Δημοκρατία ν. Χ.Α., Αρ. Υπόθεσης: 2389/23, 13/3/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Χ.Α., Αρ. Υπόθεσης: 2389/23, 13/3/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ:      N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

                           Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

                           Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης: 2389/23

 

Δημοκρατία

 

ν.

 

Χ.Α.

Κατηγορουμένου

 

Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2026

Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Ευαγγέλου

Κατηγορούμενος παρών

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος σε 15 συνολικά κατηγορίες, ως ακολούθως:

 

·       Οκτώ κατηγορίες βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορίες 1, 3-5 και 7-10, συμπεριλαμβανομένων),  

·       Μία κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης κατά παράβαση του άρθρου 146Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 2),

·       Μία κατηγορία άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 11),

·       Μία κατηγορία κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 12),

·       Δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορίες 13 και 14), 

·       Μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παρενοχλητικής παρακολούθησης, κατά παράβαση του άρθρου 4(1)(2) του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, Ν.114(Ι)/2021 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021  (Κατηγορία 15) και

·       Μία κατηγορία παράνομης κατοχής αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου κατά παράβαση του άρθρου 25 του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν. 113(I)/2004 (Κατηγορία 16).

 

Α. Γεγονότα

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης εμφαίνονται στην τελική απόφαση ημερομηνίας 20.02.26 και δεν προτιθέμεθα να τα επαναλάβουμε στο σύνολο τους.

 

Αρκούμαστε να σημειώσουμε πως σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Παραπονούμενη, η οποία κατάγεται από τη Σιέρα Λεόνε και ήρθε στην Κύπρο κατά το 2021, αιτούμενη την παραχώρηση ασύλου, είχε γνωρίσει τον Κατηγορούμενο περί τα τέλη Απριλίου του 2023 και σταδιακά ανέπτυξαν ερωτική σχέση, η οποία κατέληξε σε αρραβώνα.

 

Πιο συγκεκριμένα, περί τα τέλη Απριλίου του 2023 καθώς περπατούσε για να μεταβεί από το διαμέρισμα της στην εργασία της, ο Κατηγορούμενος που την είχε δει να περπατά, σταμάτησε το όχημα του δίπλα της και την ρώτησε αν γύρευε δουλειά, με την ίδια να του απαντά θετικά, αποδεχόμενη την πρόσκληση του να μπει στο αυτοκίνητο του για να την πάρει να δει τα διαμερίσματα στα οποία της είπε ότι θα μπορούσε να εργοδοτηθεί, νομιζόμενη πως οι προθέσεις του ήταν αγνές και πως ήθελε να τη βοηθήσει. Ενώ βρισκόταν στο όχημα του, σε κάποια στιγμή αντελήφθη πως, αντί ο Κατηγορούμενος να κατευθύνεται προς κάποιο ξενοδοχείο ή διαμερίσματα, οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο, οπότε τον ρώτησε που πήγαιναν με τον τελευταίο να τη διαβεβαιώνει πως εκεί που θα πήγαιναν δεν ήταν μακριά.   Κατά τη διαδρομή, την ρώτησε «if Ι give you twenty euro you will have sex with me, αυτή του απάντησε αρνητικά και παρόλα αυτά ο Κατηγορούμενος άρχισε να αγγίζει το δεξί της χέρι, λέγοντας της «give me your pussy, give me your pussy» και ακολούθως άρχισε να την αγγίζει με το αριστερό του χέρι στα γεννητικά της όργανα, πάνω από το τζιν, με την ίδια να διώχνει το χέρι του και τον τελευταίο να προσπαθεί να βάλει το χέρι του μέσα στο παντελόνι (κατηγορία 11). Τον απείλησε πως θα καλούσε το αφεντικό της και θα κατέβαινε από το αυτοκίνητο, οπόταν ο ίδιος φοβήθηκε και την πήρε πίσω στο διαμέρισμα της, ήταν ιδιαίτερα απολογητικός, αναφέροντας της πως του άρεσε αλλά δεν ήξερε πως να της το εκφράσει, με αποτέλεσμα η ίδια, έχοντας πειστεί ότι επρόκειτο για μια εκτός του χαρακτήρα του συμπεριφορά, όταν της ζήτησε να του δώσει τον αριθμό τηλεφώνου της, αυτή του τον έδωσε.   

 

Κατά τις επόμενες δύο με τρεις βδομάδες ανέπτυξαν αρχικά, φιλική σχέση, η  οποία εξελίχθηκε σε ερωτική περί τις 2-3 βδομάδες μετά, οπόταν είχαν την πρώτη τους σεξουαλική επαφή. Η σχέση τους στην αρχή ήταν καλή με τον Κατηγορούμενο να της συμπεριφέρεται καλά και να νοιάζεται για την ίδια, δείχνοντας της πως την αγαπά, αισθήματα τα οποία έτρεφε και η ίδια προς το πρόσωπο του.  Κατά το ίδιο διάστημα η Παραπονούμενη είχε υποβληθεί σε εργαστηριακές εξετάσεις στην εργασία της, από τις οποίες διαφάνηκε πως έπασχε από ηπατίτιδα, γεγονός το οποίο ο Κατηγορούμενος το πληροφορήθηκε αρχικά από την ίδια ενώ για το ίδιο ζήτημα ενημερώθηκε ακολούθως και από την Μ.Κ.2, υπεύθυνη της εργασίας της Παραπονούμενης στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν.

 

Ωστόσο συνέχισαν να έχουν σεξουαλικές επαφές χωρίς προφυλάξεις, έχοντας  μάλιστα κατά νου και την προοπτική να τεκνοποιήσουν, εξ ου και επισκέφθηκαν συγκεκριμένο γυναικολόγο για να λάβουν πληροφορίες ως προς την μετάδοση της ασθένειας στο έμβρυο. Την ίδια περίοδο βέβαια σημειώθηκε και ένα επεισόδιο όπου ο Κατηγορούμενος μετέβη στην εργασία της Παραπονούμενης και απαιτούσε να την δει, δημιουργώντας φασαρία μέχρι που η τελευταία κατέβηκε κάτω και μίλησαν και επέλυσαν το θέμα.  Έκτοτε ο Κατηγορούμενος μετέβαινε πολύ συχνά στο γραφείο της Μ.Κ.2, για να ρωτήσει που είναι η Παραπονούμενη.  Όμως όσο και αν είχε αρχίσει ήδη να δείχνει κάποια σημάδια ζήλιας, η ίδια η Παραπονούμενη δεν τα  θεωρούσε σε εκείνο το αρχικό στάδιο και τόσο μεγάλο πρόβλημα, παρόλο που ήταν κάπως φοβισμένη, αφού φαίνεται πως θεωρούσε θεμιτό να υπάρχουν κάποια επίπεδα ζήλιας στην αρχή μιας σχέσης.

 

Κατά το ίδιο διάστημα διέμειναν για περίπου 2-3 βδομάδες στην οικία της μητέρας του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.3) στην επαρχία Λάρνακας με πρόθεση να μετακομίσουν τελικώς στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι, πράγμα το οποίο πράγματι επιχείρησαν να πράξουν μετά από την πάροδο του πιο πάνω διαστήματος. Όταν ωστόσο έμειναν ένα βράδυ εκεί και η Παραπονούμενη είδε την κατάσταση του σπιτιού του Κατηγορουμένου, του είπε ότι δεν μπορούσε να διαβιώσει σε εκείνο το μέρος και ότι θα πήγαινε στο διαμέρισμα της στην Αγία Νάπα, όπου του εξήγησε ότι δεν θα μπορούσε να διαμείνει ο ίδιος, λόγω του ότι εκεί διέμενε και η Μ.Κ.3 (συνάδελφος της).  Κατά την επιστροφή τους στην Αγία Νάπα, την είχε ρωτήσει εάν θα περνούσαν μαζί χρόνο σε κάποιο ξενοδοχείο αλλά όταν η ίδια του ζήτησε να την μεταφέρει στο διαμέρισμα της επειδή ήταν κουρασμένη, ο Κατηγορούμενος θύμωσε και άρχισε να οδηγεί το αυτοκίνητο του κατά τρόπο επικίνδυνο μέχρι που έφτασαν έξω από κάποια εκκλησία στην Αγία Νάπα, οπόταν και σταμάτησε το όχημα, την κατέβασε κάτω, της έφτυνε και της φώναζε πως θα την καταστρέψει και πως εάν καλούσε την Αστυνομία θα τη σκότωνε, κρατώντας την από το σβέρκο και λέγοντας της πως είναι «ο αρχηγός της μαφίας». Την έσυρε μέσα στο αυτοκίνητο ξανά και την μετέφερε στο σπίτι της μητέρας του, όπου εξακολουθούσε να φωνάζει και να λέει πράγματα στην μητέρα του για την ίδια. Τότε, η μητέρα του, την έδιωξε από το σπίτι, η ίδια μετέβη ξανά στο αυτοκίνητο με την μητέρα του να την προσεγγίζει όταν βγήκε έξω από το σπίτι και να τη χαστουκίζει στο πρόσωπο.

 

Το ίδιο βράδυ ο Κατηγορούμενος είχε τηλεφωνήσει και στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου που την εργοδοτούσε και της είπε ότι (η Παραπονούμενη) έχει ηπατίτιδα καλώντας την να την απολύσει γι’ αυτό τον λόγο, γεγονός που της προκάλεσε επιπρόσθετο φόβο, κάνοντας την αντιληφθεί ότι ήταν ικανός να υλοποιήσει τις απειλές που είχε εκστομίσει λίγο πριν έναντι της.

Από εκείνο το βράδυ, η ίδια ξεκίνησε να μην θέλει να έχει οποιεσδήποτε επαφές με τον Κατηγορούμενο και να τον μισεί, αφού αντελήφθη πως δεν ήταν καλός άνθρωπος. Εξ ου και όταν επιχείρησε να της ζητήσει συγγνώμη η ίδια του είπε πως δεν θα τον συγχωρούσε.  Όταν δε ο Κατηγορούμενος αντελήφθη πως δεν θα τον συγχωρούσε και πως δεν θα ήταν μαζί ξανά, άρχισε να της φωνάζει και να την απειλεί ότι θα έλεγε σε όλους για την αρρώστια της, ότι θα το κοινοποιούσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Τικ Τοκ και ότι θα έλεγε στην αστυνομία να ελέγξει το «Chrysomare» επί τω ότι εργοδοτεί προσωπικό με ηπατίτιδα και ότι θα της κατέστρεφε τη ζωή και ότι είχε τρόπο να την κρατήσει σιωπηλή.  Ακόμα την απειλούσε πως αν δεν κάνει ό,τι αυτός της έλεγε, θα την σκότωνε. Την απειλούσε μέσω κλήσεων, ηχητικών αλλά και γραπτών μηνυμάτων. Ενδεικτικά ανέφερε εκφράσεις όπως ''πουτάνα θα σε σκοτώσω'', ''θα σε κάνω να σιωπήσεις'', ''πουτάνα θα σε καταστρέψω'', ''θα πω σε όλους για την αρρώστια σου'' (κατηγορία 13). Επίσης, αν δεν απαντούσε το τηλέφωνο πήγαινε έξω από το ξενοδοχείο και άρχιζε να φωνάζει στο τηλέφωνο «Ra poutana, bitch if you dont come down in five minutes I will go straight to the reception and cause problems and tell everybody who you are». Πολλές φορές δε, στεκόταν έξω στο δρόμο είτε την ώρα που πήγαινε το πρωί στην εργασία της, είτε που σχόλανε και πολλές φορές κατέβαινε και την έψαχνε στο ξενοδοχείο, ενώ σε μια περίπτωση προσπάθησε να βγει και πάνω στους ορόφους αλλά τον είδαν άλλοι υπάλληλοι του ξενοδοχείου και τον κατέβασαν κάτω. Ανάλογη συμπεριφορά επεδείκνυε και πλησίον του διαμερίσματος της. Πέραν τούτου επικοινωνούσε με άτομα που της έκαναν “like” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργώντας στην Παραπονούμενη άγχος που την οδήγησε να κλείσει συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ως προς το ότι δεν προέβη σε καταγγελία στο στάδιο αυτό εξηγήσαμε εκτενώς στην τελική απόφαση για ποιο λόγο αποτέλεσε κατάληξη μας πως στην πραγματικότητα, η στάση αυτή που τήρησε συνήδε και εντάσσετο πολύ φυσιολογικά  στο όλο πλαίσιο των γεγονότων που εξιστόρησε αλλά και στο προφίλ της ίδιας, ως άτομο πολύ χαμηλής κοινωνικοικονομικής κατάστασης που βρισκόταν στην Κύπρο χωρίς οποιοδήποτε υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον και χωρίς άλλους οικονομικούς πόρους πέραν των όσων της εξασφάλιζε η εργασία της.  Εργασία η οποία όμως διακυβευόταν και αυτή ως εκ των απειλών του και μαζί μ’ αυτήν και η διαμονή της, αφού στεγαζόταν σε διαμερίσματα που ανήκαν στους εργοδότες της.    

 

Αποτέλεσε επομένως εύρημα μας πως ο Κατηγορούμενος μη μπορώντας να δεχθεί πως θα χώριζαν και αφετέρου θέλοντας να γνωρίζει συνεχώς πού ήταν (η Παραπονούμενη) και τι έκανε αλλά και να του απαντά στα μηνύματα του, ανέπτυξε μια προοδευτικά επιδεινούμενη εμμονική συμπεριφορά προς αυτήν, με αποτέλεσμα η τελευταία να αναγκαστεί να διατηρεί ένα κλίμα ώστε να τον κατευνάζει προκειμένου να μην της δημιουργεί προβλήματα στη ζωή της, αφού επρόκειτο για μια κοπέλα μόνη της στην Κύπρο, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο ή συγγενείς κοντά της, με τη διαμονή της να εξαρτάται, ως ήδη αναφέραμε, άμεσα από την εργασία της, η οποία ήταν και αυτή με τη σειρά της η πηγή του εισοδήματος της.  Αντάλλασσε δε για τους παραπάνω λόγους μηνύματα με τον Κατηγορούμενο δείχνοντας του μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, φαινομενικά πως τον αγαπά για να μην της δημιουργεί άλλα προβλήματα, γεγονός που οδήγησε τον Κατηγορούμενο στο να πιστεύει πως «η σχέση τους» συνεχιζόταν.  Κατά την πιο πάνω περίοδο, της ζητούσε επίμονα σεξ και έλεγε στον κόσμο ότι δεν έκανε σεξ μαζί του, ότι δεν τον αγκάλιαζε και δεν τον φιλούσε.   

 

Η ίδια προσπαθούσε όσο μπορούσε να τον αποφεύγει λέγοντας για παράδειγμα στην Μ.Κ.3 να του πει, όταν πήγαινε και την αναζητούσε στο διαμέρισμα της, ότι κοιμάται ή ότι πονάει το κεφάλι της, με τον ίδιο να εισέρχεται εντός του διαμερίσματος για να ελέγξει αν όντως η τελευταία κοιμόταν.  Ανάλογες οδηγίες είχε δώσει και στην Μ.Κ.2 λέγοντας της να μην του λέει πότε έχει «off» από την εργασία της. Τα πιο πάνω και η εν γένει συμπεριφορά του Κατηγορούμενου αποτέλεσε εύρημα μας πως είχαν προκαλέσει στρες στην Παραπονούμενη, η οποία δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, τον φοβόταν, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ενώ έκλαιγε συνεχώς και δεν ήθελε να μιλήσει ενώ πάντα κοίταζε ότι οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν κλειστά και ασφαλισμένα, έχοντας αντιληφθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν κάτοχος κλειδιού του διαμερίσματος της, το οποίο δεν του έδωσε η ίδια και το οποίο χρησιμοποιούσε για να εισέλθει στο διαμέρισμα της χωρίς η ίδια να τον έχει καλέσει.    Μέσα σε αυτό πλαίσιο έλαβαν χώρα και τα οκτώ περιστατικά βιασμών της, με τον τρόπο που λεπτομερώς καταγράφεται στην τελική μας απόφαση.

Πιο συγκεκριμένα, την πρώτη φορά, ο Κατηγορούμενος, περί τον Ιούλιο του 2023, πήγε στο διαμέρισμα της Παραπονούμενης και μπήκε μέσα με το κλειδί που είχε στην κατοχή του, ξάπλωσε δίπλα της λέγοντας της πως την αγαπά με την ίδια να τον ρωτά πού βρήκε το κλειδί. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να αρχίσει να της φωνάζει και να την σπρώξει στο κρεβάτι ανάσκελα, να καθίσει πάνω στην κοιλιά της βάζοντας το στόμα του πάνω στο δικό της, με την ίδια να αντιστέκεται και να στρέφει το κεφάλι της στο πλάι. Κατόρθωσε να τον σπρώξει μακριά της, γρονθοκοπώντας και κλωτσώντας τον, πλην όμως επειδή ήταν πιο δυνατός επέμενε να έρχεται πάνω της.  Ενώ μάλωναν, το αφρικανικό ρούχο που φορούσε η Παραπονούμενη άνοιξε και έμεινε γυμνή, αφού δεν φορούσε εσώρουχο και ενώ βρισκόταν γυμνή ο Κατηγορούμενος άρχισε να αγγίζει το στήθος της, με την ίδια να τον καλεί να σταματήσει, αναφέροντας του πως δεν της άρεσε αλλά αντί να σταματήσει, συνέχισε να την αγγίζει στο στήθος και συνέχισε αγγίζοντας το αιδοίο της, βάζοντας το δάκτυλο του μέσα της (κατηγορία 2), παρόλο που του έλεγε να σταματήσει και παρόλο που καταλάβαινε πως δεν ήθελε, επειδή τον φοβόταν. Της άνοιξε τα πόδια με τα χέρια του και έβαλε το πέος του μέσα στον κόλπο της και ενώ είχε το πέος του μέσα της την αποκαλούσε «πουτάνα, είσαι πουτάνα» με την ίδια να αντιστέκεται φωνάζοντας, σπρώχνοντας και χαστουκίζοντας τον.  Συνέχισε να κάνει σεξ μαζί της για 10-15 λεπτά, χωρίς να εκσπερματίσει και σταμάτησε εν τέλει, όταν  πήγε στην τουαλέτα και για να πιει νερό, οπόταν η ίδια βρήκε την ευκαιρία και φόρεσε τα ρούχα της (κατηγορία 1).  Επανήλθε, λέγοντας της ότι ήθελε σεξ, με την ίδια να αρνείται οπόταν την έπιασε από τον λαιμό με τα δυο του χέρια απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει και θα της καταστρέψει τη ζωή ενώ επίσης της τραβούσε τα μαλλιά και την πετούσε στο πάτωμα (κατηγορίες 12 και 14).  Όταν η Παραπονούμενη βρήκε την ευκαιρία έτρεξε έξω από το σπίτι, με τον Κατηγορούμενο να την ακολουθεί, μη μπορώντας να την φτάσει.

 

Κατά το δεύτερο και τρίτο περιστατικό (που αφορούν οι κατηγορίες 3 και 4), τα οποία έλαβαν χώρα στη δική του οικία αποτέλεσε κατάληξη μας ότι η Παραπονούμενη προσπάθησε να αντισταθεί, τον έσπρωχνε αλλά αυτός της έκλεινε με το χέρι το στόμα της ενώ στο τέλος όταν τελείωσε της φώναζε επειδή ήταν στεγνή λέγοντας της ότι από αυτό κατάλαβε ότι δεν τον ήθελε, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι

 

αντιλαμβανόταν πως η ίδια δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή κατά τον χρόνο που αυτή λάμβανε χώρα.

 

Ως προς το τέταρτο περιστατικό (κατηγορία 5), αποτέλεσε κατάληξη μας πως ο Κατηγορούμενος εισήλθε με το κλειδί που είχε, στην οικία της και όταν αυτή του ζήτησε τον λόγο, της ανέφερε πως, όπως η ίδια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία έτσι και ο ίδιος είχε δικαίωμα να εισέλθει στην οικία της παράνομα, ενώ όταν η ίδια του ανέφερε ότι θα ενημερώσει τους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος ότι έχει παράνομα κλειδί, αυτός τη χαστούκισε, αυτή έπεσε στο κρεβάτι και της είπε «Θα σε γαμήσω».  Ό,τι ακολούθησε ήταν πως ήρθε από πάνω της, κράτησε τα πόδια της ανοικτά και ξεκίνησε να την γλύφει και εισχώρησε με τη βία το πέος του μέσα της. Επεξήγησε δε παραστατικά πώς προσπαθούσε μάταια να τον απομακρύνει σπρώχνοντας τον. 

 

Κατ’ ανάλογο τρόπο επεσυνέβη και το έκτο περιστατικό (κατηγορία 7) το οποίο έλαβε και πάλιν χώρα στο διαμέρισμα της στο οποίο ο Κατηγορούμενος εισήλθε και πάλιν χωρίς τη συναίνεση της με το κλειδί που είχε.  Καθώς ήταν στο δωμάτιο της και προσευχόταν, ο Κατηγορούμενος άρχισε να της στέλνει μηνύματα και να την ρωτά γιατί δεν του μιλά. Ακολούθησε μεταξύ τους διαπληκτισμός, με τον Κατηγορούμενο να φεύγει αρχικά και έπειτα από λίγο να επιστρέφει και να της φωνάζει «Ρα πουτάνα, ξέρω γιατί τα κάνεις αυτά, δεν θέλεις να περάσεις χρόνο μαζί μου, γι’ αυτό βρίσκεις δικαιολογίες». Όταν του είπε πως οι πράξεις του είναι εγκληματικές, την χαστούκισε, την έσπρωξε στο κρεβάτι και  έκαναν σεξ χωρίς τη συγκατάθεση της.  Όταν τελείωσε της ζήτησε να ξανακάνουν σεξ επειδή όπως της είπε το ρεπό της είναι δικό του για να περνά χρόνο μαζί του. Η ίδια βρήκε την ευκαιρία και έφυγε από το δωμάτιο, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να την κυνηγά γύρω από το κτήριο. 

 

Τα τελευταία τρία περιστατικά έλαβαν χώρα στη Μαρίνα Αγίας Νάπας (Κατηγορίες 8, 9 και 10). Σε σχέση με αυτά αποτέλεσε εύρημα μας ότι η Παραπονούμενη μετέβη στη Μαρίνα γνωρίζοντας πως επίκειτο σεξουαλική επαφή.  Βέβαια αποτέλεσε επίσης κατάληξη μας πως δεν επιθυμούσε την σεξουαλική επαφή αλλά συμφώνησε να πάει εκεί, επειδή ακριβώς τελούσε υπό τον φόβο που της είχε δημιουργήσει ο ίδιος σε σχέση με το τι θα συνέβαινε αν δεν πήγαινε ή αν δεν συμφωνούσε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του.  Μάλιστα φαίνεται να ήταν η ίδια που πρότεινε και τον χώρο ακριβώς επειδή ένεκα του φόβου που αισθανόταν δεν ήθελε να συνουσιαστεί μαζί του σε ένα ιδιωτικό μέρος φοβούμενη τι μπορούσε να της έκανε και επέλεξε τη Μαρίνα ως μέρος όπου υπήρχαν άνθρωποι έτσι ώστε αν κινδύνευε να μπορούσε να φωνάξει. 

 

Ως προς το γιατί τελούσε υπό το κράτος φόβου όταν συμφώνησε να μεταβεί στη Μαρίνα, σχετικά είναι τα ευρήματα μας σε σχέση με την επίμονη και πιεστική συμπεριφορά του μέσω επανειλημμένων μηνυμάτων ή κλήσεων, παρουσία στο χώρο εργασίας της και πρόκλησης αναστάτωσης αλλά ακόμα και προσέλευση του στο χώρο διαμονής της με την ίδια πρόθεση, για ένα μεγάλο διάστημα από Ιούλιο του 2023 και εντεύθεν.  Ενδεικτικό των πιο πάνω  μάλιστα είναι περιστάσεις του ένατου περιστατικού ημερ. 15.9.23 (κατηγορία 9), όπου είχε προηγηθεί τσακωμός και μετάβαση του ίδιου στο διαμέρισμα της προτού η ίδια συμφωνήσει να τον ακολουθήσει στη Μαρίνα αισθανόμενη, όπως και η ίδια ανέφερε, πως δεν είχε άλλη επιλογή για να αποφύγει την αλλοπρόσαλλη, πειστική και δυνητικά επικίνδυνη συμπεριφορά και αναστάτωση που θα μπορούσε να προκαλέσει.   

 

Όσο όμως και αν φαινομενικά είχε συμφωνήσει να πάει υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, επειδή ακριβώς δεν ήθελε την επαφή μαζί του, κατά την εξέλιξη των περιστατικών αυτών ήταν εμφανές εκ των αντιδράσεων της πως δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή μαζί του. Κάτι που και ο ίδιος αντιλαμβανόταν χωρίς ωστόσο να σταματήσει, αλλά αντίθετα έχοντας πάντα ως μέλημα του «να τελειώσει» συνέχιζε.   Και παραπέμπουμε προς τούτο στην περιγραφή των περιστατικών στο πλαίσιο της τελικής μας απόφασης.

 

Δύο ημέρες μετά το τελευταίο περιστατικό ήτοι στις 17.9.23, ο Κατηγορούμενος ενόσω τη μετέφερε στην εργασία της, ξεκίνησε να παραπονείται πως σταμάτησε να τον αγαπά και ότι τον άφησε να κοιμηθεί στο αυτοκίνητο το προηγούμενο βράδυ και αφότου την άφησε στην εργασία της, ξεκίνησε να της αποστέλλει μηνύματα και να της τηλεφωνεί όλη την ώρα.  Της ζητούσε να του επιστρέψει το ρολόι του το οποίο της είχε κάνει δώρο και έμεινε έξω από το ξενοδοχείο και την περίμενε για να πάει εκεί. Η Παραπονούμενη, φοβούμενη κάλεσε την υπεύθυνη της (την Μ.Κ.2), ζητώντας τη βοήθεια της. Αργότερα, την ίδια μέρα όταν σχόλασε από την εργασία της, αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να την ακολουθεί επίμονα και να την κυνηγά με το όχημα του για να την χτυπήσει, οπότε πήρε τηλέφωνο την Μ.Κ.2 η οποία τη συμβούλευσε να πάρει τηλέφωνο την Αστυνομία, όπως και έπραξε. Μέχρι να καταφθάσει η Αστυνομία μαζεύτηκαν γύρω της τουρίστες, ενώ κατέφθασε επί τόπου και η αστυνομία με την οποία ο Κατηγορούμενος δεν συναντήθηκε αφού είχε φύγει.

 

Ακολούθησε η υποβολή καταγγελίας από μέρους της Παραπονούμενης στην Αστυνομία, η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου και η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος στις 21.9.23, όταν μέλη της τροχαίας Αμμοχώστου ανέκοψαν για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής ΝΚΗ 811, στο οποίο επέβαινε ο Κατηγορούμενος ως επιβάτης στο πίσω κάθισμα. Κατά την διενέργεια ελέγχου στο πιο πάνω όχημα εντοπίστηκαν δίπλα από το σημείο που καθόταν ο Κατηγορούμενος, ένα μεταλλικό πτυσσόμενο ρόπαλο και μια συσκευή εκτόξευσης επιβλαβών αερίων μάρκας «Nato», χρώματος πράσινου με κόκκινο. Η πιο πάνω συσκευή, η οποία στάλθηκε στο Γενικό Χημείο του Κράτους για να εξεταστεί ως προς το κατά πόσο εμπεριείχε την ουσία «Nonivamide», κατέδειξε θετικό αποτέλεσμα στην εν λόγω ουσία, η οποία με βάση την επεξήγηση του Χημείου, «είναι επιβλαβής χημική ουσία, δηλαδή ουσία η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει αναστρέψιμη ή μη αναστρέψιμη βλάβη. Το Novivamide ανήκει στην κατηγορία των δακρυγόνων ουσιών (tear-gas) και εμπίπτει στον Ν. 113(Ι)/21, που προνοεί για την απόκτηση, κατοχή, μεταφορά και εισαγωγή πυροβόλων όπλων και μη πυροβόλων όπλων και για συναφή θέματα, Μέρος V, άρθρο 25» (κατηγορία 16).

 

Ως προς την κατηγορία 15, αρκεί να αναφερθεί ότι ο Κατηγορούμενος, από τον Ιούλιο του 2023 και εντεύθεν μέχρι την καταγγελία στην Αστυνομία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, σε πολλές περιπτώσεις και επί καθημερινής σχεδόν βάσης διέμενε κάτω από την οικία της (Παραπονούμενης) πολλά βράδια, περιφερόταν γύρω από το χώρο διαμονής αλλά και τον χώρο εργασίας της για να την παρακολουθεί και να γνωρίζει τι κάνει και πού βρίσκεται ανά πάσα στιγμή αλλά και για να έρθει σε επαφή μαζί της όταν πήγαινε ή έφευγε από τους εν λόγω χώρους ενώ όταν δεν του απαντούσε δεν δίσταζε να μεταβαίνει στην εργασία της αναζητώντας την και δημιουργώντας φασαρία, ενώ σε μια περίπτωση μάλιστα ανέβηκε και πάνω στους ορόφους για να αναγκαστούν να τον κατεβάσουν μέλη του προσωπικού. Για τον ίδιο σκοπό δηλαδή για να την παρακολουθεί και να γνωρίζει τι κάνει και που βρίσκεται εισερχόταν στον χώρο διαμονής της Παραπονούμενης χωρίς τη θέληση της. Πέραν τούτου επικοινωνούσε με άτομα που της έκαναν “like” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργώντας στην Παραπονούμενη άγχος που την οδήγησε να κλείσει συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. 

 

Τέλος, ως λέχθηκε, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με εννέα προηγούμενες καταδίκες ως ακολούθως:

 

1.    Στην ποινική υπόθεση με αρ. 4896/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, η οποία αφορούσε μια κατηγορία διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός και δύο κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας, αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τον Νοέμβριο του 1995 και για τα οποία του επιβλήθηκαν στις 12.9.96, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των τριών ετών.  

 

Στα πλαίσια της ως άνω υπόθεσης, λήφθηκαν υπόψη, άλλες τέσσερις υποθέσεις, ήτοι η ποινική υπόθεση 2428/96 (Ε.Δ. Λάρνακος), που αφορούσε  τα αδικήματα της απόδρασης από νόμιμη κράτηση και της κακόβουλης ζημιάς, η 15516/96 (Ε.Δ. Λάρνακος), που αφορούσε το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, η 875/96 (Ε.Δ. Λάρνακος), που αφορούσε το αδίκημα της δημόσιας βλάβης καθώς και έξι κατηγορίες διαρρήξεων και κλοπών και η 647/95 (Ε.Δ. Λάρνακος), που αφορούσε τα αδικήματα της απόπειρας διάρρηξης κατοικίας και της διάρρηξης κατοικίας.

 

2.    Στην ποινική υπόθεση με αρ. 6107/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος η οποία αφορούσε τα αδικήματα της κλοπής, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, τα οποία διαπράχθηκαν την 01.05.1999 και για τα οποία του επιβλήθηκαν στις 22.12.2000, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 5 ετών.

 

3.    Στην ποινική υπόθεση με αρ. 1996/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και της κλοπής με τέχνασμα, αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 1.4.2013 – 31.5.2013 και για τα οποία του επιβλήθηκαν στις 26.2.2018 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 12 μηνών.   Στην υπόθεση αυτή λήφθηκαν υπόψη και 4 άλλες υποθέσεις.

 

4.    Στην ποινική υπόθεση 1572/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε αδίκημα κατά παράβαση του περί Λοιμοκαθάρσης Νόμου, Κεφ.260, το οποίο διαπράχθηκε κατά τον Απρίλιο του 2020 και για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή προστίμου €350 κατά την 22.10.20.

 

5.    Στην ποινική υπόθεση 2666/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε αδίκημα κατά παράβαση του περί Λοιμοκαθάρσης Νόμου, Κεφ. 260, το οποίο διαπράχθηκε κατά τον Απρίλιο του 2020 και για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή προστίμου €450 κατά την 16.12.20.

 

6.    Στην ποινική υπόθεση 8775/16, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, της κλοπής κεφαλαίων που κατέχονται δια εντολής, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου του 2014 και για τα οποία του επιβλήθηκαν στις 9.6.21 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 18 μηνών.

 

7.    Στην ποινική υπόθεση 1573/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της κατοχής επιθετικού οργάνου και κατοχής αντικειμένου  κατασκευασμένου για εκκένωση ή εκτόξευση επιβλαβούς αερίου ή υγρού, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 23.04.2020 και για τα οποία του επιβλήθηκαν στις 14.06.2021, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 30 ημερών.

 

8.    Στην ποινική υπόθεση με αρ. 910/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία αφορά τα αδικήματα της χρήσης ναρκωτικών τάξεως Α και της κατοχής σκευών για την λήψη ναρκωτικών, ως επίσης και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, για τα οποία επιβλήθηκαν στις 11.04.2023, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 40 ημερών, η εκτέλεση των οποίων αναστάλθηκε για περίοδο τριών ετών.

 

9.    Στην ποινική υπόθεση 8845/20, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία αφορούσε το αδίκημα της δημόσιας βλάβης, το οποίο διαπράχθηκε στις 17.3.20 και για το οποίο του επιβλήθηκε στις 28.8.24 ποινή προστίμου €850.

 

Β. Αγορευση προς Μετριασμό

 

Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την ειλικρινή μεταμέλεια και απολογία του αλλά και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως περαιτέρω αναπτύχθηκαν από τον ίδιο με την αγόρευση του, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στα δύσκολα παιδικά χρόνια που βίωσε καθώς και στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια αλλά και στη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε.

 

Γ. Νομική Πτυχή

 

Για το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ. 154 και το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης κατά παράβαση του άρθρου 146Α, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου.

 

Για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151, το αδίκημα της παρενοχλητικής παρακολούθησης, κατά παράβαση του άρθρου 4(2) του Ν.114(Ι)/2021, όπως επίσης για το αδίκημα της κατοχής αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου, κατά παράβαση του άρθρου 25 του Ν.113(Ι)/2004, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 έτη. Για τα δύο τελευταία αδικήματα,

 

προβλέπεται διαζευκτικά και πρόστιμο €10.000 και €5000 αντιστοιχα, ή και αμφότερες οι ποινές φυλάκισης και προστίμου.

 

Τέλος, για τα αδικήματα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τριών ετών και ενός έτους αντίστοιχα σε συνδυασμό ή διαζευκτικά με χρηματική ποινή.

 

Η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων με προεξάρχουσα αυτή του βιασμού και της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, που είναι και τα σοβαρότερα που αντιμετωπίζει εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος, είναι αδιαμφισβήτητη και εμφαίνεται από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές, οι οποίες με βάση και τη σχετική επί του θέματος νομολογία αποτελούν και την αφετηρία για σκοπούς προσδιορισμού και επιμέτρησης της αρμόζουσας ποινής. (Δημοκρατία v. Ομήρου, Ποιν. Έφ. 351/18, ημερ. 20.1.20, ECLI:CY:AD:2020:B23, Δημοκρατία v. Hunganu, Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21), ECLI:CY:AD:2021:B348.

 

Ως έχει νομολογηθεί ειδικότερα σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού (και ισχύει και για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης), η ισόβια φυλάκιση, πέραν του ότι αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από τον νόμο, αντανακλά και τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ.489). Επιπτώσεις οι οποίες σκιαγραφούνται με ευκρίνεια στην Hunganu (ανωτέρω) και επαναλήφθηκαν και στην Δ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 57/20, ημερ. 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B432:

 

«Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 67).»

 

Ακόμη δε πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, που αφορούσε συζυγικό βιασμό, τονίστηκε εκ νέου με αναφορά στην Ομήρου (ανωτέρω), ότι η δια βίου φυλάκιση που προβλέπεται ως ανώτατη ποινή για το αδίκημα του βιασμού, είναι ενδεικτική της σοβαρότητας του, αφού το εν λόγω αδίκημα στρέφεται κατά της γενετήσιας ελευθερίας, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια και, ενίοτε, συνθλίβει την προσωπικότητα και τον ψυχισμό του θύματος, αποτελώντας έτσι τη χειρότερη μορφή εξευτελισμού ενός ατόμου[1].

 

Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί και η κατ’ επανάληψιν διαπιστωθείσα ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη σεξουαλικών αδικημάτων, στα οποία συγκαταλέγεται τόσο το αδίκημα του βιασμού όσο και της σεξουαλικής κακοποίησης διά διείσδυσης, καθώς και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης. Διαπίστωση στην οποία και εμείς δυστυχώς οδηγούμαστε, αντλώντας δικαστική γνώση τόσο από τον αριθμό υποθέσεων που που έτυχαν χειρισμού από το παρόν Κακουργιοδικείο και που στην συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν αδικήματα σεξουαλικής φύσεως όσο και από τη νομολογία εν γένει.  Αυτή ακριβώς η πτυχή αναδείχθηκε και στην απόφαση στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit (ανωτέρω), όπου λέχθηκε με ευκρίνεια ότι αυτής της φύσεως αδικήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, δεδομένης και της διαπίστωσης αυξητικής τάσης ως προς τη διάπραξή τους[2]. Στη δε υπόθεση Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16 που αφορούσε βιασμό, επιβεβαιώθηκε η αρχή, ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων.

 

Ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια προσεγγίζουν το ζήτημα της ποινής σε υποθέσεις βιασμού, έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα άντλησης καθοδήγησης από την αγγλική νομολογία και πιο συγκεκριμένα από τις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam (1986) 8 Cr. App. R.(s) 48, οι οποίες αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια[3]. Επί τούτου σχετική αναφορά μπορεί να γίνει και πάλιν στην απόφαση στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bahkit (ανωτέρω), όπου υιοθετήθηκε το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Στυλιανού ν. Δημοκρατίας (2015) 2(Β) ΑΑΔ 680:

 

 «Ως προς τη συγκριτική τοποθέτηση του αδικήματος σε κλίμακα σοβαρότητας, καθοδήγηση παρέχει η απόφαση στην υπόθεση Keith Billam Others (1986) 3 CrimAppRep. (S) 48. Ο Lord Chief Justice στις σελ. 50-51 αναφέρει τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση):

 

«Για βιασμό ο οποίος διαπράττεται χωρίς οποιονδήποτε επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα, σε μία υπόθεση μετά από ακρόαση πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας ποινής τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Όταν ο βιασμός διαπράττεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού, ή όταν υπήρξε παραβίαση εισόδου στον τόπο διαμονής του θύματος ή από πρόσωπο που είχε ευθύνη απέναντι του θύματος ή από πρόσωπο που έχει απαγάγει το θύμα και το κρατά αιχμάλωτο, η αφετηρία ποινής πρέπει να είναι οκτώ χρόνια.

 

Στο ύψιστο σημείο της κλίμακος ποινής κατατάσσεται συμπεριφορά κατηγορουμένου η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πολλαπλός βιασμός (campaign of rape) έναντι αριθμού γυναικών. Αντιπροσωπεύει ασυνήθη κίνδυνο και ποινή 15 χρόνων είναι πιο κατάλληλη.

 

Όταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου παρουσιάζει ψυχοπαθητικές τάσεις ή σοβαρή διατάραξη προσωπικότητας και είναι εν δυνάμει κίνδυνος για τις γυναίκες για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, η ποινή ισόβιας κάθειρξης δεν θα είναι ακατάλληλη.

 

Το έγκλημα, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει επιβαρυντικά στοιχεία, όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες:

 

(1)           Η βία που χρησιμοποιήθηκε είναι υπερβολική.

(2)          Όταν χρησιμοποιείται όπλο (weapon) για εκφοβισμό ή πρόκληση

βλάβης στο θύμα.

(3)          Όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται

(4)          Όταν έχει προσεκτικά σχεδιασθεί.

(5)          Όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας.

(6)          Όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό.

(7)          Το θύμα είναι πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο.

(8)          Οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιαζούσης σοβαρότητας.

 

Εφόσον, ένας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχουν η ποινή πρέπει να είναι ουσιωδώς υψηλότερη από το αφετηριακό σημείο.» (Βλ. και την Tarita, ανωτέρω).»

 

Με δεδομένο δε το ότι, ως υποδείξαμε στο πλαίσιο της εκδοθείσας απόφασης, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος συνιστούν αδικήματα βίας κατά γυναίκας, εν τη εννοία του όρου στο Ν. 115(Ι)/21, κρίνουμε ορθό να σημειώσουμε επίσης πως, το άρθρο 11 του εν λόγω νόμου καθορίζει ως επιβαρυντικές συγκεκριμένες περιστάσεις (νοουμένου βεβαίως ότι δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος) ως ακολούθως:

 

«(α) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου από πρώην ή νυν σύζυγο ή σύντροφο ή µέλος της οικογένειάς του ή από πρόσωπο που συζεί ή συζούσε µε το θύµα ή από πρόσωπο το οποίο έχει καταχραστεί ή εκµεταλλευτεί θέση εξουσίας, εµπιστοσύνης ή επιρροής·

(β) το αδίκηµα ή τα συναφή αδικήµατα διαπράχθηκαν κατά συρροή·

(γ) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου το οποίο είναι σε ευάλωτη θέση συνεπεία διανοητικής ή σωµατικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης ή κατά γυναίκας η οποία εγκυµονούσε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήµατος ή που τελούσε υπό άλλες ειδικές συνθήκες·

(δ) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον ή στην παρουσία παιδιού, ήτοι εντός του οπτικού ή ακουστικού πεδίου αυτού·

(ε) το αδίκηµα διαπράχθηκε από δύο (2) ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούντα από κοινού·

(στ) του αδικήµατος προηγήθηκε η άσκηση ακραίας βίας, εξαναγκασµού ή απειλής ή αυτό συνοδεύθηκε από τέτοια βία, εξαναγκασµό ή απειλή·

(ζ) το αδίκηµα διαπράχθηκε µε τη χρήση ή υπό την απειλή όπλου ή άλλου επικίνδυνου αντικειµένου·

(η) το αδίκηµα είχε ως αποτέλεσµα την πρόκληση σοβαρής βλάβης στο θύµα·

(θ) ο καταδικασθείς προηγουµένως είχε καταδικαστεί για αδίκηµα της ίδιας φύσεως·

(ι) το αδίκηµα διαπράχθηκε από δηµόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του».

(έμφαση δοθείσα)

 

Ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού επιβεβαιώνει τις ανωτέρω αρχές. Σημειώνεται βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις ασφαλώς παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, για το λόγο ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ.1).

 

Στην υπόθεση Hamieh v. Γ.Ε. (2006) 2 Α.Α.Δ. 259, ο κατηγορούμενος ηλικίας 24 ετών κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στο αδίκημα του βιασμού 48χρονης. Στο πλαίσιο της έφεσης, δεν αμφισβήτησε την καταδίκη και εξέφρασε μεταμέλεια. Δεν είχε ασκηθεί υπέρμετρη βία από τον κατηγορούμενο, αλλά μόνο τόση όση χρειαζόταν για να καμφθεί η αντίσταση του θύματος και παρά το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε ότι η εν λόγω περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού με βάση τις περιστάσεις της, θεώρησε εντούτοις δεδομένη τη σοβαρότητα της και επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 9 ετών.

 

Στην υπόθεση Χριστοφή v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 323, όπου ο εφεσείων, λευκού ποινικού μητρώου, διέπραξε το αδίκημα του βιασμού μπροστά στα μάτια του τρίχρονου γιού της παραπονούμενης επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών. Υπήρχε παραδοχή και συνεργασία με την Αστυνομία ενώ λήφθηκαν υπόψη και διάφορες άλλες κατηγορίες, κατά την επιβολή της ποινής, οι οποίες αφορούσαν τη διάπραξη, κατά συρροήν, άσεμνων επιθέσεων εναντίον γυναικών.

 

Στη Λοΐζου v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ.469, ο πρώτος εφεσείων είχε παλαιότερα ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη και ο δεύτερος εφεσείων είχε δεσμό μαζί της κατά τον επίδικο χρόνο. Κρίθηκαν ένοχοι και οι δύο κατόπιν ακρόασης για διαδοχικούς βιασμούς. Το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη και τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 10 ετών κατόπιν ακρόασης που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα στις δύο κατηγορίες βιασμού. Τόνισε πως παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν κτυπήθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα, δεν μπορούσε να παραβλεφθεί ο σχεδιασμός και ο εξευτελισμός που αυτή υπέστη από τον εφεσείοντα 2, με τον οποίο την περίοδο εκείνη διατηρούσε μια ερωτική σχέση. Το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως προηγούμενες καταδίκες για βιασμό, επιπτώσεις στο θύμα ιδιάζουσας σοβαρότητας, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό, δεν συνιστούσε λόγο για εξουδετέρωση της ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής.

 

Στην Tarita v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 106/14 κ.ά., ημερ. 8.7.16, η πρωτοδίκως επιβληθείσα μετά από ακρόαση ποινή φυλάκισης των 12 ετών μειώθηκε σε 10 έτη αφού λήφθηκε υπόψη το νεαρό της ηλικίας τους (27 ετών) καθώς και το λευκό τους μητρώο και οι περιστάσεις διάπραξης σύμφωνα με τις οποίες η παραπονούμενη ηλικίας 50 ετών, μπήκε στο αυτοκίνητο των Εφεσειόντων κατόπιν πρόσκλησης τους να τη μεταφέρουν στον προορισμό της και αντί τούτου παρεξέκλιναν της πορείας τους και κατευθύνθηκαν σε απόμερο μέρος, σε δάσος, οπόταν προχώρησαν σε διαδοχικές πράξεις βιασμού, όπως και εξαναγκασμού της σε στοματικό σεξ, χωρίς όμως να χρησιμοποιηθεί υπέμετρη βία ενώ αυτή καθ’ όλη τη διάρκεια της πράξης έκλαιγε και ικέτευε τους Κατηγορoύμενους να την αφήσουν ελεύθερη.

 

Στην Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16, η ποινή φυλάκισης 10 ετών κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας επικυρώθηκε. Οι εφεσείοντες γνώριζαν την παραπονούμενη και όταν αυτή επιχείρησε να φύγει από το κέντρο όπου βρίσκονταν την έσπρωξαν χωρίς τη θέλησή της σε εγκατειλημμένη αποθήκη λέγοντας της ότι «ήθελαν να κάνουν σεξ» μαζί της και όταν αυτή αρνήθηκε ο δεύτερος εφεσείων της επιτέθηκε και της τράβηξε κάτω το παντελόνι και το εσώρουχό της, ακολούθως ο πρώτος εφεσείοντας τη βίασε από τον κόλπο με τη βοήθεια του δεύτερου εφεσείοντα, ο οποίος της κρατούσε τα πόδια στο έδαφος βάζοντας ο δεύτερος αρκετές φορές τα δάκτυλα του στον πρωκτό και κόλπο της παραπονούμενης η οποία έκλαιγε και φώναζε.

 

Στην Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 137/17, ημερ. 26.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B197, η επιβληθείσα ποινή των 8 ετών κατόπιν παραδοχής, σε δύο κατηγορίες βιασμού πρωκτικού και κολπικού που έλαβαν χώρα σε δημόσιες τουαλέτες με τη χρήση υπέρμετρης βίας και το οποίο ακολούθησε ο εξευτελισμός της βιασθείσας την οποία ο εφεσείων ανάγκασε να εξέλθει και να κυκλοφορεί γυμνή στην παρουσία τρίτων παρισταμένων, επικυρώθηκε από το Εφετείο.

 

Στην υπόθεση Αντωνίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 80/17, ημερ. 17.9.19, ECLI:CY:AD:2019:B372, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα του βιασμού κατόπιν ακρόασης, υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείων απήγαγε και βίασε την παραπονούμενη η οποία ήταν πρώην σύζυγος του.

 

Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Hunganu, Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:B348, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής για βιασμό ενήλικου προσώπου, καθώς και διάρρηξη, επιθέσεις και παράνομη είσοδο. Του επεβλήθησαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 8 ετών για το αδίκημα του βιασμού, η οποία αυξήθηκε κατ’ έφεση στα 11 έτη αφού το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τις ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις της υπόθεσης και δη ότι υπήρξε προσχεδιασμός, ο εφεσίβλητος τόσο στην περίπτωση που αφορούσε την 1η παραπονούμενη, όσο και στην περίπτωση της 2ης παραπονούμενης, χρησιμοποίησε τον ίδιο τρόπο δράσης, ήτοι εισέβαλε κατόπιν διάρρηξης, στα σπίτια τους κατά τις πρωινές ώρες έχοντας σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί με ανυποψίαστα και άγνωστα προς εκείνο θύματα, τις παραπονούμενες, χωρίς τη θέληση τους και καθ΄ ην στιγμή αυτές κοιμόντουσαν στο κρεβάτι τους και για να πετύχει τον ειδεχθή σκοπό του και να ικανοποιήσει τις άρρωστες ορέξεις του χρησιμοποίησε βία.

 

Στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, ο λευκού ποινικού μητρώου Εφεσείων, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 10 (από τις 12) κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε σε σχέση με την εν διαστάσει σύζυγο του, υπό περιστάσεις όπου την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του, με τη συναίνεσή της, η οποία, όμως, εξασφαλιζόταν υπό το κράτος, άλλοτε βίας και άλλοτε απειλών και φόβου, που οδηγούσαν κάθε φορά σε κάμψη της αντίδρασης της. Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος και σε άλλες 5 συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ. 154 και του Ν. 119(Ι)/2000, δύο εκ των οποίων παραδέχθηκε μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Προσέβαλε ως υπερβολικές τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες βιασμού, με το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίπτει την έφεση, επισημαίνοντας ότι όχι μόνο δεν μπορούσε να θεωρηθεί έκδηλα υπερβολική η ποινή στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε καν αυστηρή δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί.  

 

Στρεφόμενοι τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αυτό που αναδύεται έντονα από τον αριθμό αλλά και τον συνδυασμό των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, είναι αφενός ο χειριστικός, εκφοβιστικός, απαξιωτικός και εξευτελιστικός τρόπος με τον οποίο κατ’ επανάλειψη μεταχειριζόταν την Παραπονούμενη, συμπεριφορά η οποία μάλιστα άρχισε περί τον ένα μήνα μετά την έναρξη της ερωτικής τους σχέσης, και αφετέρου το καθ’ όλα εγωϊστικό του κίνητρο, αφού στόχος του επιδεικνύοντας την εν λόγω συμπεριφορά ήταν πάντοτε να επιτυγχάνει η Παραπονούμενη να κάνει αυτό που ο ίδιος ήθελε και ειδικότερα να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του ορέξεις. Αδιαφορώντας παντελώς για τον φόβο, το άγχος και την αγωνία που προκαλούσε η όλη του συμπεριφορά στην Παραπονούμενη.  Μια κοπέλα, η οποία καλόπιστα και ενδεχομένως αφελώς, πίστευε όταν αρχικώς τον είχε γνωρίσει, πως η φαινομενική ωριμότητα του, λόγω της ηλικίας του, θα επενεργούσε ως πέπλο προστασίας της ίδιας, αφού κανένα άλλο υποστηρικτικό πλαίσιο είχε στην Κύπρο.

 

Αφέλεια η οποία, εμφαίνεται και από το ότι παρά το γεγονός ότι λίγη μόνο ώρα μετά που τον γνώρισε, αυτός της επιτέθηκε άσεμνα (Κατηγορία 11), εντούτοις η ίδια πείστηκε από τις απολογίες του και δέχθηκε τη θέση του πως ενήργησε έτσι επειδή η ίδια του είχε αρέσει πολύ και δεν ήξερε πως να συμπεριφερθεί και πως εν τέλει επρόκειτο για μια εκτός του χαρακτήρα του συμπεριφορά.  Εξ ου και το ίδιο βράδυ του έδωσε το τηλέφωνο της, πιστεύοντας ένεκα και της καλής συμπεριφοράς η οποία στη συνέχεια ακολούθησε, πως νοιαζόταν και την αγαπούσε πραγματικά και πως ήταν ο προστάτης της.  Οι προσδοκίες της ωστόσο, γρήγορα εξανεμίστηκαν, αφού σύντομα μετά που η σχέση τους έγινε ερωτική, βίωσε από το άτομο που πίστευε πως την αγαπούσε μια εξευτελιστική αντιμετώπιση η οποία συμπεριλάμβανε αρχικά σωματική βία, απειλές αλλά και μειωτικές και απαξιωτικές εκφράσεις προς την ίδια και εν συνεχεία και σεξουαλική βία με όλες τις συνέπειες που το σύνολο της επίμονης και παρενοχλητικής συμπεριφοράς του είχε στον ψυχισμό της.

 

Λέγοντας πως αρχικά επέδειξε έναντι της αρχικά σωματική βία, απειλές και μειωτικές εκφράσεις, αναφερόμαστε βέβαια στα γεγονότα της 19.6.23 καθώς και στα όσα ακολούθησαν το βράδυ εκείνο, με τον ίδιο να μην αποδέχεται πως η Παραπονούμενη δεν ήταν διατεθειμένη να τον συγχωρέσει οπόταν άρχισε να την απειλεί πως θα διαδώσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως πάσχει από ηπατίτιδα και πως θα την καταστρέψει (Κατηγορία 13). Ένεκα δε της ανάγκης του να την ελέγχει, να γνωρίζει που είναι κάθε στιγμή και να την βλέπει όποτε εκείνος ήθελε, ανέπτυξε μια προοδευτικά επιδεινούμενη συμπεριφορά έναντι της στο πλαίσιο της οποίας δεν δίσταζε να την κατακλύζει ασφυκτικά με απανωτά μηνύματα και όταν αυτή δεν του απαντούσε αυτός μετέβαινε στο χώρο εργασίας της και έκανε φασαρία, ασκώντας της έτσι ψυχολογική πίεση.  Ψυχολογική πίεση η οποία σε συνδυασμό και με τις απειλές που εκστόμιζε εν σχέσει με τη σωματική της ακεραιότητα αλλά και περί του ότι θα διέδιδε παντού ότι πάσχει από ηπατίτιδα την οδήγησαν στο να αναγκαστεί να διατηρήσει επαφή μαζί του και να του μιλά για να αποφεύγει τη δημιουργία προβλημάτων στον χώρο εργασία της αλλά και να διαφυλάξει κατά το δυνατόν την ηρεμία της στο χώρο όπου διέμενε.   Και λέγουμε κατά το δυνατόν αφού αποτέλεσε εύρημα μας πως στο πλαίσιο αυτό έφτασε ακόμη και το κλειδί του διαμερίσματος της να πάρει χωρίς την συγκατάθεση της, και να εισέρχεται στο διαμέρισμα της απροσκάλεστος και να την τρομοκρατεί, αλλά και να την παρενοχλεί, επιχειρώντας καθ’ αυτό τον τρόπο να της επιβάλει την παρουσία του, οπουδήποτε και εάν αυτή βρισκόταν.  

 

Επί τούτου, σημειώνουμε πως σύμφωνα με τα ευρήματα μας, αυτή η συμπεριφορά ήταν και ο κύριος λόγος που συνέχισε να έχει επικοινωνία μαζί του και να ανταποκρίνεται στα μηνύματα/κλήσεις του, ώστε να τον κατευνάζει, αφού τον φοβόταν και ένεκα των όσων βίωσε από τις 19.6.23 και εντεύθεν, τον θεωρούσε ικανό για τα πάντα.  Είναι δε μέσα σε αυτό το πλαίσιο που διαπράχθηκαν οι οκτώ βιασμοί σύμφωνα με τα ευρήματα μας.  

 

Στρεφόμενοι τώρα ειδικότερα στις κατηγορίες αυτές, αυτό που αναδύεται έντονα, είναι η αναλγησία του Κατηγορούμενου και η επιθυμία του να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές ορμές του με οποιοδήποτε κόστος έναντι της Παραπονούμενης, όταν πολύ καλά αντιλαμβανόταν πως η ίδια δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή μαζί του.  Ενώ δηλαδή ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν πως η Παραπονούμενη δεν ήθελε τη σεξουαλική επαφή είτε επειδή η τελευταία έκλαιγε είτε επειδή του έδειχνε πως δεν συναινούσε σπρώχνοντας τον ή ακόμα επειδή ήταν «στεγνή» (στον κόλπο), πράγμα που ο ίδιος της έλεγε σε κάποιες εκ των περιπτώσεων, εντούτοις ο ίδιος παρέμενε επικεντρωμένος στο κύριο μέλημα του που δεν ήταν άλλο από το «να τελειώσει».  Ό,τι άλλο διαπιστώνεται είναι η απουσία αναστολών ή τύψεων ή άλλων ενδείξεων μεταμέλειας, αφού παρά τα απολογητικά μηνύματα που κάποιες φορές της απέστελλε, συνέχισε ακάθεκτος να επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά, πράττοντας τούτο σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις (Κατηγορίες 1, 3-5 και 7-10).  

 

Ό,τι άλλο θα πρέπει κατά την κρίση μας να τονισθεί είναι το ότι, ενόσω διήρκεσε η επίδειξη έναντι της σεξουαλικής βίας, ο Κατηγορούμενος παράλληλα συνέχιζε την όλη απειλητική, βίαιη και παρενοχλητική συμπεριφορά έναντι της.  Η όλη δε αντιμετώπιση της  Παραπονούμενης και η εν γένει συμπεριφορά του καθ’ όλη την διάρκεια της σχέσης τους, ως αυτή αναδύθηκε μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την πλήρη αδιαφορία που ο Κατηγορούμενος επεδείκνυε για την ψυχική της κατάσταση, παραπέμπει σε αυταρχικές και παρωχημένες αντιλήψεις που επικρατούσαν σε άλλες εποχές, οι οποίες αναμφίβολα έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί

Συγκεκριμένα εκστόμιζε απειλές κατά της ζωής της, την απειλούσε ότι θα διέδιδε ότι πάσχει από ηπατίτιδα (Κατηγορία 14), ενώ εξασκούσε έναντι της και σωματική βία (Κατηγορία 12), προκαλώντας της πόνο, άγχος και αναστάτωση. Δεν έμεινε ωστόσο, μέχρι εκεί. Την παρενοχλούσε παράλληλα, αδιαλείπτως, επεμβαίνοντας στη ζωή της και προσβάλλοντας την προσωπικότητα της, εντείνοντας τα αισθήματα φόβου και ανησυχίας που ήδη βίωνε, από τις 19.06.2023 που διασαλεύθηκε η σχέση τους, μετατρέποντας έτσι την καθημερινότητα της, σε ένα συνεχή αγώνα να τον κρατά ήρεμο, αφού τούτο θα σήμαινε λιγότερα προβλήματα για την ίδια.

 

Όπως δε συγκεκριμένα υποδείξαμε στο πλαίσιο της Κατηγορίας 15 από τον Ιούλιο του 2023 και εντεύθεν σε πολλές περιπτώσεις και επί καθημερινής σχεδόν βάσης διέμενε κάτω από την οικία της πολλά βράδια, περιφερόταν γύρω από το χώρο διαμονής αλλά και τον χώρο εργασίας της για να την παρακολουθεί και να γνωρίζει τι κάνει και πού βρίσκεται ανά πάσα στιγμή αλλά και για να έρθει σε επαφή μαζί της όταν πήγαινε ή έφευγε από τους εν λόγω χώρους ενώ όταν δεν του απαντούσε δεν δίσταζε να μεταβαίνει στην εργασία της αναζητώντας την και δημιουργώντας φασαρία, ενώ σε μια περίπτωση μάλιστα ανέβηκε και πάνω στους ορόφους για να αναγκαστούν να τον κατεβάσουν μέλη του προσωπικού. Για τον ίδιο σκοπό δηλαδή για να την παρακολουθεί και να γνωρίζει τι κάνει και που βρίσκεται εισερχόταν στον χώρο διαμονής της Παραπονούμενης χωρίς τη θέληση της. Πέραν τούτου επικοινωνούσε με άτομα που της έκαναν “like” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργώντας στην Παραπονούμενη άγχος που την οδήγησε να κλείσει συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.  Τα πιο πάνω, ως υποδείξαμε και στην τελική απόφαση, αναμφίβολα συνιστούν ενέργειες παρακολούθησης εν τη εννοία του άρθρου 4 του Ν. 114(Ι)/21, ως τούτη προκύπτει από τον ορισμό του όρου στο εδάφιο (4) του εν λόγω άρθρου, και καλύπτει τις πλείστες αν όχι όλες τις υποπαραγράφους του εν λόγω εδαφίου. 

 

Ό,τι άλλο όμως πρέπει να τονιστεί είναι πως, ως υποδείξαμε και στην τελική απόφαση, η πιο πάνω συμπεριφορά του συνδυαζόμενη και με τις απειλές που εκστόμιζε έναντι της ότι θα την σκοτώσει ή θα της καταστρέψει τη ζωή, της προκαλούσε σοβαρή αγωνία ότι θα ασκηθεί βία στο πρόσωπο της.  Με τις δε απειλές του ότι θα δημοσιοποιούσε την ασθένεια της και ότι θα κοινοποιούσε το γεγονός αυτό σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και την παρενόχληση δια της εισόδου σε άγνωστες ώρες στον τόπο διαμονής της χωρίς τη συναίνεση της αλλά και την παρουσία του στο χώρο εργασίας της προκαλώντας φασαρία, της προκαλούσε σοβαρή αγωνία η οποία είχε ουσιώδη αρνητική επίδραση στην τέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων της αφού ως χαρακτηριστικά και η Μ.Κ.3 ανέφερε, άρχισε να έχει στρες και να μην συγκεντρώνεται, να μην μπορεί να κοιμηθεί, να κοιμάται και να τρομάζει στον ύπνο της, να κλαίει κρυφά, να μη θέλει να μιλήσει, να είναι συνεχώς φοβισμένη και ανήσυχη έχοντας έγνοια να κλείνουν και να ασφαλίζουν τα παράθυρα και την πόρτα ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας, φοβούμενη την πιθανή είσοδο του Κατηγορούμενου. Καθιστώντας έτσι την περίπτωση ως εμπίπτουσα, για σκοπούς επιβολής ποινής (για την Κατηγορία 15) στο εδάφιο (2) του άρθρου 4. 

 

Είναι προφανές επομένως από τα ανωτέρω πως ο αριθμός αλλά και ο συνδυασμός των αδικημάτων που διέπραξε σε μια καθόλου αμελητέα περίοδο τριών περίπου μηνών, αν αναλογιστεί κανείς πως οι απειλές, οι παρακολουθήσεις και ο εξευτελισμός που η Παραπονούμενη βίωνε, επαναλαμβάνονταν επί καθημερινής βάσεως εντείνει σε μεγάλο βαθμό τη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης.    Σοβαρότητα η οποία εντείνεται και ως εκ των συνεπειών που βίωνε η Παραπονούμενη, ήτοι του φόβου, του σοκ, των αυπνιών, του άγχους και της ταραχής, συνεπεία της παρατεταμένης, εμμονικής, παρορμητικής και κακοποιητικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου.  Παρόλο δε που δεν υπήρξε ρητό εύρημα περί ύπαρξης συγκεκριμένων σωματικών ή ψυχολογικών καταλοίπων στην Παραπονούμενη, αφότου η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ανακόπηκε εντούτοις σημειώνουμε πως ένεκα της ίδιας της φύσης των αδικημάτων συνιστά σαφώς απόρροια της κοινής λογικής και πείρας ότι οποιαδήποτε σεξουαλικής φύσης επίθεση αποτελεί τραυματική εμπειρία (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.19), ECLI:CY:AD:2019:B473. Πόσω δε μάλλον όταν η σεξουαλική επίθεση συνδυάζεται και με τη υπόλοιπη βίαιη και εν γένει παρενοχλητική συμπεριφορά που περιγράφουμε στην τελική μας απόφαση. Στοιχεία τα οποία συνεκτιμούνται και αυτά στο πλαίσιο στάθμισης της όλης σοβαρότητας της υπόθεσης.   

 

Το δε στοιχείο των επαναλαμβανόμενων βιασμών (σε οκτώ συνολικά περιπτώσεις) συνιστά, με βάση το άρθρο 11 του Ν. 115(Ι)/2021, αλλά και τη νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω, στοιχείο επιβαρυντικό. Επιβαρυντικό, είναι και το γεγονός ότι όλα τα αδικήματα, που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, πλην αυτού της κατοχής αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου (κατηγορία 16) διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο, ενόσω ήταν σύντροφος της Παραπονούμενης.

 

Ως προς το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με εννέα προηγούμενες καταδίκες, σπεύδουμε να τονίσουμε ότι οι προηγούμενες του καταδίκες, δεν συνιστούν βέβαια επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ 11/21 ημερ. 4.11.22) αλλά η σημασία τους έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ.17).

 

Στην προκειμένη περίπτωση όσο και αν το αντικείμενο των προηγούμενων καταδικών του Κατηγορούμενου δεν έχει συνάφεια με τις κατηγορίες για τις οποίες εδώ κρίθηκε ένοχος, με εξαίρεση την ποινική υπόθεση με αρ. 1573/20 που αφορούσε αδικήματα συναφή με την κατηγορία 16 της παρούσας και όσο και αν οι σοβαρότερες εκ των προηγούμενων καταδικών του απέχουν χρονικά από τα αδικήματα της παρούσας, εντούτοις φαίνεται εν γένει πως πρόκειται για ένα άτομο που έχει επανειλημμένα παραβιάσει το Νόμο καίτοι του είχαν επιβληθεί κατά διαστήματα σημαντικής έκτασης ποινές φυλάκισης. Μάλιστα αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι πως διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας ενώ του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης με αναστολή στο πλαίσιο της υπόθεση 910/22 Ε.Δ. Αμμοχώστου, το οποίο παρά το βεβαρημένο του μητρώο επέλεξε να του δώσει μια ακόμα ευκαιρία, καταδεικνύοντας τοιουτοτρόπως πως η στάση του έναντι των Νόμων είναι δυστυχώς περιφρονητική. Γεγονός το οποίο, με τη σειρά του, οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι οι ποινές φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί, δεν έχουν πετύχει τον σκοπό της αναμόρφωσης του. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, οι προηγούμενες του καταδίκες, ιδωμένες συνολικά, μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί.

Έχοντας προδιαγράψει τη σοβαρότητα των αδικημάτων υπό το φως και των περιστάσεων της υπόθεσης, δεν παραβλέπουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, το οποίο δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Ως λέχθηκε όμως στη Selmani v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), υπό το πρίσμα αυτό και με προεξέχουσα τη σημασία της αποτροπής προς το σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου ναι μεν λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης, αλλά σε βαθμό και έκταση που να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής.


Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε κατ' αρχάς υπόψη,
το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και ως περαιτέρω αναπτύχθηκαν και διευκρινίστηκαν από τον συνήγορο του.

 

Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 50 ετών που κατάγεται από τη Λάρνακα και προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια, χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, ο οποίος εργαζόταν ως εργολάβος στην Αγία Νάπα, απεβίωσε το 2011, σε ηλικία 56 ετών, από ανίατη ασθένεια. Η δε μητέρα του, ηλικίας σήμερα 75 ετών κατάγεται από την Ξυλοφάγου, έχει συνταξιοδοτηθεί και διαμένει στο χωριό Μενεού και παρουσιάζει προβλήματα υγείας. Ο Κατηγορούμενος, έχει άλλα δύο αδέλφια, μια αδελφή 58 ετών και ένα αδελφό 56 ετών, ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης.

 

Οι γονείς τους είχαν χωρίσει όταν ο Κατηγορούμενος ήταν σε μικρή ηλικία και έκτοτε τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του, διέμεναν με την μητέρα τους, ενώ ο πατέρας τους δεν επεδείκνυε κανένα ενδιαφέρον, τόσο σε συναισθηματικό, όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψη ότι η παιδική του ηλικία, ήταν δύσκολη, σημαδεμένη από άσχημες εμπειρίες, λόγω των προστριβών των γονέων του, αλλά και ότι σε πολλές περιπτώσεις υπήρξε θεατής σωματικής βίας που η μητέρα του βίωνε από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν βίαιος και προέβαινε σε χρήση αλκοόλ. Πτυχές οι οποίες αναμφίβολα τον επηρέασαν ψυχολογικά και τον κατέστησαν ψυχολογικά ευάλωτο.

Ο ίδιος, φοίτησε μέχρι το Δημοτικό σχολείο και μετά διέκοψε την φοίτηση του λόγω οικονομικών και οικογενειακών προβλημάτων. Εργάστηκε σε οικοδομές για να στηρίζει οικονομικά την οικογένεια του, ενώ δεν υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του, λόγω απαλλαγής που πήρε, συνεπεία απροσάρμοστης συμπεριφοράς. Το 2003, λειτούργησε εργοληπτική εταιρεία, οι εργασίες της οποίας όμως διακόπηκαν το 2011 λόγω οικονομικών δυσκολιών.

 

Το 1995 τέλεσε γάμο με Κύπρια πολίτη με την οποία απέκτησε μια κόρη, η οποία είναι σήμερα 29 ετών. Τρία χρόνια μετά τον γάμο τους, οδηγήθηκαν σε διαζύγιο και τη φύλαξη και φροντίδα του παιδιού τους, είχε αναλάβει η πρώην σύζυγος του, με τον ίδιο να διατηρεί αρχικά, επικοινωνία μαζί της, η οποία πλέον έχει διακοπεί.

 

Το 2002 και ενώ εξέτιε ποινή φυλάκισης, τέλεσε δεύτερο γάμο με γυναίκα από τη Βουλγαρία και απέκτησε από τον γάμο αυτό, άλλη μια κόρη, ηλικίας σήμερα 23 ετών, η οποία ασχολείται με πρωταθλητισμό στην δισκοβολία. Διέμεναν μετέπειτα σε οικία ιδιόκτητη στο Παραλίμνι και περί το έτος 2012, έλαβαν διαζύγιο. Η φύλαξη και φροντίδα του δεύτερου παιδιού του, αναλήφθηκε από την πρώην σύζυγο του και έκτοτε ο ίδιος έχει επικοινωνία μαζί της, την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα.

 

Κατά το έτος 2017, σύνηψε άλλη σχέση με Ουκρανή υπήκοο, με την οποία διέμεναν μαζί με την μητέρα του, στο Μενεού. Τότε, ο ίδιος είχε συλληφθεί και η συγκεκριμένη γυναίκα, ενόσω διένυε τον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της, επέστρεψε στην Ουκρανία και ο ίδιος δεν έχει δει ποτέ, το τρίτο παιδί του, παρόλο που επιθυμεί.

 

Πέραν των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι κατά την εφηβική του ηλικία, ανέπτυξε παραβατική συμπεριφορά, η οποία συνεχίστηκε και κατά την ενήλικη του ζωή του και οδήγησε στην επιβολή ποινών φυλάκισης ως μαρτυρείται και από τις προηγούμενες καταδίκες του. Προέβαινε από τα 28 έτη του σε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης, τη χρήση της οποίας τερμάτισε, λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη. Παρουσιάζει επίσης καρδιολογικά προβλήματα (βηματοδότη) για τα οποία παρακολουθείται και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Διατηρεί επίσης χρέη άνω του €1.000.000, τα οποία δεν έχει τη δυνατότητα να αποπληρώνει.

Ειδικότερα σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του, για τα οποία άλλωστε έχουμε προβεί και σε ευρήματα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, λαμβάνουμε υπόψη ότι πρόκειται για πρόσωπο με ιστορικό στεφανιαίας νόσου, παλαιότερου εμφράγματος με διενέργεια αγγειοπλαστικής LAD στην κεντρική αρτηρία, που αντιμετωπίζει σοβαρό επηρεασμό της αριστερής κοιλίας, με κλάσμα εξώθησης 35% λόγω καρδιακής ανεπάρκειας για την οποία ακολούθησε εμφύτευση απινιδωτή περί το 2023, καθώς επίσης και ότι έχει διαγνωστεί με σοβαρή ισχαιμική καρδιακή ανεπάρκεια

 

Λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη τα πιο πάνω, σημειώνοντας παράλληλα όμως πως δεν υπάρχει μαρτυρία ιατρού η οποία να υποστηρίζει πως η τυχόν φυλάκιση του αυτή καθ’ αυτή θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του (βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ.144) ή ότι η όποια αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν θα μπορεί να του παρασχεθεί σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή.  Ούτε υπήρξε άλλωστε τέτοια εισήγηση από τον συνήγορο του.

 

Εν πάση περιπτώσει από τη νομολογία προκύπτει ότι ακόμη και σοβαρά καρδιακά προβλήματα δεν αποτέλεσαν λόγο για ακύρωση της φυλάκισης (βλ. Landau v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 178, Hadavand ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359). Στη Γεωργίου άλλως «Κακής» ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ.162 ο εφεσείων έπασχε από διαβήτη, χρόνια βρογχίτιδα, παροξυσμική αρρυθμία, είχε πέτρες στα νεφρά και ο θεράπων ιατρός είχε γνωματεύσει ότι η φυλάκιση του θα επιδείνωνε την υγεία του. Δεν είχε όμως διαπιστωθεί επιδείνωση που να δικαιολογούσε μείωση της ποινής, ενώ στις φυλακές τύγχανε της αναγκαίας περίθαλψης, έτσι η έφεση του απορρίφθηκε.  Στην El Kara v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 239 οι συνέπειες εγκεφαλικού επεισοδίου, η νεφρική ανεπάρκεια, η υπέρταση και το πρόβλημα όρασης κρίθηκαν ως χρόνιες καταστάσεις ενώ η λοίμωξη αναπνευστικού και η φλεγμονή στομάχου αντιμετωπίζοντο με κατάλληλη θεραπεία στις φυλακές και η έφεση απορρίφθηκε. Αλλά και στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 282 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο διαβητικό, ινσουλινοεξαρτώμενο, που έπασχε από βαριάς μορφής στεφανιαία νόσο. 

 

Στο πλαίσιο αυτό σημειώνουμε πως λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις από την επιβολή ποινής φυλάκισης στον ίδιο αλλά και στους οικείους του και δη στην μητέρα του, η οποία επίσης, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας.

 

Σημειώνουμε βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες, παρότι λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας (2005) 2 Α.Α.Δ. 492, 513).   Εξάλλου όπως λέχθηκε στην Hamieh (ανωτέρω), με αναφορά στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 135, 138, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.

 

Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη το χρόνο κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και εν γένει τον διαρρεύσαντα από την ημερομηνία διάπραξης χρόνο, τονίζοντας βεβαίως πως δεν θεωρούμε πως έχει υπάρξει καθυστέρηση και μάλιστα τέτοια που να μπορεί να επηρεάσει το είδος της ποινής που θα επιβληθεί.  Ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης. Εν πάση δε περιπτώσει, εξετάζοντας την πάροδο του χρόνου ως αντικειμενικού γεγονότος, διαπιστώνουμε πως δεν αναφέρθηκαν και δεν εντοπίζονται οποιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα που μεσολάβησαν από την ημερομηνία διάπραξης και εντεύθεν που να μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιαστική μεταβολή στις περιστάσεις του Κατηγορούμενου, η οποία θα δικαιολογούσε διαφορετική μεταχείριση.

 

Ως προς το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία πρέπει να λεχθεί πως τούτο δεν λογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας αφού είχε κάθε δικαίωμα να μην παραδεχθεί τις κατηγορίες, ωστόσο αυτή η μη παραδοχή στερεί από αυτόν την έκπτωση στην ποινή που διαφορετικά θα δικαιούτο. Και τούτο διότι η παραδοχή, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή, όχι μόνο λόγω του χρόνου που περισώζεται αλλά και διότι με αυτόν τον τρόπο δεν υποχρεώνονται τα θύματα να βιώσουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους[4], ως αναγκάστηκε η Παραπονούμενη εν προκειμένω να πράξει.  Πτυχή που επιβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα και στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit (ανωτέρω). Η δε απολογία του και μεταμέλεια που εξέφρασε μετά την έκδοση της απόφασης καίτοι προσμετράται στον δέοντα βαθμό, εντούτοις σίγουρα δεν μπορεί να έχει τη βαρύτητα της εξ αρχής παραδοχής των κατηγοριών ή εν πάση περιπτώσει της παραδοχής τους προτού κληθεί η Παραπονούμενη για να καταθέσει στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία προνοείται ποινή φυλάκισης 5 ετών (άσεμνη επίθεση, παρενοχλητική συμπεριφορά και παράνομη κατοχή αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου), κρίνουμε ότι δικαιολογείται η διαφοροποίηση των ποινών με τον τρόπο που φαίνεται κατωτέρω, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς, από απόψεως σοβαρότητας, των γεγονότων που στοιχειοθετούν την κάθε μια από τις σχετικές κατηγορίες.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα καταλήγουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή σε σχέση με όλες τις κατηγορίες είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή υπό τις περιστάσεις θεωρούμε πως δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και αναμφίβολα θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. 

 

Κρίνουμε κατάλληλες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

 

Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1, 3-5, και 7-10: ποινή φυλάκισης 13 ετών.

 

Στην κατηγορία 11: ποινή φυλάκισης 1 έτους.

 

Στην κατηγορία 12: ποινή φυλάκισης 4 μηνών.

Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 13 και 14: ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

 

Στην κατηγορία 15: ποινή φυλάκισης 3 ετών.

 

Στην κατηγορία 16: ποινή φυλάκισης 1 έτους.

 

Στην κατηγορία 2, δεν επιβάλλουμε ποινή εφόσον τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν, εμπεριέχονται τα γεγονότα της κατηγορίας 1.  

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Αναφορικά με το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί στην ποινική υπόθεση με αρ. 910/22 του Ε.Δ. Αμμοχώστου, σημειώνουμε πως το άρθρο 4 (1) του περί Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε, δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος ή τη μη λήψη οποιουδήποτε μέτρου σχετικά με την ανασταλείσα ποινή.  Έχουμε εξετάσει το ζήτημα υπό το φως των σχετικών αρχών που διέπουν το θέμα (βλ. Λουκά v. Αστυνομίας (1986) 2 Α.Α.Δ. 141, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ 251, Ευαγγέλου v. Αστυνομίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 52, Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 409) και καταλήγουμε πως στην παρούσα δεν ενδείκνυται η ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην ως άνω υπόθεση, εν όλω ή εν μέρει, ούτε η λήψη οιουδήποτε άλλου μέτρου εκ των προβλεπόμενων σε σχέση με αυτές, λαμβανομένου υπόψη του ύψους των ποινών που επιβλήθηκαν στην παρούσα.

 

Τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η έκτιση των ποινών που επιβλήθηκαν στην παρούσα, να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση

 

 

ήτοι από 29.9.2023 μέχρι 12.1.2024, και ακολούθως από τις 8.4.2024 μέχρι σήμερα.

 

 

(Υπ.) …………………………………

Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.) …………………………………

Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

(Υπ.) ……..…………………………..

Ε. Μιντή, Ε.Δ.

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] βλ. και Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/2017 ημερ. 26.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:B197, Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/2020, ημερ. 28.1.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23, στις οποίες έγινε αναφορά.

[2] βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/2017, ημερ. 5.12.2017.

[3] Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ.323, Δημοκρατία ν. Hunganu (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας v. Μητάρα, Ποιν. Εφ. 59/22, ημερ. 7.12.22, ECLI:CY:AD:2022:D312

[4] Βλ. Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα (2006) 2 Α.Α.Δ. 259, Γ.Χ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 140/2010, ημερ. 14/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας v. Βαρνάβα (1999) 2 Α.Α.Δ. 658 και Σ.Κ. v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 Α.Α.Δ. 304 Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ., 28, xxx Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15/6/2015 και Η.Ε. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/2018 (σχ. Με 50/2018), απόφαση ημερ. 8/4/2020, Δ.Α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 57/20 ημερ. 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B432.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο