ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Ε. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 5127/22
Δημοκρατία
v.
Ε.Ζ.
Κατηγορούμενου
30 Ιανουαρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ε. Παπαλοίζου, για Γενικόν Εισαγγελέα
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Κακουλλής με κα Θ. Αντωνίου
Κατηγορούμενος παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Η παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια, για προστασία των τελευταίων.)
Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αρνήθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιο συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει 10 κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου του 2014 (Ν. 91(Ι)/2014).
Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ό,τι αποδίδεται στον Κατηγορούμενο είναι πως καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί ήτοι την άγγιζε στα γεννητικά όργανα (Κατηγορίες 1, 2, 3, 6, 7, 8) και την άγγιζε στα γεννητικά όργανα και την έβαζε να αγγίζει το πέος του (Κατηγορίες 4, 5, 9 και 10).
Όλα τα αδικήματα δε, φέρονται να διαπράχθηκαν στην Αγία Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου.
Ως προς το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο, σημειώνεται πως καθορίζεται η περίοδος 1.9.2021-31.12.2021 για τα αδικήματα των κατηγοριών 1-5 και η περίοδος 1.1.2022-30.8.2022 για τα αδικήματα των κατηγοριών 6-10. Για το ζήτημα του χρόνου, θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι η κατηγορούσα αρχή, κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης για παροχή περαιτέρω λεπτομερειών, έδωσε τις κάτωθι λεπτομέρειες:
« Ο χρονικός προσδιορισμός αναφορικά με τις κατηγορίες 1 έως 5, έγινε με βάση τις διανυκτερεύσεις του παιδιού στον πατρικό παππού, τον Κατηγορούμενο, μετά τη διάσταση των γονιών. Το παιδί προβαίνει σε αναφορά για πολλές φορές και ως εκ τούτου γίνεται ενδεικτική παράθεση κατηγοριών που σύμφωνα με τη νομολογία είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος προσδιορισμού του χρόνου στο κατηγορητήριο σε τέτοιες περιπτώσεις και όσον αφορά τις κατηγορίες 6 μέχρι και 10 αυτός ο χρόνος έχει προσδιοριστεί με βάση τη δεύτερη κατάθεση της μητέρας. Και πάλι έχουν παρατεθεί ενδεικτικές κατηγορίες ώστε να ανταποκρίνονται στην αναφορά του παιδιού για πολλές φορές. »[1]
Εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ότι στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος τόσο σε παρακείμενο του σπιτιού του χώρο, όπου πήρε την ανήλικη, εγγονή του, για να δει τα ζώα που διατηρεί, όσο και στο κρεβάτι του δωματίου του πατέρα της (υιού του Κατηγορούμενου) που βρίσκεται στο ισόγειο της κατοικίας του Κατηγορούμενου, συμπεριφέρθηκε κατά τον τρόπο που καταγράφεται στις λεπτομέρειες αδικημάτων ανωτέρω.
Από την άλλη, η θέση του Κατηγορούμενου είναι ότι δεν προέβη στις πράξεις που του καταλογίζονται και ότι η όλη υπόθεση σε βάρος του έχει σκηνοθετηθεί από τις μάρτυρες κατηγορίας 5 και 6 (μητρική γιαγιά και μητέρα της ανήλικης αντίστοιχα), με ενορχηστρωτή την πρώτη, με σκοπό τη γονική αποξένωση και συγκεκριμένα την αποξένωση του παιδιού από τον πατέρα του (Μ.Υ.2), υιό του Κατηγορούμενου.
Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε οκτώ μάρτυρες, ήτοι τον Α/Αστ.2298 Σ.Α. (Μ.Κ.1), την Β.Κ. (Μ.Κ.2), την ανήλικη Α. (Μ.Κ.3-Παραπονούμενη), την Α.Γ. (Μ.Κ.4), την Σ.Π. (Μ.Κ.5), την Σ.Π. (Μ.Κ.6), την Ε.Χ. (Μ.Κ.7) και την Α/Αστ.4484 Μ.Κ. (Μ.Κ.8). Περαιτέρω κατατέθηκαν 35 τεκμήρια, καθώς και διάφορες καταθέσεις ως Έγγραφα Α-ΙΗ.
Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σ’ αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, ενώ περαιτέρω κάλεσε εφτά μάρτυρες υπεράσπισης ήτοι τον Χ.Ζ. (M.Y.2), τον Δ.Π. (Μ.Υ.3), τον Ρ.Σ. (Μ.Υ.4), την Μ.Ζ. (Μ.Υ.5), την Ν.Ζ. (Μ.Υ.6), τον Γ.Χ. (Μ.Υ.7) και τον Κ.Μ. (Μ.Υ.8).
ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Ο Μ.Κ.1, ο οποίος εργάζεται στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας, κατ’ αρχάς υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων του (Έγγραφα Α και Β), όπου αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Αυτές, συνίστανται στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο στις 21.4.22 (Τεκμήριο 6) και αργότερα, στη λήψη γραπτής συγκατάθεσης από την μητέρα της Παραπονούμενης (Μ.Κ.6) στις 26.10.2022 για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη (Τεκμήριο 1), στον χειρισμό της συσκευής οπτικογράφησης την ίδια μέρα, ενόσω λαμβανόταν η οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη και στην ετοιμασία ακολούθως, τριών ψηφιακών δίσκων με το περιεχόμενο της (Τεκμήριο 2[2]), καθώς στην παραλαβή από την Μ.Κ.8, δύο σχεδίων που ζωγράφισε η Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της (Τεκμήριο 4). Άλλες ενέργειες στις οποίες προέβη ήταν η απομαγνητοφώνηση της εν λόγω οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης στις 30.10.22 (Τεκμήριο 3), η λήψη νέας ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο στις 9.11.22 (Τεκμήριο 8[3]), καθώς και η από μέρους του γραπτή κατηγορία κατά του Κατηγορούμενου, την ίδια μέρα, παρουσία του δικηγόρου του (Τεκμήριο 9).
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως τόσο στις 21.4.22, όσο και στις 9.11.22 που έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο, του είχε παραδώσει εγγράφως τα δικαιώματα του (Τεκμήρια 5 και 7 αντίστοιχα). Ακολούθως, διευκρίνισε πως η πρώτη ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε με βάση τη μαρτυρία της μητέρας (Μ.Κ.6) και της γιαγιάς (Μ.Κ.5) της Παραπονούμενης, ενώ η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης λήφθηκε μεταγενέστερα, γιατί το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παρά το ότι καταβλήθηκαν 3 συνολικά προσπάθειες για να ληφθεί η εν λόγω κατάθεση, εντούτοις δεν κατέστη σε καμιά περίπτωση εφικτό διότι η Παραπονούμενη δεν είχε καμιά επικοινωνία, υπό την έννοια ότι δεν μιλούσε καθόλου, ούτε με την Μ.Κ.8, ούτε και με τη λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού. Κατέστη δυνατή η λήψη της την τέταρτη φορά, ήτοι στις 26.10.22, οπότε και λήφθηκε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο.
Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε πως μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, είχαν ενημερωθεί από την διευθύντρια του νηπιαγωγείου που φοιτούσε η Παραπονούμενη πως η τελευταία της είχε αναφέρει κάποια πράγματα τα οποία σχετίζονταν με την παρούσα και είχε ζωγραφίσει και ένα σχέδιο σχετικά, οπότε μετέβηκαν στο συγκεκριμένο νηπιαγωγείο μαζί με την Μ.Κ.8 στις 2.11.23 και παρέλαβαν από την διευθύντρια μια επιστολή της ιδίας ημερ. 21.9.23 και το συγκεκριμένο σχέδιο (Τεκμήρια 11.1 και 11.2 αντίστοιχα). Για την πιο πάνω ενέργεια τους, είχαν ετοιμάσει ημερολόγιο ενεργείας στις 2.11.23 (Τεκμήριο 10). Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως με την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε ληφθεί μια επιστολή από συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο για παρέμβαση του πατέρα της ανήλικης σε σχέση με την υπόθεση και είχε σταλεί ημερολόγιο ενεργείας στους αστυνομικούς σταθμούς της Λάρνακας για διευρεύνηση.
Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε, κυρίως, αναφορικά με το μαρτυρικό υλικό που δόθηκε στον Κατηγορούμενο και γιατί δεν δόθηκαν συγκεκριμένες καταθέσεις αρχικά στην υπεράσπιση, για τον λόγο που παρήλθαν 10 μήνες, από την πρώτη φορά που κλήθηκε η Παραπονούμενη να δώσει κατάθεση, μέχρι την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης στις 26.10.2022 αλλά και για τις ενέργειες που γίνονταν στο μεταξύ. Επί των όσων είχαν μεσολαβήσει, ο μάρτυρας απάντησε και με βάση τα ημερολόγια ενεργείας που τηρούνταν, τα οποία κατέθεσε κατά την αντεξέταση του ως Τεκμήριο 12. Τέθηκε επίσης προς τον μάρτυρα ότι είναι η Μ.Κ.6 που επικοινωνούσε κάθε φορά μαζί τους και τους υποδείκνυε πως η Παραπονούμενη ήταν έτοιμη να δώσει κατάθεση, με τον ίδιο να αναφέρει πως δεν μπορούσε να θυμηθεί πως προέκυπτε κάθε φορά η κλήση της Παραπονούμενης, ωστόσο εκείνο που θυμόταν ήταν ότι κατά καιρούς, λαμβάνονταν οδηγίες από τη νομική υπηρεσία, σε σχέση με τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης.
Η Μ.Κ.2 είναι κλινική ψυχολόγος, η οποία εργάζεται στη διεύθυνση υπηρεσιών ψυχικής υγείας του Ο.Κ.ΥΠ.Υ. Σε σχέση με τα προσόντα, την εκπαίδευση και την εμπειρία της, κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα (Έγγραφο Γ). Όπως ανέφερε, προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης, κατόπιν καταγγελίας της μητέρας της Παραπονούμενης (Μ.Κ.6) εναντίον του πατέρα της τελευταίας (Μ.Υ.2), για άσκηση ενδοοικογενειακής βίας. Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε στις 8.2.2022 (Έγγραφο Δ), στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων πως κατά την φάση που διεξαγόταν η εν λόγω αξιολόγηση[4], η μητρική γιαγιά της Παραπονούμενης (Μ.Κ.5), στις 8.12.2021, της ανέφερε πως η Παραπονούμενη της είχε πει πως ο πατρικός παππούς της (Κατηγορούμενος), προέβαινε σε αγγίγματα επί των γεννητικών της οργάνων. Η ίδια, επικοινώνησε με τον συντονιστή του Σπιτιού του Παιδιού και αποφασίστηκε όπως ολοκληρωθεί η δική της αξιολόγηση, καθότι η Παραπονούμενη δεν συνεργάστηκε για να της ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση. Σε σχέση με την υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας που διερευνάτο εναντίον του Μ.Υ.2 και για την οποία διεξαγόταν η δική της αξιολόγηση, αναφέρει πως η Παραπονούμενη δεν έκανε καμιά σχετική αναφορά και ούτε η ίδια εντόπισε στοιχεία, μέσα από το συμβολικό παιχνίδι, που να παρέπεμπαν σε περιστατικά βίας, ενώ η εξεταζόμενη εκφράστηκε θετικά αναφορικά με τη σχέση της και με τους δύο γονείς. Ό,τι της ανέφερε, στο πλαίσιο ερώτησης αν προηγήθηκε κάτι που την στεναχώρησε, είναι ότι ο πατρικός παππούς προέβαινε σε αγγίγματα στα γεννητικά της όργανα. Η διαγνωστική της εκτίμηση ήταν ότι δεν εντόπισε συμπτωματολογία που να ικανοποιούσε τα κριτήρια οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής και ως εστία κλινικής προσοχής στην εξεταζόμενη, προσδιόρισε την υπόνοια σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και συνέστησε, μεταξύ άλλων, την περαιτέρω αξιολόγηση της από το Σπίτι του Παιδιού και τούτο διότι, ως ανέφερε κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του εν λόγω οργανισμού και όχι στην ίδια, ο ρόλος της οποίας εξαντλείτο στην αξιολόγηση της Παραπονούμενης, υπό το πλαίσιο καταγγελίας που προηγήθηκε από την Μ.Κ.6 ότι υπέστη ενδοοικογενειακή βία με μάρτυρα την Παραπονούμενη.
Κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε επίσης τι σημαίνει αξιολόγηση της ψυχολογικής κατάστασης και τι αυτή περιλαμβάνει, ποιος είναι ο σκοπός και οι περιορισμοί στην ετοιμασία της έκθεσης, ως επίσης και τι πρακτικά σημαίνει η αναφορά στην έκθεση της, πως η Παραπονούμενη είχε επιτύχει όλα τα βασικά αναπτυξιακά ορόσημα και δεξιότητες σύμφωνα με την ηλικία της, η οποία τον δεδομένο χρόνο ήταν 3 ετών και 4 μηνών, ως επίσης και εάν και ποιες δυσκολίες αντιμετώπιζε στην έκφραση των συναισθημάτων της και πού κατά την δική της, επιστημονική άποψη, οφείλονταν αυτές. Ερωτηθείσα τι είναι ακριβώς αυτό που της ανέφερε η Παραπονούμενη, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.2 απάντησε διαβάζοντας τις σημειώσεις της: « Ο παππούς ο Λ.. πειράζει το πουττί μου» «Δηλαδή πώς;» Δείχνει το σημείο «Με τα ρούχα ή χωρίς;» «Χωρίς» «Πού ήσασταν;» «Στον κήπο» «Πού στον κήπο;» «Εκεί στις καρέκλες» «Ήταν κάποιος άλλος εκεί;» Δεν απάντησε. «Πώς ένιωσες;» «Κάτι». » Τερμάτισε ωστόσο τη συζήτηση διότι, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν ενέπιπτε στη δική της αρμοδιότητα η περαιτέρω εξέταση των πιο πάνω αναφορών, οι οποίες ως ανέφερε έγιναν στις 2.2.2022. Αναφέρθηκε περαιτέρω, στο κατά πόσο, με βάση την ιδιοσυγκρασία της Παραπονούμενης αλλά και τη μικρή της ηλικία, θα ήταν αναμενόμενο να προβεί σε αποκάλυψη σεξουαλικής παρενόχλησης της και εάν ναι, σε ποιο άτομο θα αναμενόταν να το πράξει.
Ανέφερε περαιτέρω, κάτω από ποιες συνθήκες και για ποιο λόγο, ξανασυνάντησε την Παραπονούμενη τον Οκτώβριο του 2023, επισημαίνοντας πως αιτία ήταν και πάλι καταγγελία που έγινε εναντίον του Μ.Υ.2, για άσκηση ψυχολογικής βίας και ποια ήταν τότε η κλινική εικόνα της. Επί τούτου, ανέφερε πως τον Οκτώβριο του 2023 που ξανασυνάντησε την Παραπονούμενη, η τελευταία διατηρούσε μελαγχολικό προσωπείο και παρουσίαζε συναισθηματικές αντιδράσεις και προσκόλληση σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια[5], διευκρινίζοντας έπειτα από ερώτηση που της τέθηκε, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τον λόγο που ανέπτυξε τα πιο πάνω η Παραπονούμενη και ότι αυτό που γνωρίζει είναι πως ήταν η περίοδος που είχε οριστεί η έναρξη της δικαστικής διαδικασίας και παράλληλα η ανήλικη συμμετείχε σε προσπάθειες για οπτικογραφημένη κατάθεση σε σχέση με την υπόθεση που η ίδια εξέταζε, δύο γεγονότα που επιφέρουν άγχος. Ερωτήθηκε επίσης, κατά πόσο η ίδια πιστεύει πως η Παραπονούμενη πλέον, που είναι σχεδόν 6 ετών, θα μπορούσε να απαντήσει σε ερωτήματα και να ανακαλέσει γεγονότα που συνέβησαν 3 χρόνια περίπου προηγουμένως, με την ίδια να εξηγεί πώς και σε ποιο βαθμό θα ανέμενε από την Παραπονούμενη να πράξει τα παραπάνω.
Η Μ.Κ.2 αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τις σημειώσεις που επικαλέστηκε και ως προς το γιατί δεν επικοινώνησε και δεν έλαβε σε καμιά εκ των δύο περιπτώσεων αξιολόγησης της Παραπονούμενης, γραπτή συγκατάθεση και ιστορικό της ανήλικης από τον πατέρα της (Μ.Υ.2), με την ίδια να εξηγεί πως με βάση τη νομοθεσία και το εγχειρίδιο που αφορά την ακολουθητέα διαδικασία διαχείρισης περιστατικών βίας στην οικογένεια για παιδιά (τεκμήρια 14 και 15), δεν είχαν υποχρέωση να λάβουν συγκατάθεση από τον «υπαίτιο» γονέα, όπως και έπραξαν. Όπως ανέφερε δε, για τον ίδιο λόγο δεν τον ενημέρωσαν για τα πορίσματα της έκθεσης της.
Ερωτήθηκε επίσης ως προς το πότε η Μ.Κ.5 της μετέφερε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, όσα ανέφερε η Παραπονούμενη, ως επίσης και σε ποια διαβήματα η ίδια προέβη, όταν ενημερώθηκε πως η Παραπονούμενη παρενοχλείτο σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο. Αντικείμενο αντεξέτασης αποτέλεσε και η αναφορά της, στο Έγγραφο Δ, ως προς το ότι η Παραπονούμενη δεν είχε σταθερό πρόγραμμα στην καθημερινότητα της και άλλαζε αρκετά πλαίσια διαμονής εντός της εβδομάδας, την περίοδο που οι γονείς της διέμεναν ξεχωριστά. Επί τούτου, συμφώνησε πως τα παραπάνω, ήταν ένας παράγοντας που ενδεχομένως δημιουργούσε άγχος στην Παραπονούμενη και αισθήματα απόρριψης από την μητέρα της, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η Παραπονούμενη είχε περιγράψει ως καλή τη σχέση της με την Μ.Κ.6., παρόλο που δεν αποτελούσε τη βασική φροντίστρια της.
Σε ερώτηση δε που της τέθηκε κατά πόσο είχε ενημερωθεί από την Μ.Κ.6 ότι εκκρεμούσης της αξιολόγησης, είχε εκδοθεί διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο, με βάση το οποίο επιτρεπόταν στον Μ.Υ.2 να επικοινωνεί με την Παραπονούμενη και να διανυκτερεύει μαζί της στο σπίτι του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 13), η Μ.Κ.2 απάντησε αρνητικά, συμφωνώντας ότι θα έπρεπε να το γνώριζε, ενώ κληθείσα να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά αυτή της Μ.Κ.6, επανέλαβε πως η αναφορά προς την ίδια για παρενόχληση της Παραπονούμενης, έγινε από την Μ.Κ.5 και το παιδί και όχι από την Μ.Κ.6, η οποία τον δεδομένο χρόνο, δεν ήταν ιδιαίτερα ενεργή κατά την αξιολόγηση της Παραπονούμενης.
Σε σχέση με την δεύτερη αξιολόγηση που διεξήγαγε τον Οκτώβριο του 2023 και την έκθεση που ακολούθως ετοίμασε ημερ.26.10.23 (Τεκμήριο 16), αντεξετάστηκε ως προς το γιατί η Παραπονούμενη, ενώ κατά την πρώτη φάση αξιολόγησης της, δεν ανέφερε περιστατικά βίας, το έπραξε στην προκειμένη και εάν αυτό πιθανόν να οφείλεται στο ότι υποκινήθηκε από την Μ.Κ.6 να αναφέρει, όσα ανέφερε, λαμβανομένης υπόψη της παρατήρησης που η ίδια καταγράφει στο τεκμήριο 16, ότι δηλαδή η Μ.Κ.6 διακατέχετο από έντονο άγχος και κατέβαλε προσπάθεια να πείσει την Παραπονούμενη να πει την αλήθεια, εκφράζοντας ανησυχία και προβληματισμό πως εάν αυτό δεν γίνει κατορθωτό, τότε θα τερματιζόταν η διερεύνηση της καταγγελίας.
Η Παραπονούμενη (Μ.Κ.3), στην οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήρια 2[6] και 3[7]), αναφέρει μεταξύ άλλων πως είναι 4 ετών και φοιτά σε νηπιαγωγείο. Ερωτηθείσα τι ήταν αυτό που είπε στην «Έλενα» ότι έγινε και δεν της άρεσε, «προχτές» που βρισκόταν στην Λάρνακα, απάντησε «επείραξε μου το πουττί μου τζιαι έβαλε το χέρι μου να πειράξει το πουλλί». Ως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος της έκανε αυτό το πράγμα στο χωράφι, κοντά στα ζώα και όταν της το έκανε αυτό της έλεγε «να πειράζει ούλλη μέρα το πουττί μου». Αυτό ως ανέφερε έγινε πολλές φορές αλλά δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά, όμως θυμόταν ότι φορούσε σακάκι. Ακολούθως, κληθείσα να περιγράψει με ποιο τρόπο την άγγιζε, ζήτησε να ζωγραφίσει «ένα χέρι» και «ένα άνθρωπο» (Τεκμήριο 4), εξηγώντας στην Μ.Κ.8 ότι «Εν κακό». Όπως ανέφερε επίσης, εκτός από το χωράφι αυτό έγινε και στο κρεβάτι του παπά της (Μ.Υ.2), στο σπίτι του Κατηγορούμενου, αλλά όταν συνέβη, ο Μ.Υ.2 δεν ήταν εκεί και η ίδια φορούσε τα ρούχα της, όπως και ο Κατηγορούμενος ο οποίος ωστόσο έβγαλε το παντελόνι του. Ερωτηθείσα εάν είδε την «πουλλού» του Κατηγορούμενου, απάντησε θετικά, λέγοντας ότι ήταν μεγάλη και είχε κάτι πάνω που μοιάζει με σκουλήκια, το οποίο επίσης ζωγράφισε (τεκμήριο 4). Τέλος, ανέφερε πως ξεκίνησε να την πειράζει πριν η ίδια ξεκινήσει να πηγαίνει σχολείο και πλέον δεν πηγαίνει στο σπίτι του Κατηγορούμενου αλλά πηγαίνει ο πατέρας της και την βλέπει.
Παρά την έκδοση διατάγματος για να δώσει τη μαρτυρία της από το Σπίτι του Παιδιού με τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, εντούτοις κατά την ημέρα που έγινε η σύνδεση με τον εν λόγω χώρο το παιδί δεν ανταποκρινόταν και δεν ήθελε να μιλήσει. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος και σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, το διάταγμα διαφοροποιήθηκε κατά τρόπο ώστε να δοθεί η μαρτυρία της δια ζώσης στο Δικαστήριο, στην απουσία του Κατηγορούμενου ο οποίος θα παρακολουθούσε τη διαδικασία από άλλο δωμάτιο. Κατά την παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν από κάποιες ερωτήσεις που της έγιναν για να γίνει αντιληπτό αν μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα, ερωτήθηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αν θυμάται που είπε κάποια πράγματα στην κάμερα και απάντησε καταφατικά. Στη συνέχεια, ερωτώμενη αν αυτά που είπε ήταν αλήθεια ή ψέματα, δεν έδωσε κάποια απάντηση και αφου έγινε μια συζήτηση για το παιχνίδι που κρατούσε μαζί της, για το σχολείο που πηγαίνει και το όνομα της, η συνήγορος της υπέβαλε την εξής ερώτηση «Να σε ρωτήσω ξανά αυτά που είπες ήταν αλήθεια ή ψέματα;», οπότε η ανήλικη απάντησε «Αλήθεια».
Αντεξεταζόμενη, ερωτήθηκε αν είναι σίγουρη ότι ήταν αλήθεια αυτά που είπε «στην κυρία», όπως ανέφερε, και απάντησε «Ναι», ενώ στη συνέχεια ερωτώμενη αν είπε στον παπά ότι ήταν ψέματα και η μάμα της είπε να να πει αυτά τα πράγματα, απάντησε «Δεν μου είπε η μάμα». Ακολούθως δεν απάντησε σε καμία άλλη έρωτηση του συνηγόρου, παρά μόνον έγνεψε αρνητικά, όταν ερωτήθηκε αν τη μέρα που πήγαν στα άλογα και τους έπιασε φαγούρα, είπε του παπά ότι η μάμα λέει ψέματα και επίσης έγνεψε καταφατικά όταν ερωτήθηκε αν θυμάται όταν την ρώτησε η κυρία στο Σπίτι του Παιδιού πριν από καιρό και έγραφαν στην τηλεόραση. Εν τέλει, καθώς δεν απαντούσε στις ερωτήσεις και έγνεψε καταφατικά όταν ρωτήθηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αν επιθυμεί να διακοπεί η διαδικασία, η κατάθεσή της τερματίστηκε.
Η M.K.4, είναι κοινωνική λειτουργός και εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιου. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της (Έγγραφο Ε), στην οποία αναφέρει ότι στις 26.10.22 συνυπέγραψε την γραπτή συγκατάθεση που έδωσε η Μ.Κ.6, προς λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη (τεκμήριο 1) και ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και παρακολουθούσε. Με τη δια ζώσης μαρτυρία της, εξήγησε τον ρόλο της γενικά ως κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού αλλά και ειδικότερα κατά τον χρόνο που λαμβανόταν η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης. Σε σχέση με τα προσόντα και εμπειρία της, υιοθέτησε τα όσα αναφέρονται στο βιογραφικό της σημείωμα (Έγγραφο ΣΤ). Εξήγησε περαιτέρω, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη την ημέρα που λήφθηκε η οπτικογραφημένη της κατάθεση αλλά και πόσες προσπάθειες είχαν προηγηθεί και γιατί δεν είχε μέχρι τότε γίνει κατορθωτή η λήψη της, ποια η σχέση της Παραπονούμενης με την Μ.Κ.6 και κατά πόσο, μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της Παραπονούμενης, η ίδια εξακολούθησε να έχει επικοινωνία τόσο μαζί της, όσο και με την Μ.Κ.6.
Η αντεξέταση της, περιστράφηκε αρχικά γύρω από το κατά πόσο, προ της λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης, ενημερώθηκε και ο πατέρας της τελευταίας (Μ.Υ.2) και αν ναι, τι της ανέφερε, με την ίδια να απαντά καταφατικά, περιγράφοντας τον τελευταίο, ως μη συνεργάσιμο και την όλη επικοινωνία πολύ δύσκολη. Επί τούτου, της υπεβλήθη η θέση πως ο λόγος που συγκρούστηκε με τον Μ.Υ.2 ήταν γιατί προσπάθησε να του υποβάλει πως οι αναφορές της Παραπονούμενης ήτο αληθείς, υποβολή την οποία δεν αποδέχθηκε, αναφέροντας πως ούτε και η ίδια μπορεί να το γνωρίζει αυτό. Ερωτηθείσα, στη συνέχεια, για ποιο λόγο πιστεύει ότι η Παραπονούμενη δυσκολεύτηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της και σε κάποιες δεν απάντησε, ανέφερε ως πιθανούς λόγους την μικρή ηλικία της, το στρες που υπάρχει στο νέο περιβάλλον και στη διαδικασία, και το γλωσσικό επίπεδο του παιδιού. Ως προς το κατά πόσο μπορεί τούτο να οφείλεται στο ότι υποβλήθηκε στο παιδί να λέει αυτά τα πράγματα, ανέφερε πως δεν μπορεί να γνωρίζει αλλά δεν μπορεί να το αποκλείσει.
Περαιτέρω, αντεξετάστηκε σε σχέση με τις πρώτες τρεις προσπάθειες που έγιναν για να της ληφθεί η κατάθεση και εξήγησε ότι διέκοπταν τη διαδικασία όταν το παιδί δυσκολευόταν για να μην στρεσάρουν και να μην πιέσουν το παιδί, διαφωνώντας με τη θέση που της τέθηκε ότι το παιδί πιεζόταν για 9-10 μήνες να δώσει κατάθεση. Αντεξετάστηκε επίσης, σε σχέση με τους λόγους που επιλέγονταν οι συγκεκριμένες ημερομηνίες, ποιες ενέργειες είχαν στο μεταξύ μεσολαβήσει και εάν κατά το πιο πάνω διάστημα, η Παραπονούμενη είχε επαφή με τον Μ.Υ.2. Περιπλέον, αντεξετάστηκε ως προς το γιατί δεν επενέβη, για να διευκρινίσει τι εννοούσε η Παραπονούμενη ενόσω έδιδε την κατάθεση της, όταν είπε στην Μ.Κ.8, «μόνο δύο να πω είπε η μάμα», με την ίδια να εξηγεί τους λόγους που, παρά το ότι άκουσε την εν λόγω αναφορά της Παραπονούμενης, δεν ενδείκνυτο να παρέμβει, διαχωρίζοντας τον ρόλο του κοινωνικού λειτουργού, ο οποίος για τις ενέργειες του, ακολουθεί το Πρωτόκολλο Διαδικασιών του Σπιτιού του Παιδιού (Τεκμήριο 17), απ’ αυτόν του εξεταστή της υπόθεσης.
Στην δια ζώσης μαρτυρία της, κλήθηκε να περιγράψει ακριβώς πως και τι της ανέφερε η Παραπονούμενη και περιέγραψε με λεπτομέρεια τη στιχομυθία που είχαν, προσθέτοντας ότι βρισκόταν και ο σύζυγος της στο σπίτι και πως λίγο πιο μετά, είναι η ίδια που ειδοποίησε την Μ.Κ.6. Κληθείσα να εξηγήσει για ποιο λόγο οι λεπτομέρειες που παρέθεσε δεν περιλαμβάνονται στην κατάθεση της, ως επίσης και γιατί επιμέρους γεγονότα διαφέρουν όπως εξιστορήθηκαν, αποτέλεσε θέση της πως δεν ήξερε ότι έπρεπε να αναφερθεί με τόση λεπτομέρεια στην κατάθεση της και επιπλέον ντρεπόταν να πει και να δείξει ό,τι η Παραπονούμενη της είπε και της έδειξε και ήταν η πρώτη φορά που μετέβαινε σε Αστυνομικό σταθμό για σκοπούς λήψης κατάθεσης. Σε σχέση με τις διαφορές που προέκυψαν από την κατάθεση και τη δια ζώσης μαρτυρία της, ενέμεινε στην ορθότητα των όσων είπε στο δικαστήριο, μιας και τώρα ανέφερε, θυμάται καλύτερα τα γεγονότα όπως έγιναν εκείνη την ημέρα. Περιπλέον των πιο πάνω, αναφέρθηκε στη σχέση της με την Παραπονούμενη και τη συμπεριφορά της τελευταίας η οποία επεσήμανε η Μ.Κ.5, παρά το ότι είναι ομιλητικό παιδί, στην προκειμένη περίπτωση δεν μιλούσε γιατί ο Κατηγορούμενος την απειλούσε. Επ’ αυτού, παρέπεμψε σε συγκεκριμένο περιστατικό που της ανάφερε η Παραπονούμενη, το οποίο έλαβε χώρα κάποιους μήνες μετά την καταγγελία για σεξουαλική κακοποίηση, εφόσον η Παραπονούμενη εξακολουθούσε να επισκέπτεται τον πατέρα της στο σπίτι του Κατηγορούμενου όπου διέμενε, με βάση διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Για το περιστατικό αυτό δεν προέβη σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου γιατί ήταν κάτι που έπραξε η Μ.Κ.6.
Εξήγησε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες γνώρισε την Μ.Κ.2, αποδεχόμενη ότι της είχε μεταφέρει αυτά που της είπε η Παραπονούμενη σε σχέση με την κακοποίηση της, αναφέροντας επιπλέον πως η Μ.Κ.2 ήταν ήδη ενήμερη. Η ίδια της μετέφερε τα πιο πάνω, μετά από 2-3 επισκέψεις, εφόσον την Παραπονούμενη την μετέφερνε η ίδια στην Μ.Κ.2 επειδή η Μ.Κ.6 εργαζόταν.
Αναφέρθηκε επίσης, σε ακόμη μία αναφορά της Παραπονούμενης, αρκετούς μήνες μετά την καταγγελία, ότι ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε ποτέ να την παρενοχλεί, εξηγώντας πότε και πως αυτή προέκυψε, γεγονός το οποίο επίσης δεν κατήγγειλε στην Αστυνομία διότι δεν θεώρησε ότι έπρεπε κάθε φορά που της έλεγε κάτι καινούριο η Παραπονούμενη, να το αναφέρει στην Αστυνομία. Η τρίτη αυτή αναφορά, προέκυψε ένα βράδυ αργά, όταν της τηλεφώνησε η Μ.Κ.6 λέγοντας της ότι η Παραπονούμενη είχε ξυπνήσει τρομοκρατημένη και έκλαιγε, οπότε και της ζήτησε να μεταβεί στο διαμέρισμα τους. Όταν μετέβη εκεί, η Μ.Κ.6 της ανάφερε τι έγινε με την Παραπονούμενη και τι η τελευταία της είπε και αποφάσισαν προκειμένου να την ηρεμήσουν, να την μεταφέρει στο δικό της σπίτι. Καθ’ οδόν προς το σπίτι της Μ.Κ.5 και ενόσω βρίσκονταν στο αυτοκίνητο, η Παραπονούμενη της είπε ότι ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε ποτέ να την παρενοχλεί. Τέλος, αναφέρθηκε στις σχέσεις της με τον Κατηγορούμενο πριν τις εν λόγω αναφορές, όπως και για τις σχέσεις που είχε με τον Μ.Υ.2 πριν και μετά τις αναφορές αυτές.
Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τη συχνότητα που η Παραπονούμενη διέμενε στο δικό της σπίτι, και κατά πόσο τον Δεκέμβριο του 2021, υπήρχε σε ισχύ διάταγμα επικοινωνίας του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη, για να της υποβληθεί πως κατ’ εκείνο το χρονικό διάστημα, δεν υπήρχε σε ισχύ τέτοιο διάταγμα και ότι η επικοινωνία που είχε ο Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη ήταν στις αρχές Δεκεμβρίου του 2021 και όχι στα μέσα ως ανέφερε στην κατάθεση της και πως η καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου, υπεβλήθη στις αρχές Δεκεμβρίου ή και πιο πριν και όχι περί τα μέσα Δεκεμβρίου ως ήταν η θέση της. Της υπεβλήθη επίσης, πως ακόμη και για το ποιος ενημέρωσε την Μ.Κ.6, υπάρχουν αντιφάσεις στην κατάθεση της, εν συγκρίσει με το τι ανέφερε στο Δικαστήριο, γεγονός για το οποίο η ίδια αποδέχθηκε ότι στην κατάθεση της ενδεχομένως να έκανε λάθος και πως είναι η ίδια που επικοινώνησε εκείνη την ημέρα με την Μ.Κ.6. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε ως προς τις συγκεκριμένες αναφορές που ισχυρίστηκε ότι προέβη το παιδί και ακόμη ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει εάν η Μ.Κ.6 είχε ζητήσει από τον Μ.Υ.2 πριν το διαζύγιο τους, να διεξαχθεί τεστ πατρότητας και εάν ναι, ποιος ήταν ο λόγος καθώς και για ποιο λόγο επέτρεψαν στην Παραπονούμενη, μετά την υποβολή της καταγγελίας για σεξουαλική κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο, να μεταβαίνει με τον Μ.Υ.2 στο σπίτι του, στο πλαίσιο της επικοινωνίας τους και κατά πόσο αυτό το γεγονός, το είχαν γνωστοποιήσει στην Μ.Κ.2, η οποία αξιολογούσε την ψυχική κατάσταση της Παραπονούμενης τον δεδομένο χρόνο. Επί τούτου, της υπεβλήθη πως ο λόγος που επέτρεπαν να μεταβαίνει η Παραπονούμενη στην οικία του Κατηγορούμενου, ήταν γιατί γνώριζαν ότι ουδέποτε την κακοποίησε, αφού ήταν ψέματα τα οποία επινόησαν οι ίδιες και τα όσα εν τέλει ανάφερε η Παραπονούμενη στην κατάθεση της, της τα υπέβαλλαν για 3 χρόνια μέχρι να τα πει, με την ίδια να αναφέρει πως ουδέποτε θα έβαζε την Παραπονούμενη σε αυτή την διαδικασία και πως ένα παιδί που δεν έζησε όσα περιέγραψε η Παραπονούμενη, δεν θα ήταν σε θέση να τα εξιστορήσει. Για τις επισκέψεις της στο σπίτι του Κατηγορούμενου, αποτέλεσε θέση της πως είχε συμβουλέψει την Μ.Κ.6 η επικοινωνία της Παραπονούμενης με τον Μ.Υ.2 να ασκείται κάπου αλλού, ωστόσο δεν μπορούσε να επέμβει περισσότερο, μιας και κηδεμόνας ήταν η Μ.Κ.6 και όχι η ίδια.
Αντεξετάστηκε περαιτέρω, σε σχέση με την αναφορά της ότι η Παραπονούμενη της είπε πως ο Κατηγορούμενος την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει, δείχνοντας της βίντεο στο κινητό του για να της υποβληθεί πως και αυτή η αναφορά είναι σκηνοθέτημα τους με την Μ.Κ.6 και τούτο διότι το κινητό του Κατηγορούμενου δεν έχει τη δυνατότητα να αναπαράγει βίντεο, γεγονός που διαπίστωσε και η Αστυνομία όταν διερεύνησε την σχετική καταγγελία. Η ίδια επί τούτου δεν γνώριζε οτιδήποτε διότι ως είπε, την καταγγελία την είχε υποβάλει η Μ.Κ.6. Αποτέλεσε θέση του συνηγόρου υπεράσπισης προς την Μ.Κ.5 πως ο λόγος που επινόησαν δήθεν σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο, ήταν για να στερήσουν από τον Μ.Υ.2 την επικοινωνία με την Παραπονούμενη, αφού η ίδια ήταν ιδιαίτερα δεμένη συναισθηματικά μαζί του, υποβολή την οποία η Μ.Κ.5 δεν αποδέχθηκε λέγοντας πως ακόμη και λίγες ημέρες πριν, ο Μ.Υ.2 βρισκόταν μαζί τους στο πάρτι γενεθλίων της Παραπονούμενης.
Άλλα σημεία της αντεξέτασης της, ήταν το κατά πόσο, μετά τις ισχυριζόμενες αναφορές της Παραπονούμενης για σεξουαλική κακοποίηση της, επικοινώνησαν τόσο με τον παιδίατρο που την παρακολουθούσε, όσο και με άλλο παιδίατρο αργότερα, ο οποίος τους ανάφερε πως δεν διαπίστωσε οτιδήποτε, ποιες ήταν οι σχέσεις τους με τον Κατηγορούμενο και κατά πόσο κατά τη διάρκεια του γάμου του Μ.Υ.2 με την Μ.Κ.6, τους έδιωξε από το σπίτι της και διέμεναν στο σπίτι του Κατηγορούμενου, καθώς και για τις σχέσεις της Παραπονούμενης με τον Μ.Υ.2.
Η Μ.Κ.6, είναι η μητέρα της Παραπονούμενης. Υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία στις 24.2.22, 2.9.22 και 25.9.23 (Έγγραφα Η, Θ και Ι αντίστοιχα). Στο Έγγραφο Η, αναφέρεται μεταξύ άλλων, στο πως περιήλθε εις γνώση της, η ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης, λέγοντας πως για τούτο, ενημερώθηκε από την Μ.Κ.5 στις 16.12.21 τηλεφωνικώς, ενόσω βρισκόταν στην εργασία της. Την επόμενη ημέρα, όταν είδε την Παραπονούμενη, την είχε ρωτήσει πως είχε περάσει με τον Μ.Υ.2 οπότε η Παραπονούμενη είπε και στην ίδια πως ο Κατηγορούμενος, την είχε πάρει «πίσω στα λουλούδια» και αφού της κατέβασε το βρακί, την άγγιξε «στο πουττή», υποδεικνύοντας της με το δάκτυλο της, το σημείο του γεννητικού της οργάνου. Αυτό το πράγμα της το είχε αναφέρει η Παραπονούμενη ακόμη δύο φορές, χωρίς όμως να ρωτήσει κάτι σχετικά με αυτό.
Στο Έγγραφο Θ, αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έγινε τα ξημερώματα της 1.9.22 όπου η Παραπονούμενη, ενώ κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο της, στο διαμέρισμα τους, ξύπνησε τρομοκρατημένη και έκλαιγε και φώναξε τρεις φορές «πονώ». Την ρώτησε τι έγινε και κλαίγοντας της είπε πως ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε ποτέ να «μου πιάνει το πουττί μου», προσθέτοντας «πονώ το πουττί μου». Ακολούθως, ρωτώντας την ξανά τι έγινε, της είπε πως ο Κατηγορούμενος, έβαλε το χέρι του και την άγγιξε στο γεννητικό της όργανο και κατέβασε τα ρούχα του μέχρι τα γόνατα και έπιασε το χέρι της και το έβαλε πάνω στο πουλί του. Το εν λόγω περιστατικό, ως της ανάφερε η Παραπονούμενη, έγινε στο κρεβάτι όταν ο Μ.Υ.2 έλειπε στην δουλειά του. Επίσης, το παιδί της ανέφερε να μην πάει ούτε η ίδια ούτε η Μ.Κ.5 στον Κατηγορούμενο γιατί θα τους κάνει τα ίδια. Αυθημερόν, η μητέρα της (Μ.Κ.5) μετέφερε την Παραπονούμενη στην παιδίατρο Ε.Ε., όπου την εξέτασε και διαπίστωσε ερυθρότητα στα γεννητικά όργανα, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει από που προήλθε.
Στο Έγγραφο Ι, αναφέρεται μεταξύ άλλων, στο ιστορικό της αναφοράς της Παραπονούμενης για σεξουαλική κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο καθώς και ότι η υπόθεση εναντίον του, είχε καταχωρηθεί και ήταν ορισμένη τον Οκτώβριο, προσθέτοντας ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που της είχε αναφέρει η Παραπονούμενη ότι την πείραζε σεξουαλικά ο Κατηγορούμενος αλλά δεν την πήρε στα σοβαρά την προηγούμενη φορά και ότι εναντίον του Κατηγορούμενου υπήρχε διάταγμα αποκλεισμού για να μην πλησιάζει την Παραπονούμενη. Επίσης, ανέφερε ότι επειδή η ίδια σταμάτησε να δίνει την Παραπονούμενη στον Μ.Υ.2 γιατί φοβόταν μήπως την ξαναπάρει στον Κατηγορούμενο, επενέβη το γραφείο ευημερίας και εισηγήθηκε όπως ο Μ.Υ.2 βλέπει το παιδί σε ουδέτερο χώρο στην παρουσία λειτουργού του γραφείου ευημερίας, για σκοπούς πρόληψης, όπως και έγινε μέχρι και τον Ιούλιο του 2023. Μετέπειτα, κρίθηκε από το γραφείο ευημερίας ότι δεν χρειαζόταν να παρίσταται πλέον λειτουργός, κατά την εκτέλεση του διατάγματος επικοινωνίας από τον Μ.Υ.2 οπότε η ίδια, πιστεύοντας ότι όλα ήταν εντάξει, αποδέχθηκε την απρόσκοπτη εκτέλεση του διατάγματος στο οποίο υπήρχε όρος όπως ο Μ.Υ.2, μην μεταβαίνει εκτός της επαρχίας Λάρνακας. Στη συνέχεια δε αναφέρει πως όταν την 21.9.23, πήρε η ίδια την Παραπονούμενη από το σχολείο, σε ερώτηση που της έκανε ως προς το πως πέρασε, η τελευταία της είπε πως πέρασε καλά και πως έκανε μια ζωγραφιά, η οποία ως της εξήγησε απεικόνιζε την ίδια και τον Κατηγορούμενο, όταν αυτός την βάζει να αγγίζει το πουλί του και δεν της αρέσει και κλαίει. Λίγο αργότερα, της ζήτησε να παίξουν το παιχνίδι της αλήθειας το οποίο έπαιζαν συχνά, κατά τη διάρκεια του οποίου τη ρώτησε αν θέλει να της πει κάτι, με την Παραπονούμενη να της λέει πως όταν ο Μ.Υ.2 την πήρε στο σπίτι του Κατηγορούμενου, την κτύπησε στα χέρια αλλά δεν είδε κάποιο μώλωπα πάνω της. Όμως μια άλλη φορά κατά το παρελθόν είδε τα χέρια της να είναι κόκκινα όταν της την έφερε ο Μ.Υ.2 και υπέθεσε πως ίσως είναι από το παιχνίδι. Μετά ρώτησε την Παραραπονούμενη γιατί την κτύπησε ο Μ.Υ.2 και της ανέφερε ότι του είχε πει ότι ο παππούς την πείραξε στα γενννητικά όργανα και τότε της είπε πως αυτά είναι ψέματα της μάμας και να μην την πιστεύει. Στη συνέχεια η ανήλικη της είπε ότι ο Μ.Υ.2 την πήρε ξανά στο σπίτι του Κατηγορούμενου «μετά που έφυγε η κοπέλα», εννοώντας τη λειτουργό του γραφείου ευημερίας και όταν η ίδια τη ρώτησε τι έκανε όταν πήγε στο σπίτι του Κατηγορούμενου, της είπε πως ο τελευταίος, «της έδειξε ένα βίντεο στο οποίο ήταν ένα παιδάκι το οποίο δεν γνώριζε μαζί με τον Λ…[8] και στο οποίο ο Λ... πείραζε το παιδάκι στα γεννητικά του όργανα και της είπε ότι τώρα αυτό το παιδάκι πέθανε και το ίδιο θα πάθεις και εσύ.» Ως αναφέρει δε, μετά από αυτό έπαθε σοκ και κανόνισε να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από το παιδί, ως επίσης κατήγγειλε τον Μ.Υ.2 γιατί πριν πάρει την Παραπονούμενη σχολείο της είπε στο αυτοκίνητο ότι την επηρεάζει και της είπε να μην πει κάτι «στην κοπέλα» για τον παππού της. Τέλος, αναφέρει πως θέλει να είναι καλά το μωρό και να μην τους ξαναπλησιάσει γιατί δεν τους εμπιστεύεται και τους φοβάται ότι μόνο κακό μπορούν να κάνουν στο μωρό.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, κλήθηκε να εξηγήσει εάν τα όσα αναφέρονται στις καταθέσεις της ημερ. 24.2.22 και 2.9.22 (Έγγραφα Η και Θ) είναι λόγια ή φράσεις που χρησιμοποίησε η Παραπονούμενη και εάν εν τέλει της έδειξε ή της είπε, με την ίδια να επιβεβαιώνει πως της υποδείχθηκαν και της λέχθηκαν από την Παραπονούμενη, όσα περιγράφει στις εν λόγω καταθέσεις. Ερωτήθηκε πότε χρονικά τοποθετεί τις άλλες 2 φορές που λέει στην κατάθεση της ότι της αναφέρθηκε από την Παραπονούμενη ότι ο Κατηγορούμενος την παρενοχλούσε και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε αυτές έγιναν καθότι το μόνο που θυμόταν ήταν ότι της ειπώθηκαν τα πιο πάνω άλλες 2 φορές. Ερωτηθείσα τι ακριβώς της είπε η Παραπονούμενη όταν ξύπνησε τρομαγμένη τα ξημερώματα της 1.9.22, περιέγραψε με λεπτομέρεια την στιχομυθία που είχαν, λέγοντας επιπρόσθετα πως είχε ρωτήσει την Παραπονούμενη, προκειμένου να εξακριβώσει εάν όσα της έλεγε ήταν αλήθεια, πως έμοιαζε το πουλί του Κατηγορούμενου, με την Παραπονούμενη να της αναφέρει μεταξύ άλλων πως είχε κάτι επάνω του σαν σκουληκάκια. Κληθείσα να εξηγήσει γιατί τα πιο πάνω, δεν εντοπίζονται στην κατάθεση της, η ίδια είπε πως ήταν τόσο πολύ σοκαρισμένη όταν έδιδε την κατάθεση που δεν μπορούσε να αναφέρει όλες τις πιο πάνω λεπτομέρειες. Παρόντες είπε στο περιστατικό της 1.9.22 ήταν τόσο ο μέλλοντας σύζυγος της, όσο και η Μ.Κ.5 γεγονός που δεν ανάφερε επίσης στην κατάθεση της διότι δεν ήξερε ότι θα έπρεπε να αναφερθεί. Από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα παρατήρησε μεγάλη αλλαγή στην συμπεριφορά της Παραπονούμενης, η οποία ενώ ήταν ένα ομιλητικό και χαρούμενο παιδί, απέκτησε φοβίες, κλείστηκε στον εαυτό της και δεν εκφραζόταν πλέον, γεγονός που έγινε αντιληπτό και στο σχολείο που φοιτούσε.
Περιπλέον των πιο πάνω, εξήγησε πως την κατάθεση της ημερομηνίας 25.9.23 πήγε αυτοβούλως στην Αστυνομία να την υποβάλει διότι φοβόταν για τη ζωή της Παραπονούμενης. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε ήταν που σταμάτησε να δίνει στον Μ.Υ.2 την Παραπονούμενη και ακολούθησαν όσα περιγράφει στην εν λόγω κατάθεση, νομίζει πάντως πως οι μετέπειτα επιβλεπόμενες συναντήσεις τους, σταμάτησαν γύρω στο καλοκαίρι. Εξήγησε περαιτέρω, για ποιο λόγο η Παραπονούμενη παρακολουθείτο από την Μ.Κ.2.
Αντεξετάστηκε μεταξύ άλλων, ως προς το κατά πόσο, μετά τις αναφορές της Παραπονούμενης, είχαν επισκεφθεί την παιδίατρο Ε.Ε. προκειμένου να εξετάσει την τελευταία και κατά πόσο η εν λόγω παιδίατρος τους είχε αναφέρει πως σε εξατομικευμένη συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη, δεν της αναφέρθηκε οτιδήποτε για κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο. Επί τούτου, αντεξετάστηκε περαιτέρω ως προς τους λόγους που αποφάσισαν ξαφνικά να αλλάξουν παιδίατρο, όταν λίγες ημέρες προηγουμένως, ο πατέρας της Παραπονούμενης (Μ.Υ.2), την είχε μεταφέρει στον παιδίατρο που την παρακολουθούσε μέχρι τότε (Μ.Υ.7), κατόπιν παράκλησης της Μ.Κ.5, για να της υποβληθεί πως ο λόγος ήταν γιατί δεν τους άρεσε το γεγονός πως ο Μ.Υ.7 δεν διαπίστωσε οτιδήποτε κλινικό επί της Παραπονούμενης.
Πέραν των πιο πάνω, αντικείμενο της αντεξέτασης αποτέλεσε και το γεγονός καθώς και οι λόγοι που η Μ.Κ.6 είχε ζητήσει από τον Μ.Υ.2 να διενεργήσουν τεστ πατρότητας της Παραπονούμενης, η σχέση τους με τον Μ.Υ.2 κατά τη διάρκεια του γάμου τους και οι σχέσεις της ίδιας και της οικογένειας της με την οικογένεια του Κατηγορουμένου, καθώς και το πότε ακριβώς η Μ.Κ.5 είχε υποβάλει για πρώτη φορά καταγγελία στην Αστυνομία εν σχέσει με τις αναφορές της Παραπονούμενης. Ερωτήθηκε επίσης, με ποιο σκεπτικό και πώς η ίδια δικαιολογούσε το γεγονός πως ενώ υπεβλήθη καταγγελία από την Μ.Κ.5 στις 8.12.21 για σεξουαλική κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο, η ίδια (Μ.Κ.6) στις 26.01.22 αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος με βάση το οποίο, ο Μ.Υ.2 δικαιούτο σε επικοινωνία με την Παραπονούμενη, η οποία εν γνώσει της ασκείτο στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο οποίο διέμενε ο Μ.Υ.2. Αποτέλεσε θέση της Μ.Κ.6 πως μέχρι τότε δεν είχε πειστεί, διότι δεν ήθελε να πιστέψει τις αναφορές της Παραπονούμενης και πως πείστηκε για το αληθές των ισχυρισμών της περί τον Σεπτέμβριο το 2022, όταν επεσυνέβη το περιστατικό που ξύπνησε στον ύπνο της η Παραπονούμενη και έκλαιγε, εξ ου και από τότε σταμάτησε να δίνει την Παραπονούμενη στον πατέρα της, μέχρι και τις 28.6.23 που τροποποιήθηκε το αρχικό διάταγμα επικοινωνίας. Της υπεβλήθη πως όλα όσα είχε αναφέρει η Παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, είναι ψέματα τα οποία σκηνοθέτησε η ίδια και υπέβαλε στην Παραπονούμενη να πει, εξ ου και η τελευταία στην εν λόγω κατάθεση της, ανέφερε σε κάποια στιγμή «μόνο δύο μου είπε να πω η μάμα», με κίνητρο να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο που δεν την ήθελε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Μ.Υ.2 και να στερήσει την επικοινωνία του τελευταίου με την Παραπονούμενη. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε για την αναφορά της στην Μ.Κ.2 για νυχτερινή ενούρηση της Παραπονούμενης, με την υπεράσπιση να της υποβάλλει ότι λέει ψέματα και ότι πρόκειται για δικό της επινόημα προκειμένου να ξαναπάρει το παιδί σε ψυχολόγο μετά από δύο χρόνια γιατί το παιδί αρνείτο να καταθέσει.
Επί τούτου δε, της τέθηκε ότι ο λόγος που αρνείτο το παιδί να δώσει κατάθεση είναι επειδή του υπέβαλλε να λέει ψέματα και ότι υπάρχει ηχογραφημένη συζήτηση του παιδιού με τον πατέρα του (Μ.Υ.2), όπου αναφέρει πως της είπε ότι δεν την πείραξε ο παππούς αλλά δεν την ακούει. Θέση, την οποία απέρριψε και η οποία προκάλεσε την κατάθεση από την Μ.Κ.6 οπτικοακουστικού υλικού (τεκμήριο 18) στο οποίο ως η θέση της επιβεβαιώνετο το γεγονός πως η Παραπονούμενη δεχόταν απειλές από τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Υ.2. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης της βεβαίως κατατέθηκε και η αναφερόμενη ηχογράφηση (Τεκμήριο Α προς αναγνώριση - μετέπειτα Τεκμήριο 34). Το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων αποτέλεσε έναυσμα για περαιτέρω αντεξέταση της Μ.Κ.6, με την τελευταία να ισχυρίζεται πως τα όσα ακούγονται στο Τεκμήριο Α προς αναγνώριση ήταν αποτέλεσμα κατεύθυνσης της να τα πει από τον Μ.Υ.2.
Τέλος, αντεξετάστηκε σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε τις καταθέσεις της ημερ. 2.9.22 και 25.9.23 (Έγγραφα Θ και Ι), ως επίσης και για ποιο λόγο εν τέλει, απέσυρε τις λοιπές καταγγελίες που είχε εναντίον του Μ.Υ.2 για να της υποβληθεί πως ο λόγος που το έπραξε ήταν με αντάλλαγμα τη συναίνεση του τελευταίου, να της δώσει τη γονική μέριμνα της ανήλικης για την οποία εκκρεμούσε σχετική αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο αλλά και επειδή επρόκειτο για ψευδείς καταγγελίες.
H M.K.7 είναι κλινική ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού και προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης κατόπιν παραπομπής της στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με τα προσόντα, την εκπαίδευση και την εμπειρία της, κατέθεσε βιογραφικό σημείωμα (Έγγραφο ΙΑ). Κατέθεσε επίσης την έκθεση που ετοίμασε μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της (Εγγράφο ΙΒ). Στην έκθεση της, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε, αναφέρεται στην παραπομπή της ανήλικης για ψυχολογική αξιολόγηση, στην συγκατάθεση που λήφθηκε από τους γονείς της για την διεξαγωγή της αξιολόγησης και στην πορεία της συνεργασίας. Σημειώνει δε ότι τα ευρήματα της αξιολόγησης προκύπτουν από τις ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις με την ανήλικη[9], καθώς επίσης και από το σύνολο των πληροφοριών από τους γονείς σχετικά με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό της ανήλικης, και αναφέρει ότι η μητέρα ενημερώθηκε για τα πορίσματα και τις εισηγήσεις που προκύπτουν από την αξιολόγηση στις 21.11.22, ενώ η συνάντηση με τον πατέρα στις 16.11.22 διακόπηκε από τον ίδιο και δεν συνεργάστηκε για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Στη συνέχεια αναφέρεται στο ιστορικό του παιδιού και ακολουθούν τα κλινικά της ευρήματα. Ως προκύπτει από την ενότητα κλινικά ευρήματα, η ανήλικη, η οποία κατά την αξιολόγηση ήταν 4 ετών, ήταν γενικά ένα φυσιολογικό παιδί για την ηλικία της, όμως παρατηρήθηκε να εμφανίζει ψυχικές αντιδράσεις που σχετίζονταν με τα ψηλά επίπεδα συγκρούσεων στη σχέση των γονέων - φάνηκε να ήταν μάρτυρας σε λεκτικούς και σωματικούς διαπληκτισμούς ανάμεσα στους γονείς. Όσον αφορά τα καταγγελθέντα περιστατικά, ενώ αρχικά φάνηκε να διστάζει κατά τις αφηγήσεις της, τελικά αναφέρθηκε σε αγγίγματα από τον πατρικό παππού στα γεννητικά όργανα, δείχνοντας την κίνηση σε κούκλα. Επίσης ανέφερε ότι ο παππούς έβαλε το χέρι της στο δικό του γεννητικό όργανο. Το παιδί ανέφερε ακόμη ότι αυτό έγινε πολλές φορές, χωρίς ωστόσο να μπορεί να το προσδιορίσει χρονικά λόγω του ηλικιακού της σταδίου, και ότι τα περιστατικά γίνονταν στο χωράφι που έχει ζωάκια και πήγαινε με τον παππού της. Για λόγους που εξηγεί δε[10], τα παραπάνω περιστατικά φάνηκε να μην έχουν γίνει αντιληπτά στο παιδί ως πιθανή σεξουαλική κακοποίηση και για το λόγο αυτό δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στην συμπτωματολογία σχετιζόμενη με τα περιστατικά.
Κατά την περαιτέρω εξέταση της, μεταξύ άλλων, επεξήγησε τι είναι οι ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις τις οποίες πραγματοποίησε προκειμένου να αξιολογήσει την Παραπονούμενη καθώς και την σημαντικότητα της λήψης του ιστορικού της τελευταίας από τους δύο γονείς, το οποίο καταγράφει στην έκθεση της. Ως προς τούτο, εξήγησε περαιτέρω και τον λόγο που καταγράφει στην έκθεση της ότι ο Μ.Υ.2 δεν ήταν συνεργάσιμος, με αποτέλεσμα οι μεταξύ τους συναντήσεις να διακοπούν καθώς και τη σημασία που ενδεχομένως η πιο πάνω συμπεριφορά να είχε επί της Παραπονούμενης. Επίσης, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε το παιδί για να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση και εξήγησε ότι αυτός είναι ο λόγος που ζητήθηκε η αξιολόγηση του, για να δουν αναλόγως των ευρημάτων πως θα συνέχιζε μετά η Αστυνομία στο κομμάτι της διερεύνησης. Ως ανέφερε δε, γνωρίζει πως μετά την τελευταία τους συνάντηση που είχε κάνει τις αναφορές το παιδί, η Αστυνομία ενημερώθηκε άμεσα από την ίδια και διευθετήθηκε άμεσα η οπτικογραφημένη κατάθεση.
Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην αρχή των συναντήσεων τους με την Παραπονούμενη, στις ψυχικές αντιδράσεις και στην ψυχική αναστάτωση του παιδιού που αναφέρονται στην έκθεση της, καθώς και στην αυθόρμητη αποκάλυψη των περιστατικών που καταγγέλθηκαν, κατά την τελευταία τους συνάντηση, στο πλαίσιο της συζήτησης που είχε με το παιδί για την μη ύπαρξη επικοινωνίας με τον πατέρα το επίδικο διάστημα. Ως προς το τι συγκεκριμένα της ανέφερε το παιδί, παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα από τη μαρτυρία της: «Οπόταν το παιδί πάνω σε εκείνη τη συζήτηση, μου ανέφερε ότι δεν βλέπει τον πατέρα της εξαιτίας αυτού που έγινε, οπόταν ρωτήθηκε τι ήταν αυτό που έγινε, και το παιδί μου είχε αναφέρει ότι «Ο παππούς άγγιξε το πουλάκι μου» συγκεκριμένα και «Ότι έβαλε το χέρι μου πάνω στην πουλλού του» απλά επειδή ρώτησα σε ποιον χώρο έγιναν αυτά τα περιστατικά, μου ανέφερε ότι ήταν στο χωράφι που είχε ζωάκια και πάει με τον παππού της. »
Επεξήγησε επίσης γιατί δεν μπορούμε να εξακριβώσουμε τι σημαίνει η αναφορά του παιδιού ότι έγινε «πολλές φορές» και τους λόγους που η ίδια θεωρεί πως όσα της είπε η Παραπονούμενη δεν προκύπτει να ήταν υποβολιμαία από άλλο πρόσωπο, ενώ τέλος αναφέρθηκε στο κατά πόσο είναι αναμενόμενο και πότε ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης της ηλικίας της Παραπονούμενης, να αποκαλύψει το τι του συμβαίνει και εάν είναι απαραίτητη η ανάπτυξη συμπτωματολογίας, κάτι που ως καταγράφει στην έκθεση της, δεν εντόπισε στην Παραπονούμενη.
Η Μ.Κ.7, αντεξετάστηκε ουσιαστικά επί του περιεχομένου της έκθεσης που συνέταξε, ερωτώμενη εάν προ της ψυχολογικής αξιολόγησης που διεξήγαγε, ήταν ενήμερη για ό,τι είχε προηγηθεί τόσο επί της ουσίας των γεγονότων όσο και διαδικαστικά, ως επίσης και τον λόγο που η αξιολόγηση διεξήχθη, πολλούς μήνες μετά την υποβολή της καταγγελίας, για να της υποβληθεί πως ο λόγος ήταν για να πείσει η ίδια την Παραπονούμενη να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση, κάτι το οποίο δεν είχε καταστεί δυνατό τους προηγούμενους μήνες. Η μάρτυρας δε, διαφώνησε πως υπήρξε σύγκρουση μεταξύ της ίδιας και του Μ.Υ.2 αλλά και ότι η ίδια προσπάθησε να τον πείσει πως συνέβησαν αυτά που είπε το παιδί, με την ίδια να εξηγεί πως δεν είναι δική της δουλειά να πείσει κάποιον γονέα ότι το παιδί έχει κακοποιηθεί και πως ο τελευταίος ήταν αντιδραστικός όταν ενημερώθηκε για τις αναφορές της Παραπονούμενης και ότι έγινε συζήτηση μαζί του για τις ανησυχίες του, αλλά σηκώθηκε και έφυγε. Αντεξετάστηκε περαιτέρω ως προς το γιατί χρησιμοποιεί στην έκθεση της την φράση «πιθανή σεξουαλική κακοποίηση», αλλά και για το κατά πόσο ήταν σημαντικό για την ίδια να γνωρίζει εάν η Παραπονούμενη, την περίοδο που έγινε η καταγγελία και έπειτα, επισκεπτόταν το σπίτι του Κατηγορούμενου, με την ίδια να εξηγεί για το πρώτο ζήτημα πως η λέξη «πιθανή», χρησιμοποιείται διότι δεν είναι της δικής της αρμοδιότητας η εξέταση του κατά πόσο έγινε ή όχι μια πράξη μιας και η αποστολή της ίδιας ήταν η ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης, ενώ για το δεύτερο ζήτημα ανέφερε πως αυτό δεν είχε σημασία για την ίδια εφόσον σημασία είχε η ψυχική κατάσταση του παιδιού την περίοδο της αξιολόγησης και όχι τι μπορεί να συνέβηκε κάποιους μήνες πριν, αλλά αυτό που γνώριζε είναι πως την περίοδο της αξιολόγησης, η μητέρα απαγόρευε τις συναντήσεις για να μην υπάρχει αυτή η επαφή.
Της υπεβλήθη επίσης πως κακώς η ίδια δεν παρέπεμψε την Παραπονούμενη για εξέταση από παιδοψυχίατρο, κάτι το οποίο όφειλε να πράξει ένεκα των όσων είχαν προηγηθεί τους προηγούμενους 10 μήνες, με την ίδια να απαντά πως δεν εντόπισε οτιδήποτε που να κρίνετο απαραίτητη η παραπομπή της σε παιδοψυχίατρο και εν πάση περιπτώσει η ψυχολόγος είναι εξίσου αρμόδια να κάνει την αξιολόγηση. Πέραν των πιο πάνω, κλήθηκε να σχολιάσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 34[11] (ηχογραφημένη συζήτηση του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη) αλλά και την οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης, υπό την ιδιότητα της ως ψυχολόγος, ερωτώμενη κατά πόσο, με βάση το περιεχόμενο των όσων άκουσε, εξακολουθεί να πιστεύει πως οι αναφορές της Παραπονούμενης στην ίδια, ήταν αυθόρμητες ή ήταν λόγια που της υποβλήθηκαν να τα πει.
Η Μ.Κ.8, η οποία είναι αστυφύλακας και την επίδικη περίοδο εργαζόταν στον Kλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε (Έγγραφο ΙΓ). Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 26.10.22, έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης που δόθηκε από τη μητέρα της (Μ.Κ.6) και ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω κατάθεσης παρέλαβε από την Παραπονούμενη δύο σχέδια που έκανε η ίδια. Ως αναφέρει, επίσης, ο Μ.Κ.1 χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης απ’ όπου λήφθηκε η κατάθεση και μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της ο τελευταίος σφράγισε τους τρεις ψηφιασμούς δσκους με ειδική ταινία και η ίδια τους υπέγραψε. Στη συνέχεια της εξέτασης της, η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 4, ως τα σχέδια που έκανε η ανήλικη κατά την ώρα της συνέντευξης και ανέφερε πως η τελευταία της είπε για το δεύτερο σχέδιο ότι ήταν κάτι κακό, ενώ στο πρώτο σχέδιο, όταν η ανήλικη αναφέρθηκε στην πουλλού και τη ρώτησε να περιγράψει την πουλλού του παππού «έκανε αυτήν τη γραμμή εδώ στο κέντρο των δύο σχεδίων αναφέροντας μου ότι «αυτή είναι η πουλλού του παππού» και έκανε κάποιες μικρές δεξιά και αριστερά γραμμούλες, τις οποίες ανάφερε ότι ήταν σκουληκάκια, σκουλήκια.» Επίσης, αναγνώρισε το Τεκμήριο 2, αναφέροντας ότι είναι δύο από τους τρείς δίσκους με την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης, όπου υπάρχει και η υπογραφή της, καθώς και το Τεκμήριο 3, ως την απομαγωνητοφώνηση της κατάθεσης. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 19, την δήλωση ανακριτή προς τον συνοδό πριν την οπτικογράφηση, την οποία υπέγραψε. Ως προς την αναφορά της στην «Έλενα», όταν είπε στην ανήλικη ότι προχθές μιλούσε με αυτήν και της είπε κάποια πράγματα, ζητώντας της να αναφέρει και στην ίδια τι συνέβη (βλ. σελ. 5, γραμμές 6-8, Τεκμήριο 3), διευκρίνισε ότι αναφερόταν στην Μ.Κ.7 και ανέφερε το όνομα της τελευταίας γνωρίζοντας ότι μίλησε σε αυτήν και θέλοντας να βάλει το παιδί στη συζήτηση.
Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το κατά πόσο γνωρίζει πόσες προσπάθειες είχαν γίνει στο παρελθόν για να ληφθεί από την Παραπονούμενη οπτικογραφημένη κατάθεση καθώς και για ποιο λόγο δεν είχε γίνει κατορθωτή η λήψη της. Προς τούτο, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, γραπτή συγκατάθεση ημερ. 2.9.22 (Τεκμήριο 20) καθώς και δήλωση ανακριτή και γραπτή συγκατάθεση ημερ.14.2.22 (Τεκμήρια 21 και 22), που υπεγράφησαν από την Μ.Κ.6 και την ίδια, παρόλο που ως ανέφερε η Μ.Κ.8 σε καμιά εκ των προηγούμενων προσπαθειών, δεν είχαν μπει στο δωμάτιο που λαμβάνονται οι οπτικογραφημένες καταθέσεις, μιας και η Παραπονούμενη δεν μιλούσε καθόλου. Ως προς το ότι κλήθηκε να δώσει κατάθεση τέταρτη φορά, ανέφερε πως «Αυτό αποφασίζεται σε πολυθεματικές και από ειδικούς από το Σπίτι του Παιδιού και από την Αστυνομία, τον ανακριτή και τον υπεύθυνο εκεί της ομάδας.». Επίσης, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε πως αυτές οι σοβαρές υποθέσεις διερευνώνται όσο χρόνο και να τους πάρει και δεν υπάρχει χρονικό όριο. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς την απόφαση να παραπεμφθεί το παιδί σε ψυχολόγο αλλά και για τον τρόπο που έγιναν οι ερωτήσεις. Συγκεκριμένα της τέθηκε πως δεν έπρεπε να ζητήσει από το παιδί να αναφέρει τι είπε στην Μ.Κ.7, διότι το ανάγκασε να πει αυτό που ήθελαν, με τη μάρτυρα να απαντά ότι οι ερωτήσεις αποσκοπούσαν να πει και στους ίδιους τι ανέφερε στην τελευταία και ότι είναι μια πρακτική που χρησιμοποιούν για τη συνέντευξη τους σε αυτές τις μικρές ηλικίες, όταν γνωρίζουν ότι το παιδί κάτι είπε σε κάποιον ειδικό. Πέραν των πιο πάνω, αντεξετάστηκε για τη μη λήψη συγκατάθεσης και από τον Μ.Υ.2, και σε σχέση με την αναφορά της Παραπονούμενης, μεταξύ άλλων, «μόνο δύο να πω είπε η μάμα», καθώς και τους λόγους που η ίδια δεν ρώτησε την τελευταία τι ακριβώς εννοούσε με την παραπάνω φράση, για να της υποβληθεί πως εσκεμμένα δεν ρώτησε διότι επιζητούσε την ενοχή του Κατηγορούμενου.
Ο Κατηγορούμενος (Μ.Υ.1) κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση (Έγγραφο ΙΔ), το περιεχόμενο της οποίας αποτέλεσε ουσιαστικά την κυρίως εξέταση του. Σε αυτήν, πέραν από την οικογενειακή του κατάσταση, αναφέρει μεταξύ άλλων πως λόγω της πρωινής εργασίας του και της απογευματινής του ενασχόλησης με τη φάρμα ζώων την οποία διατηρεί στο σπίτι του, τόσο τις καθημερινές όσο και τα Σαββατοκυρίακα εργάζεται μέχρι αργά το απόγευμα. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ενημερώθηκε από τον Μ.Υ.2, περί το τέλος Δεκεμβρίου του 2021, με αποτέλεσμα να αναστατωθεί ολόκληρη η οικογένεια του, καθότι ουδέποτε έμεινε μόνος με την Παραπονούμενη η οποία ελάχιστες φορές είχε επισκεφθεί το σπίτι του, ενώ όσες φορές το έπραξε ήταν πάντοτε με τον Μ.Υ.2, πλην μιας περίπτωσης για την οποία πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του. Πέραν τούτων, η Παραπονούμενη ήταν πολύ απόμακρη μαζί του επειδή λίγη επαφή είχαν και τον πλησίαζε μόνο όταν ο Μ.Υ.2 ήταν παρών. Αναφέρεται επίσης, στις ελάχιστες σχέσεις που είχε η οικογένεια του με την οικογένεια της Μ.Κ.6 καθότι οι τελευταίοι τους υποτιμούσαν και δεν τους ήθελαν, όπως και στο γεγονός ότι η σχέση του με την ίδια την Μ.Κ.6 δεν ήταν καλή διότι ο ίδιος είχε μιλήσει στον Μ.Υ.2 για τη διαγωγή της, γεγονός το οποίο της είπε ο Μ.Υ.2. Σε σχέση με την Μ.Κ.6, αναφέρεται σε τρία περιστατικά που έγιναν μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και την έκδοση διατάγματος εναντίον του ώστε να μην πλησιάζει την Παραπονούμενη, κατά τα οποία είναι η θέση του πως η Μ.Κ.6 τον κατήγγελλε ψευδώς, γεγονός το οποίo φάνηκε κατόπιν της διερεύνησης των καταγγελιών της. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, κατέθεσε ως τεκμήριο 23 σχεδιάγραμμα της οικίας του και ως τεκμήρια 24-27 φωτογραφίες του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου της οικίας του. Ερωτήθηκε περαιτέρω, πόσα από τα 10 παιδιά του, διέμεναν στο σπίτι του τον Δεκέμβριο του 2021, αναφέροντας πως τότε ζούσαν μαζί τους τέσσερις κόρες τους.
Η αντεξέταση του περιστράφηκε γύρω από τις αναφορές στην γραπτή του δήλωση, περί του καθημερινού προγράμματος του και του λιγοστού χρόνου που ανάφερε πως είχε να αφιερώσει στην οικογένεια του, για τα ζώα που είχε στην αυλή του την επίδικη περίοδο και κατά πόσο ο Μ.Υ.2 διέμενε ή εξακολουθεί να διαμένει στο σπίτι του. Επίσης, ερωτήθηκε πότε γνώρισε την Μ.Κ.6 για πρώτη φορά και ποιες ήταν οι σχέσεις τους, πριν και κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Μ.Υ.2 καθώς και πότε ενημερώθηκαν πως η ίδια ζήτησε από τον Μ.Υ.2 να διενεργήσουν τεστ πατρότητας της Παραπονούμενης. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε για τη σχέση του με την οικογένεια της Μ.Κ.6, για τη σχέση της τελευταίας και του Μ.Υ.2 και για τον τρόπο που περνούσε το χρόνο της η Παραπονούμενη όταν βρισκόταν στο σπίτι του.
Αποτέλεσε θέση του δε κατά την αντεξέταση πως η καταγγελία εναντίον του ήταν ουσιαστικά ένα σχέδιο της Μ.Κ.6 και των γονιών της, με απώτερο σκοπό να πάρουν την κηδεμονία της Παραπονούμενης και να την αποκόψουν από τον Μ.Υ.2 με τον οποίο ήταν πολύ δεμένη συναισθηματικά, εξ ου και οι συχνές καταγγελίες εναντίον του Μ.Υ.2 από την Μ.Κ.6 ότι δήθεν της ασκούσε βία, ενώ αυτό δεν ήταν αληθές. Σε άλλο σημείο δε ο Κατηγορούμενος προώθησε τη θέση πως «σ’αυτήν τη διαδικασία εν η Αστυνομία μες τη μέση..», υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 «καθοδηγούνταν από άλλους», κάπου αλλού είπε ότι ο «αρχιτέκτονας» της υπόθεσης είναι η Μ.Κ.5, η οποία «βρήκε στήριξη και έκανε αυτά που έκανε...», ενώ εν τέλει υποστήριξε και τη θέση πως κάποιος άλλος «κινά τα νερά», αρνούμενος να τον κατονομάσει.
Ο Μ.Υ.2, κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Έγγραφο ΙΕ) στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό της γνωριμίας του με την Μ.Κ.6 η οποία απέληξε στην εγκυμοσύνη της τελευταίας, με αποτέλεσμα να αποφασίσουν να παντρευτούν, γεγονός το οποίο ως αναφέρει ουδέποτε αποδέχτηκαν η Μ.Κ.5 και ο σύζυγος της, αφού δεν τον θεωρούσαν αντάξιο της κοινωνικής υπόστασης τους, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία έγιναν μετά την γέννηση της Παραπονούμενης. Αποτελεί θέση του, πως και η Μ.Κ.6 προσέβλεπε στο να χωρίσουν, εξ ου και του είχε ζητήσει τη διενέργεια τεστ πατρότητας (τεκμήριο 28) και γενικότερα προκαλούσε ένταση στον γάμο τους χωρίς λόγο, με σκοπό να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει την οικία τους και αργότερα να τον αποξενώσει από την Παραπονούμενη με την οποία είχε άριστες σχέσεις, παραπέμποντας προς τούτο σε διάφορα περιστατικά και διάφορες ανυπόστατες (κατά τον ίδιο) καταγγελίες που είχε υποβάλει η Μ.Κ.6 εναντίον του, τόσο πριν το διαζύγιο τους αλλά και μετέπειτα. Πέραν από τις καταγγελίες της Μ.Κ.6, αντιμετώπισε και διάφορα προβλήματα στην εργασία του, τα οποία προκαλούσαν τόσο η Μ.Κ.6 όσο και η Μ.Κ.5, για τα οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις εργασίες που είχε κατά καιρούς. Αναφέρει περαιτέρω πως ακολούθως, μετά την περίοδο που βρισκόταν σε διάσταση με την Μ.Κ.6, η τελευταία είχε αφήσει την Παραπονούμενη στην Μ.Κ.5 και δεν του επέτρεπαν την επικοινωνία μέχρι και τα μέσα Νοεμβρίου του 2021, όπου εκκρεμούσης αίτησης γονικής μέριμνας που είχε καταχωρήσει η Μ.Κ.6 (τεκμήριο 29) και μετά από επιμονή της τότε δικηγόρου του, η Μ.Κ.6 αποδέχθηκε να επικοινωνεί μαζί με την Παραπονούμενη. Στο πλαίσιο της πιο πάνω αίτησης γονικής μέριμνας, στις 26/1/2022, η Μ.Κ.6 παρά το γεγονός ότι αρχικά επέμενε να μην επιτραπεί η επικοινωνία, ισχυριζόμενη σεξουαλική παρενόχληση της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο, αποδέχτηκε την έκδοση διατάγματος επικοινωνίας του ίδιου με την Παραπονούμενη. Ωστόσο, παρά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και πάλι η επικοινωνία του εμποδίζετο να ασκηθεί από την Μ.Κ.5 και την Μ.Κ.6 με διάφορους τρόπους (τεκμήρια 30 και 31), μέχρι τον Απρίλιο του 2023, όπου ο ίδιος εξ ανάγκης, αποδέχθηκε να επικοινωνεί με την Παραπονούμενη στο Γραφείο Ευημερίας. Την δε περίοδο 13.5.23-7.6.23 μετά που το Γραφείο Ευημερίας αποφάσισε πως δεν υπήρχε λόγος να επιβλέπει τις επικοινωνίες τους λειτουργός, αναγκάστηκε κατόπιν επιμονής της Μ.Κ.6, να πληρώνει, προκειμένου να εξακολουθήσει να επικοινωνεί με την Παραπονούμενη (τεκμήριο 32). Από τις 28.6.23 δε, όταν και τροποποιήθηκε το αρχικό διάταγμα επικοινωνίας από το Δικαστήριο (τεκμήριο 33) ο ίδιος μέχρι και τον Οκτώβριο του 2023 είχε επικοινωνία με την Παραπονούμενη μόνο για 20 φορές περίπου και αυτές, σε δημόσιο χώρο, ενώ από τον Οκτώβριο του 2023 μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο είχαν επικοινωνία μόνο στα δικά του και στα δικά της γενέθλια. Για την διευθέτηση δε της επικοινωνίας, αναγκάστηκε να ζητήσει από τον εξάδελφο του, Μ.Υ.4, να διευθετεί εκείνος τις συναντήσεις διότι κάθε φορά που ο ίδιος επικοινωνούσε με την Μ.Κ.6 για τον παραπάνω σκοπό, αντιμετώπιζε καταγγελία στην Αστυνομία ότι δήθεν την εξύβρισε κ.α..
Αναφέρεται επίσης, στο ότι σε κάποια από τις επικοινωνίες του με την Παραπονούμενη, στις 26.9.23, η τελευταία άρχισε να του μιλά για τον Κατηγορούμενο και να του λέει ότι ουδέποτε την παρενόχλησε και επ’ αφορμής αυτής της συζήτησης, ηχογράφησε την συνομιλία του με την Παραπονούμενη (τεκμήριο 34).
Σε σχέση με την Μ.Κ.7, αναφέρει πως πράγματι είχαν συναντηθεί, πλην όμως η ίδια προσπαθούσε να τον πείσει πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που του καταλογίζονται με τον ίδιο να της αναφέρει πως αποκλείεται να συνέβησαν, για τους λόγους που της εξήγησε, πλην όμως η ίδια του έλεγε πως προσπαθούσε να καλύψει τον Κατηγορούμενο.
Αναφέρεται περαιτέρω, σε ένα περιστατικό όπου περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2021, είχε μεταφέρει την Παραπονούμενη, κατόπιν παρότρυνσης της Μ.Κ.5 στον παιδίατρο (Μ.Υ.7), ο οποίος αφού την εξέτασε δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αργότερα αναφέρει, ενημερώθηκε πως οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 είχαν αλλάξει παιδίατρο, χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί και πιστεύει πως ο λόγος που το έπραξαν είναι γιατί δεν τις ικανοποίησε το ότι ο Μ.Υ.7, δεν εντόπισε οτιδήποτε επιλήψιμο.
H αντεξέταση του περιστράφηκε γύρω από τις αναφορές στην γραπτή του δήλωση και ειδικότερα, γύρω από το κίνητρο που απέδωσε στην Μ.Κ.6, ότι δηλαδή υπέβαλε στην Παραπονούμενη, μαζί με την Μ.Κ.5, να πει όσα ανέφερε για τον Κατηγορούμενο, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, με σκοπό να τον αποξενώσει από κοντά της. Επί τούτου, του υπεβλήθη η θέση πως όσα ανέφερε σχετικά με τον χαρακτήρα ή και τις πράξεις των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, ήταν με σκοπό να δώσει υπόσταση στο κίνητρο που τους απέδωσε και να πλήξει την αξιοπιστία τους, έτσι ώστε να γίνει πιο πειστικός. Ερωτήθηκε για ποιο λόγο ανέφερε κατ’ επαναληψη πως ουδέποτε άφησε την Παραπονούμενη μόνη της με τον Κατηγορούμενο και πως ο Κατηγορούμενος δεν αφιέρωνε, λόγω έλλειψης χρόνου, χρόνο στα εγγόνια του, συμπεριλαμβανομένης της Παραπονούμενης, ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σε σχέση με την παρούσα (τεκμήριο 35), ρητά ανέφερε πως τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και η μητέρα του (Μ.Υ.5), παίζουν και περνούν χρόνο μαζί με την Παραπονούμενη. Επί τούτου αποτέλεσε θέση του, πως έκανε μεν την πιο πάνω αναφορά στην κατάθεση του αλλά στην πραγματικότητα ο ίδιος έπαιζε με την τελευταία στην παρουσία των γονιών του. Του υπεβλήθη επίσης πως και ο ισχυρισμός του ότι την περίοδο Σεπτεμβρίου του 2022, η Μ.Κ.6 απέτρεπε την επικοινωνία του με την Παραπονούμενη, ουσιαστικά δεν ευσταθεί διότι σε κανένα σημείο της κατάθεσης του δεν το αναφέρει. Ερωτήθηκε περαιτέρω, ποιος ήταν ο λόγος που χώρισαν με την Μ.Κ.6 για να του υποβληθεί πως χώρισαν, επειδή την κτυπούσε, γεγονός που ανέφερε και η Παραπονούμενη στην Μ.Κ.2, όταν αξιολογείτο για δεύτερη φορά από την τελευταία, με τον ίδιο να αναφέρει πως ουδέποτε χτύπησε την Μ.Κ.6 και πως εάν η Παραπονούμενη ανέφερε κάτι τέτοιο, ήταν και αυτό αποτέλεσμα των όσων η Μ.Κ.6 της είπε να πει. Κλήθηκε επίσης να εξηγήσει για ποιο λόγο, ως οι ίδιες οι αναφορές του, δεν άφηνε την Παραπονούμενη μόνη της με τον Κατηγορούμενο και κατά πόσο, τον Δεκέμβριο του 2021, η Παραπονούμενη είχε πράγματι, διανυκτερεύσει μαζί του, στο σπίτι του Κατηγορούμενου και εάν έτυχε, σε οποιαδήποτε διανυκτέρευση μαζί της, να χρειαστεί ο ίδιος να φύγει από το σπίτι.
Ερωτήθηκε επίσης για ποιο λόγο, ο ίδιος αποδέχθηκε να δοθεί στην Μ.Κ.6 η φύλαξη και επιμέλεια της Παραπονούμενης αφ’ ης στιγμής ο ίδιος της αποδίδει ότι έβαλε την Παραπονούμενη στη διαδικασία να πει ψέματα για τον Κατηγορούμενο και για ποιο λόγο, ενώ αναφέρει πως η Μ.Κ.6 ακόμη και το έτος 2023 αρνείτο να του δώσει την Παραπονούμενη χωρίς να είναι η ίδια παρούσα, ο ίδιος έχει αρκετές ηχογραφήσεις (μεταξύ αυτών και αυτή του Τεκμηρίου 34) χωρίς την παρουσία της Μ.Κ.6. Επί τούτου, του υπεβλήθη περαιτέρω πως τα όσα αναφέρει η Παραπονούμενη στην εν λόγω ηχογράφηση (τεκμήριο 34) την πίεσε ο ίδιος να τα πει, διότι όταν σε δύο άλλες περιπτώσεις του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος την παρενοχλεί, ο ίδιος θύμωσε και την χτύπησε.
Σε σχέση με το ότι από τον Σεπτέμβριο του 2022 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2023, η Μ.Κ.6 αρνείτο την επικοινωνία του με την Παραπονούμενη, του υπεβλήθη πως ο λόγος ήταν διότι, όταν προηγουμένως ο ίδιος ασκούσε επικοινωνία, μετέφερνε την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο, γεγονός το οποίο έμαθε η Μ.Κ.6 εξ ου και μετέπειτα, για να του επιτρέψει την επικοινωνία, ζήτησε όπως οι συναντήσεις να είναι επιβλεπόμενες.
Ο Μ.Υ.3 είναι υπεύθυνος κρεοπωλείου σε υπεραγορά στην Λάρνακα, όπου εργάστηκε ο Μ.Υ.2 περί τα τέλη του 2021 με αρχές του 2022, για περίοδο 4-5 μηνών. Αναφέρθηκε δε σε τηλεφώνημα που δέχθηκε από την Μ.Κ.5, την οποία γνώριζε μέσω της εργασίας του, όταν η τελευταία έμαθε πως προσελήφθη ο Μ.Υ.2 στο συγκεκριμένο κρεοπωλείο και του ζήτησε να διώξει τον Μ.Υ.2 από εκεί γιατί είναι επικίνδυνος και πρέπει να φύγει από τη Λάρνακα και να είναι μακριά για να μην βλέπει το μωρό, παρότρυνση την οποία δεν αποδέχθηκε αφου όπως της είχε πει δεν είχε κάποιο θέμα μαζί του. Η Μ.Κ.5 τότε του ανέφερε πως εφόσον δεν μπορούσε να τον διώξει, θα δημιουργούσε θέμα στον Μ.Υ.2. Ο ίδιος δεν είχε αναφέρει στον τελευταίο οτιδήποτε για την τηλεφωνική επικοινωνία, όμως τον προέτρεψε γενικά, να είναι ψύχραιμος εάν οποιοσδήποτε μεταβεί στο κατάστημα και δημιουργήσει θέμα. Μετά την παρέλευση δύο εβδομάδων έμαθε πως η Μ.Κ.5 είχε μεταβεί στο συγκεκριμένο κρεοπωλείο, υποτίθεται για να ψωνίσει και προκάλεσε τον Μ.Υ.2 με αποτέλεσμα αυτός να εκνευριστεί και να βγει εκτός εαυτού και να δημιουργηθεί επεισόδιο, ενώπιον άλλων πελατών του κρεοπωλείου. Τα πιο πάνω τα πληροφορήθηκε από την εργασία του εφόσον ο ίδιος είχε σχολάσει εκείνη την ημέρα και δεν ήταν παρών. Το αποτέλεσμα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν να απολυθεί ο Μ.Υ.2 από την εργασία του.
Ο Μ.Υ.3 αντεξετάστηκε σε σχέση με το πως γνώριζε την Μ.Κ.5 και πως η ίδια γνώριζε το κινητό του τηλέφωνο και ότι ήταν υπεύθυνος του Μ.Υ.2, ως επίσης εάν τη ρώτησε για ποιο λόγο του ζήτησε να τον απολύσει. Ως ανέφερε δε, για το συγκεκριμένο συμβάν είχε δώσει και κατάθεση στην Αστυνομία.
Ο Μ.Υ.4, είναι εξάδελφος του Μ.Υ.2. Κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στην σχέση που είχε με την Μ.Κ.6, την Παραπονούμενη και τον Μ.Υ.2, τόσο πριν, όσο και μετά το διαζύγιο του Μ.Υ.2 και της Μ.Κ.6. Μετά τον χωρισμό τους, μεσολάβησε ώστε να βλέπει ο Μ.Υ.2 την Παραπονούμενη, επικοινωνόντας ο ίδιος με την Μ.Κ.6 εφόσον με τον Μ.Υ.2 είχαν πρόβλημα στην επικοινωνία. Αρχικά, συναντιόνταν όλοι μαζί σε παιχνιδότοπο στην Λάρνακα που έπαιρνε και τα δικά του παιδιά, ωστόσο στη συνέχεια αντιλήφθηκε πως η Παραπονούμενη, απέφευγε τη συνάντηση, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. Η επικοινωνία μαζί της, για σκοπούς διευθέτησης της επικοινωνίας του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη, συνεχίστηκε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν ο ίδιος αποφάσισε, έπειτα από συζήτηση που είχε μαζί της, να μην ασχοληθεί ξανά εφόσον ένοιωθε πως την παρακαλούσε, ώστε να συναντήσει ο Μ.Υ.2 την Παραπονούμενη.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με το πότε περιήλθε στην αντίληψη του ότι η Μ.Κ.6 και ο Μ.Υ.2 αντιμετώπιζαν πρόβλημα στη μεταξύ τους επικοινωνία και πότε ο ίδιος ξεκίνησε να μεσολαβεί ώστε να επιτυγχάνεται η επικοινωνία του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη, κατά πόσο γνώριζε ότι περί τις αρχές του 2022 είχε εκδοθεί διάταγμα με βάση το οποίο επιτρεπόταν στον Μ.Υ.2 να διανυκτερεύει με την Παραπονούμενη και κατά πόσο γνωρίζει εάν αυτό εφαρμοζόταν κανονικά. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το πως περιήλθε στην αντίληψη του ότι κάθε φορά, ως ο ισχυρισμός του, που η Μ.Κ.6 συναντιόταν με τον Μ.Υ.2 για να του παραδώσει την Παραπονούμενη, η συνάντηση αυτή απέληγε σε καταγγελία εναντίον του Μ.Υ.2 και κατά πόσο γνώριζε τι αφορούσαν αυτές οι κατ’ ισχυρισμό καταγγελίες. Του υπεβλήθη δε και η θέση πως ανεξαρτήτως της δικής του παρουσίας κάποιες φορές, ο Μ.Υ.2 είχε επικοινωνία με την Παραπονούμενη, επικοινωνία η οποία κατά το έτος 2022 ασκείτο και με διανυκτέρευση.
Η Μ.Υ.5, είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο ΙΣΤ), στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο γιός της (Μ.Υ.2) και η Μ.Κ.6 είχαν προβλήματα στη σχέση τους και οι γονείς της τελευταίας δεν τον ήθελαν, ότι οι δύο τσακώθηκαν και χώρισαν και ότι λίγο μετά το διαζύγιο τους, ο Μ.Υ.2 τους ανέφερε πως η Μ.Κ.6 κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο πως κακοποιεί σεξουαλικά την Παραπονούμενη. Πριν την καταγγελία, η τελευταία πήγαινε με τον Μ.Υ.2 στο σπίτι τους 1-2 φορές την βδομάδα, αλλά δεν διανυκτέρευσε ποτέ μαζί τους. Όταν ήταν στο σπίτι τους δε, ήταν συνέχεια με τον Μ.Υ.2 και ουδέποτε η ίδια ή ο Κατηγορούμενος την πήραν στην φάρμα που διατηρούν στο σπίτι τους. Επίσης, ανέφερε πως ουδέποτε η Παραπονούμενη παραπονέθηκε στην ίδια ή στον Μ.Υ.2 για το οτιδήποτε, καθώς και ότι οι συγκρουσιακές σχέσεις που έχει ο Μ.Υ.2 με την Μ.Κ.6 επηρεάζουν τη σχέση του με το μωρό, γιατί συνεχώς η Μ.Κ.6 δημιουργεί προβλήματα. Επί τούτου, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, διευκρίνισε πως η τελευταία δεν τον άφηνε να βλέπει το μωρό. Περαιτέρω, εξέφρασε την πεποίθηση της ότι αποκλείεται ο Κατηγορούμενος να έπραξε όσα του καταλογίζονται, επαναλαμβάνοντας πως οι δύο τους δεν έμειναν ποτέ μόνοι και πως η ίδια θα έβλεπε εάν συνέβαινε οτιδήποτε καθότι από την κουζίνα στην οποία συνήθως βρίσκεται, έχει οπτική επαφή με την φάρμα καθότι οι δύο χώροι επικοινωνούν.
Η αντεξέταση της περιστράφηκε γύρω από τις αναφορές της κυρίως εξέτασης της. Ερωτήθηκε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εξέφραζε την αγάπη του προς τα παιδιά και τα εγγόνια τους και με ποιο τρόπο, καθώς επίσης εάν περνούσε μαζί τους χρόνο παίζοντας ή παίρνοντας τα στην φάρμα που έχουν στο σπίτι τους. Εξέφρασε την πεποίθηση πως η οικογένεια της Μ.Κ.6, ήθελαν να απομακρύνουν την Παραπονούμενη από την οικογένεια τους και τον Μ.Υ.2 διότι δεν τους ήθελαν ποτέ λόγω της διαφορετικής οικονομικής και κοινωνικής τους κατάστασης και πως η καταγγελία ενορχηστρώθηκε από την Μ.Κ.5 η οποία ασχολείτο με τη μαγεία. Της υπεβλήθη πως ο λόγος που ενέμεινε στην κυρίως εξέτασης της πως ο Κατηγορούμενος δεν έμεινε ποτέ μόνος με την Παραπονούμενη ήταν για να καταρρίψει τις αναφορές της τελευταίας, με την ίδια να παραπέμπει στην ηχογραφημένη συνομιλία της Παραπονούμενης με τον Μ.Υ.2 (τεκμήριο 34), στην οποία ως η θέση της, το παιδί παραδέχεται πως ο Κατηγορούμενος δεν την πείραξε ποτέ. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με τον χρόνο που περνούσε η Παραπονούμενη στο σπίτι τους, τόσο πριν όσο και μετά τον χωρισμό των Μ.Κ.6 και Μ.Υ.2, ποιες ήταν οι σχέσεις της ίδιας με την Μ.Κ.6 και ποια του Κατηγορούμενου καθώς επίσης και εάν η ίδια γνωρίζει για ποιο λόγο, ο Μ.Υ.2 και η Μ.Κ.6 κατέληξαν σε διαζύγιο. Της υπεβλήθη πως ό,τι ανέφερε είναι απόψεις της ίδιας μιας και δεν ήταν παρούσα σε κανένα από τα καταγγελλόμενα περιστατικά και πως μοναδικός σκοπός της ήταν να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο, με την ίδια να εμμένει πως ο Κατηγορούμενος δεν θα έπραττε ποτέ όσα του καταλογίζονται και πως εάν υπήρχε η παραμικρή δόση αλήθειας, ο ίδιος ο Μ.Υ.2 θα σκότωνε τον Κατηγορούμενο.
Η Μ.Υ.6, είναι η μια από τις θυγατέρες του Κατηγορούμενου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Έγγραφο ΙΖ), στην οποία αναφέρει ότι περί το τέλος του 2021 πληροφορήθηκαν από τον αδελφό της (Μ.Υ.2) ότι η Μ.Κ.6 κατήγγειλε τον πατέρα τους στην Αστυνομία για σεξουαλική παρενόχληση της Παραπονούμενης, με αποτέλεσμα όλη η οικογένεια να αναστατωθεί γιατί γνώριζαν πως δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί αυτό. Και τούτο γιατί τις πολύ λίγες φορές που πήγαινε σπίτι τους η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος τις λίγες ώρες που βρισκόταν στο σπίτι δεν έμενε ποτέ μόνος με την Παραπονούμενη, η οποία βρισκόταν συνεχώς με τον Μ.Υ.2 και η ίδια όπως και οι αδελφές της, λόγω της διαρρύθμισης του σπιτιού, θα αντιλαμβάνονταν εάν συνέβαινε το οτιδήποτε. Αποτελεί θέση της δε πως δεν υπήρχε περίπτωση να συνέβησαν αυτά που κατηγορείται ο πατέρας της και να μην τα αντιλήφθηκε η ίδια ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας τους.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με την συχνότητα που η Παραπονούμενη επισκεπτόταν το σπίτι τους, πριν και μετά το διαζύγιο των γονιών της και κατά πόσο μετά το διαζύγιο διανυκτέρευε στο σπίτι τους, ποια η σχέση που είχε ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη και πως η ίδια είναι τόσο βέβαιη ότι ουδέποτε συνέβησαν όσα καταγγέλθηκαν εφόσον δεν ήταν παρούσα σε κανένα περιστατικό.
Ο Μ.Υ.7 είναι παιδίατρος και στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ημερ. 17.1.2022 (Έγγραφο ΙΗ), στην οποία αναφέρει ότι μεταξύ των ασθενών που είχε ήταν και η Παραπονούμενη, την οποία ξεκίνησε να βλέπει από τις 9.10.2018 αλλά το δεύτερο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2021, μετά τις 17 μου μήνα, έφυγε από κοντά του και πήγε σε άλλο παιδίατρο. Η τελευταία επίσκεψή ήταν στις 15.12.2021, όπου ο πατέρας πήρε την ανήλικη μετά από προηγούμενη τηλεφωνική επικοινωνία με τη γιαγιά (Μ.Κ.5), η οποία του είχε πει ότι το παιδί είχε κοιλιακό άλγος. Από την εξέταση, ο ίδιος δεν διαπίστωσε να έχει κάτι κλινικά το παιδί και τους ζήτησε να κάνουν γενική εξέταση ούρων, λόγω και του ιστορικού που είχε το παιδί, το οποίο γεννήθηκε με υδρονέφρωση και αφαιρέθηκε ο ένας νεφρός. Το αποτέλεσμα της γενικής εξέτασης ούρων έδειξε πιουρία χωρίς ουρολοίμωξη. Σε τηλεφωνική επαφή που είχε με τη μητέρα της ανήλικης στις 17.12.2021, της είπε να επαναληφθεί εξέταση και η δεύτερη εξέταση ήταν καθαρή. Πιθανόν, η πιουρία, να ήταν αιδιοκολπίτιδα των κορασίδων ή απλή άτυπη πυουρία. Η αιδιοκολπίτιδα προκαλείται από ακαθαρσίες και σε πιο μεγάλα μωρά αυτό προκαλείται από την αλλαγή του πεχα της ευαίσθητης περιοχής. Ως αναφέρει επίσης, μετά τη δεύτερη ανάλυση επικοινώνησε μαζί του η Μ.Κ.5 για να του πει ότι έχει υποψίες για σεξουαλική κακοποίηση της εγγονής της και να τον ρωτήσει αν είχε δει κάτι. Ο ίδιος δε τη συμβούλευσε να δει το μωρό ιατροδικαστής και να ενημερωθεί η αστυνομία και του ανέφερε ότι θα το πράξει. Επίσης, ανέφερε ότι ποτέ δεν του ανέφερε το μωρό οτιδήποτε που να παραπέμπει σε σεξουαλική κακοποίηση, ενώ όταν επικοινώνησε η Μ.Κ.5 μαζί του για να του αναφέρει τις υποψίες που είχε, του ανέφερε ότι υποψιαζόταν τον παππού και ότι η ίδια είχε ρωτήσει το παιδί αν την φίλησε ο παππούς και αν τη χάιδευε και το παιδί απάντησε καταφατικά. Κατά την περαιτέρω εξέταση του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην κατάθεση του αναφέρθηκε σε μια αιτία της πυουρίας, ενώ τα αίτια είναι πάρα πολλά όπως κακή συλλογή ούρων, κακός καθαρισμός, ίωση κλπ.
Αντεξετάστηκε δε για την εξέταση που διενήργησε στο παιδί κατά την πιο πάνω αναφερόμενη επίσκεψη και αν εξέτασε τα γεννητικά του όργανα, για το κατά πόσο θυμάται επακριβώς όσα του αναφέρθηκαν από την Μ.Κ.5 και για τις υποψίες της, για το γεγονός ότι αναφέρθηκε σε μόνο ένα αίτιο της πυουρίας στην κατάθεση του καθώς και για τη θέση του ότι το αποτέλεσμα της δεύτερης ανάλυσης, 1-2 μέρες μετά, η οποία ήταν καθαρή, ήταν κακή συλλογή ούρων.
Ο Μ.Υ.8 είναι αστυφύλακας και υπηρετεί στο κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Κατά την κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε την κατάθεση Έγγραφο Ι της Μ.Κ.6, ως κατάθεση που ελήφθη από τον ίδιο στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης που διερευνάτο εναντίον του εδώ Κατηγορούμενου και του Μ.Υ.2 για αδικήματα παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, παρενόχληση θύματος, κοινή επίθεση και ανυπακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Ως ανέφερε, ο ίδιος εν τέλει παρέπεμψε την υπόθεση στη Νομική Υπηρεσία για λήψη οδηγιών, εφόσον κατά την άποψη του υπήρχαν κενά και μη ικανοποιητική μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα, όλη η υπόθεση βασιζόταν στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης η οποία είχε κενά και οι απαντήσεις δεν συνήδαν μεταξύ τους, οπότε ζητήθηκε η λήψη νέας οπτικογραφημένης κατάθεσης και το παιδί αρνήθηκε. Έτσι, με δεδομένο ότι η οπτικογραφημένη που λήφθηκε δεν ήταν ξεκάθαρη και το υπόλοιπο μαρτυρικό που συνελέχθη δεν ήταν ικανοποιητικό, παραπέμφθηκε η υπόθεση στη Νομική Υπηρεσία, η οποία αποφάσισε όπως η υπόθεση παραμείνει σε εκκρεμότητα, έχοντας υπόψη την υπόθεση που εξετάζεται. Όπως διευκρίνισε δε ο μάρτυρας, η οπτικογραφημένη κατάθεση που ανέφερε λήφθηκε στις 22.9.2023 στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, μετά από καταγγελία της Μ.Κ.6 στο κλιμάκιο Λάρνακας μία βδομάδα προηγουμένως και μετέπειτα αναφοράς της ότι το παιδί της είπε πως ο πατέρας την μετέφερε στον παππού, αλλά επειδή προέκυπτε ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν στην επαρχία Αμμοχώστου η οπτικογραφημένη κατάθεση στάλθηκε στο δικό τους κλιμάκιο για τη διερεύνηση των αδικημάτων.
Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε ξανά στο περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης και εξήγησε πως η εισήγηση του δεν ήταν μόνο λόγω της κατάθεσης αλλά και βάσει της λοιπής μαρτυρίας, όπως της ψυχολόγου και άλλων καταθέσεων από το σχολείο του μωρού που έλεγαν ότι το μωρό μπορεί να επηρεάζεται από τον οικονενειακό του κύκλο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας ήταν όπως παραμείνει σε εκκρεμότητα η υπόθεση μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας υπόθεσης, αλλά δεν γνωρίζει για ποιο λόγο έμεινε σε εκκρεμότητα και ότι το μωρό ήταν 5 χρόνων όταν έδωσε την οπτιγραφημένη. Ανέφερε επίσης ότι το παιδί φαινόταν ότι ήταν επηρεασμένο και συμφώνησε ότι σύμφωνα με τη ψυχολόγο πολλές αντιδράσεις της συνδέονται με τις πολυάριθμες διαδικασίες που η Παραπονούμενη υποβλήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως οπτικογραφημένες καταθέσεις και ψυχολογικές αξιολογήσεις.
B. Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη έννοια του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαστε σε θέση ν’ αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[12].
Ι. Καταγγελία - Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.4, Μ.Κ.8)
Οι αστυνομικοί Μ.Κ.1 και Μ.Κ.8, είναι αμφότεροι τοποθετημένοι στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων και είναι ειδικά εκπαιδευμένοι στην τεχνική συνέντευξης και λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, κάτι που δεν έχει αμφιβητηθεί και γίνεται αποδεκτό. Η μαρτυρία τους αφορούσε κυρίως τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη στις 26/10/2022 (βλ. Τεκμήρια 2 και 3) και αυτό που θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί είναι ότι πρόκειται για μάρτυρες οι οποίοι δεν γνώριζαν από προηγουμένως κανένα εκ των εμπλεκόμενων στην υπόθεση προσώπων και δεν είχαν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Κατά την κρίση μας δε, αμφότεροι οι μάρτυρες κατέθεσαν με ειλικρίνεια για τις ενέργειες τους και έκαναν ομολογουμένως καλή εντύπωση στο Δικαστήριο.
Από τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων δεν έχει βεβαίως αμφισβητηθεί ότι στις 26.10.2022, η Μ.Κ.8 έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο που βρίσκεται στο Σπίτι του Παιδιού, ενώ ο Μ.Κ.1 κατά τη λήψη της κατάθεσης χειριζόταν τη συσκευή οπτικογράφησης που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Ο Μ.Κ.1 δε προηγουμένως, την ίδια μέρα, είχε λάβει γραπτή συγκατάθεση από την Μ.Κ.6 για τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την ανήλικη (Τεκμήριο 1), την οποία συνυπόγραψε και η κοινωνική λειτουργός του Σπιτιού του Παιδιού, Μ.Κ.4, όπως εξάλλου επιβεβαίωσε κατά τη μαρτυρία της και η τελευταία χωρίς επί τούτου ν’ αμφισβητηθεί.
Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι ο Μ.Κ.1, μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης προέβη στη σφράγιση των τριών ψηφιακών δίσκων που δημιουργήθηκαν και περιλαμβάνουν την οπτικογραφημένη κατάθεση, καθώς και ότι έγιναν τρείς δίσκοι για λόγους ασφαλείας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι για τον ίδιο λόγο, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν δύο εκ των τριών ψηφιακών δίσκων (Τεκμήριο 2).
Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1, στις 30.10.2022, προέβη σε αποσφράγιση ενός εκ των τριών δίσκων και την ίδια μέρα έκανε την απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 3), ενώ ακολούθως σφράγισε ξανά τον ψηφιακό δίσκο. Τούτο δεν έχει αμφισβητηθεί, ούτε όμως αμφισβητήθηκε η αναφορά του μάρτυρα ότι «η απομαγνητοφώνηση αποδίδει την κατάθεση και δεν έχει αφαιρεθεί ή προστεθεί οτιδήποτε σε ότι λέχθηκε κατά την οπτικογράφηση και δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση της οπτικογράφησης».
Άλλες ενέργειες στις οποίες προέβη ο Μ.Κ.1 και δεν αμφισβητήθηκαν, αφορούσαν στη λήψη των δύο ανακριτικών καταθέσεων από τον Κατηγορούμενο. Η πρώτη λήφθηκε στις 21.4.2022 (Τεκμήριο 6) και η δεύτερη στις 9.11.2022 (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με τον μάρτυρα η πρώτη κατάθεση λήφθηκε με βάση τη μαρτυρία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 και η δεύτερη με βάση τη μαρτυρία της ανήλικης στην οπτικογραφημένη της κατάθεση. Ως ανέφερε επίσης, πριν τη λήψη της κάθε κατάθεσης, δόθηκαν στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του (βλ. Τεκμήρια 5 και 7), ενώ στις 9.11.2022, μετά τη λήψη της δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης που αναφέρθηκε ανωτέρω, κατηγορήσε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 9).
Περιπλέον, μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης είχε συνομιλία με τη διευθύντρια του σχολείου της ανήλικης, η οποία του ανέφερε κάποια πράγματα που αφορούσαν την υπόθεση και γι’ αυτό στις 2.11.2023 μετέβη στο νηπιαγωγείο μαζί με την Μ.Κ.8 και παρέλαβαν μια επιστολή της διευθύντριας, ημερομηνίας 21.9.2023 (Τεκμήριο 11.1) και ένα σχέδιο που είχε ετοιμάσει η Παραπονούμενη (Τεκμήριο 11.2). Σε σχέση με την πιο πάνω ενέργεια του ετοίμασε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 10). Ως προς το ότι δεν έλαβε και κατάθεση από τη διευθύντρια του σχολείου, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ουσιαστικά δεν κρίθηκε αναγκαίο αφου όσα είχε ν’ αναφέρει η μάρτυρας τα είπε στην επιστολή που του παρέδωσε.
Εκεί που ομολογουμένως εστίασε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ήταν στο γεγονός ότι το παιδί κλήθηκε για να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση τέσσερις φορές και η λήψη της έγινε εφικτή την τελευταία φορά, κάποιους μήνες μετά την αρχική προσπάθεια. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1 τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, τις πρώτες τρείς φορές (22.12.2021, 14.2.2022 και 2.9.2022) δεν κατέστη εφικτό να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη αφού δεν είχε καμία επικοινωνία ούτε με τη συνάδελφο του, αλλά ούτε με τη λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού. Διευκρίνισε δε πως σε όλες τις περιπτώσεις είχε ζητηθεί η συγκατάθεση της μητέρας για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης. Σημειώνουμε εδώ, ότι όπως έγινε αντιληπτό τόσο από την αντεξέταση του συγκεκριμένου μάρτυρα όσο και από την αντεξέταση άλλων μαρτύρων κατηγορίας στην πορεία της δίκης, η βαρύτητα που έδωσε η υπεράσπιση στο συγκεκριμένο σημείο σχετιζόταν με τη βασική θέση της για συνεχή, επί μήνες προσπάθεια επηρεασμού της ανήλικης από το περιβάλλον της μητέρας της για να δώσει κατάθεση με συγκεκριμένες αναφορές για τον Κατηγορούμενο, εξ ου και η θέση που τέθηκε στο μάρτυρα ως φαίνεται κατωτέρω, ότι είναι η μητέρα και η γιαγιά της ανήλικης που επικοινωνούσαν μαζί τους για να αναφέρουν πως η ανήλικη είναι έτοιμη να δώσει κατάθεση.
Με απόλυτη σαφήνεια δε και με παραπομπή σε στοιχεία από τον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης (βλ. τα ημερολόγια ενεργείας Τεκμήριο 12), ο μάρτυρας ξεκαθάρισε πως παρά το γεγονός ότι σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις το παιδί δεν έδωσε κατάθεση, η διερεύνηση συνεχίστηκε, ενώ σχετικές οδηγίες ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης ζητήθηκαν και από τη Νομική Υπηρεσία. Πιο συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 (βλ. σελ.4, καταχώρηση υπ’ αρ. 5, ημερ. 2.3.2022), ο μάρτυρας φαίνεται να ζητά από τους ανωτέρους του τη διαβίβαση της υπόθεσης στη Νομική Υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της, ενόψει του ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν κατέστη δυνατό σε δύο περιπτώσεις να ληφθεί κατάθεση «αφου η ανήλικη δεν ανταλλάσσει καμία λέξη με την Αστυνομία» και για το λόγο αυτό έγινε ψυχολογική αξιολόγηση της ανήλικης, ενώ περαιτέρω προέκυψαν κάποιες αντιφάσεις από τις καταθέσεις των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6.
Ως προς τις αναφερόμενες αντιφάσεις, ανέφερε συγκεκριμένα ότι «…η μητέρα της ανήλικης κατά την πρώτη συνάντηση που έγινε στο Σπίτι του Παιδιού στις 22/12/2021, ανέφερε στην Αστυφύλακα 4484, Μαρία Κουντούρη ότι η κόρη της ουδέποτε της ανέφερε ότι κακοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στις 04/02/2022, ανέφερε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τη μητέρα της, τη γιαγιά της ανήλικης για το περιστατικό στις 16/12/2021 και την επόμενη ημέρα σε συζήτηση που είχε με την ανήλικη της ανέφερε και το κατέθεσε το περιστατικό».
Παρενθετικά, πριν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να επισημανθεί βεβαίως εδώ πως η αναφορά του μάρτυρα στο ημερολόγιο ενεργείας και κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης ότι υπήρχαν αντιφάσεις στη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων, δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένδειξη της ειλικρίνειας του και της προσπάθειας αντικειμμενικής αντίκρυσης όλων των δεδομένων της υπόθεσης.
Ας σημειωθεί ότι μετά το πιο πάνω σημείωμα του μάρτυρα, δόθηκαν οδηγίες από τη Βοηθό Διευθύντρια του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος να ανακριθεί ο Κατηγορούμενος, κάτι που όπως ήδη αναφέρθηκε έγινε στις 21.4.2022. Στις 28.4.2022 δε (βλ. σελ. 6-8, καταχώρηση υπ’ αρ.10), ο υπεύθυνος του μάρτυρα φαίνεται ότι διαβιβάζει την υπόθεση για προώθηση στη Νομική Υπηρεσία, με καταληκτική σημείωση ότι η μαρτυρία δεν είναι ικανοποιητική για ποινική δίωξη. Ακολούθησαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για «τη συνέχιση της παρακολούθησης της ανήλικης ώστε να βοηθηθεί για να μπορέσει ίσως κάποια στιγμή να προβεί σε κατάθεση». Τα μετέπειτα σημειώματα, αφορούν σε χρόνο μετά την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικής και οδηγίες για καταχώρηση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου.
Ο μάρτυρας, επίσης, ξεκαθάρισε πως δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος που κλήθηκε η Παραπονούμενη σε συγκεριμένες ημερομηνίες για να δώσει κατάθεση και ότι καλείτο στο πλαίσιο της προσπάθειας για να της ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση, σε συνεννόηση με τη μητέρα της. Από την άλλη όμως, ο μάρτυρας ανέφερε με ειλικρίνεια πως δεν θυμόταν λόγω του χρόνου που παρήλθε αν ο ίδιος επικοινωνούσε με τη μητέρα της ανήλικης για να πάρει το παιδί για κατάθεση, ενώ περαιτέρω δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρχε επικοινωνία της μητέρας ή της γιαγιάς της ανήλικης μαζί του, για να του πουν ότι το παιδί είναι έτοιμο για κατάθεση. Από εκεί και πέρα, επανέλαβε ότι επρόκειτο για ένα παιδί που δεν μιλούσε στην αστυνομία και έγιναν προσπάθειες για να μιλήσει, ενώ είχε ζητηθεί και ψυχολογική αξιολόγηση του πριν τη λήψη της κατάθεσης.
Είναι γεγονός πως αναμένοταν από το μάρτυρα, ο οποίος είναι και ο ανακριτής της υπόθεσης, να είναι πιο κατατοπιστικός ως προς την όλη διαδικασία μέχρι τη λήψη της κατάθεσης από την Παραπονούμενη και βεβαίως για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καλείτο κάθε φορά η τελευταία για κατάθεση. Επί τούτου, η Μ.Κ.8 αναφέρθηκε σε απόφαση του ανακριτή και πολυθεματικής ομάδας αποτελούμενης από ειδικούς, χωρίς ο ίδιος όμως να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε ότι η ουσία της μαρτυρίας του αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, ότι δηλαδή το παιδί μετέβη για κατάθεση σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις και αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω έλλειψης συνεργασίας του τελευταίου, ενώ ζητήθηκε και ψυχολογική αξιολόγηση πριν δώσει κατάθεση, επιβεβαιώνεται και από την Μ.Κ.8, η μαρτυρία της οποίας επί του ζητήματος αυτού όπως φαίνεται κατωτέρω γίνεται αποδεκτή.
Ως προς τη θέση που του τέθηκε περί ευθύνης της Αστυνομίας επειδή παρέλειψε να ενεργήσει και να λάβει μέτρα ώστε να μην διαπραχθούν ξανά αδικήματα εναντίον του παιδιού, εάν ληφθεί υπόψη ότι η καταγγελία έγινε τον Δεκέμβριο του 2021 και τα αδικήματα με βάση το κατηγορητήριο φαίνεται να συνεχίστηκαν μέχρι 30.8.2022, ο μάρτυρας την απέρριψε και ανέφερε πως αν υπήρχε μαρτυρία του παιδιού μετά την καταγγελία θα ήταν διαφορετικά τα δεδομένα. Επίσης, ανέφερε πως δεν είναι ο ίδιος που ετοίμασε το κατηγορητήριο με τις ημερομηνίες που καταγράφονται σ’ αυτό και σε κάθε περίπτωση ζητήθηκαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης.
Παρενθετικά, επισημαίνουμε βεβαίως ότι ο τρόπος που διατυπώθηκε η συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης, η οποία επαναλήφθηκε και σε άλλους μάρτυρες με απόδοση ευθύνης και σε άλλες υπηρεσίες του Κράτους, δεν είναι ο καλύτερος και μάλλον προκαλεί σύγχυση. Και αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ως εκ της συγκεκριμένης θέσης της υπεράσπισης, αναφέρθηκε σε διάφορα σημεία της γραπτής της αγόρευσης της αλλά και κατά την προφορική της αγόρευση σε «έμμεση παραδοχή της διάπραξης των αδικημάτων». Με δεδομένη την άρνηση των κατηγοριών από μέρους της υπεράσπισης και των θέσεων που πρόβαλε καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, είναι προφανές πως αυτό που επιθυμούσε να προωθήσει με την πιο πάνω θέση δεν είναι βεβαίως ότι η αστυνομία δεν έπραξε οτιδήποτε παρά το γεγονός ότι συνεχίστηκε η διάπραξη των αδικημάτων, αλλά αυτό που επιχείρησε ουσιαστικά να ψέξει ήταν το γεγονός ότι, παρά την ύπαρξη καταγγελίας για σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού, δεν λήφθηκαν -κατά τον ισχυρισμό της- επαρκή και άμεσα μέτρα προστασίας, ώστε να διασφαλιστεί η ανήλικη και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο περαιτέρω κινδύνου, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οποιαδήποτε αποδοχή της βασιμότητας ή της συνέχισης των αποδιδόμενων αδικημάτων. Περαιτέρω ανάλυση επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν απαιτείται, αλλά πάντως δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση περί έμμεσης παραδοχής της διάπραξης των αδικημάτων.
Αναφορικά με τη θέση τώρα που του τέθηκε, ότι στο φάκελο δεν περιλήφθηκαν όλα τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο μάρτυρας με σαφήνεια απάντησε ότι ο ίδιος ετοίμασε το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και επεξήγησε ότι κάποια έγγραφα που δεν περιλήφθηκαν στο μαρτυρικό υλικό -καταθέσεις προσώπων που δεν τέθηκαν ως μάρτυρες στην υπόθεση - βρίσκονταν εντός του ποινικού φακέλου και μπορούσε η υπεράσπιση οποτεδήποτε να ζητήσει να της δοθούν. Απέρριψε δε τη θέση πως δεν δόθηκε όλο το ανακριτικό υλικό αρχικά για να αποκρυβούν από την υπεράσπιση συγκεκριμένα έγγραφα, λέγοντας ότι η υπεράσπιση γνώριζε πως υπάρχουν τα έγγραφα αυτά και δεν απεκρύβησαν. Σημειωτέον, ότι κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων του Δικαστηρίου προς το συνήγορο της υπεράσπισης, ο τελευταίος ανέφερε πως αναφέρεται σε έγγραφα που τους δόθηκαν εκ των υστέρων αφου στάλθηκαν από μέρους τους τρείς επιστολές και όχι σε έγγραφα που δεν τους δόθηκαν καθόλου. Με αυτά υπόψη και πέραν βεβαίως του ότι με τις εξηγήσεις που δόθηκαν δεν προκύπτει καμία πρόθεση απόκρυψης από την υπεράσπιση οιωνδήποτε εγγράφων, είναι γεγονός πως δεν τίθεται κάποιο ουσιαστικό ζήτημα προς περαιτέρω συζήτηση. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας η θέση της υπεράσπισης ότι δεν παρουσιάστηκαν και αποκρύβησαν οι καταθέσεις βασικών μαρτύρων ήτοι των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 και οι οποίες φαίνεται, πάντα κατά την υπεράσπιση, να δόθηκαν στις 16.12.2021 ή στις 8.12.2021, όταν προέβησαν αρχικά σε καταγγελία ΤΑΕ, όμως σε σχέση με το ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε στο κατάλληλο σημείο κατωτέρω. Εξάλλου, ουδέποτε τέθηκε στο συγκεκριμένο μάρτυρα οτιδήποτε σχετικό με το ζήτημα αυτό ή αν γνωρίζει οτιδήποτε περί λήψης κατάθεσης στο ΤΑΕ και αν τους στάλθηκαν οιεσδήποτε καταθέσεις των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 μαζί με την αναφορά του ΤΑΕ στις 17.12.2021, η δική του εμπλοκή δε, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 12, ξεκινά με τη λήψη της εν λόγω αναφοράς από το ΤΑΕ.
Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα γίνεται αποδεκτή. Ως προς την παρατήρηση του Δικαστηρίου ανωτέρω, ότι αναμενόταν να είναι πιο κατατοπιστικός αναφορικά με συγκεκριμένο σημείο, θεωρούμε βεβαίως πως τούτο δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τη γενικά καλή εντύπωση που έκανε ο μάρτυρας ή και την αξιοπιστία του εν γένει.
Ερχόμενοι τώρα στην Μ.Κ.8, η οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, επισημαίνουμε κατ’ αρχάς πως γίνεται αποδεκτό ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης παρέλαβε δύο σχέδια που έκανε η τελευταία (Τεκμήριο 4), η οποία για το δεύτερο σχέδιο που ζωγράφισε μόνη της είπε ότι ήταν κάτι κακό, ενώ στο πρώτο σχέδιο, όταν η ανήλικη αναφέρθηκε στην «πουλλού» και τη ρώτησε να περιγράψει την «πουλλού» του παππού, έκανε τη γραμμή που φαίνεται στο κέντρο των δύο σχεδίων και της ανέφερε ότι «αυτή είναι η πουλλού του παππού», ενώ έκανε κάποιες μικρές γραμμούλες δεξιά και αριστερά (επί της εν λόγω γραμμής), οι οποίες ανάφερε ότι ήταν «σκουλήκια». Δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι η υπεράσπιση με τις ερωτήσεις της έτεινε να αμφισβητήσει τα πιο πάνω και μάλιστα ο συνήγορος της εξέφρασε και τη θέση πως ενδεχομένως να είναι σχέδια που πήρε μαζί της, όμως η ίδια η οπτικογραφημένη κατάθεση / συνέντευξη επιβεβαιώνει ότι το παιδί, κατά τη διάρκεια, ζήτησε «να κάμω ένα χέρι» και μετά ανέφερε «εν κακό»[13] και στη συνέχεια έκανε στο σχέδιο την «πουλλού» με τα «σκουλήκια»[14]. Διευκρινίζουμε βεβαίως σ’ αυτό το σημείο, πως το γεγονός ότι αποδεχόμαστε ως ειλικρινή την αναφορά της μάρτυρος για τα όσα της ανέφερε η Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της κατάθεσης για τα σχέδια, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, έχοντας υπόψη και τα ζητήματα που ηγέρθησαν στο πλαίσιο της παρούσας, πως αποδεχόμαστε ότι τα όσα ανέφερε το παιδί ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Κάτι βεβαίως που θα αποφασιστεί κατόπιν σφαιρικής αξιολόγησης της μαρτυρίας.
Αποδεχόμαστε επίσης πως η μάρτυρας μετά το πέρας της κατάθεσης, έθεσε τα πιο πάνω σχέδια (Τεκμήριο 4) σε χακί φάκελο, τον οποίο παρέδωσε στον Μ.Κ.1, ανακριτή της υπόθεσης, όπως εξάλλου επιβεβαίωσε και ο τελευταίος στη μαρτυρία του.
Περαιτέρω, αποδεχόμαστε ότι υπέγραψε τη δήλωση ανακριτή προς τον συνοδό πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης στις 26.10.2022 (Τεκμήριο 19).
Σε σχέση με τις πρηγούμενες τρείς φορές που είχε συναντήσει το παιδί και τη μητέρα του στο Σπίτι του Παιδιού για να πάρουν κατάθεση, η μάρτυρας πολύ πειστικά ανέφερε ότι το παιδί δεν ανέφερε καν το όνομα του και δεν μιλούσε καθόλου, οπότε δεν μπήκαν στο δωμάτιο για κατάθεση. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 20-22, η μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειται για τις συγκαταθέσεις που λήφθηκαν για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης σε σχέση με δύο από τις τρείς φορές που ανέφερε (2.9.2022 και 14.2.2022), όμως επανέλαβε ότι το παιδί ήταν κλειστό και δεν συνεργάστηκε, και γι’ αυτό δεν λήφθηκε κατάθεση. Όπως εξήγησε δε περαιτέρω, πρώτα γίνεται ένας διάλογος με το παιδί και όταν δεν απαντά ούτε καν στην ερώτηση «πως σε λένε» και στον χαιρετισμό, δεν το βάζουν στη διαδικασία της οπτικογραφημένης κατάθεσης. Γι’ αυτό το λόγο ο ανακριτής μέσω πολυθεματικής ομάδας, αποφάσισε στην περίπτωση αυτή το παιδί να περάσει πρώτα από ψυχολογική αξιολόγηση πριν δώσει κατάθεση.
Αποδεχόμαστε τα όσα ανέφερε, όπως επίσης αποδεχόμαστε και την εξήγηση που έδωσε για την αναφορά που έγινε στο παιδί κατά τη λήψη της κατάθεσης στην «Έλενα» (Μ.Κ.7). Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3, η μάρτυρας σε κάποια στιγμή, αφου μίλησε με το παιδί για διάφορα για να το κάνει να νιώσει άνετα, ανέφερε στο παιδί «…προχτές ήσουν εσύ στη Λάρνακα, μαζί με την …ήσουν με την Έλενα που μιλούσες μαζί της. Ναι; Και είπες κάποια πράγματα».[15] Όταν το παιδί απάντησε καταφατικά δε, συνέχισε και ζήτησε να πει και στην ίδια τι έγινε. Η εν λόγω αναφορά της σύμφωνα με την υπεράσπιση, έγινε προκειμένου να αναγκάσει το παιδί να πει αυτό που ήθελαν και έγινε με τρόπο που «εισήγαγες από το παιδί αυτό που θέλατε να ακούσετε». Η μάρτυρας όμως με απόλυτα σαφή και πειστικό τρόπο, εξήγησε πως αυτό που ήθελε να ξέρει ήταν τι πραγματικά έγινε και σε αυτό αποσκοπούσαν οι ερωτήσεις της, ενώ πρόκειται για μια πρακτική που χρησιμοποιούν για τη συνέντευξη τους σε παιδιά τέτοιων μικρών ηλικιών, όταν γνωρίζουν ότι ένα παιδί μίλησε σε κάποιο ειδικό. Υπενθυμίζεται ότι κατά τον χρόνο λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης το παιδί ήταν ηλικίας τεσσάρων ετών. Υπό το πρίσμα αυτό, και συνεκτιμώντας την ειδική εκπαίδευση της μάρτυρος επί του θέματος, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η αναφορά του συνεντευκτή σε στοιχείο που είχε ήδη αναφερθεί από το παιδί σε ειδικό συνιστά αθέμιτη καθοδήγηση, αλλά κρίνεται εύλογη στο πλαίσιο της διερεύνησης.
Ερωτώμενη δε η μάρτυρας για το κριτήριο που κλήθηκε να δώσει συνέντευξη την τελευταία φορά το παιδί, ανέφερε πως αυτό δεν το αποφασίζει η ίδια αλλά αποφασίζεται σε πολυθεματικές στο Σπίτι του Παιδιού, από ειδικούς και την αστυνομία. Ήταν ξεκάθαρη όμως, ότι η ομάδα της εξετάζει πολύ σοβαρές υποθέσεις και πρέπει να εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια για να ληφθούν καταθέσεις όπως πρέπει και όσο πιο σωστά γίνεται, ενώ όταν το παιδάκι είναι μικρό πρέπει να γίνουν προσπάθειες για να μιλήσει. Επίσης, ανέφερε πως υπάρχουν επιστήμονες με τους οποίους συνεργάζονται και αυτοί αναλαμβάνουν να πουν πότε μπορεί ένα παιδί να καταθέσει, αλλά και ότι οι υποθέσεις αυτές διερευνώνται για όσα χρόνια χρειαστεί.
Ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι ο χρόνος διερεύνησης δεν μπορεί να είναι απεριόριστος και να ταλαιπωρείται ένα παιδί για 10 μήνες για να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση, η μάρτυρας απάντησε ότι «..και τις 4 φορές που ήρθε το μωρό ούτε έκλαιε ούτε φαινόταν ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο, απλά δεν ήθελε να μας μιλήσει γιατί ήταν πολύ ντροπαλό τις πρώτες φορές», ενώ στη συνέχεια είπε ότι «Η έκφραση και ο τρόπος του δεν φαινόταν να είναι ταλαιπωρημένο ούτε όταν ήταν στο Σπίτι του Παιδιού ούτε όταν ήρθε για κατάθεση.», τονίζοντας παράλληλα ότι επρόκειτο για ένα παιδί 4 χρόνων.
Η θέση της μάρτυρος ότι σε καμία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες παρουσιάστηκε το παιδί για σκοπούς λήψης συνέντευξης δεν παρουσιαζόταν ταλαιπωρημένο, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και γίνεται αποδεκτή. Θεωρούμε δε ότι στο σημείο αυτό μπορεί να λεχθεί πως ο ισχυρισμός της υπεράσπισης, ότι έπρεπε να υπάρχει χρονικός περιορισμός στη διερεύνηση της υπόθεσης λόγω της φερόμενης ταλαιπωρίας του παιδιού για περίοδο δέκα μηνών, παρέμεινε ουσιαστικά μετέωρος. Επί τούτου, σημειώνεται κατ’ αρχάς ότι δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια που να επιβάλλει τέτοιο περιορισμό. Περαιτέρω, το γεγονός ότι επρόκειτο για παιδί ηλικίας τριών ετών, το οποίο αρχικά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε και χρειάστηκε χρόνο μέχρι να μπορέσει να εκφραστεί, δεν θα μπορούσε, από μόνο του, να οδηγήσει σε τερματισμό της διερεύνησης της υπόθεσης. Υπενθυμίζουμε δε ότι σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε απόπειρα λήψης κατάθεσης, οι αρμόδιες υπηρεσίες διαπίστωναν εάν το παιδί ήταν σε θέση να καταθέσει και, όταν αυτό δεν συνέβαινε, δεν προχωρούσαν καν στη διαδικασία λήψης συνέντευξης, αποφεύγοντας έτσι την άσκοπη ταλαιπωρία του. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, το παιδί παρουσίαζε κάποια αμηχανία και στρες κατά την ημέρα της συνέντευξης, στοιχείο το οποίο είναι αναμενόμενο ενόψει της ηλικίας του. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι υποστηρίζει τη θέση της υπεράσπισης για τερματισμό της διερεύνησης.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σημειώσουμε με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο της υπεράσπισης, ότι το άρθρο 42 (2) (α) και (ε) του Ν.91(Ι)/2014 στο οποίο παραπέμπει στην αγόρευση του, δεν προσφέρει απολύτως τίποτε στην όλη επιχειρηματολογία του. Στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται κάποιες υποχρεώσεις των διωκτικών αρχών. Συγκεκριμένα, η παράγραφος (α) του εδαφίου 2 αφορά την υποχρέωση πραγματοποίησης των συνεντεύξεων με το θύμα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ενώ η παράγραφος (ε) την υποχρέωση περιορισμού των συνεντεύξεων με το θύμα στις απολύτως απαραίτητες. Εν προκειμένω, επαναλαμβάνουμε ότι παρά την προσπάθεια λήψης κατάθεσης σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις το παιδί δεν συνεργάστηκε και εν τέλει έγινε κατορθωτό να του ληφθεί κατάθεση σε μεταγενέστερο στάδιο. Συναφώς, δεν τίθεται θέμα αδικαιολόγητης καθυστέρησης από μέρους των αρχών να λάβουν κατάθεση, ούτε όμως πρόκειται για περίπτωση διεξαγωγής περισσότερων συνεντεύξεων, μη αναγκαίων για τους σκοπούς της διερευνώμενης υπόθεσης. Ως προς την ισχυριζόμενη δε παραβίαση του άρθρου 15 (3) του εν λόγω νόμου, σημειώνουμε απλά ότι το εν λόγω άρθρο δεν έχει καμία σχέση με την εισήγηση περί μη διεξαγωγής ουσιαστικά των ανακρίσεων χωρίς καθυστέρηση. Επί τούτου, δεν μπορούμε βεβαίως να προβούμε σε εικασίες ως προς τη διάταξη που ενδεχομένως ήθελε να παραπέμψει στην πραγματικότητα ο συνήγορος αλλά σε κάθε περίπτωση, απαντώντας επί της ουσίας της συγκεκριμένης θέσης του, αναφέρουμε ότι ένεκα των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω και της λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης από το παιδί μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος για τους συγκεκριμένους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν τίθεται ούτε ζήτημα καθυστέρησης από αυτή τη σκοπιά.
Ένα άλλο ζήτημα με το οποίο καταπιάστηκε η υπεράσπιση, ήταν αυτή καθ’ αυτή η συνέντευξη της ανήλικης. Συγκεκριμένα, τέθηκε στη μάρτυρα ότι αφενός δεν έκανε σωστά τη δουλειά της κατά τη λήψη της κατάθεσης και αφετέρου ότι σε πολλά σημεία κατεύθυνε το παιδί προκειμένου να λάβει μονολεκτικές απαντήσεις και να οδηγήσει τα πράγματα εκεί που ήθελε, εφόσον στόχος της ήταν να καταλήξει σε ενοχή του Κατηγορούμενου. Η μάρτυρας αρνήθηκε βεβαίως τις πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης, υποστηρίζοντας ότι έκανε σωστά τη δουλειά της και ότι οι καταθέσεις αυτές είναι παιδοκεντρικές και δεν στριμώχνουν τα παιδιά, όμως σε καμία περίπτωση δεν βάζουν λόγια στο στόμα του παιδιού. Εξετάζοντας τώρα τα συγκεκριμένα σημεία της κατάθεσης επί των οποίων αντεξετάστηκε η μάρτυρας, για να της υποβληθούν οι πιο πάνω θέσεις, παρατηρούμε τα εξής.
i. Μη υποβολή διευκρινιστικής ερώτησης όταν το παιδί ανέφερε «μόνο δύο να πω είπε η μάμα»[16].
Όταν το παιδί ανέφερε «επείραξε μου το πουττί μου τζαι έβαλε το χέρι μου να πειράξει το πουλλί», ακολούθησε ο εξής διάλογος (κατωτέρω όπου Α = Ανακριτής και όπου Μ = Μάρτυρας):
« Α: Ναι;
Μ: Ναι.
Α: Και μετά;
M: Εν μόνο δύο.
Α: Τι μόνο δύο;
M: Μόνο δύο να πω είπε η μάμα.
Α: Οκ. Θέλω για να καταλάβω, επειδή εγώ δεν ήμουν εκεί και δεν ξέρω. Είπες μου κάτι τωρά. Είπες μου ότι επείραξε μου το πουττί μου, είπες μου και είπες μου έβαλε με, το χέρι μου στο πουλλί του. Σωστό;
M: Ναι.
………..»
Ως προς την αναφορά του παιδιού ότι «μόνο δύο να πω είπε η μάμα», δεν υποβλήθηκε κάποια διευκρινιστική ερώτηση, με την υπεράσπιση να θεωρεί ότι τούτο αποτελεί σοβαρή παράλειψη και γι’ αυτό υπέβαλε στη μάρτυρα σειρά ερωτήσεων. Σύμφωνα με τη μάρτυρα ήταν η πρώτη φορά που το παιδί αναφέρθηκε σε ένα σοβαρό συμβάν και ήθελε να δουλέψει πάνω σε αυτό για να καταλάβει τι έγινε. Στόχος της ήταν να μάθει την αλήθεια και δεν ήθελε με τις ερωτήσεις της να φέρει το παιδί σε δύσκολη θέση ή να δείξει ότι το αμφισβητεί και να το μπλοκάρει. Ερωτήματα του τύπου «αν σου είπε κάποιος, αν σου είπε η μάμα ή ο μπαμπάς», δεν την ενδιέφεραν εκείνη τη στιγμή και στο τέλος της συνέντευξης δεν το θυμόταν για να ρωτήσει. Επίσης, ανέφερε πως εκείνη τη στιγμή έχει ρόλο συνεντευκτή και όχι ανακριτή. Μετά ο ανακριτής έχει το ρόλο να πάρει την κάθε πληροφορία και να κάνει τη διερεύνηση.
Έχουμε μελετήσει με προσοχή το σύνολο των απαντήσεων της και ομολογουμένως δεν έχουμε πεισθεί ότι δεν μπορούσε να υποβάλει τη συγκεκριμένη ερώτηση για τους λόγους που η ίδια ανέφερε. Αντίθετα, θεωρούμε πως ήταν εύλογο να υποβληθεί, από τη στιγμή που η αναφορά της ανήλικης ότι της επείραξε το πουττί και έβαλε το χέρι της στο πουλλί του, συνοδεύτηκε αμέσως με την αναφορά ότι η μάμα της είπε να πει μόνο δύο. Προσεγγίζοντας το ζήτημα υπό το φως των όσων η ίδια ανέφερε για τον τρόπο διεξαγωγής τέτοιων συνεντεύξεων αλλά και ως ζήτημα λογικής, δεν θεωρούμε ότι η ερώτηση «τι σου είπε η μάμα να πεις» θα μπορούσε να φέρει το παιδί σε δύσκολη θέση ή να το αμφισβητήσει, ίδιως όταν η ερώτηση θα ήταν απλά διευκρινιστική. Οφείλουμε επίσης να επισημάνουμε ότι δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση της μάρτυρος ότι δεν το ρώτησε διότι δεν ήθελε εκείνη τη στιγμή να το μπλοκάρει «μετά τα 1002 άλλα πράγματα που είπε», διότι επαναλαμβάνουμε ότι το παιδί ανέφερε την πιο πάνω φράση ταυτόχρονα με την πρώτη αναφορά της ότι της πείραξε το πουττί και έβαλε το χέρι της στο πουλλί του και όχι στη συνέχεια ή στο τέλος της συνέντευξης, αφου ανέφερε «1002 άλλα πράγματα». Σε κάθε περίπτωση όμως, θεωρούμε πως στο ίδιο πλαίσιο που έχει αναφερθεί το παιδί θα μπορούσε να ρωτηθεί για τούτο στο τέλος της συνέντευξης και η δικαιολογία ότι το ξέχασε στο τέλος, για μια συνεντευκτή σε συνέντευξη με την κύρια μάρτυρα σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση, με κάθε σεβασμό δεν κρίνεται επαρκής εξήγηση της παράλειψης. Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι στο πλαίσιο της αναζήτησης της αλήθειας που η ίδια ανέφερε ότι επιζητούσε, έπρεπε να διευκρινίσει το ζήτημα αυτό.
ii. Το παιδί ρωτήθηκε που ήταν ο πατέρας του όταν έγιναν αυτά που καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο[17] αλλά δεν ρωτήθηκε αν υπήρχαν άλλα άτομα στην οικία τη δεδομένη στιγμή.
Όταν το παιδί ερωτήθηκε αν αυτό που περιέγραψε γινόταν πάντα στο χωράφι ή και κάπου αλλού, ανέφερε ότι έγινε και στο κρεβάτι του παπά της που βρίσκεται κάτω, στο σπίτι του παππού (Κατηγορούμενου). Ερωτώμενη δε αν ήταν ο παπάς εκεί εκείνη την ώρα, απάντησε αρνητικά.
Στη θέση της υπεράσπισης ότι θα έπρεπε να ρωτήσει αν υπήρχαν άλλα άτομα, απάντησε πως έχει την εντύπωση πως ρώτησε το παιδί αν υπήρχαν άλλοι κοντά όταν γίνονταν αυτά και στη συνέχεια παρέπεμψε σε συγκεκριμένο σημείο της κατάθεσης (σελίδα 5, γρ.38), όπου υπέβαλε την ερώτηση «..όταν σου έκαμε τούντο πράμα, είχε και κάποιον άλλο εκεί κοντά;» Παρατηρούμε όμως ότι το συγκεκριμένο σημείο που παρέπεμψε αφορούσε την αναφορά της για το χωράφι και όχι την οικία, στην οποία αναφέρθηκε αργότερα και δεν ευσταθεί η θέση της πως η ερώτηση της αφορούσε όλα τα περιστατικά και το παιδί έχει ξεκαθαρίσει το ζήτημα.
Το παιδί έκανε αναφορά στο τι γινόταν σε κάποιο χωράφι και όταν ερωτήθηκε αν είχε κάποιο άλλο κοντά, έδωσε αρνητική απάντηση. Αργότερα ερωτήθηκε αν συνέβαιναν και αλλού αυτά τα πράγματα και έκανε αναφορά στο κρεβάτι. Ερωτώμενη αν ήταν εκεί ο πατέρας της, απάντησε αρνητικά. Δεν ερωτήθηκε αν είχε κάποιο άλλο άτομο στο σπίτι. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να ισχυρίζεται η μάρτυρας ότι ρώτησε και το θέμα ξεκαθαρίστηκε.
Σε σχέση με ένα άλλο σημείο που ρωτήθηκε η μάρτυρας και την ερώτηση της στην ανήλικη αν φορούσε τα ρουχαλάκια της[18], είναι γεγονός πως τέθηκε κατά τρόπο γενικό και εν πάση περιπτώσει από τις απαντήσεις της μάρτυρος θεωρούμε πως δεν προκύπτει κάτι ουσιαστικό για περαιτέρω συζήτηση.
Με αυτά υπόψη σημειώνουμε ότι για σκοπούς δίκαιης αντιμετώπισης της υπεράσπισης, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης θα έχουμε αδιάλειπτα στραμμένη την προσοχή μας και στα σημεία i και ii ανωτέρω.
Βεβαίως τα πιο πάνω δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η μάρτυρας γενικότερα δεν έκανε σωστά τη δουλειά της ή ότι κατεύθυνε το παιδί σε πολλά σημεία εφόσον επιδίωκε την ενοχή του Κατηγορούμενου, όπως ήταν η θέση που της υποβλήθηκε. Από τη μελέτη της κατάθεσης και των όσων ανέφερε, και λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη ότι είχε ενώπιον της ένα παιδί τεσσάρων χρόνων το οποίο επί μήνες δεν συνεργαζόταν, θεωρούμε πως στο τέλος της ημέρας δεν μπορεί ένας τρίτος αντικειμενικός παρατηρητής που έχει ενώπιον του όλα τα δεδομένα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι έβαζε λόγια στο στόμα του παιδιού, επιδιώκοντας την ενοχή του Κατηγορούμενου. Ούτε βεβαίως προκύπτει ζήτημα αναξιοπιστίας της Μ.Κ.8 εν γένει, εφόσον ήταν γενικότερα μάρτυρας που άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και θεωρούμε πως η μαρτυρία της, με την πιο πάνω επισήμανση υπόψη, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή.
Στρεφόμενοι τώρα στην Μ.Κ.4, η οποία είναι κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού, σημειώνουμε κατ’ αρχάς πως δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτό ότι κατά τη διάρκεια της οπτικογραφημένης κατάθεσης βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και παρακολουθούσε, προς το σκοπό διασφάλισης των δικαιωμάτων του παιδιού, έχοντας προηγουμένως υπογράψει και την γραπτή συγκατάθεση που έδωσε η Μ.Κ.6 για τη λήψη της κατάθεσης (Τεκμήριο 1).
Όπως ανέφερε δε, χωρίς να αμφισβητηθεί, παρά την προσπάθεια τους η διαδικασία να είναι όσο πιο φιλική γίνεται προς το παιδί, εντούτοις η Παραπονούμενη κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης ήταν σε στρες και αμηχανία, και μετά δυσκολίας απάντησε σε κάποιες από τις ερωτήσεις. Όπως εξήγησε περαιτέρω αντεξεταζόμενη, τούτο μπορεί να οφείλεται στη μικρή του ηλικία, στο στρες που υπάρχει ως ένα νέο περιβάλλον, στη διαδικασία και στο γλωσσικό επίπεδο του παιδιού. Αν τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι υποβλήθηκε στο παιδί να λέει αυτά τα πράγματα, η μάρτυρας ήταν σαφής και με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν μπορεί να το πει με θετικό τρόπο, όμως δεν μπορεί και να το αποκλείσει.
Ως προς την προσπάθεια λήψης κατάθεσης από το παιδί τις προηγούμενες φορές, η μαρτυρία της στην ουσία επιβεβαίωσε και συμπλήρωσε θα λέγαμε τη μαρτυρία των δύο πιο πάνω μαρτύρων, κατά τρόπο ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για το λόγο που απαιτήθηκε σημαντικός χρόνος μέχρι το παιδί να είναι σε θέση να δώσει κατάθεση. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε το παιδί, το οποίο ήταν αγχωμένο και δεν ανταποκρινόταν στις ερωτήσεις, οπότε διέκοπταν τη διαδικασία για να μην το στρεσάρουν και χρειάστηκε να γίνει περαιτέρω προσπάθεια για να εγκλιματιστεί. Σύμφωνα με τη μάρτυρα δε, ζητήθηκαν και οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία, η οποία με τη σειρά της ζήτησε να επιμείνουν με κάποιες προσπάθειες ακόμα, ώστε το παιδί να είναι σε θέση να καταθέσει και έτσι προσπάθησαν ξανά.
Είναι γεγονός πως στην πορεία της αντεξέτασης της ανέφερε πως λόγω του χρόνου που παρήλθε δεν θυμάται γιατί ορίστηκαν οι συγκεκριμένες ημερομηνίες, όμως ήταν σαφής ότι η διαδικασία προχωρά σε συνεννόηση με την Αστυνομία και με βάση τα δεδομένα που έχουν ενώπιον τους και τις διαδικασίες που προβλέπονται. Όταν ήρθε δε η απάντηση από τη Νομική Υπηρεσία, ορίστηκε εκ νέου προσπάθεια και στη συνέχεια το παιδί μπήκε σε μια αξιολόγηση και κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης έγινε ξανά προσπάθεια με αποτέλεσμα να ληφθεί η οπτικογραφημένη.
Γίνονται αποδεκτά τα όσα ανέφερε, όπως επίσης και ότι καμία πίεση δεν ασκείτο στο παιδί για να δώσει κατάθεση. Αντίθετα, όταν αντιλαμβάνονταν ότι το παιδί δεν ανταποκρινόταν, διέκοπταν τη διαδικασία για να μην το στρεσάρουν και για να μην πιεστεί.
Περαιτέρω, γίνεται αποδεκτό ότι η Μ.Κ.6 ήταν αγχωμένη αρχικά ως προς τη διαδικασία αλλά στη συνέχεια είχαν μια ομαλή συνεργασία, ενώ με τον Μ.Υ.2 η συνεργασία δεν ήταν καλή. Όπως εξήγησε πολύ πειστικά, μόλις έλαβε την αναφορά μίλησε με τον τελευταίο, ο οποίος όμως δεν συνεργάστηκε και της φώναζε από το τηλέφωνο, βρίζοντας τη μητέρα (της ανήλικης) και την οικογένεια της. Στο σημείο αυτό αναφέρουμε πως δεν θεωρούμε πως το γεγονός ότι δεν θυμόταν τις βρισιές που έλεγε ο Μ.Υ.2, μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι την κατάθεση της στο Δικαστήριο, σημαίνει πως τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα περιέγραψε. Εξάλλου, μέσω των υποβολών που της έγιναν, επιβεβαιώνεται η θέση της μάρτυρος ότι είχαν μια έντονη συζήτηση και αποδεχόμαστε τη θέση της πως αιτία της σύγκρουσης δεν ήταν η προσπάθεια της να του υποβάλει ότι συνέβησαν οι παρενοχλήσεις του Κατηγορούμενου στο παιδί. Πραγματικά, δεν έχει καμία απολύτως λογική η θέση της υπεράσπισης ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας, έχοντας απλά μία αναφορά στο χέρι, προσπαθούσε ουσιαστικά να πείσει τον Μ.Υ.2 ότι ο Κατηγορούμενος προέβη πράγματι στις πράξεις που του αποδίδονται.
Η μάρτυρας εξήγησε επίσης κατά τη μαρτυρία της τόσο το ρόλο της στο Σπίτι του Παιδιού, όσο και το ρόλο της παρακολουθώντας τη διαδικασία της οπτικογραφημένης κατάθεσης, ο οποίος ως ήδη αναφέρθηκε είναι η διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιού. Όπως εξήγησε δε κατά την αντεξέταση της, μπορεί να παρέμβει στη διαδικασία αν το παιδί αγχωθεί πάρα πολύ, προκειμένου είτε να διακόψει τη διαδικασία είτε να ζητήσει από τον αστυνομικό να θέσει διαφορετικά τα ερωτήματα. Από την άλλη όμως, ήταν σαφής η μάρτυρας ότι δεν είναι ο ρόλος της να λέει στην ανακρίτρια αν πρέπει να ξεκαθαριστεί ή όχι ένα θέμα και ότι στο πλαίσιο μιας ποινικής διερεύνησης οι ερωτήσεις τίθενται από τους εξεταστές της υπόθεσης. Εν πάση περίπτώσει, δεν είναι καθόλου αντιληπτό γιατί αναμενόταν από μία κοινωνική λειτουργό, με το ρόλο της στη διαδικασία της οπτικογραφημένης κατάθεσης να είναι ξεκάθαρος, να παρέμβει στη διαδικασία και στο έργο της αστυνομίας για να διευκρινιστεί η αναφορά της ανήλικης ότι «μόνο δύο να πω είπε η μάμα». Συναφώς, αποδεχόμαστε τη θέση της μάρτυρος ότι δεν μπορούσε να παρέμβει, όπως επίσης αποδεχόμαστε και τη θέση της ότι με βάση τις διαδικασίες που ακολουθούνται στο Σπίτι του Παιδιού, δεν μπορεί η ίδια να μιλήσει εκ των υστέρων με το παιδί για τα περιστατικά προς αποφυγή πιθανής επανατραυματοποίησης.
Σε σχέση με τις διαδικασίες που ακολουθούνται στο Σπίτι του Παιδιού και στις οποίες έκανε αναφορά η μάρτυρας, είναι γεγονός ότι υπήρξε κάποια σύγχυση στη μαρτυρία της. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε αρχικά σε κάποιο «συμφωνητικό» και αμέσως μετά γενικά σε «εσωτερικές διαδικασίες», ενώ στη συνέχεια είπε ότι μιλώντας για «συμφωνητικό» μπορεί να χρησιμοποίησε λάθος λέξη. Ακολούθως, ανέφερε ότι οι διαδικασίες είναι γραπτές. Κατόπιν διαλείμματος δε, η μάρτυρας παρουσίασε «Πρωτόκολλο Διαδικασιών Λειτουργίας Σπιτιού του Παιδιού» (Τεκμήριο 17).
Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρούμε πως τα πιο πάνω θα μπορούσαν να έχουν κάποια ουσιαστική σημασία στην αξιοπιστία της μάρτυρος, η οποία πέραν του ότι όπως ανέφερε και η ίδια δεν είχε κάποιο όφελος για να πει πράγματα εναντίον του Κατηγορούμενου, έκανε ομολογουμένως πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με αυτά υπόψη λοιπόν, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή.
ΙΙ. Τα επίδικα γεγονότα (Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 (Παραπονούμενη), Μ.Κ.5-7, Κατηγορούμενος (Μ.Υ.1), Μ.Υ.2-8)
Βλέποντας όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν και εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, διαπιστώσαμε ότι πέραν των δύο ψυχολόγων με τη μαρτυρία των οποίων θα ασχοληθούμε σε μεταγενέστερο στάδιο, τρείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν ήταν εντελώς ανεξάρτητοι, χωρίς κάποια ουσιαστική σχέση με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Πρόκειται συγκεκριμένα για τους Μ.Υ.3, Μ.Υ.7 και Μ.Υ.8, οι οποίοι έκαναν ομολογουμένως πολύ καλύ εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι κατέθεσαν με ειλικρίνεια επί γεγονότων που γνώριζαν.
Ο Μ.Υ.3 είναι υπεύθυνος κρεοπωλείου σε υπεραγορά στη Λάρνακα, όπου εργάστηκε ο Μ.Υ.2 για λίγους μήνες την περίοδο από το τέλος του 2021 ή αρχές του 2022 μέχρι τα μέσα του 2022 περίπου. Δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι η περίοδος που εργάστηκε ο Μ.Υ.2 ήταν 4-5 μήνες, ενώ ο τελευταίος στη μαρτυρία του ανέφερε πως εργάστηκε στο συγκεκριμένο κρεοπωλείο για περίοδο 3 μηνών περίπου, όμως τούτη η επουσιώδης διαφορά θεωρούμε πως δεν δύναται να διαφοροποιήσει την ουσία και το γεγονός πως ο Μ.Υ.2 πράγματι εργάστηκε στο συγκεκριμένο κρεοπωλείο για λίγους μήνες. Εξάλλου, τούτο δεν έχει αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της αντεξέτασης του μάρτυρα, ούτε όμως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.2.
Επίσης, από τη μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός πως γνώριζε από προηγουμένως την Μ.Κ.5 και πως η τελευταία ψώνιζε από το κρεοπωλείο στο οποίο ήταν υπεύθυνος, καθώς και ότι ο Μ.Υ.2 δούλευε κοντά τους.
Ως προς την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με την Μ.Κ.5, όταν η τελευταία επικοινώνησε μαζί του, ο μάρτυρας πολύ πειστικά εξήγησε πως του ζήτησε να απολύσει τον Μ.Υ.2 γιατί είναι επικίνδυνος και έχει προβλήματα με την κόρη της, και ότι θέλει να φύγει από τη Λάρνακα για να είναι μακριά και να μην έχει επαφή με το μωρό. Όταν ο ίδιος της ανέφερε δε πως δεν μπορεί να τον απολύσει διότι είναι εντάξει στα καθήκοντα του και δεν έχει κάποιο θέμα μαζί του, η Μ.Κ.5 του απάντησε ότι εφόσον δεν μπορεί να τον διώξει, τότε θα δημιουργήσει θέμα. Και πράγματι, μετά από πάροδο δύο βδομάδων περίπου, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο σπίτι του, πληροφορήθηκε ότι η τελευταία επισκέφθηκε το τμήμα τους υποτίθεται για να ψωνίσει και δημιούργησε μεγάλο θέμα στην παρουσία άλλων συναδέλφων τους και πελάτων. Πιο συγκεκριμένα, προκάλεσε έντονα τον Μ.Υ.2 με αποτέλεσμα αυτός να εκνευριστεί και να πάει μπροστά για να τσακωθεί μαζί της, οπότε τον έπιασαν οι άλλοι, ενώ έπιασαν και την Μ.Κ.5 από την οποία ζήτησαν να αποχωρήσει και να αφήσει τα προσωπικά τους εκτός της δουλειάς τους. Αποτέλεσμα του επεισοδίου αυτού, ήταν να αναγκαστούν να απολύσουν τον Μ.Υ.2. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι ο ίδιος δεν παρίστατο στο επεισόδιο και δεν μπορούσε να γνωρίζει επακριβώς τι συνέβη. Όμως από την αντεξέταση του προκύπτει ότι ο μάρτυρας επι της ουσίας των όσων ανέφερε και ότι πράγματι έλαβε χώραν επεισόδιο δεν αμφισβητήθηκε, όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι μετά το επεισόδιο η Μ.Κ.5 τον έπαιρνε τηλέφωνο αλλά δεν της απαντούσε και ότι της έστειλε απλά ένα μήνυμα και της είπε να μην τον ξαναενοχλήσει.
Ας σημειωθεί ότι ο μάρτυρας έδωσε κατάθεση για το συγκεκριμένο επεισόδιο στην Αστυνομία και όπως εξήγησε πολύ πειστικά στο Δικαστήριο, όταν του ζητήθηκε να καταθέσει θεώρησε πως πρόκειται για την υπόθεση που έδωσε κατάθεση στη Λάρνακα και απόρησε που του ζητήθηκε να πάει Δικαστήριο στο Παραλίμνι. Ό,τι άλλο ανέφερε είναι πως δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει για όσα συνέβησαν. Και τον πιστεύουμε, θεωρώντας πως ο μάρτυρας δεν είχε κανένα λόγο να πει κάτι που δεν συνέβη στην πραγματικότητα. Εν κατακλείδι, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του.
Ο Μ.Υ.7, ο οποίος είναι παιδίατρος, αναφέρθηκε στην εξέταση της ανήλικης στις 15.12.2021, κατόπιν προηγούμενης επικοινωνίας της Μ.Κ.5 μαζί του ότι έχει κοιλιακό άλγος. Ο μάρτυρας ήταν σαφής ότι από την κλινική εξέταση δεν προέκυψε να έχει κάτι το παιδί και ζήτησε να γίνει εξέταση ούρων. Το αποτέλεσμα της εξέτασης έδειξε πιουρία χωρίς ουρολοίμωξη και στις 17.12.2021 ζήτησε από τη μητέρα της ανήλικης να επαναληφθεί η εξέταση, η οποία ήταν καθαρή.
Στο σημείο αυτό αναφέρουμε παρενθετικά ότι δεν διέλαθε την προσοχή μας πως η Μ.Κ.5 ουσιαστικά αρνήθηκε ότι επικοινώνησε με τον μάρτυρα κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ανέφερε ότι είναι η κόρη της (Μ.Κ.6) που βρισκόταν σε επαφή με τον Μ.Υ.2 για το ζήτημα αυτό, όμως επισημαίνουμε πως πέραν του ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.7 για το ζήτημα παρέμεινε αναντίλεκτη, η ίδια η Μ.Κ.6 στη δική της μαρτυρία ανέφερε ότι η μητέρα της μίλησε με τον Μ.Υ.2 για την επίσκεψη στο γιατρό στις 15.12.2021 και η ίδια δεν γνωρίζει κάτι γι’ αυτό.
Ως προς το ότι δεν αναφέρθηκε στην κατάθεση του σε όλες τις αιτίες που προκαλούν πιουρία, δεν θεωρούμε ότι προκύπτει κάτι ουσιαστικό που να επηρεάζει τη μαρτυρία του ή την αξιοπιστία του. Ο μάρτυρας εξήγησε πολύ πειστικά ότι προφανώς ερωτήθηκε από τον αστυνομικό και ανέφερε την κύρια αιτία σε αυτές τις περιπτώσεις που είναι οι ακαθαρσίες που πηγαίνουν στον κόλπο του μωρού την ώρα που το σκουπίζουμε. Στα κορίτσια σκέφτεσαι πρώτα αυτό, διότι μπαίνουν εύκολα ακαθαρσίες στον κόλπο, αλλά εκ των υστέρων που φάνηκε καθαρή η δεύτερη ανάλυση μέσα σε 1-2 μέρες, αποδείχθηκε ότι ήταν κακή συλλογή ούρων.
Ήταν επίσης σαφής ο μάρτυρας ότι κατά την εξέταση, δεν εξέτασε τα γεννητικά όργανα του παιδιού. Ως προς την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Μ.Κ.5 δε, μετά τη δεύτερη ανάλυση, στο πλαίσιο της οποίας έγινε αναφορά από μέρους της τελευταίας για υποψία σεξουαλικής κακοποίησης της εγγονής της, ο μάρτυρας ανέφερε ότι θυμάται ότι της ανέφερε ότι θα πρέπει να δει ιατροδικαστής το παιδί και να γίνει καταγγελία στην Αστυνομία. Από εκεί και πέρα, σε υποβολή ότι η Μ.Κ.5 δεν του είχε αναφέρει ότι ρώτησε το παιδί αν τη φίλησε ο παππούς και η μικρή απάντησε καταφατικά, έδωσε την εξής απάντηση «Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι όμως αυτό που μου έλεγε αν την χαϊδεύει ο παππούς, αυτά που γράφω στην κατάθεση, τίποτε άλλο δεν θυμάμαι.» Έχοντας υπόψη την αναφορά του πως δεν θυμάται τα πιο πάνω και την γενική παραπομπή στην κατάθεση του σε σχέση με όσα ανέφερε, δεν μπορούμε να αποδεκτούμε ότι η Μ.Κ.5 προέβη στη συγκεκριμένη αναφορά σε αυτόν. Αποδεχόμαστε όμως ότι του είχε αναφέρει πως ρώτησε την ανήλικη αν τη χαίδευε ο παππούς της και αυτή απάντησε καταφατικά, κάτι που εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε.
Δεν θεωρούμε βεβαίως πως από τα όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω και το γεγονός ότι μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει μια συγκεκριμένη αναφορά, προκύπτει ζήτημα αναφορικά με όσα γενικότερα ανέφερε ή την αξιοπιστία του. Αντίθετα, θα επαναλάβουμε ότι πρόκειται για μάρτυρα που μας έκανε πολύ καλή εντύπωση και δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως κατέθεσε με ειλικρίνεια τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του, στο βαθμό που ήταν σε θέση να τα θυμηθεί. Συνεπώς, με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του.
Ο Μ.Υ.8 αναφέρθηκε ουσιαστικά στη διερεύνηση άλλης υπόθεσης εναντίον του εδώ Κατηγορούμενου και του Μ.Υ.2 για αδικήματα παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, παρενόχληση θύματος, κοινή επίθεση και ανυπακοή διατάγματος Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας έλαβε και από την Μ.Κ.6 την κατάθεση ημερ. 25.9.2023 (Έγγραφο Ι). Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι επειδή στην οπτικογραφημένη κατάθεση που λήφθηκε από την ανήλικη στις 22.9.2023 υπήρχαν κενά και η μαρτυρία εν γένει δεν ήταν ικανοποιητική, η υπόθεση παραπέμφθηκε στη Νομική Υπηρεσία, η οποία αποφάσισε να παραμείνει σε εκκρεμότητα μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας υπόθεσης.
Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το παιδί σε κάποιες ερωτήσεις στην οπτικογραφημένη του κατάθεση απαντούσε πράγματα που δεν συνήδαν και φαινόταν ότι ενδεχομένως να ήταν επηρεασμένο ψυχοσυναισθηματικά από τον οικογενειακό κύκλο, ενώ έλεγε συγκεκριμένες λέξεις που ένα κοριτσάκι 5 χρονών δεν θα έλεγε από μόνο του. Όπως ανέφερε δε ο μάρτυρας πολύ πειστικά, το γεγονός ότι το παιδί ερωτάτο και απαντούσε κάτι άλλο «..Αν το έβλεπαν 10 άτομα θα έλεγαν και οι 10 ότι απαντούσε κάτι άλλο, δεν το είδα εγω με το δικό μου μυαλό». Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι η εισήγηση που έκανε για παραπομπή της υπόθεσης στη Νομική Υπηρεσία δεν βασιζόταν μόνο στην οπτικογραφημένη κατάθεση αλλά και στη λοιπή μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας της ψυχολόγου η οποία ανέφερε ότι «πολλές αντιδράσεις της θεωρούσε ότι συνδέονται με τις πολυάριθμες διαδικασίες που η παραπονούμενη υποβλήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα όπως οπτικογραφημένες καταθέσεις, ψυχολογικές αξιολογήσεις.»
Εν σχέσει με τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, ο οποίος είναι αστυνομικός, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διερεύνηση άλλης υπόθεσης και στην εισήγηση του με βάση τη μαρτυρία που συνελέχθη. Θεωρούμε δε πως κατέθεσε με ειλικρίνεια για το πως εξελίχθηκε η διερεύνηση της υπόθεσης και για τους λόγους που τον οδήγησαν να ζητήσει παραπομπή της στη Νομική Υπηρεσία για λήψη οδηγιών. Εξάλλου, δεν είχε κανένα λόγο να μην πει την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει, αφου επισημάνουμε πως και η αντεξέταση της οποίας έτυχε δεν έτεινε να τον αμφισβητήσει αλλά οι ερωτήσεις που του έγιναν ήταν περισσότερο διευκρινιστικού χαρακτήρα, σημειώνουμε πως η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Η θέση δε της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής στην αγόρευση της ότι «δεν φαίνεται να ήταν αντικειμενικός … αλλά αντίθετα με κάποιο τρόπο προκατειλημμένος», θεωρούμε με κάθε σεβασμό πως είναι γενική, αόριστη και εν τέλει αυθαίρετη και ως τέτοια απορρίπτεται.
Αναφορικά τώρα με τις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 από τη μια και τους Μ.Υ.2, 4-6 από την άλλη, σημειώνουμε πως ήταν όλοι πρόσωπα που είχαν στενή συγγενική σχέση με την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο αντίστοιχα. Λαμβάνοντας δε υπόψη μας τη μαρτυρία τους και τις θέσεις που εκφράστηκαν εκατέρωθεν, τη διαταραγμένη σχέση μεταξύ της Μ.Κ.6 και του Μ.Υ.2 αλλά και των οικογενειών τους εν γένει, καθώς επίσης και τη βασική θέση της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ότι η όλη υπόθεση «στήθηκε» σε βάρος του από τις πιο πάνω αναφερόμενες μάρτυρες κατηγορίας στο πλαίσιο της προσπάθειας τους να αποκόψουν την σχέση του Μ.Υ.2 με τη θυγατέρα του, είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις τους, να επηρεάζονταν από την επιθυμία τους να βοηθήσουν την πλευρά με την οποία είχαν σχέση. Προσεγγίσαμε συνεπώς σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία τους με την ανάλογη προσοχή και τους αντιμετωπίσαμε ως μάρτυρες που ενδεχομένως να είχαν ίδιον σκοπό να εξυπηρετήσουν, κατ’ αναλογίαν των νομολογηθέντων στην υπόθεση Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 10/18, ημερ. 9.11.18.[19]
Η περίπτωση του Μ.Υ.4 βεβαίως, ο οποίος είναι ξάδελφος του Μ.Υ.2 και παράλληλα διατηρεί στενή φιλική σχέση μαζί του, διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους ως προς το εξής. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αναφέρθηκε καθόλου σε γεγονότα που σχετίζονται με τις κατηγορίες που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, ο οποίος είναι θείος του, αλλά στη σχέση της Μ.Κ.6 και του Μ.Υ.2, στη δική του σχέση μαζί τους αλλά και στο ζήτημα της επικοινωνίας του Μ.Υ.2 μαζί με την Παραπονούμενη. Λέγοντας αυτά, σημειώνουμε ότι παρά τον ενδελεχή έλεγχο της μαρτυρίας του, έχουμε αποκλείσει το ενδεχόμενο η μαρτυρία του να επηρεάζετο και να κατευθύνετο από την επιθυμία του να βοηθήσει τον ξάδελφο και στενό του φίλο. Αντίθετα, πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος μας έκανε πολύ καλή εντύπωση και με τις αυθόρμητες, ειλικρινείς και πειστικές απαντήσεις του, οι οποίες δόθηκαν με φυσικότητα, μας έπεισε ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου απλά για να υποστηρίξει τον φίλο του αλλά για να πει την αλήθεια. Αποτελεί, μάλιστα, διαπίστωση μας, ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν φάνηκε να διάκειται εχθρικά απέναντι στην Μ.Κ.6 και ότι αυτό που σαφώς προκύπτει είναι, αντίθετα, η καλή σχέση που διατηρούσε πάντα με την Μ.Κ.6, εξ ου και η τελευταία διατηρούσε συνεχή επικοινωνία μαζί του ως κατωτέρω αναφέρεται.
Από τη μαρτυρία του, έγινε σαφές ότι μετά το χωρισμό της Μ.Κ.6 και του Μ.Υ.2, επειδή αντιλήφθηκε πως υπήρχε πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ τους και ο τελευταίος δεν έβλεπε το παιδί του, αποφάσισε να βοηθήσει για να συναντιούνται για το καλό του μωρού και έτσι επικοινωνούσε ο ίδιος με την Μ.Κ.6 για να οργανώσουν συνάντηση. Ως ανέφερε, η μεσολάβηση από μέρους του ξεκίνησε τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 2022 και αρχικά συναντιόντουσαν όλοι μαζί σε παιχνιδότοπο στη Λάρνακα που έπαιρνε και τα δικά του παιδιά, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου οι συναντήσεις μειώνονταν, εφόσον η Παραπονούμενη έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να μην συναντηθεί ο Μ.Υ.2 με το παιδί.
Ως προς το πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ της Μ.Κ.6 και του Μ.Υ.2, ο μάρτυρας πολύ πειστικά ανέφερε πως τούτο έγινε αντιληπτό από μέρους του από την επικοινωνία του με αμφότερους. Εξ όσων αντιλήφθηκε όταν βρίσκονταν μόνοι τους δημιουργείτο πρόβλημα και μάλιστα έγιναν καταγγελίες από την Μ.Κ.6 εναντίον του Μ.Υ.2, και αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισε να βοηθήσει. Ο μάρτυρας βεβαίως ανέφερε πως δεν θυμάται τι αφορούσαν οι καταγγελίες της Μ.Κ.6, όμως τούτο δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Το γεγονός ότι υπήρξαν καταγγελίες επιβεβαιώνεται τόσο από τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 όσο και από αυτήν του Μ.Υ.2.
Σε σχέση με το ζήτημα της μεσολάβησης από μέρους του, ανέφερε με απόλυτη ειλικρίνεια πως δεν ήταν παρών για να βλέπει αν έπαιρνε ο ένας τον άλλο τηλέφωνο ή πως έστελνε μήνυμα ο ένας στον άλλο, αλλά αυτό που είναι σε θέση να γνωρίζει είναι πως στις πλείστες περιπτώσεις μεσολάβούσε ο ίδιος για να μην υπάρξει αντιπαράθεση, ενώ δεν μπορεί να ξέρει αν έβλεπε ο Μ.Υ.2 μόνος του το παιδί και πόσες φορές. Από εκεί και πέρα, ο μάρτυρας πολύ πειστικά εξήγησε ότι ανεξαρτήτως του τι προνοούσε το διάταγμα επικοινωνίας που εκδόθηκε, ο Μ.Υ.2 είχε πρόβλημα να βλέπει το παιδί του. Όπως αντιλήφθηκε από τις συζητήσεις του με την Μ.Κ.6, υπήρχε μεγάλη διστακτικότητα από μέρους της για να βλέπει ο Μ.Υ.2 το παιδί και ειδικά τον τελευταίο καιρό μετά την αποκάλυψη της ηχογράφησης. Η οποία αποκάλυψη, σύμφωνα με το μάρτυρα, οδήγησε την Μ.Κ.6 στο να μην δίνει το παιδί στον Μ.Υ.2 από πείσμα[20]. Πιο συγκεκριμένα, σε συνομιλία που είχαν με την Μ.Κ.6 αυτή διερωτήθηκε γιατί εφόσον βρίσκονται και παίζουν τα μωρά, ο Μ.Υ.2 «έβαλε τις ηχογραφήσεις», λέγοντας του περαιτέρω «Γι' αυτό να δούμε πώς θα ξαναδεί ο Χ…[21] το μωρό». Σημειωτέον ότι τούτη, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν ουσιαστικά η τελευταία επικοινωνία με την Μ.Κ.6 και έγινε περί τον Σεπτέμβριο του 2024. Μετά από το τηλεφώνημα αυτό ξαναπροσπάθησε άλλες 2-3 φορές μεταξύ Οκτωβρίου-Νοεμβρίου, αλλά μετά είπε ότι δεν θα ασχοληθεί ξανά γιατί έφτασε σε σημείο να παρακαλά την Μ.Κ.6 για να δει ο πατέρας το μωρό του.
Ο μάρτυρας επίσης ανέφερε πολύ πειστικά, ότι η γνώση του πως δεν εφαρμοζόταν το διάταγμα πηγάζει από το γεγονός ότι μιλούσε ο ίδιος με την Μ.Κ.6 και ακολούθως ο ίδιος έδινε το «Οκ» στον Μ.Υ.2 για να πάει να δει το μωρό. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε όμως, θέλοντας να καταδείξει τη δυσκολία που υπήρχε στο να δοθεί η έγκριση της Μ.Κ.6 για να γίνει η επικοινωνία: «..Το ''οκ'' δεν το έπαιρνα όμως. Εμείνησκε τζιαμέ σε αναμονή, stand by, όι αρρώστησε το μωρό, όι επήε ταξίδι πού επήε ταξίδι, όι αρρώστησε τζιείνη ποτζιεί ποδά, όι αρρώστησε ο φίλος της, όι δεν μπορεί διά εξετάσεις ψυχολογίας, όι.... ό,τι φανταστείς.» Επίσης, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι άλλες δικαιολογίες από μέρους της Μ.Κ.6 ήταν ότι «δεν μπορώ να το φέρω τωρά, είμαι πολλά busy» και «δεν μπορώ να βρεθούμε τελικά». Αποδέχτηκε βεβαίως ο μάρτυρας ότι είναι ανθρώπινο να αρρωστήσει το μωρό ή η μητέρα, αλλά σημείωσε ότι οι δικαιολογίες από μέρους της Μ.Κ.6 ήταν συνεχείς και ότι έβαζε τις δουλειές της πάνω από τη συνάντηση του πατέρα με το παιδί που ήταν σημαντική, και αυτό γινόταν επί δύο χρόνια.
Με αυτά υπόψη, σημειώνουμε πως δεν διατηρούμε την παραμικρή αμφιβολία ότι κατέθεσε τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του, η οποία, πέραν της φυσικότητας με την οποία αποδόθηκε, εμφανίζει και λογική συνοχή σε κρίσιμα σημεία, καθώς και τις εικόνες που μας μετέφερε αναφορικά με την εξέλιξη της επικοινωνίας του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη από τις αρχές του 2022 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2024.
Η μαρτυρία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 ευθέως αναφέρουμε πως, ομολογουμένως, μας έχει προβληματίσει ως προς την αξιοπιστία της. Έχοντας μελετήσει με προσοχή τη μαρτυρία αμφότερων, διαπιστώσαμε ότι προκύπτουν κενά, σύγχυση και αντιφάσεις στη μαρτυρία τους αλλά και εν σχέσει με άλλη μαρτυρία, υπεκφυγές από την ουσία των ερωτήσεων καθώς επίσης εντοπίζονται σημεία που δεν έχουν λογική συνοχή και δεν πείθουν.
Επισημαίνουμε δε ως κοινά χαρακτηριστικά της μαρτυρίας τους τις συνεχείς αναφορές τους ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσουν χρονικά διάφορα ουσιαστικά συμβάντα, την εξιστόρηση ουσιαστικών γεγονότων τα οποία δεν ανέφεραν ποτέ προηγουμένως στις καταθέσεις τους και τα οποία, σε κάποιες περιπτώσεις, συνέπιπταν με αξιοσημειώτη ακρίβεια, τη συνεχή προβολή της ηθικής της Μ.Κ.5 και των αρχών της οικογένειας τους, την προσπάθεια να πείσουν ότι η Μ.Κ.5 επιθυμούσε την επικοινωνία του πατέρα με το παιδί του αλλά και την προσπάθεια υπεκφυγής από ερωτήσεις επικαλούμενες το τι βίωσαν αυτά τα χρόνια με το παιδί, στοιχεία τα οποία, συνεκτιμώμενα στο σύνολο τους, εντείνουν τον προβληματισμό μας ως προς την αξιοπιστία τους.
Υπό το φως των ανωτέρω, σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι προκύπτει ομολογουμένως ένα ζήτημα ως προς την ημερομηνία που έγινε η κατ’ ισχυρισμό πρώτη αναφορά της ανήλικης προς την Μ.Κ.5, ότι ο Κατηγορούμενος τη χαίδεψε στο γεννητικό όργανο. Από μελέτη της μαρτυρίας προκύπτει ότι, παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν οι εν λόγω μάρτυρες, το ζήτημα αυτό δεν διευκρινίστηκε, με αποτέλεσμα να παραμένει θολό το τοπίο γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, γεγονός που έχει σαφείς προεκτάσεις ως προς την αξιοπιστία της εκδοχής των μαρτύρων και συναφώς ως προς τον ισχυρισμό που εξ αρχής πρόβαλε η υπεράσπιση περί «στημένης υπόθεσης». Είναι για αυτόν το λόγο που το ζήτημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια απλή αδυναμία ενθύμησης ημερομηνίας, στην οποία υπό άλλες περιστάσεις ενδεχομένως και να μην εδίδετο ουσιαστική σημασία. Η δε ανάλυση που ακολουθεί, αποκάλυπτει ακριβώς γιατί το ζήτημα δεν μπορεί να εκληφθεί ως επουσιώδες, όπως εισηγείται δηλαδή η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής στην αγόρευση της (βλ. σελ.11-12).
Πιο συγεκριμένα, σημειώνουμε ότι η Μ.Κ.5 στην κατάθεση της (Έγγραφο Ζ) αναφέρει πως «στα μέσα του μήνα Δεκεμβρίου του 2021» η Παραπονούμενη ήταν για 2-3 μέρες στον πατέρα της στην Αγία Νάπα και όταν επέστρεψε είχε αναφερθεί στο άγγιγμα από τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως μπορεί να ήταν 15, 17 ή 18 του Δεκέμβρη αλλά δεν θυμάται ημερομηνίες «Με όλο αυτό το συμβάν που έχουμε περάσει… Γιατί μόνο εμείς και η οικογένεια μου ξέρουμε τι βιώσαμε, τρία χρόνια με αυτήν την κατάσταση και το μωρό και κανένας άλλος». Στη συνέχεια δε, ανέφερε ότι ένεκα της ψυχοφθόρας διαδικασίας που πέρασαν δεν θυμάται να πει ημερομηνίες και αν ήταν 5, 6 ή 10 (Δεκεμβρίου).
Ως προς την ημερομηνία που προέβη σε καταγγελία, ανέφερε ότι πήγε με την Μ.Κ.6 την επόμενη μέρα που το ανέφερε το παιδί. Ερωτώμενη δε αν είναι αυτό που λέει στην κατάθεση της, ότι δηλαδή τηλεφώνησε στην Αστυνομία στην Ορόκλινη και πήγε την επομένη εκεί μαζί με την Μ.Κ.6 αλλά τους παρέπεμψαν στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και την επόμενη έκαναν καταγγελία στο εν λόγω ΤΑΕ, είπε ότι μπορεί μην το θυμάται και ότι πήγαν το βράδυ την ίδια μέρα στο ΤΑΕ. Επισημαίνεται εδώ πως καμία εξήγηση δεν έχει δοθεί από μέρους της για την πιο πάνω διαφοροποίηση στη μαρτυρία της εν σχέσει με την κατάθεση της, ούτε εξήγησε πως θυμήθηκε ξαφνικά ότι μπορεί αυτό που λέει στην κατάθεση της να μην είναι ορθό, την ίδια στιγμή που η κατάθεση της Έγγραφο Ζ δόθηκε δύο μήνες περίπου μετά και τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκα στο μυαλό της.
Εν πάση περιπτώσει, ερωτώμενη στη συνέχεια πότε πήγαν για πρώτη φορά στο Σπίτι του Παιδιού, απάντησε ότι πέρασαν 3-5 μέρες και τους ειδοποίησαν να πάρουν το παιδί, ενώ σε υποβολή ότι πήγαν στις 8.12.2021 και επίσης καταχώρησαν το παράπονο τους στην Αστυνομία κατά την εν λόγω ημερομηνία, ανέφερε πως δεν είναι καλή στις ημερομηνίες και δεν θυμάται ημερομηνίες. Σημειωτέον ότι στην κυρίως εξέταση της είχε αναφέρει πως έπαιρνε την Παραπονούμενη στην Μ.Κ.2, ψυχολόγο, για βία στην οικογένεια και της είχε μιλήσει για την αναφορά του παιδιού, (νομίζει) μετά από 2-3 επισκέψεις.
Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι η Μ.Κ.6, από την άλλη, ανέφερε στην κατάθεση της (Έγγραφο Η) ότι άκουσε πρώτη φορά για το περιστατικό από τη μητέρα της, τηλεφωνικώς, στις 16.12.2021. Στην κυρίως εξέταση της, ερωτώμενη σχετικά με τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ανέφερε πως τώρα δεν θυμάται ημερομηνίες αλλά «για να την έχω καταθέσει εκείνην τη στιγμή θυμόμουν,…για να την έχω βάλει λογικά ήταν σωστή η ημερομηνία…δεν θυμάμαι όμως». Κατά την αντεξέταση της, αρχικά συμφώνησε ότι η μητέρα της έκανε παράπονο στην αστυνομία στις 8.12.2021 και ότι την πληροφόρησε για το γεγονός στις 16.12.2021 αλλά στη συνέχεια είπε ότι δεν τα πάει καλά με τις ημερομηνίες και δεν θυμάται. Σε υποβολή δε που της έγινε ότι η ίδια ισχυρίζεται πως πληροφορήθηκε για αυτό το γεγονός στις 16.12.2021, παρά τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της προηγουμένως, διερωτήθηκε αν το γράφει κάπου αυτό και όταν της υποδείχθηκε πως αυτό αναφέρει η ίδια στην κατάθεση της, απάντησε ως εξής: «Όπως σας είχα αναφέρει και προηγουμένως εγώ λόγω του σοκ που έπαθα το μυαλό μου δεν μπορούσε να συλλάβει πληροφορίες και με τις ημερομηνίες έχω πρόβλημα, δεν είμαι σίγουρη για τις ημερομηνίες, δυστυχώς δεν τα έχω καλά με τις ημερομηνίες», επικαλούμενη δηλαδή δυσχέρεια ανάκλησης ημερομηνιών, στοιχείο που παρατηρήθηκε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, ιδίως σε σημεία όπου ανέκυπταν ουσιώδεις ασάφειες. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της έγιναν, ανέφερε ότι πάνω στον πανικό της μπορεί να μην έδωσε σωστή ημερομηνία αλλά αρνήθηκε ότι έγραψε μια ημερομηνία «του κουτουρού», ενώ στη συνέχεια είπε ότι δεν γνωρίζει γιατί έγραψε τη συγκεκριμένη ημερομηνία γιατί πέρασαν πολλά χρόνια. Την ίδια στιγμή επισημαίνεται ότι ξεκινώντας να καταθέτει, ανέγνωσε μεταξύ άλλων και την κατάθεση της Έγγραφο Θ και υιοθέτησε το περιεχόμενο της, συμπεριλαμβανομένου και του πιο πάνω σημείου.
Παρενθετικά, οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι η γενική και αόριστη αναφορά της σε πανικό προκειμένου να δικαιολογήσει την υποτιθέμενη σύγχυση που την οδήγησε να δώσει ενδεχομένως λανθασμένη ημερομηνία, ουδόλως μας έχει πείσει. Καμία λεπτομέρεια δεν έχει δοθεί ως προς την κατάσταση της στις 24.2.2022, οπότε δηλαδή έδωσε την κατάθεση Έγγραφο Η, και καμία απολύτως εξήγηση δεν έχει δοθεί ως προς τον υποτιθέμενο πανικό της δύο μήνες μετά την κατ’ ισχυρισμό αναφορά του παιδιού, όταν μάλιστα γενικότερη θέση της ιδίας ήταν ότι στην αρχή, δεν είχε (και δεν ήθελε να) πιστέψει τα όσα της αναφέρθηκαν.
Ως προς τούτο όμως, δεν μπορεί να μην επισημανθεί και το εξής. Στις 26.1.2022, η Μ.Κ.6 αποδέκτηκε την έκδοση διατάγματος επικοινωνίας του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη (Τεκμήριο 13), εν γνώσει της ότι στο πλαίσιο αυτό το παιδί θα μεταφέρετo στο σπίτι του Κατηγορούμενου αφού επρόκειτο για τον τόπο διαμονής του Μ.Υ.2. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, πράγματι εντείνεται έτι περαιτέρω η δυσπιστία ως προς τη θέση της ότι βρισκόταν σε πανίκο όταν έδωσε την κατάθεση της, ένα μήνα περίπου μετά την έκδοση του διατάγματος που αποδέχτηκε.
Έχοντας, λοιπόν, τα πιο πάνω υπόψη και την προσπάθεια της Μ.Κ.6 εν γένει να υπεκφύγει από την πιο πάνω αναφορά στην κατάθεση της, σημειώνουμε πως σύμφωνα με την Μ.Κ.2 κατά την πρώτη συνάντηση που έγινε στις 8.12.2021, προκειμένου να αξιολογήσει το παιδί σε σχέση με υπό διερεύνηση υπόθεση οικογενειακής βίας, η Μ.Κ.5 της ανέφερε ότι η ανήλικη της είπε ότι ο πατρικός παππούς την αγγίζει στα γεννητικά όργανα και σχετική καταγγελία έγινε στην Αστυνομία (βλ. Έγγραφο Δ, σελ.2, υπό τον τίτλο «Πλαίσιο Αξιολόγησης»). Επισημαίνεται εδώ πως η Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε, κατά τη μαρτυρία της, ως προς την εν λόγω αναφορά της.
Με αυτά υπόψη είναι προφανής η σύγχυση, το κενό και τα σοβαρότατα ερωτηματικά που προκύπτουν, εάν ληφθεί υπόψη ότι σύμφωνα με το ημερολόγιο ενεργείας Τεκμήριο 12 (βλ. σελ.1, καταχώρηση υπ’ αρ.1, ημερ.18.12.2021), η ημερομηνία που μετέβησαν στο ΤΑΕ η Μ.Κ.5 και η Μ.Κ.6 ήταν πράγματι η 16.12.2021. Διότι, αν το παιδί προέβη στην κατ’ ισχυρισμό αποκάλυψη και την ίδια μέρα πήγαν στο ΤΑΕ, όπως ισχυρίστηκε η Μ.Κ.5, πως είναι δυνατόν να ενημερώνει την Μ.Κ.2 οκτώ μέρες προηγουμένως ήτοι στις 8.12.2021 για το θέμα αυτό; Και με ποιο υπόβαθρο έγινε η ενημέρωση της τελευταίας; Επίσης, γιατί η Μ.Κ.6 ενημερώθηκε στις 16.12.2021 και τι μεσολάβησε από τις 8.12.2021 μέχρι τις 16.12.2021;
Τα ερωτηματικά και η σύγχυση βεβαίως, επιτείνονται έτι περαιτέρω, αν ληφθεί υπόψη και ότι με βάση το ημερολόγιο ενεργείας που κατατέθηκε από τον Μ.Κ.1, προκύπτει ότι η Μ.Κ.5, στις 22.12.2021, είχε αναφέρει ότι το παιδί της ανέφερε τα πιο πάνω στις 14.12.2021 (βλ. Τεκμήριο 12, σημείωση υπ’ αρ.2, ημερ.22.12.2021, σελ.1-2). Διότι, είτε πήγαν στο ΤΑΕ την ίδια μέρα που έγινε η κατ’ ισχυρισμό αποκάλυψη είτε την επομένη, όπως ανέφερε στη μαρτυρία της και στην κατάθεση της αντίστοιχα η Μ.Κ.5, είναι προφανές πως σε κάθε περίπτωση τούτο δεν συνάδει ούτε με την επίσκεψη τους στο ΤΑΕ στις 16.12.2021 αλλά ούτε με την αναφορά προς την Μ.Κ.2 στις 8.12.2021.
Σε συνέχεια δε των ανωτέρω, επισημαίνουμε ότι από το ίδιο ημερομολόγιο ενεργείας που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω (ημερ.22.12.2021), προκύπτει πως η Μ.Κ.6 ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι το παιδί ουδέποτε της ανέφερε ότι κακοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και ότι δεν ήταν ενήμερη αρχικά από την γιαγιά (Μ.Κ.5) για την αναφορά του παιδιού. Αναφορά βεβαίως η οποία έρχεται σε αντίφαση τόσο με τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι μάρτυρες περί τηλεφωνικής ενημέρωσης της την ίδια μέρα, αμέσως μετά την αναφορά του παιδιού, όσο και με την αναφορά της Μ.Κ.6 στην κατάθεση της Έγγραφο Η, ότι την επόμενη μέρα μίλησε με το παιδί, το οποίο αναφέρθηκε στο κατ’ ισχυρισμό γεγονός.
Προσθέτουμε όμως πως, η πιο πάνω αναφορά, έρχεται σε αντίφαση και με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της Έγγραφο Ι (ημερ.25.9.2023), η οποία σημειωτέον δόθηκε ένα (1) χρόνο και εφτά (7) μήνες περίπου μετά την κατάθεση της Έγγραφο Η (ημερ.24.2.2022), αφου σ’ εκείνη την κατάθεση ανέφερε πως τον Δεκέμβρη του 2021 η Παραπονούμενη της είπε κάποια πράγματα εν σχέσει με τον Κατηγορούμενο, όταν την έφερε πίσω ο Μ.Υ.2, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται καν σε πληροφόρηση που έλαβε αρχικά από τη μητέρα της. Στη συνέχεια επίσης, αναφέρει πως «δεν ήταν η πρώτη φορά που η Α…[22] μου είπε ότι την πείραζε σεξουαλικά ο Λ…[23], αλλά δεν την πήρα σοβαρά την προηγούμενη φορά.» Για την τελευταία αναφορά της βεβαίως, παρενθετικά, σημειώνουμε πως δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση ως προς το πως είναι δυνατόν να της ανέφερε δήθεν το παιδί ένα τόσο σοβαρό γεγονός και να μην έδωσε σημασία, αλλά ούτε γιατί δεν το ανέφερε προηγουμένως είτε στην κατάθεση της Έγγραφο Η είτε στον Μ.Κ.2 στις 22.12.2021, στον οποίο μάλιστα ανέφερε το αντίθετο ήτοι ότι ουδέποτε το παιδί της ανέφερε ότι κακοποιήθηκε. Υπό τις περιστάσεις και συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, θεωρούμε πως η συγκεκριμένη αναφορά της, ένα (1) χρόνο και εφτά (7) μήνες μετά την κατάθεση της Έγγραφο Η, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη στο πλαίσιο της προσπάθειας της ενδεχομένως, κατά τη δική της αντίληψη, να ενισχύσει τα λεγόμενα της.
Ας σημειωθεί ότι σε παρόμοια αναφορά προέβη στην κατάθεση της Έγγραφο Ζ και η Μ.Κ.5, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίστηκε ότι η ανήλικη της ανέφερε σε ακόμα μια περίπτωση, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς, ότι ο παππούς της, την πήρε στο κρεβάτι και «πάλι της πείραξε το πουλάκι της». Έχοντας όμως υπόψη ότι δεν δόθηκε καμία λεπτομέρεια ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε υποτίθεται η συγκεκριμένη αναφορά από το παιδί, αλλά ούτε δόθηκε εξήγηση γιατί δεν υπήρξε κάποια αντίδραση σε σχέση με μια τόσο σοβαρή αναφορά ή και ποια ήταν η διαφορά εν σχέσει με την περίπτωση που κατήγγειλαν, η οποία υποτίθεται την ξάφνιασε και τη σόκαρε τόσο πολύ, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, σημειώνουμε πως δεν έχουμε πεισθεί και δεν αποδεχόμαστε ότι το παιδί προέβη προηγουμένως σε τέτοια αναφορά. Όπως και στην περίπτωση της Μ.Κ.6, θεωρούμε πως η θέση της αυτή το πιθανότερο να αποτελεί μια εκ των υστέρων σκέψη για να ενισχύσει τα λεγόμενα της και τίποτε περισσότερο.
Ερχόμενοι τώρα στην κατάθεση της Μ.Κ.5 και στα όσα περιέγραψε ότι εκτυλίχθηκαν όταν το παιδί επέστρεψε από τον πατέρα του, παρατηρούμε ότι στη δια ζώσης μαρτυρία της παρουσίασε μια εντελώς διαφοροποιημένη εικόνα. Το γεγονός αυτό μας έθεσε σε εγρήγορση και μας οδήγησε να εξετάσουμε εξονυχιστικά τις διαφορές που παρατηρούνται. Πιο συγκεκριμένα:
(α) Στην κατάθεση της ανέφερε πως όταν ήρθε πίσω το μωρό, τη ρώτησε πως πέρασε στον παπά της και η ανήλικη της είπε ότι «ο Λ..[24] ο μεγάλος εν κακός». Επειδή η ίδια δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει το μωρό, της ζήτησε να επαναλάβει και της απάντησε το ίδιο πράγμα, με την ίδια να νομίζει πως είχε τσακωθεί με το ξαδελφάκι της που έχει το ίδιο όνομα με τον παππού της. Ακολούθως το παιδί της ανέφερε ότι ο παππούς την πήρε στον κήπο και της κατέβασε το παντελόνι και το βρακάκι και τη χαίδευε με τα δάκτυλα του στο «πουττούι» της. Τότε ξαφνιάστηκε και διερωτήθηκε αν είναι αλήθεια αυτά που έλεγε το μωρό, οπότε τη ρώτησε ξανά αν την πείραξε ο ξάδερφός της ο μικρός και το μωρό της απάντησε θυμωμένα «γιαγιά είπα σου ο Λ… ο μικρός εν καλός, εν ο μεγάλος που εν άταχτος και πειράζει το πουττούι μου». Μετά από μισή ώρα περίπου πήρε την Παραπονούμενη πάνω για να την κάνει μπάνιο και όταν της έβγαλε τα ρούχα άρχισε πάλι να λέει ότι ο παππούς την πείραξε στο πουλάκι της αλλά και ότι την άγγιξε το στήθος. Ως αναφέρει επίσης, ρώτησε το μωρό που την πήρε παππούς της και την πείραξε και της είπε ότι την πήρε έξω στον κήπο. Όταν ήρθε ο άντρας της σπίτι, του το είπε και αυτός τηλεφώνησε στην κόρη τους και της το ανέφερε, αλλά η τελευταία είπε ότι θα αργούσε να πάει στο σπίτι.
Και ενώ έχει περιγράψει τα πράγματα στην κατάθεση της με μια συγκεκριμένη σειρά, όταν ερωτήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου να περιγράψει τι της είπε το παιδί, ανέφερε τα εξής (παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα από τα πρακτικά).
(β) «Ήρθε το μωρό και ήταν τρομοκρατημένο, ξάπλωνε πάνω στον καναπέ και της λέω εγώ «Μ… μου τι έχεις, γιατί είσαι έτσι φοβισμένη;» Το μωρό φοβόταν να μου μιλήσει, της λέω «Μ… μου, αφού ξέρεις ότι είμαστε αγαπημένες και τα λέμε όλα σαν φίλες, θέλεις να μου πεις αγάπη μου να σε βοηθήσω;» Λέει μου «ναι γιαγιά». Κατά τη διάρκεια που ήταν στον καναπέ το μωρό φοβόταν και έκανε έτσι εδώ στο πουττάκι της, συγγνώμη που σας τα λέω.
(Η μάρτυρας δείχνει με το χέρι το σημείο των γεννητικών οργάνων)
Της λέω «Μ… μου γιατί κνίθεις το πουττάκι σου;» της λέω «έκανε σε μπάνιο ο παπάς; Να σε κάνω εγώ;» Όχι» λέει μου «γιαγιά έκανε με ο παπάς μπάνιο» λέει. Μετά λέω της «έπαιζες στα χώματα αγάπη μου;» «Όχι γιαγιά» λέει μου. Λέω της... εν τω μεταξύ ήταν και ο σύζυγός μου και ήρθε και κάθετουν στη βεράντα, εγώ μόλις μου είπε έπαθα σοκ, λέω της «Μ.. μου είναι ο Λ.. ο μεγάλος που σε πείραξε ή ο Λ.. ο μικρός;». Γιατί της το είπα αυτό; Γιατί ο Λ.. ο μικρός είναι πιο κοντά στην ηλικία της, μπορεί να επαίζαν ή κάτι και μου θύμωσε το μωρό έντονα μου λέει «γιαγιά σου είπα ότι ο Λ.. ο μικρός είναι καλός, είναι ο Λ.. ο μεγάλος που είναι κακός» της λέω «γιατί αγάπη μου;» «γιατί» μου λέει, «μου πειράζει το πουττάκι μου». Και φώναξα του συζύγου μου, καθόταν έξω στη βεράντα, λέω του «Π..» βγήκα έξω και έτρεμα, μου λέει «τι έπαθες;» Λέω του «please έλα μέσα, γιατί έτσι και έτσι μου είπε η εγγονή μας». Σοκαρίστηκε και εκείνος, λέω «Μ.. μου, please, θέλω τούτο που μου είπες να το επαναλάβεις και του παππού» και λέω της «Μ.. μου, πες μου please» και ξαναείπε μου. Σοκαρίστηκε και ο άνδρας μου, λαλεί μου «Σ.. πάρτο μωρό πάνω να κάνει μπάνιο». Πήρα το εγώ να κάνει μπάνιο, της έβγαλα τα ρούχα της, έβαλα την στο μπάνιο και δεν ήθελε να την αγγίξω κάτω στο πουττάκι, γιατί λέω της «να σε πλύνω» γιατί έχουν σαπούνι σπίτι που είναι για τη χρήση, καθημερινή χρήση και φοβόταν. Της λέω «αγάπη μου είμαι γιαγιά σου, μόνο η γιαγιά και η μάμα δικαιούται να σε πλένει εκεί». Την ώρα που την ξέντυνα μου λέει «γιαγιά έτσι μου κατέβασε το παντελόνι ο παππούς μου το έκανε κάτω και το βρακί μου, έκανε την μπλούζα μου και με χάιδευε έτσι» (η μάρτυρας δείχνει την περιοχή του στήθους). Εγώ σοκαρίστηκα, ειλικρινά ήταν κάτι που δεν το περίμενα, ήταν κάτι σοκαριστικό να έρθει η εγγονή σου να σου πει τούτο το πράγμα. Δεν ήξερα τι να κάνω ειλικρινά, σκέφτηκα να έρθω Αγία Νάπα να τον βρω σοβαρομιλώ αλλά λέω και αν πάω θα τα κάνω χειρότερα. Πήρα τηλέφωνο τη Σ.., η Σ.. ήταν δουλειά, της λέω «Σ.. έτσι και έτσι μου είπε το μωρό» μου λέει «μάμα μόλις τελειώσω τη δουλειά» γιατί δεν μπορούσε να φύγει «θα έρθω» μου λέει, της είπα την περίπτωση. Της λέω «αύριο πρέπει να πάμε στον σταθμό στην Ορόκλινη να το πεις, γιατί πρέπει να είσαι εσύ, δεν μπορώ να πάω εγώ να δώσω κατάθεση γιατί δεν είμαι κηδεμόνας, είμαι γιαγιά». Πήγαμε με τη Σ.. αλλά μας παρέπεμψαν, εν τω μεταξύ τσακώθηκα με την Αστυνομία, γιατί τους λέω «αφού μας είπατε να έρθουμε εδώ, γιατί δεν μας παραπέμψατε απευθείας στο ΤΑΕ Αμμοχώστου;» Μου λέει «συγγνώμη πρέπει να έκανε λάθος ο αστυνομικός που ήταν καθήκον εκείνην την ημέρα». Εγώ πήγα με τη Σ.. και της λέω «Σ.. μου, δεν ξέρω να πάω Παραλίμνι στον σταθμό;» Πήγαμε πίσω, πήραμε τον σύζυγό μου και μας πήρε ο σύζυγός μου και δώσαμε κατάθεση και αν θυμάμαι καλά το όνομά του ήταν κάποιος Πανίκκος, Παναγιώτης... κάτι τέτοιο, που μας πήρε εκείνη την ημέρα κατάθεση. Πήγα εγώ πρώτη γιατί μου μίλησε εμένα πρώτη και μετά της Σ... ».
Ερωτώμενη στην κυρίως εξέταση της για το λόγο που δεν αναφέρθηκαν όλες αυτές οι λεπτομέρειες στην κατάθεση της, ανέφερε πως ήταν η πρώτη φορά που πήγε στην Αστυνομία για κατάθεση και «δεν ήξερα πώς έπρεπε να τους τα περιγράψω όλα αυτά, δεν το θεώρησα απαραίτητο, εμείς το θεωρήσαμε να πάμε να κάνουμε την καταγγελία, το συμβάν που έγινε.» Αμέσως μετά δε, όταν της ζητήθηκε να δώσει εξήγηση για τις αναφορές της «ότι το παιδί ήταν αναστατωμένο, ότι ξάπλωνε στον καναπέ, ότι χάιδευε το γεννητικό της όργανο», απάντησε ότι δεν το περιέγραψε γιατί ντρεπόταν τον άντρα αστυνομικό και δεν του είπε ότι το μωρό άγγιζε το πουττάκι της. Επί τούτου, οφείλουμε να πούμε ευθέως πως δεν μας έπεισε η δικαιολογία της για το λόγο που δεν ανέφερε στον αστυνομικό ότι το παιδί άγγιζε το «πουττάκι» της, διότι δεν θα έλεγε τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από ότι είχε ήδη αναφέρει στον αστυνομικό. Επισημαίνουμε πως η μάρτυρας δεν τήρησε γενική στάση αποσιώπησης ή επιφυλακτικότητας κατά την κατάθεσή της, αλλά αντιθέτως προέβη σε σχετικές αναφορές για τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι του παιδιού, όπως αυτή κατ’ ισχυρισμό της μεταφέρθηκε, και γι’ αυτό η επίκληση ντροπής δεν δύναται να εξηγήσει πειστικά την παράλειψη της πιο πάνω ουσιαστικής λεπτομέρειας. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε πως δεν έχει δώσει ούτε κάποια εξήγηση γιατί ξαφνικά θυμήθηκε να μιλήσει για ένα τρομοκρατημένο και φοβισμένο παιδί. Θεωρούμε ότι η εικόνα ενός τρομοκρατημένου, φοβισμένου παιδιού είναι πολύ χαρακτηριστική για να μπορεί να δικαιολογηθεί η παράλειψη με μια γενική αναφορά ότι δεν θεωρούσε απαραίτητο να το αναφέρει. Είναι για το λόγο αυτό που θεωρούμε πως εάν ίσχυε κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα, θα το έλεγε στην κατάθεση της και δεν θα αρκείτο να πει ότι όταν ήρθε το παιδί, τη ρώτησε πως πέρασε και της είπε αυτά που ανέφερε. Έχει δε σημασία να τονιστεί εδω ότι η εικόνα που επιχείρησε να παρουσιάσει η Μ.Κ.5, δεν συνάδει ούτε με τη μαρτυρία της Μ.Κ.7 η οποία, για τους λόγους που εξήγησε, ανέφερε πως το παιδί δεν αντελήφθη τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά ως πιθανή σεξουαλική κακοποίηση και δεν παρουσίασε συμπτωματολογία σχετιζόμενη με αυτά, θέση η οποία διαπιστώνουμε ότι δεν έχει αμφισβητηθεί.
Περαιτέρω, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ενώ στην κατάθεση της ανέφερε απλά ότι ξαφνιάστηκε και διερωτήθηκε αν αυτά που λέει το παιδί είναι αλήθεια, οπότε το ξαναρώτησε, στη δια ζώσης μαρτυρία της παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική εικόνα αφού ανέφερε πως έτρεμε και σοκαρίστηκε, όπως επίσης σοκαρίστηκε και ο σύζυγος της όταν βγήκε έξω στη βεράντα και του το είπε. Τον οποίο σύζυγο της, με βάση την κατάθεση της, η ίδια είδε όταν ήρθε στο σπίτι μετά που η ίδια έκανε μπάνιο το παιδί και τότε είναι που «του το είπα και αυτός έπιασε την κόρη μας τηλέφωνο και της το ανέφερε». Προκύπτει, λοιπόν, ότι στη δια ζώσης μαρτυρία της έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα, αφου ανέφερε πως ο σύζυγος της ήταν ήδη σπίτι, βγήκε έξω στη βεράντα και του το είπε, ο άντρας της σοκαρίστηκε και της είπε να πάρει το παιδί για μπάνιο, η ίδια πήρε το παιδί για μπάνιο και στη συνέχεια η ίδια μίλησε με την κόρη της (Μ.Κ.6) στο τηλέφωνο. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε πως καμία πειστική εξήγηση δεν έχει δοθεί για την παντελώς διαφοροποιημένη εκδοχή και βεβαίως δεν επρόκειτο απλά για παράλειψη κάποιων λεπτομερειών από την κατάθεση της.
Επίσης, ειδικά για το τηλεφώνημα στην κόρη της για το οποίο ρωτήθηκε στην αντεξέταση της, ό,τι θα σημειώσουμε είναι την παρατηρούμενη αμφιταλάντευση της εφόσον στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν ανέφερε, μεταξύ άλλων, (α) ότι μπορεί να έχει κάνει λάθος στην κατάθεση της και τώρα που τα φέρνει στο νου της της και τα ξαναζεί, είναι ακριβώς όπως τα έχει πει στη μαρτυρία της, (β) ότι δεν αλλάζει την κατάθεση της αλλά και (γ) ότι «Ο ίδιος παρονομαστής είναι. Ή εγώ τηλεφώνησα ή ο σύζυγος μου, για τόσο σοβαρό πράγμα νομίζω δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Το γεγονός ήταν το ίδιο.» Σε σχέση με την αναφορά της δε σε κάποιο σημείο, πως επρόκειτο για μια συγκλονιστική στιγμή που έζησε εκείνη τη μέρα και θυμάται ότι η ίδια πήρε τηλέφωνο την Μ.Κ.6, θα αρκεστούμε να πούμε ότι είναι την ίδια συγκλονιστική στιγμή που υποτίθεται πως περιέγραφε και στην κατάθεση της, δύο μήνες μετά το κατ’ ισχυρισμό συμβάν. Και επί τούτου, μένουμε ως εδώ.
Ως προς την αναφορά της τώρα, ότι η Παραπονούμενη της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος την χαίδευε και στο στήθος, επισημαίνουμε ότι αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός πως η Μ.Κ.5 δεν φαίνεται να μετέφερε ποτέ στην Μ.Κ.6 τέτοια πληροφορία, ενημερώνοντας την υποτίθεται αμέσως για τα όσα της μετέφερε η ανήλικη. Περαιτέρω, όμως, σημειώνουμε πως ούτε η Μ.Κ.6 ανέφερε ποτέ ότι το παιδί της ανέφερε οτιδήποτε περί χαιδέματος στο στήθος, αλλά ούτε η ίδια η ανήλικη, η μαρτυρία της οποίας θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της κάτι τέτοιο, ενώ ούτε σε κάποια εκ των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7 προκύπτει να έγινε τέτοια αναφορά από το παιδί. Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρούμε σαφές ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και μη επιβεβαιωμένος από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, και κυρίως από το ίδιο το παιδί, το οποίο αποτέλεσε υποτίθεται την πηγή της συγκεκριμένης αναφοράς. Πάντως, αξίζει να επισημανθεί εδώ, ότι σε καμία εκ των κατηγοριών δεν αποδίδεται στον Κατηγορούμενο η εν λόγω συμπεριφορά (χαίδεμα στο στήθος).
Παρενθετικά, και επαναλαμβάνοντας ότι η μαρτυρία της ανήλικης θα μας απασχολήσει αναλυτικά στη συνέχεια, επισημαίνουμε ως προς τις επανειλημμένες αναφορές τόσο της Μ.Κ.5 όσο και της Μ.Κ.6 ότι το παιδί τους ανέφερε πως ο παππούς της κατέβασε το βρακάκι της, ότι τέτοια αναφορά δεν προκύπτει από την οπτικογραφημένη κατάθεση της.
Στο σημείο αυτό, πριν προχωρήσουμε περαιτέρω, θα σταθούμε λίγο και στην αναφορά της Μ.Κ.5 κατά τη μαρτυρία της ανωτέρω, ότι την ημέρα που πήγαν στην Αστυνομία έδωσαν κατάθεση σε κάποιον αστυνομικό επ’ ονόματι Παναγιώτη. Όπως ανέφερε συγκεκριμένα «..μας πήρε ο σύζυγός μου και δώσαμε κατάθεση και αν θυμάμαι καλά το όνομά του ήταν κάποιος Πανίκκος, Παναγιώτης... κάτι τέτοιο, που μας πήρε εκείνη την ημέρα κατάθεση. Πήγα εγώ πρώτη γιατί μου μίλησε εμένα πρώτη και μετά της Σ..». Έχουμε ήδη αναφέρει ότι από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η Μ.Κ.5 και η Μ.Κ.6 μετέβησαν μαζί στο ΤΑΕ στις 16.12.2021. Αποτελεί δε θέση της υπεράσπισης ότι, ουσιαστικά, έγινε απόκρυψη των καταθέσεων που δόθηκαν στην Αστυνομία.
Η θέση της υπεράσπισης βεβαίως, προκύπτει από την αγόρευση του συνηγόρου της ότι προεκτείνεται και σε σχέση με την πιθανή γραπτή καταγγελία που έγινε στις 8.12.2021 ή προηγουμένως, με βάση τη σχετική αναφορά της Μ.Κ.2 στην οποία έχουμε αναφερθεί ανωτέρω (Έγγραφο Δ)[25].
Παρά δε τις ως άνω αναφορές της Μ.Κ.5, είναι γεγονός πως τέτοιες καταθέσεις δεν παρουσιάστηκαν. Η μόνη δε αναφορά που εντοπίζεται είναι η καταγραφή στο ημερολόγιο ενεργείας ημερ.18.12.2021, η οποία πάντως δεν αναφέρεται σε λήψη καταθέσεων αλλά μόνον σε λήψη αναφοράς από το ΤΑΕ στις 17.12.2021. Επομένως από το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ανακριτή της υπόθεσης, στον οποίο δεν προκύπτει να έφτασαν ποτέ τέτοιες καταθέσεις, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στο ότι οι υπό συζήτηση αναφορές της Μ.Κ.5 δεν ήταν παρά ακόμα μια ανακριβής αναφορά από μέρους της.
Από την άλλη βεβαίως, σημειώνουμε πως αν όντως δόθηκαν καταθέσεις κατά την εν λόγω ημερομηνία, προκύπτει ένα σοβαρό ζήτημα ως προς τη μη αποκάλυψη και παρουσίαση τους. Η σημασία βεβαίως των αρχικών καταθέσεων για το Δικαστήριο είναι δεδομένη, εφόσον μέσα από τις εντελώς αρχικές αναφορές των εν λόγω μαρτύρων θα ήταν σε καλύτερη θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία και να απαντήσει ενδεχομένως στα σοβαρά ερωτήματα που προκύπτουν με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Στρεφόμαστε τώρα στην Μ.Κ.6 και συγκεκριμένα στην κατάθεση της Τεκμήριο Η, όπου αναφέρει ότι την επόμενη μέρα που έτυχε πληροφόρησης από τη μητέρα της, το παιδί ανέφερε και στην ίδια ότι ο Κατηγορούμενος την άγγιξε στο «πουττί» και ότι αυτό το πράγμα της το ανέφερε «ακόμα δύο φορές, χωρίς όμως να την ρωτήσω κάτι σχετικό με αυτό». Κατ’ αρχάς θα επαναλάβουμε και στο σημείο αυτό, ότι στις 22.12.2021 η Μ.Κ.6 είχε αναφέρει στον Μ.Κ.1 ότι το παιδί ουδέποτε της ανέφερε ότι κακοποιήθηκε. Σε σχέση τώρα με τις άλλες δύο φορές, σημειώνουμε ότι στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι δεν θυμάται πότε ήταν, κάτι που δεν μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε τη συγκεκριμένη αναφορά στο πλαίσιο της υπόλοιπης μαρτυρίας και να καταλήξουμε σε συγκεκριμένο συμπέρασμα. Θεωρούμε βεβαίως πως ο χρόνος έχει μεγάλη σημασία, διότι αν η θέση της ήταν για παράδειγμα ότι οι άλλες δυο φορές ήταν σε συνεχόμενες μέρες μετά την πιο πάνω αναφορά, τότε είναι αντιληπτό ότι προκύπτει ο ίδιος προβληματισμός για τη θέση της ενόψει της πιο πάνω αναφοράς στον Μ.Κ.1, στις 22.12.2021.
Εν πάση περιπτώσει, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα αυτό που προκάλεσε εντύπωση είναι ότι σε ερώτηση αν θυμάται πότε ήταν οι άλλες δύο φορές, απάντησε ότι θυμάται στο περίπου και ανέφερε τα εξής: « Όταν το μωρό μου ανάφερε «μάμα ο παππούς πειράζει μου το πουττί μου» και της είπα «Μ… μου είσαι σίγουρη ότι είναι ο παππούς ο Λ…; Μπορεί να είναι ο Λ… ο μικρός, μπορεί να ήταν πάνω στο παιχνίδι που παίζατε και να σε αστείεψε, είσαι σίγουρη ότι είναι ο παππούς ο Λ…; Είσαι σίγουρη Μ… μου;», «Μάμα εν καλός ο μικρός ο Λ.., εν ο παππούς μου που με πειράζει» λαλεί μου. »
Αντί δηλαδή να απαντήσει στην ερώτηση, ανέφερε τα πιο πάνω, τα οποία όχι μόνον δεν ανέφερε ποτέ στην κατάθεση της προηγουμένως αλλά και συνάδουν απόλυτα, κατά ένα περίεργο τρόπο, με σχετικό διάλογο που επικαλέστηκε η μητέρα της με το παιδί, χωρίς επίσης να τον έχει εξιστορήσει προηγουμένως στην δική της κατάθεση. Κατά τα άλλα, η Μ.Κ.6 στην κατάθεση της ανέφερε πως τις άλλες δύο φορές που της είπε το παιδί το εν λόγω πράγμα, η ίδια δεν υπέβαλε οποιαδήποτε σχετική ερώτηση. Ως προς δε την παράλειψη της να αναφέρει τα πιο πάνω στην κατάθεση της, πρόβαλε τη θέση ότι θεωρούσε πως θα ανέφερε το «ζουμί» της υπόθεσης και θα μιλούσε στο Δικαστήριο. Πέραν όμως του ότι ουδέποτε εξήγησε από πού προέκυψε αυτή η εντύπωση και ποιος της υπέδειξε ότι θα μπορούσε να παραλείψει έναν τέτοιο διάλογο με το παιδί, το Δικαστήριο σχημάτισε την εντύπωση ενόψει όλων των ανωτέρω, ότι η εν λόγω δικαιολογία αποτέλεσε μια εκ των υστέρων σκέψη, ώστε να εισαχθούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί.
Περαιτέρω, από τη μαρτυρία αμφότερων των μαρτύρων, τέθηκαν ενώπιον μας δύο ακόμη περιστατικά. Το ένα περιστατικό αφορούσε στην κατ’ ισχυρισμό αναφορά του παιδιού ότι την απειλούσε ο Κατηγορούμενος και το άλλο αφορούσε το πρωινό της 1.9.2022, οπότε το παιδί κατ’ ισχυρισμό ξύπνησε και έκλαιγε.
Σε σχέση με το πρώτο περιστατικό, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι λίγους μήνες μετα την καταγγελία είδε την Παραπονούμενη αναστατωμένη και κλεισμένη στον εαυτό της, οπότε τη ρώτησε αν θέλει να βγουν έξω στη βεράντα και να παίξουν το παιχνίδι της αλήθειας και της απάντησε καταφατικά. Όπως ανέφερε, το παιδί ανακουφίστηκε και τα πράγματα στη συνέχεια εξελίχθηκαν ως εξής (παραθέτουμε το απόσπασμα):
« Θέλεις να μου πεις τι σου συμβαίνει; Ναι, γιαγιά» μου λέει «ο παππούς ο Λ.. μου λέει ότι θα μου κάνει κακό, θα με κάνει τέλος και θα πάω πάνω στον Θεούλη». «Τι;» της λέω, λαλεί μου «έτσι μου είπε ο παππούς και εξακολουθά να με πειράζει» «πού σε πείραξε Μ.. μου;» «Αυτήν τη φόρα με πήρε στα ζωάκια» της λέω «στα γουρουνάκια;» «όχι γιαγιά» μου λέει «στα κατσικάκια». Της λέω «Μ.. μου, είναι ο Λ.. ο μεγάλος ή ο μικρός;» «Σου είπα» μου λέει «δεν είναι ο Λ.. ο μικρός, είναι πολύ καλός ο Λ.. ο μικρός, είναι ο Λ.. ο μεγάλος που είναι κακός». Της λέω «Μ.. μου αυτό που μου λέεις να φωνάξουμε και της μάμας, γιατί αφορά και τη μάμα και μπορεί να σε προστατεύσει και η μάμα και η γιαγιά, να της φωνάξω;» Μου λέει «ναι γιαγιά». Ήρθε και η Σ.., της λέω «Σ.. μου έτσι και έτσι μου είπε το μωρό» και μας φώναξε και μας λέει «ελάτε, ελάτε να σας δείξω κάτι». Πάνω στο σπίτι μου έχω πέρκολες και δεν φαίνεται ο ουρανός, έχω ένα κομμάτι που φαίνεται ο ουρανός, μας λέει «ελάτε εδώ» και μας λέει εκεί που φαίνεται ο ουρανός «βλέπετε εκεί; Μου είπε ότι αν μιλήσω θα με στείλει πάνω στον Θεούλη γιατί έστειλε και άλλο παιδάκι.» «Τι;» της λέω, «ναι» μου λέει, «μου το έδειξε στο video» «ποιος Μ.. μου το έδειξε στο video, πού αγάπη μου σου έδειξε, στο τηλέφωνο που έχω και εγώ;» της λέω, μου λέει «ναι και θα με στείλει και εμένα πάνω και μου είπε θα σου κάνει κακό και εσένα και της μάμας μου». Λέω της «Σ.. τι θα κάνουμε; Πρέπει αυτό το πράγμα να το πει η Σ..». Αν δεν κάνω λάθος πήγε στην Αστυνομία, νομίζω κάτω στα Κεντρικά ή πήρε τον κύριο Σάββα και του το ανάφερε. »
Η αναφερόμενη παρότρυνση της προς την Μ.Κ.6 να παει στην Αστυνομία, δεν συνάδει βεβαίως με προηγούμενη αναφορά της ότι δεν προέβη σε καταγγελία γιατί δεν θεωρούσαν σωστό κάθε φορά που τους έλεγε κάτι η Παραπονούμενη να τρέχουν στην Αστυνομία να καταθέτουν, από τη στιγμή που υπήρχε η καταγγελία για το τι είχε συμβεί στο παιδί. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι η Μ.Κ.6 όταν πήγε στην Αστυνομία, ανέφερε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, χωρίς να τοποθετεί καν τη μητέρα της στο κατ’ ισχυρισμό περιστατικό.
Όπως προκύπτει από το Έγγραφο Ι[26], η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι η συζήτηση με την Παραπονούμενη ξεκίνησε όταν είδε ότι τα χέρια της τελευταίας ήταν κόκκινα και το παιδί ανέφερε ότι την κτύπησε ο Μ.Υ.2 επειδή του είπε ότι την πείραξε ο παππούς στα γεννητικά της όργανα και τότε αυτός της είπε ότι αυτά είναι ψέματα της μάμας και να μην την πιστεύει. Στη συνέχεια δε της ανέφερε ότι ο Μ.Υ.2 την πήρε ξανά στο σπίτι του παππού και όταν τη ρώτησε τι έκανε στο σπίτι «..μου απάντησε ότι ο παππούς ο Λ... της έδειξε ένα βίντεο στο οποίο ήταν ένα παιδάκι το οποίο δεν γνώριζε μαζί με τον Λ.. και στο οποίο ο Λ.. πείραζε το παιδάκι στα γεννητικά του όργανα και της είπε ότι τώρα αυτό το παιδάκι πέθανε και το ίδιο θα πάθεις και εσύ.»
Παρενθετικά, αναφέρουμε ότι η Μ.Κ.6, πέραν της πιο πάνω περίπτωσης, δεν προκύπτει ότι κατήγγειλε άλλη φορά στην Αστυνομία περίπτωση απειλών στην Παραπονούμενη, ενώ η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι η Μ.Κ.6 προέβη σε καταγγελία μετά από παρότρυνση της και τα όσα η ίδια εξιστόρησε και η Αστυνομία της είπε πως εφόσον κατέθεσε η ίδια σαν κηδεμόνας, δεν χρειαζόταν να καταθέσει και η Μ.Κ.5. Επί τούτου, σημειώνουμε ότι δεν ζητήθηκε ποτέ από τον Μ.Υ.8, που ήταν ο ανακριτής της συγκεκριμένης υπόθεσης, να επιβεβαιώσει τέτοια αναφορά, η οποία εν τέλει παρέμεινε μετέωρη. Εν πάση περιπτώσει, από τη συνδυασμένη ανάγνωση της μαρτυρίας των δύο, προκύπτει ότι η θέση αμφότερων είναι πως μια φορά τους μίλησε το παιδί για τα πιο πάνω.
Έχοντας υπόψη την πιο πάνω επισήμανση μας, σημειώνουμε πως δεν μιλούμε για μια περίπτωση που υπάρχουν κάποιες διαφορές μεταξύ τους κατά την εξιστόρηση των γεγονότων. Ενώ υποτίθεται μιλούσαν για το ίδιο περιστατικό, η εκδοχή της μιας είναι εντελώς διαφορετική από την εκδοχή της άλλης, με αποτέλεσμα να μην έχουμε πεισθεί ότι μας εξιστόρησαν ένα πραγματικό συμβάν.
Η εξιστόρηση, όμως, αμφοτέρων καθίσταται μη πειστική και από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν διέθετε τηλέφωνο που είχε τη δυνατότητα προβολής βίντεο. Οι εικασίες βεβαίως της Μ.Κ.5 ότι μπορεί να είχε δεύτερο τηλέφωνο και της Μ.Κ.6 ότι μπορεί να είχε και άλλες συσκευές, ελλείψει συγκεκριμένης μαρτυρίας, όπως είναι φυσικό δεν μπορούν να συμπληρώσουν το κενό και να πείσουν για τα πιο πάνω, τα οποία ήδη κρίθηκαν αναξιόπιστα.
Πριν αφήσουμε το συγκεκριμένο ζήτημα, επισημαίνουμε πως δεν διέλαθε την προσοχή μας το πρώτο βίντεο του Τεκμηρίου 18 (διάρκειας 47 δευτερολέπτων). Σε αυτό φαίνεται το παιδί να ξαπλώνει πάνω σε μια καρέκλα και να λέει ότι ο παππούς του είπε ότι θα πεθάνει. Η Μ.Κ.6 βρίσκεται από πάνω του, το βιντεογραφεί και του κάνει ερωτήσεις. Το παιδί λέει ότι παππούς του είπε αυτό το πράγμα γιατί είναι «κακός και εν καταλάβει», επίσης ότι δεν έκανε κάτι του παππού και ότι αυτό έγινε παλιά που την έπαιρνε ο παπάς.
Η Μ.Κ.6 ανέφερε πως δεν θυμάται πότε βιντεογράφησε το παιδί και επειδή άλλαξε κινητό δεν έχει «τη σαφή ημερομηνία». Επίσης, είπε ότι δεν θυμάται γιατί ήταν τραυματικό το γεγονός και δεν τα έχει καλά με τις ημερομηνίες. Εξ όσων έγινε όμως αντιληπτό, εκ πρώτης, η θέση της ήταν ότι αφορούσε την ημέρα που αναφέρει στην κατάθεση της πιο πάνω. Συγκεκριμένα, όταν ερωτήθηκε να πει τουλάχιστον ποιο χρόνο έγινε η λήψη, απάντησε «Όπως γράφει στην κατάθεση ήταν το 2023». Είναι γεγονός όμως ότι δεν προώθησε ενώπιον μας με σαφήνεια τη θέση ότι το βίντεο λήφθηκε κατά την πιο πάνω ημερομηνία και εν πάση περιπτώσει πέραν του ότι δεν ανέφερε ποτέ στην κατάθεση της ότι μέρος των όσων ανέφερε το παιδί τα έχει βιντεογραφήσει, ούτε και παρέδωσε τότε στην Αστυνομία οποιοδήποτε σχετικό τεκμήριο, επισημαίνουμε πως τα όσα προκύπτουν από το βίντεο και έχουμε περιγράψει ανωτέρω δεν συνάδουν με όσα ισχυρίστηκε. Υπό τις περιστάσεις, λοιπόν, έχουμε αμφιβολία ότι πρόκειται για την ημέρα που περιγράφει στην κατάθεση της και μη έχοντας λεπτομέρειες για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το παιδί ανέφερε σε άλλη περίπτωση αυτά που φαίνεται να λέει στο βίντεο και τι προηγήθηκε, με μια Μ.Κ.6 να βρίσκεται από πάνω του και να του υποβάλλει συνεχείς ερωτήσεις, ενώ το παιδί εμφανίζεται αμήχανο, δεν μπορούμε να προσδώσουμε στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου βίντεο κάποια βαρύτητα.
Με το δεύτερο κατ’ ισχυρισμό περιστατικό σχετίζεται η κατάθεση της Μ.Κ.6 Τεκμήριο Θ. Σύμφωνα με την τελευταία, η ανήλικη ξύπνησε τα ξημερώματα (περί ώρα 01:00), έκλαιγε και φώναξε δυνατά τρείς φορές ότι πονεί. Τότε ξεκίνησε για να πάει στο δωμάτιο της αλλά την βρήκε να έρχεται στο δικό της. Η ανήλικη ήταν φοβισμένη και έκλαιγε και όταν τη ρώτησε να της πει τι έχει, αυτή ανέφερε ότι «ο παππούς ο Λ.. δεν σταμάτησε ποτέ να μου πιάνει το πουττί μου» και ότι «πονώ το πουττί μου», έχοντας τα χέρια της στο γεννητικό της όργανο. Τότε προσπάθησε να την ηρεμήσει και τη ρώτησε ξανά να της πει τι έγινε και η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του και την άγγιξε στο γεννητικό όργανο, ενώ ο ίδιος κατέβασε τα ρούχα του μέχρι τα γόνατα και αφού έπιασε το χέρι της το έβαλε στο πουλί του. Τη ρώτησε επίσης για να της πει που έγινε αυτό και η ανήλικη ανέφερε ότι έγινε στο κρεβάτι. Η τελευταία της είπε ακόμη, να μην πάει ούτε η ίδια ούτε η μητέρα της στον παππού διότι θα τους κάνει τα ίδια.
Στη συνέχεια της κατάθεσης της, η μάρτυρας ανέφερε πως την ίδια μέρα, η μητέρα της πήρε την ανήλικη στην παιδίατρο Ε.Ε., η οποία είπε ότι ήταν κόκκινη η περιοχή των γεννητικών οργάνων αλλά δεν μπορούσε να πει περισσότερα γι’ αυτό, δηλαδή από πού προήλθε. Αν και η Μ.Κ.5 δεν αναφέρθηκε ποτέ σε επίσκεψη στην εν λόγω γιατρό και τι διεμήφθη μεταξύ τους, εντούτοις από την αντεξέταση της Μ.Κ.6 προέκυψε ότι η επίσκεψη στη γιατρό ήταν αποδεκτή. Δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει το ζήτημα της εξέτασης της γιατρού, αφου δεν έχουμε ενώπιον μας οιαδήποτε ευρήματα της και σε κάθε περίπτωση η γιατρός δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Έχουμε όμως στρέψει την προσοχή μας στην αναφορά της μάρτυρος κατά την αντεξέταση της, ότι η γιατρός είπε στην ίδια προσωπικά ότι «δεν μπορούσε να αναγνωρίσει αν ήταν κάτι επιλήψιμο γιατί ήταν αγγίγματα». Φρονούμε ότι η εν λόγω αναφορά, αποτελούσε άλλη μια προσπάθεια της μάρτυρος να εισάξει στην υπόθεση ανύπαρκτα στοιχεία. Κατ’ αρχάς, όπως αναφέρει στην κατάθεση της, δεν είναι η ίδια που πήρε την ανήλικη στη γιατρό αλλά η μητέρα της και ουδέποτε ανέφερε ότι η ίδια μίλησε τηλεφωνικώς ή δια ζώσης με τη γιατρό για την συγκεκριμένη εξέταση. Στη μαρτυρία της όμως, έχοντας ξεχάσει προφανώς τι ανέφερε στην κατάθεση της και ενώ η ίδια δεν παρίστατο στην εξέταση, ανέφερε πως η γιατρός ανέφερε προσωπικά στην ίδια τα πιο πάνω και γενικά μιλούσε σαν να ήταν παρούσα η ίδια. Από εκεί και πέρα, η ουσία έγκειται στο ότι επιχείρησε να συνδέσει το γεγονός ότι η περιοχή των γεννητικών οργάνων της ανήλικης ήταν κόκκινη με αγγίγματα, ενώ στην κατάθεση της ανέφερε ότι η γιατρός δεν ήταν σε θέση να καθορίσει από πού προήλθε η κοκκινίλα στην επίμαχη (γεννητική) περιοχή και αυτό βεβαίως για προφανείς λόγους.
Επανερχόμαστε στα όσα κατ’ ισχυρισμό ανέφερε το παιδί στη μάρτυρα, για να πούμε ότι στη δια ζώσης μαρτυρία της προέβη πάλιν σε διάφορες προσθήκες εν σχέσει με όσα ανέφερε στην κατάθεση της. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι το παιδί έπιασε το χέρι της και της έδειξε πως την αγγίζει στο γεννητικό όργανο και «της είπα «Μ.. μου είσαι σίγουρη ή όχι, μην μου λαλείς ψέματα», «μάμα δεν σου λέω ψέματα» και έκλαιγε «είναι αλήθεια δεν θέλω να ξαναπάω τζιαμέ, σε παρακαλώ μάμα δεν θέλω να ξαναπάω» και λαλώ της επειδή έθελα να καταλάβω όντως τι γίνεται, την ρώτησα «Μ.. μου», μπορεί να ήταν λάθος μου που τη ρώτησα αλλά ήθελα να ξέρω αν ήταν αλήθεια, τη ρώτησα «Μ.. μου μπορείς να μου πεις πώς ήταν το πουλλί του παππού;» Και μου είπε «είχε κάτι σαν σκουληκάκια πάνω», «τι εννοείς σκουληκάκια;», «είχε κάτι σαν σκουληκάκια πάνω, ήταν έτσι» (δείχνει με τα χέρια της ένα μάκρος) τούτο μου ανάφερε και κατέβασε ως εδώ το παντελόνι της (δείχνει λίγο πιο πάνω από τα γόνατα). »
Η δικαιολογία της γιατί δεν ανέφερε τα πιο πάνω στην κατάθεση της, ήταν άλλη μια φορά το υποτιθέμενο σοκ και γι’ αυτό ανέφερε δεν μπορούσε να φέρει όλες τις πληροφορίες στο μυαλό της, τις οποίες θυμήθηκε όταν ηρέμησε. Επί τούτου, κατ’ αρχάς σημειώνουμε ότι δεν έδωσε κατάθεση το πρωί της 1.9.2022, λίγο μετά δηλαδή που εκτυλίχθηκαν σύμφωνα με την ίδια τα πιο πάνω, αλλά στις 2.9.2022 η ώρα 11:50. Σημειωτέον, ότι δεν ζητήθηκε ποτέ από τον Μ.Κ.1, ο οποίος έλαβε την κατάθεση από τη μάρτυρα, να περιγράψει την κατάσταση της Μ.Κ.6 όταν έδινε κατάθεση και βεβαίως αυτός δεν ανέφερε ποτέ ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης η τελευταία δεν βρισκόταν σε ήρεμη κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, ούτε η ίδια φαίνεται να αναφέρει οτιδήποτε στην κατάθεση της που να οδηγεί έστω σε υποψία ότι όταν μετέβη στην Αστυνομία για κατάθεση, βρισκόταν σε κατάσταση σοκ.
Επίσης, δεν είναι λογικό και δεν μπορεί να μας πείσει η μάρτυρας ότι η στιχομυθία της με το παιδί και η περιγραφή στην οποία προέβη για το πουλί του παππού ήταν μια λεπτομέρεια που δήθεν ξέχασε λόγω του σοκ και την θυμήθηκε μετά. Πως είναι δυνατό να αναμένει να πιστέψουμε ότι ενώ το παιδί της είπε, σύμφωνα πάντα με την ίδια, ότι ο παππούς κατέβασε το παντελόνι του και την έβαλε να αγγίξει το πουλί του, δεν θυμήθηκε να αναφέρει τον πιο πάνω διάλογο με το παιδί και μια τόσο χαρακτηριστική αναφορά του παιδιού για «σκουληκάκια» πάνω στο πουλί του.
Δεν διέλαθε όμως την προσοχή μας ότι σε σχετική αναφορά του παιδιού για «σκουληκάκια», η μάρτυρας αναφέρθηκε και σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της. Όπως ανέφερε, όταν πήγαν διακοπές με τον μέλλοντα σύζυγο της στις 25.12.2022, ο τελευταίος έβγαλε την κάλτσα του παπουτσιού του και όταν είδε της νεύρες στο πρόσθιο μέρος του ποδιού του η ανήλικη, του είπε ότι έχει και αυτός σκουληκάκια όπως αυτά που έχει ο παππούς πάνω στο πουλί του. Ερωτώμενη στην αντεξέταση της γιατί δεν το ανέφερε στην κατάθεση της, επικαλέστηκε εκ νέου τη δικαιολογία πως νόμιζε ότι θα έλεγε τα απαραίτητα και θα ερχόταν στο Δικαστήριο και θα τα έλεγε. Παρενθετικά, να πούμε εδώ ότι η μάρτυρας προκύπτει ότι γνώριζε πολύ καλά ότι θα μπορούσε αν επιθυμούσε να ζητήσει να δώσει συμπληρωματική κατάθεση εφόσον προέκυπτε κάτι καινούριο, όπως έπραξε με τα Τεκμήρια Θ και Ι. Στο πλαίσιο της τελευταίας κατάθεσης της μάλιστα (Τεκμήριο Ι), όπου εισαγωγικά αναφέρθηκε και στην καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου, θεωρούμε πως είχε την ευκαιρία να αναφερθεί σε μια τόσο χαρακτηριστική αναφορά του παιδιού και να δώσει και την ευκαιρία στην Αστυνομία να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα της μέσω του προσώπου που επικαλέστηκε. Πάντως, το γεγονός ότι δεν κλήθηκε να καταθέσει το εν λόγω πρόσωπο (μέλλοντας σύζυγος της), το οποίο η ίδια επικαλέστηκε προκειμένου να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα της, είναι σαφές πως άφησε ουσιαστικό κενό στην εκδοχή της[27]. Για όποια σημασία έχει δε, αναφέρουμε επίσης εδώ ότι η θέση που προωθεί η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής στην αγόρευση της, είναι ότι όταν το παιδί αναφέρθηκε σε σκουληκάκια, εννοούσε «προφανώς τις τρίχες στο πέος» και όχι τις «νεύρες».
Ούτε όμως με τη θέση αμφότερων των μαρτύρων, ότι μετά τα όσα ισχυρίστηκε η Μ.Κ.6 για το επίδικο πρωινό, επικοινώνησε με τη μητέρα της, η οποία μετέβη εκεί και προσπάθησαν μαζί να παρηγορήσουν το παιδί, ενώ στη συνέχεια η ανήλικη έφυγε με τη Μ.Κ.5, έχουμε πεισθεί. Επισημαίνουμε ότι η Μ.Κ.6 δεν ανέφερε ποτέ στην κατάθεση της οτιδήποτε σχετικό και πρόβαλε ενώπιον μας τη γενική και αόριστη δικαιολογία ότι δεν ήξερε ότι έπρεπε να το αναφέρει, ενώ η Μ.Κ.5 ανέφερε εκ νέου ότι δεν θεωρούσε απαραίτητο όποτε τους έλεγε κάτι η Παραπονούμενη να τρέχουν στην Αστυνομία, προσθέτοντας και διάφορα άλλα άσχετα στην απάντηση της, στην προσπάθεια της να πείσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Θεωρούμε πως δεν έχει καμία λογική να δίνει κατάθεση η Μ.Κ.6 στις 2.9.2022, η οποία να ολοκληρώνεται ως προς το ισχυριζόμενο περιστατικό με την αναφορά της ότι «δεν ρώτησα περισσότερα πράγματα την κόρη μου, επειδή ήταν φοβισμένη και ήθελα να ηρεμήσει» αλλά να έρχεται στο Δικαστήριο και να ισχυρίζεται ότι υπήρξε συνέχεια, βάζοντας στο κάδρο και τη μητέρα της. Η οποία με τη σειρά της, την ίδια στιγμή που γνώριζε προφανώς ότι για αυτό το γεγονός που υποτίθεται τις συγκλόνισε, η κόρη της μετέβη στην Αστυνομία και το κατήγγειλε, η ίδια έρχεται στο Δικαστήριο και δίνει σαν δικαιολογία για το ότι δεν έδωσε κατάθεση για να αναφέρει όσα έζησε, ότι δεν θεωρούσε απαραίτητο να τρέχουν στην Αστυνομία όποτε τους έλεγε κάτι το παιδί.
Είναι όμως το κατάλληλο σημείο για να αναφέρουμε και το εξής. Από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7, οι οποίες αξιολόγησαν την ανήλικη, δεν προκύπτει ότι η Μ.Κ.6 τους ανέφερε ότι το παιδί ξύπνησε οποτεδήποτε και ήταν φοβισμένο, τρομοκρατημένο ή ότι γενικότερα έβλεπε εφιάλτες και ήταν φοβισμένο, όπως ισχυρίστηκαν οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6. Ένα τόσο συγκλονιστικό γεγονός όμως, το οποίο μάλιστα οδήγησε την Παραπονούμενη να πιστέψει ολοκληρωτικά ότι έλεγε την αλήθεια και μια τέτοια κατάσταση ενός παιδιού με εφιάλτες κλπ, πως είναι δυνατόν να μην μεταφέρονται στους ειδικούς (που αποτελεί διαπίστωση μας ότι πράγματι είναι, ως εμφαίνεται κατωτέρω) για να τύχουν αξιολόγησης, είναι άξιον απορίας.
Στην Μ.Κ.2, κατά τη δεύτερη αξιολόγηση της ανήλικης, τον Οκτώβριο του 2023, η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι έχει νυχτερινή ενούρηση (στο ζήτημα αυτό επανερχόμαστε κατωτέρω) και επίσης ότι είναι πιο αντιδραστική, αναζητούσε πιο έντονα την πιπίλα της, άγγιζε συχνά τα γεννητικά της όργανα και όταν ένιωθε αμηχανία δάγκωνε το δάκτυλο της. Στην Μ.Κ.7 δε, προκύπτει ότι δεν αναφέρθηκε κάτι σχετικό με τα πιο πάνω.
Μάλιστα, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι κατά τη μαρτυρία της Μ.Κ.7 παρέμεινε ακλόνητη η διαπίστωση της (βλ. Έγγραφο ΙΒ, ημερ.22.2.2023), ότι «Λόγω του ηλικιακού σταδίου και το γεγονός ότι γνωστικές λειτουργίες του παιδιού δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί καθώς και των ειδικών γνώσεων σε θέματα που αφορούν τη σεξουαλικότητα και τη γενετήσια συμπεριφορά των ενηλίκων, τα παραπάνω περιστατικά φάνηκε να μην έχουν γίνει αντιληπτά στο παιδί ως πιθανή σεξουαλική κακοποίηση του και για το λόγο αυτό δεν παρουσίασε οποιαδήποτε συμπτωματολογία σχετιζόμενη με τα περιστατικά.» (έμφαση δοθείσα)
Οι ψυχικές αντιδράσεις δε που παρατήρησε στο παιδί, διαπίστωσε ότι σχετίζονταν με τα υψηλά επίπεδα συγκρούσεων στη σχέση των γονέων αλλά και στη διακοπή των συναντήσεων της με τον πατέρα της, κάτι που της επέφερε ψυχική αναστάτωση.
Ως προς τη θέση της Μ.Κ.6 για νυχτερινή ενούρηση της Παραπονούμενης, επαναλαμβάνουμε κατ’ αρχάς ότι ανέφερε αυτό το πράγμα στην Μ.Κ.2 τον Οκτώβριο του 2023, κατά τη δεύτερη αξιολόγηση της Παραπονούμενης (βλ. Τεκμήριο 16). Αντεξεταζόμενη, ανέφερε πως δεν θυμάται πότε το διαπίστωσε αλλά άρχισε όταν έγιναν πιο έντονοι οι φόβοι της. Στη συνέχεια δε, ανέφερε ότι νομίζει πως το διαπίστωσε πέντε μήνες προηγουμένως αλλά δεν είναι σίγουρη, ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι ξεκίνησε όταν έγιναν πιο έντονοι οι φόβοι της, ξυπνούσε και έβλεπε εφιάλτες, που χρονικά ήταν «νομίζω στη δεύτερη κατάθεση..». Επαναλαμβάνουμε ότι η δεύτερη κατάθεση της, δόθηκε στις 2/9/2022 (Έγγραφο Θ).
Έχοντας αυτά υπόψη, σημειώνουμε ότι η Μ.Κ.2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι η Μ.Κ.6 της είπε ότι η περίοδος της νυχτερινής ενούρησης συνέπιπτε με την καταγγελία για σεξουαλική κακοποίηση (βλ. και Τεκμήριο 16). Σε σχετικές ερωτήσεις όμως που έγιναν στην Μ.Κ.6 και συγκεκριμένα αν προέβη πράγματι στην εν λόγω αναφορά, η τελευταία για άλλη μια φορά έδωσε αμφιλεγόμενες απαντήσεις και προσπάθησε να υπεκφύγει. Ας σημειωθεί ότι για το ζήτημα ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το ερώτημα που υπέβαλε ήταν αν είναι φυσιολογικό αυτό και αν συνδέεται με τους εφιάλτες της Παραπονούμενης, ότι «δεν θυμάμαι ακριβώς», ότι «δεν θυμάμαι ακριβώς τις ακριβείς λέξεις που είχα πει, το νόημα μου είναι αυτό όμως» και εν τέλει ότι «δεν το θυμάμαι, θυμούμαι τη νυχτερινή ενούρηση..». Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνουμε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.2 επί του συγκεκριμένου ζητήματος ήταν σαφής και παρέμεινε αναντίλεκτη. Όπως επίσης ήταν σαφής, ότι η ίδια δεν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σύνδεση με την καταγγελία αλλά η Μ.Κ.6 έκανε τη σύνδεση, καθώς και ότι η νυκτερινή ενούρηση θα μπορούσε να συνδέεται με το πρόβλημα που είχε στο νεφρό το παιδί ή «..από το ότι δεν είχε σταθερή διαμονή, ότι ταλαιπωρείτουν για μεγάλο χρονικό διάστημα με καταθέσεις κτλ.»
Υπό το φως των ανωτέρω, αποτελεί διαπίστωση μας ότι η Μ.Κ.6 ούτε εδώ ήταν ειλικρινής, ενώ προκύπτει ότι μετέφερε στην Μ.Κ.2 πληροφορίες οι οποίες δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρουμε πως δεν μπορούμε να αποδεκτούμε τη θέση της Μ.Κ.6 περί νυχτερινής ενούρησης της Παραπονούμενης ως γεγονός χρονικά συνδεδεμένο με την καταγγελία του Δεκεμβρίου 2021. Εάν πράγματι είχε ανακύψει τέτοιο ζήτημα αμέσως μετά την καταγγελία, είναι εύλογο ότι η Μ.Κ.6 θα το ανέφερε τόσο κατά την πρώτη αξιολόγηση στην Μ.Κ.2 όσο και μεταγενέστερα στην Μ.Κ.7, πράγμα που δεν συνέβη.
Αναφερόμενοι όμως σε πληροφορίες που δόθηκαν στην Μ.Κ.2 και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, στεκόμαστε εδώ στο ζήτημα της επικοινωνίας του παιδιού με τον πατέρα του, με αφορμή την αναφορά στην έκθεση της τελευταίας ότι σύμφωνα με την Μ.Κ.6 το παιδί δεν επιθυμούσε να μεταβαίνει στις συναντήσεις με τον πατέρα της, με αποτέλεσμα η ίδια να προσπαθεί να την μεταπείσει. Σε σχέση με το θέμα της επικοινωνίας του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη, οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 αλλά κυρίως η δεύτερη, προσπάθησαν να πείσουν ότι η Μ.Κ.6 ήθελε να υπάρχει η επικοινωνία και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να στερήσει το παιδί από τον πατέρα του, ο οποίος είχε κάθε δικαίωμα να το βλέπει και με τον οποίο προσπαθούσε πάντα να έχει καλή σχέση. Παρενθετικά, σημειώνουμε πάντως εδώ ότι δεν αποτέλεσε ποτέ θέση της Μ.Κ.6 στη μαρτυρία της ότι το παιδί σε οποιοδήποτε στάδιο δεν ήθελε να μεταβεί σε συνάντηση με τον πατέρα του, τον οποίο από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι αγαπούσε και μάλιστα υπενθυμίζουμε ότι από την αξιολόγηση της Μ.Κ.2 προέκυψε η αναστάτωση του παιδιού επειδή δεν τον έβλεπε.
Ως προς το θέμα αυτό, δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 δεν είπαν την αλήθεια. Από τη μαρτυρία των Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, η οποία έχει γίνει αποδεκτή, καταδεικνύεται το εντελώς αντίθετο εν σχέσει με αυτό που προσπάθησαν να μας πείσουν. Η Μ.Κ.5, αφενός, επιδίωξε να χάσει τη δουλειά του ο Μ.Υ.2 από υπεραγορά στη Λάρνακα για να φύγει από την πόλη και να μην βλέπει το παιδί. Η δε Μ.Κ.6, αφετέρου, από την αρχή δημιούργούσε προβλήματα στην επικοινωνία του Μ.Υ.2 με το παιδί του, ο οποίος αρκετές φορές για να δει το παιδί του έπρεπε να πάρει το πράσινο φως από τον μεσολαβητή (Μ.Υ.4). Δεν θα μας απασχολήσει αν ο Μ.Υ.2 έβλεπε το παιδί και χωρίς την μεσολάβηση του Μ.Υ.4 ή πόσες ήταν οι φορές ακριβώς που το έβλεπε. Διότι, η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι η Μ.Κ.6 για μια περίοδο δύο χρόνων περίπου ήτοι από Ιανουάριου-Φεβρουάριο 2022 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2024, ακόμη και την περίοδο που υποτίθεται ότι δεν είχε πεισθεί και η ίδια εντελώς ότι τα όσα ανέφερε η ανήλικη ήταν αλήθεια αλλά και την περίοδο που η επικοινωνία γινόταν παρουσία του Μ.Υ.4 και της οικογένειας του σε παιχνιδότοπο στη Λάρνακα και δεν υπήρχε κίνδυνος να πάει το παιδί στο σπίτι του παππού, δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα στην επικοινωνία του πατέρα με το παιδί του και προβάλλοντας κάθε λογής δικαιολογίες εμπόδιζε την τακτική επικοινωνία του παιδιού με τον πατέρα του. Όταν δε περιήλθε στην αντίληψη της η ηχογράφηση (Τεκμήριο 34), δήλωσε στον Μ.Υ.4, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ουσιαστικά ο Μ.Υ.2 δεν θα βλέπει το παιδί, δήλωση η οποία, υπό τις περιστάσεις, προσλαμβάνει χαρακτήρα εκδικητικής συμπεριφοράς.
Ολοκληρώνοντας με την αξιολόγηση των δύο αυτών μαρτύρων, αν θα προσθέταμε κάτι θα ήταν βεβαίως η προβολή από μέρους της Μ.Κ.6 γενικών ισχυρισμών και η αόριστη επίκληση της μαρτυρίας τρίτων προσώπων προς υποστήριξη τους, μαρτυρία βεβαίως η οποία ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε, για παράδειγμα, (α) σε συνομιλία της κόρης της με φίλη της στο αυτοκίνητο, στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη ανέφερε στη δεύτερη ότι την πειράζει ο παππούς της στα γεννητικά όργανα, (β) σε δήθεν αδικήματα του Μ.Υ.2 με άλλες κοπέλες, σε συνομιλία της με αστυνομικό για να στείλουν τον Μ.Υ.2 σε ψυχολόγο για βοήθεια και σε καταδίκη του Μ.Υ.2 και (γ) σε συνομιλία της με τρίτο πρόσωπο που άκουσε τις φωνές που την κτυπούσε ο Μ.Υ.2 και όταν τη συνάντησε της είπε πως νόμιζε ότι θα τον σκοτώσεις. Όταν αμφισβητήθηκε δε, για την πρώτη περίπτωση είπε «Να σας φέρω το μωρό αν θέλετε», για τη δεύτερη είπε πως υπάρχουν αποδείξεις, ενώ για την τρίτη ότι «Μπορείτε να ρωτήσετε την ίδια». Εν πάση περιπτώσει, πέραν του ότι δεν μας έπεισε με τα λεγόμενα της, επαναλαμβάνουμε ότι τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε.
Σε σχέση, λοιπόν, με τη μαρτυρία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, οι οποίες, υπό το φως των ανωτέρω, δεν μας άφησαν καλή εντύπωση, σημειώνουμε ότι έχουν προκύψει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία τους και ως προς την εν γένει εκδοχή που προωθήθηκε από μέρους τους. Συναφώς, θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε με ασφάλεια στη μαρτυρία τους για την εξαγωγή συμπερασμάτων επί της ουσίας.
Ερχόμενοι τώρα στη μαρτυρία των Μ.Υ.2, Μ.Υ.5 και Μ.Υ.6, υιού, συζύγου και θυγατέρας του Κατηγορούμενου αντίστοιχα, πρέπει να πούμε πως κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους ήταν εμφανής και διάχυτη η μεροληψία τους υπέρ του Κατηγορούμενου. Ήταν πρόδηλο ότι σε υποστηρικτικές θέσεις προς τον Κατηγορούμενο δήλωναν σιγουριά και με απόλυτο τρόπο προώθησαν τη θέση πως ο Κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει τα αδικήματα. Επίσης, ήταν εμφανές από τη μαρτυρία τους και όσα ανέφεραν ότι μίλησαν όλοι μεταξύ τους και ήρθαν σε συνεννόηση για τις θέσεις που θα προωθήσουν. Επί τούτου, επισημαίνουμε την αναφορά της Μ.Υ.5 ότι ενημερώθηκαν για το τι λέχθηκε στο Δικαστήριο από τους μάρτυρες και συζήτησαν μεταξύ τους τα πάντα, όπως και ένα περίπου τι θα τους ρωτούσε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, θέση η οποία καταρρίπτει βεβαίως την περί του αντιθέτου θέση του Μ.Υ.2.
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνουμε την κοινή γραμμή τους ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τα εγγόνια του και ότι ουδέποτε έμεινε μόνος στο σπίτι μαζί με την Παραπονούμενη, αλλά και ότι η τελευταία ήταν διαρκώς προσκολλημένη στον Μ.Υ.2 και ουδέποτε έμεινε στο σπίτι χωρίς τον πατέρα της, πλην μίας φοράς, κατά την οποία, πάντως, χρειάστηκε να κληθεί ο Μ.Υ.2, επειδή το παιδί τον αναζητούσε, ενώ αν θα έλεγε το παιδί σε κάποιον ότι ο παππούς του το παρενοχλούσε αυτός θα ήταν ο Μ.Υ.2. Βεβαίως, διαπιστώσαμε ότι κατά την προσπάθεια τους να στηρίξουν την κοινή γραμμή, περιέπεσαν σε αντιφάσεις και προώθησαν θέσεις που δεν συνάδουν με τη λογική.
Ειδικά ως προς την Μ.Υ.5, το Δικαστήριο πέραν της διαπίστωσης γενικής μεροληψίας λόγω της συζυγικής της σχέσης με τον Κατηγορούμενο, σημειώνει ότι από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της καταδεικνύεται σαφώς ότι η στάση της, οι αντιφάσεις της σε ουσιώδη ζητήματα, η μεταβολή της εκδοχής της σε σχέση με προγενέστερη ένορκη κατάθεσή της και η προβολή σοβαρών ισχυρισμών χωρίς να τεθούν στους άμεσα ενδιαφερόμενους μάρτυρες, επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδώσει αξιοπιστία στη μαρτυρία της, πέραν όσων ρητώς γίνονται δεκτά κατωτέρω.
Εντός του ίδιου πλαισίου, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Μ.Υ.5, ήδη από την έναρξη της μαρτυρίας της, και συγκεκριμένα αμέσως μετά την ανάγνωση της κατάθεσής της, ζήτησε να προσθέσει ότι ο σύζυγος της «ούτε ναρκωτικά να είχε πάνω του δεν θα έκανε έτσι πράμα». Πρόκειται για έκφραση ιδιαίτερα απόλυτη και ασυνήθιστη, η οποία δεν αποσκοπούσε στην παράθεση πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκ των προτέρων απόρριψη κάθε ενδεχομένου διάπραξης των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο παρατηρεί δε ότι η εν λόγω θέση παρουσιάζει αξιοσημείωτη ομοιότητα στη διατύπωση που χρησιμοποίησε τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Υ.2 κατά τη μαρτυρία τους, οι οποίοι ανέφεραν ότι «αν έπινα ένα κιλό χασίσιη μπορεί να το έκανα» και «ούτε μαστουρωμένος να ήταν, έτσι πράμα δεν θα έκαμνε ποτέ του», αντίστοιχα. Η σύμπτωση αυτή στον τρόπο διατύπωσης ενισχύει την εικόνα μιας κοινής και συντονισμένης υπερασπιστικής στάσης, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μάρτυρος.
Εν πάση περιπτώσει, παρατηρώντας τη Μ.Υ.5 ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις της, θεωρούμε πως ήταν εμφανής και συνεχής η προσπάθεια της κατά τη μαρτυρία της να εκθειάσει τον Κατηγορούμενο και να καταδείξει ότι δεν διέπραξε τα αδικήματα. Επί τούτου, σημειώνουμε ότι η μάρτυρας ασχέτως ερώτησης, φρόντιζε να υπενθυμίζει με τις απαντήσεις της ότι ο σύζυγος της δεν ήτο δυνατό να διαπράξει τα αδικήματα. Για παράδειγμα, σε ερώτηση αν ο σύζυγος της έπαιρνε τα εγγόνια του στο χωράφι με τα ζώα, απάντησε «Ποτέ. Ειδικά με τη Μ…[28] ποτέ». Γνωρίζοντας τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και τις λεπτομέρειες που ακούστηκαν στο Δικαστήριο αφου τις συζήτησαν μεταξύ τους, όπως η ίδια παραδέχτηκε, ένιωσε την ανάγκη εδώ να διαχωρίσει την Παραπονούμενη από τα υπόλοιπα εγγόνια τους, χωρίς μάλιστα να εξηγήσει και το λόγο που το έκανε. Σε ερώτηση επίσης αν ο Κατηγορούμενος ασχολείται με τα εγγόνια του, τους μιλά και παίζει μαζί τους, απάντησε «Ναι, για λίγη ώρα, ως συνήθως μπορεί να είναι και η κόρη μου τζιαμέ, όλα τα μωρά και τα άλλα τα μωρά…», προσθέτοντας όμως ότι «Δεν υπήρχε περίπτωση, δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει έτσι πράμα. Απλά εσκηνοθετήσαν το γιατί ήθελαν να απομακρύνουν το μωρό από εμάς…». Για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε προηγουμένως, εδώ φρόντισε δηλαδή, στο πλαίσιο μιας γενικής ερώτησης για το κατά πόσο ασχολείται με τα παιδιά ο Κατηγορούμενος, να τονίσει ότι πρόκειται για μια σκηνοθετημένη ιστορία, παραμένοντας έτσι πιστή στην κοινή γραμμή τους.
Για το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος έπαιζε με τα εγγόνια του και περνούσε χρόνο μαζί τους, είναι γεγονός πως η μάρτυρας δεν ήταν σταθερή στη θέση της. Για το συγκεκριμένο ζήτημα πάντως, οφείλουμε να σημειώσουμε κατ’ αρχάς την παρατήρηση μας ότι τόσο η Μ.Υ.5 όσο και οι λοιποί μάρτυρες που αξιολογούμε στη συγκεκριμένη ενότητα αλλά και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, το αντιμετώπισαν ωσάν και η παραδοχή πως έπαιζε με τα εγγόνια του, κάτι που είναι απόλυτα φυσιολογικό να γίνεται, να ήταν το καθοριστικό στοιχείο για την ενοχή του. Γι’ αυτό το λόγο έφτασαν στο σημείο να επιδιώκουν μέσα από τη μαρτυρία τους - επιτηδευμένα και κυρίως αφύσικα, εντοπίζουμε εμείς - να δείξουν ένα άνθρωπο, ο οποίος ήταν ουσιαστικά απόμακρος και δεν ασχολείτο με τα εγγόνια του. Επανερχόμενοι τώρα στη μαρτυρία της Μ.Υ.5, σημειώνουμε πως όταν ερωτήθηκε αρχικά αν παίζει μαζί τους, απάντησε κάπως γενικά και συγκεκριμένα ανέφερε πως «Εντάξει θα, πάντως απομονωμένος ποτέ», ενώ αποδέχτηκε ότι περνά χρόνο μαζί τους αλλά διευκρίνισε, όπως ήδη αναφέρθηκε σε άλλο σημείο στην πιο πάνω παράγραφο, ότι δεν τα πηγαίνει στο χωράφι με τα ζώα και ειδικά την Παραπονούμενη. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, στο οποίο επίσης έχουμε κάνει αναφορά ανωτέρω, στην ερώτηση αν τους παίζει απάντησε ότι το κάνει για λίγη ώρα, αλλά διευκρίνισε ότι μπορεί να είναι και η κόρη του εκεί και τα άλλα μωρά, ενώ σε επόμενο σημείο της αντεξέτασης της η απάντηση της στο ίδιο ερώτημα μεταβλήθηκε σε κατηγορηματική άρνηση, γεγονός που κατά την κρίση μας υπονομεύει τη σταθερότητα και την αξιοπιστία της.
Η αστάθεια αυτή στις απαντήσεις της, σε συνδυασμό με την εμμονή της να επαναφέρει, ασχέτως ερωτήματος, τη θέση περί αδυναμίας διάπραξης των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, θεωρούμε πως δεν συνάδει με μαρτυρία αυθόρμητη και αξιόπιστη.
Αναφορικά τώρα με τους ισχυρισμούς της ότι η Μ.Κ.5 και η αδελφή της, της συμπεριφέρθηκαν σαν αντικείμενο όταν την πήραν στο νοσοκομείο για να δουν την Παραπονούμενη για το λόγο που εξήγησε και επίσης ότι η Μ.Κ.6 κατηγορούσε στην ίδια τη μάμα της (Μ.Κ.5) από την αρχή επειδή δεν είχε καλή σχέση μαζί της, ότι την ζήλευε και ότι μάλωναν, σημειώνουμε πως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί καθότι δεν τέθηκαν στις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 για να τοποθετηθούν. Όπως επίσης, για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο έτερος ισχυρισμός της ότι η Μ.Κ.5 ασχολείτο με μάγια και ότι πιθανόν να έκανε μάγια στον Μ.Υ.2 για να τους χωρίσει. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό πως παρόμοιους ισχυρισμούς εκστόμισαν κατά τη μαρτυρία τους τόσο ο Μ.Υ.2 όσο και ο Κατηγορούμενος, με τη διαφορά ότι ο πρώτος ανέφερε πως όταν εξομολογήθηκε έγινε άλλος άνθρωπος, ενώ ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ο γιός του υποφέρει μέχρι σήμερα. Επίσης, ο Μ.Υ.2 ανέφερε πως η Μ.Κ.6 του παραδέχτηκε ότι η μάμα της του έκανε μάγια.
Ένας τόσο σοβαρός ισχυρισμός όμως θα έπρεπε να τεθεί προηγουμένως στην Μ.Κ.5 αλλά και στη Μ.Κ.6, η οποία υποτίθεται γνώριζε και να τους δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν. Το γεγονός ότι δεν τους τέθηκε και έρχονται εκ των υστέρων οι εν λόγω μάρτυρες να τον προβάλουν, θέλοντας να καταδείξουν εξ όσων έγινε αντιληπτό ότι η Μ.Κ.5 δεν ήταν καλός άνθρωπος και καθοδήγησε την καταγγελία σε βάρος του Κατηγορούμενου αλλά και ότι η εν λόγω δραστηριότητα της τελευταίας πιθανόν να συνέτεινε στο μαλώνουν και εν τέλει να χωρίσουν ο Μ.Υ.2 και η Μ.Κ.6, μας οδηγεί στο ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε κάποια βαρύτητα στον εν λόγω ισχυρισμό (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551, 590).
Σε συνέχεια των ανωτέρω και της θέσης της πως η καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου αποτελούσε ενέργεια της Μ.Κ.5, η οποία «ασχολείται με μάγια και έτσι πράματα», σημειώνουμε και την εξής αντίφαση στη μαρτυρία της. Κατά την αντεξέταση της, η μάρτυρας περιέγραψε με καλά λόγια την Μ.Κ.6 και ανέφερε πως αγαπούσε τον Μ.Υ.2. Ως προς τη θέση της βεβαίως ότι η τελευταία επικοινωνούσε μαζί της «ως τελευταία που χώριζαν» και της έλεγε πως αγαπά τον Μ.Υ.2 και δεν θέλει να χωρίσουν, παρατηρούμε πως ουδέποτε τέθηκε στην Μ.Κ.6 για να τοποθετηθεί. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, αυτό που έχει σημασία να επισημανθεί είναι πως λέγοντας αυτά για την Μ.Κ.6, την ίδια στιγμή μίλησε για σκηνοθετημένη υπόθεση σε βάρος του Κατηγορούμενου. Ερωτώμενη τότε γιατί η Μ.Κ.6, η οποία αγαπούσε τον Μ.Υ.2 και δεν είχε κίνητρο να καταγγείλει κάτι που δεν ήταν αλήθεια, η μάρτυρας ανέφερε ότι θεωρεί πως δεν ήταν ενέργεια της Μ.Κ.6 αλλά της μητέρας της που ασχολείται με μάγια. Παρατηρούμε όμως ότι στην κατάθεση της (Έγγραφο ΙΣΤ), η οποία σημειωτέον δόθηκε στις 9.11.2022, ένα σχεδόν χρόνο δηλαδή μετά την καταγγελία, η μάρτυρας απέδωσε στην Μ.Κ.6 την καταγγελία και ουδεμία αναφορά έγινε στην Μ.Κ.5. Η μάρτυρας βεβαίως, αντεξεταζόμενη, προσπάθησε να το δικαιολογήσει λέγοντας ότι στην πορεία το έμαθε αλλά δεν μας έπεισε με τη γενική και αόριστη αναφορά της. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα της, γνώριζε ότι ασχολείτο με μάγια η Μ.Κ.5 γιατί της το ανέφεραν η Μ.Κ.6 και ο Μ.Υ.2 και συνεπώς ήταν σε γνώση της όταν έδινε κατάθεση. Δεν μας μας έπεισε όμως ούτε ότι δεν το διόρθωσε διαβάζοντας αρχικά την κατάθεση της επειδή έπαθε σοκ που ήρθε πρώτη φορά στο Δικαστήριο και δεν γνώριζε τι πρέπει να κάνει. Επί τούτου ν’ αναφέρουμε ότι σε κανένα σοκ δεν παρατηρήσαμε να βρίσκεται η μάρτυρας, η οποία από την αρχή, μετά το πέρας της ανάγνωσης της κατάθεσης της και με μεγάλη άνεση ομολογουμένως, ζήτησε να προσθέσει συγκεκριμένα πράγματα, όπως και έπραξε.
Σε σχέση με την αναφορά της δε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, ότι έμαθαν από τον Μ.Υ.2 για την καταγγελία και ότι αυτό που τους είπε μόνον ήταν «ξέρετε τι έκανε, πήγε και κατήγγειλε» και γι’ αυτό υπέθεσε ότι είναι η Μ.Κ.6, πέραν του ότι αντιφάσκει με την αναφορά στην κατάθεση της ότι ο Μ.Υ.2 τους είπε συγκεκριμένα ότι η Μ.Κ.6 προέβη στην καταγγελία αλλά και με τη θέση της Μ.Υ.6 ότι αυτό που τους είπε ο αδελφός της είναι ότι η Μ.Κ.6 κατήγγειλε τον πατέρα τους, θεωρούμε πως αποτελούσε μια εκ των υστέρων προσπάθεια της να δικαιολογήσει την αντίφαση στη μαρτυρία της.
Από τη μαρτυρία της γίνεται δεκτή η θέση της ότι ο Μ.Υ.2 είχε επαφή με το παιδί αλλά αντιμετώπιζε δυσκολίες στην επικοινωνία του μαζί του, επειδή η Μ.Κ.6 πρόβαλλε συνεχώς δικαιολογίες για να μην το βλέπει, η οποία υποστηρίζεται από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία την οποία έχουμε αποδεκτεί προηγουμένως ήτοι αυτή των Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4. Για το ζήτημα αυτό σχετικό είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου σε άλλο σημείο ανωτέρω.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Μ.Υ.6 είναι μία εκ των θυγατέρων του Κατηγορούμενου και της Μ.Υ.5. Κατά την κυρίως εξέταση της (βλ. Έγγραφο ΙΖ), ισχυρίστηκε και αυτή ότι η Παραπονούμενη ήταν συνεχώς με τον πατέρα της (Μ.Υ.2) και δεν έμεινε ποτέ μόνη με τον Κατηγορούμενο και προώθησε ουσιαστικά τη θέση πως δεν υπήρχε περίπτωση να συνέβησαν τα όσα κατηγορείται ο τελευταίος και να μην τα αντιλήφθηκε η ίδια ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας.
Η μεροληψία της μάρτυρος ήταν εμφανής, καθόσον η μαρτυρία της κινήθηκε σταθερά προς την κατεύθυνση στήριξης της θέσης του Κατηγορουμένου ότι δεν διέπραξε τα αποδιδόμενα αδικήματα. Κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας τοποθετήθηκε κατά τρόπο ώστε να αποδίδει στον εαυτό της γνώση των όσων συνέβαιναν, ανεξαρτήτως του αν βρισκόταν ή όχι στο σπίτι.
Ας σημειωθεί ότι παρά το ότι δέχτηκε ότι δεν ήταν παρούσα πάντα όταν ερχόταν στο σπίτι η Παραπονούμενη, αφού ήταν στο σχολείο και ο Μ.Υ.2 την έπαιρνε στο σπίτι κυρίως τα πρωινά, στη θέση πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν ήταν πάντα με τον πατέρα της, απάντησε ουσιαστικά πως αυτό «υποψιάζεται» γιατί δεν έκανε καλό με κανέναν άλλο. Επί τούτου, αναφέρουμε εδώ ότι αποτέλεσε θέση της ότι η Παραπονούμενη ήταν κολλημένη πάνω στον πατέρα της. Σε αντίθεση βεβαίως με τη μητέρα της (Μ.Υ.5) που ανέφερε ότι η Παραπονούμενη στο σπίτι έπαιζε με τις κόρες της και τα άλλα εγγονάκια της αλλά και με τον αδελφό της (Μ.Υ.2) που ανέφερε ότι περνούσαν το χρόνο τους παίζοντας διάφορα παιχνίδια, η ίδια ανέφερε πως το παιδί δεν είχε να κάνει κάτι στο σπίτι και ουσιαστικά ότι δεν μπορούσες να απασχολήσεις το παιδί για πολλή ώρα με παιχνίδι. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι στην πορεία της αντεξέτασης της, προέκυψε ότι στην πραγματικότητα δεν ίσχυε αυτό που με απόλυτο τρόπο υποστήριζαν όλοι, ότι δηλαδή δεν έμεινε ποτέ μόνη στο σπίτι χωρίς τον πατέρα της, πλην εκείνης της φοράς που και η ίδια ισχυρίστηκε, όπως και η μητέρα της, ότι εν τέλει ήρθε και την πήρε ο Μ.Υ.4. Συγκεκριμένα, ανάφέρθηκε σε περίπτωση που έπαιξαν μαζί με τις ξαδέλφες της Παραπονούμενης στην μικρή φουσκωτή πισίνα και ο Μ.Υ.2 ήταν στη δουλειά. Το περιστατικό αυτό ανατρέπει ευθέως τη θέση περί πλήρους και αδιάλειπτης παρουσίας του Μ.Υ.2 και καταδεικνύει ότι η μάρτυρας, όπως και οι λοιποί συγγενικοί μάρτυρες, προώθησε μία απόλυτη εκδοχή που δεν αντέχει στον έλεγχο της ίδιας της μαρτυρίας της.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε πως όσες φορές πήγε η Παραπονούμενη στο σπίτι, την περίοδο Σεπτεμβρίου 2021 – Αυγούστου 2022 και η ίδια δεν ήταν στο σχολείο, βρισκόταν πάντα στο σπίτι. Δεν ήταν βεβαίως σε θέση να καθορίσει πόσες φορές πήγε η Παραπονούμενη αλλά αυτό που γνώριζε είναι πως «ήταν συγκεκριμένες» και η ίδια ήταν σπίτι.
Ως προς τα όσα ανέφερε ότι δήθεν η Μ.Κ.6 ισχυρίστηκε ότι ήξεραν και συνέχιζαν να καλύπτουν τον πατέρα της, η μαρτυρία της ήταν συγκεχυμένη. Ερωτώμενη σχετικά, ανέφερε πως αυτό της μετέφεραν από την Αστυνομία ότι είπε η Μ.Κ.6 την ημέρα που έδωσε κατάθεση το 2021 και ότι πρόκειται για «την κατάθεση που έχετε μπροστά σας», την οποία έδωσε όταν πήγαν με τη μητέρα της. Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως δεν κατατέθηκε καμία κατάθεση της μάρτυρος στην Αστυνομία και δη κατάθεση του 2021, ούτε και υπήρξε σε οποιοδήποτε στάδιο θέση από την υπεράσπιση ότι δόθηκε τέτοια κατάθεση. Υπενθυμίζουμε επίσης ότι η κατάθεση της μητέρας της δόθηκε στις 9.11.2022. Ό,τι κατατέθηκε στο πλαίσιο της δικής της εξέτασης και υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου όταν έδιδε τη μαρτυρία της ήταν η γραπτή της δήλωση (Έγγραφο ΙΖ).
Συνεπώς, δεν προκύπτει απο πουθενά ότι η μάρτυρας έλαβε την εν λόγω πληροφορία από την Αστυνομία, αλλά ούτε υπήρξε οποιαδήποτε κατάθεση το 2021 που να θεμελιώνει τέτοιο ισχυρισμό, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν ακούστηκε ποτέ από την Μ.Κ.6 μια τέτοια θέση. Αντιθέτως, εάν πράγματι περιήλθε στην αντίληψη της κάποια σχετική αναφορά, το Δικαστήριο θεωρεί πως είναι πιθανότερο ότι αυτή προέκυψε από μεταφορά ή παρερμηνεία των όσων συζητήθηκαν εντός οικογένειας. Η ίδια βεβαίως ανέφερε ότι στο σπίτι οι συζητήσεις τους δεν αφορούσαν την υπόθεση, αλλά το πως τους έκανε να νιώθουν, και αρνήθηκε ουσιαστικά ότι συζητήθηκε η μαρτυρία που δόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Η συγκεκριμένη θέση της, όμως, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία της μητέρας της, η οποία ανέφερε ότι ενημερώθηκαν για το τι λέχθηκε στο Δικαστήριο από τους μάρτυρες και ότι συζήτησαν μεταξύ τους τα πάντα, καθώς και ένα περίπου τι θα τους ρωτούσε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στη σχετική αναφορά της μάρτυρος.
Ερχόμαστε στη μαρτυρία του Μ.Υ.2.
Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα, τον οποίο το Δικαστήριο παρακολούθησε με ιδιαίτερη προσοχή, όπως και όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν, προέκυψαν ζητήματα τα οποία σαφως επηρεάζουν την αξιοπιστία του. Ειδικότερα, εντοπίζεται στη μαρτυρία του μεροληπτική στάση υπέρ του Κατηγορούμενου, ενώ σε διάφορα σημεία αυτή χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, υπεκφυγές και σύγχυση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τη στάση που τήρησε ο μάρτυρας κατά την αντεξέτασή του, περιλαμβανομένης της ειρωνικής του συμπεριφοράς έναντι της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, στοιχεία τα οποία θα αναλυθούν ακολούθως.
Με αυτά υπόψη, αφου σημειώσουμε τη διαπίστωση μας ότι επρόκειτο για μάρτυρα που αναμφίβολα γνώριζε τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος αλλά και τη μαρτυρία που δόθηκε στην παρούσα διαδικασία, επισημαίνουμε ότι από την αρχή σχεδόν της αντεξέτασης του έδειξε τη διάθεση του να υποστηρίξει την εκδοχή της υπεράσπισης, ακόμη και αν δεν ερωτάτο. Όπως για παράδειγμα, όταν στην απλή ερώτηση με τι ασχολείται ο Κατηγορούμενος, απάντησε γενικότερα πως περνά την ημέρα του και διευκρίνισε βεβαίως, αυτό που όλη η οικογένεια υποστήριξε, ότι έρχεται σπίτι όταν νυχτώσει και ότι δεν έχει καθόλου χρόνο.
Κάτι ανάλογο έπραξε και στην ερώτηση αν το παιδί παραπέμφθηκε σε ψυχολόγο για περιστατικά βίας έναντι της Μ.Κ.6 από τον ίδιο, οπότε εδώ θεώρησε καλό να αναφερθεί στην καταγγελία εναντίον του πατέρα του και να πει ότι τέτοιο περιστατικό δεν έγινε ποτέ αφου δεν άφησε ποτέ την κόρη του «ούτε δευτερόλεπτο μόνη της». Κάτι βεβαίως, που όπως διεφάνη από τη μαρτυρία της αδελφής του (Μ.Υ.6), η οποία αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη περίπτωση που το παιδί ήταν μαζί τους και ο Μ.Υ.2 ήταν στη δουλειά, προφανώς δεν ευσταθεί και καταρρίπτει εν γένει το αφήγημα του μάρτυρα ότι ουσιαστικά δεν ξεκολλούσε από πάνω του και θα έπρεπε να είναι ο ίδιος παρών για να παίξει με τα μωρά ή για να μιλήσει του παππού, αλλά και ότι μια φορά την άφησε στο σπίτι των γονιών του επειδή τον πήραν επείγον από τη δουλειά και επειδή έκλαιε, την πήρε στον Μ.Υ.4 για να παίξει με το γιό του. Κατ’ επέκταση, συναφής θέση του Κατηγορούμενου, ο οποίος παρέπεμψε προς επιβεβαίωση των λεγομένων του στη μαρτυρία του Μ.Υ.2, επίσης απορρίπτεται.
Ως προς το κατά πόσο κτύπησε την Μ.Κ.6, ανέφερε ότι είναι προσβολή για έναν άντρα να κτυπά μια γυναίκα και ορκίστηκε ότι δεν θα ξανακτυπήσει γυναίκα, εξηγώντας ότι είχε δώσει ένα πάτσο σε μια κοπέλα που ήταν μικρός επειδή τον είπε μαλάκα και ένιωσε ντροπή. Αντίθετα, ανέφερε ότι η Μ.Κ.6 τον κτύπησε πολλές φορές και μάλιστα την ημέρα που χώρισαν τον έπιασε από το λαιμό για να τον πνίξει και υπάρχει έκθεση γιατρού που τον εξέτασε και είχε αιμάτωμα, μώλωπες και εκδορές στο λαιμό. Παρά ταύτα, επειδή της έπιασε τα χέρια για να τον αφήσει, τον κατήγγειλε. Ο μάρτυρας δε απέδωσε σκοπιμότητα στην Αστυνομία για το γεγονός ότι καταγγέλθηκε ο ίδιος και όχι η Μ.Κ.6.
Πέραν όμως του ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί αφού δεν υποβλήθηκαν ποτέ στην Μ.Κ.6 για να τοποθετηθεί, σημειώνουμε πως δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε την έκθεση του γιατρού την οποία ο ίδιος επικαλέστηκε, κατ’επανάληψη, προς υποστήριξη της θέσης του ότι τον τραυμάτισε πιάνοντας τον από το λαιμό, με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός του να παραμείνει ούτως ή άλλως μετέωρος. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, σε αντίθεση με ό,τι ο ίδιος ισχυρίστηκε, η μητέρα του ανέφερε πως είχε ενημερωθεί ότι, πριν χωρίσουν, υπήρξε μεταξύ τους καυγάς με ανταλλαγή κτυπημάτων. Είναι βεβαίως γεγονός ότι η μητέρα του δεν ήταν παρούσα και δεν γνώριζε λεπτομέρειες, γεγονός που περιορίζει την αποδεικτική αξία της σχετικής αναφοράς. Πλην όμως, η αναφορά αυτή καταδεικνύει ότι, με βάση όσα της μεταφέρθηκαν, δεν επιβεβαιώνεται η μονομερής εκδοχή που προώθησε ο ίδιος.
Όμως, η μονομερής προβολή διαφόρων θέσεων από μέρους του αποτέλεσε χαρακτηριστικό στοιχείο της μαρτυρίας του, αφού και σωρεία άλλων ισχυρισμών του - κάποιοι εκ των οποίων, όπως θα διαφανεί αμέσως, αφορούσαν πολύ ουσιώδη ζητήματα -, ουδέποτε τέθηκαν στις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, και ιδίως στη δεύτερη, για να τοποθετηθούν. Τέτοιοι ισχυρισμοί ήταν για παράδειγμα:
- ότι πλήρωνε ψυχολόγο για να πηγαίνει η Μ.Κ.6, επειδή προσπαθούσε να του εξηγήσει και να τον πείσει γιατί χρειάζεται να γίνει εξέταση DNA και ο ίδιος προσπαθούσε να τη βοηθήσει ψυχολογικά,
- ότι η Μ.Κ.6 δεν χώνευε τον Κατηγορούμενο,
- ότι η Μ.Κ.6 πάσχει από ναρκισισμό,
- ότι η M.K.6 ήθελε να κάνει μωρό επειδή ζήλευε από την ξαδέλφη της που έκανε μωρό και αυτός είναι ο λόγος που είχε απάθεια στην αρχή, ενώ όταν γεννήθηκε το μωρό έλεγε «Εν τζιαι αγάπησα το μωρό μου που ήταν μέσα στην τζοιλιά μου εν μετά που την εγνώρισα»,
- ότι ο πατέρας της Μ.Κ.6 τους παρότρυνε να κάνουν έκτρωση,
- ότι ο ίδιος ήταν ένα μήνα στο Μακάρειο με το μωρό και ξαγρυπνούσε κάθε νύχτα, ενώ η Μ.Κ.6 πήγαινε στη δουλειά της και εγύριζε στις καφετέριες καφέ,
- ότι ο πατέρας της Μ.Κ.6 το πήρε πατριωτικά μετά την καταγγελία και της έδινε λεφτά για να ενεργεί και να κάνει καταγγελίες για να πάρουν το παιδί,
- ότι η Μ.Κ.6 του ανέφερε ότι έχει πολλή δύναμη στην Αστυνομία και δεν θα τον αφήσει έτσι, αλλά και ότι υπήρχε σκοπιμότητα και από την Αστυνομία για την αποξένωση του ίδιου από το παιδί,
- ότι η Μ.Κ.6 τα έκανε όλα αυτά (για να τον αποξενώσει από το παιδί) γιατί ήταν αδιάφορη σαν μάνα και το παιδί ήταν κολλημένο μαζί του, οπότε φοβόταν ότι το παιδί θα πάει μαζί του και δεν θα θέλει να μένει μαζί της,
- ότι η Μ.Κ.6 έδωσε υπόσχεση στο θείο του ότι ο Μ.Υ.2 θα έχει επικοινωνία με το παιδί και επίσης συνεννοήθηκε με το θείο του για να αποσυρθούν οι καταγγελίες που υπήρχαν εναντίον του,
- ότι τον ανάγκασαν να πουλήσει το αυτοκίνητο του και να ξοδέψει τα λεφτά σε ταξίδι και έπιπλα, επειδή σκοπός τους ήταν να τον αφήσουν χωρίς λεφτά και έτσι να μην μπορεί να βάλει δικηγόρο και να υπερασπιστεί τον εαυτό του στις καταγγελίες και στις υπόθέσεις οικογενειακής φύσεως, όπως το διαζύγιο και η διατροφή, και
- ότι η Μ.Κ.6 έκανε σχέσεις με άλλους άντρες πριν χωρίσουν και αυτό ήταν κάτι που σχεδίαζε.
Όπως γίνεται αντιληπτό, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που τέθηκαν για πρώτη φορά στη δική του μαρτυρία και εκ του ασφαλούς, και οι οποίοι άπτονται διαφόρων πτυχών της εκδοχής του, ιδίως ως προς το φερόμενο κίνητρο της Μ.Κ.6 για να προβεί στην καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου, είναι τέτοιας έκτασης ώστε, κατά την κρίση μας, να πλήττεται συνθέμελα η αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας ανωτέρω).
Αποτελεί, επίσης, γεγονός ότι ο μάρτυρας σε διάφορα σημεία προσπαθούσε να υπεκφύγει και απαντούσε με άσχετα πράγματα στις ερωτήσεις που του γίνονταν. Όταν του τέθηκε για παράδειγμα, ότι ο λόγος που ισχυρίζεται ότι η Μ.Κ.6 τον απατούσε είναι για να πλήξει την εικόνα της, απάντησε ότι οι πράξεις της πλήττουν την εικόνα της και ξεκίνησε να λέει διάφορα άσχετα για την επικοινωνία του με το παιδί και ότι του στερεί την επικοινωνία. Και αυτό σημειώνουμε, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει μια αντίφαση που παρατηρήθηκε ως προς το λόγο που ζήτησε διαζύγιο από την Μ.Κ.6 μετά τη γέννηση της Παραπονούμενης, η οποία όμως δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει.
Όπως δεν χρειάζεται να μας απασχολήσουν ούτε οι απόψεις του για τη χρήση της λέξης «πουττί» από ένα παιδί και κατά πόσο τούτο συνιστά «αισχρότητα λόγου». Θα αρκεστούμε να πούμε απλά ότι, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, παρατηρήθηκε αναμφίβολα μια υπερβολή ως προς τις τοποθετήσεις του.
Θα σταθούμε όμως λίγο στην αναφορά στην κατάθεση του, ότι το παιδί «έχει πάρα πολύ καλές σχέσεις και με την μάνα μου και τον παπά μου, παίζουν και περνούν χρόνο μαζί, αλλά πάντα είμαι εγώ εκεί μπροστά και ποτέ δεν έμεινε μόνη με τον παπά μου ή την μάνα μου». Ερωτώμενος για την αναφορά του ότι παίζουν και περνούν χρόνο μαζί, ήταν φανερό ότι προσπάθησε να υπεκφύγει και απέφυγε να δώσει μια ευθεία και καθαρή απάντηση. Παρενθετικά, υπενθυμίζουμε εδώ την παρατήρηση μας σε άλλο σημείο, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της Μ.Υ.5, για το πώς αντιμετώπισαν όλοι το συγκεκριμένο ζήτημα και την επιτηδευμένη προσπάθεια να αποφευχθεί η παραδοχή του απολύτως φυσιολογικού, ότι δηλαδή ο παππούς έπαιζε με το εγγόνι του όταν βρισκόταν στο σπίτι, έστω και παρουσία άλλων. Στη μαρτυρία του Μ.Υ.2 η εντύπωση αυτή καθίσταται ακόμη εντονότερη.
Η αναφορά ότι το παιδί «παίζει και περνά χρόνο» με τον παππού και τη γιαγιά δεν μπορεί εύλογα να ερμηνευθεί διαφορετικά παρά ως αναφορά σε ουσιαστική και ενεργή συναναστροφή. Παρά ταύτα, ο συγκεκριμένος μάρτυρας ανέφερε ότι δεν πρέπει να σταθούμε σε μια λέξη και επέλεξε να μετατοπίσει τη συζήτηση, κάνοντας λόγο για την έλλειψη επικοινωνίας με το παιδί και στη σκευωρία σε βάρος του, ενώ όταν επανερωτήθηκε, απάντησε στη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι «Όσο και να προσπαθείτε να με βγάλετε εκτός εαυτού, δεν θα τα καταφέρετε. Εγώ σας μιλώ όμορφα και θέλω να μιλάτε και εσείς όμορφα.» Για όποια σημασία έχει, σημειώνουμε πως στο σημείο αυτό παρενέβη το Δικαστήριο και για σκοπούς τάξης, του υπέδειξε ότι δεν είχε παρατηρηθεί οποιαδήποτε απρέπεια στον τρόπο υποβολής των ερωτήσεων. Ακολούθως, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, όταν βρίσκονταν σε κοινό χώρο, έπαιζε παραπάνω μαζί του παρά με τους γονείς του και εν τέλει ότι έτσι ήθελε να το διατυπώσει στην κατάθεση του, επιβεβαιώνοντας έτσι την αστάθεια και την ανακολουθία της εκδοχής του.
Επίσης, σε σχέση με την κλήση του από την Μ.Κ.7 για να τον ενημερώσει για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της, δεν διατηρούμε την παραμικρή αμφιβολία και από τα ίδια τα λεγόμενα του, ότι τήρησε έναντι της την στάση που περίγραψε η τελευταία και δεν συνεργάστηκε μαζί της, μη αποδεχόμενος ουσιαστικά ότι στο πλαίσιο της αξιολόγησης η ανήλικη προέβη σε συγκεκριμένες αναφορές για τον παππού. Όπως και ο ίδιος ανέφερε, όταν του μετέφερε τις εν λόγω αναφορές, της ανέφερε ότι δεν θα συνεργαστεί μαζί της και αποχώρησε, ενώ ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρξε ειρωνικός απέναντι της.
Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.7 ανέφερε πως όταν ξεκίνησε να του λέει για κάποιες αναφορές του παιδιού, αυτός αντέδρασε έντονα και επέδειξε μια επιθετική και ειρωνική συμπεριφορά, αμφισβητώντας την ίδια και τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και στη συνέχεια αποχώρησε. Όπως ανέφερε επίσης, ήταν επίμονος ότι αποκλείεται να είχε συμβεί ένα τέτοιο περιστατικό. Έχει σημασία δε να επισημανθεί εδώ, ως ένδειξη της της αναξιοπιστίας της εκδοχής του Μ.Υ.2, ότι αφενός ουδέποτε ισχυρίστηκε πως η Μ.Κ.7 τον ειρωνευόταν και τον απόπαιρνε, όπως εκ των υστέρων τέθηκε στην τελευταία, αλλά και ότι ουδέποτε ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είπε σ’ αυτήν τα λόγια που εκ των υστέρων της τέθηκαν κατά την αντεξέταση της[29].
Ολοκληρώνοντας με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, σημειώνουμε ότι υπάρχουν και άλλα σημεία που θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε. Έχουμε ήδη μιλήσει για την ειρωνική του διάθεση προς τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, η οποία ενδεχομένως να μην αποτυπώνεται σε κάποιες περιπτώσεις στα στεγνά πρακτικά της δίκης, στοιχείο που συνυπολογίστηκε μαζί με τα υπόλοιπα. Θα μπορούσαμε επίσης να σταθούμε και σε άλλες αντιφάσεις, όπως όταν για παράδειγμα ανέφερε πως δεν διάβασε ποτέ την κατάθεση του Μ.Υ.7, λέγοντας μάλιστα στη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι δεν έχει πρόσβαση στην κατάθεση του μάρτυρα, ασχέτως αν στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι την διάβασε και μάλιστα προβαίνει σε συγκεκριμένο σχολιασμό εν σχέσει με όσα αναφέρονται σε αυτήν (βλ. παρ.20 της δήλωσης του Έγγραφο ΙΕ). Θεωρούμε όμως πως δεν χρειάζεται να μας απασχολήσουν άλλα ζητήματα, εφόσον με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω η κατάληξη μας ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα έχει σφραγιστεί.
Παρά όμως τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και το γεγονός ότι σίγουρα δεν πρόκειται για μάρτυρα που μας έκανε καλή εντύπωση, αποδεχόμαστε τη θέση του ότι του δημιουργούσαν πρόβλημα στην επικοινωνία με το παιδί και ότι η Μ.Κ.6 έβρισκε συνέχεια προφάσεις για να μην τον αφήνει να δει το μωρό αλλά και ότι του δημιούργησαν πρόβλημα στην εργασία του προκειμένου να τον απομακρύνουν από τη Λάρνακα. Σχετικά είναι τα ευρήματα μας ανωτέρω, κατόπιν αποδοχής της μαρτυρίας των Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, η μαρτυρία των οποίων κρίθηκε αξιόπιστη για ανεξάρτητους λόγους.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχθεί στη μαρτυρία των Μ.Υ.2, Μ.Υ.5 και Μ.Υ.6 ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης, πέραν των σημείων που ρητώς έχουν γίνει δεκτά, καθότι αυτή κρίνεται αναξιόπιστη και μη πειστική.
Προτού υπεισέλθουμε στην αξιολόγηση των άμεσα εμπλεκομένων, ήτοι της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, θεωρούμε ορθό να αναφερθούμε στη μαρτυρία των ΜΚ.2 και Μ.Κ.7, οι οποίες σύμφωνα με τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής στην αγόρευση της, κλήθηκαν στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσουν το Δικαστήριο να κατανοήσει την συμπεριφορά ανήλικων θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης, όπως είναι κατ’ ισχυρισμό εν προκειμένω και η Παραπονούμενη, και όχι για να τοποθετηθούν επί του καίριου ερωτήματος, το οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο, δηλαδή κατά πόσο έχουν διαπραχθεί ή όχι τα αδικήματα από τον Κατηγορούμενο. Έχοντας πει βέβαια τούτο, δεν μας διαφεύγει πως σε αυτές φέρονται να έγιναν κάποιες δηλώσεις από την Παραπονούμενη, οι οποίες αποδίδουν ευθέως στον Κατηγορούμενο εν δυνάμει αξιόποινη συμπεριφορά. Το κατά πόσο αυτές οι αναφορές, στην περίπτωση βεβαίως που όντως κριθεί ότι έγιναν σε αυτές, θα μπορούσαν να έχουν κάποια αξία σε σχέση με το καίριο ερώτημα, είναι ζήτημα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, υπό το φως και των σχετικών νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα. Επί του παρόντος, θα μας απασχολήσει το ζήτημα της εν γένει αξιοπιστίας τους.
Βεβαίως οι μάρτυρες αυτές κλήθηκαν ως εμπειρογνώμονες. Όσον αφορά την εμπειρογνωμοσύνη τους στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας, εν πρώτοις επισημαίνουμε πως δεν έχει αμφισβητηθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει, σημειώνουμε πως έχοντας υπόψη τις σπουδές, την εμπειρία και την εκπαίδευση τους, αλλά και όσα γενικότερα προκύπτουν από τα βιογραφικά τους (Έγγραφα Γ και ΙΑ αντίστοιχα) καθώς επίσης και τα όσα ανέφεραν, αποδεχόμαστε ότι πρόκειται πράγματι για εμπειρογνώμονες στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας. Ως προς τα όσα σχετικά ανέφεραν δε, οφείλουμε να πούμε πως η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν ότι προσπάθησαν με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσουν την επιστημονική τους άποψη επί των ερωτημάτων που τους τέθηκαν, δίδοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία τους, συμμορφούμενες πλήρως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του[30].
Η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε κατ’ αρχάς στην αξιολόγηση της Παραπονούμενης στο πλαίσιο διερεύνησης καταγγελίας για ενδοοικογενειακή βία, τον Δεκέμβριο 2021 και Ιανουάριο 2022 (βλ. Έγγραφο Δ, ημερ.8.2.2022) και ακολούθως στην αξιολόγηση της τον Οκτώβριο του 2023 στο πλαισιο διερευνώμενης υπόθεσης άσκησης ψυχικής βλάβης από τον Μ.Υ.2 (βλ. Τεκμήριο 16, ημερ.26.10.2023).
Σύμφωνα με την μάρτυρα, σε ερώτηση προς την ανήλικη, κατά την τελευταία συνάντηση της πρώτης αξιολόγησης ήτοι στις 2.2.2022, εάν προηγήθηκε κάτι που την στεναχώρησε, η τελευταία ανέφερε ότι ο παππούς ο Λ.. πειράζει το πουττί της. Από τις σημειώσεις της δε, προκύπτει ότι μετά από την εν λόγω αναφορά ακολούθησαν κάποιες ερωτήσεις από μέρους της, τις οποίες σε κάποια στιγμή διέκοψε γιατί θεώρησε πως το ζήτημα δεν ενέπιπτε εντός των δικών της καθηκόντων. Συγκεκριμένα, ως προς τι ακολούθησε μετά την πιο πάνω αναφορά της ανήλικης, ανέφερε τα εξής « «Δηλαδή πώς;» Δείχνει το σημείο «Με τα ρούχα ή χωρίς;» «Χωρίς» «Πού ήσασταν;» «Στον κήπο» «Πού στον κήπο;» «Εκεί στις καρέκλες» «Ήταν κάποιος άλλος εκεί;» Δεν απάντησε. «Πώς ένιωσες;» «Κάτι». Και διακόπηκε, γιατί θώρησα ότι δεν ενέπιπτε εντός των δικών μου καθηκόντων, εφόσον οι περιπτώσεις, οι υπόνοιες σεξουαλικής παρενόχλησης παραπέμπονται στο σπίτι του παιδιού. »
Αποδεχόμαστε ότι η ανήλικη προέβη στις πιο πάνω αναφορές, οι οποίες έγιναν από μέρους της στο πλαίσιο της αξιολόγησης της ψυχολογικής της κατάστασης. Η μάρτυρας θεωρούμε ότι μετέφερε επακριβώς τα όσα διημείφθησαν με την ανήλικη και δεν είχε κανένα λόγο ή προσωπικό συμφέρον για να παρουσιάσει αναφορές που δεν έγιναν στην πραγματικότητα. Το γεγονός δε ότι κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στο διάλογο με το παιδί, αφού συμβουλεύτηκε σημειώσεις που κατέγραψε στο πίσω μέρος του αντιγράφου της έκθεσης που ετοίμασε και την οποία είχε στην κατοχή της, τις οποίες μετέφερε από σημειώσεις που είχε τηρήσει κατά τον χρόνο διενέργειας της συνέντευξης, δεν βρίσκουμε πως επηρεάζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας της. Εξάλλου, επισημαίνουμε ότι η υπεράσπιση, πέραν της υποβολής της θέσης πως θα έπρεπε να παρουσιάσει τις αρχικές σημειώσεις της, στην πραγματικότητα δεν ζήτησε ποτέ από τη μάρτυρα να τις παρουσιάσει και ούτε εισηγείται εν τέλει δυσμενή επηρεασμό της από τη μη παρουσίαση των αρχικών σημειώσεων της μάρτυρος για οποιοδήποτε λόγο. Το γεγονός δε, ότι δεν τοποθετήθηκε ενώπιον μας βασιζόμενη μόνον στη μνήμη της, η οποία ένεκα και της παρόδου χρόνου θα μπορούσε να επηρεάσει την ακριβή μεταφορά των διαμειφθέντων, θεωρούμε ότι προσθέτει στην αξιοπιστία της μάρτυρος. Εξ ου και αποδεχόμαστε την επί του προκειμένου μαρτυρία της.
Ως ανέφερε επίσης η μάρτυρας, η ανήλικη δεν είχε αναφέρει οποιαδήποτε περιστατικά βίας του πατέρα έναντι της μητέρας της. Ως προς το συμπέρασμα της δε, κατά την πρώτη αξιολόγηση, ότι δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή της ανήλικης, σημειώνουμε πως ήταν η θέση της ότι δεν αναμένεται πάντα η ύπαρξη συμπτωμάτων και ότι η ανάπτυξη συμπτωμάτων επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Θέση την οποία επίσης αποδεχόμαστε, εφόσον δεν έχει αμφισβητηθεί.
Αναφορικά με τη δεύτερη αξιολόγηση του παιδιού, που αφορά η έκθεση της Τεκμήριο 16, επισημαίνουμε ότι σε σχέση με την αναφορά του παιδιού ότι οι γονείς του χώρισαν επειδή ο παπάς της έδερνε τη μάμα της, η μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να αποτελεί υποβολή προς το παιδί. Το γεγονός βεβαίως ότι η μάρτυρας αποδέχτηκε χωρίς περιστροφές ότι δεν αποκλείεται να υποβλήθηκαν στο παιδί τα πιο πάνω, αποτελεί σαφώς ένδειξη της ειλικρίνειας της. Δεν είχε κανένα λόγο να προσπαθήσει να πείσει το Δικαστήριο για ισχυρισμό τον οποίο η ίδια δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει με βεβαιότητα.
Όπως επίσης δεν θεωρούμε, όπως αναφέραμε και σε άλλο σημείο ανωτέρω, πως θα μπορούσε να μας μεταφέρει γεγονότα που δεν ίσχυαν στην πραγματικότητα. Γι’ αυτό την πιστεύουμε όταν αναφέρει πως το παιδί της είχε αναφέρει ότι ο πατέρας του το κτύπησε πάνω στο χέρι «για να μεν τα πω» και σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που έγιναν απάντησε ότι δεν έπρεπε να πει «την αλήθεια», ότι δηλαδή «ο παππούς ο Λ.. επείραζε με». Βεβαίως και για το σημείο αυτό, η μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο της υποβολής στο παιδί του τι να πει, ούτε απέκλεισε η εικόνα που παρουσίαζε, ήτοι ότι «διατηρούσε μελαγχολικό προσωπείο, δεν επικοινωνούσε καθόλου λεκτικά με την εξετάστρια και αδυνατούσε να επενδύσει στο συμβολικό παιχνίδι», να προερχόταν από το γεγονός ότι εξαναγκάστηκε να κατηγορεί τον παππού. Περαιτέρω, όμως, έκανε σαφές η μάρτυρας ότι το παιδί δεχόταν γενικότερα μια πίεση από τη μητέρα (Μ.Κ.6) για να πει την αλήθεια, η οποία πίεση το επηρέαζε. Και αυτό, επειδή η Μ.Κ.6 είχε μια ανησυχία ότι εάν δεν πει την αλήθεια, η παρούσα υπόθεση θα απορρίπτετο. Η μάρτυρας διευκρίνισε δε, ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η πίεση αυτή που ασκείτο στο παιδί ήταν για να κατηγορεί τον παππού.
Στο σημείο αυτό αναφέρουμε βεβαίως ότι αντεξέταστηκε και επί κάποιων άλλων ζητημάτων, τα οποία όμως δεν θεωρούμε πως χρειάζεται να μας απασχολήσουν. Γενικότερα, θα πρέπει να πούμε πως έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της, πρόκειται για μάρτυρα που μας έκανε καλή εντύπωση και αποτελεί διαπίστωση μας ότι αναφέρθηκε εις όσα περιήλθαν στην αντίληψη της και κατέθεσε τα πράγματα με ειλικρίνεια όπως έγιναν στην πραγματικότητα. Η επιθυμία της δε να παραμείνει ανεξάρτητη, έχοντας πλήρη επίγνωση του ρόλου της, αλλά και η ειλικρίνεια της, θεωρούμε πως προκύπτουν αβίαστα και από τις απαντήσεις της στις οποίες έχουμε παραπέμψει ανωτέρω. Βεβαίως, επαναλαμβάνουμε ότι στο κατά πόσο θα δοθεί κάποια αξία στις αναφορές που προέβη η ανήλικη προς την ίδια και οι οποίες άπτονται των αποδιδόμενων στον Κατηγορούμενο συμπεριφορών, θα μας απασχολήσει, ως έχουμε εξηγήσει, στη συνέχεια.
Ερχόμενοι στην Μ.Κ.7, η οποία αξιολόγησε την Παραπονούμενη στο πλαίσιο της καταγγελίας που έγινε στην παρούσα υπόθεση (βλ. Έγγραφο ΙΒ, ημερ.22.2.2023), εξ αρχής αναφέρουμε πως δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του συνηγόρου της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας επιστρατεύτηκε για να πείσει το παιδί να καταθέσει, μετά από 10 μήνες αποτυχημένων προσπαθειών λήψης κατάθεσης. Από τη μαρτυρία της είναι σαφές ότι η ανάθεση της περίπτωσης στην ίδια, έγινε κατόπιν παραπομπής της ανήλικης στο Σπίτι του Παιδιού για ψυχολογική αξιολόγηση και ανάλογα με τα ευρήματα της αξιολόγησης, θα εξεταζόταν πως θα συνέχιζε η αστυνομία στο κομμάτι της διερεύνησης. Μετά την τελευταία συνάντηση τους δε, όπου είχαν γίνει κάποιες αναφορές από το παιδί, η Αστυνομία ενημερώθηκε και διευθετήθηκε άμεσα η λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης.
Όπως ανέφερε με σαφήνεια η μάρτυρας, αυτό που γνώριζε η ίδια ήταν ότι υπήρχε συνεργασία της οικογένειας με άλλη υπηρεσία λόγω αναφορών βίας και ότι το παιδί δεν είχε μιλήσει προηγουμένως σε οπτικογραφημένη κατάθεση, αλλά η συνεργασία της ίδιας με την οικογένεια ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο (2022), οπότε της ανατέθηκε η ψυχολογική αξιολόγηση της ανήλικης. Όπως επίσης εξήγησε, με απόλυτα πειστικό τρόπο, ότι η διαδικασία ψυχολογικής αξιολόγησης αποσκοπεί στην εκτίμηση της ψυχικής κατάστασης του παιδιού σε σχέση με την αναφορά και σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί στο να στέλνουν παιδιά σε οπτικογραφημένες καταθέσεις.
Ως προς το ότι υπήρξε μια καθυστέρηση στο να ξεκινήσουν οι συναντήσεις με το παιδί μετά την παραπομπή, εφόσον η παραπομπή έγινε τον Σεπτέμβριο και οι συναντήσεις ξεκίνησαν τον Νοέμβριο, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το παιδί νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Επί τούτου, σημειώνουμε ότι η μάρτυρας αντεξετάστηκε για τον χρόνο νοσηλείας του παιδιού και κατά πόσο ήταν σημαντικό να γνωρίζει πότε τελείωσε η νοσηλεία, με τη μάρτυρα να ξεκαθαρίζει με απόλυτα πειστικό τρόπο ότι αυτό δεν είχε καμία σημασία για την αξιολόγηση και ότι ήταν σε γνώση της αυτό το θέμα υγείας αλλά και ότι υπήρχαν κάποια χρόνια θέματα υγείας. Από εκεί και πέρα, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπάρχει χρονικό όριο για την παραπομπή του παιδιού, εξηγώντας ότι από τη στιγμή που γίνεται η καταγγελία ξεκινούν όλες οι διαδικασίες που αναμένεται να ακολουθηθούν και η Αστυνομία θα στείλει το αίτημα για την αξιολόγηση. Για το γεγονός δε ότι μεσολάβησαν 10 μήνες, ήταν απόλυτα σαφής πως δεν γνωρίζει τι προηγήθηκε και η δική της παρέμβαση ξεκινά από τη στιγμή που της ανατίθεται το περιστατικό, ενώ το κομάτι της διερεύνησης ή άλλες διαδικασίες δεν τους αφορούν. Ανέφερε όμως ότι σε παιδιά προσχολικής ηλικίας συναντούν συχνά δυσκολίες στη διαδικασία της οπτικογραφημένης κατάθεσης, αφού «..τα παιδιά σε αυτές τις ηλικίες δεν μπορούν να αντιληφθούν τη σκοπιμότητα των διαδικασιών που συμβαίνουν, ούτε το τι μπορεί να αναμένουμε εμείς από τα παιδιά και γι' αυτό ένα παιδί προσχολικής ηλικίας ενδέχεται να αναφέρει κάτι σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, ενώ σε κάποια άλλη να μην αναφέρει τίποτα. »
Τέλος, ως προς το γεγονός της λήψης της κατάθεσης από το παιδί δύο μέρες μετά την τελευταία τους συνάντηση, η μάρτυρας ανέφερε πως θεωρεί ότι «.. η διαδικασία της αξιολόγησης απλά ίσως να βοήθησε με την έννοια του ότι το παιδί ερχόταν σε συστηματικές συναντήσεις, προσαρμόστηκε στο συγκεκριμένο πλαίσιο, άρχισε να είναι πιο άνετη, ήταν πιο άνετη και μαζί μου, οπόταν θεωρώ ότι αυτό ίσως να βοήθησε στο να μιλήσει το παιδί πιο αυθόρμητα γιατί ήταν πιο άνετη στον χώρο τον οποίο βρισκόταν και δεν είναι τυχαίο που δεν μου μίλησε στην πρώτη συνάντηση και μου μίλησε στην τέταρτη. »
Αποδεχόμαστε όσα ανέφερε η μάρτυρας ανωτέρω και επαναλαμβάνουμε ότι η θέση της υπεράσπισης, η οποία εισηγείται, εν ολίγοις, ότι η μάρτυρας ενεργούσε κατ’ εντολήν με σκοπό να πείσει το παιδί να καταθέσει, απορρίπτεται.
Σε σχέση τώρα με την αναφορά που έγινε από το παιδί κατά την τελευταία τους συνάντηση, η μάρτυρας ανέφερε πως επρόκειτο για μια αυθόρμητη αποκάλυψη στο πλαίσιο μιας συζήτησης που αφορούσε τον πατέρα, « Οπόταν το παιδί πάνω σε εκείνη τη συζήτηση, μου ανέφερε ότι δεν βλέπει τον πατέρα της εξαιτίας αυτού που έγινε, οπόταν ρωτήθηκε τι ήταν αυτό που έγινε, και το παιδί μου είχε αναφέρει ότι «Ο παππούς άγγιξε το πουλάκι μου» συγκεκριμένα και «Ότι έβαλε το χέρι μου πάνω στην πουλλού του» απλά επειδή ρώτησα σε ποιον χώρο έγιναν αυτά τα περιστατικά, μου ανέφερε ότι ήταν στο χωράφι που είχε ζωάκια και πάει με τον παππού της.» Επί τούτου δε, ανέφερε περαιτέρω πως το παιδί προέβη στην αναφορά δείχνοντας την κίνηση σε κούκλα και οι λέξεις «πουλλού» και «πουλλάκι» που χρησιμοποίησε το παιδί αντιστοιχούσαν στα συγκεκριμένα μέρη του σώματος.
Για το κατά πόσο υπήρχε υποβολιμότητα στις εν λόγω αναφορές της ανήλικης, η μάρτυρας ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι πράγματι υπήρχε δυσκολία του παιδιού να αναφερθεί σε αυτά τα περιστατικά αλλά ως προς τη συγκεκριμένη αναφορά της ανέφερε ότι ήταν μια αυθόρμητη αναφορά που είναι κάτι που αναμένεται συνήθως «σε αυτές τις ηλικίες, προσχολικής ηλικίας, για τον λόγο ότι τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται ακόμη θέματα που αφορούν ηθικούς κώδικες ή συμπεριφορές ενήλικων όσον αφορά σεξουαλικότητα, οπόταν συνήθως αυτές οι αναφορές γίνονται αυθόρμητα. Οι αναφορές της ήταν συγκεκριμένες, ξεκάθαρες, και ήταν το λεκτικό, και ο τρόπος της αφήγησής της που αναμένεται σε αυτές τις ηλικίες. »
Όπως ήταν φυσικό, εάν ληφθεί υπόψη η βασική θέση της υπεράσπισης, η μάρτυρας αντεξετάστηκε για το ζήτημα αυτό. Αποτέλεσε κατ’ αρχάς θέση της ότι εάν υπήρχε οποιαδήποτε υποβολή στο παιδί, ίσως να ερχόταν και από την πρώτη συνάντηση να της αναφέρει κάτι ή θα της το έλεγε χωρίς κάποια νύξη από την ίδια. Ακολούθως δε, με απόλυτη ειλικρίνεια, δέχτηκε ότι «Δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε 100% σίγουροι στο αν το παιδί λέει κάτι και μπορεί να είναι ψέμα. Οπόταν όπως είπα και προηγουμένως εξετάζουμε στοιχεία, τα οποία μπορεί να μας παραπέμπουν.» Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της επανέλαβε βεβαίως τη θέση της για αυθόρμητη αποκάλυψη, λέγοντας ότι αν υπέβαλλαν στο παιδί θα περίμενε να δει μια διαφορετική εικόνα, όμως επανέλαβε και πάλιν, για το ενδεχόμενο υποβολών στο παιδί, πως «Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο, απάντησα και προηγουμένως και είπα ότι αξιολογούμε στοιχεία, τα οποία μπορούν να μας παραπέμψουν σε κάτι. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ σίγουροι 100% εάν κάποιος λέει ψέματα ή όχι.»
Ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν δεχόταν να ακούσει τον Μ.Υ.2 κατά τη συνάντηση τους, επειδή προσπαθούσε και η ίδια να στοιχειοθετήσει υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, σημειώνουμε τα εξής. Κατ’ αρχάς, έχουμε ήδη αναφέρει στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 ότι αποδεχόμαστε τη θέση της μάρτυρος ότι ο τελευταίος επέδειξε επιθετική και ειρωνική διάθεση απέναντι της και μη αποδεχόμενος να συζητήσει μαζί της οτιδήποτε αφορούσε τις αναφορές του παιδιού για τον παππού, αποχώρησε από τη συνάντηση. Από εκεί και πέρα, επισημαίνουμε ότι η μάρτυρας με απόλυτα ρητό και κατηγορηματικό τρόπο απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης περί προσπάθειας της ίδιας για στοιχειοθέτηση της υπόθεσης, σημειώνοντας πως η ίδια δεν είχε κανένα λόγο να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και δεν θα επωφελείτο σε κάτι. Όπως επίσης, κατά τον ίδιο τρόπο, διαφώνησε πως προσπάθησε να τον πείσει ότι αυτά που λέει το παιδί συνέβησαν, αναφέροντας ότι δεν είναι δουλειά της να πείσει κάποιον γονέα ότι το παιδί έχει κακοποιηθεί. Ήταν σαφής δε η θέση της, πως δεν είναι δική της αρμοδιότητα να απαντήσει αν ένα παιδί έχει κακοποιηθεί.
Με αυτά υπόψη, σημειώνουμε και για τη συγκεκριμένη μάρτυρα ότι μας έκανε καλή εντύπωση και αποτελεί διαπίστωση μας ότι αναφέρθηκε εις όσα περιήλθαν στην αντίληψη της και κατέθεσε τα πράγματα με ειλικρίνεια όπως έγιναν στην πραγματικότητα. Η προσπάθεια δε της υπεράσπισης να της αποδώσει αλλότριο κίνητρο έπεσε στο κενό.
Στρεφόμενοι τώρα στα επίμαχα γεγονότα και την αξιολόγηση της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων, ήτοι Παραπονούμενης και Κατηγορούμενου, οφείλουμε εξ αρχής να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον καθ’ όσον αφορά την Παραπονούμενη, ισχύει ο κανόνας πρακτικής που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Και τούτο έχοντας κατά νου τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας, σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας[31].
Στην προκειμένη περίπτωση, το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού εδράζεται στο άρθρο 6 (4) (α) του Ν.91(Ι)/2014. Το άρθρο 21 (1) του εν λόγω νόμου δε, προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία.»
(Έμφαση δοθείσα)
Συναφώς, με βάση την πιο πάνω διάταξη προκύπτει πως έχει καταργηθεί ο κανόνας αναζήτησης ενισχυτικής σε σχέση με τα αδικήματα που εδράζονται στο Ν.91(Ι)/2014. Όπως επίσης καταργήθηκε, προσθέτουμε, και η ανάγκη ενίσχυσης της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού και η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις[32].
Ως αναφέρθηκε δε στην υπόθεση Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.231/2018, ημερ.19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, με δεδομένη τη ρητή νομοθετική πρόνοια ότι δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία:
«…. το ζήτημα που τίθεται αφορά στην ερμηνεία της πρόνοιας αυτής και τις συνέπειες της. Ως προς τούτο καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από άλλες χώρες του κοινού δικαίου όπου επίσης καταργήθηκε δια νόμου ο κανόνας πρακτικής.[2] Τα δικαστήρια έχουν αποσυνδέσει τους, εν δυνάμει, κινδύνους μιας μαρτυρίας χωρίς ενίσχυση από την έννοια μιας ολόκληρης κατηγορίας μαρτύρων συλλήβδην, όπως είναι οι παραπονούμενοι για σεξουαλικά αδικήματα, θέτοντας πλέον ως κριτήριο τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το συγκεκριμένο μάρτυρα και τα προβλήματα της συγκεκριμένης μαρτυρίας (Makanjuola, (ανωτέρω)). Όπως χαρακτηριστικά διατυπώθηκε στην έκθεση της Australian Law Reform Commission, Family Violence - A National Legal Response (ALRC Report, 114, 11.11.2010, 28.13:
«Corroboration warnings about the potential unreliability of categories of witnesses are now recognized as discriminatory and based on prejudice rather than empirical evidence. »
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Οι προειδοποιήσεις σε σχέση με την έλλειψη ενισχυτικής μαρτυρίας αναφορικά με την εν δυνάμει αναξιοπιστία μιας κατηγορίας μαρτύρων αναγνωρίζεται πλέον ως δυσμενής διάκριση βασισμένη σε προκατάληψη παρά ως εμπειρική τεκμηρίωση.»
Συνεπώς η υποχρέωση για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Ένας ακριβώς από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργηση του κανόνα ήταν ότι θεωρήθηκε προσβλητική για τις γυναίκες, νοουμένου ότι οι γυναίκες είναι κατά κανόνα παραπονούμενα πρόσωπα σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η αντίληψη ότι η μαρτυρία τέτοιων προσώπων είναι εγγενώς επισφαλής (Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2020 ed., 4-469). Επίσης αποφασίστηκε ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας και αποτελεί εκδήλωση δυσμενούς διάκρισης με βάση το φύλο (Balelala v. State [2004] FJCA 49).
Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό:
«The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury. »
Αφ΄ ης στιγμής το δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος.
Άλλωστε, τονίζουμε εμφαντικά ότι εκείνο που έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι η καταγραφή ή η διατύπωση αυτοπροειδοποίησης, η οποία να παραμένει κατά τα άλλα κενό γράμμα, χωρίς ουσία, αλλά σημασία έχει ο ουσιαστικός δικανικός συλλογισμός ο οποίος ελέγχεται επί τη βάσει της ποιότητας της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και του συνόλου της απόφασης (Βούτουνος ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 71, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 371, Αριστείδου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 32, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ.142/14, 17.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:D834 και Μιχαηλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 125/2017 κ.α, 26.4.2018).
Θέλουμε επίσης να τονίσουμε ιδιαιτέρως ότι νομοθετικές πρόνοιες, όπως η υπό συζήτηση, δεν μπορούν να αποστερήσουν τη σύμφυτη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, όταν αισθάνεται την ανάγκη, να αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία, όπως εξηγήσαμε, στην κατάλληλη περίπτωση και αν δεν υπάρχει, κατά την κρίση του, να αυτοπροειδοποιείται για τον κίνδυνο. Τούτο απορρέει από τη θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν είναι το αποτέλεσμα ασφαλούς, χωρίς λογική αμφιβολία, δικανικής πεποίθησης. Είναι ακριβώς η πεμπτουσία αυτή της ποινικής δίκης που πρέπει να αναδυθεί ως κυρίαρχη μέσα από την απεμπλοκή από τεχνικούς κανόνες οι οποίοι οδηγούν συχνά σε σφάλματα ή σε φραστικές απλώς διατυπώσεις, αντί να υπηρετούν την ουσία.
Ο σκοπός του νόμου δεν ήταν να μην λαμβάνεται υπόψιν, όπως έγινε εν προκειμένω, ούτε να μην αναζητείται ποτέ ενισχυτική μαρτυρία, αλλά να αναζητείται όταν ο δικαστής το κρίνει αναγκαίο, για συγκεκριμένους λόγους, και όχι στα πλαίσια μιας γενικότητας που καταλήγει τυπολατρική. Σ΄ αυτό το ουσιαστικό πλαίσιο ο δικαστής προσδιορίζει συγκεκριμένα τους λόγους που τον προβληματίζουν και τους εξετάζει, ως μέρος της νοητικής του διεργασίας, με σαφή αντίληψη ότι το πράττει για να καταλήξει σε αταλάντευτη δικαστική κρίση. »
(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, αυτό που χρήζει τονισμού είναι πως η ύπαρξη ή απουσία κανόνα πρακτικής ή διακριτικής ευχέρειας προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και αυτοπροειδοποίησης, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι αναμφίβολα η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος στην παρούσα είναι οι ουσιωδέστεροι μάρτυρες στην υπόθεση και εννοείται ότι τους έχουμε παρακολουθήσει με αυξημένη προσοχή και εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία τους.
Η Παραπονούμενη έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση στις 26.10.2022 αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος πειράζει το πουττί της και έβαλε το χέρι της να πειράξει το πουλί του. Όπως ήδη αναφέρθηκε κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας ανωτέρω, παρά την έκδοση διατάγματος για να δώσει τη μαρτυρία της από το Σπίτι του Παιδιού με τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, εντούτοις κατά την ημέρα που έγινε η σύνδεση με τον εν λόγω χώρο το παιδί δεν ανταποκρινόταν και δεν ήθελε να μιλήσει. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος και σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, το διάταγμα διαφοροποιήθηκε κατά τρόπο ώστε να δοθεί η μαρτυρία της δια ζώσης στο Δικαστήριο, στην απουσία του Κατηγορούμενου ο οποίος θα παρακολουθούσε τη διαδικασία από άλλο δωμάτιο.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, στην κυρίως εξέταση της, η Παραπονούμενη σε πρώτο στάδιο έκλαιγε, έβλεπε κάτω και δεν απαντούσε στις ερωτήσεις που της γίνονταν. Ακολούθησε διάλειμμα και όταν επανασυνεδρίασε το Δικαστήριο, έγιναν ουσιαστικά κάποιες εισαγωγικές ερωτήσεις από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής για να γίνει αντιληπτό αν ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα και στην ερώτηση αν θυμάται που είπε κάποια πράγματα στην κάμερα, έδωσε καταφατική απάντηση. Ως προς το τι ακολούθησε, παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα από τα πρακτικά:
« E. Αυτά ήταν αλήθεια ή ψέματα;
A. (Το παιδί δεν απαντά).
E. Ήταν αλήθεια ή ψέμα αυτό, Μ.. μου;
A. (Το παιδί κοιτάζει κάτω χαμηλά και δεν απαντά).
E. Αυτό που κρατάς τι είναι;
A. Ελέφαντας.
Δικαστήριο: Να μας τον δείξεις πώς μοιάζει κάνε μας το ψηλά.
Η κα Παπαλοΐζου συνεχίζει:
E. Μπορείς να της το δείξεις;
A. (Το παιδί παίζει με το παιχνίδι του)
E. Μ.. μου, τι σχολείο πας;
A. Σε μεγάλο σχολείο.
E. Το όνομά σου είναι Μ..;
A. Ναι.
E. Να σε ρωτήσω ξανά αυτά που είπες ήταν αλήθεια ή ψέματα;
A. Αλήθεια. »
Υπο το φως των ανωτέρω, όπως εξελίχθηκε η εξέταση και με δεδομένο ότι το παιδί ήταν αναμφίβολα αγχωμένο/στρεσαρισμένο, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό αν λέγοντας «αλήθεια», απαντούσε στην ερώτηση που του έγινε προηγουμένως για τα όσα είπε στην κάμερα ή για τα όσα μόλις είπε για το σχολείο της και το όνομα της, έχοντας υπόψη μάλιστα και ότι προηγήθηκαν οι ερωτήσεις για να διαφανεί αν ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα.
Κατά την αντεξέταση της, η Παραπονούμενη απάντησε σε δύο ερωτήσεις αρχικά και μετά «κλείδωσε». Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα που εμπερικλείει τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις που έδωσε:
« E. Γειά σου Μ…, να σου κάνω μερικές ερωτήσεις και να μου απαντήσεις. Είπες ότι αυτά που είπες όταν σε ρώτησε κάποια κυρία ήταν αλήθεια, είσαι σίγουρη ότι ήταν αλήθεια;
A. Ναι.
E. Στον παπά σου είπες ότι ήταν ψέματα και ότι η μάμα σου είπε να πεις αυτά τα πράγματα;
A. Δεν μου είπε η μάμα. »
Σε καμία άλλη ερώτηση δεν απάντησε στην πορεία, παρά μόνον έγνεψε καταφατικά σε δύο περιπτώσεις, όταν ερωτήθηκε αν θέλει να βλέπει τον παπά της και αν θυμάται που την πήραν στο Σπίτι του Παιδιού πριν από καιρό «και έγγραφαν στην τηλεόραση» και σε μία περίπτωση έγνεψε αρνητικά όταν ερωτήθηκε αν την ημέρα που πήγαν στα άλογα και τους έπιασε φαγούρα, είπε στον παπά ότι η μάμα λέει ψέματα. Παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε και από το Δικαστήριο για να νιώσει άνετα, τελικά το παιδί εξέφρασε την επιθυμία να αποχωρήσει, επιθυμία που έγινε σεβαστή από την κατηγορούσα αρχή και το παιδί αποχώρησε.
Από τις απαντήσεις του παιδιού πιο πάνω, δεν μπορούν βεβαίως να εξαχθούν οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα, εφόσον δεν δόθηκε η ευκαιρία στην υπεράσπιση να προβεί σε οιεσδήποτε διευκρινίσεις. Υπενθυμίζουμε εδώ, ότι όπως έχουμε σημειώσει ανωτέρω, υπήρχαν ζητήματα που έχρηζαν διευκρίνισης, όπως ήταν βεβαίως η αναφορά στην οπτικογραφημένη κατάθεση «μόνο δύο να πω είπε η μάμα». Οι ερωτήσεις δε του συνηγόρου της υπεράσπισης που αποσκοπούσαν ακριβώς στο να διευκρινίσουν τόσο το εν λόγω ζήτημα όσο και την αναφορά του παιδιού στο Τεκμήριο 34 ότι η μάμα λέει ψέματα, παρέμειναν αναπάντητες. Όπως αναπάντητα παρέμειναν, προφανώς, και άλλα ζητήματα που θα άγγιζε η υπεράσπιση, όπως κάποιες άλλες αναφορές του παιδιού στην κατάθεση του, οι αναφορές του προς τις Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7 αλλά και στο Τεκμήριο 18, το περιεχόμενο των ζωγραφιών που έκανε [Τεκμήριο 4 και 11(2)], αν την κτύπησε ο πατέρας της όταν ηχογραφήθηκε το Τεκμήριο 34 και πιθανόν για άλλα περιστατικά που κατήγγειλε η Μ.Κ.6.
Ειδικά, ως προς τα Τεκμήρια 18 και 34, και με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας των Μ.Κ.6 και Μ.Υ.2, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τα όσα αυτοί ανέφεραν αναφορικά με τις συνθήκες κάτω υπό τις οποίες τα εν λόγω τεκμήρια λήφθηκαν. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας η μαρτυρία της Μ.Κ.7 ως προς τον τρόπο που υποβλήθηκαν οι ερωτήσεις σε ένα μικρό παιδί, προσχολικής ηλικίας, στο Τεκμήριο 34, τη μαρτυρία της οποίας αποδεχόμαστε επί του προκειμένου. Συγκεκριμένα, δηλαδή, ότι ο τρόπος που έγιναν συγκεκριμένες ερωτήσεις στο παιδί, ήταν σαν να αναμενόταν να απαντήσει αυτό που ρωτήθηκε. Τα όσα ανέφερε, κατόπιν ενδελεχούς μελέτης του εν λόγω τεκμηρίου, αποτελούν και δική μας διαπίστωση.
Αντίστοιχη διαπίστωση όμως προκύπτει και από το Τεκμήριο 18. Στο πρώτο βίντεο, η Μ.Κ.6 βρίσκεται πάνω από το παιδί, το βιντεογραφεί και του υποβάλλει συνεχείς ερωτήσεις, ενώ στο δεύτερο βίντεο, το οποίο ελήφθη προφανώς από το εσωτερικό αυτοκινήτου που βρίσκεται εν κινήσει, η Μ.Κ.6 ακούγεται, μεταξύ άλλων, να υποβάλλει στο παιδί ερωτήσεις του τύπου «η μάμα είπε σου ποττέ να πεις για τον παππού τον Λ.. ψέματα;», «τούτα τα πράγματα που σε πείραζε ο παππούς ο Λ… εγίναν;» και «η μάμμα ποττέ εν σου είπε να πεις κάτι ψέματα, η μάμα μόνο λαλεί σου να πεις την αλήθεια, σωστά;», κατά τρόπο όμοιο με εκείνον του Μ.Υ.2 ανωτέρω, καθοδηγώντας το παιδί προς συγκεκριμένη απάντηση. Σημειώνουμε δε, για όποια σημασία μπορεί να έχει τούτο, ότι το παιδί, καθήμενο στη θέση του συνοδηγού, απαντά μονολεκτικά, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και όχι προς τη μητέρα του ή την κάμερα του κινητού τηλεφώνου που κρατά η τελευταία.
Όμως αυτό που έχει σημασία να λεχθεί, είναι ότι από την αντεξέταση ενδεχομένως να ξεκαθάριζε η εικόνα ως προς τις αντιφατικές δηλώσεις του παιδιού στα Τεκμήρια 18 και 34, το οποίο βεβαίως αν οι γονείς του επέλεξαν να το βάλουν στη μέση μιας έντονα συγκρουσιακής σχέσης, και τη μια να το βιντεογραφούν και την άλλη να το ηχογραφούν, με αποτέλεσμα να εκτίθεται σε πιέσεις, αυτό δεν φταίει σε τίποτε. Παρεμβάλλουμε εδώ, πως το γεγονός ότι το παιδί «εκτίθετο σε πάρα πολλές πληροφορίες που δεν θα έπρεπε» και ότι οι γονείς εκθέτουν το παιδί «σε πάρα πολλά», αποτέλεσε διαπίστωση και της Μ.Κ.7, η οποία επί τούτου δεν αμφισβητήθηκε. Υπενθυμίζουμε δε εδώ, ότι οι δύο ψυχολόγοι που αξιολόγησαν το παιδί, ως εμφαίνεται και πιο κάτω, είναι από τη συγκρουσιακή σχέση των γονιών του που εντόπισαν να επηρεάζεται και όχι για άλλο λόγο.
Είναι σαφές, λοιπόν, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση που προώθησε η υπεράσπιση καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης περί υποβολής στο παιδί από τρίτους των αναφορών για τον παππού, ότι η υπεράσπιση αποστερήθηκε ένα σημαντικό όπλο που διέθετε, αυτό δηλαδή της αντεξέτασης, προκειμένου να διευκρινίσει το συγκεκριμένο θέμα. Ως προς τη φύση και το σκοπό της αντεξέτασης, παραπέμπουμε σχετικά στο σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β’ Έκδοση, σελ. 702 επ.. Επισημαίνεται δε, ότι τόσο με βάση την ημεδαπή νομολογία όσο και με βάση τη νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να αντεξετάζει μάρτυρες αποτελεί έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη (βλ. μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Al‑Khawaja and Tahery v. The United Kingdom και Schatschaschwili v. Germany που αναφέρονται αμέσως πιο κάτω).
Σε συνεχεία των πιο πάνω, οφείλουμε βεβαίως να επισημάνουμε εδώ πως το γεγονός ότι δεν ολοκληρώθηκε η αντεξέταση, δεν αποκλείει αυτόματα την υπό συζήτηση μαρτυρία, ούτε όμως οδηγούμαστε αυτόματα σε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Ως προς τούτο, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής μας παραπέμπει σε δύο αποφάσεις του ΕΔΑΔ και συγκεκριμένα στις υποθέσεις Al‑Khawaja and Tahery v. The United Kingdom[33] (applications 26766/05 and 22228/06, ημερ.15.12.2011) και Schatschaschwili v. Germany (application 9154/10, ημερ.15.12.2015), «σε σχέση με την αποδεκτότητα και βαρύτητα που θα πρέπει να δίνεται σε εξ ακοής μαρτυρία, όταν ο μάρτυρας δεν παρουσιάζεται για αντεξέταση και κατά πόσο υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ»[34]. Όπως αναφέρει, οι αρχές που προκύπτουν από τις εν λόγω αποφάσεις είναι ουσιαστικά πως ένα Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, θα πρέπει να εξετάζει (α) κατά πόσο υπήρχε καλός λόγος για τη μη παρουσία του μάρτυρα για να αντεξεταστεί, (β) κατά πόσο η μαρτυρία του μάρτυρα που δεν παρουσιάστηκε είναι η μόνη ή ουσιαστική μαρτυρία για την καταδίκη του μάρτυρα και (γ) κατά πόσο υπάρχουν επαρκείς παράγοντες που να αντισταθμίζουν και να εξισορροπούν την αδυναμία της υπεράσπισης να αντεξετάσει και να θέσεις τις θέσεις της.
Επί των ανωτέρω, κρίνουμε σκόπιμο να προβούμε, κατ’ αρχάς, σε δύο παρατηρήσεις.
Πρώτον, από τη μελέτη των πιο πάνω αποφάσεων προκύπτει ότι η αναφορά της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής στις αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ορθή.
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν περιπτώσεις όπου ο μάρτυρας ή οι μάρτυρες δεν εμφανίστηκαν καθόλου κατά τη διαδικασία της δίκης και, συνακόλουθα, δεν κατέστη δυνατή η αντεξέτασή τους. Δεν αφορούσαν περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η μάρτυρας εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην όμως, στην πράξη, δεν απάντησε στις ερωτήσεις της υπεράσπισης και δεν μπόρεσε να ασκηθεί ουσιαστικά το δικαίωμα αντεξέτασης.
Ωστόσο, θεωρούμε ότι οι αρχές που απορρέουν από την πιο πάνω νομολογία δύνανται να τύχουν εφαρμογής και εν προκειμένω, καθότι το ουσιώδες στοιχείο δεν είναι η τυπική εμφάνιση ή μη της μάρτυρος, αλλά το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως της εμφάνισής της, η υπεράσπιση δεν είχε ουσιαστική δυνατότητα αντεξέτασης. Την ίδια στιγμή, η οπτικογραφημένη κατάθεση του παιδιού ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελεί στοιχείο το οποίο θα συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της μαρτυρίας.
Εξάλλου, επισημαίνεται εδώ ότι οι αρχές της Al‑Khawaja and Tahery v. The United Kingdom (ανωτέρω), αλλά και της σχετικής υπόθεσης Luca v. Italy (application 33354/96) εφαρμόστηκαν για παράδειγμα στην Case Of Vidgen v. The Netherlands (application 29353/06, ημερ.10.7.2012), όπου ο μάρτυρας κλήθηκε σε ακροαματική διαδικασία στο Εφετείο και στις περισσότερες ερωτήσεις επικαλέστηκε το δικαίωμα του να μην απαντήσει.
Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές, ως προς την εδώ Παραπονούμενη αναφέρουμε τα εξής.
i. Εξετάζοντας κατ’ αρχάς αν υπήρχε σοβαρός λόγος για τη μη συνέχιση της αντεξέτασης της Παραπονούμενης και κατ’ επέκταση για τον περιορισμό του δικαιώματος αντεξέτασης, σημειώνουμε πως η τελευταία όταν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ηλικίας σχεδόν 6 ετών, ένα πολύ μικρό παιδί δηλαδή, το οποίο τα τελευταία χρόνια ένιωσε φοβερή πίεση με όλες τις διαδικασίες στις οποίες χρειάστηκε να υποβληθεί αλλά και από τους γονείς του, όπως επιβεβαίωσε κυρίως η Μ.Κ.7, χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί. Από την όλη προσπάθεια που καταβλήθηκε δε για να καταθέσει ενώπιον μας αλλά ειδικά από την παρουσία της ενώπιον μας, διεφάνη πως διακατέχετο από άγχος και ήταν στρεσαρισμένη. Συνυπολογίζοντας, συνεπώς, όλα τα πιο πάνω, θεωρούμε πως στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει σοβαρός λόγος για τον περιορισμό του δικαιώματος αντεξέτασης.
ii. Ερχόμενοι τώρα στο κατά πόσο η ανέλεγκτη μαρτυρία της Παραπονούμενης ήταν το μοναδικό ή αποφασιστικό αποδεικτικό στοιχείο για την καταδίκη του Κατηγορούμενου (κανόνας sole or decisive), η απάντηση είναι σαφώς καταφατική. Η μαρτυρία της Παραπονούμενης είναι το μοναδικό άμεσο αποδεικτικό στοιχείο.
iii. Ως προς το εάν υπάρχουν επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες, που επιτρέπουν τη δίκαιη και ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της ανέλεγκτης μαρτυρικής κατάθεσης, σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγείται μέσω της αγόρευσης της ότι ουσιαστικά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα όσα ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, τα ανέφερε τόσο στη Μ.Κ.5, όσο και στις Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7. Δηλαδή, εισηγείται, ότι η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών σε ό,τι αφορά τις αναφορές της ανήλικης προς τις ίδιες, με τις οποίες του αποδίδει αξιόποινες πράξεις, συνιστούν επαρκείς αντισταθμιστικούς παράγοντες. Όσον αφορά τη Μ.Κ.5, όπως γίνεται αντιληπτό από την αξιολόγηση που προηγήθηκε, η μαρτυρία της δεν κρίθηκε αξιόπιστη και δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοιο παράγοντα.
Ως προς τη μαρτυρία βεβαίως των άλλων δύο μαρτύρων ήτοι των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7, κλινικών ψυχολόγων, προκειμένου να αποφανθούμε αν οι υπό συζήτηση αναφορές θα μπορούσαν να αποτελέσουν επαρκή αντισταθμιστικό παράγοντα έναντι της ανέλεγκτης κατάθεσης της Παραπονούμενης, σημειώνουμε τα εξής.
Από τη μελέτη της σχετικής με το θέμα νομοθεσίας, προκύπτει ότι γίνεται ειδική ρύθμιση στις περιπτώσεις όπου θύμα ισχυριζόμενου αδικήματος προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά (καταγγελία) προς συγκεκριμένους επαγγελματίες, μεταξύ άλλων και ψυχολόγους.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 21, το οποίο σημειωτέον έχει τίτλο «Ενισχυτική μαρτυρία και άμεση καταγγελία αποδεκτή ως μαρτυρία»:
« (2) Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο προς οποιοδήποτε αστυνομικό, λειτουργό κοινωνικών υπηρεσιών, ψυχολόγο, ψυχίατρο ή γιατρό άλλης ειδικότητας που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλος μη κυβερνητικού οργανισμού που παρέχει συνδρομή και στήριξη σε θύματα ή μέλος του στενού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί ικανή μαρτυρία.
(3) Μαρτυρία θύματος που δίδεται σε εμπειρογνώμονα αποτελεί ικανή μαρτυρία. »
Στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Ν.91(Ι)/2014, δεν υπάρχει ερμηνεία του όρου «εντός ευλόγου χρόνου». Εξ όσων γίνεται όμως αντιληπτό από τον τίτλο του άρθρου 21, όπου υπάρχει αναφορά σε «άμεση καταγγελία», σε συνάρτηση με την αναφορά στο εδάφιο 2 «Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου», προφανώς θα πρέπει να υπάρχει κάποια εγγύτητα του χρόνου της καταγγελίας εν σχέσει με τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά δεν χρειάζεται η καταγγελία να γίνει αμέσως μετά τη διάπραξη του αδίκηματος, όπως καθορίζεται στο άρθρο 10 του περί Αποδείξεως Νόμου.
Σημειωτέον, ότι παρόμοια διάταξη εντοπίζεται στο Ν.119(Ι)/2000 (περί Βίας στην Οικογένεια Νόμος). Συγκεκριμένα, το άρθρο 14 προνοεί ότι:
« 14. Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος βίας προς οποιοδήποτε αστυνομικό, οικογενειακό σύμβουλο, λειτουργό ευημερίας, ψυχολόγο, γιατρό, περιλαμβανομένου ψυχιάτρου, που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, μέλος του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια ή μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί μαρτυρία. »
Επίσης, στο άρθρο 17 της πιο πάνω νομοθεσίας, προνοούνται τα ακόλουθα:
« 17.—(1) Αν κατά τη διάρκεια εξέτασης ανήλικου προσώπου από ψυχίατρο ή ψυχολόγο για σκοπούς αξιολόγησης ή ψυχοθεραπείας γίνει αναφορά από τον ανήλικο ότι υπέστη κακοποίηση από οποιοδήποτε πρόσωπο, η μαρτυρία του ψυχιάτρου ή ψυχολόγου δύναται να γίνει αποδεκτή στο δικαστήριο κατ' εξαίρεση του κανόνα περί εξ' ακοής μαρτυρίας.
(2) Το δικαστήριο δεν καταδικάζει οποιοδήποτε πρόσωπο με βάση μόνο τη μαρτυρία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) πιο πάνω, εκτός αν η μαρτυρία αυτή ενισχύεται σε ουσιώδη σημεία από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που μπορεί να περιλαμβάνει μαρτυρία εμπειρογνώμονα. »
Για τις πρόνοιες του άρθρου 17 ανωτέρω, στην Ποινική Έφεση αρ. 231/2018, Ε.Α. ν. Δημοκρατία, ημερομηνίας 19.11.2019, αναφέρθηκαν τα εξής:
« Βεβαίως, διαφορετικό είναι το ζήτημα μαρτυρίας ψυχιάτρου ή ψυχολόγου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 17 του περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Ν. 119(Ι)/2000, σύμφωνα με τις οποίες αν κατά τη διάρκεια εξέτασης ανηλίκου προσώπου από ψυχίατρο ή ψυχολόγο για σκοπούς αξιολόγησης ή ψυχοθεραπείας γίνει αναφορά από τον ανήλικο ότι υπέστη κακοποίηση, η μαρτυρία του ψυχίατρου ή ψυχολόγου δύναται να γίνει αποδεκτή στο δικαστήριο, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας. Δεν πρόκειται για μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης, αλλά για μεταφορά του παραπόνου του παιδιού. Στην πραγματικότητα η πρόνοια αυτή αποτελεί και εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει «αυτοεξυπηρετικές» δηλώσεις (self-serving statements), ανεξάρτητα από το ζήτημα της εξ ακοής μαρτυρίας. »
Θεωρούμε πως τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με το άρθρο 17, το οποίο αποτελεί αντίστοιχη ρύθμιση, ισχύουν κατ’ αναλογία και στην παρούσα περίπτωση.
Εν προκειμένω βεβαίως, προκύπτει κατ’ αρχάς ζήτημα ως προς τον χρόνο που κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Η ανήλικη δεν προσδιόρισε τον χρόνο, λόγω ηλικιακού σταδίου, ενώ όπως εξήγησε η Μ.Κ.7, η αναφορά του παιδιού ότι έγινε «πολλές φορές» δεν μπορεί να εξακριβωθεί «ακριβώς τι εννοούσε, μπορεί να ήταν σε διάρκεια, μπορεί να ήταν σε ένταση.» Έχει σημασία όμως να επισημανθεί εδώ, πριν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, ότι αποτελεί θέση και της κατηγορούσας αρχής ότι το παιδί «δεν μπόρεσε να προσδιορίσει χρονικά πότε συνέβησαν τα εν λόγω γεγονότα», ενώ ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων που καταγράφεται στο κατηγορητήριο προέκυψε από τη μαρτυρία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6.[35] Υπό τις περιστάσεις λοιπόν, αφού υπενθυμίσουμε και εδώ πως η μαρτυρία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 έχει απορριφθεί, αποτελεί διαπίστωση μας πως δεν υπάρχει επαρκές μαρτυρικό υπόβαθρο για να μπορέσουμε να καταλήξουμε στον χρόνο που κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Κατ’ επέκταση, δεν είμαστε σε θέση να καταλήξουμε με ασφάλεια αν οι αναφορές του παιδιού προς τις Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7 έγιναν «εντός εύλογου χρονικού διαστήματος» από τη διάπραξη του αδικήματος, προκειμένου να γίνουν αποδεκτές σαν μαρτυρία.
Συναφώς, υπό τις περιστάσεις, η μαρτυρία τους στην έκταση που αφορά τις αναφορές του παιδιού δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμιστικός παράγοντας στο πλαίσιο της αξιολόγησης της ανέλεγκτης μαρτυρικής κατάθεσης. Όμως, σημειώνουμε εδώ, αν και ίσως εκ του περισσού, ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι αναφορές του παιδιού έγιναν προς αυτές εντός ευλόγου χρόνου, κατά τρόπο δηλαδή που θα επέτρεπαν τον συνυπολογισμό της μαρτυρίας τους στην αξιολόγηση της μαρτυρικής κατάθεσης της Παραπονούμενης, αποτελεί κατάληξη μας ότι με δεδομένες τις δηλώσεις τους ότι δεν θα μπορούσαν να αποκλείσουν άλλα ενδεχόμενα ως προς τις αναφορές του παιδιού – και χωρίς να μας διαφεύγει η αναφορά της Μ.Κ.7 περί αυθόρμητης αποκάλυψης και όσα σχετικά ανέφερε - και επίσης ότι οι αντιδράσεις του παιδιού και το άγχος του συνδέονται με τη συγκρουσιακή σχέση των γονέων και με τις διαδικασίες στις οποίες υποβλήθηκε γενικότερα, δεν θα μπορούσαμε ούτως ή άλλως να της δώσουμε τέτοια βαρύτητα και να θεωρήσουμε ότι αποτελεί επαρκή αντισταθμιστικό παράγοντα. Παρεμβάλλουμε εδώ, ότι ακριβώς αυτά τα ενδεχόμενα που δεν μπορούσαν να αποκλείσουν, είναι αυτά που απασχόλησαν την υπεράσπιση και τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν, πόσω δε μάλλον να αποκλειστούν, με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 ως πλήρως αναξιόπιστης. Ιδιαίτερα δε, αν στα πιο πάνω προστεθεί και η αμφιταλάντευση ενός πολύ μικρού σε ηλικία παιδιού[36], το οποίο ως και πιο πάνω επισημάναμε βρέθηκε στη μέση της συγκρουσιακής σχέσης των γονέων του ως προκύπτει και από τα Τεκμήρια 18 και 34. Τεκμήρια τα οποία, ένεκα και της μη δυνατότητας αντεξέτασης για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, παρέμειναν αδιευκρίνιστα.
Σε κάθε περίπτωση όμως, σημειώνουμε εδώ ότι ούτε αξιολογουμένη ως εξ ακοής, επί τη βάση των προνοιών που διέπουν την αξιολόγηση τούτης με βάση το Κεφ.9, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε εύρημα σε σχέση με τα όσα τους ανέφερε η ανήλικη για τον ίδιο λόγο. Ούτε βεβαίως υποστηρίχθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής πως συνιστά ενισχυτική μαρτυρία, αλλά ούτε και θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις, αφού η ενισχυτική μαρτυρία προϋποθέτει την ύπαρξη μαρτυρίας στην οποία το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να στηριχθεί, κάτι που δεν συμβαίνει εν προκειμένω σε σχέση με την Παραπονούμενη για το λόγο που εξηγήσαμε και πιο πάνω.
Τέλος, αναφέρουμε επίσης ότι υπό τις περιστάσεις, δεν θεωρούμε ούτε ότι η απλή προειδοποίηση μας ως προς τους κινδύνους να στηριχθεί η καταδίκη σε μια ανέλεγκτη κατάθεση, αποτελεί επαρκές αντισταθμιστικό μέτρο (βλ. παρ. 164 της υπόθεσης Al‑Khawaja and Tahery ανωτέρω).
Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει τέτοια βαρύτητα στην οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης ώστε να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ευρημάτων επί της ουσίας. Μια τέτοια προσέγγιση, ενόψει της απουσίας ουσιαστικής δυνατότητας αντεξέτασης και της έλλειψης επαρκών αντισταθμιστικών παραγόντων, δεν θα συνήδε με τις απαιτήσεις της δίκαιης δίκης και θα αντέβαινε στο δικαίωμα του Κατηγορούμενου, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Το γεγονός δε ότι, ως έχει διαφανεί, η εκδοχή της υπεράσπισης και κατ’ επέκταση και του ίδιου του Κατηγορούμενου, εμπεριέχει σοβαρά ρήγματα, δεν δύναται να μεταβάλει την κρίση μας ως προς τα πιο πάνω.΄Εχει ήδη γίνει αναφορά σε διάφορες πτυχές και σημεία της υπεράσπισης, που παρουσιάζουν αδυναμίες, αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής και που είναι εν γένει αφύσικα. Ό,τι άλλο κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε εν σχέσει με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, είναι πως διαπιστώνεται ότι πάρα πολλές εκ των θέσεων που προέβαλε και επί των οποίων έχει οικοδομήσει ουσιαστικά την εκδοχή του, ουδέποτε τέθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής για να τοποθετηθούν. Σε κάποιες εξ αυτών βεβαίως έχουμε ήδη κάνει αναφορά σε άλλα σημεία ανωτέρω. Επί τούτου, πρέπει να πούμε πως μας έχει πράγματι προκαλέσει (αρνητική) εντύπωση ο μεγάλος αριθμός θέσεων που ήρθε εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς να προβάλει ο Κατηγορούμενος, χωρίς να δοθεί ποτέ προηγουμένως η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να τους σχολιάσει ή ακόμη και να προσκομίσει, αν έτσι έκρινε, άλλη σχετική μ’ αυτούς μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω):
« Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v The Jonitexo Ltd (1087) 1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 599.
Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, ΜΚ5 στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, χωρίς καμιά ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων..».
Όπως αναφέρεται επίσης στο σύγγραμμα των κ.κ.Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β’ Έκδοση, σελ.720-723: «..το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση να μη λαμβάνει υπόψη, ιδιαίτερα στην απουσία σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που, ενώ ένας των διαδίκων τη θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, παραλείπει εσκεμμένως ή αμελώς από το να τη θέσει στον αντϊδικο μάρτυρα προς σχολιασμό..».
Οι συγκεκριμένες θέσεις που δεν τέθηκαν, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ήδη σε άλλα σημεία ανωτέρω, παρατίθενται κατωτέρω. Στο πλαίσιο αυτό βέβαια, εξετάζονται και κάποια άλλα παρεμφερή θέματα.
(α) Ανέφερε ότι η Μ.Κ.6 ήταν πολύ προκλητική αφού κοιμόταν με το εσώρουχο (τάγκα) και ένα πρωί την είδε, οπότε άρχισαν οι κόντρες αφού έλεγε στον Μ.Υ.2 ότι δεν του κάνει αυτή η γυναίκα. Σημειωτέον, πως ούτε ο ίδιος ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι έγινε τέτοια συζήτηση για τον πιο πάνω λόγο και η δική του θέση ήταν πως του μίλησε ο πατέρας του επειδή έμαθε ότι είχε σχέσεις με άλλους άντρες.
(β) Περαιτέρω, ανέφερε πως η Μ.Κ.6 ζητούσε επίμονα από τον Μ.Υ.2 να κάνουν μωρό και μάλιστα του φώναζε «θέλω μωρό, θέλω μωρό». Επισημαίνεται εδώ, παρενθετικά, ότι η θέση του Μ.Υ.2 ήταν απλά ότι η Μ.Κ.6 ήθελε να κάνει παιδί γιατί ζήλεψε από την ξαδέλφη της και ποτέ δεν ανέφερε ότι του ζητούσε να κάνουν παιδί με τέτοια ένταση που περιέγραψε ο Κατηγορούμενος. Εν πάση περιπτώσει, πρώτη φορά ακούστηκε επίσης από τον Κατηγορούμενο, ότι ένας εκ των υπαλλήλων του (ο Π..), του ανέφερε πως είχε σχέσεις με την Παραπονούμενη και πως όταν ο Μ.Υ.2 της το μετέφερε, αυτή απάντησε «σιγά να μεν κάμω κοπελλούι με τον Π..».
(γ) Μια άλλη θέση που ακούστηκε από τον Κατηγορούμενο, ήταν ότι η Μ.Κ.6 και οι γονείς της, έδωσαν δουλειά στον Μ.Υ.2 και τον έπεισαν να πουλήσει το αυτοκίνητο του αξίας €22.000, με την υπόσχεση πως όταν θα επέστρεφαν από ένα ταξίδι που θα πήγαιναν θα του αγόραζαν αυτοκίνητο ΒΜW. Αντίθετα, μόλις επέστρεψαν από το ταξίδι τον έδιωξαν από τη δουλειά και χώρισαν με την Μ.Κ.6. Όλα, κατά τον ίδιο, ήταν μέρος ενός σχεδίου για να ξοδέψουν τα λεφτά του και για να πάρουν την κηδεμονία του μωρού.
(δ) Ούτε τέθηκε ποτέ στην Μ.Κ.6 ο ισχυρισμός ότι η ίδια μετέβαινε στον χώρο εργασίας του με σκοπό να τον εξαναγκάσει να παραβιάσει το διάταγμα, ρωτώντας «πού εν ο Λ…» και δηλώνοντας ότι «εβίασεν την κόρην μου». Ομοίως, ουδέποτε τέθηκαν ενώπιόν της τα λοιπά περιστατικά που περιέγραψε ο ίδιος στη μαρτυρία του, αναφορικά με κατ’ ισχυρισμό ψευδείς καταγγελίες της στην Αστυνομία, και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός ότι μετέβη στο σχολείο του παιδιού, καθώς και ότι τις αποκάλεσε (την ίδια και το παιδί) «μαλακισμένες».
Περαιτέρω, δεν της τέθηκε ούτε ο ισχυρισμός περί δήθεν παρακολούθησής του στο Δικαστήριο, όταν προσήλθε για να προβεί σε ένορκη δήλωση, ούτε ότι τον ανέμενε εκτός του χώρου με σκοπό, κατά τα λεγόμενά του, να τον εξαναγκάσει σε παραβίαση του διατάγματος, κάτι που διαπίστωσε μάλιστα και γυναίκα αστυνομικός και τον παρότρυνε να προβεί σε καταγγελία.
Βεβαίως, ως προς την ισχυριζόμενη προσπάθεια της να τον προκαλέσει να παραβιάσει το διάταγμα, σημειώνουμε πως όταν η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής του έθεσε ότι το διάταγμα αφορούσε την ανήλικη και όχι την Μ.Κ.6, είναι πραγματικά με έκπληξη μας που ακούσαμε τον Κατηγορούμενο να ισχυρίζεται ότι δεν το γνώριζε. Η επίκληση άγνοιας όμως, ως προς το ότι το διάταγμα αφορούσε αποκλειστικά την ανήλικη και όχι την Μ.Κ.6, εάν ληφθεί υπόψη και ότι εκδόθηκε στην παρουσία του στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης στις 23.1.2023, δεν συνάδει με τη λογική και δεν μας πείθει.
(ε) Ακούσαμε για πρώτη φορά επίσης στη δική του μαρτυρία, μια νέα εκδοχή ως προς το λόγο που πιθανόν να ώθησε τις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 να προβούν στην καταγγελία. Ότι, δηλαδή, πιθανόν να ήταν η στάση του απέναντι τους και έκαναν την καταγγελία εναντίον του για να αναγκάσουν τον Μ.Υ.2 να υπογράψει για να πάρουν την κηδεμονία, και το συνεχίζουν για να μην μείνουν εκτεθειμένοι οι ίδιοι.
Στη συνέχεια δε, ενέπλεξε στην όλη υπόθεση και την Αστυνομία, όπως έπραξε δηλαδή και ο Μ.Υ.2, θέτοντας όμως τα πράγματα πάνω σε μια άλλη βάση. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε κατ’ αρχάς σε ένα άσχετο περιστατικό και σε κατ’ ισχυρισμό δήλωση προς αυτόν από συγκεκριμένο αστυνομικό ότι θα τον καταστρέψει, οπότε σύμφωνα με τον ίδιο, οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 βρήκαν έδαφος και έχοντας την Αστυνομία με το μέρος τους «κάνουν αυτά τα πράγματα να με κατηγορούν συνέχεια». Ακολούθως, αναφέρθηκε ουσιαστικά σε μια συνωμοσία των πιο πάνω προσώπων και του εν λόγω αστυνομικού, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 «καθοδηγούνταν από άλλους», δηλαδή από τον πιο πάνω αστυνομικό.
Ας σημειωθεί πως οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 δεν ερωτήθηκαν καν αν γνωρίζουν τον εν λόγω αστυνομικό και βεβαίως ουδέποτε τους τέθηκε κάτι συγκεκριμένο που να τείνει να καταδείξει συνωμοσία τους με, ή καθοδήγηση τους από τον αστυνομικό αυτό. Παράλειψη, η οποία βεβαίως δεν αποστέρησε μόνον από τις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 το δικαίωμα να τοποθετηθούν σε μια τόσο σοβαρή κατηγορία, όπως είχαν δικαίωμα, αλλά και το δικαίωμα από την κατηγορούσα αρχή να κλητεύσει στο Δικαστήριο τον εν λόγω αστυνομικό, αν έτσι επέλεγε, για να καταθέσει και να αντικρούσει τα όσα του αποδίδονται.
(στ) Παρά το γεγονός ότι σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η Μ.Κ.5 ασχολείτο με μάγια, έχουμε κάνει αναφορά ανωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, εντούτοις επανερχόμαστε εδώ για να πούμε το εξής. Ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε σε μια περίπτωση, όπου βρήκε στο δωμάτιο της Μ.Κ.5 «..ένα έτσι σαν το δέμα που είχε σκόνη μέσα, κάτι βελόνες, κοκκαλαρκές, μενταγιόν, κόκκινο κερί.» Ο Κατηγορούμενος από την άλλη, ο οποίος καταθέτοντας βεβαίως παρέπεμψε για περαιτέρω λεπτομέρειες στον Μ.Υ.2, ανέφερε ότι ο τελευταίος «..έβρισκε τρίχες μέσα στο μαντήλι μέσα στα μαξιλάρκα στον καναπέ.» Δεν θεωρούμε πως χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να καταδειχθεί ότι και η εν λόγω αναφορά του Κατηγορούμενου, αποτελούσε μια εκ των υστέρων σκέψη.
Ως προκύπτει με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο της παρούσας ενότητας που αφορά την αξιολόγηση του Κατηγορούμενου αλλά και από άλλα σημεία της απόφασης μας, η υπεράσπιση επέλεξε να προβάλει συγκεκριμένα, ουσιώδη ζητήματα εκ των υστέρων. Ήταν όμως θεωρούμε υποχρέωση της υπεράσπισης να θέσει όλα αυτά τα ουσιώδη ζητήματα, επί των οποίων βάσιζε την εκδοχή της, στους μάρτυρες της άλλης πλευράς για να δώσουν τις απαντήσεις τους και να μπορέσει το Δικαστήριο ν’ αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στην αλήθεια. Εφόσον δεν το έπραξε και δεν έχει δοθεί μάλιστα ούτε κάποια εξήγηση για τούτο, αποτελεί κατάληξη μας ότι οι συγκεκριμένες θέσεις δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Περιπλέον, θεωρούμε ότι υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπόψη και τη σοβαρότητα κάποιων εκ των ζητημάτων που αναφέρθηκαν, η αξιοπίστία της γενικότερης εκδοχής του Κατηγορούμενου έχει πληγεί ανεπανόρθωτα.
Εν πάση περιπτώσει, ως προς τη θέση του ότι δεν είχε καθόλου χρόνο για να ασχοληθεί με τα παιδιά και στη συνέχεια με τα εγγόνια του, αλλά ούτε τα έπαιρνε μια αγκαλιά, έγινε για εμάς σαφές ότι δεν ήταν γνήσια και τέθηκε για ευνόητους λόγους. Παρέμεινε βεβαίως αναντίλεκτο ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν τα πρωινά και όταν επέστρεφε σπίτι, έβγαζε τα ζώα του για βοσκή και τα φρόντιζε, όπως επίσης έκανε εργασίες στον κήπο του. Όλη αυτή όμως η προσπάθεια για να πεισθούμε ότι δεν είχε καθόλου χρόνο για κανέναν και δεν έκανε ούτε μια αγκαλιά στα παιδιά και στα εγγονάκια του, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να πει ότι παρά το γεγονός ότι λατρεύει τα εγγόνια του εντούτοις τα ζώα του είναι πιο σημαντικά, μας φαίνεται παράλογη και αφύσικη, και σίγουρα δεν μας έχει πείσει. Εξάλλου, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι σύμφωνα με την Μ.Υ.5 ο Κατηγορούμενος ασχολείτο και περνούσε χρόνο με τα παιδιά του και το ίδιο ανέφερε η Μ.Υ.6. Επίσης, η Μ.Υ.5 ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος φιλούσε και αγκάλιαζε τα παιδιά του και τους έκανε καμώματα. Για τα εγγόνια βεβαίως και κατά πόσο έπαιζε ο Κατηγορούμενος μαζί τους, παρά τις αναφορές της τελευταίας ότι έπαιζε μαζί τους, εντούτοις εν τέλει τηρήθηκε από μέρους της αντιφατική στάση στην οποία αναφερθήκαμε στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της. Και το ίδιο ισχύει για τον Μ.Υ.2.
Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε επίσης στη μαρτυρία του, ότι την επομένη μέρα που πληροφορήθηκε η Μ.Υ.5 ότι έγινε η καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Μ.Κ.6 για να της ζητήσει να αποσύρει την καταγγελία, λέγοντας της «διότι δεν ξέρω τι θα γίνει». Είναι γεγονός ότι η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με την Μ.Υ.5, όμως η θέση της ως προς τα όσα διημείφθησαν ήταν εντελώς διαφορετική. Της υποβλήθηκε πάντως πως είχε αναφέρει στην Μ.Υ.5 ότι θα τους καταστρέψει. Αυτό που έχει σημασία όμως να τονιστεί εδώ, είναι πως η θέση του Κατηγορούμενου και της υπεράσπισης καταρρίπτεται από το γεγονός ότι η Μ.Υ.5, στην οποία υποτίθεται ανέφερε αυτή τη σοβαρή απειλή, ουδέποτε επιβεβαιώσε κάτι τέτοιο είτε στην κατάθεση της είτε στη δια ζώσης μαρτυρία της. Συνυπολογίζοντας με αυτά και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβαλε ποτέ προηγουμένως σε κάποια κατάθεση του (ούτε στο έγγραφο με τις θέσεις του, το οποίο παρέδωσε στην Αστυνομία κατά τη λήψη της κατάθεσης του ημερ. 21.4.2022 και επισυνάφθηκε σ’ αυτήν) ένα τόσο σοβαρό ισχυρισμό, θεωρούμε πως επιβεβαιώνεται ότι επρόκειτο για άλλη μια εκ των υστέρων σκέψη του Κατηγορούμενου.
Η μαρτυρία του καθίσταται προβληματική έτι περαιτέρω, εάν ληφθεί υπόψη και η θέση που προώθησε ότι ουσιαστικά όπου αναγράφεται ημερομηνία στη δήλωση του ή σε κατάθεση του, δεν τέθηκε από τον ίδιο. Όταν ερωτήθηκε για παράδειγμα σε σχέση με την αναφορά στη δήλωση του ότι περί το τέλος Δεκεμβρίου του 2021 πληροφορήθηκαν από τον Μ.Υ.2 για την καταγγελία (βλ. σελ.2, παρ.7), ανέφερε πως ο ίδιος ανέφερε το γεγονός και την ημερομηνία την έβαλε ο αστυνομικός. Βεβαίως, είναι σαφές ότι ο αστυνομικός δεν είχε καμία σχέση με την ετοιμασία της δήλωσης του, την οποία όπως ανέφερε στην αρχή της κυρίως εξέταση του υπαγόρευσε ο ίδιος στο δικηγόρο του και η οποία διαβάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν του τέθηκε δε ότι η ερώτηση του αφορά τη δήλωση του και όχι κάτι άλλο, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως δεν θυμάται.
Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ερωτώμενος για την αναφορά στη δήλωση του ότι η Μ.Κ.6 τον κατήγγειλε στην Αστυνομία τον Σεπτέμβριο του 2023 (βλ. σελ.3, παρ.11), διερωτήθηκε πως βρέθηκαν οι ημερομηνίες από τη στιγμή που δεν γνώριζε ημερομηνίες και ανέφερε πως δεν τις έγραψε ο ίδιος, και δεν ξέρει ποιος τις έγραψε. Στην ερώτηση δε αν έκανε ο ίδιος τη δήλωση που υιοθέτησε ή κάποιος άλλος, απάντησε επί λέξει «Δεν θυμούμαι, θα φκάλλω την ψυχή μου; Δεν θυμούμαι τι γίνεται.», ενώ στη συνέχεια επέμενε να ισχυρίζεται ότι την εν λόγω ημερομηνία στη δήλωση του την έβαλε ο Μ.Κ.1.
Τελικά, κατέληξε να μας πει ότι εάν υπάρχουν και οποιεσδήπτε ημερομηνίες στις καταθέσεις του, δεν τις έβαλε ο ίδιος αλλά ο Μ.Κ.1. Στο σημείο αυτό αναφέρεται πάντως ότι στον τελευταίο δεν τέθηκε ποτέ τέτοια θέση στην αντεξέταση του για να τοποθετηθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο ίδιος αδυνατεί να δώσει συνεπή και αξιόπιστη εξήγηση ως προς το περιεχόμενο των δηλώσεων και καταθέσεών του, γεγονός που επιβεβαιώνει την πλήρη σύγχυση στη μαρτυρία του.
Ο Κατηγορούμενος όμως δεν προκάλεσε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο μόνον ένεκα των πιο πάνω αλλά και ένεκα της γενικότερης στάσης του ενώ κατέθετε, έναντι της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, με την επιθετική και ειρωνική του στάση. Η ειρωνική διάθεση από μέρους του ήταν διαρκής και προκύπτει από διάφορες εκφράσεις του στο πλαίσιο απαντήσεων που έδωσε[37], ενώ στο τέλος έφτασε στο σημείο να αναφέρει στη συνήγορο με επιθετικό ύφος «Είσαι ψεύτισα, μεγάλη ψεύτισα, τελικά δεν ξέρω τι σου τάξαν, αν νομίζεις ότι θα κάμεις καριέρα με τούτα υπάρχει και Θεός και βλέπει..».
Εν κατακλείδι, θεωρούμε πως δεν θα μπορούσαμε σε καμία περίπτωση να βασιστούμε στη μαρτυρία του για να καταλήξουμε σε ευρήματα επί της ουσίας, θεωρώντας την πλήρως αναξιόπιστη.
Πριν αφήσουμε εντελώς την αξιολόγηση του Κατηγορούμενου, σημειώνουμε πως δεν διέλαθε την προσοχή μας η εισήγηση του συνηγόρου της υπεράσπισης στην αγόρευση του ότι δεν διερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου και ότι η Αστυνομία επέδειξε μια μεροληπτική και μη αντικειμενική στάση απέναντι του. Η συγκεκριμένη θέση του βεβαίως, πέραν του ότι δεν τέθηκε ευθέως στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.8 για να τοποθετηθούν, θεωρούμε πως είναι γενική και αόριστη. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι η Αστυνομία στο πλαίσιο της διερεύνησης της καταγγελίας, του έδωσε την ευκαιρία σε δύο περιπτώσεις να προβάλει τις θέσεις του και μάλιστα την πρώτη φορά παρουσίασε και έγγραφο που ετοίμασε με τις θέσεις του και το οποίο επισυνάφθηκε στην κατάθεση που του λήφθηκε. Ως προς τη μαρτυρία που συλλέχθηκε δε και κατά πόσο αυτή ενίσχυε την εκδοχή του Κατηγορούμενου, αυτό αποτελεί τη δική του εκτίμηση. Η εν λόγω μαρτυρία προφανώς θεωρήθηκε επαρκής από τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το Σύνταγμα καταχώρησε την υπόθεση ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, προκειμένου η μαρτυρία να τύχει αξιολόγησης.
Γ. Νομική Πτυχή
Το άρθρο 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014, έχει ως εξής:
« (4) Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν –
(α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου. »
Με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου:
«παιδί σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών».
«σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται-
(α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή
(β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική».
« θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής περιλαμβάνει –
(α) σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού μεταξύ του θύματος και του προσώπου που διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή …».
«κατάχρηση θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής ή ευάλωτης θέσης περιλαμβάνει την περίπτωση όπου το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση».
«θύμα σημαίνει παιδί σχετικά με το οποίο ξεκινά ή υπάρχει εν εξελίξει διαδικασία σε σχέση με οποιοδήποτε από τα αδικήματα τα οποία περιγράφονται στον παρόντα Νόμο».
Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας ανωτέρω, είναι σαφές πως δεν έχει αποδειχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος συμμετείχε οποτεδήποτε σε σεξουαλική πράξη με την Παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε πάνω της. Συναφώς, αποτελεί κατάληξη μας πως καμία κατηγορία δεν έχει στοιχειοθετηθεί και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει ν’ απαλλαγεί από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Δ. Κατάληξη
Στη βάση των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) …………………………………
Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) …………………………………
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..…………………………..
Ε. Μιντή, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Βλ. πρακτικό ημερ. 4.6.2024, σελ.1-2.
[2] Όπως εξήγησε ετοιμάζονται τρείς ψηφιασκοί δίσκοι για σκοπούς ασφάλειας και συγκεκριμένα αν δεν λειτουργεί κάποιος εξ αυτών, να υπάρχουν οι άλλοι. Το Τεκμήριο 2 αποτελείται από τους δύο ψηφιακούς δίσκους, καθότι ο ένας εκ των τριών ζητήθηκε να παραμείνει στην κατοχή και φύλαξη της Αστυνομίας για σκοπούς ασφάλειας.
[3] Στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της πρώτης ανακριτικής κατάθεσης, καθώς επίσης και δήλωση που είχε παραδώσει ο Κατηγορούμενος.
[4] Έγιναν τέσσερις συναντήσεις με την εξεταζόμενη και συγκεκριμένα στις 8.12.2021, 20.1.2022, 26.1.2022 και 2.2.2022.
[5] Ενώ σε αυτή τη φάση ήταν 5 ετών, φορούσε πιπίλα, έγλυφε τα δάχτυλά της, κάτι που παρατηρείται σε παιδιά πιο μικρής ηλικίας και διατηρούσε πιο βρεφική ομιλία.
[6] Ψηφιακοί δίκοι με την οπτικογραφημένη κατάθεση.
[7] Απομαγνητοφώνηση της οποτικογραφημένης κατάθεσης.
[8] Όνομα Κατηγορούμενου.
[9] Στις 11.10.22, 14.10.22, 19.10.22 και 24.10.22.
[10] Ηλικιακό στάδιο και μη ολοκλήρωση γνωστικών λειτουργιών και των ειδικών γνώσεων σε θέματα που αφορούν τη σεξουαλικότητα και τη γενετήσια συμπεριφορά των ενηλίκων.
[11] Το οποίο αρχικά ήταν Τεκμήριο Α για Αναγνώριση.
[12] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφ 89/2012, ημερ.24.7.2013.
[13] Βλ. σελ. 6, γρ. 8-35 του Τεκμηρίου 3 / 0:13:31-0:14:38 του Τεκμηρίου 2.
[14] Βλ. σελ.8, γρ.17-33 του Τεκμηρίου 3 / 0:18:20-0:19:33 του Τεκμηρίου 2.
[15] Βλ. σελ.5, γρ.6-8, του Τεκμηρίου 3.
[16] Βλ. σελ.5, γρ.19.
[17] Σελ. 7, γρ.6.
[18] Σελ. 7, γρ.8-17.
[19] «Το καθήκον του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που διαπιστώνει ίδιο συμφέρον, όφελος ή κίνητρο, ενεργοποιείται όχι μόνο σε περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας συνεργού και συναυτουργού, εν τη στενή έννοια, όπου και ενυπάρχει ειδικό καθήκον πλήρους και ειδικής προειδοποίησης, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, οι οποίες, αναλόγως βεβαίως του μαρτυρικού υλικού και των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι μάρτυρες ενδεχομένως να διακατέχονται από ιδιοτελή ή αλλότρια κίνητρα, ώστε η μαρτυρία τους χρήζει να αντικριστεί με ιδιαίτερη προσοχή (Αεροπόρος κ.α. ν. Αστυνομίας (1993) 1 Α.Α.Δ. 1778, Petrosyan ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 90 και Ali Abdullah Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/16, 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B447). Όσο μεγαλύτερο το συμφέρον, τόσο μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται (Papachrysostomou v. The Police (1988) 2 C.L.R. 55, Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 482 και Λαζάρου κ.α ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633).
Μάρτυρας που σκοπεύει να εξυπηρετήσει δικό του συμφέρον, θεωρείται πρόσωπο, που παρόλο που δεν χαρακτηρίζεται ως συνεργός τοποθετείται στο μεταίχμιο (Zisimides ν. The Republic (1978) 2 C.L.R. 382, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 14, R. v. Prater [1960] 1 All E.R. 298). Για το ποιος μάρτυρας μπορεί να χαρακτηριστεί ως ύποπτος έχων αλλότρια κίνητρα, παρά το γεγονός ότι δεν εντάσσονται αυστηρώς στην κατηγορία του συνεργού ή συναυτουργού, ποικίλει αναλόγως των γεγονότων της υπόθεσης (Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2012 ed., p. 519 και τις R. v. Beck, 24 Cr.App.R. 221[1] και R. v. Spencer (1987) A.C. 128).»
[20] Χρησιμοποίησε τη λέξη «πίκα».
[21] Όνομα Μ.Υ.2.
[22] Όνομα Παραπονούμενης.
[23] Όνομα Κατηγορούμενου.
[24] Όνομα Κατηγορούμενου.
[25] Και αναφερόμαστε βέβαια στην αναφορά της Μ.Κ.2 ότι κατά την 8.12.2021 της ανέφερε ότι έχει προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία.
[26] Βλ. σελ.2, γρ. 17-28.
[27] βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης v. Δημητρίου κ.α. (2000) 1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410 και Kabbara v. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 177, 189.
[28] Όνομα Παραπονούμενης.
[29] «εάν η μητέρα ισχυρίζεται όσα ισχυρίζεται και δέχθηκε να εκδοθεί αυτό το διάταγμα και ότι εγώ ενώ γνώριζα ότι υπήρχαν αυτοί οι ισχυρισμοί έπαιρνα το παιδί μου στον πατέρα μου για να συνεχίσει την παρενόχληση και ότι οι υπηρεσίες που το γνώριζαν το ανέχτηκαν θα πρέπει να πάμε όλοι Κατηγορούμενοι στο Δικαστήριο»
[30] βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation (2013) 1Α Α.Α.Δ. 438.
[31] Βλ. την υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.147/16 κ.α., ημερ.20.11.19, ECLI:CY:AD:2019:B477 :
«Κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση» εξεταζόταν σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία του μάρτυρα και αναζητείτο ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας εκρίνετο κατ’ αρχήν αξιόπιστος (βλ.Παρμαξής ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 224). Κατά την νεότερη «ορθολογιστική προσέγγιση» δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο (Ττοουλιάς (ανωτέρω) και Attorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] All ER488). Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Ένας εμφανώς αναξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης αλλά η ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει να εξετάζεται πρώτα κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην τελική κρίση της αξιοπιστίας της ύποπτης μαρτυρίας (Ρόπας (ανωτέρω), Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 512).
Εν προκειμένω, το Κακουργιοδικείο δεν ακολούθησε ούτε τον παραδοσιακό, μήτε τον ενιαίο τρόπο προσέγγισης. Δεν εκτίμησε σε πρώτο στάδιο την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση», αλλά ούτε αξιολόγησε τη μαρτυρία αυτή κατά τρόπο ενιαίο, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, κατά την «ορθολογιστική προσέγγιση». Κατά πρωθύστερο τρόπο έθεσε, ως άνω, εκ προοιμίου τη μαρτυρία που θεώρησε ως ενισχυτική και μάλιστα, με τον ισχυρό τρόπο που το έπραξε. Σημειώνουμε ότι το ίδιο σφάλμα εντοπίστηκε και στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως με τον τρόπο αυτό «ελλοχεύει ο κίνδυνος μεταφοράς μιας αίσθησης ενοχής εξαιτίας της ενισχυτικής μαρτυρίας.»»
[32] Βλ. το άρθρο 9 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 και Σ.Σ. κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).
[33] Η συγκεκριμένη υπόθεση μνημονεύθηκε και στην Ποιν.Έφ.164/2016, Ali Abdullah Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, ημερ.6.12.2017, όπου διαπιστώθηκε σφάλμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο αποδέκτηκε εξ ακοής μαρτυρία χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση της βαρύτητας της. Στην εν λόγω υπόθεση, έγινε σημειωτέον αναφορά και στις αποφάσεις Delta v. France (1993) 16 EHRR 574 και Saidi v. France (1994) 17 EHRR 251, του ΕΔΔΑ, όπου «αποφασίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6(1) της ΕΣΔΑ κατά το ότι, η καταδικαστική (εθνική) απόφαση, είχε στηριχθεί κατά κύριο λόγο σε γραπτές καταθέσεις μαρτύρων που δεν παρουσιάστηκαν για αντεξέταση και οι οποίες συνιστούσαν τη μοναδική ή την κύρια μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου, με τρόπο που επηρεαζόταν ο πυρήνας του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη.»
[34] Βλ. σελ.7 της αγόρευσης.
[35] Βλ. σελ. 4 της αγόρευσης της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής (ήτοι τις τελευταίες τρείς γραμμές της μεγάλης παραγράφου, πριν τον τίτλο «Η δια ζώσης μαρτυρία της παραπονούμενης» και σελ.41 (δύο πρώτες παραγράφους).
[36] Ιδίως όταν έγινε η αρχική καταγγελία που ήταν 3 χρονών.
[37] Βλ. μεταξύ άλλων, «Εντάξει, εν τζιαι μυρίζουμε τα νύσια μου..», «Εντάξει, αν εμπορούσα να βάλω την τζεφαλή μου να μου την κόψεις είσιεν να μου την κόψεις, τούτο μας ενοχλεί τώρα;», «τζιαι εγώ λαλώ σου τζιείνα που έζησα τζαι άκουσα, αν εσύ είσαι ευχαριστημένη καλώς, αν δεν είσαι ευχαριστημένη δεν μπορώ να σου πω κάτι άλλο», «Βάλτε ντετέκτιβ να με παρακολουθά», «Δεν πειράζει, όπως νομίζεις για να σε διευκολύνω», «Ε είμαι χαντός» και «Κάμεις πολλά σενάρια μέσα στον νου σου».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο