμεινε δε αποτυπωμένος ο χαρακτηριστικός και έντονα απαξιωτικός τρόπος με τον οποίο μιλούσε κατ’ επανάλειψη για το πρόσωπο αυτό και προς τούτο παραπέμπουμε μεταξύ άλλων στα πρακτικά ημερ. 20.2.25 σελ. 36 και ημερ. 7.3.25 σελ. 54-55. Ως ήταν δε αναμενόμενο η Παραπονούμενη απέρριψε κατηγορηματικά πως ήταν η μητέρα της που ευθυνόταν για τη μη επικοινωνία της με τον πατέρα της, λέγοντας πως η μητέρα της ήταν ουσιαστικά αδιάφορη και πως δεν την ένοιαζε αν μιλούσαν με τον πατέρα τους ή όχι.
Αντικείμενο αντιπαράθεσης εν σχέσει με το ιστορικό της, αποτέλεσε και ο λόγος για τον οποίο σταμάτησε το σχολείο. Επί τούτου ο Κατηγορούμενος υποστήριξε πως η Παραπονούμενη ήθελε να σταματήσει το σχολείο επειδή δεν υπήρχαν μαθήματα που να την ενδιαφέρουν στο λύκειο, πως ο ίδιος της εισηγήθηκε ένα course μηχανικής καθώς και κάποια course για να μπορέσει να εργοδοτηθεί στο σχολείο όπου εργαζόταν η μητέρα του, αφού είχε δείξει ενδιαφέρον να ασχοληθεί με παιδιά[33]. Από την άλλη η Παραπονούμενη ήταν σαφής ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ουσιαστικά αυτός ο οποίος δεν ήθελε να συνεχίσει τη μόρφωση της στο Λύκειο (βλ. Τεκμήριο 4 σελ. 4, γρ. 20, 30-33, 42-48). Μάλιστα εξήγησε με απόλυτα πειστικό τρόπο και το τι της είχε πει για να σταματήσει, ότι δηλαδή το απολυτήριο από ένα κυπριακό σχολείο δεν θα της ήταν χρήσιμο και αντί τούτου θα της ήταν χρησιμότερο να μείνει στο σπίτι και να κάνει κάτι online στα αγγλικά. Παρά το γεγονός όμως ότι σταμάτησε το σχολείο, εν τέλει δεν έκανε τίποτε πέραν από κάποια περιορισμένα μαθήματα διαδικτυακά. Ανέφερε μάλιστα πως αν ήταν μόνο η μητέρα της θα μπορούσε να συνέχιζε το σχολείο, αναδεικνύοντας έτσι, το γεγονός που αποδεικνύεται κεφαλαιώδες και σε σχέση με τα όσα στη συνέχεια ισχυρίστηκε, ότι δηλαδή τον χειρισμό στο σπίτι τον είχε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν και η καθοριστική φιγούρα της οικογένειας τους (βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 4, γρ. 31-32). Το ότι δε η ίδια πράγματι ήθελε να συνεχίσει περαιτέρω τη μόρφωση της, αναδύεται έντονα από τα όσα με φυσικότητα αναφέρει στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου 4 και επισφραγίζεται από το ότι εν τέλει, μεταβαίνοντας στην Αγγλία, πράγματι συνέχισε τη μόρφωση της αφού πήγε σε κολλέγιο εκεί[34].
Όμως παρά την ως άνω μομφή προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου, η Παραπονούμενη έδειξε πως ήταν δίκαιη στην εξιστόρηση των γεγονότων αφού στη συνέχεια δέχθηκε ειλικρινώς πως πράγματι ο Κατηγορούμενος τους δίδαξε πως να χρησιμοποιούν τα μηχανήματα στο εργαστήριο, λέγοντας όμως παράλληλα πως ο πάγκος που υπήρχε στο εργαστήριο (crafting table) δεν είχε κατασκευαστεί ειδικά για αυτούς, ως της υποβλήθηκε, αλλά ότι υπήρχε ως μέρος του εργαστηρίου, χωρίς να θεωρείται πως τους ανήκε ή πως φτιάχτηκε αποκλειστικά για αυτούς.
Ουσιαστικότερο όμως μέρος της μαρτυρίας της ήταν αυτό που αφορούσε την κατάσταση διαβίωσης στο σπίτι. Κατ’ αρχάς η Παραπονούμενη, ανέφερε πως ουσιαστικά δεν υπήρχε λόγος για να μην υπάρχει πόρτα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν με την αδελφή της και πως σίγουρα δεν υπήρχαν άλλα έπιπλα εκεί που να εμποδίζουν την ύπαρξη πόρτας. Απέδωσε δε σαφώς την απουσία πόρτας στον Κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα ανέφερε ευθέως πως τους έλεγε ότι ήταν πολύ μικροί για να έχουν ιδιωτικότητα. Ο Κατηγορούμενος βέβαια απέδωσε την απουσία πόρτας στην Μ.Υ.6, παρουσιάζοντας μάλιστα τον εαυτό του, ούτε λίγο ούτε πολύ ως ένα άβουλο ον που ακολουθούσε τις οδηγίες της Μ.Υ.6, κάνοντας ότι αυτή ήθελε στο σπίτι. Στο πλαίσιο αυτό ήταν η θέση του πως ένεκα επίπλων που ήθελε να βάλει στο σημείο εκείνο η Μ.Υ.6, η ίδια είχε αποφασίσει να μην υπάρχει στο σημείο εκείνο πόρτα. Όμως επί του σημείου αυτού σημειώνουμε πως πέραν του ότι δεν έχουμε πειστεί πως ο Κατηγορούμενος ήταν το άβουλο ον που επιχείρησε να μας παρουσιάσει, την απουσία ιδιωτικότητας, διαπίστωσε και σημείωσε έντονα και η Μ.Κ.4. Μάρτυρας η οποία, ως ήδη υποδείξαμε, έχοντας πάει χωρίς προειδοποίηση στην οικία διαπίστωσε πως δεν υπήρχε λόγος που να εμπόδιζε την ύπαρξη πόρτας στο συγκεκριμένο σημείο, καταρρίπτοντας έτσι και τη θέση του Κατηγορούμενου πως υπήρχαν πρακτικοί δήθεν λόγοι και δη έπιπλα που η Μ.Υ.6 ήθελε να τοποθετήσει εκεί, τα οποία εμπόδιζαν την τοποθέτηση πόρτας στο συγκεκριμένο σημείο. Η δε ύπαρξη κουρτίνας, την οποία ούτε και η Παραπονούμενη αμφισβήτησε πως υπήρχε, ουδόλως μας έπεισε πως παρείχε την απαραίτητη ιδιωτικότητα, αφού δεν βρισκόταν καν στο σημείο του δωματίου τους όπου θα έπρεπε να υπάρχει πόρτα, αλλά στο σαλόνι. Κάτι το οποίο άλλωστε υποστήριξε έντονα και η ίδια η Παραπονούμενη, εξηγώντας πειστικά πως ούτε καν εκείνη την κουρτίνα δεν μπορούσε η ίδια ή η μικρότερη αδελφή της να ελέγχει, ως προς το πότε θα ήταν ανοικτή ή κλειστή (βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 20-21), αφού τούτο το αποφάσιζε ο Κατηγορούμενος και πως εν πάση περιπτώσει δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμποδίζει την οπτική επαφή προς το δωμάτιο τους αν κάποιος βρισκόταν στην κουζίνα.
Με το δικό της τρόπο αναφέρθηκε και στους κοινωνικούς περιορισμούς που είχαν μεγαλώνοντας, χωρίς να παρατηρούμε μια προσποιητή ταύτιση στην περιγραφή της εν σχέσει με τον Μ.Κ.8, που θα παρέπεμπε σε προσυνεννόηση. Ως περιέγραψε ήταν πολύ λιγοστές οι φορές που ο Κατηγορούμενος την είχε πάρει να δει κάποιους φίλους της και ακόμα και όταν το έκανε στη συνέχεια αποφάσιζε πως δεν τους συμπαθούσε και δεν της επιτρεπόταν να τους βλέπει πλέον έξω. Με πλήρως πειστικό τρόπο και περισσή αμεσότητα δε, τοποθετήθηκε εν σχέσει με συγκεκριμένες φίλες της για τις οποίες έγινε λόγος. Συγκεκριμένα έγινε λόγος για τις Λ., Μ. και Τ., σε σχέση με τις οποίες ανέφερε πως την μεν Λ., την έβλεπε μόνο όταν η μητέρα της πήγαινε επίσκεψη στο σπίτι της, αποδεχόμενη όμως στη συνέχεια με ειλικρίνεια πως για μια και μοναδική φορά πήγε έξω μαζί με φίλους της. Με την Ν. παρέμεινε πλήρως σταθερή πως δεν πήγε ποτέ έξω και σε σχέση Μ.G, (που ήταν το κορίτσι της) επανέλαβε πως παρότι αρχικά αντάλλαζαν κάποιες επισκέψεις, ο Κατηγορούμενος δεν την συμπαθούσε και δεν της επιτρεπόταν να την βλέπει έξω από το σχολείο. Τόνισε δε πως η ίδια και ο Μ.Κ.8 ήθελαν να βγαίνουν, απορρίποντας και τη θέση πως ο Μ.Κ.8 ήταν κλειστός τύπος και δεν ήθελε να βγαίνει, κάτι που παρενθετικά σημειώνουμε πως και ο ίδιος υποστήριξε με τη δική του μαρτυρία.
Στη μαρτυρία της επί του προκειμένου δεν μπορούμε να πούμε πως διακρίναμε υπερβολή, αφού παράλληλα η ίδια ειλικρινώς δέχθηκε πως ως οικογένεια έκαναν κάποια πράγματα, κάτι το οποίο συνάδει και με το φωτογραφικό υλικό που παρουσίασε η υπεράσπιση. Χωρίς ωστόσο το υλικό αυτό να καταδεικνύει την πολύ ενεργή σε εξόδους οικογένεια που ήθελε να παρουσιάσει ο Κατηγορούμενος, αφού πρόκειται ως και ο Κατηγορούμενος δέχθηκε κατά την αντεξέταση του για 14 εξόδους σε ένα βάθος χρόνου 8 ή 10 ετών[35]. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί από το υλικό αυτό να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πήγαιναν πολύ συχνά στα εστιατόρια ή ότι έκαναν συχνά movie nights. Ούτε όμως μπορεί το φωτογραφικό υλικό να καταρρίψει τη θέση της πως δεν ενθαρρυνόταν και εν τέλει δεν της επιτρεπόταν να έχει επαφές με φίλες της. Άλλωστε το φωτογραφικό υλικό όπως και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε να παραδεχθεί περιλαμβάνει φωτογραφίες της οικογένειας και μάλιστα κατά ένα μέρος αφορούσε περιπτώσεις που συγγενείς του, τους επισκέπτονταν από την Αγγλία[36] ή επισκέψεις στον αδελφό ή τους γονείς του και πάντως δεν αποτυπώνει στιγμές με φίλους των παιδιών, με εξαίρεση μια ή δύο φωτογραφίες. Στιγμές που αν υπήρχαν θα αναμενόταν, δεδομένου και του όλου πλαισίου εντός του οποίου προσκομίστηκαν οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 21, να παρουσιάζονταν και αυτές που θα έδειχναν τις στενές και συχνές επαφές των παιδιών με φίλους.
Η πιο πάνω θέση της συνάδει βέβαια απόλυτα και με το γεγονός που επίσης υποστήριξε με ένταση, ότι δηλαδή δεν τους επιτρεπόταν να χρησιμοποιούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποδεχόμενη όμως ταυτόχρονα με δίκαιο τρόπο πως δεν υπήρχε απαγόρευση στη χρήση ιντερνετ, αλλά μόνο περιορισμός στη χρήση του. Ασφαλώς δεν διέλαθε την προσοχή μας το γεγονός πως ο Μ.Κ.8 ανέφερε πως χρησιμοποίησε μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να επικοινωνήσει με τον πατέρα του. Τούτο όμως δεν θεωρούμε πως πλήττει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης ούτε αποκλείουμε να χρησιμοποίησε και η ίδια σε κάποια στιγμή τέτοια μέσα. Η ουσία της μαρτυρίας ήταν άλλη και δη πως παρά το ότι είχαν τηλέφωνα καθώς και περιορισμένο δικαίωμα χρήσης ιντερνετ και κατ’ επέκταση πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εντούτοις η πρόσβαση σε αυτά (τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) δεν τους επιτρεπόταν. Προς τούτο μάλιστα εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος ασκούσε έλεγχο 1-2 φορές την εβδομάδα, κάτι που ως θέμα λογικής δεν επέτρεπε τη συνεχόμενη διατήρηση λογαριασμού σε κάποιο από τα μέσα αυτά χωρίς τούτο να περιέλθει στην αντίληψη του Κατηγορούμενου, με ανάλογες συνέπειες, αφού για τούτο υπήρχε απαγόρευση. Εξάλλου και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος πράγματι δεν αμφισβήτησε πως ήλεγχε το τηλέφωνο της, προβάλλοντας βέβαια τις δικές του θέσεις.
Με λογική συνέπεια ρέει και η θέση της πως ο Κατηγορούμενος μετά που σταμάτησε το σχολείο και με τη δικαιολογία ότι δεν συμπαθούσε τις φίλες της, διέγραψε τις επαφές από το κινητό της. Βέβαια ο Κατηγορούμενος προώθησε τη θέση πως οι φίλες της σταμάτησαν να της μιλούν και πως την κοροϊδευαν επειδή ο ίδιος ήταν ιερέας και είχαν δει σχετικό δικό του βίντεο, όμως τέτοια θέση ουδέποτε της τέθηκε για να τοποθετηθεί και προωθήθηκε για άλλη μια φορά μονόπλευρα έτσι που καμμιά βαρύτητα θεωρούμε πως μπορεί να προσδοθεί σε αυτήν, δεδομένου ακριβώς του τρόπου που η υπεράσπιση επέλεξε να την προωθήσει.
Η προσπάθεια της υπεράσπισης να πλήξει την αξιοπιστία της βέβαια έφτασε μέχρι του σημείου να παρουσιαστεί η Παραπονούμενη ως πρόσωπο αμφιβόλου ηθικής, αφού της υποβλήθηκε πως επισκεπτόταν ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου κάτι που επίσης υποστήριξε έντονα και ο Κατηγορούμενος. Κατ’ αρχάς επί τούτου πρέπει να πούμε πως αυτό το ζήτημα ακόμα και αν ευσταθούσε δεν είναι αντιληπτό πως θα μπορούσε να διασυνδεθεί με τη γενικότερη αξιοπιστία της σε σχέση με τα όσα καταλογίζει στον Κατηγορούμενο. Ανεξαρτήτως όμως τούτου η Παραπονούμενη με τρόπο κατηγορηματικό απέρριψε τη θέση αυτή αποφεύγοντας με προσοχή και ορθώς να τοποθετηθεί σε σχέση με το κατά πόσον είχε τέτοια ενασχόληση ο Μ.Κ.8, δείχνοντας έτσι πως δεν επεδίωκε να δημιουργεί εντυπώσεις, αλλά να αναφέρει γεγονότα που πράγματι γνώριζε. Από την άλλη με τρόπο φυσικό και χωρίς δεύτερες σκέψεις ανέφερε πως σε ηλικία 15 ετών διάβαζε fun fiction δηλαδή μια ιστοσελίδα όπου άνθρωποι γράφουν ιστορίες για χαρακτήρες στην τηλεόραση καθώς και ότι είχε επισκεφθεί την ιστοσελίδα «wattpad», χωρίς ωστόσο να δέχεται ότι οι περιορισμοί στο ίντερνετ τέθηκαν μετά από αυτό, αφού ως η θέση της πάντοτε υπήρχαν. Ως προς το βίντεο στο τικ τοκ στο οποίο ο Κατηγορούμενος μονόπλευρα έκανε αναφορά στη μαρτυρία του σημειώνουμε πως καμία τέτοια θέση τέθηκε στην Παραπονούμενη για να τοποθετηθεί και συνεπώς δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου σε σχέση με το περιστατικό με το gif με το ερεθισμένο ανδρικό πέος αλλά και το βίντεο που κατ’ ισχυρισμόν έβλεπε η Παραπονούμενη με ένα άνδρα που συνέλεγε σμήγμα από την επιδερμίδα του και το έτρωγε, τα οποία επίσης ουδέποτε τέθηκαν στην Παραπονούμενη για να τοποθετηθεί.
Η Παραπονούμενη όμως αναφέρθηκε με γλαφυρότητα και στην κατάσταση της μητέρας της, αναδεικνύοντας διαφορετικές πτυχές απ’ ότι ο Μ.Κ.8, πτυχές όμως οι οποίες είχαν εν τέλει κοινή συνισταμένη τον χειριστικό τρόπο με τον οποίο τύγχανε μεταχείρισης και η Μ.Υ.6 από τον Κατηγορούμενο καθώς και τη σωματική βία που η ίδια δεχόταν σε κάποιες περιπτώσεις από αυτόν. Κάτι που σημειώνουμε εν παρόδω πως παραδέχθηκε και η ίδια η Μ.Υ.6 πως συνέβαινε. Με ειλικρίνεια δε ανέφερε πως το περιστατικό βίας στο οποίο αναφέρθηκε, όπου ο Κατηγορούμενος χτύπησε τη μητέρα της και το οποίο τοποθέτησε περί τον Οκτώβριο/Νοέμβριο του 2021, η ίδια δεν το είδε, ενώ με την ίδια ειλικρίνεια δέχθηκε πως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε αν το είδε ο αδελφός της. Θέση του Κατηγορούμενου βέβαια ήταν πως ουδέποτε τη χτύπησε και πως αυτό το περιστατικό αφορά σε περιστατικό όπου η Μ.Υ.6 στην προσπάθεια της να βγάλει κάποια πλακάκια έκοψε το χέρι της και επειδή είδε το αίμα να τρέχει λιποθύμησε και η μπουνιά που άκουσαν ήταν το κεφάλι της που χτύπησε στο πάτωμα (βλ. πρακτικά 20.2.25, σελ. 19, γρ. 18-19). Όμως η εξήγηση που προσπάθησε ανεπιτυχώς να δώσει ο Κατηγορούμενος για το συμβάν αυτό, δεν δύναται να εξηγήσει την αναφορά της Παραπονούμενης, η οποία επέμεινε πως άκουσε ότι πήγε να τη χτυπήσει, ότι αυτή του έλεγε να σταματήσει, ότι άκουσε τα ουρλιαχτά της και ακολούθως είδε μώλωπες στο σώμα της. Με πολύ πειστικό τρόπο ανέφερε μάλιστα (η Παραπονούμενη) ότι σε κάποια στιγμή έφτασε να πιστέψει πως ήταν νεκρή, επειδή σταμάτησαν να την ακούν, δικαιολογώντας έτσι πλήρως το συναίσθημα του τρόμου που ανέφερε πως την κυρίευσε τότε, φόβος ο οποίος ως με συνοχή υποστήριξε ήταν και ο λόγος που δεν κατήγγειλαν το περιστατικό τότε όπως και άλλα που υπήρξαν. Επί τούτου του τελευταίου ανέφερε με φυσικότητα πως το να μαλώνουν οι δύο τους ήταν σύνηθες φαινόμενο και πως ο Κατηγορούμενος την εξύβριζε κιόλας, ωστόσο με δίκαιο τρόπο ανέφερε πως δεν την χτυπούσε πολύ και πως τούτο έτυχε μόνο κάποιες φορές να συμβεί. Ασφαλώς αν επρόκειτο για μια καλά σχεδιασμένη προσπάθεια να τον κατηγορήσει ψευδώς, σίγουρα δεν θα αναμέναμε να αναφέρει πως η βία μόνο κάποιες φορές συνέβαινε.
Το όλο δε σκηνικό στο οποίο εξελίσσονταν τα γεγονότα που εν συνεχεία εξιστόρησε συμπλήρωσε βέβαια και η παραστατικότατη περιγραφή της ως προς την απομόνωση που βίωνε και η μητέρα της και την έλλειψη επιλογών που είχαν, στοιχεία τα οποία με συνοχή και ευλόγως υποστήριξε πως περιόριζαν τις επιλογές που είχαν, κρατώντας τους στην ουσία δέσμιους του Κατηγορούμενου, όχι βέβαια κυριολεκτικά, αλλά κυρίως λόγω της οικονομικής εξάρτησης που είχαν στο πρόσωπο του αλλά και της απουσίας εναλλακτικών επιλογών. Επί τούτου με ζωντανό τρόπο περιέγραψε πως η Μ.Υ.6 φεύγοντας από την Αγγλία και ερχόμενη στην Κύπρο είχε χάσει τους φίλους της, δεν μπορούσε να δει τους γονείς της οι οποίοι βρίσκονταν στην Αγγλία, δεν μιλούσε τη γλώσσα, στηριζόταν πλήρως οικονομικά σε αυτόν, με αποτέλεσμα όλα όσα είχε τόσο η Μ.Υ.6 όσο και η ίδια η Παραπονούμενη με τον αδελφό της, να ήταν ο Κατηγορούμενος και η οικογένεια του. Κάτι που ως λογικά υποστήριξε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως υγιές οικογενειακό περιβάλλον[37], ως της υπεβλήθη από την υπεράσπιση. Ιδίως αν συναρτηθεί και προς τα όσα άλλα συνέβαιναν και στα οποία έγινε αναφορά ανωτέρω.
Την ίδια στιγμή όμως παρατηρήσαμε πως με δίκαιο τρόπο δέχθηκε το παρελθόν του βιολογικού της πατέρα (Μ.Κ.7) λέγοντας πως ξέρει ποιος είναι, πως ήταν εθισμένος στα ναρκωτικά και ότι χτυπούσε την Μ.Υ.6, πως η σχέση τους ήταν τοξική, φτάνοντας ακόμα στο σημείο να παραδεχθεί πως και η μητέρα της τον χτυπούσε, δείχνοντας έτσι πως δεν είχε πρόβλημα να καταλογίσει τις ευθύνες και τις αρνητικές συμπεριφορές εκεί και όπου ανήκουν. Για να καταλήξει να αναφέρει βέβαια πως όταν χώρισαν με τη μητέρα της, ο Μ.Κ.7 μετακόμισε αλλού και τους έβλεπε μόνο τα σαββατοκύριακα και έτσι τίποτε από αυτά που συνέβαιναν στο παρελθόν, συνέβαινε έκτοτε. Θέλοντας έτσι να δείξει πως δεν ήταν αναγκαία η φυγή τους από την Αγγλία για να «γλυτώσουν» από τον βιολογικό τους πατέρα, ως εν πολλοίς της τέθηκε. Ούτε όμως δέχθηκε πως τους περιμάζεψε από τους δρόμους ο Κατηγορούμενος, αφού ως πειστικά εξήγησε δεν ζούσαν στους δρόμους, είχαν σπίτι και πλήρωναν ενοίκιο και δεν τον χρειάζονταν για να τους σώσει, αλλά το ότι ήρθαν στην Κύπρο οφειλόταν στον Κατηγορούμενο, ο οποίος έχοντας την οικογένεια του εδώ ήθελε να έρθει στην Κύπρο. Κάτι που και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος εν πολλοίς δέχθηκε στη μαρτυρία του, λέγοντας πως πράγματι κατά τον χρόνο που η Μ.Υ.6 έμεινε έγκυος με τη βιολογική του κόρη (Ε.Α.), ο ίδιος βρισκόταν «μεταξύ» της Αγγλίας και της Κύπρου, εννοώντας πως προσπαθούσε να φύγει από την Αγγλία και να εγκατασταθεί στην Κύπρο όπου βρισκόταν η οικογένεια του.
IX. Έλεγχος για αυτοτραυματισμούς – Φωτογραφίες.
Υπό το φως των όσων πιο πάνω ανέφερε πως βίωνε στο σπίτι, δεν ξενίζει το γεγονός ότι η ανήλικη τότε Παραπονούμενη άρχισε να κόβει τον εαυτό της από την ηλικία των 12 ετών. Κάτι που με ειλικρίνεια αλλά και εμφανέστατη θλίψη παραδέχθηκε ενώπιον μας, αντιλαμβανόμενη προφανώς εκ των υστέρων πως τότε είχε κατάθλιψη. Με φυσικότητα δε ακολουθεί και η θέση της πως το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με την ανάγκη ελέγχου της καθώς και την αδυναμία της μητέρας της να το πράξει ένεκα του ότι παραδεκτώς δεν μπορούσε να βλέπει αίμα, οδήγησε στο να δοθεί η ευχέρεια στον Κατηγορούμενο να αναλάβει τον έλεγχο της.
Επί τούτου ήταν η θέση της πως ξεκίνησε τη συμπεριφορά που του απέδωσε όταν η ίδια ήταν 13 ετών (δηλαδή μετά τις 16.6.19). Προσδιορίζοντας δε πόσο συχνά συνέβαινε η διαδικασία ελέγχου, η Παραπονούμενη ανέφερε πως έγινε πολλές φορές μεταξύ των ετών 13 -16 και ότι ήταν το λιγότερο μια φορά το μήνα («Σαν σου είπα at least μια φορά τον μήνα» - Τεκμήριο 4, σελ. 10, γρ.27). Θέση η οποία δεν διαπιστώσαμε να αμφισβητείται αφού και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε πως προέβαινε σε αυτή τη συμπεριφορά σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς να διαψεύσει την Παραπονούμενη πως ήταν περί τη μια φορά τον μήνα. Ούτε όμως στην ίδια τέθηκε οποιαδήποτε αντίθετη υποβολή.
Αυτό εν ολίγοις δηλαδή που εντοπίζεται στο πλαίσιο αυτό είναι πως δεν αμφισβητήθηκαν ουσιώδεις θέσεις της, οι οποίες μάλιστα επιβεβαιώνονται από ανεξάρτητη μαρτυρία. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε η ουσιώδης θέση της πως ο Κατηγορούμενος της έλεγε να βγάζει τα ρούχα της εκτός από το κάτω εσώρουχο για να την ελέγχει αν έχει κοψίματα και πως την έβγαζε και φωτογραφίες και πως αυτά γίνονταν στο γραφείο το οποίο εφάπτετο με το σπίτι τους αλλά το οποίο δεν είχε πόρτα που να το συνδέει άμεσα με το σπίτι και πως γινόντουσαν πάντα σε χρόνο που η ίδια ήταν μόνη με τον Κατηγορούμενο. Και τούτο αφού καμμιά αντίθετη υποβολή της τέθηκε.
Η δε θέση που μονόπλευρα προώθησε ο Κατηγορούμενος πως κατά τον χρόνο που την έλεγχε έμπαιναν μέσα είτε η μητέρα της είτε ο Μ.Κ.8 ουδέποτε της τέθηκε για να μπορέσει να τοποθετηθεί. Επίσης μη αμφισβητούμενη παρέμεινε και η θέση της πως για να της βγάζει φωτογραφίες χρησιμοποιούσε το κινητό του καθώς και ότι της έλεγε ότι έβγαζε τις φωτογραφίες ώστε την επόμενη φορά που θα την έλεγχε να μπορούσε να έχει σημείο αναφοράς για να μπορεί να ξέρει αν τυχόν κοψίματα/αυτοτραυματισμοί που θα εντόπιζε ήταν παλαιά ή νέα.
Η θέση της αυτή περί χρήσης κινητού και λήψης φωτογραφιών επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το Τεκμήριο 15 που περιέχει δεδομένα και συγκεκριμένα φωτογραφίες που παραδεκτώς εξήχθησαν από το κινητό του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 14. Σε σχέση με αυτό σημειώνεται πως δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι όλες οι φωτογραφίες που περιέχονται στο Τεκμήριο 15 στον φάκελο SA1, απεικονίζουν την Παραπονούμενη.
Τώρα ως προς τη συχνότητα της φωτογράφισης, στην κατάθεση της αναφέρθηκε σε φωτογράφιση της όταν ήταν 13-14 ετών ενώ σε άλλα σημεία της μαρτυρίας της ανέφερε πως στο πλαίσιο των δήθεν ελέγχων, ο Κατηγορούμενος σε κάποιες περιπτώσεις την έβγαζε και φωτογραφίες, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει περαιτέρω, χρονικά ή αριθμητικά, τις φορές κατά τις οποίες στο πλαίσιο των ελέγχων λήφθηκαν και φωτογραφίες, αλλά πάντως ήταν σαφές πως οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 15 ήταν φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο αυτών των υποτιθέμενων ελέγχων, γεγονός που αποτελεί εύρημα μας.
Το ότι δε η διαδικασία αυτή ήταν αποδεκτή από την υπεράσπιση επιμαρτυρείται από το ότι και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος περιέγραψε ουσιαστικά την ίδια διαδικασία. Βέβαια ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι έλαβε μόνον τις φωτογραφίες που εντοπίστηκαν στο κινητό του (βλ. Τεκμήριο 14) και πως η λήψη τους έγινε μόνο σε μια περίοδο 5-6 μηνών εντός του 2022 και με την προοπτική της συνέντευξης της Παραπονούμενης τον Σεπτέμβριο του 2022. Όμως η θέση αυτή είναι διάτρητη αφού δεν είναι αντιληπτό σε αυτό το σενάριο για ποιο λόγο την φωτογράφιζε από τον Ιανουάριο του 2022 για μια υποτιθέμενη συνέντευξη που θα ήταν τον Σεπτέμβριο του 2022 και η οποία εν πάση περιπτώσει δεν προέκυψε ούτε από τη μαρτυρία της Μ.Υ.4 να είχε διευθετηθεί κατά τρόπο συγκεκριμένο, αλλά μόνον είχε συζητηθεί. Ούτε πώς ακριβώς υπήρχε αυτή η ανάγκη τη στιγμή κατά την οποία, στην συνέντευξη, εάν και εφόσον διευθετείτο, θα πήγαινε ενδεδυμένη.
Επομένως παραμένει ως διαπίστωση μας πως και η φωτογράφιση λάμβανε χώρα κατά διαστήματα από την ηλικία των 13-16, χωρίς ωστόσο η συχνότητα της να μπορεί να προσδιοριστεί περαιτέρω και πως εν πάση περιπτώσει οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 15 λήφθηκαν εντός της πιο πάνω περιόδου από τον Κατηγορούμενο.
Αυτό βέβαια που αποτέλεσε τον κύριο πυρήνα της αντιπαράθεσης ήταν αν πράγματι ο σκοπός του Κατηγορούμενου όταν προέβαινε στις πράξεις αυτές ήταν να ελέγξει την Παραπονούμενη για αυτοτραυματισμούς ή αν αυτό αποτελούσε μια συγκεκαλυμμένη προσπάθεια του Κατηγορούμενου να ξεγυμνώνει την Παραπονούμενη και να την φωτογραφίζει για δικούς του σκοπούς. Θέση του Κατηγορούμενου στο πλαίσιο αυτό ήταν ότι επειδή η Παραπονούμενη αυτοτραυματιζόταν και επειδή η Μ.Υ.6 δεν μπορούσε να αντικρίσει αίμα αφού λιποθυμούσε, ο ίδιος ανέλαβε εν γνώσει της τελευταίας να την ελέγχει. Προς τούτο ήδη υποδείξαμε ότι θέση του ήταν πως λάμβανε φωτογραφίες «αναφοράς» έτσι ώστε να μπορεί να αποδεικνύει στην Παραπονούμενη πως τυχόν κοψίματα που θα εντόπιζε πάνω της κατά την επόμενη φορά ήταν καινούρια και όχι παλαιότερα. Θέση του ήταν ακόμα πως το έκανε ως πατριός της, πως την αισθανόταν ως κόρη του, πως δεν είχε κανένα ενδιαφέρον στο σώμα της και πως δεν υπήρχε τίποτε το σεξουαλικό στα όσα συνέβαιναν. Η θέση του Κατηγορούμενου όμως ήταν διάτρητη για μια σειρά από λόγους.
Κατ’ αρχάς αν τα πράγματα ήταν τόσο αθώα όσο ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος, δεν είναι αντιληπτό γιατί ήταν ανάγκη ο έλεγχος να διενεργείται στο εργαστήριο και όχι σε ένα δωμάτιο του κυρίως σπιτιού με τη μητέρα να είναι παρούσα, τουλάχιστον στον ευρύτερο χώρο, εφόσον δεν μπορούσε να διαχειριστεί τη θέα αίματος και να ευρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο.
Ούτε είναι αντιληπτό για ποιο λόγο ο έλεγχος δεν μπορούσε να γίνει σύντομα με την απλή ανασήκωση των ρούχων και αντί τούτου γινόταν υπό συνθήκες απομόνωσης, για χρόνο που κυμαινόταν από 10 λεπτά μέχρι και δύο ώρες[38]. Κάτι για το οποίο σημειώνουμε πως αναρωτήθηκε εύλογα και η Μ.Κ.10. Άλλωστε και ο ίδιος όταν απαντούσε την ερώτηση 26 στο πλαίσιο της κατάθεσης του Τεκμήριο 9, ανέφερε πως την έλεγχε με ανασήκωση των ρούχων και όχι με τον τρόπο που το έπραττε στην πραγματικότητα. Δηλαδή με την αφαίρεση όλων των ρούχων πλην του κάτω εσωρούχου και λήψη φωτογραφιών, τις οποίες επίσης δεν αποκάλυψε τότε στην αστυνομία. Στα προφανή ψέματα που είπε ο Κατηγορούμενος θα επανέλθουμε, όμως αυτό που είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ είναι πως, από τα πιο πάνω φαίνεται πως και ο ίδιος αντιλαμβανόταν, πως αυτός ήταν ο λογικά αποδεκτός τρόπος ελέγχου, δηλαδή με μια απλή και σύντομη ανασήκωση των ρούχων, εξ ου και τον ανέφερε στην αστυνομία ενώ γνώριζε πως δεν την έλεγχε με αυτόν τον τρόπο και πως λάμβανε και φωτογραφίες.
Σημειώνουμε εδώ ότι ως προς τη διάρκεια του ελέγχου η Παραπονούμενη ανέφερε πως κάποιες φορές ήταν 10 λεπτά επειδή ο Κατηγορούμενος είχε άλλα πράγματα να κάνει και άλλες φορές ήταν μέχρι και δύο ώρες επειδή ήθελε να της μιλήσει για τα πράγματα που της έκανε και αν ήταν «οκ» (βλ. Τεκμήριο 4, σε. 10 γρ.1-3). Βέβαια ειλικρινώς αποδέχθηκε πως την ώρα που της μιλούσε δεν εξακολουθούσε να είναι γυμνή. Ωστόσο, ως ανέφερε, κάποιες φορές παρέμενε γυμνή από 5-10 λεπτά με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να την ελέγχει παντού, κάτι που και πάλιν ξενίζει αφού ως θέμα κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας, δεν χρειάζονται 10 λεπτά για τη διενέργεια ενός τέτοιου ελέγχου στο σώμα ενός μικρού ανήλικου κοριτσιού.
Όμως αυτό που γεννά μεγαλύτερα ερωτηματικά είναι το γεγονός ότι ως η Παραπονούμενη ανέφερε σταμάτησε να τραυματίζεται όταν της υπέδειξαν να σταματήσει, αλλά 1-2 χρόνια μετά, ο Κατηγορούμενος συνέχιζε να την ελέγχει. Συγκεκριμένα ερωτηθείσα αν η ίδια έκανε συχνά κοψίματα ανέφερε «Όι. Είπε μου να σταματήσω τζιαι εσταμάτησα. Θκιο χρόνια, μια θκιο χρόνια μετά ακόμα θέλει να δει. Πάντα λαλεί μου ότι εντάξει ξέρω ότι εν θα το κάμεις ξανά, αλλά ένα μήνα μετά ξανά πάμε[39]» (Τεκμήριο 4, σελ. 9 γρ. 30-31). Η θέση της βέβαια αυτή ότι σταμάτησε να κόβεται συνάδει με το γεγονός πως πράγματι το Τεκμήριο 15 παρά το ότι περιέχει ομολογουμένως ένα μεγάλο αριθμό φωτογραφιών, σε αυτές δεν εντοπίζεται ίχνος αυτοτραυματισμού ή κοψίματος. Η δε θέση του Κατηγορούμενου πως πιθανόν στις φωτογραφίες να υπάρχουν κοψίματα τα οποία δεν φαίνονται λόγω της ανάλυσης της φωτογραφίας ή της ψηφιδοποίησης, σημειώνεται πως πολύ βολικά προβλήθηκε από τον ίδιο για πρώτη φορά στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας, χωρίς κανένας τέτοιος ισχυρισμός να έχει τεθεί προηγουμένως στον Μ.Κ.5 που κατέθεσε ως ειδικός εμπειρογνώμονας και θα μπορούσε να τοποθετηθεί επί τούτου και ο οποίος έκανε ιδιαίτερη μνεία στην ποιότητα των φωτογραφιών. Συναφώς δεν θεωρούμε πως μπορούμε να προσδώσουμε βαρύτητα στη θέση αυτή. Εν πάση περιπτώσει τονίζουμε πως ούτε και η θέση του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη κοβόταν μέχρι τον Ιούνιο του 2022 της τέθηκε ευθέως για να τοποθετηθεί.
Τα πιο πάνω εύλογα ερωτήματα εντείνει το γεγονός ότι η Μ.Υ.6 δεν γνώριζε καν ότι φωτογράφιζε την κόρη της και μάλιστα χωρίς ρούχα (πλην του κάτω εσωρούχου). Πολύ περισσότερο δε σε σημεία που η ίδια δεν γνώριζε καν ότι υπήρχε υπόνοια για κοψίματα. Ως δε η ίδια η Μ.Υ.6 εξήγησε, περί των φωτογραφιών έμαθε μετά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου ενώ ως προς την αναφορά που εντοπίζεται σε κάποια ηλεκτρονική αλληλογραφία ότι γνώριζε για τις φωτογραφίες, με πολλή φυσικότητα εξήγησε πως αφορούσε σε γνώση που αποκτήθηκε μετά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου και όχι προηγουμένως.
Το ότι δε τη φωτογράφιζε σε σημεία όπου δεν υπήρχε υπόνοια αυτοτραυματισμών το ανέφερε εξάλλου και η ίδια η Παραπονούμενη όταν της τέθηκε η θέση πως την έλεγχε σε σημεία που πιθανόν να είχε αυτοτραυματισμούς συμπεριλαμβανομένου και του στήθους. Οπόταν ανέφερε ευθέως πως ποτέ δεν κοβόταν στο στήθος[40] και επομένως δεν υπήρχε λόγος να της αφαιρεί τα ρούχα και να την φωτογραφίζει χωρίς ρούχα στο πάνω μέρος του σώματος της. Με άκρως αφοπλιστικό τρόπο απάντησε και στην υποβολή πως ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε σεξουαλική πρόθεση λέγοντας «Δεν φορούσα σουτιέν και με έβαζε να του δείχνω τον πισινό μου. Πως αυτό δεν είναι σεξουαλικό;» Σε υπόδειξη δε πως πάντοτε φορούσε το κάτω εσώρουχο με άμεσο και αποστομωτικό τρόπο απάντησε πως «Ναι, ναι όμως έπρεπε να τα τραβώ και πάνω και κάτω για να μπορεί να δει τον πισινό μου, όμως χωρίς να τα βγάζω»[41]. Το γεγονός αυτό που περιέγραψε δηλαδή του τραβήγματος του εσώρουχου για να φαίνεται ο πισινός της, πράγματι αποτυπώνεται αυτούσιο και στις φωτογραφίες που εξήχθησαν από το κινητό του Κατηγορούμενου, οι οποίες όντως δείχνουν την Παραπονούμενη μόνο με το κάτω εσώρουχο το οποίο είναι τραβηγμένο ώστε να φαίνεται περισσότερο ο πισινός της και η ίδια σε στάση σκυφτή. Όταν δε της υπεβλήθη πως το έκανε επειδή αυτοτραυματιζόταν διερωτήθηκε και η ίδια πως θα αυτοτραυματιζόταν στον πισινό.
Στα πιο πάνω θα πρέπει ασφαλώς να προστεθεί και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δίνοντας κατάθεση αφότου μάλιστα συμβουλεύτηκε και τον δικηγόρο του, είπε ψέματα ως προς τον τρόπο που διενεργούσε τον έλεγχο ενώ απέκρυψε και το γεγονός πως κατά τη διάρκεια του λάμβανε φωτογραφίες της Παραπονούμενης. Ευρισκόμενος αντιμέτωπος με αυτό το ομολογουμένως σοβαρότατο ζήτημα προσπάθησε να δώσει κάποιες εξηγήσεις. Εξηγήσεις οι οποίες όμως εν πολλοίς δεν είχαν συνοχή ούτε συνάφεια με τη λογική. Και εξηγούμε.
Ήταν κατ’ αρχάς θέση του πως οι αστυνομικοί που ήταν παρόντες κατά τη λήψη της κατάθεσης του, του ανέφεραν πως δεν ήταν σημαντική η κατάθεση αυτή και πως θα ακολουθούσαν και άλλες και πως η αστυνομία τον παραπλάνησε. Επί τούτου σημειώνουμε πως παρά τη σοβαρότητα των μομφών κατά της αστυνομίας, τέτοια θέση δεν τέθηκε σε κανένα εκ των μαρτύρων κατηγορίας που κατέθεσαν, ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση της μάρτυρος 11 επί του κατηγορητηρίου η οποία είχε εμπλοκή στη λήψη της κατάθεσης του. Αντίθετα τα περί της λήψης της κατάθεσης του (Τεκμήριο 9) κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτό γεγονός, ως ήδη υποδείξαμε στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας που αφορά τη διερεύνηση.
Πέραν τούτου όμως, κατά παραδοχήν του ίδιου του Κατηγορούμενου, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην ίδια του την κατάθεση, ο ίδιος είχε συμβουλευθεί δικηγόρο. Μάλιστα αναφέρει συγκεκριμένα στην κατάθεση του πως αν αισθανόταν πως χρειαζόταν (περαιτέρω) νομική συμβουλή θα το ανέφερε, κάτι που σε κανένα σημείο της κατάθεσης του ζήτησε να πράξει.
Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, αυτό που δεν είναι καθόλου αντιληπτό είναι γιατί εν πάση περιπτώσει, θεωρούσε πως ήταν αποδεκτό να αναφέρει κάτι έκδηλα ψευδές στο πλαίσιο της πρώτης κατάθεσης του. Όπως ήταν το ότι δεν την φωτογράφιζε γυμνή (πλην του κάτω εσωρούχου) καθώς και ότι ο έλεγχος διενεργείτο με την ανασήκωση των ρούχων της. Και αναφερόμαστε βέβαια σε έκδηλο ψεύδος αφού γνώριζε πολύ καλά ότι πράγματι και την έλεγχε και της έβγαζε φωτογραφίες χωρίς ρούχα (πλην του κάτω εσωρούχου). Αφού αυτά ήταν γεγονότα τα οποία αφενός δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης και αφετέρου ήταν γεγονότα τα οποία παραδέχθηκε και ο ίδιος στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας.
Η δε θέση του πως το έπραξε για να μην εκθέσει την Παραπονούμενη και να προφυλάξει την ιδιωτικότητα της δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, από οποιαδήποτε σκοπιά και αν αντικρίσει το ζήτημα κάποιος. Προτού αναφέρουμε οτιδήποτε άλλο όμως, σημειώνουμε πως προφανώς η αναφορά σε ιδιωτικότητα και μη έκθεση της Παραπονούμενης, αναφέρεται στη μη αποκάλυψη του ζητήματος των αυτοτραυματισμών της, το οποίο ως είχε αναφέρει και σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ήθελαν να χειριστούν ιδιωτικά. Ούτως ή άλλως δεν υποδείχθηκε κάποια άλλη πτυχή της ιδιωτικότητας που θα διασυνδεόταν με τα συγκεκριμένα ψεύδη. Εξάλλου το εν δυνάμει «ιδιωτικό» ζήτημα, του ότι η Παραπονούμενη έκανε παρέα με λεσβίες και transgenders, το αποκαλύπτει ο ίδιος στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, στην ερώτηση 32.
Εάν βέβαια η προστασία της ιδιωτικότητας διασυνδεόταν με το ζήτημα των αυτοτραυματισμών, είναι εμφανές εκ του Τεκμηρίου 9, πως στο πλαίσιο της ερώτησης/απάντησης 23, ο Κατηγορούμενος αναφέρεται ξεκάθαρα στο ζήτημα αυτό, δηλαδή των αυτοτραυματισμών της Παραπονούμενης. Επομένως δεν είναι αντιληπτό τι ακριβώς ήθελε να προστατεύσει λέγοντας ψέματα στη συνέχεια πως την έλεγχε (για τους αυτοτραυματισμούς) με την ανασήκωση των ρούχων της στο πλαίσιο της ερώτησης 26, ενώ πρόδηλα δεν την ήλεγχε με αυτό τον τρόπο. Ούτε εξηγήθηκε πως διασυνδέεται με το ζήτημα της ιδιωτικότητας της Παραπονούμενης, η ψευδής αναφορά του ότι «Ι did not take photos of Taila with her clothes off» στο πλαίσιο της μεταγενέστερης ερώτησης 27, αφού ήταν ήδη αντιληπτό πως το γεγονός των αυτοτραυματισμών το ήξερε ο ανακριτής και το αναφέρει και ο ίδιος στο πλαίσιο της ερώτησης 23. Εν τέλει το τι ακριβώς προστάτευε ο ίδιος παρέμεινε άγνωστο.
Περιπλέον η θέση που προέβαλε πως δεν είχε αντιληφθεί πως υπήρχε θέμα καταγγελίας ή ότι πίστευε πως δεν θα συνεχίσει επειδή προηγουμένως η καταγγελία αφορούσε παρενόχληση της βιολογικής του κόρης που δεν συνεχίστηκε, πέραν του ότι είναι από μόνη της δυσνόητη, δεν συνάδει με το γεγονός ότι από την αρχή της ανακριτικής κατάθεσης μέχρι το τέλος της αναφέρεται ρητώς και πέραν της μιας φοράς, πως υπάρχει μαρτυρία για διάφορες συγκεκριμένες σεξουαλικές συμπεριφορές που του αποδίδονται. Ως προς τη θέση του πως πίστευε πως προέρχονταν δήθεν από κάποιο γείτονα, πέραν του ότι δεν εξηγεί γιατί έπρεπε να πει ψέματα στην κατάθεση του, δεν επεξηγεί ούτε πώς ακριβώς πίστευε πως ο γείτονας θα μπορούσε να γνωρίζει τέτοια γεγονότα για να τα καταγγείλει.
Η δε προσπάθεια του να αναφέρει πως απάντησε αρνητικά στην ερώτηση 27 επειδή αυτό που ερωτήθηκε ήταν αν έβγαζε σεξουαλικές φωτογραφίες την Παραπονούμενη, πρόδηλα δεν συνάδει με την ξεκάθαρη διατύπωση της ερώτησης 27, η οποία είναι μάλιστα διατυπωμένη στην αγγλική γλώσσα και η οποία είναι πολύ συγκεκριμένη και δεν περιέχει τέτοια αναφορά.
Υπό το φως των ανωτέρω καμμιά από τις πιο πάνω εξηγήσεις δεν δύναται να δικαιολογήσει το γιατί είπε ψέματα τόσο ως προς τον τρόπο που διενεργούσε τον έλεγχο όσο και για το ότι δήθεν δεν την φωτογράφιζε χωρίς ρούχα. Και για να το θέσουμε αλλιώς, αφού ως η θέση του, επρόκειτο για έναν αθώο πατρικό έλεγχο χωρίς οτιδήποτε μεμπτόν, δεν είναι κατανοητό γιατί τους ανέφερε συγκεκριμένα στο πλαίσιο της απάντησης στην ερώτηση 26 ότι «Ι was just asking her to make her sleeves up and trousers leg because I wanted to check if she were still cutting her self», ενώ γνώριζε πολύ καλά πως και όλα τα ρούχα πλην το εσώρουχο έβγαζε η Παραπονούμενη και την φωτογράφιζε.
Αντίθετα έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας, αυτό στο οποίο φαίνεται όλα να συνηγορούν είναι πως επειδή ακριβώς ο ίδιος πίστευε τότε, πως είχε διαγράψει τις φωτογραφίες και επειδή δεν γνώριζε τη δυνατότητα που είχε η αστυνομία να τις ανακτήσει με τον τρόπο που το έπραξε (σε μετέπειτα χρονικό σημείο), μέσω δηλαδή των δικανικών εργαλείων που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.5, ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός αυτό λέγοντας ψέματα πως την έλεγχε μετακινώντας τα ρούχα της και όχι αφαιρώντας τα και πως δεν έλαβε φωτογραφίες της. Αντιλαμβανόμενος προφανώς πως ο τρόπος με τον οποίο διενεργούσε τον δήθεν έλεγχο δεν ήταν αποδεκτός και προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να τον αποκρυψει ώστε να μην περιέλθει στην αντίληψη της αστυνομίας η πραγματικότητα. Η δε θέση πως επίκειτο συγκεκριμένη συνέντευξη σε συγκεκριμένο ιδιωτικό σχολείο της Λευκωσίας όπου η Παραπονούμενη προφανώς θα πήγαινε ενδεδυμένη, δεν είναι αντιληπτό γιατί καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη να την ελέγξει σε σημεία που καθόλου δεν θα φαίνονταν όπως το στήθος και ο πισινός.
Και λέμε αυτό, αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος διαψεύσθηκε ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένης ημερομηνίας συνέντευξης τόσο από την Παραπονούμενη, όσο και από την ίδια την Μ.Υ.4 με την οποία υποτίθεται ότι είχε διευθετηθεί η προαναφερθείσα συνέντευξη. Έχουμε βεβαίως υποδείξει ανωτέρω τους λόγους που η μαρτυρία της Μ.Υ.4 δεν θα μπορούσε ν’ αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων, όμως ανεξάρτητα τούτου δεν μπορούμε να μην τονίσουμε με έμφαση ότι το πρόσωπο με το οποίο υποτίθεται ότι είχε διευθετηθεί η συνέντευξη, σύμφωνα πάντα με τον Κατηγορούμενο, ουδέποτε επιβεβαίωσε αυτό το πράγμα. Ό,τι ανέφερε η συγκεκριμένη μάρτυρας είναι ότι επειδή η Μ.Κ.6 είχε επιδείξει ενδιαφέρον να δουλέψει με παιδιά, της είπε πως αυτό είναι μια πιθανότητα για εκείνην επειδή (η ίδια) είναι διευθύντρια σε ιδιωτικό σχολείο και πως «θα μπορούσα να διευθετήσω κάποια επαγγελματική πείρα στο σχολείο μου, όπου θα μπορούσε να δουλεύει κοντά σε παιδιά. Είναι κάτι, το οποίο κάνουμε στο σχολείο μου. Και πως θα έπρεπε να πάρει και κάποια μαθήματα και με την επαγγελματική της εμπειρία θα μπορούσε να αποφασίσει αν ήθελε να δουλέψει με παιδιά. » Σε κάνενα σημείο όμως της μαρτυρίας της, δεν ανέφερε οτιδήποτε περί οιασδήποτε συνέντευξης ή για διευθέτηση συνέντευξης, κάτι που επιβεβαιώνει ότι η συγκεκριμένη θέση του Κατηγορούμενου δεν αποτελούσε τίποτε άλλο παρά μόνον μια εκ των υστέρων σκέψη.
Εν πάση περίπτωσει, η αλήθεια θεωρούμε πως είναι αυτή που η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δηλαδή τότε δεν είχε θέμα αυτοτραυματισμών, πολύ περισσότερο δε μέχρι τον Ιούνιο του 2022, ως ήταν δηλαδή η θέση που υποστήριξε ο Κατηγορούμενος. Εξάλλου ως ήδη υποδείξαμε η θέση που προέβαλε ο Κατηγορούμενος ότι δεν σταμάτησε να αυτοτραυματίζεται μέχρι λίγες μέρες πριν γίνει 16 δεν της τέθηκε ποτέ. Το δε ενδεχόμενο εξεύρεσης απασχόλησης στο ιδιωτικό σχολείο της γιαγιάς της είχε μεν συζητηθεί, χωρίς ωστόσο να αποδεχόμαστε πως το ζήτημα είχε προχωρήσει σε τέτοιο σημείο ώστε να διευθετηθεί συνέντευξη. Αντιθέτως θεωρούμε πως έγινε προσπάθεια να δοθεί ιδιαίτερη διάσταση σε αυτό το ζήτημα και να διασυνδεθεί δήθεν με την ανάγκη ελέγχου για αυτοτραυματισμούς της, σε μια προσπάθεια να δοθεί αθώα εξήγηση για τις πράξεις του Κατηγορούμενου.
Ως προς το γεγονός πως ήθελε να την ελέγχει στα σημεία αυτά από ενδιαφέρον και ανησυχία, σημειώνουμε πως εάν πράγματι υπήρχε τόση ανησυχία θα ανέμενετο να συμβουλευθεί κάποιον ειδικό. Δεν μας διέφυγε βέβαια η θέση του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη δεν ήθελε να πάει σε ειδικό και πως τον απειλούσε πως θα αυτοκτονούσε αν την έπαιρνε, εξ ου και επέλεξαν να το χειριστούν ιδιωτικά. Πέραν του ότι η Παραπονούμενη κατηγορηματικά απέρριψε τη θέση αυτή, σημειώνουμε επιπλέον ότι επρόκειτο περί ενός παιδιού το οποίο δεν ήταν προφανώς σε θέση να αντιληφθεί με τη δέουσα ωριμότητα τι ήταν προς όφελος του και τι όχι.
Ανεξάρτητα δε απ’ αυτό τίποτε δεν εμπόδιζε τον ίδιο, εφόσον είχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, να αναζητήσει βοήθεια από ειδικό με σκοπό να βοηθηθεί στον χειρισμό της. Κάτι το οποίο βέβαια δεν έπραξε. Αντ’ αυτού ανέφερε πως επέλεξαν να το χειριστούν στο σπίτι, με τον ίδιο να της αφαιρεί όλα τα ρούχα εκτός το κάτω εσώρουχο, εντός του εργαστηρίου όπου ευρίσκονταν μόνοι τους και να την φωτογραφίζει, χωρίς την παρουσία της μητέρας της, έστω στον ευρύτερο χώρο, προσέγγιση η οποία, για να πούμε το ελάχιστον δεν θεωρούμε πως μπορεί να θεωρηθεί πως αποτελεί μια συνήθη διαδικασία. Εξ ου και ο ίδιος δεν την αποκάλυψε στην αστυνομία και αντί τούτου τους ανέφερε τον πραγματικά αποδεκτό τρόπο διενέργειας ενός τέτοιου ελέγχου, για να πείσει πως πράγματι οι συναντήσεις τους ήταν αθώες και εξυπηρετούσαν τον πιο πάνω σκοπό.
Τώρα ως προς τη θέση πως λάμβανε τις φωτογραφίες για σκοπούς αναφοράς σημειώνουμε πως και αυτή η θέση έχει πολλά τρωτά σημεία. Κατ’ αρχάς στις φωτογραφίες αυτές δεν παρατηρούνται οποιαδήποτε κοψίματα/αυτοτραυματισμοί για να τίθεται θέμα να τις είχε βγάλει για να θυμάται πως υπήρχαν στα σημεία εκείνα κοψίματα. Κατ’ ακρίβειαν το ότι δεν υπήρχαν κοψίματα αποτελεί στοιχείο, το οποίο υποστηρίζει τη θέση της Παραπονούμενης, ως ήδη προαναφέραμε, πως είχε σταματήσει να κόβεται και εντούτοις ο Κατηγορούμενος συνέχιζε να θέλει να την ελέγχει και να την φωτογραφίζει. Η δε θέση του πως υπήρχαν αλλά λόγω της ανάλυσης / ψηφιδοποίησης δεν φαίνονταν, με δεδομένο ότι δεν τέθηκε στον Μ.Κ.5 που ήταν ειδικός για να τοποθετηθεί και προωθήθηκε για άλλη μια φορά εκ του ασφαλούς και μονόπλευρα, δεν θεωρούμε πως μπορεί να έχει σε αυτό το πλαίσιο οποιαδήποτε βαρύτητα.
Βέβαια σε κάποιο σημείο ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να αναφέρει πως της έβγαζε φωτογραφίες χωρίς να έχει κοψίματα για να μπορεί, σε περίπτωση που στο μέλλον διαπίστωνε κοψίματα, να της αποδείξει πως δεν τα είχε από προηγουμένως και πως ήταν καινούρια. Και αυτή όμως η θέση καταρρέει αφού αν πράγματι λάμβανε τις φωτογραφίες για σκοπούς αναφοράς και σύγκρισης θα αναμένετο κατά την ημερομηνία που συνελήφθη να βρεθούν, έστω κάποιες φωτογραφίες στο κινητό του. Εντούτοις ήταν όλες διαγραμμένες και εντοπίστηκαν μόνο χάριν στο δικανικό εργαλείο που είχε στη διάθεση του ο Μ.Κ.5.
Όταν δε βρέθηκε αντιμέτωπος με το ζήτημα αυτό ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του, αρχικά απέφευγε εμφανώς να απαντήσει την ερώτηση για να καταλήξει εν τέλει να δώσει μια καθ’ όλα συγκεχυμένη και δυσνόητη απάντηση η οποία όχι μόνο δεν μας έπεισε αλλά ενέτεινε έτι περαιτέρω την εντύπωση που μας δημιούργησε πως η λήψη των φωτογραφιών δεν γινόταν για τον πιο σκοπό που ανέφερε. Σχετικές είναι οι σελ. 33-35 των πρακτικών ημερ. 7.3.25. Πέραν τούτου στην προσπάθεια του να δώσει κάποια εξήγηση αναίρεσε και τη θέση του πως φωτογραφίες λάμβανε κάθε φορά που ήλεγχε την Παραπονούμενη. Σχετικά παραπέμπουμε στα πρακτικά ημερ. 7.3.25, σελ. 34.
Η εντύπωση στην οποία αναφερθήκαμε ανωτέρω δεν ήταν βέβαια ασύνδετη με το ότι, ως και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, κάποιες φωτογραφίες λαμβάνονταν από πιο μακρινή απόσταση αντί από ένα κοντινό πλάνο, ως θα ήταν λογικά αναμενόμενο, έτσι ώστε να εξυπηρετούν και τον σκοπό για τον οποίο υποτίθεται πως προορίζονταν. Σκοπός ο οποίος σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα ήταν να βλέπει αν υπήρχαν σημάδια (βλ.πρακτικά 7.3.25 σελ. 16). Η δε προσπάθεια του Κατηγορούμενου να πείσει πως βγάζοντας τις συγκεκριμένες φωτογραφίες δεν είχε τον σκοπό που του απέδωσε η κατηγορούσα αρχή, επειδή ως υποστήριξε αν ήταν σεξουαλικές θα «έφευγε» και το (κάτω) εσώρουχο, σίγουρα δεν δύναται να μεταβάλει τα πράγματα ή να καλύψει τα πολλαπλά τρωτά σημεία της μαρτυρίας του στα οποία αναφερθήκαμε ανωτέρω. Όπως δεν μπορεί να το πράξει ούτε η ατυχής προσπάθεια του να συγκρίνει ανεπιτυχώς τα όσα συνέβαιναν στο εργαστήριο με τα όσα μπορεί να παρατηρήσει κάποιος ευρισκόμενος σε μια παραλία. Εισηγούμενος εν ολίγοις ότι εάν κάποιος πάει στην παραλία μπορεί να δει πολύ χειρότερα πράγματα, απ’ αυτά που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 15. Θέση την οποία εντάσσουμε αναμφίβολα στο πλαίσιο της προσφιλούς τακτικής του να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο με άσχετα ζητήματα, όπως εξάλλου έκανε και σε άλλα σημεία, φέρνοντας στο προσκήνιο τα ζητήματα του διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού των παιδιών ή του παρελθόντος του Μ.Κ.7.
Με δεδομένο δε πως το πρόσχημα του προς την Παραπονούμενη ήταν πως την ήλεγχε, ουδόλως ξενίζει το γεγονός πως σε αυτές κάποιες εξ αυτών φαίνεται να δείχνει με δάκτυλο του προς σημεία του σώματος της. Εν ολίγοις δηλαδή θεωρούμε πως οι κινήσεις αυτές, υπό το φως των λοιπών τρωτών σημείων στη μαρτυρία του, όχι μόνο δεν δύνανται να υποστηρίξουν την εκδοχή του αλλά εντάσσονται και αυτές φυσιολογικά στο όλο πλαίσιο της παραπλανητικής και χειριστικής του συμπεριφοράς την οποία χρησιμοποίησε για να προωθήσει και εν τέλει να πετύχει το σκοπό του, που δεν ήταν άλλος από το να ξεγυμνώνει την Παραπονούμενη προς ικανοποίηση των δικών του ορέξεων, λαμβάνοντας κάποιες φορές και φωτογραφίες της. Το γεγονός δε στο οποίο η υπεράσπιση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, ότι δηλαδή η ίδια η Παραπονούμενη ανέφερε στη μαρτυρία της (τόσο στο Τεκμήριο 4 όσο και κατά την αντεξέταση) ότι ο λόγος που της αφαιρούσε τα ρούχα της και την φωτογράφιζε ήταν για να την ελέγχει, σίγουρα δεν σημαίνει ότι πίστευε εν τέλει πως αυτός ήταν ο πραγματικός του σκοπός του. Τουναντίον με την αναφορά αυτή είναι σαφές πως μας μετέφερε το πρόσχημα που χρησιμοποιούσε ο Κατηγορούμενος. Και λέγουμε τούτο αφού και η ίδια κατά την αντεξέταση της διαφώνησε κάθετα με τη θέση της υπεράσπισης πως οι φωτογραφίες δεν είχαν οτιδήποτε το σεξουαλικό. Τοποθέτηση από την οποία εξάγεται αβίαστα το ότι πλέον ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι ο έλεγχος δεν γινόταν γνήσια για τον λόγο εκείνο. Εξάλλου είχε επίσης αναφέρει πως η ίδια είχε προ πολλού σταματήσει να αυτοτραυματίζεται, κάτι που αντιλαμβανόταν και ο Κατηγορούμενος και παρά ταύτα η διαδικασία ελέγχου συνεχιζόταν, αχρείαστα, κάθε μήνα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να είναι σαφές πως ακόμα και αν η τοποθέτηση της Παραπονούμενης ήταν αυτή που υποστηρίζει η υπεράσπιση, τούτο σίγουρα δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να δεσμεύσει το Δικαστήριο, ως προς την κατάληξη του εν σχέσει με τις προθέσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές προκύπτουν από το σύνολο των δεδομένων που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο.
Χ. Αγγίγματα-Αυνανισμός-Πεολειχία.
Στρεφόμενοι τώρα στην έτερη πτυχή της συμπεριφοράς που απέδωσε η Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο, αυτό που παρατηρείται εν πρώτοις είναι μια εξιστόρηση που έχει λογική συνέχεια και συνέπεια.
Συγκεκριμένα ανέφερε ότι όταν ήταν 12 ετών ο Κατηγορούμενος της είπε ότι αντελήφθη ότι από το σχολείο δεν είχε μάθει τίποτε για τη σεξουαλική επαφή και έτσι ανέλαβε να αρχίσει να της μαθαίνει αυτός κάποια πράγματα με τη βοήθεια του υπολογιστή. Με ειλικρίνεια δε επεξήγησε η Παραπονούμενη πως επρόκειτο για βίντεο «σαν τζίνα που βρίσκεις μες τα βιβλία στο σχολείο» (βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 6 γρ23), μη αφήνοντας καμμιά αμφιβολία πως επρόκειτο για βίντεο που παρέμεναν σε επίπεδο εκπαιδευτικό/επιμορφωτικό. Όμως από την ηλικία των 13 ετών τα πράγματα διαφοροποιήθηκαν ουσιαστικά αφού ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος άρχισε «να κάμνει σενάριο» όπου η ίδια έπρεπε να τον αγγίζει και να κάνει «πράγματα σεξουαλικά» (βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 5, γρ. 27-33). Με ειλικρίνεια βέβαια ανέφερε πως υπήρχαν φορές που της μιλούσε χωρίς να κάνει κάτι, και που στην ουσία της μιλούσε για να την προετοιμάσει, όμως ξεκάθαρα ανέφερε ότι σε μια περίπτωση που ήταν 13 ετών την άγγιξε αυτός πάνω από το εσώρουχο στο σημείο των γεννητικών οργάνων με τη δικαιολογία να αντιληφθεί πως αισθάνεται.
Η ίδια βέβαια ανέφερε το ευλόγως αναμενόμενο με αυθορμητισμό, ότι δηλαδή ήταν 13 ετών και δεν κατάλαβε τίποτα. Εξ όσων δε ενθυμείτο εκείνη ήταν και η πρώτη φορά που της ζήτησε να τον αγγίξει αυτή και μάλιστα αυτή ήταν και η μοναδική φορά που δεν ευρίσκονταν στο γραφείο/εργαστήριο αλλά στο κυρίως σπίτι. Εξ ου και την ενθυμείτο και την περιέγραψε λεπτομερώς:
«Ήμασταν, ήμασταν στο κρεβάτι μαζί επειδή ήταν καλοτζαίρι, τζιαι το κρεβάτι μου εν πάνω, τζιαι τζίνο της αρφής μου εν κάτω. Ήταν στο κρεβάτι της αρφής μου χωρίς την αρφή μου, η αρφή μου ήταν με τη μάμα μου σε άλλο δωμάτιο τζιαι ήμουν πάνω. Εν εμπορούσα να νιώθω τον ανεμιστήρα επειδή εν ήταν πολλά, εν ήταν ψηλό, γι’ αυτό ήμουν μαζί του μες το κρεβάτι. Τζιαι άρκεπσε να μιλήσει γι’ αυτά τα θέματα, εν πολλό θυμούμαι ίνταλως, αλλά άρκεπσε εν ηξέρω πως, τζιαι με το θέμα είπε μου να του τζιήσω ξανά. Ήταν η πρώτη φορά νομίζω που μου είπε να του τζήσω. Ήμουν δεκατρία, πρώτη φορά, εφοίτσασα πάρα πολλά, αλλα΄τζίνος όπως τα είπε ήμουν μιτσιά εν εκατάλαβα τίποτε. Τζιαι εγώ ένιωθα ντάξει τάχα εν οκ τάχα. Ε τζίνος είπε ότι εν οκ δεκατριών χρονών εννα ξέρω ότι έννεν οκ; Έκαμα τζίνο που ήθελε τζιαι μετά τζίνος είπε μου εξαναέτυχε σε σένα να τζήσεις τον εαυτό σου; Τζιαι είπα του όι???γιατί να κάνω έτσι; Τζιαιαυτόςς είπε οκ να σου δείξω πως νιώθει. Τζιαι άρχισε να μου τζήσει εμένα»[42], δείχνοντας το σημείο των γεννητικών της οργάνων και παραμένοντας ξεκάθαρη πως τούτο έγινε πάνω από τα ρούχα. Δίχως δηλαδή να προσπαθεί αδίκως να επιβαρύνει τη θέση του Κατηγορούμενου.
Περιγράφοντας μάλιστα πως ένιωθε ανέφερε με φυσικότητα πως «Ήμουν φοβισμένη, αλλά εν εκατάλαβα τι εγίνετουν… Δεν ήξερα τίποτε για έτσι πράματα. Εν εκατάλαβα. Απλώς ήμουν κάπως οκ απλώς θέλει να μου δείξει κάτι, εν εντάξει. Εν ο παπάς μου, δείχνει μου πράματα, that’s ok. Πάντα μου είπε επειδή είμαι ο παπάς σου δεν, δεν νιώθω το ίδιο. Έννεν σαν κάποιος άλλος να σε τζήσει. Εγώ είμαι ο παπάς σου γι’ αυτό εν εντάξει. … Τζιαι εγώ το πίστεψα.[43]»
Η πιο πάνω αναφορά αναδεικνύει έντονα και με τρόπο αυθεντικό, το πώς η ίδια ούσα πράγματι παιδί που αντιλαμβανόταν τον Κατηγορούμενο ως πατρική φιγούρα, οδηγήθηκε στο να πιστέψει ότι αυτά που της ζητούσε να κάνει ήταν πράγματα αποδεκτά, αφού τον εμπιστευόταν. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως στην οπτικογραφημένη της κατάθεση που δόθηκε πιο κοντά στα γεγονότα, τον αποκαλεί ακόμα πατέρα, αναγκάζοντας τη συνεντεύκτη να διευκρινίσει τη σχέση. Τελώντας λοιπόν υπό αυτή την πεποίθηση και έχοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του ως εκ της σχέσης που είχαν, δεν ξενίζει η θέση της πως αποδέχθηκε τη δικαιολογία που της έδωσε έτσι ώστε να τον αγγίζει αυτή, ότι δηλαδή αυτό γινόταν για να μην φοβάται τα ζητήματα που είχαν να κάνουν με τη σεξουαλική επαφή και πως θα της έδειχνε πάνω του για να ξέρει. Με παραστατικότητα επεξήγησε και το πώς αυτό έγινε, λέγοντας πως κατέβασε το παντελόνι του και ως ανέφερε «He showed me his, his crotch … like his private part, he drown his pants and show me his crotch» (βλ. Τεκμήριο 4 σελ. 6, γρ. 37-38) δείχνοντας το σημείο μεταξύ των ποδιών της. Σημειώνεται δε πως ως “crotch” στην πορεία της μαρτυρίας της διευκρίνισε πως εννοεί την περιοχή του γεννητικού οργάνου, μη αφήνοντας αμφιβολία ως προς το σημείο που της έδειξε. Στη συνέχεια δε ήταν σαφής και ως προς το ότι της ζητούσε να το αγγίζει. Απαντώντας δε με εμφανή αμηχανία στην ερώτηση τι της έκανε, ανέφερε πως την έβαλε «Να του κάμω σεξ??? εν ηξέρω πως να το πω στα ελληνικά» ( βλ. Τεκμήριο 4 σελ. 6, γρ. 50). Με καθαρότητα περιέγραψε την πράξη που έκανε όταν τον άγγιζε κινώντας το χέρι της με κλειστή παλάμη πάνω και κάτω, παραπέμποντας σαφώς στην κίνηση του ανδρικού αυνανισμού (βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 11, γρ. 17-21 και πρακτικά ημερ. 20.1.25, σελ. 9, γρ. 17-19).
Με συνοχή μάλιστα αναδίπλωσε τον χειριστικό τρόπο με τον οποίο την μεταχειριζόταν λέγοντας χαρακτηριστικά πως χρησιμοποίησε άλλους για να την αναγκάσει να κάνει αυτό που ήθελε, εξηγώντας πως της έλεγε πως αν δεν το έκανε, δηλαδή να τον αγγίζει στην περιοχή που έδειξε θα έκοβε το χέρι του ή θα έβγαζε την τηλεόραση από το δωμάτιο του αδελφού της και γενικά θα θύμωνε. Εξ ου και η θέση που με απόλυτη συνοχή προώθησε ότι δηλαδή εκείνος δεν της έπιανε το χέρι για να της το βάλει στο σημείο που ανέφερε, αλλά την ανάγκαζε να το κάνει (he forced me to), προφανώς με τα όσα λεκτικά της ανέφερε. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε πως η θέση της πως ο ίδιος της ανέφερε ότι θα κόψει το χέρι του δείχνει ακριβώς το μέγεθος του ψεύδους της, επειδή δεν ήταν κάτι το ρεαλιστικό. Όμως η θέση του αυτή παραλείπει να λάβει υπόψιν πως επρόκειτο για ένα παιδί το οποίο έβλεπε τα πράγματα με διαφορετική και σίγουρα πιο αθώα οπτική.
Αθωότητα η οποία αναδύετο έντονα μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της και ιδιαίτερα από την οπτικογραφημένη της κατάθεση η οποία δόθηκε το 2022, όταν ήταν μόλις 16 ετών. Και λέγουμε τούτο αφού ερωτηθείσα στο πλαίσιο της κατάθεσης της αν παρατηρούσε κάτι την ώρα που τον άγγιζε, διερωτήθηκε «Τι; Σαν τι;» (βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 11, γρ. 2), μη αντιλαμβανόμενη αρχικά πως ερωτείτο για ν’ αναφέρει για ενδεχόμενη στύση ή εκσπερμάτιση. Εντονότερη όμως ίσως ένδειξη της αθωότητας της, θεωρούμε και τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε να αναφέρει ότι την έβαζε να χρησιμοποιεί και το στόμα της για να τον ικανοποιεί. Και λέγουμε τούτο αφού παρά τη σοβαρότητα της πράξης της πεολειχίας κατέληξε να αναφερθεί σε αυτήν, μόνο μετά που ερωτήθηκε αν κατά τον χρόνο που έκανε την κίνηση με το χέρι που περιέγραψε, γινόταν και κάτι άλλο, με την ίδια ν’ αναφέρεται στην εκσπερμάτιση και στο ότι ο Κατηγορούμενος μετά τα καθάριζε. Για να οδηγηθεί εν τέλει συνειρμικά να αναφέρει ότι τις φορές που χρησιμοποιούσε το στόμα της την έβαζε να τα καταπίνει. Παραπέμπουμε στο σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία της[44]:
« A: Εγίνετουν κάτι; Παρατηρούσες κάτι πάνω του όταν ετέλειωνες εσύ την κίνηση;
Μ: Όι τζίνη την φορά. Αλλά είσιε άλλες φορές που ναι.
Α: Δηλαδή;
M: He… Like he
A: Πες μου.
Μ: Εν μπορώ να το πω στα ελληνικά. Εν ηξέρω ήνταλως να το πω στα ελληνικά.
Α: Πε το στα αγγλικά.
Μ: He would coma he would cum…
A: Οκ. Τζινο το πράμα τι έκαμνε μετά;
M: He cleaned it up. Sometimes he makes me use my mouth, but when he makes me use my mouth, he would make me swallow it.
A: Άρα έβαλε σε να χρησιμοποιείς τζιαι το στόμα σου.
Μ: Yes. Because he… that’s what I hate doing it the most.
A: Ok. Όπως εκατάλαβα εν ήταν μόνο να το αγγίζει;
Μ: Yeah, touch him, use my mouth, you know with my mouth, with my hand».
Εν ολίγοις δηλαδή παρά το ότι εγγενώς η πράξη της πεολειχίας είναι πιο έντονα σεξουαλική πράξη, εντούτοις η ίδια δεν την ανέφερε εξ αρχής, αλλά μόνο όταν η συζήτηση μεταφέρθηκε στην εκσπερμάτιση. Επειδή δε ακριβώς βίωνε τραυματικά την πεολειχία ένεκα και του ότι την έβαζε να καταπίνει το σπέρμα του, όταν ερωτήθηκε τι έκανε εκείνο το «πράγμα» μετά, αυθόρμητα ενθυμήθηκε και ανέφερε ότι κάποιες φορές την έκανε να χρησιμοποιεί και το στόμα της. Κάτι που η ίδια ασφαλώς ανέφερε πως μισούσε. Παρέλκει βέβαια η ανάγκη να πούμε, πως αν η ίδια μεθοδευμένα είχε προωθήσει την καταγγελία, θα έσπευδε να του αποδώσει εξ αρχής την πεολειχία, πράξη την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, περιέγραψε με εξίσου λεπτομερή και παραστατικό τρόπο. Λέγοντας πως την έβαζε να ανοίγει το στόμα της και να βάζει μέσα το γεννητικό του όργανο και να το παίρνει πάνω κάτω και να το γλύφει.
Ο Κατηγορούμενος βέβαια υποστήριξε έντονα ότι η Παραπονούμενη ψεύδετο και πως ουδέποτε βρέθηκε οπουδήποτε κοντά στο πέος του. Εξ ου και απέδωσε ουσιαστικά πλημμέλεια στη διερεύνηση που έγινε από την αστυνομία, στη βάση του ότι η αστυνομία παρέλειψε να ζητήσει από την Παραπονούμενη να περιγράψει το πέος του. Λέγοντας μάλιστα πως αν της ζητείτο να το πράξει και αντιπαραβαλλόταν το πέος του (μέσω προφανώς κάποιας φωτογραφίας του πέους του που επίσης θα λαμβανόταν) με την περιγραφή της Παραπονούμενης, θα καθίστατο εμφανές πως η τελευταία, δεν το είχε δει ποτέ. Και τούτο αφού ως υποστήριξε το πέος του έχει πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Η θέση αυτή βέβαια ήταν προβληματική σε πολλά επίπεδα. Πρώτον δεν επεξήγησε ποτέ ποια ήταν αυτά τα τόσο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κατά τη θέση του είχε το πέος του και τα οποία θα αποκάλυπταν τα ψεύδη της Παραπονούμενης. Χαρακτηριστικά τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, παρέμειναν άγνωστα μέχρι τέλους. Κατά δεύτερον αφού για τον ίδιο ήταν τόσο σημαντική αυτή η πτυχή σε βαθμό που ως ανέφερε θα μπορούσε να μας «γλιτώσει» από αυτή τη διαδικασία, δεν είναι αντιληπτό γιατί δεν το ανέφερε στην αστυνομία εξ αρχής έτσι ώστε να διερευνηθεί. Ο ίδιος καμμιά απάντηση μπόρεσε να δώσει στο καίριο ερώτημα αυτό. Πολύ περισσότερο όμως δεν είναι αντιληπτό γιατί δεν ερωτήθηκε για αυτό το ζήτημα η Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο του. Ζήτημα για το οποίο και πάλιν καμμιά λογική εξήγηση δόθηκε ενώ ο ίδιος κληθείς να δώσει εξήγηση σαφέστατα προσπαθούσε να υπεκφύγει κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο (βλ. πρακτικά ημερ.7.3.25, σελ. 6), κάτι το οποίο δεν ήταν η πρώτη φορά που έπραττε. Για να καταλήξει τελικά να αναφέρει επί του προκειμένου ότι δεν της ζητήθηκε να προβεί σε περιγραφή επειδή ήταν πολύ μικρής ηλικίας, για να αναγκαστεί βέβαια να παραδεχθεί εν τέλει, ότι όταν η Παραπονούμενη κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν βέβαια ενήλικη (βλ. πρατικά ημερ. 7.3.25, σελ.7-8).
Έγινε επίσης πολύς λόγος από την υπεράσπιση ως προς τη συχνότητα με την οποία η Παραπονούμενη ανέφερε ότι συνέβαιναν τα περιστατικά αυτά. Συγκεκριμένα η τελευταία ανέφερε ότι συνέβαιναν 2-3 φορές τον μήνα ή κάθε δύο μήνες, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε πως ήταν δύο φορές τον μήνα χαρακτηρίζοντας τη συχνότητα των περιστατικών με τον εξής τρόπο «Δεν ήταν πολλά πολλά συχνά. Αλλά ήταν συχνά.». Στη βάση της τοποθέτησης της αυτής, η υπεράσπιση εισηγήθηκε πως η μαρτυρία της ήταν αντιφατική και ασαφής, θέση η οποία όμως δεν μας βρίσκει καθόλου σύμφωνους. Και τούτο εφόσον, με δεδομένο ότι τα περιστατικά αυτά ήταν πολλά και είχαν ένα βάθος χρόνου από τα 13 της έτη μέχρι τα 16, δεν θεωρούμε πως ήταν αφύσικη η τοποθέτηση της, αφού καθόλου δεν αποκλείεται σε κάποια περίπτωση τα περιστατικά να ήταν δύο ή τρία μέσα σε ένα μήνα και σε άλλη περίπτωση 2- 3 εντός περιόδου 2 μηνών. Ούτε και θα αναμένετο από ένα παιδί να κρατά σημειωματάριο και να σημειώνει ημερομηνίες, πόσω δε μάλλον όταν το ίδιο δεν μπορούσε καν αρχικά να αντιληφθεί τη συμπεριφορά αυτή ως αξιόμεμπτη. Στο σημείο αυτό παραπέμπουμε στις υποθέσεις Γ.Ι. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.44/2019, ημερ.18.9.2020 και Δ.Σ.Δ. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.271/2022, ημερ.20.12.2023, οι οποίες θεωρούμε πως, ακριβώς, επιβεβαιώνουν την προσέγγιση του Δικαστηρίου επί του προκειμένου ζητήματος.
Το ουσιώδες εδώ είναι βέβαια πως εκ των αναφορών της προκύπτει πως η συμπεριφορά αυτή συνέβαινε τουλάχιστον 2 φορές κάθε 2 μήνες ενώ ό,τι άλλο επίσης προκύπτει είναι πως οι περισσότερες φορές αφορούσαν αγγίγματα με κίνηση αυνανισμού αλλά υπήρχαν και κάποιες φορές, σίγουρα πέραν της μιας φοράς (κατ’ έτος), που αφορούσαν πεολειχία.
Το ότι δε η ίδια περιέγραψε πως τα περιστατικά με τα αγγίγματα διαρκούσαν περί τη μια ώρα ουδόλως θεωρούμε πως αποτελεί στοιχείο που κλονίζει την αξιοπιστία της. Ούτε και θεωρούμε πως οπωσδήποτε αποκλείεται ως θέμα λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας μια σεξουαλική δραστηριότητα να διαρκέσει, αναλόγως των δεδομένων και των ατόμων που λαμβάνουν μέρος, για τόσο χρόνο. Αντιθέτως θεωρούμε πως η αναφορά της αυτή, η οποία δυνατόν να οφείλεται και στην αντίληψη που είχε δεδομένης και της ηλικίας της, καταδεικνύει την αυθεντικότητα της μαρτυρίας της, ενώ το γεγονός πως παρά τα όσα του καταλογίζει επέμεινε πως ο Κατηγορούμενος μόνο μια φορά την άγγιξε, το εκλαμβάνουμε ως ένδειξη του ότι προσπαθούσε να παρουσιάσει τα γεγονότα δίκαια και στη σωστή τους διάσταση, χωρίς να προσπαθεί ψευδώς να επιβαρύνει τη θέση του Κατηγορούμενου. Το ότι μάλιστα θυμόταν και την τελευταία φορά που την ανάγκασε να τον αγγίξει και να τον αυνανίσει[45] επίσης το θεωρούμε απόλυτα φυσιολογικό αφού ως και η ίδια υπέδειξε τούτο ήταν μόλις πέντε μέρες πριν δώσει την κατάθεση της.
Έχουμε εξετάσει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης με απόλυτη σχολαστικότητα και προσοχή. Μας έδωσε την εικόνα γενικά ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Δεν θεωρούμε ότι είναι πρόσωπο το οποίο θα έπλαθε στο μυαλό της τις πιο πάνω σκηνές σε μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η σταθερότητα και η πειστικότητα της στην ουσία των όσων προέβαλε ήταν χαρακτηριστική, χωρίς να έχει κλονιστεί σε οποιοδήποτε σημείο κατά την αντεξέταση της. Αντιθέτως μάλιστα, θα πρέπει να πούμε, πως προφορικά υπήρξε πολύ χαρακτηριστικός και πειστικός ο τρόπος με τον οποίο εξήγησε παραστατικά τα όσα αναγκάστηκε να βιώσει από τα 13 έως τα 16 της χρόνια, μια αναμφίβολα σημαντική και καθοριστική ηλικία της ζωής της.
Η δε εικόνα που σχηματίσαμε πόρρω απείχε από την εικόνα της «ψυχρής υπολογίστριας» που της αποδόθηκε από την υπεράσπιση. Αντιθέτως αυτό που παρατηρήσαμε ήταν ένα κορίτσι το οποίο κλαίγοντας σε κάποιες στιγμές[46] εξιστόρησε με συνοχή και μεγάλο πόνο τα όσα αναγκάστηκε να βιώσει στα χέρια του πατριού της, ενός προσώπου που η ίδια εμπιστεύοταν αφού ήταν η μόνη πατρική φιγούρα που είχε κατά τον εν λόγω χρόνο. Χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί ένεκα και της πολύ νεαρής ηλικίας στην οποία βρισκόταν τότε, όταν άρχισαν να συμβαίνουν οι συμπεριφορές αυτές, πως δεν ήταν αποδεκτές (ένεκα και των προσχημάτων που χρησιμοποιούσε) και αισθανόμενη στην πορεία όλο και πιο φοβισμένη αφενός ένεκα του ότι της έλεγε πως δεν θα την πίστευε κανείς και αφετέρου ένεκα των μέσων που χρησιμοποιούσε για να την εξαναγκάσει να προβαίνει στις πράξεις αυτές (απειλές ότι θα έκοβε το χέρι του και θα έπαιρνε την τηλεόραση από τον αδελφό της) αλλά και για να του εκφράζει θετικά συναισθήματα για όλα αυτά που συνέβαιναν.
Ό,τι οφείλουμε βεβαίως να τονίσουμε στο πλαίσιο αυτό είναι βέβαια ο ύπουλος τρόπος με τον οποίο μεθοδικά ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο του, χρησιμοποιώντας αρχικά την εμπιστοσύνη που είχε στο πρόσωπο του η Παραπονούμενη. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της Παραπονούμενης στην οπτικογραφημένη κατάθεση της Τεκμήριο 4, σελ. 8, γρ. 25 όταν ερωτάται πως αισθάνθηκε όταν ο Κατηγορούμενος προέβη σε αυτές τις συμπεριφορές που πέραν του ότι φοβόταν ανέφερε και τα εξής: «Δεν ήξερα τίποτε για έτσι πράματα. Εν εκατάλαβα. Απλώς ήμουν κάπως οκ απλώς θέλει να μου δείξει κάτι, εν εντάξει. Εν ο παπάς μου, δείχνει μου πράματα, that’s ok. Πάντα μου είπε επειδή είμαι ο παπάς σου δεν, δεν νιώθω το ίδιο. Έννεν σαν κάποιος άλλος να σε τζήσει. Εγώ είμαι ο παπάς σου γι’ αυτό εν εντάξει».
Πέραν όμως της εκμετάλλευσης της εμπιστοσύνης που έτρεφε προς το πρόσωπο του η ανήλικη, ως εκ της σχέσης τους, ο ίδιος ήταν αυτός που ουσιαστικά την έκανε να σταματήσει το σχολείο και απέκοψε τις επαφές με φίλους της, απομονώνοντας την, όπως και κάθε μέλος της οικογένειας από υποστηρικτικό περιβάλλον. Καθιστώντας έτσι τον καθένα εξαρτώμενο στον ίδιο από οικονομικής αλλά και ψυχολογικής άποψης, έτσι που ακόμα και όταν η Παραπονούμενη μεγαλώνοντας κατάλαβε ότι η συμπεριφορά αυτή δεν ήταν ορθή, να καταλήξει να φοβάται να την καταγγείλει. Εξ ου και δεν το έκανε ούτε αμέσως μετά που μίλησε με τον αδελφό της, ο οποίος της ανέφερε πως αυτό που του είχε περιγράψει ήταν «sexual abuse», και συνέχιζε παρά ταύτα να το υπομένει.
Εν τέλει μας έδωσε την εντύπωση πως ήταν ένα παιδί που εγκλωβίστηκε σε αυτό που βίωνε ένεκα του φόβου αλλά και της εξάρτησης της ίδιας και της οικογένειας της εν γένει στον Κατηγορούμενο και στους δικούς του, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που είχαν στην Κύπρο. Εξ ου και το ότι δεν αποκλείουμε το ότι υπήρχαν και κάποιες καλές οικογενειακές στιγμές στις οποίες φαίνεται να συμμετείχε η Παραπονούμενη, είτε επειδή αρχικά το θεωρούσε φυσιολογικά τα όσα συνέβαιναν είτε επειδή στη συνέχεια δε μπορούσε να απεγκλωβιστεί απ’ αυτά. Όπως αυτές που απεικονίζονται στο Τεκμήριο 21 και οι οποίες βεβαίως δεν δύνανται να καταδείξουν πως η Παραπονούμενη ψεύδετο αλλά εντάσσονται φυσιολογικά στο όλο πλαίσιο της ιδιόμορφης σχέσης που είχε με τον πατριό της η ανήλικη.
Το ότι δε δεν μπόρεσε να το καταγγείλει αμέσως και ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε στη μητέρα της ενωρίτερα, είναι κάτι στο οποίο στρέψαμε ιδιαίτερα και επιστάμενα την προσοχή μας, προβληματιζόμενοι εάν τούτο είναι ένδειξη μιας κατασκευασμένης καταγγελίας έχοντας κατά νου και τη σχετική με το θέμα νομολογία. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 231/2018, ηµεροµηνίας 19.11.2019 λέχθηκε πως:
«Έχει προ πολλού αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα, δεν αναμένεται, ως εκ ενός τραυματικής ενός εμπειρίας, να ενεργήσουν κατά τον «αναμενόμενο» τρόπο ώστε να υποβάλουν άμεσο παράπονο (βλ. Aντωνίου v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766, Σιακαλλής v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 146, Κλείτου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 113, Λ.Κ. v Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 547 και Σ.Π. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/13, 25.6.2014).
Μάλιστα θεωρείται πλέον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο μπορεί το ίδιο το δικαστήριο, όταν εγείρεται από την υπεράσπιση θέμα κατασκευασμένου παραπόνου, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, να προβεί σε σχετικό σχόλιο για ενός ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου από νεαρά πρόσωπα, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών, νοουμένου ότι το σχόλιο είναι εξισορροπημένο και δίκαιο (R. v. MM [2007] EWCA Crim.1558, Doody [2008] EWCA Crim.2557, Miller [2010] EWCA Crim. 1578). Θα πρέπει να λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψιν τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλεται σε κατασκευασμένο παράπονο (R. v. GJB [2011] EWCA Crim 867). Είναι σημαντικό η καθοδήγηση να είναι προσαρμοσμένη στα γεγονότα της υπόθεσης και να περιορίζεται σε αδιαμφισβήτητες διαπιστώσεις της κοινής πείρας (ΜΜ v. R. [2011] EWCA Crim 1291).
Στα πλαίσια αυτά, στην υπόθεση Doody (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι κατά τρόπο θεμιτό εξηγήθηκε από το δικαστή στους ενόρκους ότι η εμπειρία καταδεικνύει πως οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στο τραυματικό βίωμα σοβαρών σεξουαλικών επιθέσεων, ότι δεν υπάρχει στερεότυπη αντίδραση και ότι εναπόκειται στους ενόρκους να αξιολογήσουν τη θέση της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση καταδεικνύει ψευδές παράπονο και να λάβουν υπόψιν ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να υποβάλουν παράπονο αμέσως στο πρώτο πρόσωπο που θα δουν, ενώ άλλοι μπορεί να αισθάνονται ντροπή και σοκ με αποτέλεσμα να μην υποβάλουν παράπονο για κάποιο χρόνο και ότι ένα καθυστερημένο παράπονο δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ψευδές παράπονο. Αποφασίστηκε επίσης ότι δικαιολογημένα υποδείχθηκε από τον πρωτόδικο δικαστή ότι είναι καλά γνωστό ότι το τραυματικό βίωμα ενός βιασμού μπορεί να προκαλέσει αισθήματα ντροπής και ενοχής, τα οποία εμποδίζουν το θύμα από του να υποβάλει παράπονο.»
(βλ. επίσης Γ.Π.Β. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2020, ημερ. 30/07/2021 και Δ.Β.Γ.Κ. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 3/2022, ημερ. 29/02/2024).
Εν προκειμένω όμως και μελετώντας το σύνολο των δεδομένων, αυτό στο οποίο καταλήξαμε ήταν πως η καθυστέρηση δεν ήταν ασύνδετη με το όλο πλαίσιο εντός του οποίου δρούσε ο Κατηγορούμενος και του φόβου που της είχε προκαλέσει όπως τον σκιαγραφήσαμε ανωτέρω. Εξάλλου και η ίδια η Παραπονούμενη σε συνοχή με τις ως άνω διαπιστώσεις μας εξήγησε πειστικά για ποιο λόγο δεν μίλησε ενωρίτερα στη μητέρα της, λέγοντας πως ο Κατηγορούμενος της είπε πως δεν θα την πιστέψει κανένας, ενώ περιέγραψε και την όλη κατάσταση που βίωνε η μητέρα της και την οποία η ίδια ήταν εμφανές πως αντιλαμβανόταν. Ως προς το γιατί δεν μίλησε στους αστυνομικούς που ήρθαν την πρώτη φορά στο σπίτι της, ανέφερε εξίσου πειστικά πως δεν τους μίλησε διότι δεν ήξερε αν μπορούσε να τους εμπιστευτεί: «Δεν γνώριζα αν μπορούσα να τους εμπιστευτώ, δεν μπορούσα να το ρισκάρω να το μάθει οποιοσδήποτε και να μην τον πάρουν μακριά» (βλ. πρακτικά ημερ. 20.1.25, σελ.11, γρ. 6-7 - έμφαση δοθείσα).
Ανάλογη ήταν η θέση της και για την Μ.Κ.4 την οποία δέχθηκε πως πράγματι είχε δει 2-3 φορές πριν δώσει την κατάθεση της. Ανέφερε δε πως δεν της ανέφερε κάτι επειδή χρειαζόταν χρόνο για να την εμπιστευτεί: «Την πρώτη φορά που είπε ο αδελφός μου να μην πω επειδή δεν την εμπιστευόμασταν ακόμα και τη δεύτερη φορά ο πατέρας μου, η Σ. (σσ. Μ.Κ.4) και ο αδελφός μου, μου είχαν πει να μην πω τίποτε επειδή ο Μ. (σσ. Κατηγορούμενος) μπορεί να ακούει».
Κατ’ ανάλογο τρόπο και σε πλήρη συνοχή με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, η Μ.Κ.4 ανέφερε πως παρά το ότι από τις συζητήσεις που είχε με την Παραπονούμενη ευθέως εξάγετο το συμπέρασμα πως δεν είχε συναναστροφές με φίλους και πως δεν μπορούσε να υποδείξει ούτε ενδιαφέροντα που είχε, εντούτοις η τελευταία επέμενε να παρουσιάζει μια ωραιοποιημένη εικόνα για την οικογένεια της, χωρίς να εκφράζει το παραμικρό παράπονο. Αν βεβαίως πρόθεση της ήταν να υποβάλει μια κατασκευασμένη καταγγελία, θα αναμένετο να την υποβάλει ευθύς αμέσως όταν της δόθηκε η ευκαιρία και να προβάλει σωρεία μομφών εναντίον του Κατηγορούμενου. Όμως λόγω ακριβώς του φόβου που διαπιστώσαμε πως αισθανόταν, δεν το έπραξε παρά μόνο όταν ένιωσε πως ήταν σε προστατευμένο περιβάλλον και μπορούσε να εμπιστευθεί τα άτομα που την είχαν πλησιάσει.
Παρεμβάλλουμε εδώ πως μας προβλημάτισε και το γεγονός ότι στην Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε μια άλλη εικόνα της οικογένειας, από τη σκοπιά του ότι τούτο ενδεχομένως να συνιστά προηγούμενη αντιφατική δήλωση της Παραπονούμενης ή εν πάση περιπτώσει αντιφατική συμπεριφορά η οποία επίσης, θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη κατασκευασμένης καταγγελίας. Όμως ακριβώς οι εξηγήσεις που έδωσε και ο φόβος που αισθανόταν, θεωρούμε πως εξηγούν πέραν του δέοντως γιατί παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση από την πραγματική. Εξάλλου κατά τα λοιπά η μαρτυρία της Παραπονούμενης είχε συνοχή, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ούτε εντοπίσαμε αλλά ούτε και μας υποδείχθηκαν άλλες προηγούμενες αντιφατικές δηλώσεις πέραν των όσων υποδείξαμε, οι οποίες να δημιουργούν υπόνοιες περί κατασκευασμένης καταγγελίας.
Το πως δε ακριβώς αποφάσισε να το καταγγείλει τη δεδομένη στιγμή επεξηγήθηκε με τρόπο συγκλονιστικό και συνάμα αυθόρμητο, από την ίδια όταν ανέφερε τα εξής:
«Μ: Εξαναείπε μου ότι, πολλές φορές είπε μου ότι μπορούσε να κάμει σεξ μαζί μου. Εννά μπορούσε να κάμει σεξ μαζί μου, τζιαι κανένας εν θα μπορούσε να κάμει τίποτε. Ότι εννά γίνω δεκαέξι. Κάποιες φορές εζήταν σαν …like jokes haha I will be able to fuck you???»
Ερωτηθείσα βέβαια αν αυτό, το ότι δηλαδή όταν θα γινόταν 16 θα έκανε σεξ μαζί της το έλεγε μπροστά σε άλλους, ανέφερε ότι της το έλεγε μόνο κατ’ ιδίαν και ως λογικά εξήγησε «Γι’ αυτό φοήθηκα παρά πολλά επειδή... τζιαι είπα το στον αδερφό μου, τζιαι είπα του δεν θέλω να γίνω δεκαέξι σε αυτό το σπίτι, επειδή φοούμαι τι εννά κάμει. Τώρα εν μόνο τζήσματα τζιαι έτσι, αλλά πόσο τζιαιρό να κάμει ώσπου να μου λαλεί να σου δείξω πως νιώθεις να κάμνεις σεξ αν πάεις με ένα αγόρι».
Το ότι δε αισθάνθηκε έντονα τον φόβο της υλοποίησης δεν ξενίζει, ούτε το θεωρούμε υπερβολικό, δεδομένων και των όσων άλλων είχε βιώσει μέχρι τότε. Εξ ου και η μέρα που έδινε την κατάθεση της ήταν η μέρα ακριβώς των γενεθλίων της, στοιχείο που πραγματικά συγκλονίζει και δεικνύει το μέγεθος του φόβου που αισθανόταν η Παραπονούμενη, η οποία επέλεξε να δώσει την κατάθεση της τη δεδομένη μέρα που ήταν τα 16α γενέθλια της, μετά τα οποία πίστευε, ένεκα και των όσων προηγήθηκαν πως ο Κατηγορούμενος θα υλοποιούσε τα λεγόμενα του και θα ερχόταν σε σεξουαλική επαφή μαζί της.
Στρέψαμε επίσης την προσοχή μας στο κίνητρο που αποδόθηκε στην ίδια για να υποβάλει ψευδή καταγγελία, χωρίς ωστόσο μέσα από την ανάλυση των γεγονότων, να εντοπίζουμε πραγματικό έρεισμα για τούτο. Κατ’ αρχάς έχουμε ήδη επισημάνει ότι αν η ίδια μεθοδευμένα είχε ενορχηστρώσει την καταγγελία σε συμπαιγνία με τον Μ.Κ.7 και τον Μ.Κ.8, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, θα την υπέβαλλε ευθύς αμέσως μόλις επισκέφθηκε το σπίτι της η αστυνομία ή ακόμα όταν της δόθηκαν δύο νέες ευκαιρίες στο πλαίσιο των συναντήσεων που είχε με την Μ.Κ.4.
Πέραν όμως τούτου και υπεισερχόμενοι στην ουσία του κινήτρου που της αποδόθηκε σημειώνουμε πως, ό,τι εν ολίγοις της καταλογίστηκε ήταν πως αυτή και ο αδελφός της συνομώτησαν μεταξύ τους και με τον Μ.Κ.7 επειδή ο τελευταίος ήθελε να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο που πήρε τη γυναίκα και τα παιδιά του και έφυγαν από την Αγγλία το 2012, οι ίδιοι δε (Μ.Κ.8 και Παραπονούμενη) ήθελαν να μεταβούν και να ζήσουν στην Αγγλία όπου ο Μ.Κ.8 θα προέβαινε σε διαδικασία αλλαγής φύλου δωρεάν και η Παραπονούμενη θα ζούσε σε ένα περιβάλλον όπου θα ήταν πιο αποδεκτό το γεγονός πως ήταν λεσβία. Ακόμα ο Κατηγορούμενος προώθησε τη θέση ότι ο τρίτος λόγος που «στήθηκε» αυτή η υπόθεση εναντίον του είναι επειδή η μητέρα τους θέλει να επιστρέψει στην Αγγλία και ο ίδιος δεν υπογράφει την άδεια ώστε η βιολογική του κόρη να φύγει και πιστεύουν πως αν καταφέρουν να τον βάλουν στη φυλακή θα μπορέσει η μητέρα τους να φύγει χωρίς τη συγκατάθεση του[47].
Αρχίζοντας από το τελευταίο σημειώνουμε πως δεν είναι αντιληπτό πως αυτό θα μπορούσε λογικά να αποτελούσε κίνητρο κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας, τη στιγμή που παραδεκτώς η Μ.Υ.6 κατά τον χρόνο εκείνο (που υποβλήθηκε η καταγγελία) όχι μόνο δεν ήθελε να πάει στην Αγγλία, αλλά για αρκετό διάστημα μάλιστα στήριζε τον Κατηγορούμενο. Εξάλλου ο ίδιος ο Κατηγορούμενος μη γνωρίζοντας πως θα καλείτο για να αντεξεταστεί η Μ.Υ.6, κατά τη μαρτυρία του, (η οποία προηγήθηκε), προώθησε με ένταση τη θέση πως εσκεμμένα η κατηγορούσα αρχή δεν την κάλεσε, αφού η μαρτυρία της θα ήταν ευνοϊκή για τον ίδιο και δυσμενής για την κατηγορούσα αρχή. Πράγμα το οποίο βέβαια δεν συνάδει με τη θέση του πως η Μ.Υ.6 στην ουσία συνομώτησε με τους υπόλοιπους για να τον ενοχοποιήσουν ψευδώς. Πέραν τούτου και ως ήδη υποδείξαμε, η υπεράσπιση παρόλο που είχε αυτή τη θέση, δεν ακολούθησε τη νενομισμένη διαδικασία για να επιχειρήσει να την κηρύξει εχθρική (μάρτυρα) και να της υποβάλει, αυτή την τόσο ουσιαστική θέση, που μονόπλευρα προώθησε ο Κατηγορούμενος. Ούτε όμως τέθηκε η θέση αυτή (ως την προώθησε ο Κατηγορούμενος), στην Παραπονούμενη για να τοποθετηθεί.
Κατά τα λοιπά, έχει ήδη γίνει αναφορά στον τρόπο με τον οποίο αποδομείται το κίνητρο στην περίπτωση του Μ.Κ.7, όπως επίσης αναφορά έγινε και στην περίπτωση του Μ.Κ.8. Τα ίδια ισχύουν βέβαια και εδώ. Ως δε υποδείξαμε αν ήθελαν να μεταβούν στην Αγγλία και η οικογένεια ήταν τόσο κατανοητική και υποστηρικτική δεν είναι αντιληπτό γιατί θα έπρεπε να προβούν σε μια ψευδή καταγγελία στην Κύπρο εμπλέκοντας ξένους οργανισμούς ή τρίτα πρόσωπα στο εξωτερικό, τη στιγμή κατά την οποία θα μπορούσε να υποβληθεί η καταγγελία πολύ απλά και χωρίς την εμπλοκή τους. Ούτε βέβαια είναι αντιληπτό, σε μια κανονική κατάσταση πραγμάτων, για ποιο λόγο θα έπρεπε να πάει φυλακή ο Κατηγορούμενος προτού πάνε στην Αγγλία. Ούτως ή άλλως ήταν η Μ.Υ.6 που θα έπρεπε να συναινέσει στην περίπτωση της Παραπονούμενης ώστε να μεταβεί στο εξωτερικό, ο δε Μ.Κ.8 ήταν ενήλικας.
Στην ίδια βάση αποδομείται και η θέση πως η καταγγελία υποβλήθηκε σε συμπαιγνία με την Παραπονούμενη για να εκδικηθούν τον Κατηγορούμενο που ασκούσε καλώς νοούμενο έλεγχο σε αυτούς ως πατριός τους, κάτι που σε αυτούς δεν άρεσε. Και τούτο αφού και πάλιν δεν συνάδει η εμπλοκή προσώπων από το εξωτερικό, τη στιγμή που θα μπορούσε να υποβληθεί πιο εύκολα και πιο άμεσα η «ψευδής», κατά την υπεράσπιση, καταγγελία στην Κύπρο. Καταγγελία η οποία βέβαια δεν υπεβλήθη, ως υποδείξαμε, ούτε ακόμα και όταν δόθηκε προς τούτο η ευχέρεια μέσω των επισκέψεων της αστυνομίας ή ακόμα και της Μ.Κ.4, ακριβώς λόγω του φόβου που αισθάνονταν, κάτι το οποίο κλονίζει συθέμελα το όλο υπόβαθρο της συλλογιστικής της υπεράσπισης.
Εξάλλου και η ίδια η Παραπονούμενη σε υποβολή πως όλο αυτό σχεδιάστηκε διερωτήθηκε εύλογα, λέγοντας πως αν τίποτα από τα όσα ισχυρίστηκε ήταν αλήθεια δεν είναι αντιληπτό γιατί θα χρειαζόταν να πουν ψέματα για να επιστρέψουν στην Αγγλία και πως αν ο Κατηγορούμενος ήταν καλός θα τους επέτρεπε να πάνε στην Αγγλία όποτε το ήθελαν. Η ίδια διαφώνησε επίσης πως οι απαγορεύσεις που τους έθετε στο πλαίσιο του υποτιθέμενου καλώς νοούμενου ελέγχου που ασκούσε ο Κατηγορούμενος, ήταν η αιτία να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο λέγοντας αυθόρμητα «Γιατί να έλεγα ψέματα για σεξουαλική κακοποίηση για έναν τέτοιο ασήμαντο λόγο; ».
Και έχει δίκαιο. Αφού δεν βρίσκουμε να είχε τίποτε να ωφεληθεί καταγγέλλοντας ψευδώς τον Κατηγορούμενο. Αντιθέτως προκαλείται σε αυτήν κόστος ποικιλοτρόπως αφού κατ’ αρχάς έχασε την οικονομική υποστήριξη και σταθερότητα που με ειλικρίνεια δέχθηκε πως της παρείχε ο Κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως των όσων άλλων αρνητικών βίωσε πλάι του. Πέραν δε της ψυχοφθόρας διαδικασίας της οπτικογραφημένης κατάθεσης της στην οποία υποβλήθηκε και ενώ πλέον ζει μόνιμα στην Αγγλία, επέστρεψε στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία. Ξαναζώντας με τρόπο τραυματικό τα όσα έγιναν και αναδιπλώνοντας πτυχές του εαυτού της και του παρελθόντος της, που ως θέμα λογικής δεν είναι εύκολο να μοιράζεται κάποιος με άγνωστα πρόσωπα, όπως είναι οι Δικαστές και οι λοιποί παράγοντες της δίκης. Και λέγουμε τραυματικό αφού παρά την εμφανή προσπάθεια της να παραμείνει συγκροτημένη, και παρά την φαινομενική ψυχρότητα που είχε, σε κάποια σημεία λύγισε κλαίγοντας.
Έγινε βέβαια προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία της με αναφορά σε περιστατικά από τον καιρό που ήταν μικρή όπως π.χ. ότι είδε αρκούδα σε σπηλιά, ότι έκρυψε χρήματα από τους γονείς της, ή ότι έκρυψε την κουβερτούλα του αδελφού της, όμως δεν θεωρούμε πως τα περιστατικά αυτά τα οποία με ειλικρίνεια δέχθηκε η Παραπονούμενη, μπορούν να επηρεάσουν την αξιοπιστία της εν σχέσει με τα όσα δραματικά περιέγραψε και αφορούν τη συμπεριφορά που αποδίδει στον Κατηγορούμενο. Όπως δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε το τι η ίδια γράφει στο λογαριασμό που τώρα έχει στο Instagram σε σχέση με τον οποίο δεν δόθηκαν λεπτομέρειες του όλου context στο οποίο έγραψε «I am the baddest bitch».
Μετά από τα πιο πάνω είναι προφανές πως αποκτά νόημα η φράση που ανέφερε η Παραπονούμενη ότι «Έκαμε παρά πολλά πράματα που για μένα εν μικρή ηλικία. Τζαι φοούμε τον τζιαι τζινον, φοούμε πολλά πράματα τωρά» (Σελ. 6, γρ. 1-2), αφήνοντας σαφέστατα να νοηθεί πως η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν σταμάτησε χωρίς κόστος. Κόστος το οποίο προσδιόρισε λέγοντας στη συνέχεια πως «Φοούμαι παρά πολλά σεξουαλική επαφή. … Φοούμαι το.» Αναφορά η οποία δεν ξενίζει αλλά αντιθέτως συνάδει λογικά με τα όσα βίωσε σε μια ηλικία που δεν ήταν η αρμόζουσα για να ζήσει τέτοιες εμπειρίες και μάλιστα με ένα πρόσωπο που η ίδια θεωρούσε πως ήταν ο πατέρας της.
Προτού αφήσουμε τη μαρτυρία της Παραπονούμενης κρίνουμε ορθό να αναφερθούμε και στη μαρτυρία της Μ.Κ.10, που ήταν η ψυχολόγος που διενήργησε τη ψυχολογική αξιολόγηση στην Παραπονούμενη. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, χωρίς η εμπειρία και τα προσόντα της να αμφισβητηθούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Αντιθέτως καταχωρήθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η εν λόγω μάρτυρας είναι ειδική στην αξιολόγηση σεξουαλικά κακοποιημένων παιδιών, καθ’ ότι η μάρτυρας έχει τύχει ειδικής και συγκεκριμένης εκπαίδευσης στη συνέντευξη και αξιολόγηση σεξουαλικά κακοποιημένων προσώπων και παιδιών και θεωρείται προς τούτον τον σκοπό εμπειρογνώμονας.
Παρότι όμως η εμπειρογνωμοσύνη της μάρτυρος αυτής δεν αμφισβητήθηκε, εντούτοις αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας της τόσο ο τρόπος διεξαγωγής της ψυχολογικής αξιολόγησης της Παραπονούμενης όσο και τα συμπεράσματα της. Αυτό που πρέπει πρώτα να σημειωθεί εν σχέσει με τη μαρτυρία της είναι πως για να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα ως και η ίδια ειλικρινώς παραδέχθηκε, στηρίχθηκε στις πληροφορίες που έλαβε κατά κύριον λόγο από την ανήλικη, δεδομένου του ότι ήταν ήδη έφηβη και μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της. Ήταν επίσης εμφανές πως η ίδια δεν αμφισβήτησε την αλήθεια των ισχυρισμών της Παραπονούμενης, αλλά ως εξήγησε στηρίχθηκε στις αναφορές της για να προβεί στην αξιολόγηση. Τούτο βέβαια δεν υποδηλώνει μεροληψία ούτε εξάλλου έχουμε εντοπίσει ή μας υποδείχθηκε κάποιος βάσιμος λόγος που η μάρτυρας αυτή θα επιθυμούσε να βοηθήσει τη μια πλευρά έναντι της άλλης. Εξάλλου ως προς τη μεροληπτική στάση που της αποδόθηκε και η ίδια με φυσικότητα εξήγησε πως δεν είναι έργο της να διακριβώσει ποιος λέει την αλήθεια αλλά να προβεί σε μια ψυχολογική αξιολόγηση του παιδιού στη βάση των στοιχείων που έχει στη διάθεση της[48]. Και αυτό πιστεύουμε πως επιχείρησε να πράξει με τη μαρτυρία της. Το ότι δε σε κάποιο στάδιο υποστήριξε πως θα ήταν δύσκολο η Παραπονούμενη να έβγαλε όλα τα πράγματα που αφηγήθηκε από το μυαλό της, δεν ήταν μια αυθαίρετη μεροληπτική θέση της αλλά μια θέση που στηρίχθηκε στο ότι η ίδια πράγματι μέσα από την αφήγηση του παιδιού διαπίστωσε ψυχικές δυσκολίες, ενοχλήματα στο παιδί, τονίζοντας μάλιστα πως επρόκειτο για ένα παιδί που αυτοτραυματιζόταν από τα 12 του. Μάλιστα ήταν σε τέτοιο βαθμό δίκαιη που ανέφερε πως παρά τις ψυχικές δυσκολίες που εντόπισε στην Παραπονούμενη εντούτοις για λόγους που πειστικά εξήγησε δεν μπορούσε να εντάξει την περίπτωση της ως περίπτωση προσώπου που πάσχει από κάποια ψυχική διαταραχή.
Ανεξαρτήτως όμως του ότι δεν εντοπίζουμε λόγο για να μεροληπτεί μια ψυχολόγος που δεν γνώριζε κανένα εκ των εμπλεκομένων, σημειώνουμε πως, έχοντας ακριβώς υπόψη πως η Μ.Κ.10 ουσιαστικά δεν ήταν σε θέση να αμφισβητήσει την αλήθεια των όσων η Παραπονούμενη αφηγείτο, ήμασταν ιδιαίτερα προσεκτικοί ώστε να μην εμπλέξουμε τη μαρτυρία της Μ.Κ.10 κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, την οποία ως είναι προφανές από τα όσα προηγήθηκαν, έχουμε εξετάσει ανεξάρτητα από τη μαρτυρία της Μ.Κ.10. Από την άλλη όμως οφείλουμε να σημειώσουμε πως δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε το οποίο να μας μετέφερε η Μ.Κ.10 ως αναφορά της Παραπονούμενης και το οποίο να μην συνήδε με τη μαρτυρία που η τελευταία έδωσε στο Δικαστήριο, έτσι ώστε να μας δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την ήδη διαπιστωθείσα αξιοπιστία της τελευταίας. Το ουσιαστικότερο όμως είναι πως αφενός δεν έχουμε πειστεί πως οι λόγοι που προβλήθηκαν με σκοπό να πλήξουν τη διαδικασία που ακολούθησε η Μ.Κ.10 για την αξιολόγηση ήταν βάσιμοι και αφετέρου πως τα συμπεράσματα της εν σχέσει με τη ψυχολογική αξιολόγηση της ανήλικης ως τα επεξήγησε, ήταν απολύτως συμβατά με τα όσα η Παραπονούμενη αφηγήθηκε σε εμάς.
Η εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε εν σχέσει με την Παραπονούμενη (Έγγραφο ΙΓ), στην οποία καταγράφονται βεβαίως τα συμπεράσματα της, που είναι τα εξής:
« Σύμφωνα με τα ευρήματα της ψυχοδιαγνωστικής εκτίμησης, η ανήλικη φάνηκε να ζούσε σε ένα ενορχηστρωμένο περιβάλλον με σοβαρά περιστατικά κακοποίησης όλων των μορφών, τα οποία φάνηκε να κλιμακώνονταν με την πάροδο του χρόνου. Η χρόνια κακομεταχείριση και χειραγώγηση καθώς και ο πλήρης έλεγχος που φάνηκε να επεδίωκε ο πατριός δημιουργούσαν και συντηρούσαν ένα συνεχές αίσθημα απειλής στην ανήλικη. Η κοινωνική απομόνωση φάνηκε να λειτουργούσε ως ισχυρό εργαλείο ώστε να κυριαρχεί ο εκφοβισμός και να διατηρείται η μυστική ζωή της οικογένειας. Η ανικανότητα επίσης, από πλευράς της μητέρας να παρέχει κατάλληλο και υποστηρικτικό περιβάλλον για την ανάπτυξη της ανήλικης, είχε ως αποτέλεσμα να αυξάνεται η πιθανότητα βλάβης της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής, ηθικής και κοινωνικής ανάπτυξης της ανήλικης.
Τα χρόνια περιστατικά κακοποίησης δημιούργησαν ψυχικά τραύματα στην ανήλικη παρουσιάζοντας συμπτώματα άγχους τα οποία επέφεραν κλινικά σημαντική έκπτωση σε σημαντικές πτυχές της ζωής της ανήλικης, στην κοινωνική, σχολική και άλλες σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητας της. Ωστόσο, η χρόνια φύση των περιστατικών κακοποίησης, φάνηκε να ανάγκασε την ανήλικη να προσαρμοστεί σε κάποιο βαθμό στο περιβάλλον της, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει ψυχικά, συμβάλλοντας έτσι στην μη εμφάνιση συμπτωμάτων που να πληρούν τα κριτήρια για οποιοσδήποτε διάγνωση ψυχικής διαταραχής στην παρούσα φάση. Η ανήλικη εκτιμάται ως παιδί υψηλού ρίσκου για ανάπτυξη διαταραχής μελλοντικά λόγω της αυξημένης ευαλωτότητας αλλά και των ψυχο-συναισθηματικών δυσκολιών που παρουσίαζε. »
Ως ήδη προαναφέρθηκε η εν λόγω μάρτυρας αμφισβητήθηκε κατ’ αρχάς ως προς τη διαδικασία που ακολούθησε για να διενεργήσει τη ψυχολογική αξιολόγηση. Επί τούτου η ίδια εξήγησε τι είναι η διαδικασία ψυχολογικής αξιολόγησης, λέγοντας πως κατά τη διάρκεια της συλλέγονται και αναλύονται πληροφορίες του ατόμου σε σχέση με τον ψυχισμό του και ο σκοπός είναι να μπορεί ο εξεταστής να έχει μια πλήρη εικόνα όσον αφορά την κλινική κατάσταση του ατόμου και διαγνωστικά αν υπάρχει διάγνωση. Η διαδικασία ως επίσης εξήγησε γίνεται μέσα από διάφορες κατάλληλες πηγές όπως είναι η κλινική συνέντευξη, η λήψη του ιστορικού και σε κάποιες περιπτώσεις δύναται επικουρικά να χορηγηθούν και κάποια ψυχομετρικά εργαλεία. Ως προς τις κλινικές συνεντεύξεις ανέφερε ότι είναι το πιο κύριο εργαλείο στην αξιολόγηση και συνίστανται ουσιαστικά σε συζήτηση που γίνεται μεταξύ εξεταζόμενου και εξεταστή, με σκοπό να συλλεχθούν οι πληροφορίες μέσα από συγκεκριμένη διαδικασία. Επί τούτου εξήγησε ότι υπάρχουν τρία διαφορετικά είδη συνεντεύξεων, ήτοι η δομημένη συνέντευξη, όπου οι ερωτήσεις είναι ήδη οργανωμένες από πριν, η μη δομημένη, που αφορά την ελεύθερη ουσιαστικά αφήγηση, όπου οι ερωτήσεις τίθενται τη συγκεκριμένη στιγμή ανάλογα από τη ροή της συζήτησης και η ημιδομημένη, η οποία περιλαμβάνει τα δύο προηγούμενα είδη. Εν προκειμένω εξήγησε ότι χρησιμοποιήθηκε η ημιδομημένη που είναι το είδος που χρησιμοποιούν γενικότερα, ένεκα του ότι από τη μία θέλουν να συλλέξουν συγκεκριμένες πληροφορίες του ατόμου που αφορούν τη συναισθηματική του κατάσταση, το σχολικό και οικογενειακό πλαίσιο καθώς επίσης για τις διανοητικές και γνωστικές λειτουργίες, ενώ από την άλλη με την ελεύθερη αφήγηση δίνεται η ευκαιρία στο παιδί με τον δικό του χρόνο και τη δική του σειρά να αφηγηθεί τα γεγονότα της ζωής του και με αυτόν τον τρόπο συγκεντρώνονται περισσότερες πληροφορίες.
Ουσιαστική θέση της υπεράσπισης ήταν πως στην πραγματικότητα δεν έγινε ψυχολογική αξιολόγηση αλλά μια απλή συνέντευξη / συζήτηση και πως δεν χρησιμοποιήθηκε συγκεκριμένο ψυχομετρικό εργαλείο, κάτι που καθιστούσε όλη τη διαδικασία αξιολόγησης επισφαλή. Η ίδια όμως πειστικά εξήγησε, παραμένοντας πλήρως σταθερή στις θέσεις της, πως η διαδικασία της ψυχολογικής αξιολόγησης έχει ως κύριο εργαλείο την κλινική συνέντευξη και πως εν προκειμένω η διαδικασία έγινε ακριβώς όπως ορίζεται, διευκρινίζοντας μάλιστα πως δεν έγινε μια, αλλά τρεις συναντήσεις που διήρκεσαν 45 λεπτά με 1 ώρα έκαστη. Ως προς τα ψυχομετρικά εργαλεία εξήγησε πως αυτά χορηγούνται επικουρικά ανάλογα με την περίπτωση και πως στην πράξη χρησιμοποιούνται όταν διακρίνουν κάποιες δυσκολίες τις οποίες θέλουν να επιβεβαιώσουν ή για να εξακριβώσουν κάποια από τα συμπεράσματα τους. Τόνισε πως δεν είναι απαραίτητα πάντα τα ψυχομετρικά εργαλεία, πως εν προκειμένω δεν διαπιστώθηκαν οποιεσδήποτε δυσκολίες που να επέβαλλαν τη χρήση τους, πως τέτοια εργαλεία είναι περισσότερο σχετικά όταν εξετάζεται η προσωπικότητα ενός ατόμου και πως η ίδια δεν αξιολογούσε την προσωπικότητα του παιδιού, αλλά τη συναισθηματική του κατάσταση σε σχέση με τις αναφορές που είχε κάνει. Οπόταν ως εύλογα υποστήριξε και να χορηγούσε ένα τέτοιο εργαλείο, δεν θα εξυπηρετούσε σε κάτι γιατί δεν υπήρχαν στοιχεία που να δείχνουν εν προκειμένω κάποια διαταραγμένη προσωπικότητα. Εν πάση περιπτώσει με πειστικότητα εξήγησε επίσης πως το συγκεκριμένο εργαλείο που η υπεράσπιση υποστήριξε πως θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί δεν χορηγείται στα δεδομένα της Κύπρου για τον λόγο ότι ακόμα δεν υπάρχει μετάφρασή του. Επίσης ανέφερε ότι προτού χορηγηθεί το τεστ πρέπει να «σταθμίζεται», δηλαδή να προσαρμόζονται οι ερωτήσεις του ανάλογα με τον πληθυσμό και την κουλτούρα για να είναι αξιόπιστο και εν προκειμένω δεν έχει γίνει ακόμα μια τέτοια διαδικασία στην Κύπρο σε σχέση με το υπό αναφορά ψυχομετρικό εργαλείο. Επομένως και στη βάση των ανωτέρω, δεν θεωρούμε πως καταδείχθηκε κάποιος βάσιμος λόγος που να πλήττει τη διαδικασία που ακολούθησε η μάρτυρας για την ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης.
Στρεφόμενοι τώρα στα συμπεράσματα της σημειώνουμε πως η ίδια εξήγησε πειστικά το κάθε ένα από αυτά και αντιμετώπισε αποτελεσματικά την κάθε ερώτηση που της τέθηκε κατά την αντεξέταση σε σχέση με αυτά.
Για παράδειγμα εξήγησε για ποιο λόγο η ανήλικη δεν διεκδικούσε τις δικές της ανάγκες. Επί τούτου έγινε λόγος για το πώς η ανάληψη ευθυνών στο σπίτι που δεν της αναλογούσαν επιβάρυνε τη ψυχική της κατάσταση, αφού ανατίθονταν στην ανήλικη θέματα που αφορούσαν τη φροντίδα του σπιτιού, την ετοιμασία φαγητού και επειδή και το ίδιο το παιδί αντιλαμβανόταν ότι η μητέρα αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε κάποια πράγματα που αφορούσαν τον γονεϊκό της ρόλο, φαίνεται ότι η ίδια έμπαινε σ' αυτόν τον ρόλο, αναλαμβάνοντας να φροντίσει τη μικρότερη αδελφή της, να ετοιμάσει το φαγητό της και πολλές φορές κάτω από αυτές τις συνθήκες δεχόταν και πάρα πολύ έντονη επίπληξη είτε παρατηρήσεις, αφού σχεδόν πάντα είχαν κάτι αρνητικό να πουν ή είχαν κάτι αρνητικό να σχολιάσουν, πράγμα που την αναστάτωνε. Όπως δε με ευκρίνεια εξήγησε αυτή η κατάσταση γονεοποίησης, όπου το παιδί παραμερίζει τις δικές του ανάγκες και δεν τις διεκδικεί, επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις, γιατί τα άτομα αυτά μπορεί να έχουν συνεχώς την αίσθηση ότι δεν είναι αποδεκτά, νιώθουν ότι πρέπει να είναι ευχάριστοι προς τους άλλους εις βάρος των δικών τους αναγκών, πράγμα που μπορεί να επιφέρει και απομόνωση στο άτομο. Στην ουσία όπως εξήγησε είναι σαν να χάνεται η παιδικότητα και η ανεμελιά της ηλικίας τους γιατί αναλαμβάνουν ρόλους που στην ουσία είναι ευθύνη του ενήλικα. Εν προκειμένω ανέφερε πως η ανήλικη υιοθετούσε σύμφωνα και με δικές της αναφορές και ρόλο προστάτη, αφού η ίδια περιέγραφε ότι από κάποια στιγμή και μετά προσπαθούσε να μελετά τη συμπεριφορά του πατριού ώστε να μπορεί να κατευνάζει ξεσπάσματα ή θυμό του γιατί είχε την έγνοια να προστατεύσει τα μέλη της οικογένειας.
Εξήγησε επίσης τη διαπίστωση της ότι η Παραπονούμενη είχε δυσκολία στο να αναπτύξει το συναίσθημα εμπιστοσύνης προς τους γύρω της αφού από τις αφηγήσεις της φαινόταν πως ήταν ένα παιδί το οποίο δυσκολευόταν στο να προσεγγίσει και να μιλήσει εύκολα σε κάποιον και φαίνεται ότι αυτό με την πάροδο του χρόνο ενισχυόταν ακόμα περισσότερο. Όπως εξήγησε τέτοιο αίσθημα συνήθως εντοπίζεται σε περιπτώσεις παιδιών, τα οποία μέσα από δικούς τους ανθρώπους, δηλαδή ανθρώπους οικείους που αναμένεται να τα φροντίζουν, με κάποιον τρόπο προδίδονται γιατί μπορεί να δεχτούν κάποια κακοποίηση. Έτσι αφού δεν μπορούν να εμπιστευτούν τον γονέα ή κηδεμόνα, η εμπιστοσύνη σπάζει ακόμα περισσότερο και για άλλους ανθρώπους. Τούτο στην ανήλικη, ήταν ως ανέφερε κάτι πολύ έντονο και το οποίο συνήδε με τα όσα η ίδια ισχυρίστηκε ότι βίωσε. Μάλιστα η μάρτυρας πειστικά εξήγησε πως η ανήλικη εν προκειμένω εξέφρασε την ανησυχία πώς θα μπορούσε μελλοντικά να προσαρμοστεί στην Αγγλία, να γνωρίσει νέους ανθρώπους και να κάνει νέες φιλικές σχέσεις ενώ της ανέφερε ότι ακόμα και όταν ο πατέρας της την αγκάλιαζε ένιωθε μια ταραχή και προσπαθούσε να το αποτρέψει, ενθυμούμενη ότι είναι ο πατέρας της και όχι ο πατριός της.
Εξήγησε επίσης πειστικά την επίδραση της κοινωνικής απομόνωσης σε ένα παιδί και την Παραπονούμενη ειδικότερα υπό τις περιστάσεις που ισχυρίστηκε. Ως ανέφερε η κοινωνική απομόνωση κάτω από συνθήκες κακοποίησης, στην ουσία είναι ο εγκλεισμός, ο οποίος βλάπτει την ικανότητα του ατόμου στο να αυτοπροστατεύεται. Άρα αυτό σημαίνει ότι το άτομο νιώθει παγιδευμένο, απροστάτευτο, νιώθει ότι είναι σε μια κατάσταση, την οποία δεν μπορεί να αποτρέψει και από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Οπότε αυτό ενισχύει ακόμα περισσότερο συναισθήματα όπως ο φόβος, η ανασφάλεια και τούτο είναι ένα αρκετά ισχυρό εργαλείο, ώστε το άτομο να νιώθει ότι δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να ζητήσει βοήθεια. Είναι κάτι που ως υποστήριξε εντοπίζουν σε χρόνια κακοποιητικές περιπτώσεις παιδιών. Όσο πιο ανήμπορα νιώθουν, τόσο πιο εγκλωβισμένα νιώθουν σε αυτήν την κατάσταση, οπότε σημαίνει ότι πιο δύσκολα θα ζητήσουν βοήθεια και με αυτόν τον τρόπο, προσπαθούν απλά να προσαρμοστούν σ' αυτό το περιβάλλον, από το οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν, πράγμα το οποίο επεξηγεί αφενός την καθυστέρηση στην καταγγελία αλλά και το ότι ως ήδη υποδείξαμε υπήρχαν και κάποιες καλές οικογενειακές στιγμές.
Επίσης εξήγησε πειστικά πως τα όσα ανέφερε πως εντόπισε στην Παραπονούμενη συνήδαν με τις αναφορές της και δεν μπορούσαν να αποδοθούν σε συμπεριφορές απορρέουσες από την εφηβεία και μόνο, για τους λόγους που εξήγησε. Επί αυτού του τελευταίου συμφώνησε ότι όντως η ανήλικη βρισκόταν στο στάδιο της εφηβείας όταν υπέβαλε την καταγγελία, όμως τα περιστατικά (συμπεριλαμβανομένων και περιστατατικών γενικότερης κακοποίησης στην οικογένεια) δεν συνέβαιναν όταν ήταν στο στάδιο της εφηβείας, αλλά συνέβαιναν και από πολύ πιο πριν, οπόταν αυτές οι ανησυχίες και το άγχος δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ενέπιπταν στο στάδιο της εφηβείας αλλά σχετίζονταν ξεκάθαρα με τα περιστατικά, τα οποία περιέγραφε το παιδί. Εν πάση περιπτώσει, ως εύλογα επεσήμανε, δεν ήταν ανησυχίες που έχει ένας έφηβος γενικότερα αφού δεν συνδέονταν είτε με θέματα σεξουαλικότητας είτε με θέματα απογοητεύσεων με τους φίλους της ή ακόμα με παράπονα κατά της μητέρας επειδή δεν την άφηνε να κάνει πράγματα, αλλά με τις κακοποιητικές συμπεριφορές που βίωνε και την ανικανότητα της μητέρας της να ασκήσει αποτελεσματικά το γονεϊκό της ρόλο.
Στην Μ.Κ.10 τέθηκε ακόμα η υποβολή πως τα συμπεράσματα της ήταν αντιφατικά επειδή δεν γίνεται η ανήλικη να είχε καλή κριτική σκέψη και αντίληψη, καλό ρυθμό και ποιότητα ομιλίας, να αναλάμβανε ρόλο ενήλικα (και όσα άλλα καταγράφει ως κλινικά ευρήματα της) και την ίδια στιγμή να είχε αισθήματα ενοχής, θλίψης και θυμού. Επί τούτου η εν λόγω μάρτυρας απάντησε πειστικά, λέγοντας πως το να αναλαμβάνει ένα παιδί ρόλο ενήλικα δεν σημαίνει ότι δεν νιώθει θυμό ή θλίψη. Τόνισε μάλιστα πως σε αυτό το πλαίσιο δεν συμπεριφέρεται σαν παιδί, δεν ζει την παιδικότητά του αλλά ζει ως ενήλικας και επομένως είναι αναμενόμενο να βιώνει αρνητικά συναισθήματα, όταν έχει μια μητέρα που αδυνατεί να το προστατεύσει ή όταν έχει έναν κηδεμόνα που επίσης αδυνατεί. Χαρακτηριστική ήταν άλλωστε η απάντηση της όταν ανέφερε:
«Α. Αλίμονο κάθε άνθρωπος που έχει μια καλή αντίληψη και μια καλή κριτική σκέψη να μην βιώνει συναισθήματα όπως θλίψη και θυμός. Όλοι όσοι βρισκόμαστε σε αυτήν την αίθουσα θεωρώ ότι έχουμε μια καλή αντίληψη και όλοι μας περάσαμε από διάφορα συναισθήματα. Οι νοητικές λειτουργίες του ατόμου σε καμία περίπτωση δεν έχουν να κάνουν με τα συναισθήματα, τα οποία μπορεί να βιώνει.»
Ως προς το ότι δεν γίνεται να είχε καλή κριτική σκέψη και να κατάφερε ο Κατηγορούμενος να την απομόνωσε από τις φίλες της, το απάντησε και αυτό πολύ πειστικά λέγοντας:
«Κατ' αρχήν να διαχωρίσω λίγο ότι η κριτική σκέψη είναι άλλο πράγμα. Η κριτική σκέψη έχει να κάνει με το ότι το άτομο είναι σε θέση να μπορεί να αντιλαμβάνεται, να μπορεί να επεξεργαστεί τις πληροφορίες και να μπορεί με αυτόν τον τρόπο να είναι λειτουργικό. Είναι άλλο πράγμα αυτό, γιατί είναι δύο διαφορετικά πράγματα που δεν έχουν σχέση. Το να έχω καλή κριτική σκέψη δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να επηρεαστώ, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να επηρεαστεί το συναίσθημά μου. Ανέφερα και προηγουμένως ότι ένα παιδί, το οποίο του υποβάλλει κάτι ο κηδεμόνας του ή του λέει ''δεν θα πας σχολείο'', πώς μπορεί ένα παιδί να αντιδράσει και να αναιρέσει αυτό; Και γι' αυτό αναφέρομαι σε συνθήκες χειραγώγησης. Είναι ο τρόπος που έρχονταν κάποια μηνύματα προς το παιδί. Από τη στιγμή που ο πατριός έπιασε το τηλέφωνο και έσβησε όλες τις επαφές του παιδιού, σύμφωνα με τις αναφορές του παιδιού, άρα καταλαβαίνετε ότι με κάποιον τρόπο δεν ήταν στη θέληση του παιδιού στο να αποφασίσει το παιδί τι τελικά θα κάνει».
Με τον ίδιο πειστικό τρόπο απάντησε στη θέση της υπεράσπισης πως δεν γίνεται να είχε τόσο ώριμη και προστατευτική συμπεριφορά και να μην καταλάβαινε τι είναι κοινωνικά αποδεκτές νόρμες για τη σεξουαλική συμπεριφορά και να πίστευε στις διαστρεβλώσεις του πατριού της. Συγκεκριμένα ανέφερε πως: «Στα 13 έτη αρχίζουν περίπου εκεί να αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές νόρμες σε σχέση με τη σεξουαλική συμπεριφορά. Όταν ο γονέας, κηδεμόνας, παρουσιάζει με έναν τρόπο ότι κάνουμε κάτι τώρα ή σε μαθαίνω ή σε εκπαιδεύω σε κάτι, το παιδί το ακούει και το ακολουθεί. Ανέφερε ότι αντιλήφθηκε τις πράξεις ως μη αποδεκτές στα 14 της. Αυτό εξηγείται και από το ηλικιακό στάδιο, δηλαδή ένα παιδί που αρχίζει να μπαίνει στην εφηβεία, αλλά αντιλαμβάνεται καλύτερα τα προσωπικά του όρια και επίσης το γεγονός ότι ο πατριός έλεγε ότι έπρεπε να μείνει μυστικό, δεν πρέπει κάποιος να το μάθει, αυτό άρχισε να της προκαλεί κάπως τις ενδείξεις ότι αυτό που συμβαίνει μάλλον δεν πρέπει να γίνεται. Οπότε το πότε αντιλήφθηκε ως μη αποδεκτές τις πράξεις ήταν στα αναμενόμενα ηλικιακά στάδια». Στάδιο το οποίο, προσθέτουμε εμείς, σύμφωνα με τα ευρήματα μας αισθανόταν τόσο εγκλωβισμένη και φοβισμένη που αδυνατούσε πλέον να το καταγγείλει.
Ως προς τη θέση που επίσης προωθήθηκε από την υπεράσπιση πως δεν γίνεται να είχε δυσκολίες αλληλεπίδρασης και να είχε σχέση με κορίτσι, η Μ.Κ.10 κατ’ αρχάς ανέφερε πως δεν είχε γνώση τέτοιου γεγονότος και πως εν πάση περιπτώσει με πειστικότητα εξήγησε πως οι δυσκολίες αλληλεπίδρασης δεν εξισώνονται με το ότι το άτομο δεν συνάπτει σχέσεις είτε φιλικές είτε προσωπικές. Απλά η δυσκολία στην επιπλέον επίδραση σημαίνει ότι οι σχέσεις του ατόμου παρουσιάζουν δυσκολίες, με την έννοια του ότι είτε δυσκολεύεται να συναναστραφεί είτε δυσκολεύεται να είναι σε ένα μεγάλο πλαίσιο κοινωνικά ή φιλικά είτε οι σχέσεις του ατόμου παρουσιάζουν κάποιες δυσκολίες.
Σε σχέση δε με την πιθανότητα τα όσα διαπίστωσε να ήταν αποτέλεσμα του ότι ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να θέσει υγιή όρια και κανόνες κάτι που δεν αποδεχόταν η ανήλικη, η Μ.Κ.10 ευθέως και χωρίς ενδοιασμό ανέφερε πως εν προκειμένω δεν διέκρινε πουθενά να υπήρχαν υγιή όρια, ούτε διέκρινε κάπου ότι αυτό το παιδί δεν υπάκουε κανόνες ή ότι δεν ήθελε να ακολουθεί τους κανονισμούς του σπιτιού.
Κατά τον ίδιο τρόπο η Μ.Κ.10 εξήγησε πως συνήδε με τα όσα περιέγραψε η ανήλικη το γεγονός ότι η ίδια παρουσίαζε συμπεριφορές αυτοτραυματισμού στο σώμα της, ως αποτέλεσμα της έντονης ψυχολογικής δυσφορίας που ένιωθε. Ως με πειστικότητα και σταθερότητα εξήγησε οι αυτοτραυματισμοί λειτουργούν ως ανακούφιση πολλές φορές της εσωτερικής ψυχικής οδύνης που μπορεί να νιώθει ένα παιδί. Πολλές φορές τραυματίζονται σε άλλα μέρη του σώματός ώστε να μεταφέρουν τον πόνο που νιώθουν εσωτερικά σε ένα άλλο μέρος του σώματος. Είναι δηλαδή μέσο ανακούφισης και συνήθως παρουσιάζονται όταν το άτομο δυσκολεύεται να ρυθμίσει ή να αντιμετωπίσει το συναίσθημά του. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε «Πολλές φορές μπορεί να λειτουργεί και ως κραυγή βοήθειας, δηλαδή στο ότι τα σημάδια θα φανούν, άρα είναι ένας τρόπος για να φανεί ότι κάτι μου συμβαίνει και υπάρχουν και περιπτώσεις όπου μπορεί να λειτουργεί σαν ο έλεγχος, δηλαδή ότι η μεγάλη απόγνωση που νιώθουν στο να τραυματίζουν το σώμα τους είναι σαν να έχουν τον έλεγχο στα χέρια τους. Οπόταν μέσω αυτού είναι και ο τρόπος για να μπορούν να ελέγχουν καταστάσεις που στην πραγματικότητα δεν μπορούν να ελέγχουν. Οπόταν και αυτό το παιδί στα 12 του λόγω όλων αυτών των συνθηκών που βίωνε στο σπίτι ήταν το μέσο της για να μπορεί με κάποιον τρόπο να διαχειρίζεται το συναίσθημά της».
Εν προκειμένω ανέφερε πως πράγματι η ανήλικη της ανέφερε τότε ''ξεκίνησα να αυτοτραυματίζομαι και περίμενα ότι κάποιος θα τα δει και θα καταλάβει τι περνώ''. Οπόταν υποστήριξε πως με κάποιον τρόπο αυτό το παιδί ζητούσε βοήθεια, απλά δεν είχε τρόπο να ζητήσει. Ο δε έλεγχος που ασκείτο από τον πατριό, ως η μάρτυρας ανέφερε σε πλήρη συνοχή και με τα όσα ήδη αναφέραμε και εμείς σε άλλο σημείο ανωτέρω, δεν ήταν ο κατάλληλος αφού δεν χρειαζόταν το παιδί να αφαιρεί όλα τα ρούχα του για να υπάρξει έλεγχος για τους αυτοτραυματισμούς του.
Επίσης με εξίσου πειστικό τρόπο εξήγησε γιατί η ανήλικη ενώ ένιωθε φόβο δεν αντιδρούσε ή δεν έκανε κάτι για να τα αποφύγει. Όπως ανέφερε εκ της αξιολόγησης αντελήφθη πως η ανήλικη αισθανόταν «συναισθηματικό μούδιασμα» (πάγωμα) που είναι στην ουσία μια αντίδραση, η οποία συνήθως εντοπίζεται σε περιπτώσεις διαταραχής μετατραυματικού στρες ή σε αγχώδεις διαταραχές. Στην ουσία το άτομο μπαίνει σε μηχανισμό επιβίωσης ώστε να παγώνει το συναίσθημά του. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν τα θύματα να αντιμετωπίζουν τα επώδυνα συναισθήματα που προκαλούνται από καταστάσεις που βιώνουν. Τούτο βέβαια πέραν του ότι εξηγεί τη συμπεριφορά της ανήλικης τότε, δίδει απάντηση και στην υπεράσπιση η οποία εξαπέλυσε κριτική κατά της Παραπονούμενης λέγοντας πως ήταν ψυχρή κατά τη μαρτυρία της. Ψυχρότητα η οποία, στο βαθμό που υπήρξε, εξηγείται, αφού ως η Μ.Κ.10 εξήγησε, με τον μηχανισμό αυτό το άτομο κλείνει το συναίσθημά του, δεν νιώθει τι συμβαίνει εκείνην τη στιγμή και το απωθεί. Εξ ου και αναφέρθηκε και στον μηχανισμό απώθησης που είναι το μέσο του ατόμου για να μπορέσει να αντιδράσει ψυχικά και να μπορέσει να αφήσει πίσω οτιδήποτε πονά, για να μπορεί να προχωρήσει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που το άτομο νιώθει ότι δεν είναι δυνατόν να ξεφύγει από αυτό που ζει ή αισθάνεται. Όπως ήταν δηλαδή και η περίπτωση της ανήλικης η οποία σύμφωνα με τα ευρήματα μας, όταν πλέον αντελήφθη πως αυτό που βίωνε δεν ήταν φυσιολογικό, ένιωθε εγκλωβισμένη και δεν μπορούσε να βρει τρόπο να ξεφύγει.
Εν τέλει εξήγησε με απόλυτα θετικό και πειστικό τρόπο και το πώς γίνεται να έχει ψυχικά τραύματα σύμφωνα με την κατάληξη της, αλλά να μην πληροί τα κριτήρια οποιασδήποτε διάγνωσης ψυχικής διαταραχής, λέγοντας συγκεκριμένα ότι φαινόταν από τις αφηγήσεις του παιδιού και τη συμπτωματολογία, την οποία περιέγραφε και η ίδια, ότι τα βιώματα μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον της ήταν τραυματικά για την ίδια και επηρέασαν με κάποιον τρόπο την ψυχική της κατάσταση. Επειδή όμως, στις περιπτώσεις που αναπτύσσεται ένας μηχανισμός άμυνας αυτό σημαίνει ότι με κάποιον τρόπο κάποια συμπτώματα, κάποια συναισθήματα κλειδώνονται, στη φάση που η ίδια την αξιολογούσε δεν μπορούσε να έχει πλήρη εικόνα των συμπτωμάτων της ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Περιπλέον εξήγησε πως η προσαρμογή που συμβαίνει σε χρόνια κακοποιητικά περιβάλλοντα, οδηγεί στο ότι με κάποιον τρόπο το άτομο παραμερίζει κάποιες ψυχικές του δυσκολίες. Οπόταν στην φάση που η ίδια αξιολογούσε, ενώ έβλεπε κριτήρια που ενέπιπταν στη διαταραχή μετατραυματικού στρες, εντούτοις δεν μπορούσε να καταλήξει σε διάγνωση ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Ένεκα δηλαδή του ότι δεν ήταν εμφανή στη φάση εκείνη, όλα τα συμπτώματα. Επίσης ανέφερε πως ο ερχομός του πατέρα φαίνεται ότι με κάποιον τρόπο ήρθε να μειώσει κάποια αρνητικά συναισθήματα, γιατί το παιδί τη συγκεκριμένη στιγμή είχε αυτήν την ηρεμία και τη χαρά ότι θα απομακρυνθεί και θα ζει σε ένα άλλο περιβάλλον, οπότε αυτό σαν να επικάλυπτε τη δεδομένη στιγμή τις οποιεσδήποτε ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες. Συγκεκριμένα ανέφερε:
«A.Να εξηγήσω και εδώ ότι τα ψυχικά τραύματα είναι, αυτά τα συμπτώματα που καταγράφονται εδώ είναι όσα βίωνε το παιδί μέσα στην πάροδο του χρόνου. Αυτά τα συμπτώματα συγκεκριμένα εμπίπτουν στη διαταραχή του μετατραυματικού. Όμως η διαταραχή του μετατραυματικού στρες έχει την ιδιότητα ότι τα συμπτώματα εμφανίζονται σε βάθος χρόνου. Δεν είναι όπως άλλες διαταραχές που είναι τη δεδομένη στιγμή και είναι αυτά. Δηλαδή μπορεί τώρα το παιδί να παρουσιάζει εφιάλτες που να σχετίζονται με το περιστατικό, μετά να σταματήσουν αυτοί οι εφιάλτες και να παρουσιαστεί ένα άλλο σύμπτωμα. Οπότε εμείς για να βάλουμε διάγνωση πρέπει να έχουμε ενεργά συμπτώματα και όλα όσα χρειάζονται με βάση τα διαγνωστικά κριτήρια. Αυτή η συμπτωματολογία που περιγράφει το παιδί ήταν σε βάθος χρόνου. Ακόμα ένας λόγος που δεν μπορούσε να τεθεί η διάγνωση. Γιατί η συμπτωματολογία αυτή δεν ήταν ξεκάθαρη πότε ξεκίνησε, πότε σταμάτησε, πότε εμφανίστηκε άλλο σύμπτωμα. Όπως επίσης δεν ήταν ξεκάθαρο αν είχε να κάνει μόνο αυτή η συμπτωματολογία, μόνο με τη σεξουαλική κακοποίηση, μόνο με τη σωματική κακοποίηση. Κάποια συμπτώματα ήταν ενεργά, αλλά δεν ήταν στο σημείο που να μπορεί να υπάρχει διάγνωση. Οπόταν ο μηχανισμός άμυνας που είχε το παιδί ήταν ακόμα ένας παράγοντας για να καλύπτει με κάποιον τρόπο κάποια συμπτωματολογία. Γι' αυτό και η εικόνα δεν ήταν κλινικά ξεκάθαρη στην παρούσα στιγμή που αξιολογούσα. Το να μην υπάρχει διάγνωση δεν σημαίνει ότι ένα άτομο δεν αντιμετωπίζει ψυχικές δυσκολίες. Οπόταν οι ψυχικές δυσκολίες υπήρχαν, γι' αυτό ήταν ευάλωτο παιδί, απλά στη συγκεκριμένη στιγμή δεν μπορούσε να μπει διάγνωση».
Εξ ου και επέμεινε πως διαπίστωσε ενεργό φόβο και ανησυχία, που συνιστούν ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες και πως ακριβώς για αυτόν τον λόγο εισηγήθηκε να γίνει μια επαναξιολόγηση αργότερα, γιατί όπως επεσήμανε πολλές φορές η οποιαδήποτε ψυχοπαθολογία, μπορεί να εμφανιστεί σε μεγάλο βαθμό όταν τα άτομα φύγουν από το κακοποιητικό περιβάλλον και αρχίζουν να ζουν πλέον σε πιο φυσιολογικές συνθήκες, οπότε εκεί η συνειδητοποίηση για το πού ζούσαν γίνεται μεγαλύτερη. Για αυτόν τον λόγο εισηγήθηκε σε πλήρη συνοχή με τις διαπιστώσεις της όπως το παιδί εξεταστεί στην Αγγλία από κάποιον ειδικό μετέπειτα. Επέμεινε όμως ότι ήταν ένα παιδί συναισθηματικά ευάλωτο και αντιμετώπιζε κάποιες ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες αφού ζούσε σε μια χρόνια κακοποιητική κατάσταση η οποία επηρέασε πολλές πτυχές της ζωής του, οπόταν θεωρείτο υψηλού ρίσκου, με την έννοια ότι αυτό το παιδί μελλοντικά είτε ακόμα και στην ενήλικη ζωή θα μπορούσε να αναπτύξει κάποια σοβαρή ψυχοπαθολογία αν δεν παρακολουθείτο έτσι ώστε να λάβει την ανάλογη στήριξη και μια θεραπεία.
Έχοντας συνεκτιμήσει συνολικά τη μαρτυρία της, δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε εξ αυτής που να δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία σε σχέση με την αξιοπιστία της ίδιας και των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε και τα οποία αποδεχόμαστε. Ούτε όμως εντοπίζουμε οτιδήποτε εκ της μαρτυρίας της που να πλήττει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης στη βάση των όσων η τελευταία ανέφερε. Τουναντίον θεωρούμε πως τα όσα η Μ.Κ.10 ανέφερε από απόψεως γεγονότων που της λέχθηκαν και εμπεριέχονται στο ιστορικό που καταγράφει, συνάδουν με τις αναφορές της Παραπονούμενης συμπεριλαμβανομένων και των αναφορών της για τη μητέρα της, ενώ τα όσα διαπίστωσε για την ίδια την Παραπονούμενη συνάδουν με τα γεγονότα που η τελευταία βίωσε και διηγήθηκε σε εμάς. Το ότι δε η Μ.Κ.10 μπορεί να αναφέρθηκε σε πτυχές που δεν άγγιξε με τη μαρτυρία της η Παραπονούμενη επειδή δεν ρωτήθηκε, δεν σημαίνει βέβαια πως ένεκα τούτου πλήττεται η αξιοπιστία της Παραπονούμενης, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Συναφώς δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε εκ της μαρτυρίας της που να κλονίζει τις διαπιστώσεις μας εν σχέσει με την αξιοπιστία της Παραπονούμενης.
Από την άλλη ο Κατηγορούμενος δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει ήδη γίνει αναφορά σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του τα οποία ακούστηκαν για πρώτη φορά στη μαρτυρία του και προωθήθηκαν μονόπλευρα παρότι ουσιώδη. Έγινε επίσης αναφορά σε άλλα ουσιώδη σημεία τα οποία είτε εμπεριείχαν έλλειψη συνοχής ή συνάφεια με τη λογική ή και αντιφάσεις σε σημείο που ο ίδιος να καταλήγει να αυτοαναρείται. Περιπλέον εντοπίσαμε και σημεία στη μαρτυρία του όπου υπερέβαλλε. Κατά τον ίδιο τρόπο που προσπάθησε να πείσει πως είχαν μια «εκπληκτική» ζωή[49], πως ήταν η πιο «ενεργή» οικογένεια που γνώριζε, προσπάθησε να παρουσιάσει και το εργαστήρι/γραφείο του ως τον πιο πολυσύχναστο χώρο του σπιτιού. Η συλλογιστική πίσω από το εγχείρημα αυτό είναι ασφαλώς πρόδηλη, αφού αν πράγματι αυτό ίσχυε, αυτόματα θα αποκλειόταν ή θα ήταν εν πάση περιπτώσει πολύ απομακρυσμένο το ενδεχόμενο να γίνονταν εκεί τα όσα η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε. Μάλιστα προσπάθησε να αναφέρει ότι το εργαστήρι/γραφείο κλείδωνε μόνο από έξω και πως ο μόνος που είχε κλειδιά ήταν ο Μ.Κ.8, θέλοντας να δείξει πως αποκλείετο να επιχειρούσε τέτοιες πράξεις ενώ υπήρχε ενδεχόμενο να εισέλθει κάποιος στον εν λόγω χώρο. Όμως έχουμε επεξηγήσει για ποιο λόγο αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Μ.Κ.8 επί του προκειμένου καθώς και της Παραπονούμενης, πως υπήρχε κανόνας πως κανείς δεν μπορούσε να εισέλθει χωρίς να χτυπήσει, αφού εν πολλοίς, η θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος, πως ναι μεν έπρεπε να χτυπά κάποιος, αλλά μόνο όταν τα μηχανήματα ήταν σε λειτουργία, δεν τέθηκε ποτέ στον Μ.Κ.8 ούτε όμως στην Παραπονούμενη. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την όλη εικόνα του σίγουρα δεν μας πείθουν πως έτσι είχαν τα πράγματα, αλλά θεωρούμε πως για τους λόγους που πιο πάνω σκιαγραφήσαμε, προσπάθησε πολύ βολικά να παρουσιάσει τον εν λόγω χώρο κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ στην πραγματικότητα και ένεκα και του κανόνα αυτού, σίγουρα δεν μπορούν να αποκλειστούν τα γεγονότα που ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη ότι συνέβαιναν εκεί.
Περαιτέρω η ευφάνταστη θέση του ότι δεν τον κατηγόρησε ότι της έκανε τέτοια πράγματα στο αυτοκίνητο, επειδή η Παραπονούμενη πίστευε πως ο Κατηγορούμενος είχε κάμερα που κατέγραφε και η οποία θα την διέψευδε ενώ στην πραγματικότητα η κάμερα του αυτοκινήτου του ήταν ανενεργή (κάτι που η Παραπονούμενη κατά τον Κατηγορούμενο αγνοούσε), ποτέ δεν τέθηκε στην Παραπονούμενη ενόσω κατέθετε έτσι ώστε να τοποθετηθεί και συνεπώς δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του. Εν πάση περιπτώσει η μονόπλευρη αυτή θέση του, απαντάται απλά με το ότι καμμιά κακοποίηση δεν έλαβε χώρα στο αυτοκίνητο εξ ου και δεν υπήρχε λόγος να υποβληθεί καταγγελία για τον εν λόγω χώρο. Η δε θέση του περί πλημμελούς διερεύνησης επειδή δεν ερωτήθηκε η Παραπονούμενη για το πέος του και τα χαρακτηριστικά του, έχουμε εξηγήσει σε άλλο σημείο ανωτέρω για ποιο λόγο στερείται ερείσματος και κρίνεται και αυτή ανεδαφική.
Εν τέλει η μαρτυρία του ήταν σε τέτοιο βαθμό διάτρητη και στερείτο συνοχής και συνάφειας με τη λογική έτσι που σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, να μη μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε τη μαρτυρία του και εν γένει την εκδοχή που προώθησε η πλευρά του, ασφαλές υπόβαθρό για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων.
4. ΕΝΙΣΧΥΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Έχουμε ήδη εξηγήσει πως έχει καταργηθεί η νομοθετικά επιβαλλόμενη ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας σε σχέση με τα αδικήματα που εδράζονται στο Ν.91(Ι)/2014. Όπως επίσης καταργήθηκε, προσθέτουμε, και η ανάγκη ενίσχυσης της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού και η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις[50]. Έχουμε επίσης καταγράψει ανωτέρω τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να προσεγγίζει τη μαρτυρία και εν τέλει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας εκεί όπου υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη.
Εν προκειμένω έχουμε ήδη αναφερθεί ανωτέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Παραπονούμενης τόσο στην πιθανή ύπαρξη κινήτρων για την υποβολή της καταγγελίας εξηγώντας γιατί δεν εντοπίζουμε τέτοια. Περιπλέον αναφερθήκαμε σε προηγούμενες αντιφατικές δηλώσεις ή συμπεριφορές ή ακόμα και στην καθυστέρηση υποβολής της καταγγελίας καθώς και σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της Παραπονούμενης που κατά την υπεράσπιση υποδηλώνουν αδυναμία. Όμως έχουμε εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια για ποιους λόγους δεν κρίνουμε βάσιμες τις αιτιάσεις της υπεράσπισης. Έχοντας δε ειδικά, έντονα, ενσυνείδητα, με πλήρη συναίσθηση και προβληματισμό αυτοπροειδοποιηθεί για όλες τις πτυχές της μαρτυρίας της Παραπονούμενης θεωρούμε πως αυτή δεν εμπεριέχει σημεία που να υποδηλώνουν αδυναμία αλλά αντιθέτως το σύνολο της μαρτυρίας της συνιστά ένα συμπαγές πλαίσιο, κατά τρόπο που δεν αποτελεί περίπτωση όπου το Δικαστήριο οφείλει να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία.
Ειδικότερα έχουμε αυτοπροειδοποιηθεί επισταμένα για τον κίνδυνο να συνιστά η περίπτωση εκδικητική καταγγελία ένεκα του, κατά την υπεράσπιση, «καλώς νοούμενου» ελέγχου που εξασκούσε ο Κατηγορούμενος διαχρονικά στην Παραπονούμενη και τον αδελφό της, ή μια κατασκευασμένη καταγγελία σε συμπαιγνία με τον βιολογικό της πατέρα έτσι ώστε να μπορέσει ο τελευταίος να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο που του πήρε τη γυναίκα και τα παιδιά του και τα έφερε στην Κύπρο και η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 να μεταβούν και να ζήσουν στην Αγγλία όπου η Παραπονούμενη θα μπορούσε η ίδια να ζει πιο άνετα ως λεσβία και ο αδελφός της να υποβληθεί σε επέμβαση αλλαγής φύλου δωρεάν. Μας προβλημάτισε επίσης ο χρόνος των τριών ετών που παρήλθε από την ημερομηνία που άρχισε η συμπεριφορά αυτή μέχρις ώτου υποβληθεί η καταγγελία και έχουμε εξηγήσει γιατί δεν θεωρούμε αφύσικο τον διαρρεύσαντα χρόνο δεδομένου του ότι αφενός στην αρχή η ίδια δεν αντιλαμβανόταν τη συμπεριφορά αυτή ως μη αποδεκτή και εν συνεχεία είχε εγκλωβιστεί στο πλαίσιο όπου ζούσε, ένεκα της εξάρτησης της ίδιας και της οικογένειας στον Κατηγορούμενο αλλά και των απειλών με τις οποίες ο Κατηγορούμενος επιτύγχανε τον σκοπό του. Μας προβλημάτισε και το γιατί δεν ανέφερε οτιδήποτε στη μητέρα της αλλά ούτε στην αστυνομία όταν την πρωτοεπισκέφθηκαν, ούτε όμως και στην Μ.Κ.4 στις δύο συναντήσεις που είχε μαζί της. Όμως θεωρούμε, πως το όλο πλέγμα των γεγονότων και ο φόβος που αισθανόταν ως προς το τι θα έκανε σε εκείνη και στα άλλα μέλη της οικογένειας, εξηγούν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία το γεγονός πως δεν μίλησε εξ αρχής αλλά προτίμησε να παρουσιάζει μια ωραιοποιημένη κατάσταση της οικογένειας της. Τελικά και εν πλήρη συνειδήσει και χωρίς ίχνος οποιουδήποτε δισταγμού καταλήγουμε ότι για όλους τους λόγους που επεξηγήσαμε ανωτέρω, είναι απολύτως ασφαλές να στηριχθούμε χωρίς καμμιά επιφύλαξη στη μαρτυρία της Παραπονούμενης, χωρίς καθόλου να αισθανόμαστε πως η ποιότητα της ήταν τέτοια που να επιβάλλει έστω ακροθιγώς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ευχέρεια που εξασκείται, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι βέβαιο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως αποτελεί συμπαγές υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων. Κάτι για το οποίο αισθανόμαστε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας βέβαιοι, για όλους τους λόγους που έχουμε εξηγήσει προηγουμένως.
Ειδικά δε για τα αδικήματα του Ν.119(Ι)/2000, όπου εφαρμάζεται το άρθρο 16 στο οποίο έχουμε κάνει αναφορά ανωτέρω, σημειώνουμε τα εξής. Ως προκύπτει με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, διάφορες πτυχές της μαρτυρίας της Παραπονούμενης υποστηρίζονται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Η μητέρα της δε, η οποία κατέθεσε ως Μ.Υ.6 έχει επιβεβαιώσει τη σωματική βία που ασκείτο εναντίον της από τον Κατηγορούμενο. Όμως η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μας αναφορικά με αυτές καθ’ αυτές τις πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα είναι αυτή της Παραπονούμενης. Ενόψει όμως των όσων έχουμε αναφέρει αμέσως πιο πάνω και την ποιότητα της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, θεωρούμε ότι ο Κατηγορούμενος εν προκειμένω μπορεί να κριθεί ένοχος αναφορικά με τις σχετικές κατηγορίες – νοουμένου πάντα ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος - μόνον στη βάση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης.
5. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Προτού προχωρήσουμε στη νομική ανάλυση των κατηγοριών μας απασχόλησε η εισήγηση πως η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου επηρεάστηκε ανεπανόρθωτα ένεκα πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης και πως το Δικαστήριο σε καμμιά περίπτωση μπορεί υπό το φως τέτοιων πλημμελειών, να προχωρήσει με ασφάλεια και να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο στην παρούσα. Επί τούτου ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του απαριθμεί μια σειρά από λόγους που κατά τη θέση του στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό περί πλημμελούς διερεύνησης.
Έχει ήδη γίνει αναφορά ανωτέρω στο ζήτημα της μη λήψης κατάθεσης από τους γονείς του Κατηγορούμενου όπως και στο ζήτημα της μη εξέτασης του πέους του Κατηγορούμενου και έχει επεξηγηθεί για ποιο λόγο δεν θεωρούμε πως εντοπίζεται σε σχέση με τα ζητήματα αυτά πλημμέλεια στη διερεύνηση. Τα όσα μάλιστα αναφέραμε εν σχέσει με το ζήτημα της μη εξέτασης του πέους του Κατηγορούμενου, απαντούν και στον ισχυρισμό ότι δεν εξετάστηκε το κατά πόσον είχε τατουάζ ο Κατηγορούμενος, ζήτημα το οποίο, όπως και αυτό του πέους του, ο ίδιος ουδέποτε έφερε στην αντίληψη των ανακριτικών αρχών αλλά ούτε έθεσε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, ενώ είχε κάθε ευχέρεια να το πράξει.
Ως προς το γεγονός ότι δεν έγινε ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης για να εντοπίζονταν παλαιοί ή πρόσφατοι αυτοτραυματισμοί, σημειώνουμε και πάλιν πως ουδέποτε αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο κατά το ανακριτικό στάδιο ότι υπήρχαν τέτοια σημάδια κατά τον χρόνο της καταγγελίας ενώ εξίσου σημαντικό είναι να τονιστεί πως ουδέποτε τέθηκε καν στην Παραπονούμενη η θέση, που αργότερα προώθησε ο Κατηγορούμενος, ότι μέχρι την 16.6.22 η ίδια συνέχισε να αυτοτραυματίζεται. Πράγμα το οποίο πρέπει να πούμε πως δεν αποτυπώνεται ούτε στις φωτογραφίες Τεκμήριο 15. Ο δε ισχυρισμός πως τούτο ενδεχομένως να οφείλεται στην κακή ποιότητα των φωτογραφιών, έχει επίσης επεξηγηθεί ανωτέρω για ποιο λόγο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Ως προς τον ισχυρισμό της υπεράσπισης πως δεν λήφθηκε κατάθεση από τη σύντροφο του Κατηγορούμενου και μητέρα της Παραπονούμενης, επειδή θα έδιδε ευνοϊκή για τον Κατηγορούμενο μαρτυρία, σημειώνουμε κατ΄ αρχάς, πως η τοποθέτηση αυτή είναι τουλάχιστον εσφαλμένη, για να μην πούμε παραπλανητική, αφού το εν λόγω πρόσωπο κλήθηκε στο Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε σε άλλο σημείο ανωτέρω (πρόκειται για την Μ.Υ.6) και εκ της αντεξέτασης της, ήταν πέρα από σαφές πως είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη[51]. Εν πάση περιπτώσει η εν λόγω μάρτυρας ως προαναφέραμε εν τέλει προσήλθε στο Δικαστήριο και έδωσε μαρτυρία, η οποία ούτως ή άλλως δεν ήταν ευνοϊκή για τον Κατηγορούμενο, επομένως ούτε και σε αυτή την εισήγηση εντοπίζουμε πραγματικό έρεισμα.
Σε σχέση τώρα με τον ισχυρισμό πως δεν λήφθηκε κατάθεση από φίλες της Παραπονούμενης ή από το σχολείο όπου φοιτούσε και δη από «τον ψυχολόγο ο οποίος παρακολουθεί τα παιδιά και δη τα παιδιά με προβληματική συμπεριφορά ή ψυχολογικά προβλήματα» ή από τους καθηγητές της σημειώνουμε τα εξής. Κατ’ αρχάς δεν υπάρχει μαρτυρία πως εξετάστηκε από σχολικό ψυχολόγο και μάλιστα ως παιδί «με προβληματική συμπεριφορά ή ψυχολογικά προβλήματα». Πέραν τούτου οι καθηγητές εφόσον είχαν εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να παρέπεμπαν σε βία ή κακοποίηση ή εφόσον η Παραπονούμενη είχε αναφέρει κάτι σχετικό σε αυτούς, υπείχαν εκ του Νόμου υποχρέωση να ειδοποιήσουν την αστυνομία, κάτι που δεν προκύπτει να έγινε. Τούτο βέβαια δεν «δικαιώνει» τον Κατηγορούμενο, αλλά αποτελεί στοιχείο που συνάδει πλήρως με το γεγονός πως η Παραπονούμενη ήταν σε τέτοιο βαθμό φοβισμένη που ακόμα και όταν ερωτήθηκε από την αστυνομία αλλά και την Μ.Κ.4 παρουσίασε μια ωραιοποιημένη κατάσταση της οικογένειας της. Επομένως δεν είναι αντιληπτόν τι θα προσέθετε τέτοια μαρτυρία ούτε όμως είναι αντιληπτόν γιατί η υπεράσπιση εφόσον θεωρούσε τη μαρτυρία αυτή τόσο σημαντική, δεν κάλεσε η ίδια τους μάρτυρες που παραπονείται πως δεν συμπεριέλαβε η κατηγορούσα αρχή.
Σε σχέση τώρα με το γεγονός πως η Μ.Κ.4 δεν τήρησε σημειώσεις των συναντήσεων που προηγήθηκαν της λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει η υπεράσπιση τι συζητήθηκε και να απωλέσει έτσι στοιχεία που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αθωωτικά, σημειώνουμε πως η Μ.Κ.4 προσήλθε στο Δικαστήριο και έδωσε τη μαρτυρία της με την οποία αναφέρθηκε και σε αυτές τις πτυχές και αντεξετάστηκε, χωρίς έτσι να δικαιολογείται το συγκεκριμένο παράπονο της υπεράσπισης ή η θέση πως θα έπρεπε να της ληφθεί επιπρόσθετη κατάθεση.
Ως προς το ότι δεν υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο το υλικό που εντοπίστηκε στο κινητό του ίδιου ώστε να μπορεί «να δει με τα μάτια του και να τοποθετηθεί επ’ αυτού» πριν ή κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του, σημειώνουμε απλά ότι σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.5, η έκθεση του η οποία αφορούσε επιστημονική εξέταση του κινητού του τηλεφώνου καθώς και άλλων συσκευών όπου είχε εντοπιστεί μεγάλος όγκος αρχείων που μελετήθηκαν μαζί με τον εξεταστή της υπόθεσης, ετοιμάστηκε ως ήταν αναμενόμενο μετά από πάροδο κάποιου χρόνου και σίγουρα μετά που ο Κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση. Το ουσιώδες όμως εδώ είναι πως ούτε μετά που έλαβε την έκθεση ζήτησε ο ίδιος να δώσει συμπληρωματική κατάθεση, ενώ είχε την ευχέρεια να αντεξετάσει και να θέσει όποιες θέσεις επιθυμούσε στον Μ.Κ.5 ο οποίος προσήλθε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ως προς το ότι δεν είχε την ευχέρεια να δει την οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης πριν το χρόνο που προβλήθηκε στο Δικαστήριο, σημειώνουμε πάντως πως ουδέποτε υποβλήθηκε οποιοδήποτε αίτημα προς την Κατηγορούσα αρχή ή το Δικαστήριο για να γίνουν διευθετήσεις ώστε να παρακολουθήσει την οπτικογραφημένη συνέντευξη της Παραπονούμενης και συναφώς βρίσκουμε ανεδαφική και αυτή την εισήγηση την οποία απορρίπτουμε.
Κατηγορίες 1-10, 15-23, 28-36 και 41 (Σεξουαλική κακοποίηση παιδιού)
Ως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος καταχρώμενος τη σχέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε σε παιδί ήτοι στην ανήλικη Παραπονούμενη και με τη χρήση απειλών, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την ανήλικη και πιο συγκεκριμένα:
(α) σε δεκαεννέα διαφορετικές περιπτώσεις την ανάγκαζε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει ως ακολούθως:
- σε έξι περιπτώσεις την περίοδο 16.06.19-16.06.20 (κατηγορίες 1-6),
- σε έξι περιπτώσεις την περίοδο 17.06.20-16.06.21 (κατηγορίες 15-20),
- σε έξι περιπτώσεις την περίοδο 17.06.21-10.06.22 (κατηγορίες 28-33) και
- σε άλλη μια περίπτωση στις 11.06.22 (κατηγορία 41).
(β) σε μία διαφορετική περίπτωση κατά την περίοδο 16.06.19-16.06.20, την άγγιξε στο γεννητικό της όργανο (κατηγορία 7), και
(γ) σε άλλες εννέα διαφορετικές περιπτώσεις την ανάγκασε να προβεί σε πεολειχία του ως ακολούθως:
- σε τρείς περίπτώσεις την περίοδο 16.06.19-16.06.20 (κατηγορίες 8-10),
- σε τρείς περίπτώσεις την περίοδο 17.06.20-16.06.21 (κατηγορίες 21-23) και
- σε τρείς περίπτώσεις την περίοδο 17.06.21-10.06.22 (κατηγορίες 34-36).
Ως προκύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και τα ευρήματα μας, η τελευταία φορά που ο Κατηγορούμενος την ανάγκασε να τον αγγίξει και να τον αυνανίσει ήταν στις 11.6.22 (κατηγορία 41), ενώ όταν ο τελευταίος την άγγιξε στο γεννητικό της όργανο, πάνω από τα ρούχα, η ίδια ήταν ηλικίας 13 ετών (κατηγορία 7). Με δεδομένο δε ότι η Παραπονούμενη γεννήθηκε στις 16.6.2006, προκύπτει ότι πράγματι η τελευταία αυτή πράξη του Κατηγορούμενου έγινε εντός της περιόδου που αναγράφεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 7.
Από εκεί και πέρα, ως προς τη συχνότητα γενικότερα που συνέβαιναν τα περιστατικά που περιέγραψε η Παραπονούμενη, επαναλαμβάνουμε εδώ ότι σύμφωνα με τα ευρήματα μας, αφενός αυτά ήταν πολλά και είχαν βάθος χρόνου από τα 13 μέχρι και τα 16 της χρόνια και αφετέρου συνέβαιναν τουλάχιστον 2 φορές κάθε 2 μήνες, εκ των οποίων οι περισσότερες φορές αφορούσαν αγγίγματα με κίνηση αυνανισμού αλλά υπήρχαν και κάποιες φορές, σίγουρα πέραν της μιας φοράς (κατ’ έτος), που αφορούσαν πεολειχία. Με αυτά υπόψη θεωρούμε ότι μπορούμε με ασφάλεια να καταλήξουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος σε τουλάχιστον 18 περιπτώσεις, πέραν της περίπτωσης της κατηγορίας 41, ήτοι έξι σε κάθε μια εκ των τριών περιόδων που αφορούν οι κατηγορίες και αναφέρονται ανωτέρω, ανάγκασε την Παραπονούμενη να αγγίξει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίσει, ενώ σε άλλες έξι περιπτώσεις τουλάχιστον, ήτοι δύο σε κάθε μια εκ των ίδιων τριών περιόδων ανωτέρω, την ανάγκασε να προβεί σε πεολειχία του.[52] Υπό τις περιστάσεις λοιπόν και για να είναι ξεκάθαρο, επισημαίνουμε εδώ ότι αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν την πεολειχία θεωρούμε πως μπορούμε με ασφάλεια να καταλήξουμε ότι υπήρξαν τουλάχιστον δύο τέτοιες περιπτώσεις σε κάθε μια εκ των τριών περιόδων που αναφέρθηκαν ανωτέρω και όχι τρείς, ως είναι η θέση δηλαδή της κατηγορούσας αρχής. Συνεπώς οι κατηγορίες 10, 23 και 36 θα πρέπει να απορριφθούν.
Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, εδράζονται στο άρθρο 6(4)(α) και (γ) του Ν. 91(Ι)/2014, το οποίο έχει ως εξής:
«6.(4) Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν -
(α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου,
(β) ..................................
(γ) γίνεται χρήση εξαναγκασµού, βίας ή απειλής, είναι ένοχος κακουργήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.»
Με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου:
«παιδί σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών».
«σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται-
(α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή
(β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική».
« θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής περιλαμβάνει –
(α) σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού μεταξύ του θύματος και του προσώπου που διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή
(β) οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ του θύματος και του προσώπου αυτού, λόγω της θέσης του ή της ιδιότητάς του περιλαμβανομένης της σχέσης του με τον κηδεμόνα του παιδιού, εκπαιδευτικό, εργοδότη, υπεύθυνο οποιουδήποτε δημόσιου ή ιδιωτικού ιδρύματος το οποίο φιλοξενεί παιδιά ή στο οποίο περιορίζονται ή κρατούνται πρόσωπα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης διοικητικών ή δικαστικών αρχών, καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα∙».
«κατάχρηση θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής ή ευάλωτης θέσης περιλαμβάνει την περίπτωση όπου το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση».
«θύμα σημαίνει παιδί σχετικά με το οποίο ξεκινά ή υπάρχει εν εξελίξει διαδικασία σε σχέση με οποιοδήποτε από τα αδικήματα τα οποία περιγράφονται στον παρόντα Νόμο».
Εν προκειμένω, ως ήδη αναφέρθηκε, η Παραπονούμενη γεννήθηκε στις 16.6.2006, ενώ ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο συμβίος της μητέρας της. Με βάση αυτά προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, με βάση το κατηγορητήριο, η Παραπονούμενη θεωρείτο παιδί εν τη εννοία του Νόμου, εφόσον ήταν κάτω των 18 ετών. Την ίδια στιγμή θεωρείται και θύμα, εφόσον υπάρχει σε εξέλιξη η παρούσα διαδικασία σε σχέση με αδικήματα που προνοούνται στο Νόμο. Από εκεί και πέρα, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ο σύντροφος της μητέρας της και ασκούσε ρόλο κηδεμόνα της ανήλικης στο πλαίσιο της κοινής τους συμβίωσης στην οικογενειακή κατοικία ήταν αναμφίβολα πρόσωπο σε θέση εμπιστοσύνης[53] και εξουσίας προς την ανήλικη. Προς τούτο παραπέμπουμε στα ευρήματα μας στο πλαίσιο της αξιολόγησης σύμφωνα με τα οποία η Παραπονούμενη έβλεπε τον Κατηγορούμενο ως πατρική φιγούρα αφού μάλιστα στο πλαίσιο της κατάθεση της τον αποκαλούσε «παπά» ενώ παράλληλα επεξήγησε με ευκρίνεια πως ένεκα της εμπιστοσύνης που είχε στο πρόσωπο του, πίστευε ό,τι της έλεγε σε σχέση με την αναγκαιότητα ελέγχου της και διαπαιδαγώγησης της σε σεξουαλικά θέματα. Ως προς τη θέση εξουσίας δε επαναλαμβάνουμε και πάλιν τα όσα έχουμε περιγράψει στην απόφαση μας ανωτέρω και δη τον πλήρη έλεγχο που ασκούσε στην ανήλικη και στα μέλη της οικογένειας της και βεβαίως τη συναφή εξάρτηση τους απ’ αυτόν.
Από εκεί και πέρα δεν χωρεί καμία απολύτως αμφιβολία, ότι οι πράξεις στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος ευλόγως θεωρούνται ως εκ της φύσεως τους σεξουαλικές, «ανεξαρτήτως του σκοπού του προσώπου που προβαίνει σε αυτή και ικανοποιεί το καθαρά αντικειμενικό κριτήριο της σεξουαλικής πράξης που τίθεται στο στοιχείο (α) του Άρθρου 2, του Ν.91(1)/2014»[54]. Όπως επίσης δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφενός εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που έτρεφε στο πρόσωπο του η ανήλικη και αφετέρου τον πλήρη έλεγχο που ασκούσε στην Παραπονούμενη αλλά και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, και χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τον δήθεν έλεγχο της Παραπονούμενης για κοψίματα αλλά και ενίοτε με απειλές (θα έκοβε το χέρι του, θα έπαιρνε την τηλεόραση από τον Μ.Κ.8 ή και θα τιμωρούσε τον Μ.Κ.8), ενεργούσε με μεθοδευμένο τρόπο προκειμένου να απομονώνει την ανήλικη και να ικανοποιεί τις ορέξεις του, αναγκάζοντας την να προβαίνει σε πράξεις αυνανισμού ή πεολειχίας. Και τούτο, ενώ η ίδια δεν είχε καμμιά πραγματική δυνατότητα ή επιλογή διαφυγής υπό τις περιστάσεις και για όλους τους λόγους που επεξηγήσαμε στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, καταχρώμενος έτσι τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας του πάνω στην ανήλικη.
Ως προς τις απειλές βεβαίως, οφείλουμε να παρατηρήσουμε εδώ ότι έχοντας ανατρέξει στη μαρτυρία δεν φαίνεται να προκύπτει με βεβαιότητα πότε ακριβώς την απείλησε ή αν αυτό συνέβαινε σε κάθε περίπτωση. Η Παραπονούμενη στην κατάθεση της ανέφερε πως την ανάγκασε να βάζει το χέρι της και να τον αυνανίζει, λέγοντας συγκεκριμένα ότι «πάντα έλεε μου πράματα σαν εν το κάμεις εννά κόψω δαμέ το σιέρι μου..», ενώ περαιτέρω ο Κατηγορούμενος «είπεν τζιαι ότι εννά φκάλει τη τηλεόραση του αρφού που μου έσιει μες το δωμάτιο του, να του κάνει punishment...». Με δεδομένο δε πως η τελευταία δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε σε σχέση με τις συγκεκριμένες αναφορές στην κατάθεση της και το ζήτημα των απειλών δεν διευκρινίστηκε περαιτέρω, θεωρούμε πως δεν μπορούμε να καταλήξουμε με ασφάλεια σε πόσες και ποιες από τις περιπτώσεις του κατηγορητηρίου έλαβαν χώραν και απειλές. Τούτο βέβαια τονίζουμε πως σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης, εφόσον η θέση της τελευταίας ότι ο Κατηγορούμενος είχε εκστομίσει τις πιο πάνω απειλητικές εκφράσεις γίνεται αποδεκτή. Απλώς θεωρούμε πως επειδή δεν διευκρινίστηκε επαρκώς σε πόσες ή και σε ποιες περιπτώσεις υπήρχε και το στοιχείο της απειλής, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν οι κατηγορίες και στη βάση της χρήσης απειλών.
Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη είναι προφανές ότι εν προκειμένω πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της σεξουαλικής κακοποίησης με βάση το εδάφιο (4)(α) του άρθρου 6. Πέραν λοιπόν των κατηγοριών 10, 23 και 36 που δεν έχουν αποδειχθεί για το λόγο που έχουμε εξηγήσει ανωτέρω, το Δικαστήριο βρίσκει ότι έχουν αποδειχθεί οι υπόλοιπες κατηγορίες πιο πάνω για σεξουαλική κακοποίηση με βάση το άρθρο 6(4)(α) και με τις λεπτομέρειες που καταγράφονται, χωρίς την αναφορά σε χρήση απειλών που αφορά βεβαίως το εδάφιο 4(γ).
Παρενθετικά και πριν προχωρήσουμε στην εξέταση της επόμενης ομάδας κατηγοριών, σημειώνουμε εδώ ότι δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι η συμπερίληψη του εδαφίου 4(α) και του εδαφίου 4(γ) -το κάθε ένα εκ των οποίων, από μόνο του, δημιουργεί το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης-, με ανάλογες λεπτομέρειες, στις πιο πάνω κατηγορίες ενδεχομένως να εγείρει ζήτημα πολλαπλότητας. Όμως τονίζουμε πως ακόμη και έτσι να έχουν τα πράγματα, θεωρούμε ότι η συμπερίληψη των δύο αδικημάτων στις κατηγορίες είναι σαφές πως ουδόλως επηρέασε την υπεράσπιση καθ’ οιονδήποτε τρόπο, η οποία είχε υπόψη της εξ αρχής τις κατηγορίες και το σύνολο των ισχυρισμών της Παραπονούμενης, μεταξύ αυτών και για την εκστόμιση απειλών από τον Κατηγορούμενο, και πρόβαλε τις συγκεκριμένες θέσεις που επιθυμούσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Εξάλλου θα πρέπει να τονιστεί ότι η υπεράσπιση δεν ήγειρε ποτέ – ούτε με την τελική της αγόρευση - ζήτημα πολλαπλότητας των κατηγοριών ή επηρεασμού της λόγω πολλαπλότητας. Πολύ δε περισσότερο δεν ήγειρε ζήτημα ακυρότητας του κατηγορητήριου για το λόγο αυτό, κάτι που ευθέως αναφέρουμε πως ούτως ή άλλως δεν τίθεται εφόσον τίποτε δεν προκύπτει που να εγείρει έστω υποψία περί επηρεασμού ή παραπλάνησης ή σύγχυσης της υπεράσπισης[55].
Εν κατακλείδι αποτελεί κατάληξη μας ότι οι κατηγορίες 10, 23 και 36 δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και αντίθετα αποδείχθηκαν οι κατηγορίες 1-9, 15-22, 28-35 και 41.
Κατηγορία 42 (Κατοχή Παιδικής Πορνογραφίας) και Κατηγορίες 11-14, 24-27 και 37-40 (Παραγωγή παιδικής πορνογραφίας)
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 42, ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 16.6.19-16.6.22, κατείχε στο κινητό τηλέφωνο του, 79 αρχεία με υλικό παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή φωτογραφίες της Παραπονούμενης μόνο με το εσώρουχο της.
Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 11-14, 24-27 και 37-40, ο Κατηγορούμενος σε δώδεκα συνολικά διαφορετικές περιπτώσεις, ήτοι σε τέσσερις περιπτώσεις κατά την περίοδο 16.6.19-16.6.20 (κατηγορίες 11-14), σε τέσσερις περιπτώσεις κατά την περίοδο 17.6.20-16.6.21 (κατηγορίες 24-27) και σε τέσσερις περιπτώσεις την περίοδο 17.6.21-10.6.22 (κατηγορίες 37-40), παρήγαγε παιδικό πορνογραφικό υλικό, αναγκάζοντας την Παραπονούμενη να βγάζει τα ρούχα της και να την βγάζει φωτογραφίες, με το εσώρουχο της.
Το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας, εδράζεται στο άρθρο 8(1) του Ν.91(Ι)/2014, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο[56] και το οποίο είχε ως εξής:
« 8.(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος αποκτά ή έχει στην κατοχή του υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη. »
Ως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο, τα στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι:
- O κατηγορούμενος να αποκτήσει ή να έχει στην κατοχή του,
- Υλικό παιδικής πορνογραφίας.
Το δε αδίκημα της παραγωγής παιδικής πορνογραφίας στηρίζεται στο άρθρο 8(5) του Νόμου 91(Ι)/2014, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο[57], το οποίο προνοούσε τα ακόλουθα:
« 8. …………………
(5) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος παράγει υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη. »
Συνεπώς από τα πιο πάνω προκύπτει ότι για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι:
- O κατηγορούμενος να παράγει,
- Υλικό παιδικής πορνογραφίας.
Παρενθετικά σημειώνουμε ότι οι διατάξεις του άρθρου 12, για τις οποίες γίνεται μνεία στα άρθρα 8(1) και 8(5) του νόμου, αφορούν συναινετικές σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ανηλίκων ή μεταξύ παιδιού και ενήλικα, όπου η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή στα πλαίσια γάμου και νοουμένου ότι το παιδί, έχει υπερβεί το 13ο έτος της ηλικίας του.
Αναφορικά με την έννοια της κατοχής, υπάρχει αρκετή νομολογία. Σύμφωνα με αυτή, κατοχή σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic (1987) 2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Yixian Liu v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.109/22, ημερ.4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:B170 δε, η οποία αφορούσε περίπτωση κατοχής πορνογραφικού υλικού, αναφέρθηκαν τα εξής για το ζήτημα της κατοχής:
« Εν πάση περιπτώσει, το εάν είδε ή όχι το πορνογραφικό υλικό ή μέρος αυτού, δεν έχει σχέση ούτε με την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 8(1), 14(1) και 34 του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014 όπως τροποποιήθηκε, αλλ' ούτε, για τους λόγους που θα αναφέρουμε κατωτέρω, και με την επιμέτρηση της ποινής που τώρα μας απασχολεί.
Καταρχάς, το έγκλημα συντελείται εάν ο κατηγορούμενος κατέχει εν γνώσει του το συγκεκριμένο ψηφιακό αρχείο στο οποίο έχει δυνατότητα πρόσβασης, έστω και αν δεν μπορεί να καταδειχθεί ότι το άνοιξε ή το διεξήλθε εις βάθος (Possession is established if the defendant can be shown to have knowledge of a relevant digital file or package of file which he has the capacity to access, even it cannot be shown to have opened or scrutinized the material; Archbold 2021, 31-118). Στην υπόθεση Porter [2006] EWCA Crim. 560 αποφασίστηκε ότι:
«Possession is deceptively simple concept. It denotes a physical control of custody of a thing plus knowledge that you have it in your custody or control.
[.]
If, however, at that time the image is within his control, for example, because he has the ability to produce it on his screen, to make a hard copy of it, or to send it to someone else, then he will possess it.» »
Ως προς το τι συνιστά «παραγωγή» δε, είναι γεγονός πως δεν υπάρχει στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, οποιαδήποτε ερμηνεία και ως εκ τούτου εκλαμβάνεται ότι αυτή έχει τη συνήθη έννοια που έχει η συγκεκριμένη λέξη. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη (σελ.1322), η λέξη «παράγω» σημαίνει δημιουργώ (προιόν), κάνω κάτι να υπάρξει. Η δε λέξη «παραγωγή» σημαίνει τη δημιουργία, τον σχηματισμό πράγματος που δεν υπήρχε πριν.
Από εκεί και πέρα, σημειώνουμε πως σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου του Ν.91(I)/2014 (ως ίσχυε τον ουσιώδη χρόνο):
« «παιδική πορνογραφία» περιλαμβάνει -
(α) κάθε υλικό στο οποίο απεικονίζεται παιδί να επιδίδεται σε πραγματική ή προσομοιωμένη πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα,
(β) κάθε απεικόνιση σεξουαλικού χαρακτήρα των γεννητικών οργάνων παιδιού·
(γ) κάθε υλικό στο οποίο απεικονίζεται πρόσωπο που εμφανίζεται ως παιδί να επιδίδεται σε πραγματική ή προσομοιωμένη πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα ή κάθε απεικόνιση των γεννητικών οργάνων οποιουδήποτε προσώπου εμφανίζεται ως παιδί, ή
(δ) ρεαλιστικές εικόνες παιδιού στις οποίες απεικονίζεται να επιδίδεται σε πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα ή ρεαλιστικές εικόνες των γεννητικών οργάνων παιδιού· »
Για τις έννοιες «παιδί», «σεξουαλική πράξη» και «σεξουαλική» αναφορά έχει γίνει ανωτέρω και δεν χρειάζεται αν τις επαναλάβουμε και εδώ.
Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 71/2017, ημερ. 27.9.2017, υιοθετήθηκε η απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην R. v. Oliver and Others (2003) 2 Cr.App.R.28, στην οποία το παιδικό πορνογραφικό υλικό κατατάχθηκε σε 5 επίπεδα (ή κατηγορίες) βαθμού σοβαρότητας, ανάλογα με το περιεχόμενο - απεικονίσεις που παρουσιάζει, αρχίζοντας από το λιγότερο σοβαρό και καταλήγοντας στο πλέον σοβαρό και συγκεκριμένα:
- Πρώτο επίπεδο: όταν απεικονίζονται παιδιά σε ερωτικές παραστάσεις χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα.
- Δεύτερο επίπεδο: όταν απεικονίζεται μη διεισδυτική σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ παιδιών και αυτοϊκανοποίηση παιδιού.
- Τρίτο επίπεδο: όταν απεικονίζεται μη διεισδυτική σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ενηλίκων και παιδιών.
- Τέταρτο επίπεδο: όταν απεικονίζεται διεισδυτική σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ παιδιών και ενηλίκων και
- Πέμπτο επίπεδο: σαδισμός ή κτηνοβασία.
Ως συνάγεται από την απόφαση R. v. Oliver (ανωτέρω), προκειμένου να προβεί στην ως άνω κατηγοριοποίηση και ιδιαίτερα στο ποιες απεικονίσεις εμπίπτουν στο πρώτο επίπεδο που φαίνεται να μας αφορά στην παρούσα, το Αγγλικό Court of Appeal έλαβε υπόψη τις απόψεις του Sentencing Advisory Panel της Αγγλίας και Ουαλίας, οι οποίες δόθηκαν τον Αύγουστο του 2002. Κατόπιν μελέτης, το Δικαστήριο, υιοθέτησε αυτές, με μια διαφοροποίηση. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση:
«Subject to one matter, we accept the Panel's analysis of increasing seriousness by reference to five different levels of activity, derived from the COPINE Project's description of images. We do not that agree with the Panel that COPINE typologies 2 and 3 are properly within Level 1. As it seems to us, neither nakedness in a legitimate setting, nor the surreptitious procuring of an image, gives rise, of itself, to a pornographic image. Accordingly, with that amendment to the Panel's proposals, we categorise the relevant levels as: ...»
Ως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, σχετικό είναι το «COPINE Project», εφόσον η ανάλυση του Sentencing Advisory Panel, αντλήθηκε από αυτό. Πρόκειται για πρόγραμμα του «COPINE» («Combating Paedophile Information Networks in Europe»), το οποίο ιδρύθηκε το 1997 και έχει ως έδρα το Department of Applied Psychology, του University College Cork, της Ιρλανδίας. Πιο συγκεκριμένα αφορά την τυπολογία που αναπτύχθηκε στα πλαίσια του προγράμματος ώστε να κατηγοριοποιηθούν οι εικόνες παιδικού πορνογραφικού υλικού στο διαδίκτυο, προς χρήση τόσο στην έρευνα όσο και στην επιβολή του νόμου. Η 10 επιπέδων κατηγοριοποίηση αναφέρεται ως «COPINE Scale» και στηρίχθηκε στην ανάλυση εικόνων από το διαδίκτυο. Τα επίπεδα 4-6 του «COPINE Scale» στα οποία αντιστοιχεί το επίπεδο 1 που τέθηκε στην R. v. Oliver (ανωτέρω) έχουν ως εξής:
- Level 4: Posing: Deliberately posed pictures of children fully clothed, partially clothed or naked (where the amount, context and organisation suggests sexual interest).
- Level 5: Erotic Posing: Deliberately posed pictures of fully, partially clothed or naked children in sexualised or provocative poses.
- Level 6: Explicit Erotic Posing: Pictures emphasising genital areas, where the child is either naked, partially clothed or fully clothed.
Η απεικόνιση λοιπόν παιδιών σε ερωτικές παραστάσεις χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα (πρώτο επίπεδο της R. v. Oliver) αφορά: (1) πόζες παιδιών, πλήρως ή μερικώς ντυμένων ή γυμνών όπου η ποσότητα, το γενικό πλαίσιο και η οργάνωση υπονοούν («the amount, context and organization suggests») σεξουαλικό ενδιαφέρον, (2) πόζες παιδιών, πλήρως ή μερικώς ντυμένων ή γυμνών, σε σεξουαλικές ή προκλητικές στάσεις και (3) εικόνες πλήρως ή μερικώς ντυμένων ή γυμνών παιδιών, με έμφαση στις περιοχές των γεννητικών οργάνων.
Λέμε αυτά βέβαια χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι το 2014, με το Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών (Sentencing Council) της Αγγλίας, οι πέντε κατηγορίες της Oliver, περιορίστηκαν σε τρεις, αρχίζοντας από την πλέον σοβαρή και καταλήγοντας στη λιγότερο σοβαρή, ήτοι Κατηγορία Α (διείσδυση, σαδισμός, κτηνοβασία), Κατηγορία Β (σεξουαλική δραστηριότητα χωρίς διείσδυση) και Κατηγορία Γ (όλες οι περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο Α ή Β).
Εν προκειμένω, ως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, η οποία έγινε αποδεκτή, κατά την εξέταση του τηλεφώνου του Κατηγορούμενου εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων αρχείων, και 87 αρχεία εικόνας που αφορούν την παρούσα υπόθεση, εκ των οποίων τα 79 αποτελούσαν μοναδικά αρχεία, ενώ τα υπόλοιπα ήταν επαναλαμβανόμενα διπλά ή τριπλά ή αρχεία που αφορούσαν φωτογραφίες εκ των 79, οι οποίες υπέστησαν κάποια αλλοίωση.
Παρεμβάλλουμε εδώ πως αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στις εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζεται η Παραπονούμενη. Σε κάποιες εξ αυτών βεβαίως δεν φαίνεται το πρόσωπο της τελευταίας αλλά το σώμα της ή ένα σημείο του σώματος της, όμως και σε σχέση μ’ αυτές έγινε παραδεκτό ότι απεικονίζεται η Παραπονούμενη. Επίσης είναι παραδεκτό ότι όλες οι φωτογραφίες λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο.
Ο Μ.Κ.5 βεβαίως ανέφερε ότι τα αρχεία δεν έχουν ημερομηνία δημιουργίας αλλά μόνο ημερομηνία μεταβολής και για όσα ανέφερε σχετικά παραπέμπουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ανωτέρω. Ό,τι έχει σημασία να λεχθεί εδώ είναι ότι παρόλο που τα αρχικά αρχεία είχαν διαγραφεί από τον χρήστη, εντούτοις αποθηκεύτηκαν σε αρχείο στη μνήμη του κινητού που είναι κρυμμένο από τον χρήστη και δεν είναι προσβάσιμο σ’ αυτόν και μπορούσαν να ανακτηθούν μόνον με τη χρήση δικανικών εργαλείων από εξειδικευμένους επαγγελματίες. Εξ ου και ο εντοπισμός τους από τον Μ.Κ.5 με τη διαδικασία που εξήγησε. Εν πάση περιπτώσει ο εντοπισμός των αρχείων τύπου «thumbnail» και «cache» στο κινητό του Κατηγορούμενου, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι σε κάποια στιγμή υπήρχαν τα πρωτότυπα / αρχικά αρχεία στο κινητό. Το γεγονός δε ότι σε όλα τα αρχεία υπήρχε ημερομηνία μεταβολής μεταξύ 5.1.22 και 7.5.22, καταδεικνύει πως τα αρχεία υπήρχαν στο κινητό μεταξύ των εν λόγω ημερομηνιών, εφόσον η μεταβολή προϋποθέτει την ύπαρξη των αρχείων.
Επομένως με βάση τα πιο πάνω, αποτελεί κατ’ αρχάς κατάληξη μας ότι ο Κατηγορούμενος αναμφίβολα κατείχε τα 79 πρωτότυπα αρχεία κάποια περίοδο από την ημερομηνία δημιουργίας τους μέχρι τη διαγραφή τους. Τα αρχεία βρίσκονταν στην κατοχή του και αναμφίβολα ο Κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη τους και είχε πρόσβαση στα συγκεκριμένα αρχεία, κάτι που επιμαρτυρείται από το γεγονός της μεταβολής των αρχείων, τα οποία στη συνέχεια διέγραψε. Εξ άλλου και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την κατοχή των εν λόγω αρχείων στο κινητό του τηλέφωνο, τουναντίον είδε και αναγνώρισε τις εν λόγω φωτογραφίες και έδωσε τις δικές του θέσεις αναφορικά με αυτές, ασχέτως αν οι εξηγήσεις αυτές δεν έγιναν πιστευτές. Λέγοντας αυτά, σημειώνουμε βεβαίως πως δεν μπορεί να καθοριστεί επακριβώς η περίοδος που με βάση τα ευρήματα μας κατείχε τα εν λόγω αρχεία, όμως χωρίς αμφιβολία ήταν μεταξύ 16.6.19 και 7.5.22, περίοδος που εμπίπτει βεβαίως εντός της περιόδου που αναφέρεται στην κατηγορία 42 και δεν τίθεται θέμα τροποποίησης της συγκεκριμένης κατηγορίας.
Εξετάζοντας τώρα το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι τα επίδικα αρχεία ήτοι οι 79 φωτογραφίες αποτελούν παιδικό πορνογραφικό υλικό, σημειώνουμε τα εξής.
Έχουμε εξετάσει ενδελεχώς όλα τα αρχεία και κάθε ένα εξ αυτών ξεχωριστά. Διαπιστώνουμε ότι εις αυτά παρουσιάζεται η Παραπονούμενη να ποζάρει με οδηγίες προφανώς του Κατηγορούμενου και :
- Σε κάποιες περιπτώσεις είναι όρθια, φορώντας μόνο τα εσώρουχα της και απεικονίζεται στις φωτογραφίες η μπροστινή της όψη (φωτογραφίες 2, 38, 39).
- Σε κάποιες περιπτώσεις απεικονίζεται η πίσω όψη του σώματος της από την μέση και κάτω (φωτογραφίες 7, 13, 42), ενώ σε άλλες ολόκληρη η πίσω όψη της και φορεί το κάτω εσώρουχο της και στις δύο περιπτώσεις (φωτογραφίες 32, 34, 43, 51,58, 59, 67).
- Σε κάποιες άλλες, απεικονίζεται είτε η μπροστινή της όψη από την μέση και κάτω με το εσώρουχο της (φωτογραφίες 1, 3, 6, 14, 16, 17, 22, 28, 29, 33, 36, 37, 40,41, 47, 48, 56, 63, 65), είτε ολόκληρη η μπροστινή όψη του σώματος της, φορώντας το κάτω εσώρουχο, αλλά όχι στηθόδεσμο με το στήθος της να είναι εκτεθειμένο (φωτογραφίες 4, 5, 8, 9, 15, 30, 44, 46, 52, 57, 60, 61, 62, 69, 70, 73, 74).
- Σε κάποιες, απεικονίζεται η πλαϊνή ολόσωμη όψη του σώματος της, κατά τρόπο που φαίνεται το στήθος της (φωτογραφίες 35, 45, 64, 66, 79). Στην φωτογραφία 35, φαίνεται μεταξύ άλλων το χέρι του Κατηγορουμένου να κατεβάζει ελαφρώς το εσώρουχο της από την πίσω όψη του και να φαίνεται μέρος του οπίσθιου της.
- Σε κάποιες περιπτώσεις η φωτογραφία τη δείχνει από κοντινή απόσταση να είναι σκυφτή μπροστά και το στήθος της εκτεθειμένο (φωτογραφίες 19, 20, 21, 55.
- Σε κάποιες περιπτώσεις η φωτογραφία τη δείχνει από πολύ κοντινή απόσταση από τη μέση και κάτω, με το εσώρουχο, και φαίνεται το χέρι του Κατηγορούμενου να υποδεικνύει σε κάποιο σημείο κοντά στο εσωτερικό μέρος του ποδιού της, πάνω από το γόνατο (φωτογραφίες 10, 11, 12) ή στην πλάτη της κατά τρόπο που φαίνεται να μην φορεί στηθόδεσμο ( φωτογραφία 72) ή στην περιοχή της γάμπας (φωτογραφίες 75 και 76).
- Σε κάποιες περιπτώσεις, όπου και πάλι οι φωτογραφίες λαμβάνονται από κοντινή απόφαση, στο επίκεντρο βρίσκονται τα οπίσθια της και μάλιστα σημειώνουμε ότι το εσώρουχο είναι μαζεμένο κατά τρόπο ώστε να αφήνεται ακάλυπτο μέρος των οπισθίων και από τις δύο πλευρές (φωτογραφίες 25, 51) ή ελαφρώς κατεβασμένο με το χέρι του Κατηγορούμενου να φαίνεται στο σημείο όπου είναι κατεβασμένο το εσώρουχο (φωτογραφία 24, 50). Σε μερικές μάλιστα εξ αυτών, η Παραπονουμενη είναι σκυφτή κατά τρόπο που τα οπίσθια της, με το εσώρουχο να είναι μαζεμένο και από τις δύο πλευρές, να βρίσκονται στο επίκεντρο των φωτογραφιών (φωτογραφίες 26, 68, 78) σε κάποιες εκ των οποίων ο Κατηγορούμενος δείχνει με το δάκτυλο του προς το μέρος των οπισθίων της (φωτογραφίες 27 και 77).
- Σε κάποιες οι φωτογραφίες λαμβάνονται από κοντινή απόσταση και απεικονίζουν την μπροστινή της όψη, από την μέση και πάνω, χωρίς το στηθόδεσμο (φωτογραφία 31).
- Σε άλλες περιπτώσεις ό,τι απεικονίζεται είναι το δεξί ή αριστερό της πόδι από κοντινή απόσταση, χωρίς να εμφαίνεται οποιοδήποτε άλλο σημείο του σώματος της (φωτογραφίες 18, 23, 49, 54,) και σε κάποιες άλλες το σημείο του κεφαλιού/λαιμού της από την οποία ωστόσο διακρίνεται πως δεν φορεί στηθόδεσμο χωρίς ωστόσο να φαίνεται το στήθος της (φωτογραφία 53).
- Τέλος, σε μία αλλη περίπτωση η λήψη της φωτογραφίας είναι από πάνω και περιέχει το πρόσωπο της Παραπονουμενης και το στήθος της (φωτογραφία 71).
Στο σημείο αυτό και πριν αναφέρουμε οτιδήποτε άλλο, επαναλαμβάνουμε πως η θέση του Κατηγορούμενου ότι έβγαζε φωτογραφίες προκειμένου να ελέγχει δήθεν την Παραπονούμενη για κοψίματα, έχει απορριφθεί. Ως προέκυψε από την ανάλυση της μαρτυρίας που προηγήθηκε, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος την οδηγούσε στο γραφείο του όπου ζητούσε από την τελευταία να βγάλει τα ρούχα της και να μείνει με το κάτω εσώρουχο για δήθεν έλεγχο της και στο πλαίσιο αυτό σε κάποιες περιπτώσεις την έβγαλε φωτογραφίες, ως ανωτέρω έχει αναφερθεί, ενώ περαιτέρω την έβαζε να προβαίνει και στις πράξεις που αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο ανωτέρω.
Είναι σαφές για εμάς πως είναι αφύσικο ένας ενήλικας να απομονώνει ένα παιδί ηλικίας 13-16 ετών στο γραφείο του και να του ζητά να βγάζει τα ρούχα του, μένοντας μόνο με το κάτω εσώρουχο και να του δίδει οδηγίες να ποζάρει και να το βγάζει φωτογραφίες. Ούτε έχει κάποια λογική θεωρούμε η λήψη φωτογραφιών με επικέντρωση στα γυμνά πόδια, στο γυμνό στήθος και στα οπίσθια του κοριτσιού, εκτός αν υπάρχει σεξουαλικό ενδιαφέρον, που εκεί θεωρούμε πως παραπέμπουν οι φωτογραφίες αυτές. Και ακριβώς, θεωρούμε πως πρόθεση και κίνητρο του φωτογράφου, του Κατηγορούμενου δηλαδή, ήταν η δημιουργία εικόνων σεξουαλικού περιεχομένου, τις οποίες στη συνέχεια είχε στην κατοχή του μέσω του κινητού του τηλεφώνου μέχρι που τις διέγραψε.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα ανωτέρω, καταλήγουμε, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι τα επίδικα αρχεία (79 φωτογραφίες) συνιστούν υλικό παιδικής πορνογραφίας, καθόσον απεικονίζουν την ανήλικη σε στάσεις και με τρόπο, ο οποίος είναι εκ της φύσεώς του σεξουαλικού χαρακτήρα και σε κάθε περίπτωση λόγω των περιστάσεων υπό τις οποίες καταλήξαμε ότι λήφθηκαν, της ποσότητας τους και του τρόπου οργάνωσης και αποθήκευσης τους, θεωρούμε πως σαφέστατα υπονοούν σεξουαλικό ενδιαφέρον και είναι επομένως σεξουαλικού χαρακτήρα. Εμπίπτουν δε στην κατηγορία της απεικόνισης ερωτικών παραστάσεων χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα και πιο συγκεκριμένα στο πρώτο επίπεδο που έχει τεθεί στην R. v. Oliver (ανωτέρω) [Κατηγορία Γ με βάση το Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών (Sentencing Council) της Αγγλίας].
Στρεφόμενοι τώρα στις κατηγορίες που αφορούν την παραγωγή παιδικής πορνογραφίας, επισημαίνουμε πως αυτό που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο είναι πως παρήγαγε τέτοιο υλικό τρείς φορές σε μια έκαστη εκ των τριών περιόδων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο.
Από τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία κρίθηκε αποδεκτή, προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε τη συμπεριφορά που του απέδωσε όταν η ίδια ήταν 13 ετών (δηλαδή μετά τις 16.6.19) και στην κατάθεση της αναφέρθηκε σε φωτογράφιση της όταν ήταν 13-14 ετών. Σε άλλα σημεία δε της μαρτυρίας της ανέφερε πως στο πλαίσιο των δήθεν ελέγχων, ο Κατηγορούμενους σε κάποιες περιπτώσεις την έβγαζε και φωτογραφίες, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει περαιτέρω, χρονικά ή αριθμητικά, τις φορές κατά τις οποίες στο πλαίσιο των ελέγχων λήφθηκαν και φωτογραφίες.
Από την άλλη ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι την έλεγχε από τα 13 μέχρι τα 16 της χρόνια και ότι έβγαλε φωτογραφίες σε διάφορες περιπτώσεις. Στην κυρίως εξέταση του για παράδειγμα, ανέφερε ότι «Κάθε φορά που την έλεγχα διέγραφα τις προηγούμενες φωτογραφίες και θα έβγαζα καινούριες φωτογραφίες, ούτως ώστε όταν την ελέγξω ξανά και όταν την ξαναέλεγχα θα είχα τις προηγούμενες για να τις συγκρίνω και μετά να ξαναέβγαζα καινούριες φωτογραφίες. Διέγραφα τις παλιές και ξαναέβγαζα καινούριες, να τις έχω όταν θα την έλεγχα. Αυτή ήταν η συνήθεια, η οποία κάναμε.»[58] Ήταν βεβαίως η θέση του ότι έλαβε μόνον τις φωτογραφίες που εντοπίστηκαν στο κινητό του (βλ. Τεκμήριο 14) και πως η λήψη τους έγινε μόνο σε μια περίοδο 5-6 μηνών εντός του 2022 και με την προοπτική της συνέντευξης της Παραπονούμενης τον Σεπτέμβριο του 2022. Η θέση του αυτή βέβαια απορρίφθηκε για όλους τους λόγους που έχουμε εξηγήσει ανωτέρω.
Με δεδομένο λοιπόν ότι δεν γίνεται αποδεκτή η εκδοχή του Κατηγορούμενου περί φωτογράφισης της Παραπονούμενης μόνον κατά την πιο πάνω περίοδο που ισχυρίστηκε αλλά αντίθετα γίνεται αποδεκτή επί του προκειμένου η θέση της Παραπονούμενης, αυτό που προκύπτει είναι πως ο Κατηγορούμενος την φωτογράφιζε σε διάφορες περιπτώσεις από την ηλικία των 13 ετών (που ήταν σύμφωνα με τη μαρτυρία της η πρώτη φορά) μέχρι και την ηλικία των 16. Παρά ταύτα όμως είναι γεγονός πως δεν έχει προσδιοριστεί κατά συγκεκριμένο τρόπο η συχνότητα που τη φωτογράφιζε ο Κατηγορούμενος και επομένως δεν είμαστε σε θέση να καταλήξουμε πόσες φορές εντός των τριών περιόδων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο έλαβε φωτογραφίες της. Τούτο είναι προφανές πως δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε πως στοιχειοθετούνται οι κατηγορίες της παραγωγής παιδικής πορνογραφίας ως έχουν στο κατηγορητήριο. Γεγονός που θα πρέπει να οδηγήσει και στην απόρριψη των εν λόγω κατηγοριών. Τούτο βέβαια δεν πλήττει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης αφού έχουμε αποδεχθεί τη θέση της πως ο Κατηγορούμενος πράγματι λάμβανε φωτογραφίες της με εσώρουχο σε διάφορες περιπτώσεις από την ηλικία των 13 – 16 ετών (ήτοι από 16.6.19 -16.6.22) και η μη στοιχειοθέτηση των εν λόγω κατηγοριών (ήτοι 11-14, 24-27 και 37-40) οφείλεται στην αδυναμία συγκεκριμενοποίησης των περιπτώσεων αυτών. Πράγμα το οποίο ως ήδη εξηγήσαμε δεν θεωρούμε αφύσικο, αφού δεν αναμενόταν από ένα παιδί στην ηλίκια που βρισκόταν η Παραπονούμενη όταν συνέβαιναν όσα περιέγραψε, να τηρεί «ημερολόγιο συμβάντων» και να καταγράφει με λεπτομέρεια τι έγινε και πότε.
Παρά ταύτα όμως και με βάση τα όσα ανωτέρω αναφέραμε παραμένει άτρωτη η διαπίστωση μας ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 15 εντός της περιόδου 16.6.19-7.5.22. Διαπίστωση η οποία αναμφίβολα μας οδηγεί στο
ότι ο ίδιος παρήγαγε τις φωτογραφίες αυτές. Φωτογραφίες οι οποίες με βάση τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν στο πλαίσιο ανάλυσης της κατηγορίας που αφορά την κατοχή συνιστούν παιδικό πορνογραφικό υλικό. Στη βάση της πιο πάνω διαπίστωσης μας λοιπόν θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο τροποποίησης του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης σχετικής κατηγορίας δυνάμει του άρθρου 85(4) του Κεφ.155[59].
Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, αποτελεί κατάληξη μας πως εν προκειμένω πληρούνται όλες οι προυποθέσεις προκειμένου να διαταχθεί η τροποποίηση του κατηγορητηρίου, αφού:
(α) Έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 16.6.19-7.5.22, συμπεριλαμβανομένων, διέπραξε το αδίκημα της παραγωγής υλικού παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή έβγαλε 79 φωτογραφίας της ανήλικης Παραπονούμενης, η οποία δεν έφερε ρούχα και φορούσε μόνο το κάτω εσώρουχο της και το αδίκημα αυτό δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
(β) Δεν είναι δυνατή η καταδίκη του Κατηγορούμενου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς τροποποίηση.
(γ) Με την καταδίκη του για το πιο πάνω αδίκημα, ο Κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε μεγαλύτερη/αυστηρότερη ποινή εν σχέσει με την ποινή που θα μπορούσε να του επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου.
(δ) Δεν τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισης από τη μεταβολή του κατηγορητηρίου. Επί τούτου να λεχθεί πως η υπεράσπιση γνώριζε εξ αρχής με βάση το υφιστάμενο κατηγορητήριο και το μαρτυρικό υλικό ότι αντιμετώπιζε κατηγορίες κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας δηλαδή των 79 φωτογραφιών που αναφέρονται ανωτέρω καθώς επίσης και κατηγορίες παραγωγής τέτοιου υλικού μέσα σε μια περίοδο που περιλαμβάνει την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) ανωτέρω και έθεσε πλήρως τις θέσεις της σε σχέση με τα ζητήματα αυτά, οι οποίες θεωρούμε πως δεν θα διαφοροποιούνταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο αν ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε εξ αρχής το προς προσθήκη αδίκημα αντί των κατηγοριών που αναφέρθηκαν. Θέσεις βεβαίως οι οποίες για τους λόγους που λεπτομερώς έχουμε επεξηγήσει ανωτέρω έχουν απορριφθεί.
Με αυτά υπόψη εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα για την προσθήκη κατηγορίας 47 ως εξής:
« Έκθεση Ποινικού Αδικήματος
Αρ. Κατηγορίας 47
Παραγωγή Παιδικής Πορνογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8(5) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου, Ν.91(Ι)/2014.
Λεπτομέρειες Αδικήματος
Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 16.6.19 και 7.5.22, συμπεριλαμβανομένων, στις Βρυσούλλες της επαρχίας Αμμοχώστου, παρήγαγε υλικό παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή 79 φωτογραφίες της ανήλικης Taila Autumn Robinson, με ημερομηνία γέννησης 16.6.2006, χωρίς ρούχα και φορώντας μόνο το κάτω εσώρουχο της.»
Κατηγορίες 43-45 (Πρόκληση ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας)
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος προκάλεσε ψυχική βλάβη στην Παραπονούμενη αφού:
(α) μεταξύ των ημερομηνιών 16.06.19 και 16.6.22, την εξανάγκαζε να προβαίνει σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα μαζί του (κατηγορία 43),
(β) κατά το έτος 2021, χρησιμοποιούσε βία εναντίον της μητέρας της (κατηγορία 44), και
(γ) κατά το έτος 2021, δεν την άφηνε να έχει επικοινωνία με τους φίλους της (κατηγορία 44).
Οι πιο πάνω κατηγορίες, στηρίζονται στο άρθρο 3 (1), (3) και (4) του Περί Βίας στην Οικογένειας (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«3.—(1) Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2) ……
(3) Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, με βάση τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου αυτού, ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174, 175 και 177 του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ' αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο (4) του άρθρου αυτού.
(4) Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο (1) διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. »
Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου «μέλος της οικογένειας» σημαίνει:
« (α) άντρα και γυναίκα που—
(i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή
(ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο,
(β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α),
(γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α),
(δ) κάθε πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα.»
Τα συστατικά στοιχεία επομένως του εν λόγω αδικήματος, ως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 3 (1) ανωτέρω είναι :
1. Η άσκηση βίας από μέλος της οικογένειας,
2. Η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης σε άλλο μέλος της οικογένειας.
Με βάση το εδάφιο (3) δε, όταν η βία ασκείται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ' αυτό ψυχική βλάβη.
Ως προκύπτει από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, έχουμε αποδεκτεί την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο Κατηγορούμενος εξανάγκαζε την Παραπονούμενη να προβαίνει σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα μαζί του την περίοδο 16.6.19 – 11.6.22. Επίσης έχουμε πολλάκις αναφερθεί στο πλαίσιο της απόφασης μας στη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της Παραπονούμενης αλλά και των λοιπών μελών της οικογένειας τους και δη στη χειραγώγηση τους και στον έλεγχο που ασκούσε σε κάθε πτυχή της ζωής τους. Στο πλαίσιο αυτό, έχουμε αποδεκτεί και τη θέση της Παραπονούμενης ότι μετά που σταμάτησε το σχολείο, ο Κατηγορούμενος διέγραψε τις επαφές των φίλων της από το κινητό της με τη δικαιολογία ότι δεν τις συμπαθούσε και στην ουσία απομόνωσε τόσο την ίδια όσο και τα λοιπά μέλη της οικογένειας από φίλους ή άλλο υποστηριχτικό περιβάλλον. Περιπλέον, ως προς το συμβάν με τη βία που ασκήθηκε στη μητέρα της το 2021, επισημαίνουμε πως έχουμε αποδεκτεί τη θέση της πως άκουσε τα ουρλιαχτά και ακολούθως είδε μώλωπες στο σώμα της μητέρας της, αλλά και για το συναίσθημα φόβου που την κυρίευσε για το λόγο που εξήγησε.
Η Παραπονούμενη είναι αναμφίβολα ένα παιδί πληγωμένο από την όλη κακοποιητική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της. Επί χρόνια έζησε πράγματα που δεν νοείται να ζει ένα παιδί στην ηλικία που βρισκόταν: Χειραγώγηση, απομόνωση, σεξουαλική κακοποίηση, βία σε βάρος της μητέρας της, είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν τα όσα βίωσε. Υπενθυμίζουμε τη διαπίστωση μας στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της, ότι ήταν ένα κορίτσι το οποίο κλαίγοντας σε κάποιες στιγμές εξιστόρησε με συνοχή και μεγάλο πόνο τα όσα αναγκάστηκε να βιώσει στα χέρια του πατριού της, ενός προσώπου που η ίδια εμπιστεύοταν αφού ήταν η μόνη πατρική φιγούρα που είχε τότε. Κατά τη μαρτυρία της δε μίλησε κλαίγοντας για εφιάλτες που έχει από τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη. Υπενθυμίζουμε επίσης εδώ τα συμπεράσματα της Μ.Κ.10, τη μαρτυρία της οποίας έχουμε αποδεκτεί, και κυρίως τα συμπέρασματα της ότι «Τα χρόνια περιστατικά κακοποίησης δημιούργησαν ψυχικά τραύματα στην ανήλικη παρουσιάζοντας συμπτώματα άγχους τα οποία επέφεραν κλινικά σημαντική έκπτωση σε σημαντικές πτυχές της ζωής της ανήλικης, στην κοινωνική, σχολική και άλλες σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητας της... Η ανήλικη εκτιμάται ως παιδί υψηλού ρίσκου για ανάπτυξη διαταραχής μελλοντικά λόγω της αυξημένης ευαλωτότητας αλλά και των ψυχο-συναισθηματικών δυσκολιών που παρουσίαζε.»
Έχοντας όλα αυτά υπόψη μας βρίσκουμε πως οι κατηγορίες 43, 44 και 45 έχουν αποδειχθεί.
Κατηγορία 46 (Παρενοχλητική συμπεριφορά)
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πιο πάνω κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 16.06.19 και 16.6.22, προκάλεσε άγχος στην Παραπονούμενη, λέγοντας της πως όταν κλείσει 16 ετών, θα έχουν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή.
Το αδίκημα της παρενοχλητικής συμπεριφοράς, προβλέπεται στο άρθρο 3(1) του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, 114(Ι)/2021 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«3.-(1) Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του,...
(2) ………..
(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση».
Ως «παρενόχληση», με βάση το άρθρο 2 του Νόμου, θεωρείται η πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο, ενώ ως «συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση προσώπου, θεωρείται η επίδειξη τουλάχιστον δύο (2) φορές, συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση δύο (2) ή περισσότερων προσώπων, στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς, τουλάχιστον μία (1) φορά για κάθε πρόσωπο.
Ως ανέφερε η Παραπονούμενη στη μαρτυρία της, ο Κατηγορούμενος της είπε πολλές φορές πως όταν γίνει 16 ετών θα μπορούσε να κάνει σεξ μαζί της, κάτι που της προκάλεσε φόβο. Εξ ου και όταν πλησίασε να κλείσει τα 16 της χρόνια, προφανέστατα λόγω του άγχους ή και της ανησυχίας της ότι ο Κατηγορούμενος θα υλοποιήσει τα λεγόμενα του (εξάλλου ήδη την κακοποιούσε σεξουαλικά με τον τρόπο που αναφέρθηκε), μίλησε στον αδελφό της (Μ.Κ.8), ο οποίος ως προέκυψε από τη μαρτυρία μετέφερε τις αναφορές αυτές στον Μ.Κ.7. Ο Κατηγορούμενος δε θεωρούμε πως όφειλε να γνωρίζει ότι οι αναφορές του στην ανήλικη προκαλούν παρενόχληση.
Ο Κατηγορούμενος δεν προέβαλε βεβαίως κάποια από τις υπερασπίσεις του εδαφίου (4) του άρθρου 3 του Νόμου, εφόσον η θέση που προώθησε ήταν ότι δεν συνέβη οτιδήποτε από τα όσα ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη.
Συναφώς, διαπιστώνουμε πως έχει αποδειχθεί και η κατηγορία 46.
6. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Εν κατακλείδι και στη βάση των ανωτέρω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 1-9, 15-22, 28-35, και 41 – 47, και αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 10-14, 23-27 και 36-40 δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό.
(Υπ.) …………………………………
Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) …………………………………
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..…………………………..
Ε. Μιντή, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Τον θεωρούμε ως τον πρώτο μάρτυρα υπεράσπισης.
[2] Εκ των οποίων κατατέθηκαν τα δύο για τους λόγους που εξήγησε (Τεκμήρια 3.1 και 3.2).
[3] Βλ. και την απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης, Τεκμήριο 4.
[4] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24.7.2013.
[5] Όπως το Γραφείο Ευημερίας, το Υπουργείο Παιδείας, τις Υπηρεσίες Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας και τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων.
[6] π.χ. ο τρόπος που μιλούσε, που κουνούσε τα χέρια της, η στάση του σώματος της.
[7] βλ. Πρακτικά ημερ. 18.11.24 σελ. 6.
[8] Βλ. πρακτικά 18.11.24 σελ. 7.
[9] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.11.24, σελ. 14-15.
[10] Βλ. πρακτικά ημερ. 7.3.25, σελ. 44, γρ. 21-23.
[11] Βλ. πρακτικά 20.2.25, σελ. 19, γρ. 27-29.
[12] Πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 23, γρ. 8-10.
[13] Βλ. πρακτικά 22.1.25 σελ. 24, γρ. 3-4.
[14] Βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 18, γρ.19-20.
[15] Βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 30.
[16] Βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.21, σελ. 27, γρ. 35-36.
[17] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.2.25, σελ. 16, γρ. 25-35.
[18] Βλ. πρακτικά 22.1.25, σελ. 26, γρ. 7-12.
[19] Βλ. πρακτικά 20.2.25, σελ. 16, γρ. 10-15.
[20] Βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 28, γρ. 5-9.
[21] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.12.24, σελ. 20, γρ. 6-10.
[22] Βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 25, γρ. 3-7.
[23] Βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 25, γρ. 20-22.
[24] Βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 36, γρ. 2-5.
[25] Βλ. πρακτικά ημερ. 22.1.25, σελ. 25, γρ. 37-38 και σελ. 26, γρ. 1-2.
[26] Βλ. Πρακτικά ημερ. 2.5.25, σελ. 6. γρ. 27-30.
[27] Βλ. πρακτικά ημερ. 2.5.25, σελ. 10, γρ. 23-30.
[28] Βλ. πρακτικά ημερ. 2.5.25, σελ. 11, γρ. 23-31.
[29] Βλ. πρακτικά ημερ. 2.5.25, σελ. 13, γρ. 8-14.
[30] Βλ. την υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.147/16 κ.α., ημερ.20.11.19, ECLI:CY:AD:2019:B477 :
«Κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση» εξεταζόταν σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία του μάρτυρα και αναζητείτο ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας εκρίνετο κατ’ αρχήν αξιόπιστος (βλ.Παρμαξής ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 224). Κατά την νεότερη «ορθολογιστική προσέγγιση» δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο (Ττοουλιάς (ανωτέρω) και Attorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] All ER488). Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Ένας εμφανώς αναξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης αλλά η ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει να εξετάζεται πρώτα κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην τελική κρίση της αξιοπιστίας της ύποπτης μαρτυρίας (Ρόπας (ανωτέρω), Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 512).
Εν προκειμένω, το Κακουργιοδικείο δεν ακολούθησε ούτε τον παραδοσιακό, μήτε τον ενιαίο τρόπο προσέγγισης. Δεν εκτίμησε σε πρώτο στάδιο την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση», αλλά ούτε αξιολόγησε τη μαρτυρία αυτή κατά τρόπο ενιαίο, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, κατά την «ορθολογιστική προσέγγιση». Κατά πρωθύστερο τρόπο έθεσε, ως άνω, εκ προοιμίου τη μαρτυρία που θεώρησε ως ενισχυτική και μάλιστα, με τον ισχυρό τρόπο που το έπραξε. Σημειώνουμε ότι το ίδιο σφάλμα εντοπίστηκε και στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως με τον τρόπο αυτό «ελλοχεύει ο κίνδυνος μεταφοράς μιας αίσθησης ενοχής εξαιτίας της ενισχυτικής μαρτυρίας.»»
[31] Βλ. το άρθρο 9 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 και Σ.Σ. κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).
[32] «Για να τον καταδικάσει για το αδίκημα της κατηγορίας, δυνάμει του άρθρου 4(1) και (2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000 σε συνδυασμό με το άρθρο 242 του Κεφ. 154, θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Νόμου αυτού, που εφαρμόζονται για κάθε καταδίκη δυνάμει του Νόμου και να προβεί σε σχετικές διαπιστώσεις. Θα μπορούσε να τον κρίνει ένοχο με μόνη τη μαρτυρία της παραπονούμενης συζύγου του, νοουμένου ότι έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία. Και βέβαια, εάν έτσι έκρινε, να αποφασίσει κατά πόσο θα προχωρούσε στην καταδίκη του Εφεσείοντα με μόνη τη μαρτυρία της. Δεν ενήργησε κατ’ αυτό τον τρόπο, με αποτέλεσμα η καταδίκη του Εφεσείοντα να κρίνεται ανασφαλής. Δεν υπάρχει τρόπος να υποκαταστήσουμε την ελλείπουσα κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.»
[33] Βλ. πρακτικά 20.2.25, σελ. 6, γρ. 18-20.
[34] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.1.25, σελ. 24, γρ. 14-15.
[35] Βλ. πρακτικά ημερ. 11.3.25, σελ. 12.
[36] Βλ. πρακτικά ημερ. 11.3.25, σε λ. 13, γρ. 16 -24.
[37] Βλ. πρακτικά 21.1.25, σελ. 34, γρ. 14-19.
[38] Βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 9, γρ. 23.
[39] Βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 8, γρ. 30-31.
[40] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.1.25, σελ. 9, γρ. 16.
[41] Βλ. πρακτικά ημερ. 21.1.25, σελ. 18, γρ. 29-30.
[42] Βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 8, γρ. 1-14.
[43] Βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 8, γρ. 23-31.
[44] To αρχικό Α υποδηλώνει την ανακριτή και το σημείο Μ τη μάρτυρα.
[45] Σημειώνουμε δε εδώ πως εξήγησε ότι όταν έλεγε ότι τον άγγιζε έκανε παράλληλα και την κίνηση του ανδρικού αυνανισμού - βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 6, γρ. 34 και επόμενες που αντιστοιχεί στο 09:56:12 της οπτικογραφημένης κατάθεσης Τεκμήριο 3.1, όπου φαίνεται η Παραπονούμενη να κινεί το χέρι της πάνω κάτω παραπέμποντας στην κίνηση του ανδρικού αυνανισμού. Βλ. επίσης και σελ. 11 γρ. 15-20 του Τεκμηρίου 4.
[46] Όπως για παράδειγμα όταν ανέφερε ότι έχει ακόμα εφιάλτες από τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου.
[47] Βλ. σχετικά πρακτικά ημερ. 20.2.25, σελ. 27, γρ. 11-22.
[48] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.2.25, σελ. 27: “Δεν έχω κάποιον λόγο να κάνω προκατειλημμένη εργασία. Εμένα δουλειά μου ήταν να αξιολογήσω τις πιθανές επιπτώσεις σε σχέση με αυτήν την καταγγελία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι δική μου αρμοδιότητα να πω αν έγιναν ή όχι τα περιστατικά”.
[49] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.2.25, σελ. 9, γρ. 23.
[50] Βλ. το άρθρο 9 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 και Σ.Σ. κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).
[51] Βλ. πρακτικά ημερ.2.5.25, σελ. 11, γρ. 8-10.
[52] Ως προς την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αποδείχθηκαν τουλάχιστον οι αναφερόμενες περιπτώσεις, δες την παρόμοια προσέγγιση του Εφετείου στην Γ.Ι. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2019, ημερ.18.9.2020, αλλά και στις υποθέσεις A.F.K. ν. Δημοκρατίας και Δημοκρατίας ν. Χ.Α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 44/2018 και 91/2018, ημερ. 6.9.2019 και στην XXX v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2016, ημερ. 30.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B135, οι οποίες μηνομονεύονται στην πρώτη.
[53] βλ. A.R.R. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.20/2022, ημερ. 30.4.2024, Α.Ν.Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.136/2022, ημερ.1.8.25.
[54] Βλ. A.R.R. v. Αστυνομίας (ανωτέρω).
[55] Βλ. μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις Frangiskos Kyriacou v. The Welfare Officer (1961) CLR 227, Panteli v. District Labour Officer Famagusta (1985) CLR 205, Karasamanis v. Police (1986) 2 CLR 229, Ξυδιάς κ.α. ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 174 και Α. Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας (1998) 2 ΑΑΔ 194.
[56] Τροποποιήθηκε πρόσφατα με το Ν.59(Ι)/2025.
[57] Τροποποιήθηκε πρόσφατα με το Ν.59(Ι)/2025.
[58] βλ. πρακτικά ημερ.20.2.25, σελ.24, γρ.20-24.
[59] « Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.» Επί του ζητήματος της τροποποίησης στο τέλος της δίκης με βάση το συγκεκριμένο άρθρο βλέπε επίσης Criminal Procedure in Cyprus, των Λοϊζου και Πική, σελ. 75, αλλά και τις υποθέσεις Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας 24 CLR 192, Φορής ν. Δημοκρατίας (1980) 1 ΑΑΔ 152, 177 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 458, 466).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο