Δημοκρατία ν. Χ.Α., Αρ. Υπόθεσης: 2389/23, 20/2/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Χ.Α., Αρ. Υπόθεσης: 2389/23, 20/2/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ:      N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

                           Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

                           Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης: 2389/23

 

Δημοκρατία

 

ν.

 

Χ.Α.

Κατηγορουμένου

 

Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2026

Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Ευαγγέλου

Κατηγορούμενος παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, αντιμετωπίζει συνολικά 16 κατηγορίες και πιο συγκεκριμένα αντιμετωπίζει:

 

·                     Εννέα κατηγορίες βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορίες 1 και 3-10 συμπεριλαμβανομένων),

·                     Μία κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης κατά παράβαση του άρθρου 146Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 2),

·                     Μία κατηγορία άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 11),

·                     Μία κατηγορία κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 12),

·                     Δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορίες 13 και 14), 

·                     Μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παρενοχλητικής παρακολούθησης (άρθρο 4(1)(2) του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, Ν.114(Ι)/2021 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021  (Κατηγορία 15), και

·                     Μία κατηγορία παράνομης κατοχής αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου κατά παράβαση του άρθρου 25 του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν. 113(I)/2004 (Κατηγορία 16).

 

Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Στην υπόθεση κατέθεσαν συνολικά 17 μάρτυρες και η μαρτυρία ήταν αρκετά εκτενής. Έτσι προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν, κρίνουμε ορθό να συνοψίσουμε τις εκδοχές που προώθησαν οι δύο πλευρές.

 

Εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι η Παραπονούμενη, η οποία κατάγεται από την Σιέρα Λεόνε και ήρθε στην Κύπρο το 2021 ως αιτήτρια ασύλου, περί το τέλος  Απριλίου του 2023 γνώρισε τον Κατηγορούμενο τυχαία στο δρόμο όταν αυτός της φώναξε και την ρώτησε αν θέλει δουλειά και της πρότεινε να την μεταφέρει σε διαμερίσματα όπου, σύμφωνα με τα όσα της είπε, θα μπορούσε να εργοδοτηθεί. Η ίδια συμφώνησε και μπήκε στο αυτοκίνητο του, όμως αυτός στην πορεία της επιτέθηκε άσεμνα αγγίζοντας την στα γεννητικά όργανα μεταξύ των μηρών πάνω από τα ρούχα, οπόταν αυτή αντέδρασε και απαίτησε να την επιστρέψει πίσω στο διαμέρισμα της, πράγμα που ο Κατηγορούμενος έπραξε, αφού προηγουμένως τον απείλησε ότι θα τηλεφωνήσει στο αφεντικό της και ότι θα κατέβαινε από το αυτοκίνητο.

 

Ακολούθως, θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν πως ο Κατηγορούμενος ήταν απολογητικός λέγοντας της πως του άρεσε πολύ και πως δεν ήξερε πως να το εκφράσει, οπόταν η ίδια, όταν αυτός την ίδια μέρα της ζήτησε τον αριθμό τηλεφώνου της, του τον έδωσε.  Ακολούθησαν 2-3 βδομάδες όπου ο Κατηγορούμενος της συμπεριφερόταν καλά, πήγαιναν μαζί σε ωραία μέρη, της έπαιρνε φαγητό, χωρίς ωστόσο να έχουν σεξουαλική επαφή στο διάστημα αυτό, κάτι που εν τέλει επεσυνέβη μετά από την πάροδο αυτών των 2-3 εβδομάδων.  Ακολούθως στο πλαίσιο εξετάσεων που διενεργήθηκαν από τους εργοδότες της διεφάνη πως έπασχε από ηπατίτιδα Β, πράγμα το οποίο κοινοποίησε στον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν αρχικά υποστηρικτικός και μάλιστα την ίδια νύχτα επέμεινε να κάνουν σεξ χωρίς προφυλακτικό.  Κατά την 9.6.23 δε, ο Κατηγορούμενος, ήρθε σε συνεννόηση με τη Μ.Κ.2 (υπεύθυνη εργασίας της Παραπονούμενης) έτσι ώστε να μεταβεί στην εργασία της και να της κάνει πρόταση γάμου μπροστά στους συναδέλφους της, κάτι που πράγματι έγινε ενώ κατά το ίδιο διάστημα και για περίοδο περίπου 2-3 εβδομάδων διέμειναν στο σπίτι της μητέρας του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.3.) στην επαρχία Λάρνακας, με προοπτική στη συνέχεια να μετακομίσουν στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι.  Κάτι που πράγματι έπραξαν, για να διαμείνουν όμως εν τέλει εκεί μόνο ένα βράδυ, αφού η Παραπονούμενη του ανέφερε πως λόγω της κατάστασης του σπιτιού δεν μπορούσε να διαμείνει εκεί και ότι θα επέστρεφε στο διαμέρισμα της, στο οποίο διέμενε με την Μ.Κ.3 και στο οποίο δε θα μπορούσε να διαμείνει ο Κατηγορούμενος, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν αποδεκτό από τον εργοδότη της Παραπονούμενης που παρείχε τη διαμονή εκείνη. Κατά την ημέρα εκείνη η ίδια περιγράφει πως ο Κατηγορούμενος έχοντας της  ζητήσει να μεταβούν σε ξενοδοχείο να περάσουν χρόνο μαζί και να κάνουν σεξ και αυτή έχοντας του πει πως είναι κουρασμένη, θύμωσε, οδηγούσε επικίνδυνα και τη μετέφερε σε άγνωστο χώρο πλησίον μιας εκκλησίας όπου της επιτέθηκε και την απείλησε ενώ στη συνέχεια τη μετέφερε στην οικία της μητέρας του όπου και εκεί συνέχιζε να φωνάζει, η δε μητέρα του η οποία έπαιρνε το μέρος του, εν τέλει τη χαστούκισε, προτού τελικά ο Κατηγορούμενος την επιστρέψει στο διαμέρισμα της. Το ίδιο βράδυ ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου που την εργοδοτούσε για να της πει για την ασθένεια της Παραπονούμενης, καλώντας την να την απολύσει.

 

Απ’ εκείνη την ημέρα και μετά ήταν η θέση της πως η ίδια κατάλαβε πως δεν ήταν καλός άνθρωπος αλλά όταν του είπε πως δεν θα συγχωρούσε ούτε αυτόν ούτε τη μητέρα του, αυτός μεταξύ άλλων, άρχισε να την απειλεί ότι θα πει σε όλους για την ασθένεια της, της έλεγε ότι δεν δικαιούται να εργάζεται στο ξενοδοχείο επειδή έχει ηπατίτιδα και ότι θα καλέσει την αστυνομία για να κλείσει το ξενοδοχείο, την απειλούσε ότι θα την καταστρέψει, την καλούσε συνεχώς και όταν δεν απαντούσε μετέβαινε στην εργασία της και της δημιουργούσε προβλήματα και εν γένει την παρακολουθούσε όπου και αν βρισκόταν,  οπόταν μέσα σε αυτό το πλαίσιο και επειδή αυτά συνέβαιναν καθημερινά, η ίδια επέλεξε να του μιλά για να τον ηρεμεί και να μην της προκαλεί προβλήματα και είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσει τις συνομιλίες που είχε μαζί του και τα μηνύματα εκείνα που έδειχναν κάποιο ενδιαφέρον ή φαινομενικά αισθήματα αγάπης.   Ο ίδιος επέμενε να της ζητά να κάνουν σεξ και μέσα στο πλαίσιο αυτό εντάσσει τα εννέα περιστατικά σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συναίνεση της, τα οποία έλαβαν χώρα στο διάστημα από τον Ιούλιο του 2023 μέχρι και τις 15.9.23 ενώ επίσης εξήγησε υπό ποιες περιστάσεις κατέληξε, τελικώς, να τον καταγγείλει στις 17.9.23.

 

Από την άλλη, θέση της υπεράσπισης, ήταν πως η Παραπονούμενη ψεύδεται, πως είναι «κατά φαντασία μυθοπλάστης» κάτι που διαφάνηκε και στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης ασύλου που υπέβαλε, πως η σχέση τους ήταν καλή μέχρι το τέλος Αυγούστου και πως όλες οι επαφές που είχαν κατά τη διάρκεια της σχέσης τους ήταν συναινετικές συμπεριλαμβανομένων και των εννέα που επικαλέστηκε η Παραπονούμενη ως περιστατικά συνεύρεσης χωρίς τη συναίνεση της.  Απέδωσε δε στην ίδια αλλότρια κίνητρα για την καταγγελία, υποστηρίζοντας ότι ζήτησε από τον Κατηγορούμενο χρήματα (10.000 ευρώ) τα οποία δεν της έδωσε ενώ ήταν επίσης θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία ήταν απότοκο του ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τα έγγραφα για να παντρευτούν και ο ίδιος της είπε κατόπιν προτροπής της μητέρας του ότι δε θα έκαναν παιδί μαζί και η καταγγελία της υποβλήθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας της να εξασφαλίσει παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία αφότου η αίτηση ασύλου και η συνακόλουθη προσφυγή που υπέβαλε απορρίφθηκαν.  Επίσης θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι η καταγγελία ήταν απότοκο της παρότρυνσης των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.6 οι οποίοι της «παράντζειλαν» να υποβάλει καταγγελία για σεξουαλικά αδικήματα, αποδίδοντας προς τούτο συνωμοτικά κίνητρα στον Μ.Κ.6 αλλά και τη Μ.Κ.1, ενώ επίσης ήταν η θέση του πως για όλα αυτά είχε αποδεικτικά στοιχεία αλλά ο προηγούμενος του συνήγορος μαζί με τον κατήγορο που χειρίζεται την παρούσα φρόντισαν να τα εξαφανίσουν.

 

1.            Η Διαδικασία

 

Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δέκα μάρτυρες και συγκεκριμένα την Αστ. 1694 Γ.Γ. (Μ.Κ.1), την Χ.Π. (Μ.Κ.2), την L.I. (M.K.3),  τον Π.Α. (Μ.Κ.4), την M.D.K. - Παραπονούμενη, (M.K.5), τον Αστ. 810 Α.Κ. (Μ.Κ.6), τον Α/Αστ. 2688 Π.Σ. (Μ.Κ.7), την Αστ. 26 Κ.Π. (Μ.Κ.8), τον Δρ Ν.Χ. (Μ.Κ.9) και τον Αστ. 1456 Σ.Α. (Μ.Κ.10).  Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (Μ.Υ.1) ενώ κάλεσε άλλους έξι μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι τον Δρ Δ.Μ. (Μ.Υ.2), τη μητέρα του, Μ.Π. (Μ.Υ.3), τη φίλη του Ε.Π. (ΜΥ.4), τον Δρ Ζ.Κ. (Μ.Υ.5), τον Δρ Π.Μ. (Μ.Υ.6), και τον Γ. Κ. (Μ.Υ.7).  Κατατέθηκαν συνολικά 28 τεκμήρια και διάφορες άλλες καταθέσεις, ως Έγγραφα Α-ΙΓ.  Περιπλέον, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν κάποια παραδεκτά γεγονότα, αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων.

 

2.            Σύνοψη Μαρτυρίας

 

Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.10 ήταν αστυφύλακες που ενεπλάκησαν, ο καθένας με τον τρόπο του στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης.  Η Μ.Κ.1, αστυφύλακας στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, ήταν η ανακρίτρια της υπόθεσης και υιοθέτησε την κατάθεση της, Έγγραφο Α στην οποία καταγράφει τις ενέργειες στις οποίες προέβη, συμπεριλαμβανομένης της λήψης της καταγγελίας της Παραπονούμενης στις 17.09.23, της εκτέλεσης του πρώτου εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του Κατηγορούμενου[1], της περισυλλογής τεκμηρίων και παράδοσης τους στην Μ.Κ.8 για τη μεταφορά τους προς διενέργεια των απαραίτητων εξετάσεων καθώς και της λήψης δύο καταθέσεων από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήρια 9 και 10).   Αντεξετάστηκε σε σχέση με τις διαπιστώσεις της όσον αφορά τη σχέση του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης, ως τις ανέφερε, στηριζόμενη στα δεδομένα που εξήχθησαν από τα κινητά τηλέφωνα τους, για να της υποβληθεί πως ήταν αυθαίρετες, πως η σχέση των δύο ήταν φυσιολογική και πως εν γένει η διερεύνηση στην οποία προέβη ήταν ελλιπής, κυρίως επειδή κατ’ ισχυρισμόν της υπεράσπισης, η ανακρίτρια δεν διερεύνησε το πώς εισήλθε στην Κύπρο η Παραπονούμενη ούτε τους λόγους απόρριψης της αίτησης ασύλου που υπέβαλε.  Πράγμα το οποίο, εάν έπραττε, σε συνδυασμό και με τα μηνύματα που η Παραπονούμενη αντάλλαζε με τον Κατηγορούμενο την επίδικη περίοδο, θα οδηγείτο στο ότι επρόκειτο για μια ψευδή καταγγελία. Ο δε Μ.Κ.6 ήταν ο αστυφύλακας που ανταποκρίθηκε στην κλήση της Παραπονούμενης, η οποία αφορούσε το περιστατικό το οποίο αποτέλεσε το έναυσμα για την υποβολή της καταγγελίας για τα επίδικα αδίκηματα και το οποίο έλαβε χώραν πλησίον του χώρου εργασίας της κατά την 17.9.23.  Θέση του ήταν ότι όταν μετέβη στο μέρος κάλεσε την Παραπονούμενη να μεταβεί στο σταθμό, όπου στο πλαίσιο προφορικής συνομιλίας η ίδια του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος σε διάφορες περιπτώσεις είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της, οπόταν και ο ίδιος καθηκόντως παρέπεμψε την υπόθεση προς διερεύνηση στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. 

 

Ο Μ.Κ.10, υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε (Έγγραφο ΙΑ), σε σχέση με την εξέταση των κινητών τηλεφώνων του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης και εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εξαγωγή των δεδομένων καθώς και τις επιμέρους διαπιστώσεις του σε σχέση με την ημερομηνία και ώρα που αναγραφόταν στα δύο κινητά, αναφέροντας πως σε σχέση με τα διάφορα μηνύματα, κλήσεις, βίντεο και άλλο υλικό που εντόπισε στα κινητά στην εφαρμογή «whatsapp», έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Tεκμήριο 19) και την Παραπονούμενη (Tεκμήριο 20), για την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων.  Εξήγησε περαιτέρω, πως η ώρα αποστολής και παραλαβής μηνυμάτων που περιέχονταν στα δύο κινητά, λόγω του ότι στις συσκευές των κινητών ήταν καθορισμένη μηχανοκίνητα και όχι αυτοματοποιημένα, διαφέρει από την πραγματική και από αυτήν που αναγράφεται στα διάφορα μηνύματα και πως για όσα απεστάλησαν μετά το τέλος Μαρτίου, η ορθή τους ώρα είναι +3 ώρες από την αναγραφόμενη. Για όσα μηνύματα ήταν προ Μαρτίου, η ορθή τους ώρα, είναι +2 από αυτήν που αναγράφεται. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 13 ως ένα από τα επτά πανομοιότυπα usb που ετοίμασε ο ίδιος και που περιλαμβάνει τα δεδομένα που εξήγαγε από τα δύο κινητά και την έκθεση που ετοίμασε κατόπιν (Έγγραφο ΙΒ), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε επίσης, ως περαιτέρω μέρος της κυρίως εξέτασης του. Εξήγησε πως εξήγαγε 7 διαφορετικές συνομιλίες, εκ των οποίων η μια ήταν διαγεγραμμένη και πως περιέχονταν συνολικά 28.836 μηνύματα. Εξήγησε ποιος τηλεφωνικός αριθμός ανήκει αντιστοιχεί στο κινητό της Παραπονούμενης, διευκρινίζοντας ότι ο τηλεφωνικός αριθμός του κινητού του Κατηγορούμενου, ήταν αποθηκευμένος στο δικό της κινητό ως «My forever» και πως τα διαγεγραμμένα μηνύματα, διαγράφηκαν από το κινητό της Παραπονούμενης. Προέβαλε ενδεικτικά στο δικαστήριο το περιεχόμενο της μεταξύ τους συνομιλίας την 01.05.23,  16.05.23, 25.06.23, 15.09.23, 17.09.23 καθώς και περιεχόμενο βίντεο που ανάκτησε από τα δύο κινητά σε διάφορες ημερομηνίες, τα οποία περιέχονταν στο Τεκμήριο 16. Επί αυτών εξήγησε πως δεν μπορεί να προκύψει η πραγματική ημερομηνία δημιουργίας τους πλην όμως τεκμαίρεται από την ημερομηνία που εμφανίζεται σε κάθε ένα βίντεο πως αυτό δημιουργήθηκε είτε τη συγκεκριμένη ημερομηνία ή και προγενέστερα.

 

Αντεξετάστηκε σε σχέση με την μέθοδο που ακολούθησε προς εξαγωγή των δεδομένων των κινητών τηλεφώνων που παρέλαβε και ερωτήθηκε κατά πόσο η ακρίβεια των εξαχθέντων δεδομένων, επαληθεύεται είτε από άλλο συνάδελφο του, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, αν αυτά δύνανται να τροποποιηθούν κατά την εξαγωγή τους, εάν υπάρχει η πιθανότητα μια εκ των συσκευών που ανέλυσε να χρησιμοποιείτο από πολλαπλούς χρήστες και κατά πόσο εξήχθησαν όλα τα δεδομένα των κινητών τηλεφώνων ή μέρος αυτών.

 

Ο Μ.Κ.9 ήταν ο ιατροδικαστής που εξέτασε την Παραπονούμενη και ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του, την ιατροδικαστική έκθεση που ετοίμασε, (Έγγραφο Ι), στην οποία αναφέρει πως κατόπιν εξέτασης της Παραπονούμενης στις 18.09.23 διαπίστωσε πως η πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή, ο κόλπος και το αιδοίο ελέγχονταν φυσιολογικά και πως δεν υπήρχαν κακώσεις σώματος και γεννητικών οργάνων. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως οι πιο πάνω διαπιστώσεις του, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε βιασμός και πως η απουσία κακώσεων είναι το πιο συχνό φαινόμενο σε περιπτώσεις βιασμών, πλην ορισμένων περιπτώσεων εξηγώντας πότε δύναται να προκύψουν κακώσεις κατά το περιστατικό ενός βιασμού. Επισήμανε επίσης πως ενόψει του ότι τα ισχυριζόμενα περιστατικά προσδιορίστηκαν από την Παραπονούμενη μέχρι και τρεις μήνες προηγουμένως, ακόμη και εάν τότε υπήρχαν κακώσεις, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να τις εντοπίσει στις 18.09.23 που την εξέτασε πλην όμως σε κάθε περίπτωση, η Παραπονούμενη δεν είχε αναφέρει ότι υπήρχαν τέτοιες.

 

Αντεξετάστηκε σε σχέση με την μέθοδο που ακολούθησε για να εξετάσει την Παραπονούμενη και ερωτήθηκε κατά πόσο είναι δυνατόν να προκύψουν κακώσεις κατά τη διάρκεια μιας σεξουαλικής πράξης, εάν ο κόλπος δεν είναι υγρός, εάν εντόπισε σπερματικά ή άλλα υγρά κατά την εξέταση της Παραπονούμενης καθώς και εάν κατά την διάρκεια μιας σεξουαλικής επαφής στην οποία προβάλλεται αντίσταση, δημιουργούνται ή όχι τραύματα στον κόλπο ή στην ευρύτερη περιοχή.

 

Οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 ήταν μάρτυρες που είχαν σχέση και επαφή με την Παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο και κατέθεσαν ως προς το τί είχαν αντιληφθεί έχοντας επαφή με την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2, ως υπεύθυνη της Παραπονούμενης στην εργασία της, η Μ.Κ.3 ως συγκάτοικος της και ο Μ.Κ.4 ως ένοικος του συγκροτήματος όπου η Παραπονούμενη διέμενε.

Ως Μ.Κ.5, κατέθεσε η Παραπονούμενη. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφα Ε και Στ) όπου αναφέρεται στα της γνωριμίας της με τον Κατηγορούμενο περί τον Απρίλιο του 2023, στη σχέση που σύναψαν, το δαχτυλίδι αρραβώνων που της έδωσε τον Ιούνιο του 2023 ενώπιον των συναδέλφων της, στη διαμονή τους στη μητέρα του Κατηγορούμενου για 2-3 εβδομάδες κατά την ίδια περίοδο αλλά και στην πρόθεση τους να μετακομίσουν στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι στο οποίο ωστόσο διανυκτέρευσαν μόνο ένα βράδυ γιατί η κατάσταση του δεν ήταν καλή, οπόταν και η Παραπονούμενη του είπε ότι θα πήγαινε πίσω στο διαμέρισμα της μέχρι να φτιαχτεί το σπίτι, επισημαίνοντας του ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να μείνει εκεί γιατί έμεναν και άλλοι συνάδελφοί της μαζί. Αναφέρεται ακόμα σε συγκεκριμένο συμβάν που επεσυνέβη κατά τον ίδιο χρόνο και το οποίο κατά την ίδια επέφερε ρήξη στη σχέση τους κάνοντας την ίδια να καταλάβει ότι δεν ήταν καλός άνθρωπος.  Εξήγησε πως αφού πήγαν για βόλτα ο Κατηγορούμενος την ρώτησε εάν θα περνούσαν χρόνο μαζί σε κάποιο ξενοδοχείο, με την ίδια να αρνείται και να του ζητά να την πάρει στο διαμέρισμα της, οπόταν ο Κατηγορούμενος θύμωσε και ξεκίνησε να οδηγεί με άσχημο τρόπο και της είπε πως δεν θα έκανε ό,τι ήθελε, την οδήγησε έξω από μια απομονωμένη εκκλησία, την άρπαξε από το λαιμό και της φώναζε ότι θα την καταστρέψει και ότι είναι ο αρχηγός της μαφίας και ότι η Αγία Νάπα του ανήκει. Την έσυρε στη συνέχεια στο αυτοκίνητο, την πήγε στο σπίτι της μητέρας του στην Λάρνακα και εκεί, η μητέρα του κατόπιν που ο Κατηγορούμενος θυμωμένος της έλεγε πράγματα για την ίδια, την έσπρωξε έξω από το σπίτι και όταν μπήκε στο αυτοκίνητο, πήγε εκεί και την χαστούκισε. Από εκείνο το βράδυ ξεκίνησε να τον μισεί και κατάλαβε πως δεν ήταν καλός άνθρωπος αφού είχε πάρει τηλέφωνο την εργοδότρια της και της ζήτησε να την απολύσει γιατί πάσχει από ηπατίτιδα. Έπειτα, της ζητούσε συγγνώμη και όταν  κατάλαβε πως η ίδια δεν θα τον συγχωρούσε, ξεκίνησε να την απειλεί, ότι θα διαδώσει την ασθένεια της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και θα ζητήσει από την Αστυνομία να της δημιουργήσει πρόβλημα στον χώρο εργασίας της, ότι θα την καταστρέψει και άλλα, με αποτέλεσμα η ίδια να φοβηθεί γνωρίζοντας πλέον για τι ήταν ικανός. Την απειλούσε καθημερινά μέσω μηνυμάτων και κλήσεων ενώ όταν δεν του απαντούσε, πήγαινε έξω από το ξενοδοχείο που εργαζόταν και της φώναζε στο τηλέφωνο πως εάν δεν πάει σε πέντε λεπτά έξω, θα μετέβαινε ο ίδιος στο χώρο υποδοχής και θα έλεγε σε όλους ποια είναι. Λόγω του φόβου που ένιωθε και θέλοντας να τον ηρεμήσει, ήταν η θέση της πως του έλεγε πως θα μιλήσουν αργότερα και συμφώνησε να την παίρνει από και προς την εργασία της, πως ο Κατηγορούμενος στις επικοινωνίες που είχαν της ζητούσε επίμονα σεξ, πως είχε εξασφαλίσει κλειδί του διαμερίσματος της χωρίς η ίδια να ξέρει πως και σε αυτό το πλαίσιο επεξηγεί πως επεσυνέβη το πρώτο περιστατικό κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος την υποχρέωσε σε σεξουαλική επαφή χωρίς τη θέληση της. Περιστατικό το οποίο ακολούθησαν άλλα οκτώ για τα οποία έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες κατά την προφορική της μαρτυρία.  Συνοπτικά σημειώνουμε ότι θέση της ήταν ότι το πρώτο περιστατικό επεσυνέβη στο διαμέρισμα της, το δεύτερο και τρίτο στην οικία του Κατηγορούμενου, το τέταρτο στο διαμέρισμα της, το πέμπτο σε δωματιάκι της ΑΗΚ που βρίσκεται στο συγκρότημα διαμερισμάτων όπου διέμενε η Παραπονούμενη, το έκτο στο διαμέρισμα της και τα τρία τελευταία στη Μαρίνα της Αγίας Νάπας.

 

Αντεξετάστηκε επί του ζητήματος της εισόδου στη Δημοκρατία για να της υποβληθεί πως έφτασε παράνομα στην Κύπρο και πως απορρίφθηκε το αίτημα της για άσυλο, λόγω της αναξιοπιστίας των όσων είχε αναφέρει στην συνέντευξη της. Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς τη γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο και εν γένει τη σχέση τους, το εάν διέμεναν μαζί καθώς επίσης ως προς το εάν κατά τη διάρκεια της σχέσης τους και πριν την υποβολή της επίδικης καταγγελίας της για την παρούσα, τον κατήγγειλε ξανά και αν στη συνέχεια μετάνιωσε και ζητούσε να αποσύρει καταγγελία. Αντεξετάστηκε περιπλέον ως προς τους λόγους που την ώθησαν να δώσει συμπληρωματική κατάθεση οκτώ ημέρες μετά αλλά και ως προς το ότι στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι διέμεναν και άλλα άτομα και πως ήταν αδύνατο να βιασθεί εκεί χωρίς να γίνει τούτο αντιληπτό. Επίσης της υποβλήθηκε η θέση πως ψεύδεται λέγοντας πως η μητέρα του Κατηγορούμενου την χτύπησε, όταν ο Κατηγορούμενος την μετέφερε εκεί καθ’ ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό και ότι το μόνο πράγμα που της είπε εκείνο το βράδυ ήταν να περάσει έξω από το σπίτι, όπως και στον Κατηγορούμενο γιατί τσακώνονταν. Ερωτήθηκε επίσης για ποιο λόγο μετέβαινε στο σπίτι του Κατηγορούμενου, εφόσον ως είχε ισχυριστεί τον φοβόταν, για να της υποβληθεί πως όλες ανεξαιρέτως οι φορές που είχαν σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο, ήταν με τη συναίνεση της και πως τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ουδέποτε προηγουμένως τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία αλλά και από το ότι ιατροδικαστής που την εξέτασε κατόπιν που υπέβαλε την καταγγελία, δεν εντόπισε οποιοδήποτε κολπικό ή πρωκτικό τραύμα. Της υποδείχθηκαν επίσης βίντεο και συνομιλίες από τα τεκμήρια 16 και 17 τα οποία χρονολογούνται μέχρι και τον Ιούλιο του 2023 για να της υποβληθεί πως από το περιεχόμενο τους διαφαίνεται πως κανένα πρόβλημα δεν υπήρχε μεταξύ τους και ότι κατήγγειλε για εκδίκηση τον Κατηγορούμενο και για να εξυπηρετήσει δικούς της σκοπούς. Κατά την επανεξέταση της, διευκρίνισε τι ήταν αυτά που ανέφερε στην υπηρεσία ασύλου όταν κλήθηκε για συνέντευξη και τι εννοούσε κατά την κυρίως εξέταση της όταν ανέφερε πως η μητέρα της είναι μάγισσα καθώς και ποιους γιατρούς επισκέφθηκε και πότε, προτού εξεταστεί από ιατροδικαστή μετά που υπέβαλε την καταγγελία.

 

Ο Κατηγορούμενος, για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής και της συμπληρωματικής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 9 και 10 αντίστοιχα), όπου αναφέρεται στον τρόπο γνωριμίας του με την Παραπονούμενη, στο τι έγινε κατ’ εκείνη την πρώτη ημερομηνία λέγοντας ότι την είδε της φώναξε, συνομίλησαν για λίγο και μπήκε στο αυτοκίνητο του όπου έκαναν βόλτες, μετέβηκαν σε μια παραλία όπου φιλιόντουσαν χωρίς όμως να κάνουν σεξ μέχρι και πως εν τέλει την επέστρεψε στο σπίτι της και εκείνη του ανέφερε πως μπορεί να την επισκέπτεται όποτε θέλει. Υποστήριξε πως κατά τη διάρκεια που ήταν στο αυτοκίνητο της κράτησε μόνο το χέρι και δεν την άγγιξε αλλού, ότι αρχικά ήταν φίλοι και στην συνέχεια έπειτα από δύο εβδομάδες έγιναν ερωτικοί σύντροφοι, ότι αργότερα της έκανε πρόταση γάμου στο χώρο εργασίας της και ότι έκαναν και πάρτι αρραβώνων παρουσία συγγενών της. Ανέφερε ακόμα, ότι ως ζευγάρι διέμεναν αρχικά στο σπίτι της μητέρας του στο Μενεού για δεκαπέντε ημέρες με τρεις εβδομάδες, μετά στο σπίτι του στο Παραλίμνι για μια εβδομάδα και κατόπιν στο δικό της διαμέρισμα για δύο εβδομάδες περίπου μέχρι που τον έδιωξε γιατί τσακώθηκαν, οπόταν διέμενε κάποτε στη μητέρα του και κάποτε στο δικό του σπίτι ή και κάποτε στο αυτοκίνητο γιατί η Παραπονούμενη φοβόταν ότι θα βρει άλλη γυναίκα και έμενε εκεί για να την μεταφέρει και στην εργασία της το πρωί. Αναφέρθηκε ακόμα και στον λόγο του τσακωμού που σύμφωνα με τα λεγόμενα στην κατάθεση του αφορούσε το ότι ο ίδιος υποψιαζόταν πως η Παραπονούμενη είχε βρει άλλο άντρα, ότι βρήκε μηνύματα στο κινητό της για τα οποία του είπε ψέματα πως ήταν από τον γαμπρό της, ότι σταμάτησε να τον φιλά, να τον αγκαλιάζει και να κάνει έρωτα μαζί του και ότι γενικά τον απέφευγε και όταν προσπάθησαν να τα βρουν η ίδια του είπε πως δεν μπορεί να μένει στο διαμέρισμα της γιατί ο εργοδότης της δεν της το επέτρεπε. Γνώριζε από την ίδια ότι πάσχει από ηπατίτιδα και δεν τον ένοιαζε εξ ου και όταν του το είπε, για να της αποδείξει ότι δεν τον ενδιαφέρει έκανε έρωτα μαζί της χωρίς προφύλαξη. Υποστήριξε ακόμα ότι ποτέ δεν έκαναν έρωτα χωρίς τη συναίνεση της και πως η τελευταία φορά που είχαν επαφές ήταν στις 15.09.23 όταν η ίδια ήθελε να κάνουν σεξ στο αυτοκίνητο και γι’ αυτό πήγαν στην Μαρίνα Αγίας Νάπας.  Παραδέχθηκε όμως ότι όταν τσακώνονταν της έστελνε κάποιες φορές απειλητικά μηνύματα, αλλά δεν τα εννοούσε, ωστόσο υποστήριξε πως ποτέ δεν την εκβίασε να έχει σεξουαλικές επαφές μαζί του αλλά ως προς το εάν την απείλησε ότι θα δημοσιοποιήσει το γεγονός πως πάσχει από ηπατίτιδα ανέφερε πως την απείλησε πως αν χωρίσει μαζί του για άλλο άντρα θα το δημοσιοποιούσε έτσι ώστε να μην της κοντέψει κανένας άλλος.

 

Ήταν ακόμα η θέση του πως καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέσης τους έκαναν σεξ 5-7 φορές, αφού πάντα του έλεγε πως ήταν κουρασμένη, ότι η σχέση τους μέχρι το τέλος Αυγούστου ήταν καλή ωστόσο τελευταία τον απέφευγε παρόλο που όταν της έλεγε να χωρίσουν, η ίδια τον «καλόπιανε» και ότι έκανε δύο φορές φασαρία στον χώρο εργασίας της γιατί δεν δεχόταν να μην του απαντά.  Αναφέρεται ακόμα στα γεγονότα της 17.9.23 ενώ στη συμπληρωματική του κατάθεση (τεκμήριο 10) αναφέρεται στην καταγγελία που έκανε η Παραπονούμενη εναντίον του κατά τον Αύγουστο του 2023 και την οποία εν τέλει απέσυρε, ενώ επίσης αναφέρεται και στο ότι είχε κλειδί του διαμερίσματος της το οποίο, ως η θέση του, του έδωσε αρχικά η ίδια και το οποίο στη συνέχεια πήρε πίσω γιατί φώναζε ο εργοδότης της. Αναφέρεται ακόμα και στον ο λόγο που τον κατήγγειλε η Παραπονούμενη, που ήταν γιατί του ζήτησε 1000 ευρώ με την πρόφαση ότι θα της έπαιρναν το σπίτι της στην Αφρική, αυτός της είπε ότι χρειαζόταν δύο εβδομάδες να τα μαζέψει και όταν παρήλθε ο χρόνος και δεν της τα έδωσε, τον κατήγγειλε, γεγονός που μπορούν να το διαπιστώσουν από τη συνομιλία που είχε με τον αδελφό της.

 

Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως όταν έδωσε την συμπληρωματική κατάθεση του (τεκμήριο 10) έκλαιγε και ήταν σε σοκ και κάποια από αυτά που ανέφερε, δεν τα κατέγραψε η Μ.Κ.1. μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι είναι ο Μ.Κ.6 που μεθόδευσε την καταγγελία εναντίον του, αφού και κατά την προηγούμενη καταγγελία που του είχε κάνει η Παραπονούμενη και την απέσυρε, η Αστυνομία έψαχνε τρόπο να τον αφήσει υπό κράτηση. Για την επίδικη καταγγελία υποστήριξε ότι στον αστυνομικό σταθμό, ο Μ.Κ.6 είπε στην Παραπονούμενη πως ο μόνος τρόπος να τον συλλάβουν ήταν να τον καταγγείλει για σεξουαλικά αδικήματα όπως και έγινε, γεγονός που του επιβεβαίωσαν και άλλοι φίλοι του αστυνομικοί, γεγονός το οποίο η Μ.Κ.1 γνώριζε πλην όμως το απέκρυψε από την κατάθεση του. Ανέφερε ακόμα ότι έχει πρόβλημα με την καρδία του και έχει βηματοδότη γιατί δεν λειτουργεί στο 100% η καρδιά του και ότι δεν θα μπορούσε να την χτυπήσει ή να την βιάσει γιατί δεν αντέχει και κουράζεται εύκολα. Απέδωσε στη συνέχεια το κίνητρο της Παραπονούμενης να τον καταγγείλει στο γεγονός ότι απορρίφθηκε η ένσταση που καταχώρησε στο δικαστήριο σε σχέση με την μη παραχώρηση ασύλου προς το πρόσωπο της και έψαχνε τρόπο να παραμείνει στην Κύπρο.  Αναφέρθηκε και πάλι στα γεγονότα της 17.9.23 λέγοντας ότι έμαθε από κάποιο φίλο του πως την προηγούμενη νύχτα η τελευταία παρόλο που του αρνήθηκε συνάντηση, βρισκόταν με άλλους έγχρωμους στον χώρο της πολυκατοικίας που διέμενε, έκανε στριπτίζ στον χώρο της πισίνας και κάπνιζαν μαριχουάνα. Το γεγονός αυτό, το ανέφερε τηλεφωνικά μόλις το έμαθε στην υπεύθυνη της, η οποία ως φαίνεται την ενημέρωσε εξ ου και όταν τον είδε την ώρα που σχόλναγε, φοβήθηκε και έτρεχε να φύγει εξηγώντας τα όσα ακολούθησαν μετά μέχρι τη σύλληψη του.

 

Ήταν η θέση του πως δεν βίασε ποτέ την Παραπονούμενη ούτε και την χτύπησε αφού είναι αυτή που τον χτυπούσε κάποτε όταν θύμωνε και εν πάση περιπτώσει την αγαπούσε πολύ.  Δέχθηκε πως την παρακολούθησε κάποιες φορές στα πλαίσια της εργασίας του να προστατεύει τον χώρο του εστιατορίου «Acropolis» που βρίσκεται απέναντι από το ξενοδοχείο που εργαζόταν η Παραπονούμενη και όχι επί σκοπώ.

 

Αντεξετάστηκε ως προς την συχνότητα που είχαν συγκρούσεις με την Παραπονούμενη ως επίσης και σε σχέση με το πώς και πότε γνωρίστηκαν, πότε ξεκίνησαν να έχουν ολοκληρωμένες σεξουαλικές επαφές και πόσες φορές από την γνωριμία τους μέχρι και την υποβολή της καταγγελίας είχαν κάνει σεξ. Ερωτήθηκε εάν σε οποιοδήποτε στάδιο είχε αντιληφθεί ότι η Παραπονούμενη φοβόταν ότι θα την βιάσει, για να του υποβληθεί πως έτσι είχε γίνει με αναφορά και στο περιεχόμενο γραπτού μηνύματος το οποίο περιέχεται  στο Τεκμήριο 13, το οποίο ο ίδιος της έστειλε και στο οποίο της έγραφε «because you thing that I want to rape you». Επί αυτού αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου πως πρόκειται για μια παρεξήγηση μεταξύ τους παραπέμποντας σε κάποιο περιστατικό που έγινε κατά τη θέση του, μερικές ημέρες προηγουμένως, όταν λανθασμένα η Παραπονούμενη φοβήθηκε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, όταν αυτός σταμάτησε σε κάποιο «δασούδι» για να ουρήσει οπότε η ίδια θεώρησε πως ήταν για να τη βιάσει. Του υποβλήθηκε πως ψεύδεται και πως όσα ανέφερε αποτελούν ιστορίες από το μυαλό του, με τον ίδιο να επικαλείται μήνυμα της Παραπονούμενης η οποία του παραδεχόταν πως ό,τι είπε για τον ίδιο είναι ψέματα τα οποία η Αστυνομία την πίεσε να πει, προβάλλοντας τη θέση πως τα μηνύματα αυτά τα είχε τοποθετήσει σε usb ωστόσο ο προηγούμενος δικηγόρος του, τα διέγραψε κατ’ εντολή άλλων, γεγονός για το οποίο παραπονέθηκε ως η θέση του στην επιτροπή κατά της διαφθοράς. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το ποια ήταν η αφορμή που τσακώνονταν με την Παραπονούμενη, ως προς το πού διέμεναν και για πόσο, για να του υποβληθεί πως τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, διαφέρουν από όσα ανέφερε δια ζώσης. Επί τούτου, αποτέλεσε θέση του πως φοβόταν να πει όσα ανέφερε και στο Δικαστήριο διότι γνώριζε από την αρχή πως η υπόθεση ήταν στημένη, γεγονός το οποίο μετέπειτα του το είχε αναφέρει και η Παραπονούμενη εξ ου και όταν είπε στους αστυνομικούς και δη στην Μ.Κ.1 να ερευνήσει ορισμένους ισχυρισμούς του, δεν το έπραξε.

 

Αντεξετάστηκε περαιτέρω, ως προς τον λόγο που η Παραπονούμενη τον έδιωξε από το διαμέρισμα της και τον λόγο που διέμενε μέσα στο αυτοκίνητο του, έξω από το συγκρότημα διαμερισμάτων που διέμενε η τελευταία, για να του υποβληθεί πως ο λόγος ήταν γιατί την παρακολουθούσε και ήθελε να την ελέγχει λόγω της αρρωστημένης ζήλειας που έτρεφε προς το πρόσωπο της και πως άλλα ανέφερε στην κατάθεση του και άλλα στο δικαστήριο. Αντεξετάστηκε επίσης για τα εννέα περιστατικά που ανέφερε η Παραπονούμενη ως περιστατικά βιασμού της αλλά και για το κατά πόσον στις 16.09.23 της απέστειλε γραπτό μήνυμα λέγοντας της μεταξύ άλλων «I was mistake for the last night», με τον ίδιο να αποδέχεται ότι έστειλε τέτοιο μήνυμα προβάλλοντας την θέση ότι τούτο ήταν επειδή όταν έκαναν σεξ το προηγούμενο βράδυ, η Παραπονούμενη ήταν «αλλού», την έδιωξε και δεν δέχθηκε μετά να κάνουν σεξ, εξ ου και της απολογήθηκε την επόμενη ημέρα. Αρνήθηκε ότι έκαναν σεξ στο αυτοκίνητο στην μαρίνα Αγίας Νάπας τρεις φορές και πως σύμφωνα με την Παραπονούμενη, την βίασε και ανέφερε πως οι φορές που συνευρέθηκαν ερωτικά στην μαρίνα Αγίας Νάπας ήταν δύο και όχι τρεις ως ψευδώς ανέφερε η τελευταία και αυτές δεν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο αλλά έξω από αυτό, πάνω σε χαλάκι που τοποθέτησαν.

 

Επίσης ανέφερε ότι, ούτε και σεξ έκαναν με τον τρόπο που περιέγραψε η Παραπονούμενη, λόγω προβλήματος που έχει στην καρδία, το οποίο δεν του επιτρέπει να βρίσκεται πάνω από μια γυναίκα διότι κουράζεται και μετά δεν έχει στύση ενώ έδωσε τις θέσεις του για κάθε ένα από τα περιστατικά που η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε.

 

Αρνήθηκε ότι χειραγωγούσε και εκφόβιζε την Παραπονούμενη, εξ ου και δεν τον είχε καταγγείλει προηγουμένως και προέβαλε τη θέση πως το κίνητρο της Παραπονούμενης για να υποβάλει την καταγγελία ήταν το να παραμείνει στην Κύπρο, έτσι σε συνδυασμό με την παρότρυνση της Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.8 που ήθελαν πάση θυσία να τον κλείσουν στην φυλακή, υπέβαλε την καταγγελία για την παρούσα. Σε σχέση με το σπρέι που εντοπίστηκε στο όχημα του, αποτέλεσε θέση του πως αυτό τοποθετήθηκε από την Αστυνομία και πως ο ίδιος δεν ήταν καν παρών, όταν αυτό εντοπίστηκε.

 

Οι Μ.Υ.2, Μ.Υ.5 και Μ.Υ.6 ήταν επιστήμονες οι οποίοι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες ο καθένας στη σφαίρα της ειδικότητας του, για τα ζητήματα που τους κάλεσε η υπεράσπιση.  Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι είναι μικροβιολόγος, ο οποίος διατηρεί χημείο στην Λάρνακα, ότι κατόπιν επίσκεψης του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης διενήργησε εξετάσεις για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ότι τα αποτελέσματα (Τεκμήριο 21) κατέδειξαν παρουσία ηπατίτιδας μόνο στην Παραπονούμενη και ότι του ζήτησαν επίσης συμβουλή σε σχέση με τον τρόπο που θα έπρεπε να έχουν σεξουαλική επαφή, κάτι για το οποίο τους συμβούλεψε. Η αντεξέταση του Μ.Υ.2 περιορίστηκε στο κατά πόσον γνωρίζει τι απέγιναν οι δύο τους μετά και εάν μετά τις 31.05.23 που τους γνωστοποίησε τα αποτελέσματα, τους είδε ξανά.  Ο Μ.Υ.5, ειδικός καρδιολόγος, κατέθεσε για την κατάσταση υγείας του Κατηγορούμενου.  Εν πολλοίς ανέφερε ότι τον εξέτασε στις 28.12.22 λόγω κόπωσης, ότι πρόκειται για ασθενή με ιστορικό στεφανιαίας νόσου, παλαιότερου εμφράγματος με διενέργεια αγγειοπλαστικής LAD στην κεντρική αρτηρία, ότι προέβη σε εκτίμηση της κατάστασης του, όπου και διαπίστωσε σοβαρό επηρεασμό της αριστερής κοιλίας, με κλάσμα εξώθησης 35% λόγω καρδιακής ανεπάρκειας για την οποία ακολούθησε εμφύτευση απινιδωτή μετά τις 02.02.2023 και ότι η διάγνωση του ήταν ότι πάσχει από σοβαρή ισχαιμική καρδιακή ανεπάρκεια.  Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε κατά πόσον ένας ασθενής με το ιατρικό ιστορικό που έχει ο Κατηγορούμενος απεμπολεί την σεξουαλική επιθυμία του καθώς επίσης και εάν γνωρίζει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε ή όχι φυσιολογική σεξουαλική ζωή.

 

Ο Μ.Υ.6, κατέθεσε ως γυναικολόγος μαιευτήρας, υιοθέτησε το Τεκμήριο 15 και ανέφερε ότι γνωρίζει την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο καθ’ ότι επισκέφθηκαν το ιατρείο του και ζήτησαν πληροφορίες σε σχέση με την νόσο Ηπατίτιδα Β, πώς αυτή μεταδίδεται και ποιες οι επιπλοκές που μπορεί να προκαλέσει σε περίπτωση εγκυμοσύνης στο έμβρυο.

 

Ως Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 κατέθεσαν η μητέρα και μια φίλη του Κατηγορούμενου ουσιαστικά για να δώσουν τη δική τους μαρτυρία ως προς το πώς βίωσαν τη σχέση του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη και οι οποίες υποστήριξαν κατηγορηματικά πως αποκλείεται ο Κατηγορούμενος να είχε προβεί στις συμπεριφορές που του καταλογίζονται και πως η καταγγελία της Παραπονούμενης είναι υποκινούμενη από αλλότρια κίνητρα.

 

Ως Μ.Υ.7 κατέθεσε λειτουργός του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, ο οποίος κατέθεσε αναφορικά με το καθεστώς της Παραπονούμενης, τον τρόπο εισόδου της καθώς και την αίτηση ασύλου που υπέβαλε, τη διαδικασία εξέτασης της, το αποτέλεσμα της που ήταν να απορριφθεί στις 7.7.23 καθώς και τα όσα ακολούθησαν με την καταχώρηση προσφυγής από πλευράς της Παραπονούμενης, η οποία και αυτή απερρίφθη 5.4.24. 

 

3.    Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.

 

Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[2].

 

Α. Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.6 - Μ.Κ.10)

 

Αρχίζοντας από τους αστυφύλακες  Μ.Κ.1, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.10 πρέπει να πούμε ότι αυτοί δεν γνώριζαν οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκαν τα πράγματα και περιέγραψαν πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξης τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Εν γένει η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Εξάλλου μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, δεν αμφισβητήθηκε.  Η δε βασιμότητα των όσων ανέφεραν, επιβεβαιώνεται και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή και προφορική.

 

Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας της εξεταστού Μ.Κ.1, ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε από ισχυριζόμενο περιστατικό που φέρεται να έλαβε χώρα στις 17.9.23 πλησίον του ξενοδοχείου όπου εργοδοτείτο η Παραπονούμενη, καίτοι η υπεράσπιση αμφισβήτησε, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, αυτό καθ’ αυτό το εν λόγω περιστατικό και την αιτία που το προκάλεσε.  Εντούτοις όμως, δεν αμφισβητήθηκε πως όντως ειδοποιήθηκε η αστυνομία συνεπεία κάποιου συμβάντος κατά το οποίο, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος την κυνηγούσε, της φώναζε, η ίδια περικυκλώθηκε από κόσμο και ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία μετέβη στο μέρος και χειρίστηκε στο περιστατικό.   Ούτε αμφισβητήθηκε ότι εκ των υστέρων, όταν η Παραπονούμενη οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος μεταξύ συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ερχόταν σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της και την εκφόβιζε και ότι ένεκα της φύσης των ισχυριζόμενων αδικημάτων που προέκυπταν από τα όσα προφορικά ανέφερε, η υπόθεση οδηγήθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και ότι τη διερεύνηση ανέλαβε η ίδια η Μ.Κ.1.  

 

Βέβαια στη Μ.Κ.1 υποβλήθηκε ότι στις 17.9.23 την ώρα που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι έγινε το πιο πάνω περιστατικό, ο Κατηγορούμενος ήταν αλλού και συγκεκριμένα έδινε κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Επί τούτου η μάρτυρας ανέφερε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος ήταν παρών κατά το περιστατικό, αλλά όταν το περίπολο με τον Μ.Κ.6 μετέβη στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου «Anmaria» που βρίσκεται πολύ κοντά στο ξενοδοχείο στο οποίο εργοδοτείτο η Παραπονούμενη όπου και φερόταν να είχε λάβει χώρα το ισχυριζόμενο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος είχε ήδη αποχωρήσει. Επικαλούμενη δε τη μαρτυρία του Μ.Κ.6 που είχε εμπλακεί στο εν λόγω περιστατικό, ανέφερε ότι ο τελευταίος βρήκε τον Κατηγορούμενο εντός του κτιρίου του Αστ. Σταθμού Αγ. Νάπας όταν επέστρεψε πίσω στον εν λόγω Σταθμό, ότι ο Κατηγορούμενος επέμενε να μιλήσει με την Παραπονούμενη, λέγοντας του (Μ.Κ.6) πως είναι ερωτευμένος μαζί της και ότι της έκανε πρόταση γάμου, με τον Μ.Κ.6 να του αναφέρει να αποχωρήσει για να διερευνήσει τι έγινε.  Οπόταν και στο πλαίσιο συνομιλίας με την Παραπονούμενη, η τελευταία του ανέφερε, μεταξύ άλλων, αυτά που αναφέρθηκαν και ανωτέρω, και δη πως ο Κατηγορούμενος σε διάφορες ημερομηνίες ήρθε σε επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της, εξ ου και η υπόθεση μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ για διερεύνηση λόγω αρμοδιότητας. 

 

Τα πιο πάνω υποστήριξε με τη μαρτυρία του και ο ίδιος ο Μ.Κ.6, αφήνοντας έτσι χωρίς πραγματικό έρεισμα τη θέση που υποβλήθηκε στην Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο του ισχυριζόμενου περιστατικού της 17.9.23, επειδή έδινε κατάθεση στον Αστ. Σταθμό Αγίας Νάπας. Ούτε άλλωστε και υποδείχθηκε κάποια κατάθεση που να λήφθηκε τη συγκεκριμένη ώρα από τον Κατηγορούμενο. Ο δε Μ.Κ.6, δεν είχε λόγο να ψευσθεί ή να αλλοιώσει τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του ούτε και μας υποδείχθηκε εξάλλου κάποιο πιθανό προς τούτο κίνητρο. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε συγκεκριμένα, χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί, ότι στις 17.9.23 και περί ώρα 15:35 ενώ βρισκόταν καθήκον, τηλεφώνησε αλλοδαπή κοπέλα η οποία του ανέφερε το όνομα της (επρόκειτο για το όνομα της Παραπονούμενης), ότι του ζήτησε τη βοήθεια της αστυνομίας γιατί κάποιο πρόσωπο με το όνομα «Κρις» την ακολουθεί, της δημιουργεί προβλήματα και την εκφοβίζει και ότι η εν λόγω κοπέλα του έδωσε και τον τηλεφωνικό αριθμό αυτού του προσώπου.  Πρόσωπο το οποίο, αφότου η συνομιλία του με την Παραπονούμενη ολοκληρώθηκε, κάλεσε, οπόταν και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως.  Αφού τον ρώτησε πού βρισκόταν, με σκοπό να επιβεβαιώσει πως επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο για το οποίο υπέβαλε παράπονο η κοπέλα, αυτός του ανέφερε ότι βρισκόταν στην Αγ. Νάπα, ότι πράγματι γνωρίζει την Παραπονούμενη, ότι την αγαπά και ότι την ακολουθεί γιατί απλά θέλει να της μιλήσει. Τότε ο Μ.Κ.6 του ζήτησε να περάσει από τον Σταθμό για να μιλήσουν, με σκοπό να διασφαλίσει ότι θα σταματούσε να την ακολουθεί και να μπορέσει ο ίδιος να πάει και να την εντοπίσει. 

 

Επί των θέσεων του αυτών δεν αμφισβητήθηκε ούτε και του τέθηκε οποιαδήποτε περί του αντιθέτου υποβολή.  Τουναντίον κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.6, επιβεβαιώθηκε πως ο Κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος κατά τη διάρκεια της πιο πάνω κλήσης, το περιεχόμενο της οποίας ως το περιέγραψε ο Μ.Κ.6, παρέμεινε αναντίλεκτο. Κατόπιν των πιο πάνω, ο Μ.Κ.6 ανέφερε πως επισκέφθηκε μαζί με την Ε/Α 5098, τον χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου «Anmaria» στην Αγ. Νάπα όπου του είχε αναφέρει η Παραπονούμενη ότι βρισκόταν, ότι εκεί την εντόπισε να είναι σε έξαλλη κατάσταση, πανικοβλημένη και τρομαγμένη ενώ μαζί της ήταν και κάποια Χ.[3], η οποία του ανέφερε ότι είναι η υπεύθυνη στο ξενοδοχείο «Chrysomare», όπου εργοδοτείτο η Παραπονούμενη κατά τον εν λόγω χρόνο ως καμαριέρα.    Ανέφερε επίσης ότι σε κοντινή απόσταση από το ξενοδοχείο βρίσκονταν αρκετά πρόσωπα τα οποία φαίνονταν να ήταν πελάτες του ξενοδοχείου «Anmaria», ότι του φώναζαν «is just left» και ότι σε συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη στην παρουσία της Μ.Κ.2, η πρώτη του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της προκαλεί προβλήματα καθώς την επισκέπτεται συχνά στη δουλειά της και την παρακολουθεί στο διαμέρισμα της.  

 

Ως προς το ότι, επί τόπου στο δρόμο που τη συνάντησε, δεν τη ρώτησε περαιτέρω λεπτομέρειες για το πώς την ενοχλεί στη δουλειά και πώς της δημιουργεί προβλήματα, ο ίδιος πολύ λογικά εξήγησε πως δεν το έπραξε εφόσον ήταν τρομαγμένη και θεώρησε ότι θα ήταν ορθότερο να μεταβεί στον σταθμό για να καταθέσει τα γεγονότα. Ενέργεια την οποία θεωρούμε απόλυτα εύλογη, υπό τις περιστάσεις.  Ως προς τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου πως η υπεράσπιση αμφισβητεί έντονα πως η Παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη και τρομαγμένη, θα περιοριστούμε να παραπέμψουμε στα πρακτικά της αντεξέτασης του Μ.Κ.6,  όπου παρά τη ρητή θέση που κατ’ επανάλειψη προέβαλε ο Μ.Κ.6 πως η Παραπονούμενη ήταν όντως τρομαγμένη επικαλούμενος προς τούτο και την πολυετή του πείρα, καμμιά απολύτως αντίθετη υποβολή του τέθηκε[4].    Σε απόλυτη συνοχή με τα πιο πάνω, ανέφερε ότι στη συνέχεια ο ίδιος ζήτησε από την Μ.Κ.2 όπως μεταφέρει την Παραπονούμενη στον Σταθμό, πράγμα το οποίο η Μ.Κ.2 έπραξε. 

 

Ευλόγως δε ανέφερε πως δεν μπορούσε ο ίδιος να γνωρίζει τι είχε προηγηθεί στο μέρος εφόσον δεν ήταν παρών, αλλά επίσης εύλογα ανέφερε ότι με δεδομένα τα όσα εντόπισε φτάνοντας εκεί και δη την Παραπονούμενη τρομαγμένη και 5-6 άτομα να βρίσκονται γύρω της και να του λεν «is just left», σε συνάρτηση με τη συνομιλία που είχε με τον Κατηγορούμενο από το τηλέφωνο (ο οποίος μεταξύ άλλων του παραδέχθηκε πως την γνωρίζει και την ακολουθεί γιατί την αγαπά), πίστεψε πως πράγματι είχε λάβει χώρα κάποιο περιστατικό στο μέρος.   

 

Το ότι πράγματι συνέβη κάποιο περιστατικό τη δεδομένη μέρα στο δεδομένο μέρος, είναι κάτι το οποίο εν τέλει και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχεται, αφού στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, σελ. 7, αναφέρει ότι το πρωί εκείνης της μέρας τσακώθηκαν γιατί όταν πήγε να την πιάσει και να την πάρει δουλειά την ρώτησε όπως πάντα «Ποιος σε αγαπά πιο πολλά;», αλλά αυτή αντί να του απαντήσει όπως πάντα «ο Χ. Α.», δεν του απάντησε και έφυγε, με αποτέλεσμα ο ίδιος να θυμώσει και να την πάρει τηλέφωνο και να της πει «φτάνει» και να της ζητήσει του επιστρέψει το ρολόι που της χάρισε.  Όταν δε σχόλασε, ο ίδιος την περίμενε σχεδόν έξω από το σπίτι της για να μιλήσουν και όταν την είδε που ερχόταν με την φίλη της, άνοιξε την πόρτα και της ζήτησε να έρθει να μιλήσουν αλλά αυτή χωρίς λόγο ξεκίνησε να φωνάζει και να τρέχει, ο ίδιος προσπαθούσε να την σταματήσει ενώ όταν είδε πως δεν ήθελε να του μιλήσει, της είπε να πάει εκεί κοντά στον κόσμο που είχε μαζευτεί και να της μιλά ο ίδιος από μακριά, αλλά αυτή τηλεφώνησε στην αστυνομία, η οποία, ενώ ο ίδιος βρισκόταν εκεί, τον κάλεσε στο τηλέφωνο ζητώντας του να μεταβεί στον σταθμό. Βέβαια κατά την αντεξέταση του έδωσε μια άλλη εκδοχή ως προς το γιατί η Παραπονούμενη έτρεχε και φώναζε, η οποία βέβαια ουδέποτε τέθηκε στην Παραπονούμενη ενώ κατέθετε.  Επί της ουσίας του συμβάντος αυτού καθ’ αυτού, θα επανέλθουμε στο κατάλληλο σημείο.  

 

Όμως το ουσιώδες εδώ είναι πως, οι αναφορές αυτές του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνουν τόσο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν παρών στο συγκεκριμένο συμβάν όσο και το ότι η Παραπονούμενη ήταν σε αναστατωμένη κατάσταση αλλά και το ότι εκεί είχε μαζευτεί κόσμος καθώς και τη θέση του Μ.Κ.6 ότι πράγματι είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον Κατηγορούμενο ενώ ακόμη ο ίδιος βρισκόταν εκεί. Έτσι επιβεβαιώνεται η εντύπωση μας πως ο εν λόγω μάρτυρας (Μ.Κ.6), μας μετέφερε με δίκαιο τρόπο τι είχε περιέλθει στην αντίληψη του.    

Τα πιο πάνω βέβαια καθιστούν ανάξιες σχολιασμού τις θέσεις που προώθησε η υπεράσπιση, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.6 άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντα του επειδή δεν έλαβε καταθέσεις ή τα ονόματα των προσώπων που είχαν συγκεντρωθεί και ήταν παρόντα εκεί.  Και τούτο αφού, παρότι δεν αντιλέγουμε ότι θα μπορούσε να λάβει τις πληροφορίες αυτές, εντούτοις δεν διαβλέπουμε που έγκειται ο δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης, αφού εν πολλοίς στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος, ως ήδη υποδείξαμε, παραδέχεται τόσο το γεγονός ότι επεσυνέβη κάποιο συμβάν κατά το δεδομένο χρόνο με εμπλεκόμενους τον ίδιο και την Παραπονούμενη, όσο και ότι μαζεύτηκαν εκεί και άλλα πρόσωπα αλλά και ότι η Παραπονούμενη φώναζε και έτρεχε να φύγει μακριά του, ευρισκόμενη εν ολίγοις σε μια αναστατωμένη κατάσταση.  Ως προς τους λόγους του τσακωμού, δεν νομίζουμε πως κάποιοι τυχαίοι παριστάμενοι θα μπορούσαν να ρίξουν φως στα αίτια του περιστατικού, ώστε να είχε κάποια ιδιαίτερη ή ουσιαστική σημασία η μαρτυρία τους. Εξάλλου το συμβάν αυτό δεν αποτελεί, παρά μόνο ένα παρεμφερές συμβάν και δεν αφορά την ουσία των εναντίον του Κατηγορούμενου κατηγοριών. 

 

Οι δε πιο πάνω τοποθετήσεις του Κατηγορούμενου έχουν και μια άλλη σημασία, αφού καθιστούν χωρίς έρεισμα τις θέσεις της υπεράσπισης προς τους μάρτυρες κατηγορίας πως για παράδειγμα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε καν αν ο Κατηγορούμενος ήταν εκεί στις 17.9.23 ή ότι τίποτε δεν έγινε τη δεδομένη ημερομηνία. Ανεξαρτήτως δε του τι ακριβώς διημείφθη κατά τη διάρκεια του περιστατικού, ζήτημα στο οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, θα επανέλθουμε, τονίζουμε πως το ουσιώδες εδώ είναι αφ’ ενός πως δεν καταδεικνύεται προδιάθεση του Μ.Κ.6 να ψευσθεί ή να μεροληπτήσει υπέρ οποιουδήποτε και αφετέρου πως πράγματι κάποιο περιστατικό προηγήθηκε της κλήσης της αστυνομίας κατά την 17.9.23 και του συνακόλουθου παραπόνου που υπέβαλε η Παραπονούμενη και το οποίο αποτέλεσε και την αφορμή για να αποταθεί η Παραπονούμενη στην αστυνομία τη δεδομένη ημέρα.

 

Ενδεικτικό δε της ειλικρίνειας του εν λόγω μάρτυρα (Μ.Κ.6) και της προσπάθειας του να παρουσιάσει με δίκαιο τρόπο τα γεγονότα ήταν το ότι παραδέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν γενικά συνεργάσιμος, τόσο κατά τη συνομιλία τους όσο μετέπειτα στο Σταθμό και ότι η Παραπονούμενη δεν του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της επιτέθηκε εκείνη τη μέρα.  Ακόμα ο Μ.Κ.6, δεν δίστασε να αναφέρει ότι δε θυμόταν αν η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει με ποιο τρόπο την ακολουθούσε τη δεδομένη μέρα ο Κατηγορούμενος (πεζός ή με όχημα) και πως γενικά η συζήτηση που είχε μαζί της στο χώρο στάθμευσης του προαναφερθέντος ξενοδοχείου ήταν σύντομη και πως και στο τηλέφωνο ακουγόταν τρομαγμένη και τους ζήτησε απλώς να μεταβούν εκεί. Το αν τώρα η Παραπονούμενη κατά τον δεδομένο χρόνο  ανέφερε στον Μ.Κ.6 μόνο πως ήταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο ή αν του ανέφερε επίσης πως της έκανε και πρόταση γάμου, κάτι για το οποίο δεν ήταν βέβαιος ο μάρτυρας, ένεκα και της παρόδου σημαντικού χρόνου έκτοτε, δεν θεωρούμε ότι είναι ζήτημα ουσιώδες που να δύναται να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία του. 

 

Θέση του ήταν ακόμα ότι επιστρέφοντας ο ίδιος πίσω στον Σταθμό, είδε έξω την Παραπονούμενη μαζί με την Μ.Κ.2 και εντός του κτιρίου τον Κατηγορούμενο.  Η υπεράσπιση βέβαια αμφισβήτησε τη θέση του Μ.Κ.6 ότι ο Κατηγορούμενος πήγε στον Σταθμό και ότι μετά προσήλθε στο Σταθμό ο Μ.Κ.6, ο οποίος τον είδε να βρίσκεται εκεί.  Παρόλο που ο μάρτυρας, ως ήδη υποδείξαμε, δεν είχε λόγο να ψευσθεί και ήταν μάλιστα και ιδιαίτερα παραστατικός όταν περιέγραφε ότι, όταν ο ίδιος επέστρεψε στον Σταθμό, είδε τον Κατηγορούμενο να ευρίσκεται εκεί, σημειώνουμε επιπλέον πως η θέση αυτή του Μ.Κ.6 συνάδει και με την όλη μαρτυρία του. Και δη τη θέση του πως προτού αναχωρήσει για το «Anmaria» είχε συνομιλήσει με τον Κατηγορούμενο (το τηλέφωνο του οποίου ως προαναφέραμε του είχε δώσει η Παραπονούμενη) και του ζήτησε να μεταβεί στον Σταθμό.  Επί τούτου δεν αμφισβητήθηκε αφού, ως ήδη υποδείξαμε, η συνομιλία που είχαν μεταξύ τους ήταν παραδεκτή. Επομένως δεν ξενίζει αλλά μάλλον συνάδει πλήρως λογικά το ότι, μέχρι ο Μ.Κ.6 να πάει στο ξενοδοχείο «Anmaria» και να επιστρέψει, ο Κατηγορούμενος μετέβη στον Σταθμό, όπως τον προέτρεψε ο Μ.Κ.6 να πράξει, εξ ου και τον εντόπισε ο Μ.Κ.6 να ευρίσκεται εκεί όταν ο τελευταίος επέστρεψε.  

Σε κάθε περίπτωση πάντως, το ουσιώδες είναι πως δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Κ.6 πως ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι με την Παραπονούμενη είναι ερωτευμένος, ότι της έκανε πρόταση γάμου, ότι του υπέδειξε σχετικό βίντεο, ότι επέμενε να μιλήσει μαζί της, ότι ο ίδιος του ζήτησε να αναχωρήσει, λέγοντας του ότι θα διερευνούσε ο ίδιος το ζήτημα και ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος αναχώρησε και ότι ακολούθως συνομίλησε με την Παραπονούμενη.  Οπόταν και η τελευταία του ανέφερε, μεταξύ άλλων[5], ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατά το έτος 2023, ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της.   Αναφορά η οποία, δεν είχε βέβαια την έννοια ότι του ανέφερε τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που οι επαφές αυτές επεσυνέβησαν και τις οποίες αργότερα στην κατάθεση της δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, ως εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να οικοδομήσει επί της θέσης αυτής, εισήγηση περί αναξιοπιστίας της Παραπονούμενης.  Αν δε αυτή ήταν η θέση της υπεράσπισης όφειλε να του την υποβάλει για να τοποθετηθεί και όχι να προβάλλει εισηγήσεις εκ του ασφαλούς, παρερμηνεύοντας ουσιαστικά χωρίς έρεισμα τα λεγόμενα του.  Εξάλλου αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του Μ.Κ.6 (αφού καμμιά αντίθετη υποβολή του τέθηκε), ότι η Παραπονούμενη δεν του έδωσε πολλές λεπτομέρειες διότι ο ίδιος δεν ζήτησε. Και τούτο εφόσον, ως πειστικά εξήγησε, λόγω της σοβαρότητας των όσων του ανέφερε προφορικά, η υπόθεση απαιτούσε λήψη καταθέσεων από εξειδικευμένα άτομα του ΤΑΕ, εξ ου και  ενημερώθηκε το ΤΑΕ και η Παραπονούμενη μεταφέρθηκε εκεί προς διερεύνηση της υπόθεσης, λόγω αρμοδιότητας.  Έτσι εξηγείται και το γιατί δεν ζήτησε πληροφορίες για το καθεστώς παραμονής της ή περαιτέρω λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων αδικημάτων ή γιατί δεν κάλεσε τον Κατηγορούμενο να επιστρέψει πίσω, ζητήματα που δεν δύνανται να αποτελέσουν, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, ένδειξη πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του Μ.Κ.6. 

 

Ό,τι άλλο οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ είναι και η αναντίλεκτη θέση του, ότι η Μ.Κ.2 δεν ήταν παρούσα όταν η Παραπονούμενη του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της, αφού καμμιά αντίθετη θέση του υποβλήθηκε.  Γεγονός το οποίο ως θα διαφανεί και από τα όσα ακολουθούν, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία δεν είχε γνώση τέτοιου ζητήματος εξ ου και δεν ανέφερε οτιδήποτε στην κατάθεση της, την οποία έδωσε αργότερα.

 

Επανερχόμενοι στα γεγονότα της διερεύνησης, σημειώνουμε ότι με βάση τα πιο πάνω ακολουθεί με λογική συνέπεια η θέση της Μ.Κ.1 ότι στις 17.9.23 μετέβη στο ΤΑΕ Αμμοχώστου η Παραπονούμενη, για να προβεί σε καταγγελία επί τω ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της. Πιο συγκεκριμένα και παρόλο που η ουσία της καταγγελίας αμφισβητήθηκε έντονα από τον Κατηγορούμενο, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε η θέση της Μ.Κ.1 ότι η Παραπονούμενη τη δεδομένη μέρα κατήγγειλε ότι ο Κατηγορούμενος μεταξύ Ιουλίου 2023 και 15.9.23, ήρθε σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της, ότι η Μ.Κ.1 έκτοτε ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης, ότι την 21.9.23 μέλη της τροχαίας Αμμοχώστου ανέκοψαν για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής ΝΚΗ 811, ότι σε αυτό επέβαινε ο Κατηγορούμενος ως επιβάτης στο πίσω κάθισμα, ότι η Μ.Κ.1 μετέβη στο μέρος με τον Α/Αστ. 3328 όπου και συνέλαβαν τον Κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του (βλ. Τεκμήριο 6)[6] και ότι στη συνέχεια διενήργησαν έρευνα στο όχημα στην παρουσία του Κατηγορούμενου και του Α.Κ. (οδηγού του οχήματος), οπόταν η Μ.Κ.1 εντόπισε δίπλα από το σημείο που καθόταν ο Κατηγορούμενος ένα μεταλλικό πτυσσόμενο ρόπαλο και μια συσκευή εκτόξευσης επιβλαβών αερίων μάρκας «Nato», χρώματος πράσινου με κόκκινο, τα οποία παρέλαβε ως τεκμήρια και τα οποία, αφού τα υπέδειξε στον οδηγό του οχήματος (στην παρουσία και του Κατηγορούμενου), αυτός ανέφερε ότι είναι του Κατηγορούμενου ενώ όταν τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. 

 

Και λέγουμε πως δεν αμφισβητήθηκαν οι θέσεις αυτές, αφού καμμιά αντίθετη θέση της υποβλήθηκε ενόσω κατέθετε. Η δε θέση που αργότερα προώθησε ο Κατηγορούμενος[7] ότι δηλαδή το σπρέι και το ρόπαλο βρέθηκαν κάτω από τη θέση του συνοδηγού, ουδέποτε τέθηκε στην Μ.Κ.1 για να τοποθετηθεί και συνεπώς καμμιά βαρύτητα μπορεί να της δοθεί, ένεκα και του μονόπλευρου τρόπου με τον οποίο προωθήθηκε[8].  Κατά τον ίδιο τρόπο ποτέ δεν τέθηκε στην Μ.Κ.1 πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την έρευνα που διενήργησε στο όχημα, οπόταν και εντοπίστηκε το σπρέι και το ρόπαλο, ούτε ότι αυτά τοποθετήθηκαν εκεί από την αστυνομία για να τον ενοχοποιήσουν ψευδώς. Και τούτο παρά το ότι ο ίδιος με τη μαρτυρία του αργότερα, κατά τρόπο αιφνιδιαστικό, υποστήριξε πως: «Α. Τζιείνοι το έβαλαν τζιαμέ τζιαί εβρέθηκε μέσα στο αυτοκίνητο.  Έκαναν έρευνες χωρίς την παρουσία, μου πρώτο-πρώτο.»[9]. Θέση στην οποία και πάλι αδυνατούμε, ένεκα του τρόπου προώθησης της, να προσδώσουμε οιαδήποτε βαρύτητα.  Επίσης ενώ ξεκάθαρα η Μ.Κ.1 ανέφερε πως όταν του τα υπέδειξε δεν ανέφερε οτιδήποτε και καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε πως τους είπε «Δεν είναι δικά μου, εσείς τα βάλατε.»[10]  Πέραν του ότι και η θέση αυτή προωθήθηκε όπως και οι προηγούμενες μονόπλευρα, πρέπει να σημειωθεί πως αυτή δεν συνάδει ούτε με την θέση του πως ήταν κολλημένα κάτω από τη θέση του συνοδηγού, την οποία προώθησε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του.  Αφού αν όντως του τα έβαλαν οι αστυνομικοί και ο ίδιος δεν ήταν εκεί, δε θα ήταν σε θέση, προφανώς, να γνωρίζει ότι ήταν κολλημένα κάτω από τη θέση του συνοδηγού, ως ήταν η θέση που με βεβαιότητα προώθησε κατά την μαρτυρία του.  Όταν δε ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με το ζήτημα αυτό, ανέφερε ότι του το είπαν οι αστυνομικοί, θέση η οποία επίσης ακούστηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του.  

 

Παρομοίως δεν τέθηκε στην Μ.Κ.1 η θέση που αργότερα προέβαλε ο Κατηγορούμενος, ότι ζήτησε από την Μ.Κ.1 να τον πάρει για της υποδείξει τον χώρο όπου είχαν σεξουαλική επαφή στη Μαρίνα και τη σαμπάνια που ήπιαν και ότι αυτή του αρνήθηκε, θέση στην οποία επίσης αδυνατούμε να προσδώσουμε βαρύτητα για τον ίδιο λόγο. Η δε θέση του ότι κατάλαβε απ’ αυτό το σημείο ότι είναι ικανοί «να εξαφανίσουν στοιχεία τζιαι μαρτυρίες τζιαι πράματα[11]», ουδόλως εξηγεί γιατί δεν της τέθηκαν οι θέσεις αυτές, έστω όταν κατέθετε, για να τοποθετηθεί. Η προσπάθεια του να εισηγηθεί πως κατά τον χρόνο εκείνο την υπόθεση χειριζόταν ο προηγούμενος του δικηγόρος (ο κ. Κυρμίτσης) που είναι και αυτός «πιασμένος[12]», παρέμεινε μετέωρη και χωρίς έρεισμα ή άλλη μαρτυρία που να την υποστηρίζει και ως τέτοια δεν δύναται να πείσει και κατ’ επέκταση ούτε να γίνει αποδεκτή.  

 

Επανερχόμενοι τώρα και πάλιν στην εξέλιξη της διερεύνησης, αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι στις 22.9.23 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ο Κατηγορούμενος συνελήφθη από τον Μ.Κ.7 (βλ. Τεκμήριο 7) για τα αδικήματα της μεταφοράς επιθετικού όπλου καθώς και για παράνομη κατοχή αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου, ως ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί (βλ. Έγγραφο Η), οπόταν αφού του επεστήθη η προσοχή στον νόμο απάντησε «Εννεν δικά μου»

 

Αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το ότι στις 23.9.23 και ώρα 13:25 στον Αστ. Σταθμό Αγ. Νάπας, η Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για την εναντίον του διευρευνόμενη υπόθεση, ότι του επέστησε την προσοχή στον Νόμο, ότι αυτός απάντησε «Ρε Γεωργία, δεν την εβίασα, πίστεψε με» και ότι στη συνέχεια έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 9) στην παρουσία και της Αστ. 3446, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή στον Νόμο.  Ως προς τη διαδικασία της κατάθεσης ανέφερε επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί πως κατέγραφε όλες τις ερωτήσεις και απαντήσεις του, ότι στο τέλος του την διάβασε και τον πληροφόρησε πως μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε αλλαγές, διορθώσεις ή προσθήκες επιθυμούσε, ότι αυτός είπε ότι ήταν ορθή και την υπέγραψε στην παρουσία της και στην παρουσία της Αστ. 3446, πλην όμως όταν του ζήτησε να καταγράψει το ιδιόχειρο λεκτικό αυτός ανέφερε ότι δεν μπορούσε να το πράξει γιατί θόλωσαν τα μάτια του από το κλάμα. Αντίστοιχη ήταν η στάση που τήρησε και κατά τη δεύτερη κατάθεση του η οποία λήφθηκε αργότερα (Τεκμήριο 10), οπόταν παρά το ότι την υπέγραψε αρνήθηκε να καταγράψει και να υπογράψει το ιδιόχειρο λεκτικό,  αυτή τη φορά, λέγοντας πως δεν θα το έπραττε για δικούς του λόγους. 

 

Τούτο βέβαια δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ήταν πάντως αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο πως η Μ.Κ.1 προέβη στις ενέργειες που καταγράφονται στο λεκτικό, ότι έλαβε την κατάθεση με τον τρόπο που περιγράφεται στο εν λόγω λεκτικό και ότι εν τέλει του διάβασε την κατάθεση του και τον πληροφόρησε και για το δικαίωμα του να προβεί σε οποιεσδήποτε, αλλαγές, προσθήκες ή διορθώσεις επιθυμούσε και αυτός της είπε ότι ήταν ορθή και την υπέγραψε.   Και λέγουμε ότι τα πιο πάνω ήταν αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα, αφού καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε.  Τα ίδια βέβαια ισχύουν και για τη δεύτερη κατάθεση, την οποία βέβαια όπως και την πρώτη υιοθέτησε και στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, μη αφήνοντας έτσι καμμιά αμφιβολία πως πράγματι αυτά ήταν που είπε στο πλαίσιο των καταθέσεων του.

 

Είναι δε, κατά την κρίση μας, εδώ το κατάλληλο στάδιο να επισημάνουμε πως ουδέποτε τέθηκε στη Μ.Κ.1 η θέση που αργότερα προώθησε ο Κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του, ότι δηλαδή η Μ.Κ.1 δεν κατέγραψε ό,τι της είπε και πιο συγκεκριμένα πως όταν είπε στην κατάθεση του πως απέφευγε η Παραπονούμενη να κάνει έρωτα μαζί του δεν εννοούσε πως τον απέφευγε εντελώς, αλλά ότι αυτό που είπε ήταν πως αντί που προηγουμένως ήθελε σεξουαλική επαφή 2, 3, 4 φορές, του ζητούσε μια φορά ή δύο φορές[13].   Θέση στην οποία και πάλιν ένεκα του μονόπλευρου τρόπου που προωθήθηκε, δεν θεωρούμε πως μπορούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα. Για τον ίδιο λόγο δεν προσδίδουμε βαρύτητα ούτε στη θέση ότι ζήτησε από την Μ.Κ.1 να γράψει περαιτέρω πράγματα και πως αυτή αρνήθηκε να τα γράψει, αφού δεν της τέθηκε ποτέ για να τοποθετηθεί και προωθήθηκε μονόπλευρα από τον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας[14], όπως μονόπλευρα προωθήθηκε και η θέση πως η καταγγελία ήταν απότοκο υποκίνησης από τον Μ.Κ.6 ο οποίος δήθεν «έβαλε πάνω» (την Παραπονούμενη), θέση η οποία δεν τέθηκε ούτε στον ίδιο[15] ούτε στην Μ.Κ.1. 

 

Τονίζεται πάντως, αφού έχει και τούτο τη δική του σημασία, πως προτού δώσει την πρώτη του κατάθεση ο Κατηγορούμενος, ερωτήθηκε κατά πόσον θα ήθελε να είναι παρών ο δικηγόρος του, οπόταν και ο ίδιος απάντησε πως τον είχε συμβουλευθεί και δεν επιθυμούσε την παρουσία του ενώ τόσο στο τέλος της πρώτης του κατάθεσης (Τεκμήριο 9) όσο και της δεύτερης (Τεκμήριο 10), ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε ευθέως αν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε άλλο και απάντησε αρνητικά. Τις δε καταθέσεις αυτές, ως ήδη προαναφέραμε, τις υιοθέτησε και ενόρκως.

 

Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση της Μ.Κ.1 ως προς τα τεκμήρια που παρέλαβε, ήτοι το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης μάρκας Samsung χρώματος γαλάζιου σε διάφανη θήκη και τα δύο παρειακά επιχρίσματα από τον Κατηγορούμενο, τα οποία σφράγισε στην παρουσία του και υπέγραψαν και οι δύο επί της ταινίας ασφαλείας (βλ. Τεκμήριο 1.11), τεκμήρια τα οποία μαζί με τα ανευρεθέντα στο όχημα (Τεκμήρια 1.9 και 1.10) τα παρέδωσε στις 27.9.23 στη Μ.Κ.8 για να τα μεταφέρει στη Λευκωσία για εξετάσεις.   Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι την ίδια μέρα η Μ.Κ.1 μετέβη μαζί με τον Λοχ. 2541 στο συγκρότημα διαμερισμάτων Tsokkos στην Αγ. Νάπα, όπου μέσα στο δωμάτιο που είναι εγκατεστημένοι οι μετρητές του ηλεκτρικού ρεύματος, εντόπισε ένα κρεβατάκι θαλάσσης από το οποίο έλαβε τρεις δειγματοληψίες (δύο από τις άκριες και μια από το κέντρο – Τεκμήρια 2.1-2.3) τις οποίες σφράγισε και έθεσε υπό τη φύλαξη της.  

  

Περαιτέρω αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι λήφθηκαν φωτογραφίες της οικίας του Κατηγορούμενου εφόσον υπήρχε ισχυρισμός ότι κάποιοι εκ των βιασμών έλαβαν χώρα εκεί (βλ. φωτογραφίες 1-17, Τεκμήριο 11) και ότι φωτογραφίες λήφθηκαν και από την οικία της Παραπονούμενης εφόσον υπήρχε αντίστοιχος ισχυρισμός και για το εν λόγω μέρος. Φωτογραφίες λήφθηκαν και από δωμάτιο με ηλεκτρικούς διακόπτες, το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο κάτω από το διαμέρισμα όπου διέμενε η Παραπονούμενη και στο οποίο υπήρχε ένα κρεβατάκι θαλάσσης.  Και τούτο εφόσον υπήρχε ισχυρισμός ότι και εκεί είχε λάβει χώρα συνουσία μεταξύ τους (βλ. φωτογραφίες 18-41, Τεκμήριο 11).

 

Η Μ.Κ.1 κατέθεσε χωρίς ένσταση όλα τα πιο πάνω τεκμήρια μαζί με τις δειγματοληψίες της Παραπονούμενης (Τεκμήρια 1.1 – 1.7) και το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου Τεκμήριο 1.8 (αλλά όχι το κινητό της Παραπονούμενης το οποίο αποτέλεσε κοινό τόπο ότι της επεστράφη μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων) καθώς και την ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης από τον Δρ Χαραλάμπους (Τεκμήριο 4), η μαρτυρία του οποίου, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη.

 

Περιπλέον κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της η έκθεση του κρατικού χημείου (Τεκμήριο 5), που αφορά την εξέταση του ανευρεθέντος σπρέι, από την οποία προκύπτει ότι το εν λόγω αντικείμενο στάλθηκε με σκοπό να διενεργηθεί εξέταση ως προς το κατά πόσον εμπεριείχε την ουσία «Nonivamide», ότι πράγματι διενεργήθηκε η εν λόγω εξέταση με τη μέθοδο ΜΕΘ 03 02 04 01, ότι το αποτέλεσμα ήταν θετικό αλλά και ότι ως καταγράφεται στην εν λόγω έκθεση “Το Novivamide είναι επιβλαβής χημική ουσία, δηλαδή ουσία η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει αναστρέψιμη ή μη αναστρέψιμη βλάβη.  Το Novivamide ανήκει στην κατηγορία των δακρυγόνων ουσιών (tear-gas) και εμπίπτει στον Ν. 113(Ι)/21, που προνοεί για την απόκτηση, κατοχή, μεταφορά και εισαγωγή πυροβόλων όπλων και μη πυροβόλων όπλων και για συναφή θέματα, Μέρος V, άρθρο 25”

 

Ως προς την διαχείριση των τεκμηρίων σημειώνεται εδώ πως δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της Μ.Κ.8, ότι παρέλαβε τα τεκμήρια που αναφέρει στην κατάθεση της Έγγραφο Θ και ότι τα μετέφερε για εξετάσεις ως περιγράφει στην εν λόγω κατάθεση της, χωρίς να υποστούν αλλοίωση ή παρέμβαση (πέραν του ό,τι ήταν αναγκαίο για σκοπούς διενέργειας των εξετάσεων) και ότι κατόπιν ολοκλήρωσης των εξετάσεων και παραλαβής του κινητού της Παραπονούμενης, της το επέστρεψε.

 

Αυτό επί του οποίου αμφισβητήθηκε η Μ.Κ.1 ήταν οι διαπιστώσεις της ως προς τη σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, στις οποίες η ίδια ανέφερε πως κατέληξε με βάση τα δεδομένα που εξήχθησαν από τις κλήσεις και συνομιλίες τους, για την πρόσβαση στις οποίες δεν αμφισβητήθηκε πάντως, πως είχαν δοθεί συγκαταθέσεις και από τους δύο για να ερευνηθεί ολόκληρο το περιεχόμενο των κινητών τους.  Συγκεκριμένα ήταν η θέση της, πως από τα εν λόγω δεδομένα προέκυψε πως η σχέση τους δεν ήταν και τόσο «φυσιολογική» αλλά «αρρωστημένη», ως την χαρακτήρισε, αφού ως ανέφερε, από τη μια ο Κατηγορούμενος της έστελνε μηνύματα αγάπης και από την άλλη την έβριζε και μετά της ζητούσε συγγνώμη με μηνύματα αγάπης, για να ακολουθήσουν πάλι μηνύματα απειλητικού και υβριστικού περιεχομένου με λέξεις όπως «πουτάνα». Για να παραδεχθεί όμως, με την ειλικρίνεια που την χαρακτήριζε καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, ότι και η Παραπονούμενη ανταποκρίνετο σε κάποια, παρά το ότι σε κάποιες περιπτώσεις του έλεγε πως ήταν στη δουλειά και να μην της στέλνει μηνύματα. Αντεξετασθείσα ερωτήθηκε από πού προκύπτει αυτό το συμπέρασμα, οπόταν και παρέπεμψε στα μηνύματα που αντάλλαζαν και εν γένει στη μαρτυρία ενώ ανέφερε πως το γεγονός πως η Παραπονούμενη συνέχιζε να έχει επικοινωνία μαζί του και να δέχεται να την μεταφέρει στην εργασία της κλπ, η ίδια (η Παραπονούμενη) το απέδωσε στο ότι λειτουργούσε υπό το κράτος φόβου. 

 

Η όλη σχέση των δύο εμπλεκομένων καθώς και το αν διαπράχθηκαν ή όχι τα ισχυριζόμενα αδικήματα, αναμφίβολα αποτελούν ζητήματα που θα κριθούν από το Δικαστήριο αφού αξιολογηθούν όλες οι πτυχές της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων. Όμως σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, αυτό που χωρίς δυσκολία μπορεί να λεχθεί, είναι πως τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν πως συνιστούν αυθαίρετες τοποθετήσεις, που δεν βρίσκουν έστω κάποιο έρεισμα στο υλικό που περισυνελέχθη. Κατ’ επέκταση λοιπόν δεν μπορούν να θεωρηθούν πως αποτελούν στοιχεία που καταδεικνύουν μεροληψία εναντίον του Κατηγορούμενου, ως ήταν εν πολλοίς η θέση της υπεράσπισης, όσο και αν τελικός κριτής του ζητήματος παραμένει, ως είπαμε, το Δικαστήριο.

 

Ό,τι άλλο πρέπει να λεχθεί είναι πως, στο πλαίσιο δίκαιης διερεύνησης της υπόθεσης, έλαβε κατάθεση και από τον γυναικολόγο που της υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος, ως ειλικρινώς η μάρτυρας παραδέχθηκε, της ανέφερε πως ο λόγος της επίσκεψης του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης, ήταν η παροχή πληροφοριών σχετικά με την ηπατίτιδα, τη μετάδοση της και την αντιμετώπιση της σε πιθανή εγκυμοσύνη (βλ. Τεκμήριο 15). Δεδομένο από το οποίο πράγματι φαίνεται να επιβεβαιώνεται η θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος, ότι δηλαδή σκόπευαν να αποκτήσουν μαζί παιδί. Θέση την οποία και η ίδια η Παραπονούμενη αποδέχθηκε, διευκρινίζοντας βέβαια πως τούτο, ήταν κάτι που ίσχυε στα αρχικά στάδια της σχέσης.  Κάτι που συνάδει εκ πρώτης όψεως και με τη διευκρίνιση που έδωσε η Μ.Κ.1, ότι δηλαδή η εν λόγω επίσκεψη φέρεται να έλαβε χώρα τον Μάιο του 2023, πριν να λάβουν χώρα οι ισχυριζόμενοι βιασμοί και σε χρόνο που κατά την Παραπονούμενη ήταν καλή η σχέση τους.  Ως προς το ζήτημα του ότι υπάρχει κατηγορία και για τον μήνα Απρίλιο, εξήγησε πως αυτή αφορά την ημέρα της γνωριμίας τους, όπου ο Κατηγορούμενος έβαλε τα χέρια του στα γεννητικά της όργανα ενώ ως προς το ερώτημα του πώς η Παραπονούμενη αποφάσισε να δημιουργήσει στη συνέχεια σχέση με κάποιον που της άγγιξε τα γεννητικά όργανα και μετά την βίαζε, ανέφερε και ορθώς, ότι αρμόδια να απαντήσει είναι η Παραπονούμενη. Εξ ου και στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε.

 

Ως προς τα βίντεο που απομονώθηκαν από το Τεκμήριο 13 και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16 για σκοπούς εύκολης αναφοράς και τα οποία η μάρτυρας δεν είχε κατά τον χρόνο της καταγγελίας, αφού περιήλθαν στην κατοχή της αφότου ολοκληρώθηκε η δικανική εξέταση των κινητών τηλεφώνων της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, ανέφερε και πάλιν πως αυτά ήταν προγενέστερα του χρόνου που η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν βιασμοί. Επομένως, ως εύλογα υποστήριξε, δεν θα άλλαζε κάτι αν τα έβλεπε κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας και σε κάθε περίπτωση επεσήμανε ότι η θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι προσποιείτο κάποιες συμπεριφορές υπό το κράτος φόβου.  Συγκεκριμένα, μεταφέροντας τη θέση της ανέφερε ότι «λειτουργούσε υπό το κράτος φόβου έναντι στον κατηγορούμενο λόγω της άσχημης συμπεριφοράς και των προβλημάτων που δημιουργούσε εναντίον της, έτσι δεχόταν να γίνονται κάποια πράγματα για να αποφεύγει κάποιες άλλες καταστάσεις που δημιουργούσε ο Κατηγορούμενος[16]. …» και σε άλλο σημείο «Όλα στηρίζονταν σε θέμα φόβου της ίδιας και η ίδια προσποείτουν μια κατάσταση για να γλιτώνει από άλλες καταστάσεις»[17].  Η ίδια ήταν η θέση της και σε σχέση με την υποβολή της υπεράσπισης ότι τα μηνύματα που του απέστειλε 5-6 μέρες πριν την καταγγελία έπρεπε να την οδηγήσουν στο ότι η καταγγελία δεν ήταν «φυσιολογική» και πως επρόκειτο «για μια σχέση με τις ιδιαιτερότητες της κάθε σχέσης και του κάθε ζευγαριού[18]» η οποία δεν μπορεί να κριθεί μη «φυσιολογική».   Τονίζουμε εδώ πως δεν αποδεχόμαστε στο στάδιο αυτό τις θέσεις και εξηγήσεις που προώθησε η Μ.Κ.1, απλώς τις παραθέτουμε για να καταδειχθεί πως η Μ.Κ.1, έχοντας αυτές τις θέσεις από πλευράς της Παραπονούμενης, εκτέλεσε, ως όφειλε το καθήκον που είχε να προωθήσει την υπόθεση στο Δικαστήριο, που είναι και το μόνο αρμόδιο για να αποφασίσει.

 

Ως προς τη θέση πως η διερεύνηση στην οποία προέβη ήταν ελλιπής επειδή δεν έβγαλε φωτογραφίες από το σπίτι της μητέρας του Κατηγορούμενου, η Μ.Κ.1 εξήγησε πειστικά, ότι ο λόγος έγκειτο στο ότι εκεί δεν έγινε κάποιο περιστατικό που να συνδέεται με αυτά που εξέταζε η ίδια.   Ως προς τη θέση πως η διερεύνηση δεν ήταν ολοκληρωμένη επειδή δεν πήρε τον φάκελο της Παραπονούμενης από το Τμήμα Αλλοδαπών και δεν διερεύνησε πώς εισήλθε η τελευταία στη Δημοκρατία, κάτι που αν έπραττε θα μάθαινε ότι κατά τη διαδικασία εξέτασης από την υπηρεσία ασύλου κρίθηκε «μυθοπλάστης» σημειώνουμε τα εξής.  Πέραν του ότι από την κατάθεση του Μ.Υ.7 που ήταν ο αρμόδιος λειτουργός που κατέθεσε για το ζήτημα αυτό δεν προέκυψε τέτοιο δεδομένο (παρά το ότι όντως η αίτηση της απερρίφθη τελικώς),  η Μ.Κ.1 ευλόγως ανέφερε ότι ήλεγξε ότι ήταν νόμιμη η παραμονή της Παραπονούμενης τη δεδομένη στιγμή, ως αιτήτρια πολιτικού ασύλου και πως δεν διερεύνησε πώς εισήλθε, αφού η ίδια δεν εξετάζει το παρελθόν κάποιου αλλά την καταγγελία και τις μαρτυρίες που υπάρχουν. 

 

Η δε θέση της πως κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν νόμιμη η παραμονή της, δεν αμφισβητήθηκε αφού απλώς της τέθηκε πως στον φάκελο της την ημέρα που έκανε την καταγγελία υπήρχε αναφορά πως είναι «κατά φαντασία μυθοπλάστης», για να απαντήσει και επί τούτου ευλόγως πως για την ίδια δεν θα είχε διαφορά αν γνώριζε αυτή την παράμετρο, αφού ακόμα και εγκληματίας να είναι κάποιος δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να υποβάλει παράπονο για τη διάπραξη αδικημάτων εναντίον του. Και έχει βεβαίως δίκαιο.

 

Της υποβλήθηκε βέβαια ότι η Παραπονούμενη έκανε αυτή την καταγγελία ψευδώς για να παρατείνει τη διαμονή της στην Κύπρο υπό το καθεστώς (“status”) του μάρτυρα κατηγορίας διότι απορρίφθηκε η αίτηση της, όπου ανέφερε πως η συνολική διερεύνηση της υπόθεσης δεν κατέδειξε κάτι τέτοιο και πως εν πάση περιπτώσει τέτοια θέση δεν της είχε τεθεί κατά το χρόνο της διερεύνησης για να τύχει διερεύνησης, αφού το κίνητρο που της απέδωσε τότε ο Κατηγορούμενος ήταν οικονομικό[19]. Το ότι τέτοια θέση δεν της είχε τεθεί στο στάδιο διερεύνησης είναι βεβαίως απόλυτα ορθή, αφού δεν εντοπίζεται σε καμμιά εκ των καταθέσεων που έδωσε ο Κατηγορούμενος.  Εντούτοις όμως και παρά την καλή εντύπωση που άφησε η μάρτυρας και παρά το ότι ουδεμία αμφιβολία υπάρχει πως μετέφερε σε εμάς την ειλικρινή της κρίση από τη διερεύνηση στην οποία προέβη, χωρίς να έχει λόγο να μεροληπτεί υπέρ ή εναντίον οποιασδήποτε πλευράς, τονίζουμε πως το εάν η καταγγελία της Παραπονούμενης ήταν ειλικρινής και γνήσια ή αν υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα, αποτελεί ζήτημα που παραμένει ανοικτό. Και το οποίο θα αποφασιστεί βεβαίως με γνώμονα τη μαρτυρία των άμεσα εμπλεκομένων στα γεγονότα. 

 

Αυτό όμως που οφείλουμε να σημειώσουμε στο σημείο αυτό είναι πως δεν καταδεικνύεται ελλιπής διερεύνηση μέσα από τις ενέργειες της.  Τουναντίον η μάρτυρας φαίνεται πως διερεύνησε και τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη είχε αδελφό στην Κύπρο, λέγοντας ότι από τη διερεύνηση εντόπισε το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο αναφερόταν ο Κατηγορούμενος, ότι αυτός διεφάνη πως δεν γνώριζε ούτε τον Κατηγορούμενο ούτε την Παραπονούμενη, ότι απλά είχε βρει ο Κατηγορούμενος ότι το εν λόγω πρόσωπο καταγόταν από την ίδια χώρα όπως και η Παραπονούμενη, ότι του έστειλε μήνυμα καλώντας τον να μεσολαβήσει να τα βρει ο ίδιος με την Παραπονούμενη, ότι το εν λόγω πρόσωπο έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 12) και ανέφερε ότι δεν είναι αδελφός της Παραπονούμενης και δεν έχει σχέση μαζί της και παρέδωσε το κινητό, του, από το οποίο εξήχθησαν οι συνομιλίες που είχε τόσο με την Παραπονούμενη όσο και με τον Κατηγορούμενο.  Τα πιο πάνω παρέμειναν αναντίλεκτα και στη σημασία τους θα επανέλθουμε αργότερα στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων και δη του Κατηγορούμενου. Συνεπώς αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 με τις επισημάνσεις στις οποίες προβήκαμε ανωτέρω και για τους λόγους που επεξηγήσαμε.

 

Μέρος της διερεύνησης αποτέλεσε και η δικανική εξέταση των κινητών τηλεφώνων του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης.   Προς τούτο έδωσε σχετική μαρτυρία ο Μ.Κ.10, ο οποίος υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, ο οποίος στις 27.9.23 παρέλαβε από την Μ.Κ.8 τα Τεκμήρια 8 και 9 επί του Τεκμηρίου 1, ήτοι το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου αντίστοιχα, με αιτούμενη εξέταση, να εξαχθούν από αυτά φωτογραφίες, βίντεο και συνομιλίες καθώς και οποιαδήποτε άλλα δεδομένα ιδιωτικής επικοινωνίας.  Σημειώνεται δε ότι πως δεν αμφισβητήθηκε πως είχαν προς τούτο δοθεί σχετικές συγκαταθέσεις από τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη αντίστοιχα (βλ. Τεκμήρια 19 και 20 αντίστοιχα).  Ο Μ.Κ.10 ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας, ο οποίος δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας ούτε και μας υπεδείχθη οτιδήποτε που να μας θέσει σε εγρήγορση ως προς την εν γένει αμεροληψία του.   Εξάλλου οι εκθέσεις που ετοίμασε (βλ. Έγγραφο ΙΑ και ΙΒ) και εν γένει η μαρτυρία του παρέμεινε, εν πολλοίς, μη αμφισβητούμενη.  Εκ της μαρτυρίας του αυτό που είναι ουσιώδες και παρέμεινε αναντίλεκτο είναι η διαδικασία που ακολούθησε για την εξαγωγή των δεδομένων, ότι υπήρχαν προς τούτο συγκαταθέσεις ενώ σε σχέση με τα δεδομένα που εξήγαγε ήταν αποδεκτή η θέση του ότι παρόλο που η ημερομηνία και ώρα στις δύο αυτές συσκευές ηλέγχθη και ήταν λανθασμένη λόγω μη αυτόματης αλλά χειροκίνητης ρύθμισης, εντούτοις τα μηνύματα κλήσεις, αρχεία, εικόνες και αρχεία βίντεο που εντοπίστηκαν στην εφαρμογή «Whatsapp» η οποία ήταν εγκατεστημένη στις δύο πιο πάνω τηλεφωνικές συσκευές, έφεραν την ορθή ημερομηνία και ώρα λόγω του ότι η εφαρμογή «Whatsapp» είναι διαδικτυακή εφαρμογή και ως εκ τούτου οι ώρες κατά τις οποίες παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται τα μηνύματα, λαμβάνεται από τον διακομιστή της εν λόγω εφαρμογής και άρα είναι ορθή.   Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι όλα τα αρχεία και κλήσεις που εξήχθησαν εν προκειμένω από την εφαρμογή «Whatsapp»  φέρουν την παγκόσμια ώρα (UTC+0) και πως κατ’ επέκταση για να καθοριστεί η ώρα Κύπρου σε όλα αυτά τα μηνύματα ή/και αρχεία τα οποία αποστάλθηκαν και παραλήφθηκαν μετά το τέλος Μαρτίου, δηλαδή κατά την καλοκαιρινή περίοδο, πρέπει να προστεθούν τρεις ώρες.   Περιπλέον δεν αμφισβητήθηκε πως το υλικό που εξήχθη από τις δύο πιο πάνω τηλεφωνικές συσκευές αποθηκεύτηκε σε μια σειρά από μονάδες USB με το ίδιο περιεχόμενο (με το ένα να αποτελεί εν ολίγοις κλώνο του άλλου) και πως ένα εξ αυτών είναι αυτό το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13. Δεν αμφισβητήθηκε ακόμα πως ανοίγοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 εντοπίζεται το αρχείο SA2 το οποίο περιλαμβάνει το φάκελο SA2-phone, ο οποίος με τη σειρά του περιλαμβάνει άλλους δύο φάκελους, ένας εκ των οποίων φέρει την ονομασία SA2-phone 94068949, στο περιεχόμενο του οποίου μπορεί να επιτευχθεί πρόσβαση μέσω του προγράμματος «Cellebrite Reader», όπου και εντοπίζονται όλα τα εξαχθέντα μηνύματα «Whatsapp» που υπήρχαν αποθηκευμένα στο τηλέφωνο της Παραπονούμενης και αφορούν σε επικοινωνία της με τον Κατηγορούμενο.  

 

Τέλος, μέρος της διερεύνησης της υπόθεσης αποτέλεσε και η ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης στις 18.9.23 από τον Μ.Κ.9, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητήθηκε, όπως δεν αμφισβητήθηκε ούτε η εμπειρογνωμοσύνη του εν λόγω μάρτυρα στον τομέα της ιατροδικαστικής η οποία μάλιστα δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός.  Ούτε όμως οι διαπιστώσεις του αυτές καθ’ αυτές αμφισβητήθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Πιο συγκεκριμένα αποτέλεσε διαπίστωση του μάρτυρα ότι κατά την εξέταση η πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή, το αιδοίο και ο κόλπος ελέγχονταν φυσιολογικά, κάτι που με την προφορική του μαρτυρία εξήγησε πως σημαίνει ότι δεν υπήρχαν κακώσεις στα εν λόγω σημεία.  Περαιτέρω, διαπίστωση του ήταν πως δεν έφερε κακώσεις σώματος ή γεννητικών οργάνων κάτι που επίσης δεν αμφισβητήθηκε ενώ αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του ότι η απουσία κακώσεων στα γεννητικά ή περιγεννητικά όργανα ή και στο υπόλοιπο σώμα, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο βιασμού ή κακοποίησης, αφού ως ανέφερε σπάνια ανευρίσκονται τέτοιου είδους κακώσεις σε ένα τέτοιο θύμα. 

 

Ανέφερε επίσης ότι το ίδιο το θύμα δεν του ανέφερε ότι είχε υποστεί κακώσεις κατά τη διάρκεια των ισχυριζόμενων βιασμών και πως ακόμα και αν είχε υποστεί κακώσεις περί τον Ιούλιο, μετά την πάροδο 3 μηνών που έλαβε χώρα η εξέταση δεν θα είχαν εντοπιστεί.  Διευκρίνισε όμως αντεξετασθείς πως αν οι κακώσεις λάμβαναν χώρα τον ίδιο μήνα που έγινε η καταγγελία, το εάν θα μπορούσαν να διαπιστωθούν θα εξαρτάτο από την περιοχή που έγιναν και το είδος της κάκωσης.  Θέση η οποία παρότι δεν αμφισβητήθηκε, δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία στα επίδικα γεγονότα. Και τούτο αφού όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας εξήγησε δεν υπήρχε αναφορά περί ύπαρξης κακώσεων κατά τη διάρκεια των σεξουαλικών επαφών.  Ως προς το ζήτημα του εάν η Παραπονούμενη είχε δεχθεί βιασμό εννέα φορές ως ισχυρίζεται και σε αυτές τις εννέα φορές δεν υπήρχε «φυσιολογική ύγρανση» στον κόλπο της, κατά πόσον θα αναμένετο να δημιουργηθεί κάποιο τραύμα, απάντησε και επί τούτου ευκρινώς και με πειστικότητα.  Συγκεκριμένα ανέφερε ότι στην περιοχή του κόλπου και του αιδοίου υπάρχουν συνέχεια υγρά, διευκρινίζοντας εν ολίγοις πως δεν πρόκειται για κάτι το οποίο είναι εντελώς στεγνό. Έτσι παρόλο που δέχθηκε ότι μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να υπάρξει κάποια κάκωση, αναλόγως των συνθηκών, εντούτοις ανέφερε ότι στις πλείστες περιπτώσεις δεν υπάρχουν κακώσεις. 

 

Αποδεχόμαστε στο σύνολο της τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα, χωρίς ωστόσο να μας βρίσκει σύμφωνους η θέση της υπεράσπισης πως η μαρτυρία του καταρρίπτει εκ προοιμίου τη μαρτυρία της Παραπονούμενης σε σχέση με τις κατ’ ισχυρισμόν σεξουαλικές επαφές χωρίς συναίνεση. Εν συντομία λέγουμε πως το επιχείρημα οικοδομήθηκε αφενός επί του ότι η ίδια ισχυρίστηκε ότι οι επαφές αυτές επιτεύχθηκαν δια της βίας και αφετέρου επί τω ότι στο σώμα της ουσιαστικά δεν εντοπίστηκαν κακώσεις. Όμως η μαρτυρία του Μ.Κ.9 ήταν σαφής ότι η απουσία κακώσεων στα γεννητικά ή περιγεννητικά όργανα ή και στο υπόλοιπο σώμα, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο βιασμού ή κακοποίησης, αφού ως ανέφερε σπάνια ανευρίσκονται τέτοιου είδους κακώσεις σε ένα τέτοιο θύμα.  Και επί τούτου δεν του τέθηκε οποιαδήποτε αντίθετη θέση, αφήνοντας έτσι το γενικότερο ζήτημα της αξιοπιστίας της Παραπονούμενης ανοικτό.

 

Β.  Ουσιώδη Γεγονότα

 

Είναι γεγονός πως ουσιαστικότεροι μάρτυρες στην παρούσα είναι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος αφού αυτοί ήταν οι γνώστες των επίμαχων αμφισβητούμενων γεγονότων. Προτού όμως υπεισέλθουμε στη δική τους μαρτυρία, σημειώνουμε πως για πτυχές της σχέσης τους έδωσαν μαρτυρία η Μ.Κ.2 (υπεύθυνη εργασίας της Παραπονούμενης), η Μ.Κ.3 (συγκάτοικος της Παραπονούμενης) και ο Μ.Κ.4 (ένοικος στην πολυκατοικία) καθώς και η Μ.Υ.3 (μητέρα του Κατηγορούμενου) και η Μ.Υ.4 (φίλη του Κατηγορούμενου). 

 

Περαιτέρω η υπεράσπιση κάλεσε μια σειρά από ιατρούς η μαρτυρία των οποίων ήταν εν πολλοίς μη αμφισβητούμενη.  Τέτοια ήταν η μαρτυρία των Μ.Υ.2 (μικροβιολόγου) και Μ.Υ.6 (γυναικολόγου), στην οποία θα επανέλθουμε κατά την εξέταση των ουσιωδών γεγονότων προς αποφυγή επαναλήψεων.   Τώρα ως προς τον Μ.Υ.5, σημειώνουμε ότι κατέθεσε ως ιατρός καρδιολόγος με την εμπειρογνωμοσύνη του να μην έχει αμφισβητηθεί, όπως δεν αμφισβητήθηκε εν πολλοίς ούτε η μαρτυρία του η οποία σκοπό είχε να καταδείξει πως ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που πάσχει από σοβαρή ισχαιμική καρδιακή ανεπάρκεια, θέση την οποία αποδεχόμαστε.  Ο εν λόγω μάρτυρας ο οποίος εξέτασε τον Κατηγορούμενο κατά την 28.12.22, ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι ο τελευταίος είναι ασθενής με γνωστό ιστορικό στεφανιαίας νόσου, ότι είχε προσέλθει λόγω κόπωσης και ότι είχε περάσει παλαιό έμφραγμα το 2004 με διενέργεια αγγειοπλαστικής LAD στην κεντρική αρτηρία. Ακολούθως ανέφερε ότι εκτιμήθηκε με υπερηχοκαρδιογράφημα όπου διαπιστώθηκε σοβαρά επηρεασμένη απόδοση της αριστερής κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 35%, ότι λόγω της διαπίστωσης καρδιακής ανεπάρκειας κρίθηκε απαραίτητο ο ασθενής να υποβληθεί εκ νέου σε στεφανιαίο έλεγχο και ακολούθως σε εμφύτευση ICD απινιδωτή, όπως και έγινε.  Στις 2.2.23 μετέβη στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου έγινε στεφανιογραφία και ακολούθως εμφύτευση απινιδωτή και η διάγνωση του ήταν ισχαιμική καρδιακή ανεπάρκεια ICD.  Τούτο, ως επεξήγησε, με απλά λόγια σημαίνει πως η καρδία του είναι αδύνατη, ότι ένα μέρος είχε νεκρωθεί και λειτουργούσε μόνο το 35% ενώ το φυσιολογικό είναι να λειτουργεί περί το 60% και πως η περίπτωση του θεωρείται βαριάς μορφής, με κίνδυνο επιδείνωσης αν δεν παρακολουθείται τακτικά. Εξήγησε περαιτέρω και τη χρησιμότητα σε αυτό το πλαίσιο του απινιδωτή ενώ ανέφερε ακόμα πως σε άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια συστήνεται ήπια καθημερινή άσκηση, να αποφεύγουν το αλάτι και τις ακραίες («extreme») καταστάσεις κόπωσης (σωματικής ή ψυχολογικής) και να λαμβάνουν τη θεραπεία τους. Εξηγώντας παράλληλα πως υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίσουν λιποθυμικά επεισόδια και πως μια στρεσογόνα κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει αρνητικό αντίκτυπο στον ασθενή με την έννοια της αρρυθμίας.  

 

Παρά την πιο πάνω κατάσταση όμως, ανέφερε ότι ακόμα και ένας ασθενής με βαριάς μορφής καρδιακή ανεπάρκεια, δεν χάνει την επιθυμία του για σεξ ούτε καθίσταται ανίκανος για σεξ και ότι πολλά άτομα που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια έχουν κανονική σεξουαλική ζωή ενώ ορισμένα μπορεί να έχουν στυτική δεισλειτουργία και πως εν προκειμένω δεν διερεύνησε αυτό τον τομέα αλλά ούτε και ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα.   Η μαρτυρία του έχει τη σημασία της αφού, παρά το ότι κλήθηκε από την υπεράσπιση, εντούτοις δεν επιβεβαιώθηκε η θέση που ο Κατηγορούμενος προώθησε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του ότι δηλαδή ο ιατρός του διαπίστωσε ή έστω γνώριζε πως δεν μπορούσε να κάνει σεξ παρά μόνο αν η γυναίκα ήταν από πάνω του, επειδή υπό άλλες περιστάσεις κουραζόταν και το πέος του «έπεφτε».   Ούτε βέβαια ο Μ.Υ.5 υποστήριξε πως άτομα που έχουν το καρδιακό πρόβλημα που έχει ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζουν οπωσδήποτε το στυτικό πρόβλημα που ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι είχε όταν έκανε σεξ και ο ίδιος βρισκόταν πάνω από την κοπέλα.

 

Επανερχόμενοι τώρα στους Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 καθώς και στις Μ.Υ. 3 και Μ.Υ.4, που ως προείπαμε φέρονται να ήταν γνώστες κάποιων πτυχών της σχέσης των άμεσα εμπλεκομένων, σημειώνουμε ότι είχαμε υπόψη ότι οι ως άνω μάρτυρες κατηγορίας είχαν μια στενότερη σχέση με την Παραπονούμενη (ιδίως οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3), ενώ οι μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4) ήταν πρόσωπα που είχαν στενή σχέση με τον Κατηγορούμενο, αφού η μεν πρώτη είναι η μητέρα του, η δε δεύτερη, πολύ καλή του φίλη. Ως εκ τούτου είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις όλων των πιο πάνω μαρτύρων, να επηρεάζονταν από την επιθυμία τους να βοηθήσουν την πλευρά με την οποία είχαν σχέση ή και να αποτελούν μάρτυρες που ενδεχομένως να είχαν ίδιον σκοπό να εξυπηρετήσουν, κατ’ αναλογίαν των νομολογηθέντων στην υπόθεση Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 10/18, ημερ. 9.11.18. Προσεγγίσαμε συνεπώς, σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία τους, με την ανάλογη προσοχή. 

 

Αρχίζοντας από τους μάρτυρες κατηγορίας πρέπει να πούμε πως παρά τη σχέση που φαίνεται να είχε με την Παραπονούμενη η Μ.Κ.2, ως υπεύθυνη της εργασίας της και η Μ.Κ.3, ως συγκάτοικος της και παρά τη συμπάθεια που εμφανώς έτρεφε και ο Μ.Κ.4 προς το πρόσωπο της, εντούτοις δεν διακρίναμε σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας τους προσπάθεια να παραποιήσουν τα γεγονότα ή να τα παρουσιάσουν με τρόπο που να «βολεύει» την εκδοχή της Παραπονούμενης. Αντιθέτως διακρίναμε μια συνεχή προσπάθεια να καταθέσουν με όσο περισσότερη ακρίβεια μπορούσαν τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη τους και με τρόπο δίκαιο και προς τις δύο πλευρές.  Στην προσπάθεια τους αυτή δε,  δεν εντοπίσαμε να έχουν περιπέσει σε αντιφάσεις τέτοιες, οι οποίες να μπορούν να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθεταν. 

 

Ενδεικτικό του δίκαιου τρόπου με τον οποίο κατέθετε η Μ.Κ.2, ήταν το ότι δεν προσπάθησε ποτέ να υποστηρίξει πως ο Κατηγορούμενος δεν αγαπούσε την Παραπονούμενη, ενώ ειλικρινώς ανέφερε ότι από τη συμπεριφορά του αντελήφθη πως ήταν ιδιόρρυθμος αλλά παράλληλα ανέφερε ότι δεν θεώρησε πως ήταν βίαιος και δεν δίστασε να παραδεχθεί πως δεν τον είδε να ασκεί βία.   Από την άλλη παρέμεινε σταθερή στη θέση της περί της συμπεριφοράς του με επανειλημμένες κλήσεις και παρουσία στο χώρο εργασίας όπου προκαλούσε εντάσεις επί καθημερινής σχεδόν βάσης, αλλά αποδέχθηκε επίσης ειλικρινώς πως οι εντάσεις που ως η θέση της προκαλούσε στην εργασία της Παραπονούμενης δεν ήταν τέτοιες που να χρειάζεται η παρέμβαση της αστυνομίας, εξ ου και ευλόγως ανέφερε πως δεν κάλεσε ποτέ την αστυνομία. Ανέφερε όμως ότι κάθε φορά έλεγε στον Κατηγορούμενο να μην τηλεφωνεί και να μην προσέρχεται διότι ενοχλεί και παρά το ότι αυτός της υποσχόταν πως πράγματι δε θα ξαναπήγαινε, εντούτοις ξαναπήγαινε.  Με τον δίκαιο τρόπο που εν γένει κατέθετε, ανέφερε επίσης ότι μετά που ο Κατηγορούμενος έμαθε ότι η Παραπονούμενη έπασχε από ηπατίτιδα, αυτός της ζήτησε να δώσει στην Παραπονούμενη off για να την «περιποιηθεί» και ότι όντως η τελευταία μετά το off προσήλθε στη δουλειά της περιποιημένη.  Ανέφερε ακόμα πως όταν τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο για να του ανακοινώσει πως η Παραπονούμενη είναι φορέας ηπατίτιδας αυτός της ανέφερε πως ήδη το γνώριζε και μάλιστα της ανέφερε πως εις ένδειξη της αγάπης του και του ότι δεν φοβόταν έκανε σεξ μαζί της την ίδια νύχτα που του το είπε, ενώ η ίδια η Παραπονούμενη ήταν δισταχτική ένεκα του ζητήματος με την ηπατίτιδα.    

 

Ως προς τα περιστατικά που περιέγραψε, παρατηρήσαμε πως οι περιγραφές της δίδονταν με αμεσότητα, χωρίς περιστροφές ή δεύτερες σκέψεις. Ήταν δε σαφής και παραστατική στα περιστατικά που περιέγραψε δίδοντας έντονα την εντύπωση πως επρόκειτο για γεγονότα που βίωσε ενώ δε δίστασε να ξεκαθαρίσει ότι δύο εκ των περιστατικών που περιέγραψε της μεταφέρθηκαν από άλλους, δείχνοντας πως αντιλαμβανόταν πλήρως την υποχρέωση της να ακριβολογεί. 

 

Η δε μαρτυρία της εν σχέσει με τις 9.6.23 που έγινε ο αρραβώνας της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από τον Κατηγορούμενο ενώ η μαρτυρία της σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στις 17.9.23, επιβεβαιώθηκε σε πολλές πτυχές, ως θα διαφανεί και πιο κάτω κατά την ανάλυση των γεγονότων, από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο.  Ούτε όμως αμφισβητήθηκε ως προς τη θέση της ότι κατά την 18.9.23 (δηλαδή μετά την καταγγελία) ο Κατηγορούμενος την πήρε ξανά τηλέφωνο στο γραφείο και της είπε ότι η Παραπονούμενη είναι με «δέκα μαύρους» και ότι πωλούσε ναρκωτικά ούτε και το ότι η ίδια του ζήτησε έντονα να κλείσει το τηλέφωνο και να μην ξαναενοχλήσει γιατί θα καλούσε την αστυνομία.   Για όποια δε σημασία έχει, σημειώνουμε πως το ότι επρόκειτο βέβαια για αναληθείς μομφές κατά της Παραπονούμενης, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι κατά τον εν λόγω χρόνο η Παραπονούμενη αναντίλεκτα βρισκόταν με την Αστυνομία.

 

Στρεφόμενοι τώρα στην Μ.Κ.3, ένα εν γένει πολύ αυθεντικό και απλοϊκό άτομο[20], ως κατ’ αρχάς ενδεικτικό της ειλικρίνειας της, εντοπίζουμε το γεγονός πως από την αρχή και ευθαρσώς ανέφερε πως δεν μιλά αγγλικά και πως ούτε η Παραπονούμενη μιλούσε βουλγάρικα και ότι επομένως δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν εύκολα και πως η συνεννόηση τους γινόταν με τα χέρια και κάποιες λέξεις. Πράγμα το οποίο αναμφίβολα περιόριζε, σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό, την πειστική αξία της μαρτυρίας της, χωρίς ωστόσο αυτό να παρατηρήσαμε να αποτελούσε κώλυμα από πλευράς της, στο να το παραδεχθεί ευθέως.  Βέβαια όσο και αν αυτό ισχύει, την ίδια στιγμή προσμετρά με αντίθετη ροπή η καθ’ όλα εύλογη θέση της, ότι επειδή ακριβώς διέμεναν μαζί, κατάφεραν να βρίσκουν τρόπους επικοινωνίας μεταξύ τους.  Μάλιστα πολύ πειστικά κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της μας έδωσε παραδείγματα του τρόπου που επικοινωνούσαν, με ένα συνδυασμό κινήσεων ή και απλών λέξεων της ελληνικής ή και της αγγλικής γλώσσας.  Παραπέμπουμε στα πρακτικά ημερ. 25.4.25, σελ. 34, γρ. 15-21, και σελ. 36 γρ. 11-13, όταν περιέγραφε πώς την παρηγορούσε λέγοντας επί λέξει: «Mary υπνοδωμάτιο κοιμάται, πολύ στρες, me speak no stress, να κοιμάται, Lilyana είναι δαμε, you sleep έτσι λίγο-λίγο, έτσι δαμέ» ή όταν περιέγραφε τι της έλεγε η Παραπονούμενη να πει στον Κατηγορούμενο όταν ήθελε να τον αποφύγει (βλ. πρακτικά ημερ. 25.4.25, σελ. 38-39 «.. μου λέει «άνοιξε Chris είναι Speak me όι καλό, πολύ κουράστηκα, κεφάλι όχι καλό»). 

 

Το ότι δε η ίδια ειλικρινώς παραδέχθηκε πως δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα δεν σημαίνει βέβαια πως δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να αντιληφθεί μερικές λέξεις της γλώσσας αυτής.  Το ίδιο βέβαια ισχύει και καθ’ όσον αφορά απλές λέξεις της ελληνικής γλώσσας, την οποία παραδεκτώς, ούτε η μια ούτε η άλλη μιλούσαν άνετα. Η άλλη πτυχή που χωρίς δυσκολία αναδίπλωσε η Μ.Κ.3 ήταν το γεγονός πως ένεκα των ωρών εργασίας της Παραπονούμενης 07:00-15.30 και μετά 17:30 – 23:00 αλλά και των ωρών εργασίας της Μ.Κ.3, δεν συναντιούνταν ούτε πολλές ώρες και ότι κατά τον χρόνο που ήταν και οι δυο στο σπίτι ως επί το πλείστον κοιμούντο και δεν συζητούσαν παρά πολύ αφού ήταν κουρασμένες.  Όμως τούτο και πάλιν δεν σημαίνει πως δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να μεταφέρει κάποια περιστατικά που περιήλθαν στην αντίληψη της ή γενικότερα κάποιες συμπεριφορές του Κατηγορούμενου, για ό,τι αυτές αξίζουν, ασχέτως του ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία για το ζήτημα των ισχυριζόμενων σεξουαλικών επαφών χωρίς συναίνεση.   

 

Πράγμα το οποίο πιστεύουμε πως έπραξε χωρίς υπερβολές, τηρώντας μια δίκαιη στάση και προς τους δύο, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις που να πλήττουν τη γενικά καλή εικόνα που άφησε ενώπιον μας. Κάποιες δε όχι τόσο ξεκάθαρες αναφορές της, όπως για παράδειγμα η αναφορά της ότι η Παραπονούμενη πέταξε το δαχτυλίδι που της έδωσε ο Κατηγορούμενος, με την οποία η ίδια ανέφερε πως δεν εννοούσε ότι το πέταξε στον κάλαθο αλλά ότι του το επέστρεψε, την οποία η υπεράσπιση μας κάλεσε να θεωρήσουμε ως ουσιαστική αντίφαση, δεν θεωρούμε ότι έχει στην πραγματικότητα τέτοια δυναμική. Ούτε το γεγονός πως στην προσπάθεια της να καθορίσει τον χρόνο που η ίδια ήρθε στην Κύπρο, τρία χρόνια προηγουμένως ανέφερε πως ήρθε στην Κύπρο το 2003 αντί το 2023.   Παρά το ότι δεν έχουμε καμμιά αμφιβολία ότι στην Κύπρο προσήλθε το 2023, εντούτοις σημειώνουμε πως ουδεμία ουσιαστική σημασία έχει πότε ακριβώς ήρθε στην Κύπρο, αλλά το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο πράγματι βρισκόταν στην Κύπρο και συγκατοικούσε με την Παραπονούμενη, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Η δε απορία του συνηγόρου υπεράσπισης στην αγόρευση του (σελ.22) ως προς το πώς είναι δυνατόν να υιοθέτησε την κατάθεση Έγγραφο Γ, η οποία είναι γραμμένη σε μη κατανοητή από την ίδια γλώσσα, φρονούμε πως είναι δυσνόητη, δεδομένου του ότι το Έγγραφο Γ είναι γραμμένο στην μητρική γλώσσα της μάρτυρος και συνοδεύεται από τη μετάφραση την οποία η διερμηνέας που ήταν παρούσα υιοθέτησε ως ορθή.   

 

Το ότι επρόκειτο περί ειλικρινούς μάρτυρα, φαίνεται και από το ότι δεν προσπάθησε να παρουσιαστεί ως γνώστης των διαφορών του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης. Αντιθέτως ήταν η θέση που ευθέως παρουσίασε ενώπιον μας πως, πέραν των όσων είδε, δεν γνώριζε κάτι άλλο για το τι διαμειβόταν μεταξύ τους, αφού όταν ρωτούσε την Παραπονούμενη δεν της έλεγε.  Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της ότι όταν διαπίστωσε πως η Παραπονούμενη φοβόταν και την ρώτησε γιατί, αυτή δεν της έλεγε, παρά μόνο έκλαιγε και της έλεγε ότι έπρεπε να κλείνουν καλά τις πόρτες και τα παράθυρα επειδή κάποιος θα μπορούσε να μπει μέσα και να τις τρομάξει. Το ότι δε πράγματι η μαρτυρία της δεν φαίνεται να ήταν αποτέλεσμα προσυνεννόησης με την Παραπονούμενη ως προς το τι θα κατέθεταν, υποστηρίζεται εν μέρει και από το ότι δεν ήξερε να αναφέρει οτιδήποτε για το κρεβατάκι θαλάσσης που βρισκόταν στο δωμάτιο με τους μετρητές της Α.Η.Κ, καίτοι η Παραπονούμενη το εντάσσει σε ένα από τα περιστατικά σεξουαλικής βίας που κατ’ ισχυρισμόν δέχθηκε.  Η δε θέση που της τέθηκε ότι  δεν είχαν φιλική σχέση με την Παραπονούμενη αλλά σχέση για άλλους σκοπούς (βλ. πρακτικά 10.4.25, σελ.50, γρ. 12-15) παρέμεινε γενική και αόριστη, χωρίς ποτέ να καταστεί αντιληπτό τι εννοούσε η υπεράσπιση με τη θέση αυτή.  Θέση την οποία η μάρτυρας βέβαια αρνήθηκε κατηγορηματικά λέγοντας: «Εγώ έζησα μαζί της, ό,τι είδα και ό,τι άκουσα αυτό λέω», κάτι που συνάδει πλήρως με την εντύπωση που και εμείς οι ίδιοι αποκομίσαμε. 

 

Ο  Μ.Κ.4 ήταν ένας ευγενής άνθρωπος, ηλικίας 80 ετών που ουδόλως έδιδε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο με αλλότρια κίνητρα ή με σκοπό να υποβοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά, αλλά για να μεταφέρει τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του, για όποια σημασία θα μπορούσαν να έχουν στην υπόθεση. Μάλιστα δεν δίστασε να παραδεχθεί πως πέραν των όσων κατέγραψε στην κατάθεση του, η οποία δόθηκε πιο κοντά στα γεγονότα, δυσκολευόταν, ένεκα και της ηλικίας του, να θυμηθεί οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες.  Ακόμα, δεν διακρίναμε στοιχεία υπερβολής στη μαρτυρία του αφού πέραν των όσων περιέγραψε, δεν προσπάθησε να αποδώσει βιαιότητα στον Κατηγορούμενο με την έννοια του να χτυπά την Παραπονούμενη, αλλά η όποια βία του απέδωσε ήταν στην προσπάθεια του να την φιλήσει και ευθέως ανέφερε χωρίς περιστροφές πως ο ίδιος δεν τους είδε να τσακώνονται.   Τούτο βέβαια δεν σημαίνει πως δεν τσακώνονταν όταν ήταν μόνοι τους ούτε βέβαια ότι ως εκ της μαρτυρίας του αποκλείεται η εκδοχή της Παραπονούμενης, η οποία τονίζεται πως ουδέποτε υποστήριξε πως οποιεσδήποτε αντιπαραθέσεις είχε με τον Κατηγορούμενο είχαν γίνει μπροστά από τον Μ.Κ.4, εξαιρουμένων των περιστατικών που και ο ίδιος ο Μ.Κ.4 περιέγραψε και στα οποία θα επανέλθουμε.   Τώρα ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι προκύπτει αναξιοπιστία του ένεκα του αναφορικά με ένα συμβάν που περιέγραψε ως έχον επισυμβεί ενάμιση μήνα πριν δώσει κατάθεση,  σε σχέση με το οποίο κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε πως δεν είχε ακούσει φωνές ενώ κατά την αντεξέταση ανέφερε πως άκουσε τέτοιες φωνές, σημειώνουμε ότι δεν έχει τη σημασία που του απέδωσε η υπεράσπιση. Και τούτο εφόσον το ουσιώδες ήταν πως υπήρχαν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα και εν πάση περιπτώσει επρόκειτο για ένα επιμέρους συμβάν κατά το οποίο ο Μ.Κ.4 δεν είχε δει, ως ειλικρινώς παραδέχθηκε, πρόσωπο με πρόσωπο τον Κατηγορούμενο, και στο οποίο δεν προτιθέμεθα ούτως ή άλλως να δώσουμε βαρύτητα ένεκα του ότι ακριβώς δεν ήταν συμβάν που περιγράφηκε ενώπιον μας με ιδιαίτερες λεπτομέρειες ώστε να μπορούμε να εξαγάγουμε οποιαδήποτε θετικά συμπεράσματα. 

 

Από την άλλη οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, κατά τρόπο απόλυτο και πρωτοφανή απέκλεισαν και μάλιστα κατηγορηματικά, το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να προέβη στις συμπεριφορές που του καταλογίζει η Παραπονούμενη (είτε βιασμό είτε χειροδικία) καίτοι δεν ήταν συνεχώς μαζί τους και συνεπώς δεν μπορούσαν εκ των πραγμάτων να γνωρίζουν τι ακριβώς διαμείβετο μεταξύ τους. Ήταν δε εμφανώς προκατειλημμένες εναντίον της Παραπονούμενης, με τη Μ.Υ.3 μάλιστα να παρουσιάζει και ρατσιστικά ψήγματα. Για παράδειγμα αναφερόμενη κατά την αντεξέταση της στην γνωριμία της με την Παραπονούμενη ανέφερε τα εξής (βλ. πρακτικά ημερ. 10.7.25, σελ. 24, γρ. 19-29):

 

«Α. Δεν θυμούμαι ημερομηνία ούτε μήνα.  Θυμούμαι που την έφερε ο γιος μου έσσω μου ένα μεσημέρι τζιαι λαλώ του “Πού την ήβρες τούτη;” Τζιαι λαλεί μου “δεν την ήβρα, ήρτε τζιαι ήβρε με”.  Καθόταν παρκαρισμένος μέσα στο αυτοκίνητο, πήγε άνοιξε την πόρτα τζιαι μπήκε μέσα.

Ε. Έτσι σου είπε;

A. Ναι, καθόταν τζιαμέ τζιαι άνοιξε την πόρτα τζιαι λαλεί της “ξέρεις με τζιαι εμπήκες στο αυτοκίνητο μου;”, “όι” λαλεί του.  Πε μου τζιαι εσού.  Δεν είναι ο γιος μου που επήεν τζιαι την ήβρε.  Άμα τζιαι είδε τον με το αυτοκίνητο που ενοικίαζε, λαλεί σου κρατά λεφτά τούτος, εγύρεφκε θύμα.  Έτσι κάμνουν τούτες.  Κάμνουν τες κακομοιρασμένες τζιαι άμα σε ρέξουν στο χέρι τους τζιαι χρησιμοποιήσουν σε πετάσσουν σε στα σκουπίδια ύστερα. Έτσι κάμνουν τούτες. Γιατί δεν έρχονται επειδή αγαπούν, αλλά για να τσιπετσίσουν και πέμπουν για να τρων οι μαύροι τζιαι οι άσπροι(έμφαση δοθείσα)

 

Το πιο πάνω απόσπασμα μιλά αφ’ εαυτού και αναδεικνύει την προκατάληψη της μάρτυρος έναντι προσώπων της καταγωγής της Παραπονούμενης για τα οποία μιλούσε γενικευμένα με υποτιμητικό και απαξιωτικό τρόπο, όπως έπραττε βέβαια και ειδικότερα για την Παραπονούμενη, χρησιμοποιώντας και σε άλλα σημεία της μαρτυρίας της τις λέξεις «τούτη» αλλά και τη λέξη «μαύρη» όταν αναφερόταν σε αυτήν. Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα επιβεβαιώθηκε και μέσα από τα λεγόμενα του Κατηγορούμενου, ο οποίος αναφερόμενος σε συνομιλία που είχε με τη μητέρα του ανέφερε τα εξής τα οποία επιβεβαιώνουν το ρατσιστικό και υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο της μιλούσε η μητέρα του (βλ. πρακτικά 3.7.25, σελ. 12, γρ. 6-11) « … Είπε μου η μάμα μου «ρε επαλάβωσες τέλεια; Να κάμεις της μαύρης μωρό και αύριο να πάει στη Σιέρα Λεόνε και να στέλνεις ριάλια και να ταϊζεις τους μαύρους; …».

Πέραν τούτου όμως το απόσπασμα που παρατίθεται από τα πρακτικά ημερ. 10.7.25 (πιο πάνω), αποκαλύπτει και μια διαφορετική εκδοχή ως προς τον τρόπο γνωριμίας της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο από αυτήν που προώθησε ο τελευταίος.  Ο οποίος όμως, ως η θέση της Μ.Υ.3, ήταν αυτός που της εξιστόρησε το τι έγινε, αφού η ίδια δεν ήταν παρούσα.  

 

Αντίφαση όμως παρατηρείται και στη δια ζώσης μαρτυρία της Μ.Υ.3 σε σχέση με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της.  Πιο συγκεκριμένα και ενώ η Μ.Υ.3 αρχικά στην κατάθεση της Έγγραφο ΙΓ, ανέφερε πως κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη διέμεναν στο σπίτι της έφευγαν πολύ πρωί και επέστρεφαν αργά και πως για όσο χρόνο βρίσκονταν εκεί μιλούσαν αγγλικά, γλώσσα που δεν αντιλαμβάνεται η ίδια, εντούτοις στη συνέχεια παράλογα επέμενε, πως δεν θα μπορούσαν να είχαν διαπραχθεί τα αδικήματα που ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη. Και τούτο παρά το ότι παραδεκτώς μαζί της διέμειναν μόνο για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο μάλιστα το πλείστο μέρος της ημέρας απουσίαζαν. 

 

Ενώ δε η θέση της στην κατάθεση της ήταν πως ουσιαστικά δεν είχε ακούσει οτιδήποτε και πως δεν καταλάβαινε αγγλικά, εν τέλει ανέφερε πως την άκουσε να λέει «give me too much money for me», πως έμαθαν ότι κάποιος της είπε ότι αν πει ότι τη βίασε Κατηγορούμενος θα πιάσει από την κυβέρνηση «20.000», για να καταλήξει να της αποδώσει πως έστησε αυτό το παραμύθι για να βάλει φυλακή τον γιο της.  Ενώ τέτοιες θέσεις δεν είχε προωθήσει ποτέ κατά την κατάθεση της, ούτε όμως ζήτησε να δώσει οποιαδήποτε συμπληρωματική κατάθεση για να αναφέρει αυτά τα, κατά την ίδια, σοβαρά ζητήματα.  Παρομοίως δεν προώθησε ποτέ προηγουμένως τη θέση ότι η Παραπονούμενη του ζητούσε συνέχεια λεφτά ή ότι είχε μανία με τα λεφτά με σκοπό να φέρει τους δικούς της στην Κύπρο. 

 

Ούτε όμως ανέφερε ποτέ προηγουμένως πως την άκουσε να εξυβρίζει τον γιο της με τη λέξη «σιηλομπάσταρτε».  Παρά δε το ότι αντεξετασθείσα ανέφερε ότι η ίδια δεν της κακοφέρθηκε ποτέ, εν τέλει παραδέχθηκε ότι μετά το περιστατικό που την άκουσε κατ΄ ισχυρισμόν να εξυβρίζει τον γιο της, θύμωσε πολύ και της είπε «αφού λαλείς του γιου μου έτσι, να φκεις έξω τζιαι να φύεις τζιαι να μεν ξανάρτεις σπίτι μου.  Είναι το ευχαριστώ που ό,τι μου ζήτησες έδωκα σου; φύε τζιαι μεν ξανάρτεις». Η δε εξήγηση που προσπάθησε να δώσει ως προς την παράληψη της να αναφέρει τα πιο πάνω ήταν δυσνόητη και αντιφατική, αφού προσπάθησε να αναφέρει πως αυτό το περιστατικό «Ύστερα γίνηκε» (βλ. πρακτικά ημερομηνίας 10.7.25, σελ. 28, γρ. 12), ενώ προφανώς είχε προηγηθεί της ημερομηνίας της κατάθεσης της, αφού το περιστατικό αυτό φέρεται να έλαβε χώρα ενόσω ακόμα ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη ήταν μαζί και διέμεναν στο σπίτι της. Ενώ δε η ίδια υποστήριξε πως διημείφθη η πιο πάνω στιχομυθία, την οποία υποτίθεται μετέφερε στο Δικαστήριο αυτούσια κατά τα ανωτέρω, εν συνεχεία ήταν η θέση της πως η ίδια δεν της είπε τίποτε. Στη συνέχεια δε επαναλαμβάνοντας τι την άκουσε να λέει, επέμεινε έντονα πως αυτό που την άκουσε να λέει ήταν «shilobastard» καίτοι προηγουμένως επέμενε πως την άκουσε να λέει τη λέξη «σιηλομπάσταρτε». Το ποια ακριβώς ήταν η συμπεριφορά της έναντι της Παραπονούμενης, τη δεδομένη ημερομηνία που η Μ.Υ.3 ισχυρίστηκε ότι απλώς την έδιωξε από το σπίτι της, προκύπτει, ως θα διαφανεί από την ανάλυση που ακολουθεί, μέσα από τις ίδιες τις συνομιλίες που είχε ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη και οι οποίες διαψεύδουν κάθετα την Μ.Υ.3.

 

Ομοίως και η Μ.Υ.4 εντυπωσίασε (αρνητικά) όταν ευθαρσώς ανέφερε ότι είχε δει την Παραπονούμενη μόνο μια φορά, κατά την οποία συνομίλησε μαζί της για μόνο μισή ώρα και παρά ταύτα, κληθείσα να την χαρακτηρίσει με πέντε λέξεις ανέφερε χωρίς κανένα ενδοιασμό ή πολλή σκέψη τα εξής: «Ραδιούργα, deceptive, δεν ξέρω πως είναι τα ελληνικά, κατζιά, εκμεταλλεύτρια και ψεύτισσα» (βλ. πρακτικά ημερ. 10.7.25, σελ. 25, γρ. 26-28).  Μάλιστα επέμεινε ότι είναι 100% σίγουρη για αυτά, χωρίς να προκύπτει από που αντλούσε αντικειμενικό έρεισμα για να προβεί σε αυτές τις ζημιογόνες αλλά και συνάμα απόλυτες αναφορές της σε σχέση με την Παραπονούμενη.

 

Το ουσιαστικότερο όμως είναι πως και αυτή, όπως και η Μ.Υ.3, δεν είχε ούτε και μπορούσε να έχει γνώση των επίδικων γεγονότων ούτε βέβαια μπορούσε να αποκλείσει και μάλιστα με τον κατηγορηματικό τρόπο που το έπραξε, την εκδοχή της Παραπονούμενης.  Και τούτο εφόσον η ίδια δεν είχε καν άμεση επαφή μαζί της και τα όσα γνώριζε ήταν, όπως παραδέχθηκε, από τις πράξεις της (Παραπονούμενης), τις οποίες βεβαίως πληροφορείτο μέσω του Κατηγορούμενου. Προβληματικό ήταν και το γεγονός ότι διεφάνη πως εξήγαγε συμπεράσματα στηριζόμενη σε στοιχεία που δεν μπορούσαν να παρέχουν ασφαλές έρεισμα για τις τοποθετήσεις της, όπως ήταν το γεγονός πως ήταν πεπεισμένη πως η Παραπονούμενη είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί τον Κατηγορούμενο επειδή, ως η θέση της,  είχε πολλούς λογαριασμούς και επέλεγε να συνομιλεί με τον Κατηγορούμενο όχι από τον «επίσημο» λογαριασμό αλλά αυτούς που διατηρούσε υπό άλλα ονόματα.  Θέση η οποία βέβαια δεν τέθηκε ποτέ στην ίδια για να τοποθετηθεί.  Παρά μόνον ερωτήθηκε αν είχε λογαριασμό με το όνομα «Anglelica», όπου απάντησε αρνητικά χωρίς να της τεθεί οποιαδήποτε αντίθετη θέση ή η θέση που προώθησε η Μ.Υ.3. 

 

Ήταν εν τέλει ξεκάθαρο από διάφορα σημεία της μαρτυρίας της πως τα όσα ανέφερε, αποτελούσαν απλά δική της εντύπωση/άποψη (βλ. πρακτικά 10.7.25, σελ. 35 γρ. 2, όπου ανέφερε «…εγώ έτσι το βλέπω»). Άλλο παράδοξο εκ της μαρτυρίας της ήταν πως παρουσιάστηκε ειδική σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένης ακόμα και της δυνατότητας να αντιληφθεί αν κάποιος είναι εγκληματίας. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ήταν σε θέση να καταλάβει το «προφίλ κάποιου εγκληματία», επειδή έλυσε όλα τα «Crime Investigation» και στη βάση αυτή προχώρησε μάλιστα και απέκλεισε το ενδεχόμενο ενοχής του Κατηγορούμενου.

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, δεν αισθανόμαστε ότι η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων υπεράσπισης αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων.

 

Προτού προχωρήσουμε στους άμεσα εμπλεκόμενους θεωρούμε πως αναφορά θα πρέπει να γίνει και στον Μ.Υ.7, ο οποίος κλήθηκε για να καταθέσει εν σχέσει με την αίτηση που υπέβαλε η Παραπονούμενη για παραμονή στη Δημοκρατία και στους λόγους απόρριψης της, αφού το ζήτημα αυτό, παρότι δεν είχε ποτέ τεθεί κατά το στάδιο των ανακρίσεων από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε αποδώσει την καταγγελία της Παραπονούμενης σε οικονομικά κίνητρα, εντούτοις αποτέλεσε κεντρική θέση της υπεράσπισης στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας.

 

Πρόκειται για λειτουργό του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, επί σειρά ετών (επτά) και υπεύθυνο του Νομικού Τμήματος, ο οποίος ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο από τα κατεχόμενα, με την άφιξη της να έχει σημειωθεί ως παράνομη άφιξη και την ίδια να έχει υποβάλει αίτημα διεθνούς προστασίας / αίτηση ασύλου, στις 25.11.21. Ως επίσης ανέφερε, συμφώνως της διαδικασίας που τηρείται, κλήθηκε εν συνεχεία σε συνέντευξη και ακολούθως ετοιμάστηκε έκθεση και εισήγηση η οποία τέθηκε ενώπιον του προϊσταμένου που αποφασίζει αν θα εγκρίνει ή θα απορρίψει την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού εξεταστή.   Ανέφερε πως οι ισχυρισμοί που προέβαλε αφορούσαν κυρίως ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων και αυτοί έγιναν αποδεχτοί, όμως η αξιολόγηση που ακολούθησε όσον αφορά τα θέματα καταγωγής της, τους λόγους για επιστροφή στη χώρα της, την αντιμετώπιση δίωξης ή και τον πραγματικό κίνδυνο βλάβης, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα ή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 την έκθεση εισήγηση επί της αίτησης και ανέφερε ότι εν τέλει η αίτηση απορρίφθηκε στις 7.7.23, καταχωρήθηκε εν συνεχεία προσφυγή την 1.8.23, η οποία και αυτή απερρίφθη στις 5.4.24. 

 

Το γεγονός βέβαια πως απερρίφθη μια αίτηση ή εν τέλει και η προσφυγή που καταχώρησε δεν σημαίνει οπωσδήποτε πως η εκεί Αιτήτρια (εδώ Παραπονούμενη), ψεύδεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Συλλογισμός ο οποίος, εφόσον υιοθετείτο, θα ήταν τουλάχιστον αντινομικός και άδικος.  Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος πως, ως προκύπτει από την μελέτη του Τεκμηρίου 27, οι γενικοί ισχυρισμοί που προέβαλε και αφορούν τη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα την κοινότητα Bondo επιβεβαιώθηκαν ως ορθοί όπως και τα προσωπικά στοιχεία που έδωσε, ασχέτως αν σε σχέση με τον φόβο δίωξης από την κοινότητα Bondo δεν κρίθηκαν ικανοποιητικοί ή και επαρκείς οι ισχυρισμοί της για να πείσουν ότι όντως διέτρεχε κίνδυνο δίωξης.  Ούτε βέβαια δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο από την κρίση της αξιοπιστίας της στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας. 

 

Παρά τα πιο πάνω όμως, είναι γεγονός πως δεν μπορεί να αποκλειστεί η θέση της υπεράσπισης ότι με δεδομένη την απόρριψη της αίτησης της Παραπονούμενης στις 7.7.23, πράγματι η Παραπονούμενη θα μπορούσε να είχε κίνητρο την ψευδή καταγγελία για να παραμείνει στην Κύπρο.  Είναι για αυτό το λόγο που και εμείς θα έχουμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης την πιθανότητα αυτή, την οποία βέβαια θα συνεκτιμήσουμε μαζί και με τα λοιπά στοιχεία της μαρτυρίας.

Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία της Παραπονούμενης οφείλουμε εξ αρχής να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον καθ’ όσον αφορά την Παραπονούμενη, ισχύει ο κανόνας πρακτικής ή άλλη διάταξη, που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας.  Και τούτο έχοντας κατά νου τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας[21]

Το αδίκημα του βιασμού στην προκειμένη περίπτωση εδράζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης στο άρθρο 146Α του ίδιου Νόμου και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης στο άρθρο 151 επίσης του ίδιου Νόμου. 

 

Είναι δε γεγονός ότι με το άρθρο 21 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Ν.91(Ι)/14, δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία.  Εντούτοις όμως σε σχέση με αδικήματα που θεμελιώνονται σε άρθρα του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, φαίνεται να είχε διατηρηθεί ο κανόνας πρακτικής αφού, όπως εν τέλει διευκρινίστηκε στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16 κ.ά., ημερ. 20.11.19, παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «… παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα …».

 

Παρά ταύτα όμως δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορίες εδράζονται και στον Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν. 115(Ι)/21), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ μετά την ως άνω απόφαση Σ.Σ. κ.α. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ήτοι στις 13.5.21.  Στο άρθρο 29 του εν λόγω Νόμου αναφέρεται πως:

 

«29. Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρίας γυναίκας».  

 

Το αδίκημα του βιασμού, της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης και της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 154 που προαναφέρθηκαν, εμπίπτουν ρητώς στον ορισμό του «αδικήματος βίας», δυνάμει του άρθρου 5 του Νόμου 115(Ι)/21 και του σχετικού πίνακα του εν λόγω νόμου. Τούτου δεδομένου, φαίνεται ότι πλέον το εν λόγω άρθρο 29 έχει καταργήσει την όποια πρόνοια, συμπεριλαμβανομένου και του κανόνα πρακτικής του κοινοδικαίου περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και της ανάγκης αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου, όταν τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται.

 

Ανεξαρτήτως όμως τούτου και έχοντας υπόψη ιδίως το ότι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος στην παρούσα είναι οι ουσιωδέστεροι μάρτυρες στην υπόθεση εννοείται ότι έχουμε παρακολουθήσει και τους δύο, με αυξημένη προσοχή και εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία τους. Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως, θα πρέπει να σημειώσουμε πως στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της Παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκε. 

 

Κατ’ αρχάς εκ της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε ότι η ίδια κατάγεται από τη Σιέρα Λεόνε και ότι ήρθε στην Κύπρο κατά το 2021, αφού καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε ενόσω κατέθετε.   Βέβαια είναι γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κατά το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας είχε αποδεχθεί ότι πράγματι η Παραπονούμενη καταγόταν από τη Σιέρα Λεόνε, ανέφερε ότι έμαθε εν τέλει ότι δεν κατάγεται από εκεί και ότι αυτό ήταν το πρόβλημα για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα έγγραφα που χρειάζονταν για να μπορούν παντρευτούν.  Παρά ταύτα όμως, η πιο πάνω παρέμεινε μια θέση χωρίς έρεισμα.  Και τούτο εφόσον ακόμα και ο ίδιος ο Μ.Υ.7 που κάλεσε η πλευρά του Κατηγορούμενου, επιβεβαίωσε ότι η Παραπονούμενη ήταν πρόσωπο που προερχόταν από τη Σιέρρα Λεόνε και μάλιστα επιβεβαίωσε και το ότι ήρθε το 2021, λέγοντας ότι εισήλθε από τα κατεχόμενα και πως η είσοδος της θεωρείτο παράνομη και πως υπέβαλε αίτηση ασύλου στις 25.11.21. Μάλιστα τούτο αποτέλεσε γεγονός που και η ίδια η Παραπονούμενη ειλικρινώς παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση της, χωρίς περιστροφές[22] και μάλιστα αποδέχθηκε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος είχε πληρώσει και τον δικηγόρο της, για τη διαδικασία της έφεσης κατά της απορριπτικής απόφασης στην αίτηση ασύλου που υπέβαλε και η οποία καταχωρήθηκε την 1.8.23.  Εξήγησε δε χωρίς να αμφισβητηθεί, πως το πρόβλημα εξασφάλισης των απαραίτητων εγγράφων αγαμίας έγκειτο στο γεγονός πως, το προξενείο της χώρας το οποίο βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν εκδίδει τέτοια έγγραφα τα οποία θα έπρεπε να εξασφαλιστούν από την Σιέρα Λεόνε[23]. Πάντως ουδέποτε της τέθηκε πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν νυμφεύθηκαν αφού και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ο λόγος που διασαλεύθηκε η σχέση τους ήταν διότι τσακώθηκαν (βλ. Τεκμήριο 9), με την κάθε πλευρά να προβάλλει διαφορετικές εκδοχές ως προς τους λόγους και εν γένει την όλη εξέλιξη της σχέσης. Εξ ου και στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε στο κατάλληλο σημείο.

 

Όμως καθ’ όσον αφορά τα της διαμονής της Παραπονούμενης από τον καιρό που ήλθε στην Κύπρο, πρέπει να πούμε πως αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση της ότι μεταξύ του 2021 και του 2022 διέμενε στα διαμερίσματα Τsokkos Holiday Appartments και ότι όταν το ξενοδοχείο στο οποίο εργαζόταν έκλεισε μετακόμισε στη Λάρνακα για τρεις μήνες, για να επιστρέψει ξανά τον Μάρτιο του 2023. Διευκρίνισε δε κατά την αντεξέταση της ότι στο ξενοδοχείο «Chrysomare» ξεκίνησε να εργάζεται από τις 6.10.22, ότι προηγουμένως ερογοδοτείτο στο ξενοδοχείο «Anastasia», το οποίο έκλεισε τον Οκτώβριο του 2022 και ότι ο διευθυντής του εν λόγω ξενοδοχείου πρότεινε την εργοδότηση της στο «Chrysomare», επειδή ήταν καλή υπάλληλος[24]

 

Η θέση της αυτή υποστηρίζεται πλήρως και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 η οποία, στην κατάθεση της η οποία δόθηκε στις 19.9.23 (Έγγραφο Β), ανέφερε ότι η Παραπονούμενη εργαζόταν ως καθαρίστρια στο ξενοδοχείο Chrysomare από τον Οκτώβριο του 2022 με ένα διάλειμμα από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 2023, που το ξενοδοχείο ήταν κλειστό. Εξήγησε όμως πως προηγουμένως εργοδοτείτο σε άλλο ξενοδοχείο της ίδιας εταιρείας[25], το οποίο όμως κλείνει τον Οκτώβριο και έτσι ο διευθυντής του ξενοδοχείου ενημέρωσε την ίδια (την Μ.Κ.2), πως υπήρχε «…μια πολύ καλή υπάλληλος που θέλει να δουλέψει χειμώνα, αν την χρειάζεσαι να έρθει», γιατί όπως εξήγησε το ξενοδοχείο «Chrysomare» στο οποίο εργάζεται η ίδια δεν κλείνει τον Οκτώβριο, παρά μόνο Ιανουάριο με Μάρτιο, εξ ου και κατά την περίοδο αυτή η Παραπονούμενη μετακόμισε στη Λάρνακα, ως και η ίδια ανέφερε.

 

Γνωριμία με τον Κατηγορούμενο

Κοινό τόπο αποτέλεσε εν πολλοίς και το ότι η γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2023 και πιο συγκεκριμένα, ως κατά την αντεξέταση της ανέφερε, περί το τέλος Απριλίου[26].  Βέβαια η υπεράσπιση θεωρεί ενδεικτικό της αναξιοπιστίας της Παραπονούμενης ότι για το ζήτημα αυτό στην κατάθεση της ανέφερε αρχικά πως τον γνώρισε περί το τέλος Μαϊου.  Την αναφορά αυτή όπως και κάποιες άλλες ζήτησε και διόρθωσε η Παραπονούμενη κατά την ανάγνωση της κατάθεση της.  Δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε το μεμπτόν στις διορθώσεις στις οποίες προέβη, οι οποίες ουδόλως αλλάζουν την ουσία της εκδοχής που προώθησε. Το γεγονός δε πως προέβη σε αυτές αφότου υιοθέτησε την κατάθεση της, το οποίο η υπεράσπιση ανήγαγε σε μείζον ζήτημα, δεν θεωρούμε πως πράγματι αποτελεί τέτοιο, ούτε διαφοροποιεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα.  Και τούτο αφού ήταν σαφές πως η ίδια υιοθέτησε την κατάθεση της, αποδεχόμενη ουσιαστικά ότι πράγματι την είχε υπογράψει με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, το οποίο εν συνεχεία, σε πολύ συγκεκριμένα και περιορισμένα σημεία, ζήτησε να διορθώσει ώστε να ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα.  Γεγονότα που ήταν πολλά και αλλεπάλληλα, έτσι που δεν θεωρούμε αφύσικο το ότι υπήρξαν κάποια καλόπιστα λάθη, τα οποία δεν έγιναν αντιληπτά προτού την υπογράψει.  

 

Εξάλλου ως προς το εδώ ζητούμενο που ήταν ο χρόνος γνωριμίας τους, η θέση της ότι γνωρίστηκαν περί το τέλος Απριλίου υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 13, όπου φαίνεται πως τα μηνύματα μεταξύ τους αρχίζουν στις 27.4.23, όπου η ώρα 4:54:22 pm (UTC+0) εντοπίζεται μήνυμα του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη στο οποίο της λέει «You sexy asse».[27] Ακολουθούν και άλλα μηνύματα για να καταλήξει να της λέει η ώρα 5:34:00 (UTC+0), «I want you» και η ώρα 5:00:54 (UTC+0) «I play with him in your beautiful asse», με την ίδια να του απαντά στις 5:00:57 (UTC+0), «Is too allay for that»[28].  Στις δε 5:04:37(UTC+0) της αναφέρει ότι αυνανίζεται και ότι έχει μάτια μόνο για εκείνην, ενώ ενωρίτερα την ίδια μέρα φαίνεται να την ερωτά για να επιβεβαιώσει αν συνήψαν μεταξύ τους ερωτική σχέση (βλ. μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ 3:04:07 pm (UTC+0) και 3:07:40 pm (UTC+0).  

 

Ό,τι άλλο βέβαια υποδηλώνουν τα εν λόγω μηνύματα είναι πως ο Κατηγορούμενος είχε εξ αρχής μεγάλο και έντονο ερωτικό ενδιαφέρον για την Παραπονούμενη και ότι του άρεσε ιδιαίτερα ο πισινός της.  Πράγμα το οποίο και ο ίδιος εξ άλλου παραδέχεται στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, όπου αναφερόμενος στη γνωριμία τους στην απάντηση 6 αναφέρει ότι την είδε που περπατούσε μέσα στο δρόμο και της φώναξε ότι έχει «ωραίο κόλο» ενώ με την απάντηση 7 παραδέχεται ότι από την πρώτη στιγμή της είπε ότι του άρεσε και ότι την ερωτεύτηκε.

Τώρα ως προς τις ακριβείς περιστάσεις γνωριμίας τους η Παραπονούμενη ανέφερε στην πρώτη της κατάθεση (Έγγραφο Ε), ότι μια μέρα του Απριλίου του 2023 περπατούσε για να μεταβεί από το διαμέρισμα της στην εργασία της στο ξενοδοχείο «Chrysomare», όταν ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα της και ο οδηγός, ο οποίος ως διεφάνη μετά ήταν ο Κατηγορούμενος, την ρώτησε αν γύρευε δουλειά, αυτή του απάντησε θετικά και την προσκάλεσε στο αυτοκίνητο του για να την πάρει σε ένα ξενοδοχείο όπου χρειάζονταν προσωπικό.   Ως αναφέρει μπήκε στο όχημα του επειδή πίστεψε πως ήταν ένας καλός άνθρωπος που προσπαθούσε να την βοηθήσει, όμως στην πορεία αντελήφθη πως, αντί να κατευθύνεται προς κάποιο ξενοδοχείο, οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο. Έτσι τον ρώτησε πού την παίρνει και αυτός την διαβεβαίωσε πως την έπαιρνε στο ξενοδοχείο, το οποίο δεν ήταν μακριά.  

 

Κατά τη διαδρομή ήταν η θέση της πως ο Κατηγορούμενος την ρώτησε «if Ι give you twenty euro you will have sex with me, αυτή του απάντησε αρνητικά και παρά ταύτα αυτός στη συνέχεια άρχισε να αγγίζει το δεξί της χέρι και της έλεγε «give me your pussy, give me your pussy» και ακολούθως άρχισε να την αγγίζει με το αριστερό του χέρι στα γεννητικά της όργανα, πάνω από το τζιν.  Παρότι αυτή του έδιωχνε το χέρι αυτός συνέχιζε να την αγγίζει και μάλιστα σε κάποια στιγμή προσπάθησε να βάλει το χέρι του μέσα στο παντελόνι, οπόταν αυτή του έσπρωξε το χέρι μακριά και του είπε πως θα τηλεφωνούσε στο αφεντικό της, εννοώντας, ως αργότερα εξήγησε, την Μ.Κ.2.   Τότε αυτός φοβήθηκε και την πήρε πίσω στο διαμέρισμα της και της απολογήθηκε λέγοντας της ότι του άρεσε αλλά δεν ήξερε πως να της το εκφράσει και γι’ αυτό συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο και το ίδιο βράδυ της ζήτησε να του δώσει τον αριθμό τηλεφώνου της, τον οποίο η ίδια του έδωσε.  

 

Επικρίθηκε βέβαια έντονα κατά την αντεξέταση της[29] ως προς το γιατί αρχικά μπήκε στο όχημα κάποιου που δεν γνώριζε, τη στιγμή μάλιστα που παραδεκτώς η ίδια είχε δουλειά και επομένως δε χρειαζόταν τη δουλειά που είχε να της προτείνει ο Κατηγορούμενος.   Η ίδια με αμεσότητα όμως ανέφερε πως είχε φίλες που χρειάζονταν δουλειά και πως ήξερε πως η Κύπρος είναι μια ειρηνική χώρα και ο Κατηγορούμενος ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία από αυτήν και έτσι πίστεψε πως ήθελε να την βοηθήσει, αφού έτσι λειτουργούν τα πράγματα στη δική της χώρα. Με αυθορμητισμό τόνισε μάλιστα πως ούτε καν φανταζόταν πως ένας άνθρωπος τέτοιας ηλικίας θα συμπεριφερόταν με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε ο Κατηγορούμενος στη συνέχεια. Εν τέλει δε ανέφερε πως όπως και να είχε, αυτή ήταν η απόφαση της.   Και έχει δίκαιο. Αφού ακόμη και να μπήκε στο αυτοκίνητο επειδή της άρεσε κάποιος άγνωστος, δεν σημαίνει πως θα συναινούσε και σε οτιδήποτε τυχόν είχε αυτός υπόψη του. Ούτε βέβαια αυτός εδικαιούτο να εκλάβει οτιδήποτε ως δεδομένο, εκ μόνης της κίνησης της να εισέλθει στο όχημα του, ιδίως εφόσον η συζήτηση, πριν εισέλθει στο όχημα, αφορούσε ζητήματα εργοδότησης. 

 

Η υπεράσπιση όμως την επέκρινε και για το ότι δεν ανέφερε κάποιες μικρολεπτομέρειες του περιστατικού της γνωριμίας στην κατάθεση της, όπως το γεγονός ότι πέραν του ότι του είπε πως θα καλούσε το αφεντικό της, του είπε ότι θα κατέβαινε από το αυτοκίνητο.  Τούτο όμως κατά την κρίση μας δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της με τον τρόπο που εισηγείται η υπεράσπιση, αφού όπως και η ίδια με λυγμούς ανέφερε « … δεν πρέπει να έχετε την προσδοκία να λέω τα πάντα στην κατάθεση μου…». Μια κατάθεση που ως παραδέχθηκε την έδωσε ενώ ήταν σοκαρισμένη εξ ου και έδωσε στη συνέχεια και δεύτερη όπου επεξηγεί με περισσότερη λεπτομέρεια τα ουσιαστικά γεγονότα.  Εν πάση περιπτώσει αναφέρουμε ευθέως πως τα όσα παραπονείται η υπεράσπιση, αποτελούν επουσιώδεις λεπτομέρειες που δεν αλλάζουν την ουσία της εκδοχής που αφορούσε τη γνωριμία τους, την οποία με συνέπεια η Παραπονούμενη εξιστόρησε.

 

Βέβαια η υπεράσπιση την επέκρινε και για το πώς στη συνέχεια του έδωσε το τηλέφωνο της, αφ’ ης στιγμής επρόκειτο στην ουσία για έναν άγνωστο, ο οποίος μάλιστα σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενα, της είχε συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιέγραψε εντός του αυτοκινήτου. Όμως και επί τούτου η μάρτυρας εξήγησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αμεσότητα πως αμέσως μετά ο Κατηγορούμενος ήταν ιδιαίτερα καλότροπος και απολογητικός, της έλεγε πως του είχε αρέσει (ερωτικά) αλλά δεν ήξερε πως να το εκφράσει και πώς να συμπεριφερθεί και γενικά έδειξε ότι επρόκειτο για μια εκτός του χαρακτήρα του συμπεριφορά, για την οποία, ως ήδη λέχθηκε, φαίνεται πως της είχε απολογηθεί κατ’ επανάληψη.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γίνεται πιο κατανοητή η επιλογή της να του δώσει το τηλέφωνο της, ασχέτως αν κάποιος άλλος πιθανόν να ενεργούσε διαφορετικά, το οποίο δεν είναι εν πάση περιπτώσει το ζητούμενο εν προκειμένω.  Και είναι αυτό που και η ίδια ουσιαστικά προσπάθησε να μας μεταφέρει λέγοντας[30]: «Λέω αυτά τα πράγματα και μπορείτε να πιστέψετε ότι θέλετε, αλλά εγώ ξέρω ότι δεν μπορώ να κάθομαι και να δημιουργώ ιστορίες.  Δεν είναι πράγματα για τα οποία θέλω να μιλώ.  Επειδή ξέρω τι θα μου επαναφέρει.»

 

Εξάλλου η θέση της υπεράσπισης πως τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είχαν γίνει όπως τα περιέγραψε η Παραπονούμενη, διότι αν ο Κατηγορούμενος έκανε τις κινήσεις που του αποδίδει ενώ οδηγούσε, θα έχανε τον έλεγχο, δεν θεωρούμε πως βρίσκει έρεισμα στη λογική του πράγματος ούτε όμως και στην κοινή ανθρώπινη εμπειρία.  Και λέγουμε τούτο αφού παρά το ότι πρόκειται αναμφίβολα για μια επικίνδυνη και καθ’ όλα απορριπτέα οδηγική συμπεριφορά, η οποία σίγουρα ενέχει τον κίνδυνο που ανέδειξε η υπεράσπιση, εντούτοις η θέση που της τέθηκε πως, υπό τις περιστάσεις που εξιστόρησε, ο Κατηγορούμενος οπωσδήποτε θα έχανε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, είναι αδικαιολόγητα απόλυτη.  Και για να το θέσουμε αλλιώς, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι κάποιος που οδηγεί με αυτόν τον τρόπο θα χάσει οπωσδήποτε και τον έλεγχο του οχήματος του. Ιδίως αν συνυπολογιστεί πως οι κινήσεις που του αποδίδει η Παραπονούμενη επί των γεννητικών της οργάνων (ανάμεσα από τους μηρούς), διενεργούντο από το αριστερό του χέρι αφήνοντας το δεξί ελεύθερο να διαχειριστεί το τιμόνι.   

 

Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω θέσης της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να γίνει αποδεκτή, συνολικά ιδωμένη η εκδοχή της υπεράσπισης επί της γνωριμίας τους ήταν προβληματική επί των δικών της όρων. Αρχίζοντας από την κατάθεση του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 9 (απάντηση 6), για το συγκεκριμένο ζήτημα της γνωριμίας τους ανέφερε ότι ο ίδιος βρισκόταν στο αυτοκίνητο, ότι την είδε και της φώναξε ότι έχει «πολύ ωραίο κόλο», ότι αυτή του είπε να την αφήσει ήσυχη διότι μόλις είχε χάσει τη δουλειά της και έψαχνε δουλειά, ότι αυτός προσφέρθηκε να την βοηθήσει, ότι αυτή πήγε και έκατσε μέσα στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησαν να γυρίζουν, ότι μετά αγόρασαν φαγητό και πήγαν στην παραλία και ότι μετά την επέστρεψε στο διαμέρισμα της και ότι μάλιστα αυτή του είπε πως μπορούσε να την επισκέπτεται όποτε ήθελε.   Ανέφερε ακόμα (βλ. απάντηση 7, Τεκμήριο 9), ότι από την πρώτη στιγμή της είπε ότι του άρεσε πολύ και ότι την ερωτεύτηκε και ότι όταν σταμάτησαν στην παραλία «ξεκινήσαμε και φιλιόμαστε αλλά δεν κάναμε σεξ», και ότι και αυτή του είπε από την πρώτη τους συνάντηση πως τον ερωτεύτηκε και αυτή. 

 

Επί του ίδιου ζητήματος όμως θα πρέπει να σημειωθεί πως η Μ.Υ.3, μητέρα του Κατηγορούμενου, η οποία ανέφερε ότι τα της γνωριμίας του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη τα πληροφορήθηκε από τον πρώτο, είπε πως γνωρίστηκαν αφού η Παραπονούμενη αυτόβουλα πήγε και μπήκε στο αυτοκίνητο του χωρίς αυτός να της το ζητήσει[31].  

 

Κατά την προφορική του μαρτυρία δε, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος διαφοροποίησε άρδην την εκδοχή που προέβαλε στην κατάθεση του.  Πιο συγκεκριμένα κατά την κυρίως εξέταση του (βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ. 7) ανέφερε πως ο ίδιος ήταν στο άλτ για να φύγει  και η Παραπονούμενη έτοιμη να μπει στο ξενοδοχείο και την είδε, της φώναξε, αυτή χαμογέλασε και της έγνεψε με το χέρι του να έρθει και αυτή του φώναξε από απέναντι να την περιμένει 10 λεπτά. Έτσι ο ίδιος παρήγγειλε καφέ στο «Acropolis» και μετά από 15 λεπτά ήρθε η Παραπονούμενη, η οποία διασταύρωσε από τη διάβαση πεζών που βρίσκεται δίπλα από το εν λόγω εστιατόριο όπου και τον συνάντησε.  Ήταν δε ξεκάθαρος ότι αυτός βρισκόταν έξω από το εστιατόριο «Ακρόπολις» με το πόδι πάνω στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του (άρα εκτός οχήματος), έπινε καφέ και κάπνιζε τσιγάρο. Εκεί συζήτησαν για δουλειά, όπου της πρότεινε να πλένει πιάτα στο εστιατόριο «Ακρόπολις» και να καθαρίζει το διαμέρισμα του και ακολούθως της είπε πως θα έφευγε και αυτή του ζήτησε να την πάρει στο σπίτι της και αυτός αποδέχθηκε. Ακόμα υποστήριξε ότι αυτή του πρότεινε να την πάρει και στο σπίτι του για να το δει εφόσον της είχε προτείνει να το καθαρίζει, ότι πράγματι πήγαν εκεί, μετά για φαγητό και ότι μετά την πήρε στο σπίτι της δίνοντας της και κάρτα για το internet για να καταλήξει ότι απ’ εκεί ξεκίνησε η σχέση τους[32]

 

Είναι δε σαφές εκ των ανωτέρω, πως κατά την προφορική του μαρτυρία στην κυρίως εξέταση έδωσε μια άλλη εικόνα όσον αφορά την γνωριμία τους, με κύρια στοιχεία το ότι δεν βρισκόταν στο όχημα όταν γνωρίστηκαν, ότι ήταν η ίδια που του ζήτησε να τη μεταφέρει στο σπίτι της και ότι μάλιστα η ίδια του ζήτησε να την πάρει για να δει και το δικό του σπίτι (του Κατηγορούμενου), ενώ δεν γίνεται καμιά αναφορά στην παραλία και τα φιλιά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 9. 

 

Όταν δε του τέθηκε η εκδοχή της Παραπονούμενης για να τοποθετηθεί και δη ότι της είπε ότι έχει διαμερίσματα, ότι θα την έπαιρνε να τα δει, ότι όταν αυτή εν τέλει είδε πως δεν την έπαιρνε εκεί που της υποσχέθηκε τον ρώτησε «πού με παίρνεις», ότι εκείνος της ζητούσε να του δώσει το αιδοίο της και άρχισε να την αγγίζει και της είπε ότι θα της έδιδε 20 ευρώ αν του έδινε το αιδοίο της («pussy»), διαφώνησε λέγοντας πως εκείνη τη μέρα καμιά σωματική επαφή είχαν εκτός από ένα φιλί που αντάλλαξαν στο μάγουλο την ώρα που την άφησε στο σπίτι. Παρά ταύτα η θέση του αυτή, αντίκειται προς τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, όπου στην απάντηση 7, ανέφερε τα εξής: «Από την πρώτη στιγμή της είπα ότι μου άρεσε πολύ και ότι την ερωτεύτηκα και μετά όταν σταματήσαμε στην παραλία ξεκινήσαμε και φιλιόμασταν αλλά δεν κάναμε σεξ».  Όταν του υπεδείχθη η αντίφαση προσπάθησε και να υπεκφύγει, επιχειρώντας, μεταξύ άλλων, να επιρρίψει την ευθύνη στην Μ.Κ.1, χωρίς βέβαια ποτέ να έχει τεθεί κάτι σχετικό στην ίδια ενόσω κατέθετε.  Συγκεκριμένα έλαβε χώρα η εξής στιχομυθία[33]:

 

«Ε. …Τελικά ποια είναι η αλήθεια; Ότι εκείνην τη μέρα δεν τη φίλησες στην παραλία ή ότι ξεκινήσατε να φιλιέστε στην παραλία απλά δεν κάνατε σεξ;

A.Σου λέω ότι την πρώτη φορά φιληθήκαμε αλλά πάνω στη βούκκα. Ή ένα φιλάκι πάνω στα χείλη, όχι φιλί-φιλί, εκατάλαβες, Εντιμοτάτη, τι εννοώ.

Ε. Δαμέ στην απάντηση—

Α. Εγώ δεν το θεωρώ φιλί των ερωτικών συντρόφων.

Ε. Στην απάντηση 7 του Τεκμηρίου 9 σου έφυγε όταν έλεγες (διαβάζει «από την πρώτη στιγμή της είπα ότι … κάναμε σεξ.») Τούτο σου έφυγε;

Α. Όχι να φιλιόμαστε, ήνταλως το έγραψε, ή να φιληθούμε, όχι ερωτικά ή κάτι, φιλικά.  Διότι ξεκίνησε η σχέση μας φιλικά, Εντιμοτάτη.  Να φιλιόμαστε έγραψαν το άλλοι, εγώ δεν το είπα.

Ε. Εν πάση περιπτώσει

Α. Και τώρα που είπα φιλί, τώρα το έκλαβες ως φιλί ερωτικό, έτσι το έκλαβες και λαλείς μου το.  Άλλο το ερωτικό φιλί και άλλο το φιλικό φιλί.

E. Είπες “ξεκινήσαμε να φιλιόμαστε αλλά δεν κάναμε σεξ”. Ήταν υπό τύπο φιλίας ας πούμε.

Α. Ναι, ένα φιλί, δεν κάναμε σεξ.»

(έμφαση δοθείσα)

 

Είναι βέβαια πρόδηλο πως στην κατάθεση του όταν ανέφερε πως ξεκίνησαν να φιλιούνται αλλά δεν έκαναν σεξ, δεν αναφερόταν σε ένα στιγμιαίο «φιλικό φιλί» στο μάγουλο.  Όπως και να έχει πάντως, στην Παραπονούμενη δεν τέθηκε η θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος με την κατάθεση του, ότι δηλαδή είχαν πάει σε παραλία και ότι φιλιόντουσαν.  Και τούτο παρά το ότι ο Κατηγορούμενος μετέπειτα υιοθέτησε την κατάθεση αυτή κατά την προφορική του μαρτυρία. Της υποβλήθηκε πως όταν τον συνάντησε ήταν εκτός αυτοκινήτου αλλά και έξω από το εστιατόριο Acropolis και πως της πρότεινε εργασία στο συγκεκριμένο εστιατόριο για να πλένει πιάτα και όχι εργασία σε διαμερίσματα ως ανέφερε[34], θέσεις τις οποίες απέρριψε. Για ό,τι δε αξίζει σημειώνουμε πως εργοδότηση για να πλένει πιάτα φαίνεται να της είχε προτείνει πολύ μεταγενέστερα και δη κατά τον Σεμπτέβριο του 2023 (βλ. Τεκμήριο 13, μηνύματα ημερ. 9.9.23).

 

Η αρχή της σχέσης

Σε σχέση με το τι ακολούθησε σημειώνουμε πως η Παραπονούμενη ανέφερε στην κατάθεση της Έγγραφο Στ, πως κατά τις επόμενες δύο με τρεις βδομάδες ανέπτυξαν μια φιλική σχέση. Ως δε ειλικρινώς παραδέχθηκε και στις δύο καταθέσεις που έδωσε αλλά και κατά την προφορική της μαρτυρία στην κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση της σε διάφορα σημεία, κατά το διάστημα αυτό ο Κατηγορούμενος, της συμπεριφερόταν καλά[35], πήγαινε στη δουλειά της, νοιαζόταν για αυτήν αλλά και για το τι θα έτρωγε, της έφερνε φαγητό, την έπαιρνε στα καταστήματα, της αγόραζε δώρα και την έπαιρνε σε ωραία μέρη στην Κύπρο.  Παραδέχθηκε ακόμα ότι με τα πράγματα που έκανε της έδειχνε πως την αγαπούσε[36] και πως τα πράγματα αυτά έκαναν και την ίδια να τον αγαπήσει[37].  Ως χαρακτηριστικά δε ανέφερε στην κατάθεση της Έγγραφο Στ, (σελ. 1, γρ. 16-18): «… at the beginning of our relationship, he was so nice that any lady would like to be with him and I wanted to be around him».   

 

Οι αναφορές της αυτές, οι οποίες ήταν διάχυτες και εντοπίζονται σε διάφορα σημεία της μαρτυρία της, πρέπει να πούμε πως δεν συνάδουν εκ πρώτης όψεως με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης στην αγόρευση του, ο οποίος εισηγείται πως η Παραπονούμενη στοχευμένα επέλεξε τον Κατηγορούμενο ένα άτομο αρκετά μεγαλύτερο από την ίδια, αφού σκοπός της ήταν εξ αρχής να τον εκμεταλλευθεί. Πέραν του ότι τέτοια θέση δεν της τέθηκε ευθέως για να τοποθετηθεί εντούτοις η ίδια παραδέχθηκε ειλικρινώς ότι εξ αρχής γνώριζε και την ηλικία του, λέγοντας όμως πως η διαφορά ηλικίας που είχαν μεταξύ τους, είναι κάτι φυσιολογικό στην Αφρική, αφού πιστεύουν ότι τέτοιοι άνδρες μπορούν να τις προστατεύσουν και να τις φροντίσουν, όπως δέχθηκε πως έκανε και ο Κατηγορούμενος στην αρχή[38]. Ανέφερε ακόμα ότι κατά το διάστημα αυτό, πήγαινε στο διαμέρισμα της, αλλά την ενημέρωνε από πριν για να κατεβεί και να πάνε σε κάποιο ωραίο μέρος, (π.χ. Καβο Γκρέκο ή σε κάποια παραλία)[39], θέση την οποία αποδεχόμαστε αφού επιβεβαιώνεται και από τα βίντεο που ανέβαζε κατά τον εν λόγω χρόνο σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης (βλ. Τεκμήριο 16). Βίντεο τα οποία εκ του περιεχομένου τους καταρρίπτουν έτι περαιτέρω τη θέση της υπεράσπισης περί ενός σχεδίου που κατάστρωσε εξ αρχής για να τον εκμεταλλευθεί.   Τόσο δε η θέση της ότι πήγαιναν μαζί σε ωραία μέρη και η θέση της ότι της αγόραζε φαγητό/KFC, ήταν αποδεκτή και επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο.  Ειλικρινά δε δέχθηκε πως νοιαζόταν γι’ αυτήν αρχικά και πως δεν είχαν σεξουαλική επαφή αυτές τις πρώτες δύο-τρεις βδομάδες[40].  

 

Σε τούτο εν τέλει συμφώνησε και ο Κατηγορούμενος. Και λέγουμε εν τέλει αφού κατά την κυρίως εξέταση του αναφερόμενος στην πρώτη ημέρα γνωριμίας τους κατέληξε να αναφέρει, ως ήδη αναφέραμε, ότι «απ’ εκεί ξεκίνησε η σχέση τους».  Στην δε κατάθεση του (Τεκμήριο 9) παρά το ότι ανέφερε πως είχαν πάει σε παραλία και φιλιόντουσαν χωρίς ωστόσο να κάνουν σεξ, ανέφερε επίσης πως για δύο βδομάδες ήταν φίλοι και μετά ξεκίνησαν να έχουν ερωτική σχέση. Κατά την προφορική του μαρτυρία επί τούτου ανέφερε πως «κάναμε έρωτα στα γενέθλια της, 7, 10,11 Ιουνίου, κάπου τζιαμέ.  Δηλαδή έναν, δύο μήνες μετά που την γνώρισα περίπου»[41].  Παρά την εναλλαγή των θέσεων του η οποία παρατηρήθηκε για το ζήτημα αυτό, εν τέλει κατέληξε ότι η πρώτη φορά που είχαν σεξουαλική επαφή ήταν 2-3 βδομάδες μετά τη γνωριμία τους και συγκεκριμένα στα γενέθλια της, τα οποία δεν αμφισβητείται πως είναι στις 10 Μαϊου[42]. Το αν βέβαια η ημερομηνία πρώτης συνεύρεσης τους ήταν πράγματι η 10.5.23 ή άλλη κοντινή ημερομηνία δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, αφού η θέση αυτή περί πρώτης συνεύρεσης την ημέρα των γενεθλίων της, ουδέποτε της τέθηκε για να τοποθετηθεί. Το βέβαιο πάντως είναι πως η πρώτη τους επαφή δεν αμφισβητείται πως ήταν πράγματι εντός του μηνός Μαϊου του 2023, 2-3 βδομάδες μετά την πρώτη τους γνωριμία. 

Εντός του μηνός Μαϊου όμως, παρέμεινε αδιαμφισβήτητο εκ της μαρτυρίας της το ότι υποβλήθηκε και σε εξετάσεις από τον εργοδότη της αλλά και το ότι συνεπεία τούτων διαφάνηκε ότι έπασχε από ηπατίτιδα και ότι η Μ.Κ.2 αποτάθηκε στον Κατηγορούμενο για να του το αναφέρει. Θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι όταν η Μ.Κ.2 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο για να του το αναφέρει αυτός ήδη το γνώριζε και τούτο, επειδή του το είχε αναφέρει η ίδια, λόγω του ότι αφεντικό της (δηλ. η Μ.Κ.2), την ανάγκασε να του το πει. Αντίστοιχη ήταν και η θέση της Μ.Κ.2, η οποία πράγματι επιβεβαίωσε ότι μίλησε μαζί του. Παραπέμπουμε στα πρακτικά ημερ. 25.4.25 (σελ. 18, γρ. 10-14), όπου η Μ.Κ.2 αναφέρει επί λέξει τα εξής:

 

«… Και τη ρώτησα αν το ξέρει ο Χ., “να το πεις του Χ.”, της είπα και μου είπε “θα του το πω”.  Την επόμενη μέρα τον πήρα τηλέφωνο και τον ρώτησα αν του το είπε.  Η απάντηση του ήταν “μου το είπε, στη ζωή και στο θάνατο μαζί και για να καταλάβεις”, μου είπε, “ψες κάναμε σεξ για να της δείξω ότι δεν φοβάμαι, ενώ αυτή ήταν δισταχτική”».  

 

Αυτή ήταν εν πολλοίς και η αρχική τοποθέτηση του Κατηγορούμενου ο οποίος στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 (απάντηση 20), ανέφερε και αυτός πως έμαθε από τις πρώτες ημέρες της σχέσης τους ότι η Παραπονούμενη είχε ηπατίτιδα, συνεπεία εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εργοδότησης της και ότι η ίδια ήταν αυτή που τον πληροφόρησε σχετικά.  Ανέφερε ακόμα - επιβεβαιώνοντας έτσι πλήρως την Μ.Κ.2 - πως ο ίδιος για να της αποδείξει ότι την αγαπά την ίδια νύχτα έκανε σεξ μαζί της χωρίς προφυλακτικό. Παρά ταύτα κατά την προφορική του μαρτυρία διαφοροποίησε και σε αυτό το ζήτημα την αρχική του θέση αφού για πρώτη φορά προώθησε τη θέση πως όταν η Μ.Κ.2 τον ενημέρωσε, ο ίδιος δεν το γνώριζε και μάλιστα με χειρονομίες προσπαθούσε να δείξει στο Δικαστήριο πως είχε, τότε, σοκαριστεί[43].  Προέβαλε δε μονόπλευρα την καινοφανή θέση πως προσποιήθηκε στην Μ.Κ.2 πως το γνώριζε, δήθεν για να μην δημιουργήσει πρόβλημα στην Παραπονούμενη.  Θέση η οποία για πρώτη φορά ακούστηκε στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας και στην οποία υπό το φως του τρόπου με τον οποίο προωθήθηκε αδυνατούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα.  

 

Εξάλλου η θέση αυτή καταρρίπτεται και από το ίδιο το Τεκμήριο 13, όπου εντοπίζεται μήνυμα ημερ. 23.05.2023, ώρα -  02:37:47 pm (UTC+0) όπου η Παραπονούμενη του αναφέρει ''is about my health'', ακολουθούν άλλα μηνύματα ενώ στις 24.05.2023, 4:41:27 am (UTC+0) αυτός της αποστέλλει μήνυμα λέγοντας της ''my love I go to make my analysis and I send you and I speak with my doctor also'' όπως και μήνυμα ημερ.  24.05.2023, 5:13:10 am (UTC+0) όπου της αναφέρει ''I just spoke with Christiana and she speak me that your sick…I don't care…I be with you in LIFE AND IN THE DEAD LIFE''. Συνομιλία η οποία επιβεβαιώνει ότι όταν είχε μιλήσει με την Μ.Κ.2 πράγματι γνώριζε για την ασθένεια της Παραπονούμενης και είχε μάλιστα ήδη πάει για σχετικές αναλύσεις, μη αφήνοντας έτσι περιθώριο αποδοχής των όσων προφορικά μας ανέφερε.

 

Βέβαια δεν διέλαθε την προσοχή μας η αναφορά της Παραπονούμενης στην κατάθεσή της, σύμφωνα με την οποία γνώριζε ότι έπασχε από ηπατίτιδα και, για τον λόγο αυτό, απέφευγε αρχικά τον Κατηγορούμενο, γεγονός το οποίο, όπως ανέφερε, του γνωστοποίησε τον Μάιο. Παρατηρούμε, ωστόσο, ότι η Παραπονούμενη δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου ζητήματος, με αποτέλεσμα να μην διευκρινιστεί περαιτέρω το περιεχόμενο και η ακριβής σημασία της εν λόγω αναφοράς.

 

Λαμβάνοντας δε υπόψη τούτο, καθώς και το γεγονός ότι η θέση την οποία προώθησε στη δια ζώσης μαρτυρία της –και στην οποία ενέμεινε– συνάδει επί της ουσίας με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 επί του προκειμένου, δεν κρίνουμε ότι, υπό τις περιστάσεις, προκύπτει στοιχείο ικανό να πλήξει την εν γένει αξιοπιστία της Παραπονούμενης.

 

Επομένως αποδεχόμαστε επί τούτου τη θέση της Παραπονούμενης αλλά και της Μ.Κ.2, στην οποία παρέμειναν σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους. Μάλιστα η ειλικρίνεια της Μ.Κ.2 ήταν εμφανής και από το ότι αβίαστα παραδέχθηκε πως εκ της συμπεριφοράς του αυτής (να έχει σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς προφύλαξη ενώ γνώριζε πως είχε ηπατίτιδα) διαφαινόταν πως αγαπούσε την Παραπονούμενη[44],  πράγμα το οποίο, ως ήδη υποδείξαμε, και η ίδια η Παραπονούμενη δεν αμφισβήτησε πως ίσχυε κατά τα αρχικά στάδια της σχέσης[45], μη διστάζοντας σε πολλά σημεία τόσο της κυρίως εξέτασης όσο και της αντεξέτασης να παραδεχθεί πως γενικά ήταν καλός μαζί της, της προσέφερε πράγματα, την πήγαινε σε ωραίους τόπους και είχε γενικά καλή συμπεριφορά έναντι της.  Κάτι που εν πάση περιπτώσει μαρτυρείται και από το ότι κατά τον εν λόγω χρόνο, δηλαδή τον Μάιο του 2023 επισκέφθηκαν και δύο ιατρούς μαζί και πιο συγκεκριμένα τον Μ.Υ.2 μικροβιολόγο για αναλύσεις και αλλά και τον γυναικολόγο Μ.Υ.6 για θέματα τεκνοποίησης.  

 

Τόσο το γεγονός ότι πράγματι έλαβαν χώρα οι επισκέψεις αυτές όσο και η μαρτυρία των εν λόγω ιατρών δεν αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Υ.2, ιατρός μικροβιολόγος ανέφερε ότι διενήργησε εξετάσεις τον Μάιο του 2023 για ηπατίτιδα στον Κατηγορούμενο οι οποίες ήταν αρνητικές.  Σε σχέση με την Παραπονούμενη ανέφερε ότι οι εξετάσεις αφορούσαν ηπατίτιδα αλλά και καρκινικούς δείκτες και ηπατικά ένζυμα και ότι εξ αυτών διαπίστωσε ότι η Παραπονούμενη είχε χρόνια ηπατίτιδα Β, την οποία είχε «κολλήσει» παλαιά και δεν «καθάρισε» και ότι μπορούσε επομένως να την μεταδώσει. Ανέφερε ακόμα ότι του ζητήθηκαν συμβουλές για τη σεξουαλική επαφή και ότι αυτός ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι κινδυνεύει και πρέπει να προσέχει. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του.

 

Ομοίως ούτε ο Μ.Υ.6 (γυναικολόγος) αμφισβητήθηκε, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 15, στην οποία αναφέρει ότι περί τον Μάιο του 2023 ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη τον επισκέφθηκαν με σκοπό να τους παράσχει πληροφορίες σχετικά με την μετάδοση της ηπατίτιδας Β και την αντιμετώπιση της κατά την πιθανή εγκυμοσύνη, καθώς ως είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος, σκόπευαν να κάνουν μαζί παιδί και έτσι ζητούσαν πληροφορίες και για τις επιπτώσεις στο έμβρυο. Η προοπτική βέβαια απόκτησης παιδιού μαζί με τον Κατηγορούμενο ήταν κάτι που και η ίδια η Παραπονούμενη αποδέχθηκε ότι υπήρχε κατά τα αρχικά στάδια της σχέσης τους, όταν τα πράγματα μεταξύ τους ήταν καλά.   Το γεγονός δε πως ο Μ.Υ.6 δεν μπορούσε να δώσει την ακριβή ημερομηνία της επίσκεψης επειδή η Παραπονούμενη δεν ήταν δικαιούχος στο ΓΕΣΥ και έτσι δεν καταχωρήθηκε η επίσκεψη στο σύστημα, δεν αναιρεί το αναντίλεκτο γεγονός πως τούτο έγινε περί τον Μάιο του 2023.  Περίοδος που αναμφίβολα εντάσσεται στην περίοδο που η Παραπονούμενη προσδιόρισε ότι τα πράγματα μεταξύ τους ήταν καλά.   Κάτι που με τη σειρά του δικαιολογεί και το ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.6 έχοντας τους δει κατά τον εν λόγω χρόνο, σχημάτισε την εντύπωση πως είχαν προσέλθει ως ζευγάρι, χωρίς ωστόσο να μπορεί, ως ήταν εξάλλου αναμενόμενο, να αναφέρει οτιδήποτε άλλο για τη σχέση τους. Με εξαίρεση βέβαια τις συμβουλές του για λήψη προφυλάξεων τις οποίες τους έδωσε, αφού η πιθανότητα μετάδοσης με επαφή είναι ως εξήγησε πολύ ψηλή, χωρίς ωστόσο ως επίσης με ειλικρίνεια ανέφερε να αποκλείεται και το ενδεχόμενο μη μετάδοσης, αναλόγως της συχνότητας και του τρόπου των επαφών. Ό,τι άλλο είναι σημαντικό να σημειωθεί εκ της μαρτυρίας του είναι πως ο Κατηγορούμενος δεν φαίνεται να του είχε αναφέρει ότι είχε εμβολιαστεί, κάτι που καταρρίπτει σε αυτό το σημείο τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, ο οποίος επέμεινε[46] ότι το ανέφερε στον εν λόγω ιατρό.  Εν πάση περιπτώσει ήταν η θέση του Μ.Υ.6 ότι η βιβλιογραφία για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων είναι διφορούμενη, κάτι το οποίο επίσης δεν συνάδει με την απόλυτη  θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος, ότι δηλαδή επειδή είχε εμβολιαστεί γι’ αυτό δεν μπορούσε να επιμολυνθεί με την ασθένεια.

 

Το ενδιαφέρον βέβαια του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη, το οποίο αναμφίβολα αναδύεται μέσα από τις διάφορες ενέργειες του κατά το διάστημα αυτό, συμπεριλαμβανομένων και των επισκέψεων στους ως άνω ιατρούς, σίγουρα δεν σημαίνει πως αποκλείονται τα όσα η τελευταία του αποδίδει ότι συνέβησαν μεταγενέστερα, ως ήταν εν πολλοίς η θέση της υπεράσπισης. Και τούτο διότι όπως πολλάκις επανέλαβε και η Παραπονούμενη στην αρχή της σχέση της με τον Κατηγορούμενο διερευνούσαν ακόμα και την προοπτική απόκτησης παιδιού μαζί, επειδή ακριβώς η σχέση τους ήταν καλή και ο ίδιος νοιαζόταν γι’ αυτήν.  Συμπεριφορά η οποία όμως, ως η θέση της διαφοροποιήθηκε στην πορεία, ζήτημα για το οποίο δεν μπορούμε βέβαια να καταλήξουμε από το στάδιο αυτό.  Αυτό όμως που με βεβαιότητα μπορεί να λεχθεί είναι πως δεν μπορούμε ούτε και να αποκλείσουμε την εκδοχή της Παραπονούμενης, εξ αυτού και μόνο του δεδομένου, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης.  Ό,τι άλλο οφείλουμε να σημειώσουμε για να είναι σαφές είναι πως, η μη αποδοχή της εκδοχής του Κατηγορούμενου ως προς τη γνωριμία τους για τους λόγους που προαναφέραμε, σίγουρα δεν προδικάζει και την κρίση μας για τα επίδικα ζητήματα που έπονται και τα οποία άπτονται των σοβαρότερων αδικημάτων που αντιμετωπίζει.

 

Αρραβώνας - 9.6.23

Η καλή συμπεριφορά που σύμφωνα με την Παραπονούμενη επεδείκνυε ο Κατηγορούμενος, παρέμεινε επίσης αδιαμφισβήτητο πως συνεχίστηκε μέχρι και τον Ιούνιο του 2023 (βλ. Έγγραφο Στ, σελ. 1 από τη γραμμή 13 μέχρι τη σελίδα 2, γρ. 2).  Τότε ήταν που ο Κατηγορούμενος της έδωσε ένα δαχτυλίδι αρραβώνων μπροστά στους φίλους της και ακόμα μια φορά (στις 9.6.23) στο ξενοδοχείο, μπροστά στους συναδέλφους της.

 

Τούτο επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 και δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 βέβαια αναφέρθηκε και σε κάποιο συμβάν πριν τις 9.6.23, το οποίο προσδιόρισε περαιτέρω με την προφορική της μαρτυρία ότι έλαβε χώρα περί τον Απρίλιο – Μάιο (του 2023), κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος πήγε στο ξενοδοχείο όπου εργοδοτείτο η Παραπονούμενη και τους είπε ότι είναι ο άντρας της και ότι ήθελε να την δει.  Όταν η διεύθυνση δεν δέχθηκε, αυτός ξεκίνησε να φωνάζει και να δημιουργεί προβλήματα απαιτώντας ουσιαστικά να την φωνάξουν για να την δει, οπόταν η Μ.Κ.2 πήγε και ρώτησε την Παραπονούμενη αν ήθελε να τον δει και αυτή της είπε ότι δεν ήθελε και της ζήτησε να του πουν να φύγει γιατί ήταν στη δουλειά και δεν ήθελε να την ενοχλεί.  Όταν την ρώτησε ποιος είναι αυτός ο άντρας, αυτή της είπε ότι είναι ένας άντρας που έκανε καλά πράγματα για εκείνη, της στάθηκε αλλά έγινε πιεστικός και φορτικός, δηλαδή την έπαιρνε πολλές φορές τηλέφωνο στη δουλειά ενώ αυτή είχε δουλειά και ήθελε να δουλέψει και ήταν φοβισμένη. Όταν κατέβηκε και τον ενημέρωσε, ο Κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει, αφού δεν φαίνεται να αποδεχόταν το γεγονός πως δεν του απαντούσε και δεν κατέβαινε κάτω για να την δει.  Έτσι αναγκάστηκαν να την κατεβάσουν κάτω για να την δει και να «κοπεί το κακό».  Όταν αυτή κατέβηκε αυτός της φώναζε γιατί δεν του απαντούσε το τηλέφωνο και η ίδια του εξήγησε ότι δεν μπορούσε επειδή ήταν στη δουλειά.  Τελικά οι δύο τους βγήκαν έξω και αφού μίλησαν για λίγο αγκαλιάστηκαν και έφυγαν ήρεμοι, με την Παραπονούμενη να επιστρέφει στη δουλειά της και τον Κατηγορούμενο να φεύγει.  

 

Ήταν ακόμα η θέση της πως μετά από αυτό το συμβάν ο Κατηγορούμενος τηλεφωνούσε πολύ συχνά στο γραφείο της (Μ.Κ.2), για να ρωτήσει που είναι η Παραπονούμενη, κάτι το οποίο φαίνεται πως ήταν τόσο έντονο και συχνό που την οδήγησε να το χαρακτηρίσει «καθημερινό φαινόμενο». Επί των πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκε καθ’ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο.  Εξάλλου και ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε πως πήγαινε στη δουλειά της για να κάνει φασαρία ζητώντας να τη δει επειδή δεν δεχόταν να μην του απαντά τα τηλέφωνα[47], υποστηρίζοντας βέβαια πως μόνο δυο φορές το έκανε. Θέση η οποία όμως δεν συνάδει με τη θέση του πως από την αρχή της σχέσης κάθε δυο τρεις μέρες τσακώνονταν και πως αυτός δεν δεχόταν να μην του απαντά.   Έχοντας υπόψη τη σταθερότητα με την οποία κατέθεσε η Μ.Κ.2 και έχοντας ήδη εξηγήσει και σε άλλο σημείο πιο πάνω γιατί θεωρούμε πως ήταν μάρτυρας της αλήθειας, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της.  Μαρτυρία πάντως η οποία, δεν θεωρούμε πως αλλάζει την ουσία του πράγματος, που δεν είναι άλλη από το ότι μέχρι τότε η σχέση τους ήταν καλή (εξ ου και η κατάληξη του ως άνω συμβάντος) και ο Κατηγορούμενος συμπεριφερόταν γενικά καλά στην Παραπονούμενη, όσο και αν είχε αρχίσει ήδη να δείχνει κάποια σημάδια ζήλιας. Τα οποία ευλόγως φαίνεται και η ίδια η Παραπονούμενη να μην θεωρούσε τόσο μεγάλο πρόβλημα σε εκείνο το αρχικό στάδιο, παρόλο που παρουσιάζεται ήδη κάπως φοβισμένη, αφού φαίνεται πως θεωρούσε θεμιτό να υπάρχουν κάποια επίπεδα ζήλιας στην αρχή μιας σχέσης (βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 8, γρ. 24 «είναι φυσιολογικό να ζηλεύεις κάποιον στην αρχή της σχέσης»).  

 

Με περισσή λεπτομέρεια, συνοχή και σταθερότητα η Μ.Κ.2 περιέγραψε και τα διαμειφθέντα κατά την 9.6.23, τα οποία ήταν εν πολλοίς μη αμφισβητούμενα. Επί τούτου, θέση της ήταν ότι στις 9.6.23 ο Κατηγορούμενος της τηλεφώνησε στο γραφείο της (στη δουλειά) και της είπε ότι ήθελε να κάνει έκπληξη στην Παραπονούμενη και να της κάνει πρόταση γάμου. Την ρώτησε επίσης αν μπορούσε να διοργανώσει ένα μικρό πάρτι στο ξενοδοχείο για έκπληξη, η ίδια του είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα από την πλευρά τους αλλά για να είναι βέβαιη ότι η Παραπονούμενη ήθελε και για να μην δημιουργηθεί θέμα, την ρώτησε γενικά (χωρίς να της αποκαλύψει την έκπληξη), αν ήθελε να τον παντρευτεί και αυτή της απάντησε θετικά. Ενέργεια λογική και πλήρως συνάδουσα με το γεγονός ότι, ως η ίδια ανέφερε, είχε προηγηθεί το συγκεκριμένο συμβάν που περιέγραψε.  Εν τέλει το ίδιο απόγευμα όταν σχόλασαν ο Κατηγορούμενος πήγε στο ξενοδοχείο και της έδωσε το δαχτυλίδι των αρραβώνων τους, μπροστά και στις υπόλοιπες συναδέλφους της και κεράστηκαν από τα κεραστικά που είχε φέρει. Ως δε ειλικρινώς ανέφερε η Μ.Κ.2 ήταν χαρούμενοι και οι δύο. Τούτη ήταν εν πολλοίς και η θέση της Παραπονούμενης αλλά και του Κατηγορούμενου.

 

Διαμονή στη Μ.Υ.3

Ό,τι άλλο φαίνεται να μην αμφισβητείται είναι πως κατά την περίοδο αυτή και για περίπου 2-3 βδομάδες διέμεναν στην οικία της Μ.Υ.3, μητέρας του Κατηγορούμενου στην επαρχία Λάρνακας (βλ. κατάθεση Παραπονούμενης Έγγραφο Στ, σελ. 2, γρ. 2-4).  Βέβαια τα πράγματα της Παραπονούμενης, ως η ίδια εξήγησε, εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο διαμέρισμα της, αλλά κάθε μέρα μετά που σχόλναγε ο Κατηγορούμενος την μετέφερε στην οικία της μητέρας του στη Λάρνακα (βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ.6, γρ. 11-13).   Με ειλικρίνεια μάλιστα η Παραπονούμενη δέχθηκε κατά την αντεξέταση της πως η Μ.Υ.3 της έδωσε σκεύη και ρούχα (χωρίς ωστόσο να τα έχει ζητήσει) καθώς και ότι η Μ.Υ.3 της έπλενε τα ρούχα (βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ.6, γρ. 19-23 και πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 21).  Για να διευκρινίσει όμως ότι όλα τα πιο πάνω έλαβαν χώρα πριν το περιστατικό κατά το οποίο, ως η θέση της Παραπονούμενης, η Μ.Υ.3 τη χαστούκισε και το οποίο θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.

 

Αλλά και ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι περί τον Ιούνιο του 2023 διέμειναν για κάποιο διάστημα 2-3 εβδομάδων στη μητέρα του χωρίς ωστόσο ούτε και αυτός να μπορεί να το προσδιορίσει με απόλυτη ακρίβεια χρονικά[48].  Ανάλογη ήταν και η μαρτυρία της Μ.Υ.3.  Κοινό τόπο αποτέλεσε πάντως, πως πρόθεση τους ήταν, να μετακομίσουν τελικώς στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι. 

 

Μετακόμιση στο Παραλίμνι – Τα γεγονότα της 19.6.23

Όταν λοιπόν μετά από δύο - τρεις βδομάδες που διέμειναν στη μητέρα του, πήγαν για να μείνουν στο Παραλίμνι, στην οικία του Κατηγορούμενου, η Παραπονούμενη είδε την κατάσταση του σπιτιού του, του είπε ότι δεν μπορούσε να διαβιώσει σε εκείνο το μέρος και ότι θα πήγαινε στο διαμέρισμα της στην Αγία Νάπα, όπου του εξήγησε ότι δεν θα μπορούσε να διαμείνει ο ίδιος, λόγω των συναδέλφων της και δη της Μ.Κ.3, η οποία το δεδομένο χρόνο διέμενε μαζί της.  Η θέση της ότι μόνο για ένα βράδυ διέμειναν στη δική του οικία, επιβεβαιώνεται και από τον Κατηγορούμενο ο οποίος παρά το ότι έδωσε άλλες αναφορές στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, ως προς πού και για πόσο χρόνο έμειναν σε κάθε μέρος, κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε πως μια μέρα έμειναν στο σπίτι του, αφού η Παραπονούμενη ήθελε να πάει στο δικό της. Επιβεβαιώνοντας έτσι και σε αυτό το σημείο την Παραπονούμενη με τη μαρτυρία του[49]. Παρά την προθυμία μας αισθανόμαστε ότι δε θα μπορούσαμε να καταγράψουμε παραστατικότερα τα διαμειφθέντα κατά την εν λόγω ημερομηνία, απ’ ότι η ίδια στην κατάθεση της Έγγραφο Στ[50].  Διαμειφθέντα τα οποία οδήγησαν, σύμφωνα με την Παραπονούμενη, στη δημιουργία της ρήξης στη σχέση τους:

 

«That day Christαkis told me that he would go buy a new car[51] with a friend of his and when he returned he came with a rental red car.  At that time I realized that he had told me lies but anyway, I went in the car with him for a drive.  We went to Protaras and we bought KFC and, on the way back to Ayia Napa he asked me if we were going to pass some time together in a hotel.  I told him I was tired and asked him to bring me back home.  He started driving badly and carelessly because he was angry and said that he wouldn’t take me home and he wouldn’t do what I wanted.  So when we arrived in Ayia Napa he took me to a church where there were no people.  I don’t know where this church is.  He started shouting that he will destroy me and he was holding me by the neck and continued shouting “who are you to play with me? I am Anthias, boss of mafia.  I own Ayia Napa”.  Then he dragged me to the car, like a snake and he took me to his mother’s house in Larnaca.  When we went to his mother’s house Christakis was very angry and was shouting about me to his mother and at a point his mother told him to tell that she knew from the beginning that I was not a good lady and she pushed me out of her house.  I went in the car and then she came and slapped me on the face.  From that night after his behaviour and his mother’s behaviour, I realized that he was not a good man. From that point I started to hate him

 

Εν σχέσει δε με τα όσα ανέφερε και για το συμβάν αυτό παρέμεινε απόλυτα σταθερή και κατά την αντεξέταση της (βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 16-18), όπου ακόμα πιο παραστατικά αναδίπλωσε, κλαίγοντας, τα όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ, εξηγώντας πως:

 

«…μαζευε τα σάλια του και μου έφτυνε στο πρόσωπο. Φώναζε γιατί παίζεις μαζί μου και αν τηλεφωνήσεις στην αστυνομία θα σε σκοτώσω.

(η μάρτυρας κλαίει)

Πήγαμε στο σπίτι της μητέρας του στη Λάρνακα, με έσυρε έξω από το αυτοκίνητο όταν μπήκαμε μέσα στο σπίτι άρχισε να φωνάζει στη μητέρα του.  Η μητέρα του τον στήριζε. Του έλεγε σου είπα γι’ αυτήν δεν τη συμπαθώ[52]. Είπα στη μητέρα του ότι επειδή είμαι από την Αφρική και δεν έχω οικογένεια γι’ αυτό μου συμπεριφέρεστε έτσι.  Όταν βγήκα έξω και η μητέρα βγήκε έξω, με χαστούκισε στο πρόσωπο. Μετά από αυτό με πήρε πίσω στην Αγία Νάπα.»[53].

 

Μάλιστα ερωτηθείσα αν αντέδρασε, πολύ χαρακτηριστικά ανέφερε: «Είπα με φέρνεις στη μητέρα σου για να μπορείτε και οι 2 σας να μου συμπεριφέρεστε σαν σκλάβα; Εγώ έκλαιγα γοερά, δεν είχα καθόλου δύναμη.  Εκεί ήταν 2 εναντίον ενός»[54].

 

Ό,τι άλλο είναι σημαντικό να υπομνησθεί εν σχέσει με τα όσα εξιστόρησε για το συμβάν αυτό, είναι η θέση της πως, ως πληροφορήθηκε στη συνέχεια από την Μ.Κ.2, ο Κατηγορούμενος εκείνη τη νύχτα τηλεφώνησε στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου που την εργοδοτούσε και της είπε ότι
(η Παραπονούμενη) έχει ηπατίτιδα, καλώντας την να την απολύσει γι’ αυτό τον λόγο[55].  Κάτι που ευλόγως την έκανε να αρχίσει να πιστεύει πως ήταν ικανός να υλοποιήσει τις απειλές του και έτσι να εντείνει τον φόβο, που ως εκ των όσων βίωσε, επίσης εύλογα αισθανόταν. 

 

Τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η μητέρα του (Μ.Υ.3) βέβαια, απέρριψαν κάθετα αυτούς τους ισχυρισμούς.  Ισχυρισμοί οι οποίοι όμως, υποστηρίζονται από μηνύματα που ανταλλάγησαν μεταξύ Κατηγορούμενου - Παραπονούμενης και τα οποία σφραγίζουν την κρίση μας περί της αναξιοπιστίας της Μ.Υ.3, η οποία επέμεινε ενώπιον μας πως ποτέ δεν φέρθηκε άσχημα στην Παραπονούμενη και πως απλά της είπε να φύγει από το σπίτι της όταν αυτή εξύβρισε τον γιο της.  Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 13 εντοπίζεται στις 19.6.23, μήνυμα που απέστειλε η Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο στις 08:49:49pm (UTC+0) «thanks for evening you do to me today with your mum» και η ώρα 08:50:26pm (UTC+0) «I know she never love me».   Περιπλέον την επομένη, στις 20.6.23 και ώρα 05:18:05 am (UTC+0), η Παραπονούμενη του λέει «Never I go to her house again»  ενώ στις   05:19:47 am (UTC+0) του λέει «You tell her to do what she did to me last night».  O ίδιος της απαντά στις 20.6.23 στις 05:38:33 am (UTC+0) «she’ s the one that she wash your derty clothes underwear» με την Παραπονούμενη να αντιδρά λέγοντας του στις 05:40:23 am (UTC+0) «because of that she the right to slap me right;».    Τα πιο πάνω δεν αφήνουν βέβαια αμφιβολία πως η Παραπονούμενη στα μηνύματα αυτά αναφέρεται στο περιστατικό που συντετριμμένη περιέγραψε ενώπιον μας και το οποίο, συνάγεται επίσης εκ των ανωτέρω πως επεσυνέβη στις 19.6.23.

 

Τα μηνύματα της όμως, ως εντοπίζονται στο Τεκμήριο 13, υποστηρίζουν και τη θέση της ότι είχε πληροφορηθεί πως το ίδιο βράδυ ο Κατηγορούμενος είχε επικοινωνήσει με την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου που την εργοδοτούσε.   Και τούτο εφόσον στις 20.6.23 και ώρα 05:55:15 am (UTC+0), εντοπίζεται μήνυμα της Παραπονούμενης στο οποίο του λέει «Thanks so much for calling Mrs Tsokkos to inform her about my hapititis» ενώ ακολούθως την ίδια ημέρα και ώρα  06:59:56 am (UTC+0) του λέει «You are my enemy. You speak about my illness to my boss you are my enemy for life», και ώρα 11:41:11 am (UTC+0) «You will never change I hate you and your mum with passion».   Στις δε 21.6.23 11:26:00 am (UTC+0), « … you allow your mother to slap me». 

 

Υπό το φως των ανωτέρω η θέση του Κατηγορούμενου πως « …δεν άφηνα κανένα να πει κακό για τη Mary ούτε τη μάνα μου ούτε οποιονδήποτε ούτε τον Θεό μου, γιατί αγαπούσα την και αγαπώ τη, …»[56] διαψεύδεται τουλάχιστον σε σχέση με το περιστατικό αυτό και καθιστά τις σχετικές αναφορές του ενδεικτικές της υπερβολής με την οποία κατέθετε, υπερβολή η οποία εντοπίζεται και σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του, ως θα διαφανεί και από τα όσα έπονται.

 

Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως ήταν η θέση της υπεράσπισης πως, αν πράγματι η Παραπονούμενη είχε υποστεί τα όσα ισχυρίστηκε στις 19.6.23, δε θα παρέμενε σιωπηλή. Κάτι που με ειλικρίνεια παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση της πως έπραξε, μη έχοντας αναφέρει οτιδήποτε εκ των, κατά τη θέση της, διαδραματισθέντων ούτε στην Μ.Κ.2 ούτε και στη συγκάτοικο της αλλά κυρίως ούτε στην αστυνομία (βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 19). 

 

Η στάση της όμως αυτή δεν ξενίζει κατά την κρίση μας. Ο μεγάλος φόβος που περιέγραψε ότι βίωσε στο χώρο της εκκλησίας όπου την είχε μεταφέρει προηγουμένως ο Κατηγορούμενος, συμπεριφερόμενος έναντι της με τον βίαιο αλλά και υποτιμητικό τρόπο που περιέγραψε, σέρνοντας την όπως το «φίδι», φτύνοντας της και λέγοντας της μεταξύ άλλων πως είναι ο αρχηγός της Μαφίας, πως θα την καταστρέψει και πως αν τηλεφωνήσει στην αστυνομία θα την σκοτώσει αλλά και εν γένει τα συμβάντα που ακολούθησαν στο σπίτι της Μ.Υ.3 και τα οποία την άφησαν να αισθάνεται παντελώς και πλήρως εξευτελισμένη και αβοήθητη, σε συνδυασμό και με το ότι πληροφορήθηκε από πολύ νωρίς το πρωί της επόμενης μέρας πως ο Κατηγορούμενος δε δίστασε να επικοινωνήσει με την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου ζητώντας της να την απολύσει ένεκα της ασθένειας της, κάνοντας την, ως ήδη είπαμε, να πιστέψει πως ήταν ικανός να υλοποιήσει τις απειλές του, καθιστούν τη στάση σιωπής που τήρησε κάθε άλλο παρά άτοπη.  Στην πραγματικότητα, βρίσκουμε πως η στάση αυτή που τήρησε συνάδει και εντάσσεται πολύ φυσιολογικά  στο όλο πλαίσιο των γεγονότων που εξιστόρησε. Ιδίως αν στην όλη εικόνα συνυπολογιστεί και το προφίλ της.  Ότι δηλαδή επρόκειτο για ένα άτομο πολύ χαμηλής κοινωνικοικονομικής κατάστασης που βρισκόταν στην Κύπρο χωρίς οποιοδήποτε υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον[57] και χωρίς άλλους οικονομικούς πόρους πέραν των όσων της εξασφάλιζε η εργασία της. Εργασία η οποία όμως διακυβευόταν και αυτή ως εκ των απειλών του και μαζί μ’ αυτήν και η διαμονή της, αφού στεγαζόταν, ως παρέμεινε αναντίλεκτο, σε διαμερίσματα που ανήκαν στους εργοδότες της.    

 

Βέβαια της τέθηκε κατά την αντεξέταση της πως δεν ήταν λογικό να αισθάνεται φόβο σε σχέση με το εάν ο Κατηγορούμενος θα κοινοποιούσε την ασθένεια της στο εργασιακό της περιβάλλον, αφού οι εργοδότες της ήδη το γνώριζαν.  Η θέση όμως αυτή παραγνωρίζει πως η ασθένεια της, ως ζήτημα που αφορούσε δικά της ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, δεν είχε κοινοποιηθεί σε όλα τα μέλη του προσωπικού. Πράγμα το οποίο και η ίδια ανέδειξε στη μαρτυρία της. Πέραν τούτου, το γεγονός πως τηλεφώνησε στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου είχε και αυτό σημασία του.  Και τούτο διότι δεν την πήρε προφανώς για να την ενημερώσει περί της ασθένειας της (αφού ήδη το γνώριζε), αλλά προδήλως για να της εξασκήσει πίεση με σκοπό την απόλυση της, υπό την επαπειλούμενη γνωστοποίηση (σε κοινό ή αστυνομία) του ότι το ξενοδοχείο τους εργοδοτεί υπάλληλο με ηπατίτιδα. Αυτή την έννοια θεωρούμε πως είχε το τηλεφώνημα εκείνο. Το ότι αυτή την έννοια είχε επιβεβαιώνεται και από την αναφορά της Παραπονούμενης στο Έγγραφο Στ (σελ. 3, γρ. 7-11), όπου αναφερόμενη στις απειλές που εκστόμισε έναντι της για το ίδιο ζήτημα μετά που η ίδια του έδειξε ότι δεν θα τον συγχωρούσε για τα συμβάντα της 19.6.23, αναφέρει: « When C. realized that I would not forgive him and that we wouldnt be together anymore, he started threatening me that he would tell everyone about my illness and that he would post it on social media such as Facebook and Tik Tok and that he would tell the police to come to Chrysomare to cause me problems» (έμφαση δοθείσα)[58].

 

Το πιο πάνω πλέγμα δεδομένων θεωρούμε πως ήταν αρκούντως ισχυρό για να οδηγήσει ένα άτομο με τις περιστάσεις και μορφωτικό επίπεδο της Παραπονούμενης, να αισθανθεί τα όσα μας περιέγραψε αλλά και να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε.   Δηλαδή να παραμείνει σιωπηλή.

 

Το ότι όντως δεν ανέφερε οτιδήποτε επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 η οποία ειλικρινώς ανέφερε ότι από τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου αντελήφθη πως ήταν ιδιόρρυθμος αλλά παράλληλα ανέφερε ότι δεν θεώρησε πως ήταν βίαιος και δεν δίστασε να παραδεχθεί πως δεν τον είδε να ασκεί βία. Αν βεβαίως η Παραπονούμενη της είχε εξιστορήσει τα συμβάντα κατά την 19.6.23, σίγουρα η άποψη της θα ήταν διαφορετική.  Το ότι πράγματι δεν έλεγε οτιδήποτε περί των όσων κατ’ ισχυρισμόν βίωνε επιβεβαιώθηκε και από την Μ.Κ.3, η οποία ως ήδη υποδείξαμε ανέφερε ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες της σχέσης τους, αφού όταν τη ρωτούσε γιατί φοβάται η Παραπονούμενη απλά έκλαιγε.  Υποστηρίζεται όμως και από το ότι ούτε για το περιστατικό που τοποθέτησε περί τον Αύγουστο, για το οποίο υπέβαλε αρχικά παράπονο, το οποίο απέσυρε στη συνέχεια, μίλησε στην Μ.Κ.2 ή στην Μ.Κ.3.  Μάλιστα παρόλο που η Μ.Κ.2 φαίνεται πως την είχε δει τότε να είναι χτυπημένη και παρόλο που έδωσε κάποιες λεπτομέρειες στην Μ.Κ.2 για το περιστατικό αυτό, εντούτοις κατά την αναφορά της προς την Μ.Κ.2, δεν απέδωσε βία στον Κατηγορούμενο, αφού φέρεται να της είπε πως αυτός την ακολουθούσε και αυτή έπεσε.

 

Επανερχόμενοι όμως τώρα στα γεγονότα της 19.6.23, αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί, είναι πως τα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από το Τεκμήριο 13 εν σχέσει με την 19.6.23, έχουν και μια άλλη διάσταση.  Που δεν είναι άλλη από το ότι αρχίζουν να αποδομούν τη θέση που προέβαλε ο Κατηγορούμενος στο Τεκμήριο 9, ότι δηλαδή η σχέση τους ήταν μια χαρά μέχρι το τέλος Αυγούστου (βλ. απάντηση 27).  Όμως τη θέση του αυτή την αναίρεσε ήδη από μόνος του ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, με βάση τα δικά του λεγόμενα. Και εξηγούμε.   Αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 (βλ. απάντηση 10), ότι έμειναν για δύο-τρεις βδομάδες στη μητέρα του, μετά για μια βδομάδα στο δικό του σπίτι και μετά για άλλες δυο βδομάδες στο σπίτι της μέχρι που τον έδιωξε επειδή τσακώθηκαν, για να παραδεχθεί βέβαια κατά τη μαρτυρία του, ως ήδη υποδείξαμε, ότι εν τέλει μια μέρα μόνο έμειναν στο δικό του και πως στο δικό της δεν τον άφησε να μείνει και πως απλά τον έβαζε κρυφά μέσα για να κάνουν σεξ.   Πάντως η περίοδος που αφορούσε τη διαμονή στο διαμέρισμα της, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, (κατά τον Κατηγορούμενο πάντοτε) διήρκεσε δύο βδομάδες, αφού μετά ως ξεκάθαρα αναφέρει στην κατάθεση του τσακώθηκαν και τον έδιωξε[59]. Προς τούτο ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 έδωσε και τον λόγο, στον οποίο θα επανέλθουμε. 

 

Το βέβαιο είναι πως η περίοδος αυτή των δύο εβδομάδων σύμφωνα με τον ίδιο ακολούθησε την μονοήμερη διαμονή στη δική του οικία, η οποία σύμφωνα με τα ανωτέρω έληξε στις 19.6.23, όταν η Παραπονούμενη του είπε πως δε θα μπορούσε να διαμείνει άλλο στο σπίτι του και πως θα πήγαινε στο δικό της, οπόταν αυτός της ζητούσε να βρεθούν σε ξενοδοχείο, για να ακολουθήσει το συμβάν που περιγράφηκε ανωτέρω. Τα πιο πάνω όμως δεν συνάδουν χρονικά με τη θέση που προέβαλε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 (βλ. απάντηση 27) ότι η σχέση του με την Παραπονούμενη ήταν μια χαρά μέχρι το τέλος Αυγούστου και ότι χάλασε κατά τον τελευταίο μήνα πριν την καταγγελία, η οποία σημειωτέον υποβλήθηκε στις 17.9.23.  Αντίθετα, με βάση τα δικά του λεγόμενα, αυτό που εξάγεται είναι πως ο τσακωμός τους ήταν περί το τέλος Ιουνίου ή έστω τις πρώτες μέρες του Ιουλίου και πάντως όχι τον τελευταίο μήνα πριν την καταγγελία.  

 

Πέραν τούτου η θέση του ότι η σχέση τους ήταν καλή μέχρι το τέλος Αυγούστου δεν συνάδει ούτε με τη θέση που επίσης προέβαλε στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, πως μετά τον τσακωμό, μερικές φορές έμενε μέσα στο αυτοκίνητο κάτω από το σπίτι της γιατί η ίδια δεν ήθελε να φεύγει μακριά της επειδή φοβόταν πως θα πήγαινε να βρει άλλη γυναίκα.  Χαρακτηριστικά τα λεγόμενα του στην απάντηση 13 (Τεκμήριο 9) : «…γιατί η ίδια δεν ήθελε να φεύγω μακριά της γιατί φοβόταν ότι θα πάω να βρω άλλη γυναίκα.  Εγώ γιατί την αγαπούσα έμενα εκεί για να μην νομίζει ότι θα πάω να βρω άλλη και επίσης την περίμενα κάθε πρωί να την παίρνω στην δουλειά».  Θέση η οποία ήταν αφ’ εαυτής δυσνόητη και αντιφατική αφού ως θέμα κοινής λογικής δεν γίνεται αντιληπτό πως τσακώθηκαν και τον έδιωξε και παρά ταύτα του ζητούσε να μένει κάτω από το σπίτι της και να κοιμάται στο αυτοκίνητο, φοβούμενη μήπως αυτός βρει άλλη γυναίκα.

 

Αν βέβαια τσακώθηκαν και τον έδιωξε κατά το διάστημα που συζητήθηκε, δεν συνάδει ούτε η θέση του στην απάντηση 21 του Τεκμηρίου 9, ότι «η ίδια το τελευταίο διάστημα[60] με έβαλε και έβαλα κρεβατάκι της πισίνας μέσα στο σπιτούι της ΑΗΚ κάτω από το διαμέρισμα της και κάναμε σεξ εκεί γιατί δεν είχε χρόνο να πηγαίνουμε αλλού».

 

Πέραν των πιο πάνω η θέση του Κατηγορούμενου περί καλής σχέσης μέχρι τον Αύγουστο καταρρίπτεται και από τις συνομιλίες στο Τεκμήριο 13 κατά την 5.7.23, όπου προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος της είχε προκαλέσει πόνο στο σβέρκο σε βαθμό που δεν μπορούσε να τον κινήσει, με τον ίδιο να αναγνωρίζει το κακό που της έκανε και να δηλώνει έτοιμος να παραδοθεί από μόνος του στην Αστυνομία.

 

Εν τέλει η θέση του ότι ήταν καλή η σχέση τους μέχρι τον Αύγουστο δεν συνάδει ούτε με την παραδοχή του ότι της έστελνε απειλητικά μηνύματα όταν τσακώνονταν αλλά ούτε με τη θέση του πως την απείλησε ότι αν τον χωρίσει για άλλον θα δημοσιοποιούσε ότι έχει ηπατίτιδα για να μην της κοντέψει κανένας άλλος (απαντήσεις 37-39, Τεκμήριο 9). Μια απειλή βεβαίως με σοβαρότατες προεκτάσεις, η οποία σίγουρα δεν εκστομίζεται καλώς εχόντων των πραγμάτων. Ανέφερε ωστόσο πως δεν τα εννοούσε και πως η Παραπονούμενη ουδέποτε έκανε σεξ μαζί του από φόβο, αλλά μόνο όποτε η ίδια το επιθυμούσε (βλ. απάντηση 25, Τεκμήριο 9) και πως αν τον φοβόταν δεν θα πήγαινε μαζί του σε απόμερα μέρη (απάντηση 38, Τεκμήριο 9).  Το αν έτσι είχαν τα πράγματα δεν μπορεί να αποφασιστεί ακόμα, όμως το γεγονός παραμένει πως η εκδοχή του περί καλής σχέσης μέχρι το τέλος Αυγούστου δεν έχει συνοχή, ενώ παράλληλα μέσω των αναφορών του αυτών επιβεβαιώνεται και η θέση της Παραπονούμενης πως στο διάστημα που ακολούθησε τη διαμονή τους στο σπίτι της μητέρας του, η ίδια δεχόταν από αυτόν απειλές, στοιχείο το οποίο, ως θα διαφανεί και από τα όσα ακολουθούν κατέχει κεντρική θέση στη μαρτυρία της. 

 

Η σύγχυση και αντιφατικότητα όμως που εντοπίζεται στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου εντείνεται όταν υπεισέλθει κάποιος και στο ζήτημα του κύριου λόγου που επέφερε ρήξη της σχέσης τους, λόγος που ο Κατηγορούμενος δεν δέχθηκε πως αφορούσε τα όσα εξιστόρησε η Παραπονούμενη ότι επεσυνέβησαν κατά την 19.6.23. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 ανέφερε ότι ο λόγος του τσακωμού τους ήταν ότι υποψιαζόταν ότι βρήκε άλλον άντρα, ότι είχε εντοπίσει μηνύματα όπου συνομιλούσε με κάποιον, ότι σταμάτησε να τον φιλά, να τον αγκαλιάζει, να κάνει έρωτα μαζί του και το ότι γενικά τον απέφευγε. (βλ. απαντήσεις 15 και 16, Τεκμήριο 9).

 

Βέβαια κατά την αντεξέταση του έδωσε ένα νέο λόγο για τον τσακωμό τους και δη ότι η Παραπονούμενη ήθελε να πηγαίνει να μένει σπίτι της και «να φουμάρει με τους μαύρους» ναρκωτικά, θέση που παρά το ότι ακούστηκε κατ’ επανάλειψιν από τον ίδιο κατά την προφορική του μαρτυρία εντούτοις δεν εντοπίζεται πουθενά στις καταθέσεις που έδωσε, τουναντίον, προβάλλεται ο λόγος που αναφέρθηκε ανωτέρω. Μάλιστα ανέφερε ότι ο ίδιος δεν δεχόταν επουδενί κάτι τέτοιο, ότι επί τούτου τσακώθηκαν και ότι γι’ αυτό ο ίδιος έμενε στο αυτοκίνητο, δηλαδή για να επιβλέπει αυτή την κατάσταση και να την εμποδίζει από το να κάνει ναρκωτικά.

 

Τούτο βέβαια πέραν του ότι συνιστά ουσιαστική θέση που δεν τέθηκε στην Παραπονούμενη κατά τη μαρτυρία της, συνιστά επίσης διαφοροποίηση της εκδοχής του και ως προς τον λόγο για τον οποίο έμενε και κοιμόταν στο αυτοκίνητο κάτω από το διαμέρισμα της. Εν συγκρίσει πάντα με τον λόγο που ανέφερε στην κατάθεση του (και καταγράψαμε ανωτέρω και ο οποίος αφορούσε το να μην φοράται η Παραπονούμενη ότι θα έβρισκε άλλη γυναίκα).  Χωρίς βέβαια να δοθεί ούτε για αυτή τη διαφοροποίηση οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία.   Η θέση του ότι ο δικός του λόγος ήταν για να την προστατέψει από τα ναρκωτικά και της Παραπονούμενης για να μην βρει άλλη γυναίκα, σίγουρα δεν πείθει αλλά εμφανώς γίνεται αντιληπτό ότι προωθήθηκε από τον Κατηγορούμενο, όταν αυτός αντελήφθη πως είχε προωθήσει δυο διιστάμενες εκδοχές.

 

Σε άλλο σημείο βέβαια λέει ότι άρχισαν τα προβλήματα τους επειδή δεν θα της έκανε μωρό, το οποίο ήθελε για να μείνει στην Κύπρο, θέση την οποία επίσης δεν προωθεί καθόλου στην κατάθεση του όπου, ως ήδη υποδείξαμε, προωθεί μόνο τη θέση πως τσακώθηκαν διότι από τη συμπεριφορά της υποψιάστηκε ότι είχε άλλον άντρα.  (βλ. απάντηση 14 του Τεκμήριο 9).

 

Βέβαια στην πορεία της μαρτυρίας του ανασκεύασε και τη θέση του ότι τσακώθηκαν και ότι τον έδιωξε αλλά και τη θέση του ότι η Παραπονούμενη τον απέφευγε και δεν ήθελε να κάνει σεξ μαζί του.  Ενδεικτικά είναι τα όσα καταγράφονται στα πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 66- 68, όπου αντεξεταζόμενος ανέφερε τα εξής τα οποία μιλούν αφ’ εαυτών:

 

« E. Και λες στην κατάθεσή σου αφού έκατσες στο σπίτι της για 2 εβδομάδες περίπου η ίδια σε έδιωξε γιατί τσακωθήκατε, άρα θα συμφωνήσεις μαζί μου --

A. Μην το λες ότι έδιωξε με, να εξηγήσω ξανά στο Δικαστήριο, εκάτσαμε και συζητήσαμε και είπε μου, επειδή με γνώριζε ότι είμαι τυπικός και ιδιόρρυθμος άνθρωπος και ότι αγαπώ την μου λέει "αγάπη μου αν το μάθει ο Τσόκκος ότι έρχεσαι τζιαι μεινίσκεις δαμέ ή οτιδήποτε θα με διώξουν που τη δουλειά τι να κάνουμε";

E. Εγώ χρησιμοποιώ τα λόγια τα δικά σου όπως τα είπε "με έδιωξε η ίδια", απάντηση 12.

A. Οκ.

E. Άρα σε έδιωξε γιατί τσακωθήκατε και αφού ερωτήθηκες ποιος --

A. Είπα έτσι γιατί ήμουν και ταραγμένος, Εντιμότατη, τότε στην κατάθεσή μου. Ήρθαν στο Νοσοκομείο τζιαι επιάσαν μου την κατάθεση, ήμουν συνέχεια Νοσοκομείο.

E. Ερωτηθήκατε ποιος ο λόγος που τσακωθήκατε και είπες ότι "υποψιάστηκα ότι η συμπεριφορά της είχε αλλάξει, ότι είχε άλλον άντρα". Ερώτησεν σε η Αστυνομία στην κατάθεσή σου, Τεκμήριο 9, την οποία υιοθέτησες ενόρκως "τι έκαμνε τζιαι ήταν αλλαγμένη η συμπεριφορά της"; Και λες "Σταμάτησε να με φιλά να με αγκαλιάζει" --

A. Κάποια πράγματα --

E. Και αυτό το τοποθετούμε τώρα με τις ερωτήσεις που προηγήθηκαν για τις αρχές Ιουλίου.

A. Μάλιστα.

E. Άρα τότε ήταν που λες εσύ ότι της επέστρεψες και το κλειδί πίσω;

A. Ναι.

E. Αρχές Ιουλίου επέστρεψες το κλειδί πίσω;

A. Μπορεί να το επέστρεψα και την ίδια στιγμή καμία, δύο εβδομάδες πιο μετά. Όχι, κράτησα το ώσπου τζιαι δεν πήγαινα καθόλου τζιειπάνω, κράτησα το 2 εβδομάδες που πήγαινα μόνο για σεξ ακόμα κρατούσα το τζιαμέ.

E. Αφού σε απέφευγε, αφού δεν ήθελε να κάνει έρωτα μαζί σου και όλα αυτά, αρχές Ιουλίου πώς τότε κύριε Ανθία --

A. Δεν ήταν κυριολεκτικά το απέφευγε με, αντί να μου δώσει τρία φιλιά απέφευγε με και εδίαν μου ένα. Δεν είναι κυριολεκτικά που με απέφευγε.

E. Αφού απέφευγε να κάνει έρωτα μαζί σου λέεις.

A. Όπως το εξήγησα τώρα στο Δικαστήριο και έγραψε ό, τι ήθελε και η κυρία Γεώργιου και εξηγώ, διότι ερώτησε με τζιείνη "τι εννοείς απόφευγε να κάνει έρωτα μαζί σου" με ρώτησες και εσύ και εξήγησα σου, είπα σου αντί πριν που έθελε 2, 3, 4 φορές τώρα εζήταν μου το μια φορά την εβδομάδα ή δύο φορές την εβδομάδα, αλλά φαίνεται ότι δεν το έγραψε όπως και πολλά άλλα μπορεί να μεν τα έγραψε.

Εγώ ήμουν σε σοκ τζιαι αν θυμάστε είπε το τζαι η ίδια, δεν μπορούσα να διαβάσω την κατάθεσή μου ούτε να γράψω, γιατί ήταν γεμάτα τα μάτια μου.

E. Τότε αυτό που είπες ότι "μέχρι τέλος του Αυγούστου η σχέση μας ήταν μια χαρά" δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αναφέρομαι στην απάντηση 27 του Τεκμηρίου 9.

A. Λέω σου η σχέση μας μέχρι τις 15 - 16.09 ήταν μια χαρά. Πάντοτε ήταν μια χαρά, είχαμε τα σκαμπανεβάσματά μας πάνω - κάτω, γιατί έλεγε μου ψέματα, όμως ποτέ δεν χωρίσαμε, δεν μου είπε ούτε να χωρίσουμε ούτε εγώ δεν της είπα.

E. Καταλήξαμε ότι σταμάτησε να σε φιλά και να σε αγκαλιάζει;

A. Όχι κυριολεκτικά, αντί να μου δώκει φιλί την ώρα... κάθε πρωί είχε σύστημα στην αρχή που την έπαιρνα δουλειά πριν να κατέβει από το αυτοκίνητο βουρούσε τζιαι εφίλαν με, μετά δεν μου εδίαν φιλί άνοιγε την πόρτα και έφευγε. Σημαίνει δεν με ήθελε; Αυτό εννοούσα, αυτά τα πράγματα εννοούσα εγώ.

E. Αφού σου τα έκαμνε ούλλα αυτά πώς γίνεται να θεωρήσεις ότι μέχρι το τέλος του Αυγούστου ήταν μια χαρά η σχέση σου με όλα αυτά που λες, ότι "απέφευγε με" δεν σε φιλούσε, δεν σε ήθελε για σεξ κτλ;

A. Δεν είπα ότι δεν με ήθελε για σεξ.

E. Το είπες ξεκάθαρα στην απάντηση 16 του Τεκμηρίου 9.

A. Φαίνεται ότι έγραψε ό, τι έθελε η κυρία Γεωργίου, άλλα της έλεγα και άλλα καταλάβαινε. Εξηγώ τζιαμέ που μου έλεγε "αγάπη" από ενδιαφέρον μόνη της "αύριο θα έχω off θέλω να κάνω σεξ μαζί σου" σε τούτο το πράγμα εννοώ τζιαι μετά εκαρτέραν με να το πω εγώ να μεν μου το ζητά τζιείνη όπως στην αρχή, αλλά να το ζητώ εγώ. Εγώ έβλεπα την ότι σταμάτησε να θέλει να μου το ζητά και το ενδιαφέρον της απέναντί μου, ο έρωτας της απέναντί μου για κάποιους λόγους. Τζιαι έρχεται τζιαι εξηγά ότι σταμάτησε να κάμνει σεξ μαζί μου. Μα δεν σταμάτησε».

Ανεξαρτήτως της εναλλαγής των θέσεων του Κατηγορούμενου η οποία και εδώ παρατηρείται και πέραν του ότι κατά την εναλλαγή εμφανίζονται και θέσεις που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες που αυτές αφορούν για να τοποθετηθούν (όπως είναι η Μ.Κ.1), είναι πάντως γεγονός που προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας (και από τα ως άνω λεγόμενα του Κατηγορούμενου) πως ακόμα και μετά τα γεγονότα της 19.6.23 ή και κατά τον Ιούλιο – Αύγουστο του 2023, η Παραπονούμενη και ο ίδιος συνέχισαν να έχουν επικοινωνία ή και να συναντιούνται.   Κάτι που ούτε η Παραπονούμενη αμφισβήτησε. Δίδοντας βέβαια τη δική της εκδοχή ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες τούτο συνέβαινε.   Το ζήτημα αυτό καθώς και το αν είχαν και πόσες σεξουαλικές επαφές στο διάστημα αυτό, είναι και αυτό ζήτημα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.  Όμως επί του παρόντος αρκούμαστε απλώς να σημειώσουμε, τη συνέχεια που παρατηρείται στην εναλλαγή θέσεων από πλευράς Κατηγορούμενου, η οποία, όπως αναδεικνύει η ανάλυση που προηγήθηκε, καλύπτει κάθε πτυχή της μαρτυρίας του μέχρι του σημείου αυτού.  Συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος της κατοχής του κλειδιού στο οποίο, γίνεται κάποια αναφορά στο ως άνω απόσπασμα και στο οποίο επίσης θα επανέλθουμε στο κατάλληλο στάδιο.

 

Η εξέλιξη της σχέσης μετά το περιστατικό της 19.6.23

Με βάση λοιπόν την ανάλυση που προηγήθηκε διαπιστώνεται πως η σχέση τους δεν ήταν καλή μέχρι το τέλος Αυγούστου ως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος αλλά είχε διασαλευθεί από το τέλος Ιουνίου 2023 συνεπεία των γεγονότων που έλαβαν χώραν την 19.6.23. Όπως δηλαδή ήταν και η θέση της Παραπονούμενης στην κατάθεση της Έγγραφο Στ (σελ. 1, γρ. 20).  Η δε θέση της Παραπονούμενης πως μετά από τα γεγονότα εκείνα, όταν αυτός της απολογήθηκε για τα όσα έγιναν στις 19.6.23, αυτή του είπε πως δε θα τον συγχωρούσε ούτε αυτόν ούτε τη μητέρα του, ουδόλως μας εκπλήσσει λαμβανομένων υπόψη των δραματικών περιγραφών της ως προς το τι συνέβη τη μέρα εκείνη.  Ό,τι ακολούθησε όμως δεν ήταν η διακοπή της σχέσης τους, ως κάποιος λογικά θα ανέμενε. 

 

Μετά από αυτό ήταν η θέση της Παραπονούμενης πως επειδή ο Κατηγορούμενος αντελήφθη πως δεν θα τον συγχωρούσε και πως δεν θα ήταν μαζί ξανά, άρχισε να της φωνάζει και να την απειλεί ότι θα έλεγε σε όλους για την αρρώστια της, ότι θα το κοινοποιούσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Τικ Τοκ και ότι θα έλεγε στην αστυνομία να ελέγξει το «Chrysomare» επί τω ότι εργοδοτεί προσωπικό με ηπατίτιδα και ότι θα της κατέστρεφε τη ζωή και ότι είχε τρόπο να την κρατήσει σιωπηλή.  Ακόμα την απειλούσε πως αν δεν κάνει ό,τι αυτός της έλεγε, θα την σκότωνε (σχετικές αναφορές της εντοπίζονται στις καταθέσεις της Έγγραφα Ε, σελ. 2 και ΣΤ, σελ. 3).   

 

Ως αναφέρει την απειλούσε μέσω κλήσεων, ηχητικών αλλά και γραπτών μηνυμάτων. Αν δεν απαντούσε το τηλέφωνο πήγαινε έξω από το ξενοδοχείο και άρχισε να φωνάζει στο τηλέφωνο «Ra poutana, bitch if you don’t come down in five minutes I will go straight to the reception and cause problems and tell everybody who you are».  

 

Κληθείσα δε κατά την αντεξέταση της να προσδιορίσει τις αναφορές της στην κατάθεση της Έγγραφο Ε σελ. 2 γραμμές 1 και 2, και  να αναφέρει τι ακριβώς της έλεγε όταν της φώναζε, ανέφερε πως οι απειλές που της εκστόμιζε  ήταν πάντα με φωνές και με θυμό[61], περιλάμβαναν εκφράσεις όπως ''πουτάνα θα σε σκοτώσω'', ''θα σε κάνω να σιωπήσεις'', ''πουτάνα θα σε καταστρέψω''[62], ''θα πω σε όλους για την αρρώστια σου''[63] ενώ ως η θέση της ήταν αμέτρητες οι φορές που την απείλησε ότι θα την σκοτώσει[64].

 

Βέβαια της υποβλήθηκε πως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε απειλητικά μηνύματα εναντίον της με την ίδια να επιμένει πως την απειλούσε.  Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 13 αυτό που εντοπίζουμε είναι ότι πράγματι εντοπίζεται μήνυμα που της απέστειλε  στις 15/07/2023 - 09:21:44 am (UTC+0) λέγοντας της ''I destroy you and me with you '', ενώ επίσης σχετικά είναι τα μηνύματα τα οποία η Παραπονούμενη του απέστειλε στις 19/07/2023 - 09:32:22 pm (UTC+0) και 09:33:19 pm (UTC+0), όπου του λέει αντίστοιχα: ''I explain everything to my managers how you want to kill me'', ''They have already know the kind of person you are'' , ενώ  κάποιες ημέρες προηγουμένως και δη στις 05/07/2023 - 03:05:51 pm (UTC+0) και 03:06:06 pm (UTC+0),  της απέστειλε μηνύματα απειλώντας την ότι θα  σκοτώσει όλους στο χώρο εργασίας της: ''I Kill them all tsokkos'', ''wait and you see''.  Περιπλέον στις 17.7.23 (6:43:46 UCT+0) εντοπίζεται και μήνυμα που την απειλεί ότι έχει τον τρόπο να την αφήσει χωρίς δουλειά “I can let you with no job”, “ Believe me”, “Just I dont want”, “But if you Force me little more”, “I make. Επίσης στις 25.7.23 φαίνεται να την απειλεί σε σχέση με τα χρήματα που πλήρωσε για το δικηγόρο (που καταχώρησε την προσφυγή εκ μέρους της), λέγοντας της πως θα πάρει πίσω τα λεφτά που έδωσε, της λέει ότι δε θα τη συγχωρέσει, ότι είναι εχθροί, την αποκαλεί πουτάνα και της λέει ότι την μισεί[65].       

 

Επομένως πέραν του ότι εντοπίζονται σχετικές αναφορές στο Τεκμήριο 13, θέση της ίδιας ήταν εν πάση περιπτώσει πως της εκστόμιζε απειλές δια ζώσης με θυμό και φωνές.   Το ότι δε πράγματι την απειλούσε το παραδέχεται και ο ίδιος, ως ήδη υποδείξαμε και πιο πάνω, στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 (απάντηση 23) όπου μάλιστα ρητώς αναφέρει στην απάντηση 39 πως την απειλούσε πως αν τον «χωρίσει για άλλον αρσενικό» θα δημοσιοποιούσε ότι έχει ηπατίτιδα για να «μην της κοντέψει άλλος». Οι απειλές αυτές καίτοι δεν εντοπίζονται στο Τεκμήριο 13 ήταν παραδεκτές από τον ίδιο, κάτι που υποστηρίζει τη θέση της Παραπονούμενης ότι απειλές εκστομίζονταν και με τον τρόπο που εξήγησε, δηλαδή δια ζώσης.  Αφήνοντας κατά μέρος τη θέση του Μ.Κ.10 ο οποίος ανέφερε πως εκ του Τεκμηρίου 13 φαίνεται πως κάποια μηνύματα έχουν διαγραφεί και ότι δεν είναι δυνατή πάντα η εμφάνιση των διαγραμμένων μηνυμάτων για τους λόγους που εξήγησε[66].

 

Παρεμβάλλουμε εδώ ότι εκ του Τεκμηρίου 13 όμως επιβεβαιώνονται και άλλες πτυχές της μαρτυρίας της και εν γένει ο επίμονες και επαναλαμβανόμενες επικοινωνίες του μαζί της, η αμφιθυμική του συμπεριφορά αλλά και η θέση της πως τις περισσότερες φορές δεν του απαντούσε αλλά και το ότι την ενοχλούσε κατά την ώρα που εργαζόταν. Ενδεικτικά σημειώνουμε δε ότι 9.8.23 από τις 12:41 (UCT+0) – 12:37 (UCT+0), εντοπίζονται μηνύματα την ρωτά με ποιον είναι και δεν του απαντά, της λέει ότι όλοι γελούν μαζί του, της λέει ότι είναι ελεύθερη και ότι και ο ίδιος είναι ελεύθερος ενώ από τα μηνύματα που ακολουθούν φαίνεται πως την είχε επισκεφτεί και πως αντελήφθη ότι η ίδια έκανε ότι κοιμόταν αφού της λέει: You was online WhatsApp 4:26 and I come to your room 430 and you play that you sleep, κάτι που επιβεβαιώνει εδώ τη Μ.Κ.3 η οποία ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ακολουθούσε αυτή την τακτική για να τον αποφεύγει.   Ακόμα της λέει αρκετά «Inaf», ότι το ξέρει πως δεν κοιμόταν, πως ξέρει πως τον μισεί, πως δεν τον αγαπά και της λέει πως αυτό είναι το τέλος.  Για να ξαναεπικοινωνήσει μαζί της όμως στις 15.8.23 στις 5:29 (UCT+0) αποκαλώντας την και πάλι «πουτάνα», όπου ακόμα της αναφέρει ότι δεν διαβάζει τα μηνύματα του, ότι τον αγνοεί και δεν το σέβεται για να καταλήξει να της αναφέρει «So fuck off», για να ανασκευάσει μετά από μερικά λεπτά λέγοντας της πως «I am joking, «I love you». Μάλιστα για να την κάνει να του μιλήσει της λέει πως έμαθε κάποια πράγματα για αυτήν με την ίδια να του απαντά ότι κανείς δεν του είπε τίποτα για την ίδια επειδή κανείς δεν ξέρει τίποτε για αυτήν και του λέει πως αν θέλει να της πει κάτι να της το γράψει (βλ. μηνύματα ημερ. 9.9.23). Ενώ δε την ίδια μέρα συνεχίζει να της στέλνει μηνύματα αυτή του λέει ότι πηγαίνει δουλειά για να δουλεύει και όχι για να μιλά στο τηλέφωνο και ότι μετά από τόση πολλή δουλειά δεν θα έχει χρόνο να μιλήσει, αυτός της λέει ότι καταλαβαίνει, αποστέλλοντας της παράλληλα σειρά μηνυμάτων και αυτή του απαντά ότι δεν καταλαβαίνει επειδή αν πραγματικά καταλάβαινε δεν θα της έστελνε όλων των ειδών μηνύματα. Του λέει ακόμα ότι δεν την αγαπά και ότι το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να την αγχώνει, ενώ εν τω μεταξύ ο ίδιος συνεχίζει να αποστέλλει αριθμό μηνυμάτων με την ίδια να του λέει ότι χρειάζεται την ηρεμία της και όχι κάθε μέρα αυτόν να της δημιουργεί προβλήματα.  Του λέει να σταματήσει να την καλεί και ότι είναι πολύ απασχολημένη πλην όμως ο ίδιος συνεχίζει.

Πάντως ο φόβος που περιέγραψε και το πολύ μεγάλο στρες που φαίνεται να της δημιουργούσε αυτή η κατάσταση ουδόλως ξενίζει αλλά μάλλον ακολουθεί με φυσικότητα τα όσα είχαν λάβει χώρα κατά την 19.6.23, σε συνάρτηση και με το ότι ο ίδιος φαίνεται ότι είχε πράγματι τηλεφωνήσει στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου για να της πει να την διώξει.  

 

Οι πιο πάνω θέσεις της Παραπονούμενης συνάδουν βέβαια και με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία ανέφερε πως μετά τον αρραβώνα τους στις 9.6.23 και συγκεκριμένα από την επόμενη μέρα ξεκίνησε να γίνεται ακόμα πιο φορτικός και της τηλεφωνούσε πολύ συχνά στο γραφείο και την ρωτούσε αν η Παραπονούμενη πήγε στη δουλειά και πού ήταν.  Την επόμενη μάλιστα μέρα του αρραβώνα την έψαχνε στη δουλειά για να του δώσει €30. Ο Κατηγορούμενος βέβαια αμφισβήτησε έντονα τη θέση αυτή, αλλά δεν εντοπίζουμε τον λόγο για τον οποίο η Μ.Κ.2, θα προέβαινε σε μια τέτοια αναφορά αν δεν είχε όντως συμβεί.  Η ίδια δε ανέφερε επίσης με περισσή φυσικότητα πως πάντα του εξηγούσε ότι η Παραπονούμενη ήταν στη δουλειά και τον ρωτούσε τον λόγο που αντιδρά έτσι, με τον ίδιο να της αναφέρει διάφορα, όπως για παράδειγμα ότι την είδε στο tik tok ότι έκανε στριπτίζ ή ότι την είδε με άλλον άντρα και άλλα συναφή όπως το ότι δεν του απαντούσε τα τηλέφωνα. Το ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά το διάστημα αυτό υποστηρίζεται και από τη θέση της Μ.Κ.2 ότι πλέον πήγαινε πολύ τακτικά στη δουλειά και γύριζε με το αυτοκίνητο του έξω στο παρκινγκ για να δει αν η Παραπονούμενη ήταν δουλειά, πολλές φορές στεκόταν έξω στο δρόμο είτε την ώρα που πήγαιναν το πρωί είτε που σχόλαναν και πολλές φορές κατέβαινε και την έψαχνε ενώ μια φορά προσπάθησε να βγει και πάνω στους ορόφους αλλά τον είδαν άλλοι υπάλληλοι του ξενοδοχείου και τον κατέβασαν κάτω.

 

Από την όλη συμπεριφορά του η ίδια η Μ.Κ.2 αντιλαμβανόταν και ευλόγως ότι ο Κατηγορούμενος ζήλευε πάρα πολύ, πράγμα το οποίο εξάλλου και ο ίδιος παραδέχθηκε κατά τη μαρτυρία του[67]. Ακόμα αντιλαμβανόταν ότι η Παραπονούμενη ήταν φοβισμένη, θέση την οποία τεκμηρίωσε με αρκούντως πειστικό τρόπο, λέγοντας πως η Παραπονούμενη την προέτρεπε κατ’ επανάληψη να μην του απαντά και να μην του λέει πότε έχει άδεια («off»).  Ο ίδιος από την άλλη φαίνεται να αντιλαμβανόταν ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν αποδεκτή, αφού όταν η Μ.Κ.2 του έλεγε να μην τηλεφωνεί και να μην πηγαίνει εκεί της έλεγε πως δεν θα το ξανακάνει, όμως το ξανάκανε, θέση που η Μ.Κ.2 προέβαλε χωρίς να αμφισβητηθεί ουσιαστικά και την οποία εν πάση περιπτώσει αποδεχόμαστε λόγω της γενικά καλής εντύπωσης που άφησε σε εμάς καταθέτοντας.

 

Κατά τον ίδιο χρόνο βέβαια, ήτοι από τον Ιούλιο του 2023 και η Μ.Κ.3 (συγκάτοικος της Παραπονούμενης) περιγράφει ανάλογη συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο, στο συγκρότημα όπου διέμεναν. Όπως η μάρτυρας εξήγησε είχε αντιληφθεί κάποιο καιρό πριν ότι η Παραπονούμενη είχε κάποια σχέση με τον Κατηγορούμενο αφού τον είχε δει έξω από την πολυκατοικία τους να τριγυρνά και μια φορά είδε την Παραπονούμενη που του μιλούσε και έτσι κατάλαβε ότι πιθανόν να έχουν κάτι μεταξύ τους.  Όμως ήταν σαφής ότι γύρω στον Ιούλιο του 2023 αυτός ξεκίνησε να έρχεται πάνω στο διαμέρισμα τους σχεδόν επί καθημερινής βάσεως και να χτυπά την πόρτα, με την Παραπονούμενη να της λέει να του πει ότι κοιμάται ή ότι πονάει το κεφάλι της και όταν του το έλεγε, αυτός έμπαινε μέσα κοίταζε αν όντως η Παραπονούμενη κοιμόταν και έφευγε.  Ανέφερε ακόμα ότι πολλές φορές τον έβλεπε που έκανε γύρο του σπιτιού με το αυτοκίνητο και πολλές φορές τα ξημερώματα καθόταν στα σκαλιά, συμπεριφορά την οποία εύλογα θεωρούμε πως δεν θεώρησε φυσιολογική, εφόσον ως και η ίδια ανέφερε εάν πράγματι είχε κάποια σχέση μαζί με την Παραπονούμενη, θα αναμένετο να επιδιώκει να την βλέπει μετά που τελείωνε τη δουλειά της, ενώ η ίδια θα τον προσκαλούσε πάνω στο διαμέρισμα της και δε θα χρειαζόταν να την αναμένει κάτω ή να πηγαίνει στη δουλειά και να περιμένει εκεί από το πρωί. Είναι βέβαια προφανές πως αυτές οι συμπεριφορές δεν συνάδουν ούτε με τη θέση του Κατηγορούμενου ότι απλώς περνούσε περιστασιακά απ’ εκεί, στο πλαίσιο του ελέγχου που εκτελούσε σε υποστατικό φίλου του, το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση.  

 

Ό,τι άλλο θα πρέπει να σημειώσουμε εν σχέσει με τις πιο πάνω συμπεριφορές που απέδωσε η Μ.Κ.3 στον Κατηγορούμενο αλλά και τα όσα ανέφερε πως της έλεγε η Παραπονούμενη να πράττει σε σχέση με αυτόν όταν ερχόταν στο διαμέρισμα, είναι πως συνάδουν γενικότερα με τα όσα η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι έκανε ο Κατηγορούμενος πλησίον του χώρου εργασίας της Παραπονούμενης καθώς και με τα όσα της έλεγε η Παραπονούμενη να πράττει σε σχέση με αυτόν. 

 

Ειδικότερα δε ως προς τις αναφορές των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 σε σχέση με το πώς τους έλεγε η Παραπονούμενη να ενεργούν όταν την έψαχνε ο Κατηγορούμενος, ό,τι αναδύεται έντονα εξ αυτών είναι πως και οι δύο παραπέμπουν αναμφίβολα στο ότι η παρουσία του Κατηγορούμενου για την Παραπονούμενη, είτε στο χώρο διαμονής της είτε στο χώρο εργασίας της, δεν ήταν επιθυμητή.  Εξ ου και μέσω των όσων έλεγε στις μάρτυρες να πουν και να πράξουν, προσπαθούσε εμφανώς να τον αποφύγει χωρίς να τον αντιμετωπίσει.


Ως προς το ότι τώρα η Μ.Κ.3 δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακριβείς ημερομηνίες πότε τον έβλεπε να τριγυρίζει κάτω από το συγκρότημα όπου διέμεναν, πρέπει να πούμε πως το θεωρούμε εύλογο και σίγουρα δεν σημαίνει κατ’ εμάς πως ψεύδετο.  Και τούτο διότι κατ’ αρχάς δεν είχε λόγο τότε να τηρεί «σημειωματάριο». Ούτως ή άλλως όμως ήταν σε θέση να προσδιορίσει σε γενικές γραμμές τον χρόνο, αφού ανέφερε ότι αυτό γινόταν επί σχεδόν καθημερινής βάσης από τον Ιούλιο και μετά (βλ. πρακτικά ημερ. 10.4.25, σελ. 26 γρ. 15 – σελ. 27 γρ. 15).  Περίοδος η οποία επίσης συμπίπτει με την περίοδο που η Μ.Κ.2 χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ως εντονότερη αλλά και την περίοδο που η ίδια η Παραπονούμενη τοποθετεί την έναρξη των επίμαχων συμπεριφορών. 

 

Ό,τι άλλο  οφείλουμε να σημειώσουμε εκ της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, είναι πως με ευκρίνεια προσδιόρισε και τα προβλήματα που εντόπισε στην Παραπονούμενη και δη ότι κατά την ίδια περίοδο (μετά από ένα μήνα περίπου σχέσης μαζί του)  άρχισε να έχει στρες και να μην συγκεντρώνεται, να φοβάται πολύ, να μην μπορεί να κοιμηθεί, να κοιμάται και να τρομάζει στον ύπνο της, να κλαίει κρυφά, να μη θέλει να μιλήσει και εν γένει να φοβάται όταν έβλεπε τον Κατηγορούμενο. Μάλιστα η Μ.Κ.3 φαίνεται να είχε αντιληφθεί πως η Παραπονούμενη ήθελε να χωρίσει μαζί του.  Σχετικά είναι τα  πρακτικά ημερ. 10.4.25, σελ. 35, γρ. 15-17, όπου αναφέρει: «Μετά από έναν μήνα που είχαν σχέση με τον άνθρωπο αυτή ήθελε να χωρίσουν και από τότε ξεκίνησε να συμπεριφέρεται, ξεκίνησε να πάει δουλειά με στρες, με στρες ερχότανε».  Εκ των όσων δε είχε αντιληφθεί από τα όσα λιγοστά της έλεγε η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος της έλεγε «finish poutana» αλλά μετά ξαναρχότανε. 

 

Αποδεχόμαστε τη θέση της ότι η ίδια αντελήφθη ότι Παραπονούμενη ήταν πολύ φοβισμένη κατά την εν λόγω περίοδο, αφού πολύ παραστατικά αιτιολόγησε την τοποθέτηση της λέγοντας ότι (από τον Ιούλιο και μετά) πάντα κοίταζε ότι οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν κλειστά και ασφαλισμένα.  Μάλιστα τόνισε πως τούτο συνέβαινε ακόμα και κατά τις πρωινές ώρες όταν βρίσκονταν στο σπίτι, όπου επίσης δεν δεχόταν να αφήσει κάτι ανοικτό.  Κατά το τελευταίο διάστημα δε, ανέφερε ότι είχε καταλάβει ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν καλά γιατί δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, κάτι που είχε αντίκτυπο και στη συνεννόηση τους αφού ενώ παλιά μπορούσαν να συνεννοηθούν με κινήσεις, στη συνέχεια έβλεπε ότι το μυαλό της «πετούσε». Ήταν ακόμα σταθερή πως όταν τη ρωτούσε γιατί φοβόταν, αυτή δεν της μιλούσε, απλά έκλαιγε και της έλεγε να κλείνουν καλά τις πόρτες και τα παράθυρα επειδή κάποιος μπορούσε να μπει.  Θέση η οποία με τη σειρά της βέβαια συνάδει με τη θέση της Παραπονούμενης ότι δεν έλεγε σε κανένα το τι περνούσε, ένεκα ακριβώς του φόβου που αισθανόταν.    

 

Τέθηκε βέβαια στην Μ.Κ.3 πως ο φόβος της οφειλόταν στο ότι είχε χαθεί το ένα κλειδί του διαμερίσματος, όμως η μάρτυρας ήταν σαφής πως αυτό που φοβόταν ήταν ο Κατηγορούμενος (βλ. πρακτικά ημερ. 25.4.25, σελ. 44 γρ. 6).  Θέση η οποία βέβαια συνάδει απόλυτα με το γεγονός ότι όταν αυτός ερχόταν η ίδια της έλεγε να του πει ότι κοιμάται ή ότι πονάει το κεφάλι της.  Με τον ίδιο ρητό τρόπο απέρριψε και την υποβολή που της τέθηκε ότι ήταν φοβισμένη ένεκα του προβλήματος υγείας της, αφού ως πολύ λογικά ανέφερε ο φόβος τον οποίο η ίδια η Μ.Κ.3 εντόπισε άρχισε περί τον Ιούλιο ενώ η Παραπονούμενη γνώριζε από πολύ προηγουμένως για το ζήτημα με την υγεία της. Όπως δε επίσης πειστικά ανέφερε η μάρτυρας, τώρα που η Παραπονούμενη εξακολουθεί να έχει το πρόβλημα υγείας δεν έχει τέτοιο πρόβλημα φόβου ή στρες, καίτοι δουλεύει σε δυο δουλειές.

 

Βέβαια η αξιοπιστία της Μ.Κ.3 επιχειρήθηκε να πληγεί αποδίδοντας της αλλότρια κίνητρα, ένεκα του ότι ως της τέθηκε δήθεν ζήλευε τη σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο και ότι γι’ αυτό κατέθεσε τα όσα κατέθεσε. Πέραν του ότι η υποβολή αυτή καταρρίφθηκε κατηγορηματικά από τη μάρτυρα, η οποία πολύ εμφαντικά ανέφερε ότι ακόμα και αν της έδιδαν χρήματα δεν θα έβγαινε μαζί του, επαναλαμβάνουμε και το εξής. Ότι η μαρτυρία της συνήδε ανεπιτήδευτα, ως προς το εμμονικό της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου και του φόβου της Παραπονούμενης, με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, στην οποία επίσης η Παραπονούμενη έλεγε να μην του απαντά και να μην του λέει πότε έχει ρεπό. Ό,τι βέβαια ανέφερε η Μ.Κ.3 που ήταν εξ ακοής (όπως το περιστατικό με τη σκάλα) χωρίς σαφείς πρωτογενείς πηγές και τα οποία αμφισβητήθηκαν δεν τα λαμβάνουμε υπόψη, όμως τούτο δεν αλλάζει την ουσία.  Η οποία παραμένει ότι από τη μαρτυρία της όπως και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, αναδύεται μια εμμονική και πιεστική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη, που φαίνεται να επιδεινωνόταν από τις 9.6..23 και εντεύθεν και ότι περί τον Ιούλιο και έπειτα η Παραπονούμενη ήταν φοβισμένη και στρεσαρισμένη.

 

Αυτή η πιεστική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη αναδύεται, παρότι σε μικρότερο βαθμό και μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4.  Η ουσία της μαρτυρίας του ήταν πως κάποιους μήνες πριν δώσει την κατάθεση του κάποιος άνδρας τον οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, λίγο παχουλός γύρω στα 50, ξεκίνησε να έρχεται με διάφορα αυτοκίνητα ενοικίασης και στάθμευε στο χώρο στάθμευσης των κτηρίων του «Τσόκκου», εννοώντας προφανώς το συγκρότημα διαμερισμάτων όπου ο μάρτυρας διέμενε. Βέβαια η υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι ο μάρτυρας ήταν σε θέση να ταυτίσει το πρόσωπο αυτό με τον Κατηγορούμενο, επειδή όταν ερωτήθηκε στο Δικαστήριο να πει αν αναγνωρίζει τον Κατηγορούμενο δήλωσε βεβαιότητα κατά 99%. Πέραν του ψηλού ποσοστού βεβαιότητας του μάρτυρα, εν τέλει ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι πράγματι είχε  συναπαντήματα με τον Μ.Κ.4 στο κάτω μέρος του συγκροτήματος όπου διέμενε η Παραπονούμενη (αλλά και ο Μ.Κ.4).  

 

Ως δε ο μάρτυρας ανέφερε την πρώτη φορά που τον είδε ήταν βράδυ και αυτός προσπαθούσε με τη βία να φιλήσει κοπέλα από την Αφρική η οποία μένει δίπλα του, της οποίας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το όνομα και η οποία εν τέλει δεν αμφισβητείται πως ήταν η Παραπονούμενη. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.4 η κοπέλα τον έσπρωχνε για να φύγει αλλά αυτός συνέχιζε να προσπαθεί να την φιλήσει και να την αγκαλιάσει. Ο ίδιος σε εκείνη την περίπτωση δεν τους έδωσε σημασία και τότε ο Κατηγορούμενος του μίλησε από μόνος του και του είπε «Θα την παντρευτώ. Πρόσεχε μου την.»   Παρά το ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε μια διαφορετική εκδοχή στο περιστατικό αυτό εντούτοις όμως δέχθηκε πως είχε συμβεί μια τέτοια συνάντηση, κάτι που καταρρίπτει την οποία υπόνοια περί κατασκευασμένης μαρτυρίας προς υποβοήθηση της εκδοχής της Παραπονούμενης. Είναι αυτονόητο βέβαια πως αν αυτός ήταν ο σκοπός του Μ.Κ.4, θα φρόντιζε να είχε διανθίσει τη μαρτυρία του με επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο γεγονότα, πράγμα το οποίο ουδόλως παρατηρήσαμε να έπραξε.

 

Μετά από αυτό το περιστατικό αυτός ξεκίνησε να βλέπει σχεδόν κάθε μέρα τον Κατηγορούμενο να έρχεται με διαφορετικά αυτοκίνητα ενοικιάσεως και να περιμένει για ώρες στο χώρο στάθμευσης ενώ κάποιες φορές έπαιρνε στρώματα από την πισίνα και κοιμόταν κάτω ολονύχτια ενώ κάποιες φορές τον έβλεπε να κάθεται στο αυτοκίνητο μαζί με την Παραπονούμενη και να μιλάνε παρατεταμένα.  Μετά για κάποιο χρονικό διάστημα, ερχόταν και την έπαιρνε με το αυτοκίνητο του στη δουλειά και την έφερνε πίσω όταν αυτή τελείωνε τη δουλειά της. Αναφορές οι οποίες συνάδουν αβίαστα με τις αναφορές τόσο της Μ.Κ.3 όσο και της ίδιας της Παραπονούμενης ως προς τις κινήσεις του πλησίον του χώρου διαμονής τους.

Τη δεύτερη φορά που του μίλησε ως ανέφερε βρισκόταν ξανά στον χώρο στάθμευσης και προσπαθούσε και πάλι να αγκαλιάσει την Πααπονούμενη με το ζόρι, οπόταν ο ίδιος επενέβη και του είπε «γιατί επιμένεις αφού η κοπέλα είναι κουρασμένη και δούλευε όλη μερα; Αν την θέλεις πρέπει να της δώσεις λίγο χρόνο» και τότε αυτός χαμογέλασε και αποτραβήχτηκε. Με ειλικρίνεια ανέφερε πως δεν τους άκουσε ποτέ να φωνάζουν γιατί τις περισσότερες φορές λείπει από το σπίτι και η γνώση του ως προς το ότι της φώναζε προέρχεται από αναφορές γειτόνων που του είπαν πως την φώναζε «πουτάνα». Ενόψει όμως της γενικότητας με την οποία προώθησε την εν λόγω εξ ακοής αυτή μαρτυρία, είναι προφανές πως δεν μπορούμε να προσδώσουμε σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα.

 

Το ουσιώδες βέβαια που προκύπτει από τη μαρτυρία των ως άνω μαρτύρων είναι ο φόβος και το άγχος που αντελήφθησαν ότι ο Κατηγορούμενος προκαλούσε στην Παραπονούμενη, όσο και αν η ίδια δεν μιλούσε.   Φόβο για τον οποίο όμως έκανε λόγο και η ίδια κατ’ επανάληψη στη μαρτυρία της και τον οποίο και ο ίδιος Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι προκαλούσε στην Παραπονούμενη. Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα επιμαρτυρείται από το μήνυμα που της απέστειλε ήδη από την 1.7.23, 7:55:04am (UTC+0) «because you thing that I want to rape you».  Όταν βέβαια του τέθηκε το ζήτημα αυτό, προέβαλε μια ευφάνταστη θέση περί ενός περιστατικού που συνέβη στο δρόμο πριν την έξοδο της Πύλας όταν κατέβηκε για να ουρήσει και η Παραπονούμενη φοβούμενη άνοιξε την πόρτα και άρχισε να τρέχει[68]. Θέση η οποία βέβαια ουδέποτε της τέθηκε για να μπορέσει να τοποθετηθεί και στην οποία βεβαίως ουδεμία βαρύτητα δίδουμε ένεκα του μονόπλευρου τρόπου με τον οποίο, τόσο αυτή όσο και άλλες θέσεις του προωθήθηκαν[69]

 

Το μήνυμα αυτό όμως της 1.7.23, όπου ο Κατηγορούμενος δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι η Παραπονούμενη φοβάται ότι θα την βιάσει, συνάδει με τα λεγόμενα της τελευταίας στην πρώτη της κατάθεση (Έγγραφο Ε) όπου προσδιορίζει ότι από τον Ιούλιο του 2023 και μετά ο Κατηγορούμενος άρχισε να την υποχρεώνει να κάνει σεξ μαζί του χωρίς τη θέληση της. Το αν τούτο πράγματι συνέβη είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στην πορεία, όμως τα γεγονότα ως αποκρυσταλλώνονται πιο πάνω, όντως καταδεικνύουν πως τουλάχιστον ο χρόνος στον οποίο τοποθετεί την έναρξη των σεξουαλικών συνευρέσεων χωρίς τη συναίνεση της, ήτοι από τον Ιούλιο του 2023 και εντεύθεν, αποτελεί χρόνο κατά τον οποίο είχε επέλθει ρήξη στη σχέση τους, σύμφωνα με τη μαρτυρία της. Είναι δε από αυτό το χρόνο και εντεύθεν που και οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 τοποθετούν τις εμμονικές συμπεριφορές που αποδίδουν στον Κατηγορούμενο και οι οποίες γινόντουσαν προοδευτικά εντονότερες.    

 

Ό,τι συνάγεται εκ των ανωτέρω λοιπόν, είναι πως ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε μια προοδευτικά επιδεινούμενη εμμονική συμπεριφορά προς την Παραπονούμενη, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας προκύπτει πως ήταν αφενός το ότι δεν μπορούσε να δεχθεί πως θα χώριζαν και αφετέρου πως ήθελε να γνωρίζει συνεχώς πού ήταν και τι έκανε αλλά και να του απαντά στα μηνύματα του αφού ως και ο ίδιος παραδέχθηκε «δεν δεχόταν» να μην του απαντά και όταν το έκανε, μετέβαινε στο ξενοδοχείο και έκανε φασαρία.  

 

Μέσα σε αυτό το πλέγμα γεγονότων αποκτά περισσότερο νόημα πλέον η θέση της Παραπονούμενης πως, επειδή ακριβώς ο ίδιος επεδείκνυε αυτή τη συμπεριφορά έναντί της, δηλαδή της είχε εξασκήσει βία κατά την 19.6.23, πήγαινε στη δουλειά και την ενοχλούσε, τη βομβάρδιζε με τηλεφωνήματα και μηνύματα και την απειλούσε για τη ζωή της ή και για το ότι θα διαδώσει παντού ότι έχει ηπατίτιδα και μάλιστα τηλεφώνησε και στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου για να ζητήσει την απόλυση της, η ίδια προσπαθούσε να διατηρήσει ένα κλίμα ώστε να τον κατευνάζει προκειμένου να μην της δημιουργεί προβλήματα στη ζωή της.  

Το γιατί τώρα επέλεξε αυτή την πορεία δεν πρέπει να ιδωθεί ανεξάρτητα από το προφίλ της ως το περιγράψαμε ανωτέρω και εννοούμε βέβαια πως επρόκειτο για μια κοπέλα μόνη της στην Κύπρο, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο ή συγγενείς κοντά της, με τη διαμονή της να εξαρτάται άμεσα από την εργασία της, η οποία ήταν και αυτή με τη σειρά της η πηγή του εισοδήματος της. Η πορεία όμως που επέλεξε δεν θα πρέπει να ιδωθεί ούτε αποσυναρτημένα από την πραγματικότητα την οποία ως και προηγουμένως επεξηγήσαμε, η ίδια βίωνε τη δεδομένη στιγμή, αισθανόμενη, ως εκ των απειλών που δεχόταν, να διακυβεύεται πέραν από την ίδια τη σωματική της ακεραιότητα και η εργασία της και μαζί μ’ αυτήν και η διαμονή της. Δεδομένα τα οποία φαίνεται ομολογουμένως πως συνδυαστικά την οδήγησαν να χειριστεί την κατάσταση με αυτόν τον αντικειμενικά όχι και τόσο λογικό ή αναμενόμενο τρόπο.

 

Πιο συγκεκριμένα μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήταν η θέση της ότι άρχισε να του ζητά να φύγει, λέγοντας του πως θα μιλούσαν αργότερα, φοβούμενη πως αν δεν το έκανε θα της προκαλούσε πρόβλημα στην εργασία, στο σπίτι ή στο δρόμο. Επειδή δε ακριβώς αυτή η κατάσταση συνεχιζόταν επί καθημερινής βάσεως, για να τον ηρεμεί του είπε πως δεν είχε πρόβλημα μαζί του και άρχισε να τον αφήνει να την παίρνει από και προς τη δουλειά, για να μην προκαλούνται άλλα προβλήματα. 

 

Παρεμβάλλουμε εδώ, πως έτσι αποκτούν νόημα και τα λεγόμενα του Μ.Κ.4, ο οποίος ανέφερε ότι κατά την περίοδο εκείνη είχε αντιληφθεί πως ο Κατηγορούμενος την έπαιρνε και την έφερνε στη δουλειά αλλά και ότι από τον τρόπο που αντιδρούσε η κοπέλα όταν τον έβλεπε φαινόταν ξεκάθαρα ότι φοβόταν τον άνδρα αυτό και ότι ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι αυτή δεχόταν να την πηγαινοφέρνει λόγω της πολλής πίεσης που της ασκούσε με το να κοιμάται κάτω από το διαμέρισμα της.  Με τον μάρτυρα να δηλώνει ακόμα πως με τον τρόπο που κοιμόταν κάτω από το διαμέρισμα φαινόταν ότι δεν την περίμενε αλλά την παρακολουθούσε. Θέση εύλογη αφού όπως πολύ λογικά εξήγησε στην ίδια γραμμή με την Μ.Κ.3, αν ήταν σε σχέση δεν θα υφίστατο λόγος να μένει έξω[70], όπως εύλογη ήταν και η θέση του περί του ότι η κοπέλα δεν ήθελε να την φιλήσει κατά τα περιστατικά που περιέγραψε, αφού τον έσπρωχνε.

 

Επανερχόμενοι όμως στην Παραπονούμενη, σημειώνουμε πως στο πλαίσιο αυτό ενέταξε και τα μηνύματα και όλες τις επικοινωνίες που αντάλλασσαν συμπεριλαμβανομένων και αυτών με τις οποίες η ίδια έδειχνε φαινομενικά κάποιο ενδιαφέρον ή αγάπη.  Αυτό προφανώς οδήγησε τον Κατηγορούμενο στο να πιστεύει πως «η σχέση τους» συνεχιζόταν.    

 

Αυτό εξηγεί και τη θέση της Παραπονούμενης ότι κατά το διάστημα αυτό του Ιουλίου αυτός της ζητούσε επίμονα σεξ και έλεγε στον κόσμο ότι δεν έκανε σεξ μαζί του, ότι δεν τον αγκάλιαζε και δεν τον φιλούσε. Αυτή θυμίζουμε πως ήταν και η θέση που προέβαλε και ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, χωρίς ωστόσο να μας διαφεύγει πως μετά τη διαφοροποίησε, όπως άλλωστε έπραξε και με άλλες.  Η θέση αυτή όμως επισφραγίζεται από τα γραπτά μηνύματα που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 13 όπου για παράδειγμα στις 5.7.23 06:00:32 am(UTC+0) της αναφέρει «Our love and our relationship now start 2 month and I make sex with and 5 time to and you think that is normal?». Άλλα μηνύματα που σχετίζονται με το σεξ παρατίθενται στην αγόρευση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής (βλ. σελ. 13).  Από τα μηνύματα βέβαια αυτά επιβεβαιώνεται και η θέση της πως η ίδια προσπαθούσε να τον αποφύγει στο διάστημα αυτό καθώς και η θέση της πως ο Κατηγορούμενος κατά το ίδιο διάστημα αυτό ήθελε επίμονα σεξ και πως παραπονιόταν για το ότι δεν λάμβανε αυτό που ήθελε.  

 

Κατοχή κλειδιού από τον Κατηγορούμενο

Κατά το ίδιο διάστημα ήταν η θέση της πως ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του κλειδί του διαμερίσματος της το οποίο δεν του έδωσε η ίδια. Τούτη ήταν και η θέση της Μ.Κ.3, η οποία βέβαια επέμεινε πως η Παραπονούμενη ουδέποτε του έδωσε κλειδί[71].  Η θέση αυτή της Παραπονούμενης όπως την περιγράφει στην πρώτη της κατάθεση, επιβεβαιώνεται μέσα από την ίδια την κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 10 ημερ. 28.9.23), στην οποία ο τελευταίος ρητώς παραδέχεται πως για το διαμέρισμα της είχε κλειδί το οποίο πήρε «τώρα τελευταία» πίσω η Παραπονούμενη διότι «φώναζε ο Τσόκκος».   Κατά τη μαρτυρία του βέβαια (βλ. πρακτικά της αντεξέτασης του ημερ. 9.7.25 σελ. 67, γρ. 17 έως 19),  φαίνεται να αναφέρει ότι το κράτησε μόνο για τις δύο βδομάδες που ως η θέση του πήγαινε κρυφά και έκανε σεξ στο διαμέρισμα της, μετά που έφυγαν από τη μητέρα του.  Ενωρίτερα όμως κατά την ίδια δικάσιμο (ημερ. 9.7.25) ερωτηθείς για το ίδιο ζήτημα του κλειδιού ανέφερε πως το κατείχε μέχρι τον Ιούλιο ή Αύγουστο.  Συγκεκριμένα ανέφερε τα εξής (βλ. σελ. 62-63):

 

« A. Μου το έδωσε κρυφά για να μεν το δει η συγκάτοικός της, γιατί είχε να μας καρφώσει στη μαστόρισσά της, της Τσόκκενας του Τσόκκου, γιατί απαγορέυετουν. Έτσι μου είπε να έρχομαι απλώς να πέφτω μαζί της. Τώρα αλήθεια της ψέματα της τζιείνη ξέρει. Τζιαι μετά που λίγο καιρό έδωκεν μου κλειδί, πριν όμως για να μου ανοίγει έστελλα της μηνύματα, τηλεφωνούσα της, έκαμα της αναπάντητη μια φορά και έρκετουν και άνοιγε μου, ενώ κοιμάτουν η Βουλγάρα, πάντα μετά τες 23:00. Μετά που λίγο καιρό είπεν μου "έλα βρήκα το αντικλείδι" και έδωκε μου το.

E. Πότε σου έδωσε;

A. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, αλλά έδωκεν μου αντικλείδι τον καιρό που πήγαινα τζιειπάνω.

E. Για πόσο καιρό το κράτησες;

A. Δεν θυμάμαι.

E. Δεν θυμάσαι;

A. Όχι, ως την ημέρα που μαλώσαμε και έδωκα της το πίσω.

E. 17. 09, δηλαδή;

A. Όχι, πιο πριν.

E. "Ως την ημέρα που μαλώσαμε" είπες;

A. Όχι που μαλώσαμε που συζητήσαμε, που μου είπε ότι δεν πρέπει να πηγαίνω τζιειπάνω γιατί θα μας καρφώσει η Βουλγάρα. Τωρά ήταν πρόφασή της τούτη για να μπορεί να πίννει μαριχουάνα με τους μαύρους επειδή ξέρει ότι είμαι λογικός και δεν θέλω να πίνει και θα έκαμνα προβλήματα δεν ξέρω. Έδωσα της το κλειδί και είπα της να βρεθούμαστε κάπου αλλού. Είπεν μου η ίδια "αγάπη θα έχω αυτά τα προβλήματα αν το μάθει η Τσόκκενα" και είπα της "τι να κάνουμε; Έλα το κλειδί και δεν θα ξαναέρθω δαπάνω", αλλά δεν με έδιωξε όπως λες για να φανεί στο τούτο, δεν με έδιωξε το συζητήσαμε και βρήκαμε μια λύση να μεν ξαναπάω τζιειπάνω και να βρεθούμαστε αλλού να κάνουμε σεξ.

E. Το κλειδί σου το έδωσε πριν να ξεκινήσει αυτή η διένεξη μεταξύ σας;

A. Βεβαίως.

E. Το κλειδί το κρατούσες--

A. Νομίζω Αύγουστο ή Ιούλιο, Αύγουστο δεν θυμάμαι καλά ή Ιούλιο ή τον Αύγουστο.

E. Ιούλιο ή Αύγουστο, δηλαδή;

A. Θυμούμαι ότι έπιασα το μετά που φύγαμε από τη μάμα μου και ήρθαμε τζιαι κατοικούσαμε στο διαμέρισμα της, κρυφά πάντοτε. Τζιαι αφού με ρωτάς τζιαι η μάμα μου έδωκε κατάθεση τζιαι εγώ έδωκα κατάθεση και ποτέ δεν πήγατε πας το διαμέρισμα να τσιακάρετε αν έχει την προίκα που της, που της έδωσε η μάνα μου.

E. Άφηστην προίκα.

A. Έδωκεν της προίκα για να μαγειρεύει τζιαι τζιείνη τζαι η Βουλγάρα. Δεν πήγατε να κάμετε φωτογραφία ούτε να τα έβρετε που μείνησκα τζιειπάνω.

E. Το κλειδί σου το έδωσε και κρατούσες το τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο;

A. Δεν θυμάμαι.

E. Δηλαδή έναν που τους δύο μήνες, μπορεί και τους δύο;

A. Κρατούσα το ως τη μέρα που μου είπε ότι δεν πρέπει να πηγαίνω τζιειπάνω, γιατί θα μας καρφώσει η Βουλγάρα τζαι οι γείτονές της ή κάποιος εις τον Τσόκκο ότι πάω τζιαι μεινίσκω τζιειπάνω. Πότε ήταν τούτη η περίπτωση αν ήταν τον Αύγουστο ή Ιούλη δεν θυμάμαι, σίγουρα ήταν τον Αύγουστο, νομίζω ήταν Αύγουστος.»

 

Ανεξαρτήτως της εναλλαγής των θέσεων του η οποία παρατηρείται και στο ζήτημα αυτό, το γεγονός ότι κατείχε κλειδί είναι δεδομένο. Τούτη εξάλλου δεν ήταν μόνο η θέση της Παραπονούμενης αλλά και της Μ.Κ.3, με τις δύο να υποστηρίζουν πως ποτέ δεν παραχωρήθηκε το κλειδί από την Παραπονούμενη, αλλά πως αυτός πήρε το κλειδί χωρίς να το γνωρίζει η τελευταία.  Μάλιστα αναφέρθηκαν και οι δύο στο γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο η Μ.Κ.3 είχε χάσει το κλειδί της, το οποίο ποτέ δεν βρήκε και αναγκάστηκε να αντικαταστήσει, αφήνοντας να νοηθεί εμμέσως πλην σαφώς ότι είναι εκείνο το κλειδί που αυτόβουλα πήρε ο Κατηγορούμενος. 

 

Το ότι πάντως η Παραπονούμενη δεν φαίνεται να συναινούσε στην κατοχή του κλειδιού από τον ίδιο, υποστηρίζεται από μήνυμα που ο ίδιος της απέστειλε και το οποίο πάντως καταρρίπτει τόσο τη θέση του πως της το επέστρεψε δυο βδομάδες μετά που το πήρε ή τον Ιούλιο και καταδεικνύει σαφέστατα πως το κρατούσε και τον Αύγουστο. Και αναφερόμαστε βέβαια στα μηνύματα του Τεκμηρίου 13, ημερ. 4.8.23 τα οποία της απέστειλε στις 6:35:28 pm (UTC+0) και 6:41:08 pm (UTC+0) και στα οποία της αναφέρει αντίστοιχα, «You take the key», «but I have copy».  Το ότι συνέχισε να το κρατά κατά τη διάρκεια του Αυγούστου επιβεβαιώνεται μέσα από τις συνομιλίες τους στο Τεκμήριο 13. Συγκεκριμένα στο  Τεκμήριο 13 εντοπίζεται μήνυμα μήνυμα ημερομηνίας 22.08.2023, 08:13:28 am (UTC+0), στο οποίο του λέει ''All am saying stop to use key and come inside this house''. Του αποστέλλει ακολούθως φωνητικό μήνυμα η ώρα 08:16:59 am (UTC+0) στο οποίο ακούγεται να του λέει ότι όταν προσεύχεται δεν έχει χρόνο για κανένα, ότι δεν περίμενε να τον δει εκεί, ότι μίλησαν χθες για το θέμα αυτό, ότι τον βρήκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι κάποιου άλλου, ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να το κάνει και ότι αυτή είναι τρίτη φορά που το κάνει. Η ώρα 08:20:13 am (UTC+0) σε άλλο φωνητικό μήνυμα του επαναλαμβάνει πολλές φορές να σταματήσει να έρχεται στο σπίτι της χρησιμοποιώντας κλειδί. Λίγα λεπτά προηγουμένως και συγκεκριμένα η ώρα 07:59:33-08:00:01 am (UTC+0) του λέει ''You were here right'', ''And you know I was praying''.

 

Τα πιο πάνω βέβαια υποστηρίζουν τη θέση της Παραπονούμενης πως έχοντας αυτό το κλειδί στην κατοχή του εισερχόταν στο διαμέρισμα της χωρίς να τον προσκαλέσει ή να συναινεί προς τούτο. Πράγμα το οποίο αναμφίβολα της προκαλούσε άγχος και φόβο, θέση η οποία συνάδει βεβαίως με τη θέση της Μ.Κ.3 πως η Παραπονούμενη φοβόταν και ήθελε να κλείνουν καλά τις πόρτες και τα παράθυρα, ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας φοβούμενη μήπως κάποιος μπει μέσα.  Όταν δε αυτός έμπαινε μέσα αυτή τον αγνοούσε επειδή τον φοβόταν, αυτός προσπαθούσε να την πείσει πως την αγαπά, αυτή του έλεγε ότι δεν τον αγαπά και αυτός την απειλούσε ότι θα την σκοτώσει και θα πει σε όλους για την αρρώστια της.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει το πρώτο περιστατικό σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συναίνεση της.

 

 

 

Πρώτο Περιστατικό

Το περιστατικό αυτό το περιγράφει στην πρώτη της κατάθεση (Έγγραφο Ε) ενώ αναφέρεται σε αυτό και στη δεύτερη κατάθεση της (Έγγραφο Στ). Προς τούτο προέβη σε σχετική διευκρίνιση κατά την προφορική της μαρτυρία, λέγοντας πως πρόκειται για περιγραφή του ίδιου περιστατικού, παρόλο που ως ανέφερε συνέβη και άλλο περιστατικό στο διαμέρισμα όπου διέμενε όταν αυτή φορούσε λάπα[72], αφού αυτό το ρούχο συνηθίζει να φοράει τις περισσότερες φορές όταν είναι στο σπίτι.  

 

Καθ’ όσον αφορά το πρώτο περιστατικό, ήταν λοιπόν η θέση της πως μια μέρα, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ο Κατηγορούμενος πήγε στο διαμέρισμα της, μπήκε μέσα χρησιμοποιώντας το κλειδί που δεν ήξερε πως εξασφάλισε, της έλεγε πως την αγαπά με την ίδια να του λέει πως δεν τον αγαπά και να τον αγνοεί και να τον ρωτά πού βρήκε το κλειδί. Αυτός σύμφωνα πάντα με την Παραπονούμενη της έλεγε ότι είναι ο αρχηγός της μαφίας και ότι πάντα μπορεί να βρει τρόπο να εισέλθει στο σπίτι. Όταν δε αυτή του φώναξε, ήταν η θέση της ότι αυτός την έσπρωξε στο κρεβάτι και αυτή έπεσε πάνω στο κρεβάτι ανάσκελα, ότι αυτός κάθισε πάνω στην κοιλιά της, ότι έβαλε το στόμα του πάνω στο δικό της, ότι επειδή η ίδια ήθελε να τον αποφύγει έστρεψε το κεφάλι της στο πλάι και τον έσπρωξε μακριά της με αποτέλεσμα αυτός να πέσει με την πλάτη πάνω στο κρεβάτι ενώ μετά άρχισε να τον γρονθοκοπά και να τον κλωτσά. Αυτός σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της Παραπονούμενης πήγε μακριά της, αλλά επειδή είναι πιο δυνατός επέμενε να έρχεται πάνω της.  Ενώ δε μάλωναν η λάπα της, δηλαδή ένα αφρικανικό ρούχο του οποίου δένει τις άκρες μαζί έτσι ώστε να είναι σαν φόρεμα και το οποίο φορά όταν είναι μόνη στο σπίτι, άνοιξε και έμεινε γυμνή, αφού δεν φορούσε εσώρουχο.  Ενώ βρισκόταν γυμνή ο Κατηγορούμενος άρχισε να αγγίζει το στήθος της, αυτή του έλεγε πως δεν της άρεσε και τον καλούσε να σταματήσει, χωρίς ωστόσο αυτός να σταματήσει.  Αντί τούτου συνέχισε να την αγγίζει στο στήθος της, μετά άρχισε να αγγίζει το αιδοίο της με το χέρι του και εν τέλει έβαλε το δάκτυλο του μέσα της.  Η ίδια όλη αυτή την ώρα του έλεγε να σταματήσει επειδή δεν τον ήθελε και δεν της άρεσε αυτό που της έκανε αλλά αυτός δεν την άκουγε και απλά φώναζε ότι δεν τον θέλει γιατί τα γεννητικά της όργανα ήταν στεγνά και από αυτό μπορούσε να καταλάβει ότι δεν ήθελε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του και ότι αυτό συνέβαινε επειδή τον φοβόταν.  Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε παρά το γεγονός ότι καταλάβαινε ότι δεν ήθελε σεξουαλική επαφή μαζί του εντούτοις αυτός ήρθε στο κρεβάτι άνοιξε τα πόδια της με τα χέρια του και έβαλε το πέος του μέσα στον κόλπο της και ενώ είχε το πέος του μέσα της την αποκαλούσε «πουτάνα, είσαι πουτάνα».  Η ίδια του φώναζε να την αφήσει και να φύγει μακριά, τον έσπρωχνε, τον χαστούκιζε αλλά δεν μπορούσε να τον απομακρύνει και αυτός συνέχιζε να κάνει σεξ μαζί της. Αυτό συνέβαινε για 10-15 λεπτά, χωρίς ωστόσο αυτός να μπορεί να φτάσει σε οργασμό.  Σταμάτησε όταν πήγε στην τουαλέτα και για να πιει νερό, οπόταν η ίδια βρήκε την ευκαιρία και φόρεσε τα ρούχα της.   Στη συνέχεια επανήλθε λέγοντας της ότι ήθελε σεξ, αυτή  του είπε «όχι δεν είμαι η μηχανή του σεξ σου», οπόταν αυτός άρχισε να τσακώνεται μαζί της, να την πιάνει από τον λαιμό με τα δυο του χέρια απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει και θα της καταστρέψει τη ζωή ενώ επίσης της τραβούσε τα μαλλιά και την πετούσε στο πάτωμα.  Προσπάθησε να παλέψει αλλά ήταν αδύνατο, οπότε όταν βρήκε την ευκαιρία έτρεξε έξω από το σπίτι, αυτός την ακολούθησε αλλά δεν μπορούσε να την φτάσει γιατί ήταν πιο γρήγορη.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το γιατί δεν αντέδρασε εφόσον αντελήφθη πως κατείχε κλειδί του διαμερίσματος της.  Η ίδια με αφοπλιστικό τρόπο εξήγησε:

 

«A.         Του επιτέθηκα πολλές φορές, από την πρώτη φορά τον ρώτησα, εκείνην τη φορά που με χτύπησε και με εξανάγκασε για σεξ τον ρώτησα πού το βρήκε και μου είπε ''ποια είσαι εσύ να μου μιλάς έτσι''; Εγώ προσπαθούσα να του πω πού βρήκε αυτό το κλειδί, είπε ότι είναι αφεντικό της μαφίας και ότι μπορεί να βρει τον τρόπο. Εγώ απειλούσα ότι θα το πω στη διεύθυνση και εκείνος μου απαντούσε πως αν το κάνω ''ξέρεις τι θα σου κάνω'', γι' αυτό δεν αποφάσιζα να πάω στη διεύθυνση.

E.           Εσύ τι του έλεγες όταν σου έλεγε ότι είναι αρχηγός της μαφίας και σε απειλούσε ουσιαστικά;

A.           Όταν του απαντούσα και όταν ξεκινούσα να συζητώ μαζί του έτσι ξεκινούσε να με χτυπά και να με αρπάζει από τον λαιμό (η μάρτυρας κρατά τον λαιμό της), με άρπαζε με αυτόν τον τρόπο και με ρωτούσε ''ποια είσαι να μου μιλάς έτσι''; Εγώ κουράστηκα με τους ξυλοδαρμούς (η μάρτυρας κλαίει) και κάποιες φορές ακόμα και αν ένιωθα τον πόνο μέσα μου δεν μιλούσα. Επειδή δεν φώναζε απλά, δεν απειλούσε απλά, με ξυλοκοπούσε.

E.           Στην γραμμή 13 της δεύτερης σελίδας της κατάθεσής σας, στο ελληνικό κείμενο, εγώ διακρίνω ότι σας είπε με λίγα λόγια ''αν θέλεις μπορείς να καλέσεις την Αστυνομία, εγώ είμαι αρχηγός της μαφίας''. Γιατί δεν πιάσατε την Αστυνομία;

A.           Με αυτό που λέτε, με το ξυλοκόπημα, με τις απειλές, που με άρπαζε από τον λαιμό, που με χαστούκιζε, πως περιμένετε να αποφασίσω να καλέσω την Αστυνομία; (Η μάρτυρας κλαίει)

E.           Ήταν πιο καλά δηλαδή να μείνετε να υποφέρετε;

A.           (Η μάρτυρας κλαίει με λυγμούς) Γι' αυτό και έσπασα τη σιωπή μου στις 17 Σεπτεμβρίου»[73].

 

Μέσα από τις απαντήσεις της προκύπτει βέβαια ξανά και ο λόγος για τον οποίο δεν αποτάθηκε στην αστυνομία πιο νωρίς, σε πλήρη συνοχή με όλα όσα υποστήριξε ενώπιον μας. 

 

Αντεξετάστηκε εν σχέσει με το ότι παρά τη θέση της ότι τόσο αυτό όσο και άλλα περιστατικά που εξιστόρησε ενείχαν το στοιχείο της βίας και παρά τη θέση της πως η ίδια προέβαλε αντίσταση κατά τη διάρκεια τους, εντούτοις δεν εντοπίστηκε κανένα κολπικό ή άλλο τραύμα.  Αντίστοιχη θέση προέβαλε και ο Κατηγορούμενος αντεξεταζόμενος για αυτό το πρώτο περιστατικό βιασμού, λέγοντας πως δεν γίνεται να συνέβη το περιστατικό που περιέγραψε και να μην είχε μώλωπες ή χτυπήματα.   Δεν αναμένετο βέβαια η ίδια να μπορεί να δώσει απάντηση για τούτο το, εν πολλοίς, ιατροδικαστικό ερώτημα και πράγματι δεν έδωσε.  Παρά μόνο παρέμεινε σταθερή στην εκδοχή της ως προς το πώς επεσυνέβησαν τα γεγονότα εκείνη τη μέρα. 

 

Ξεκάθαρη απάντηση όμως στο ερώτημα αυτό δόθηκε μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία του ιατροδικαστική Μ.Κ.9 (βλ. σελ. 45 πρακτικά ημερ. 9.7.25, γρ. 14-15), ο οποίος ανέφερε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις σεξουαλικής επαφής χωρίς συναίνεση δεν εντοπίζεται κάκωση.  Πράγμα το οποίο με τη σειρά του, εκ των πραγμάτων οδηγεί στο ότι δεν αποκλείεται η εκδοχή της Παραπονούμενης εκ μόνου του λόγου ότι δεν εντοπίστηκαν κακώσεις στη γεννητική ή περιγεννητική περιοχή κατά την ιατροδικαστική εξέταση, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης.  Ιδίως εφόσον, όπως και ο ίδιος ο Μ.Κ.9 ανέφερε, κάποια περιστατικά είχαν λάβει χώρα αρκετό χρόνο πριν.  Όσον δε αφορά τα πιο πρόσφατα, υπενθυμίζεται αυτό που και ο Μ.Κ.9 τόνισε, ότι δηλαδή η Παραπονούμενη δεν είχε ισχυριστεί πως υπήρξαν κακώσεις, πράγμα το οποίο όμως, ως ήδη εξηγήσαμε βέβαια δεν αποκλείει η επαφή να ήταν μη συναινετική. Συναφώς δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση της υπεράσπισης πως εξ αυτού του γεγονότος δύναται να πληγεί η αξιοπιστία της.

 

Παραμένοντας  στα όσα αφορούν το πρώτο περιστατικό, πρέπει να πούμε πως ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης και στο ζήτημα της αδυναμίας προσδιορισμού των ημερομηνιών τόσο για το πρώτο περιστατικό όσο και για τα υπόλοιπα (πλην του τελευταίου που προσδιορίστηκε ότι συνέβη στις 15.9.23). Συγκεκριμένα υποστηρίχθηκε πως δεν νοείται να βίωσε τα όσα εξιστορούσε και μην ενθυμείτο τις ημερομηνίες που επεσυνέβησαν τα περιστατικά αυτά. Και την ίδια στιγμή μάλιστα να ζητούσε να προβεί σε διορθώσεις επί της κατάθεσης της (κατά την προφορική της μαρτυρία), με τις οποίες να προσδιορίζονται ημερομηνίες ή και ότι κάποιο περιστατικό δεν συνέβη βράδυ αλλά πρωί. 

 

Η θέση όμως αυτή δεν μας βρίσκει καθόλου σύμφωνους. Κατ’ αρχάς η αδυναμία προσδιορισμού των ημερομηνιών των επίδικων περιστατικών σεξουαλικής επαφής δεν θεωρούμε ότι είναι αφύσικη ή παράλογη ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος πως κατά τον χρόνο που συνέβαιναν τα περιστατικά αυτά, δεν είχε στο μυαλό της πως θα τον κατήγγελλε για να τηρεί και σημειώσεις, ως εν πολλοίς ήταν η απαίτηση της υπεράσπισης. Το ότι όμως δεν θυμόταν ημερομηνίες δεν θεωρούμε πως είναι ασύνδετο ούτε με το ότι τα περιστατικά ήταν πολλά όπως και οι εν γένει οι επικοινωνίες τους. Της υποβλήθηκε βέβαια ότι από τον Ιούλιο του 2023 που ισχυρίζεται ότι άρχισαν οι βιασμοί εναντίον της μέχρι και τις 17.9.2023 που εν τέλει προχώρησε σε καταγγελία, το διάστημα που μεσολάβησε δεν ήταν τόσο μεγάλο ώστε να μην μπορούσε να προσδιορίσει τις ημερομηνίες των βιασμών της[74]. Η  Παραπονούμενη όμως με αμεσότητα και πειστικότητα ανέφερε κλαίγοντας ότι ''τα πάντα είχαν αλλάξει μέσα στο μυαλό της, στο σύστημά της'', ξεχνούσε πράγματα, μέχρι και σήμερα δεν είναι στα καλά της, υπέστη ψυχολογικό τραύμα, φοβάται, δεν μπορεί να κοιμηθεί, έχει μέσα της τις απειλές και κάθε φορά που σκέφτεται τα περιστατικά τα πάντα αλλάζουν μέσα της και δεν θυμάται πράγματα επειδή το τι συνέβη την έχει ταράξει πραγματικά[75]. Παρά ταύτα επέμεινε πως παρόλο που δεν μπορεί να δώσει συγκεκριμένες ημερομηνίες, ο ίδιος, που την ακούει,  ξέρει πολύ καλά ότι όλα όσα του καταλογίζει είναι η  αλήθεια, αφού ως χαρακτηριστικά ανέφερε: ''δεν μπορώ να του πω ψέματα''[76].

 

Παρά δε την αδυναμία προσδιορισμού με ακρίβεια των ημερομηνιών που συνέβησαν οι επίδικες σεξουαλικές επαφές (με εξαίρεση την τελευταία, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε), εντούτοις παρατηρήσαμε πως προσδιόρισε επαρκώς πότε και για ποιο λόγο επήλθε το ουσιαστικό ρήγμα στη σχέση τους, τοποθετώντας με λογική συνέπεια τα περιστατικά για τα οποία προέβαλε παράπονο μετά από αυτό. Προσδιόρισε δε κάπως περισσότερο τα τρία τελευταία, τοποθετώντας το ένα στις 15.9.23 και τα άλλα δύο λίγο προηγουμένως, ήτοι αρχές Σεπτεμβρίου ή τέλος Αυγούστου, πράγμα λογικά αναμενόμενο.  Και τούτο διότι αυτά επεσυνέβησαν πιο κοντά στον χρόνο που υπέβαλε την καταγγελία και έτσι μπορούσε να είναι κάπως πιο συγκεκριμένη[77].  Το ότι όμως δεν μπορούσε να πράξει το ίδιο και για τα λοιπά δεν θεωρούμε πως αφαιρεί από την αξιοπιστία της, δεδομένου και του ότι ήταν σε θέση να αναφέρει με ευκρίνεια αλλά και συνέπεια τόσο τον αριθμό αλλά και τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.  Σχετικά είναι τα πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 27, γρ. 14-17, όπου αναφερόμενη στους ισχυριζόμενους από την ίδια βιασμούς, ανέφερε ότι πρώτος έλαβε χώρα στο διαμέρισμα της, ο δεύτερος και ο τρίτος στο δικό του σπίτι στο Παραλίμνι, ο τέταρτος επίσης στο διαμέρισμα της, ο πέμπτος στο δωματιάκι της ΑΗΚ κάτω από το διαμέρισμα της και ο έκτος επίσης στο διαμέρισμα της.  Οι δε 7ος , 8ος και 9ος έλαβαν χώραν στη Μαρίνα της Αγίας Νάπας. Θέσεις οι οποίες συνάδουν και με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της Έγγραφο Στ.

 

Το ότι δε επεδίωξε να διορθώσει την αναφορά στην κατάθεση της σε σχέση με ένα περιστατικό που λανθασμένα τοποθέτησε το βράδυ ενώ επεσυνέβη κατά τις πρωϊνές ώρες και πάλιν δεν θεωρούμε ότι είναι ένδειξη ανακόλουθης στάσης ή αναξιοπιστίας της, ούτε όμως ένδειξη ότι κατέθετε επιλεκτικά.  Και τούτο διότι ως θέμα λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας είναι πολύ πιο εύκολο να ανακαλέσεις στη μνήμη σου αν ένα συμβάν επεσυνέβη μέρα ή νύχτα, παρά να μπορέσεις να προσδιορίσεις χρονικά σε ποια ακριβή ημερομηνία επεσυνέβη. Ιδίως αν, όπως εν προκειμένω, τα περιστατικά και οι επικοινωνίες ήταν πολλά.  Ως προς το γιατί δεν προέβη στη διόρθωση εξ αρχής όταν της διαβάστηκε η εν λόγω κατάθεση, σημειώνουμε ότι η διόρθωση αφορούσε αναφορά στην πρώτη της κατάθεση την οποία έδωσε ενώ ήταν σοκαρισμένη και πολύ συναισθηματικά φορτισμένη.  Εξ ου και στην εν λόγω κατάθεση παρά το ότι αναφέρεται σε εννέα περιστατικά και παρά το ότι περιγράφει το πρώτο εντούτοις δεν περιγράφει τα υπόλοιπα για τα οποία έδωσε στη συνέχεια κατάθεση, διευκρινίζοντας και άλλα ζητήματα.  Στο περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής θα επανέλθουμε.

 

Όμως αυτό που σημειώνουμε επί του παρόντος είναι πως δεν θεωρούμε ούτε το ζήτημα των ημερομηνιών, ζήτημα ικανό να πλήξει τη γενικότερη αξιοπιστία της.  Εξάλλου η αντεξέταση της διενεργείτο κατά τρόπο που εμμέσως πλην σαφώς καθιστούσε σαφές πως ήταν αντιληπτά τα περιστατικά στα οποία αναφερόταν, σε σχέση με τα οποία μάλιστα της τέθηκαν διάφορες θέσεις, για να καταλήξει ο συνήγορος υπεράσπισης να της υποβάλει πως όλες οι φορές που είχε σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο, ακόμα και αυτές που ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε, ήταν με τη συναίνεση της. 

 

Ανεξαρτήτως όμως τούτου και ο Κατηγορούμενος όσον αφορά τα περιστατικά που επικαλέστηκε η Παραπονούμενη ως περιστατικά σεξουαλικής επαφής χωρίς συναίνεση, κατά την αντεξέταση του[78], παραδέχθηκε ότι οι εννέα φορές που αναφέρει η Παραπονούμενη, πράγματι ήταν περιπτώσεις που υπήρξε συνουσία μεταξύ τους.  Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα:

 

«Ε. Συμφωνείται ότι είναι ξεκάθαρα 9 φορές;

A. Δεν είναι 9 είναι περισσότερες.  Αλλά αυτές οι 9 ναι που είπα, αυτές είναι με τη συναίνεση της.  Ποτέ δεν έγιναν χωρίς τη συναίνεση της.»

 

Δέχθηκε επίσης κατά την αντεξέταση του πως συχνή αιτία των τσακωμών ήταν ότι εκείνος ήθελε να κάνει σεξ και εκείνη όχι, αλλά επέμεινε ότι ποτέ δεν πήγε να την βιάσει (βλ. πρακτικά 9.7.25, σελ. 28, γρ. 8-11).  Του υποβλήθηκε ότι η θέση που προώθησε μέσω του συνηγόρου του κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης ήταν πως τα περιστατικά που περιέγραψε δεν ήταν βιασμοί αλλά συναινετικό σεξ, οπόταν και επιβεβαίωσε ότι πράγματι αυτή είναι η θέση του και επανέλαβε ότι σε όλες τις περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων εννέα, έκαναν σεξ με τη συναίνεση της[79]. Για να επανέλθει όμως αργότερα και να ανασκευάσει τις πιο πάνω θέσεις του, λέγοντας ότι δεν θυμάται μια προς μια τις συγκεκριμένες εννέα περιπτώσεις[80].   

 

Τέτοια ήταν η θέση του για παράδειγμα αντεξεταζόμενος για το πρώτο περιστατικό, για το οποίο ανέφερε πως δεν προσδιορίζεται χρονικά και πως υπήρχαν πολλά τέτοια περιστατικά σεξουαλικής επαφής, αφού παρά το ότι δεν έμεναν μαζί, του έδωσε κλειδί για να πηγαίνει κρυφά όταν θα κοιμόταν η συγκάτοικος της για να κάνουν σεξ. Και τούτο παρά το ότι στην Παραπονούμενη τέθηκε συγκεκριμένη θέση για το εν λόγω συμβάν, ήτοι πως είχε το χρόνο να φύγει όταν ο Κατηγορούμενος πήγε τουαλέτα ή για να πιεί νερό και πως η συνεύρεση τους ήταν συναινετική.  

 

Όταν δε του υποβλήθηκε πως αυτή ήταν η θέση του όταν αντεξεταζόταν η Παραπονούμενη ανέφερε ότι αυτή ήταν η γραμμή υπεράσπισης από τον δικηγόρο του και όχι από τον ίδιο[81], προσθέτοντας πως αυτές «οι 9 περιπτώσεις μπορεί να ήταν τζαι 50, τζαι 15»[82] ή όπως το έθεσε σε άλλο σημείο αντεξεταζόμενος «που τες 19-20 φορές που κάναμε σεξ, που κάναμε σεξ στο διαμέρισμα, πού να θυμηθώ εγώ τη μια φορά;»[83]. Θέσεις που εν πάση περιπτώσει ευρίσκονται σε πλήρη αντίφαση με την ξεκάθαρη θέση που διατύπωσε στην ανακριτική του κατάθεση ότι συνολικά έκανε σεξ μαζί της 5-7 φορές. Η προσπάθεια του να δικαιολογηθεί λέγοντας πως δεν κρατούσε «τεφτέρι», δεν εξηγεί το λόγο που αισθάνθηκε ότι μπορούσε παρά ταύτα να προβεί στην πιο πάνω πολύ συγκεκριμένη αναφορά στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 9 – απάντηση 25). Η δε θέση του περί πολλών σεξουαλικών επαφών που έφταναν ακόμα και τις τέσσερις στην ίδια μέρα τον Ιούλιο που, ως η θέση του, ήταν ο μήνας που τους είπαν ότι θα μπορούσαν να κάνουν μωρό, περαν του ότι δεν συνάδει με την πιο πάνω αναφορά στην κατάθεση του, δεν συνάδει ούτε με το παράπονο που ο ίδιος εκφράζει μέσω μηνύματος προς την Παραπονούμενη στις 5.7.23 και ώρα 06:00:32 am (UCT+0), όπου της λέει: «Our love and our relationship now start 2 month and I make sex with you and 5 time to and you think that is normal».

 

Βέβαια η θέση περί μη προσδιορισμού των ημερομηνιών συνδυάστηκε από τον Κατηγορούμενο με το ότι επίτηδες δεν ανέφερε ημερομηνίες, αφού αν το έπραττε θα φαίνονταν «τα ψέματα της» μέσω των μηνυμάτων αγάπης και ενδιαφέροντος που υπήρχαν μεταξύ τους. Πρέπει να πούμε πως η ίδια δεν αντεξετάστηκε επισταμένα επί μηνυμάτων, για να της τεθεί η θέση αυτή σε σχέση με συγκεκριμένα μηνύματα και να τοποθετηθεί.    Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε, αλλά για την ώρα σημειώνουμε τη θέση της, πως οι όποιες ενδείξεις αγάπης ή τρυφερότητας οφείλονταν στο κλίμα φόβου που της είχε δημιουργήσει και είχαν σκοπό να τον κατευνάζουν, έτσι ώστε να μην της δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα.

 

Σε σχέση με τα περιστατικά σεξουαλικής επαφής χωρίς συναίνεση στο διαμέρισμα της, η υπεράσπιση προέβαλε επίσης τη θέση πως είναι αδύνατον να συνέβησαν αφού κατά τον επίδικο χρόνο η Παραπονούμενη είχε συγκάτοικο, την Μ.Κ.3.  Η ίδια βέβαια ήταν σαφής πως αυτά συνέβησαν ενώ απουσίαζε η συγκάτοικος της και πως ο Κατηγορούμενος γνώριζε πότε έφευγε η συγκάτοικος της, αφού αυτός ήταν και ο λόγος που πολλές φορές περίμενε κάτω από το διαμέρισμα της.  Ανάλογη ήταν και η θέση της Μ.Κ.3 η οποία ουδέποτε υποστήριξε πως ήταν μάρτυρας σε περιστατικό όπου βιάσθηκε η Παραπονούμενη.  Εξαίρεση αποτέλεσε ένα περιστατικό, κατά το οποίο όμως και πάλιν αυτό που η Μ.Κ.3 αντελήφθη δεν ήταν βιασμός, αλλά την  Παραπονούμενη να την καλεί σε βοήθεια[84].   

 

Σε σχέση με αυτό η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ένα βράδυ ο Κατηγορούμενος μπήκε μέσα στην οικία της, η ίδια τον είδε στο κρεβάτι της, φοβήθηκε και τον ρώτησε τι έκανε εκεί, τον κάλεσε να φύγει αλλά δεν έφευγε, η ίδια του γύρισε την πλάτη της, ένιωθε πολύ άγχος, αυτός άρχισε να βάζει το δάχτυλο του μέσα της και προσπαθούσε να την αναγκάσει να κάνει σεξ μαζί του, αγγίζοντας την ενώ η ίδια προσπαθούσε να διώξει το χέρι του, χωρίς ωστόσο αυτός να σταματά.  Αντί τούτου την κρατούσε από το λαιμό με τον τρόπο που παραστατικά έδειξε κατά την προφορική της μαρτυρία οπόταν και αναγκάστηκε να φωνάξει στην Μ.Κ.3 για να την βοηθήσει. Μάλιστα κλαίγοντας, ανακάλεσε ενώπιον μας στη μνήμη της, τον τρόπο με τον οποίο φώναζε κατ’ επανάλειψιν και εναγωνίως το όνομα της.   Βέβαια ήταν η θέση της πως εν τέλει καίτοι η Μ.Κ.3 ήρθε στο δωμάτιο προς βοήθεια της, εντούτοις δεν της είπε τι ακριβώς είχε γίνει. Και τούτο αφού ως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος την είχε προηγουμένως απειλήσει πως αν εξηγούσε οτιδήποτε στην Μ.Κ.3 θα την κατέστρεφε και θα ήταν βίαιος μαζί της, έτσι όταν η Μ.Κ.3 προσέτρεξε για βοήθεια, η ίδια δεν μιλούσε, δεν εξήγησε κάτι στην Μ.Κ.3 αλλά απλά έκλαιγε, κάτι που εν πολλοίς επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.3 με τη δική της μαρτυρία περιγράφοντας το ίδιο συμβάν.  

 

Πράγματι η εν λόγω μάρτυρας με τη σειρά της δεν ανέφερε ότι είδε να συμβαίνει κάποια σεξουαλική πράξη, ούτε τον Κατηγορούμενο να εξασκεί πραγματική βία, γεγονός που επιβεβαιώνει την εντύπωση μας πως δεν υπήρξε προσπάθεια προσυνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τι θα κατέθεταν.  Συγκεκριμένα η Μ.Κ.3 ανέφερε πως μια νύχτα μέσα στον Ιούλη την οποία ευλόγως θεωρούμε πως δεν μπορούσε να προσδιορίσει ένεκα της παρόδου χρόνου αλλά και του ότι δεν είχε λόγο τότε να συγκρατήσει επακριβώς την ημερομηνία, καθώς κοιμόταν στον χώρο της κουζίνας και η Παραπονούμενη στο υπνοδωμάτιο, ο Κατηγορούμενος κάποια στιγμή μπήκε μέσα στο σπίτι χωρίς να γνωρίζει πώς και πήγε στο υπνοδωμάτιο που ήταν η Παραπονούμενη. Πράγμα το οποίο η ίδια αντελήφθη όταν κάποια στιγμή άκουσε την Παραπονούμενη να φωνάζει το όνομα της, οπόταν πήγε στο υπνοδωμάτιο να δει τι συνέβαινε και είδε την Παραπονούμενη στο κρεβάτι να έχει σταυρωμένα τα χέρια μπροστά της και το χέρι του Κατηγορούμενου από πάνω της έτοιμο να της χτυπήσει. Η Μ.Κ.3 τότε του είπε «τι κάνεις;» και αυτός άρχισε να την καλοπιάνει λέγοντας το όνομα της και κάποια άλλα πράγματα που δεν καταλάβαινε, μεταξύ των οποίων και «σορρυ σορρυ». Ανέφερε ακόμα πως η κουρτίνα ήταν κάτω, δίνοντας της την εντύπωση, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει στα σίγουρα, πως είχαν προηγουμένως τσακωθεί και την έριξαν.  Με ειλικρίνεια ανέφερε πως η πόρτα ήταν κλειστή αλλά όχι κλειδωμένη και ότι και οι δύο φορούσαν ρούχα. Χωρίς δηλαδή να εντοπίζεται προσπάθεια να δώσει άλλη διάσταση στα πράγματα ενώ επέμεινε με σταθερότητα πως δεν αντελήφθη πώς μπήκε μέσα.  Όταν δε τον ρώτησε πώς μπήκε μέσα, αυτός της ανέφερε ότι πήρε τηλέφωνο την Παραπονούμενη και του άνοιξε.  Ότι άλλο είναι ουσιαστικό να σημειωθεί εδώ είναι πως σύμφωνα με την περιγραφή της, η Παραπονούμενη δεν μιλούσε παρά μόνο έκλαιγε. Κάτι που συνάδει βέβαια με τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε και η Παραπονούμενη. Κάποιες μικρολεπτομέρειες του περιστατικού, όπως για παράδειγμα η προφορική αναφορά της Μ.Κ.3 ότι είπε στον Κατηγορούμενο «Stop stop», την οποία δεν αναφέρει στην κατάθεση της και την οποία ανέδειξε η υπεράσπιση ως μείζον ζήτημα (βλ. σελ. 46-47), θεωρούμε πως δεν είναι στην πραγματικότητα τέτοιο.  Μάλιστα η ειλικρίνεια της διαφαίνεται από το ότι ανέφερε ευθέως πως δεν γνώριζε τι συζήτησαν οι δύο τους, αφού η ίδια πήγε μόνο όταν άκουσε να της φωνάζει η Παραπονούμενη, περιοριζόμενη να αναφέρει μόνο ό,τι αντελήφθη και δη πως ο Κατηγορούμενος ήταν αρχικά θυμωμένος. Πράγμα το οποίο βέβαια συνάδει με τη θέση της πως πήγαινε να της χτυπήσει και ότι η Παραπονούμενη ήταν με σταυρωμένα χέρια στο κρεβάτι και έκλαιγε.  Συνάδει όμως και με τη συμπεριφορά που η Παραπονούμενη του απέδωσε λίγες στιγμές προηγουμένως.

 

Υπό το φως των ανωτέρω αποδεχόμαστε πως η Μ.Κ.3 μόνο σε αυτό το περιστατικό ήταν παρούσα, πράγμα το οποίο καταρρίπτει την εισήγηση της υπεράσπισης πως αποκλείεται να είχαν συμβεί τα όσα ισχυρίζεται η Παραπονούμενη ένεκα της παρουσίας της Μ.Κ.3 στο διαμέρισμα, η οποία θα τα αντιλαμβανόταν.

 

Ό,τι άλλο αξίζει πάντως να σημειώσουμε είναι αυτό που πολύ εύστοχα και ο ευπαίδευτος της κατηγορούσας αρχής εντόπισε, ότι δηλαδή από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 προκύπτει ότι σε μια (τουλάχιστον) περίπτωση στις αρχές Ιουλίου, η Παραπονούμενη παραπονέθηκε στον Κατηγορούμενο ότι της προκάλεσε πόνο στο σβέρκο, σε βαθμό που δεν μπορούσε να το κινήσει, με τον ίδιο να αναγνωρίζει το κακό που της έκανε και να δηλώνει μάλιστα έτοιμος να παραδοθεί από μόνος του στην Αστυνομία[85].

 

Επανερχόμενη τώρα στα του πρώτου περιστατικού, ό,τι άλλο οφείλουμε να σημειώσουμε είναι πως δοθείσης της φύσης και έντασης του πρώτου περιστατικού, ως η Παραπονούμενη το περιέγραψε και δεδομένων των όσων άλλων είχαν προηγηθεί στις 19.6.23, κρίνουμε εύλογη τη θέση πως μετά το συμβάν αυτό αντελήφθη ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ικανός για όλα και ότι θα υλοποιούσε τις απειλές του και ότι επίσης θα συνέχιζε να της δημιουργεί προβλήματα, αν δεν του έλεγε πως τον αγαπούσε. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην κατάθεση της Έγγραφο Στ, (σελ.4, γρ. 14-20), μιλώντας για αυτό το πρώτο περιστατικό:

 

«After this incident, I realized that Christakis is capable of everything and that he would put his threats into actions and I also realized that if I didn’t continue to pretend that I love him, Christakis would continue to cause me more trouble.  He started treating me like an animal.  He continued threatening me that if I don’t listen to what he says, he would do everything that he had threatened me for and that he would destroy me.  He took the ring back from me and he also asked for all the presents that he gave me.»  

 

Επειδή δε αυτός συνέχιζε να πηγαίνει στο ξενοδοχείο και να δημιουργεί προβλήματα, προσπαθούσε να τον κρατά ήρεμο για να μη δημιουργεί προβλήματα. Το ότι δε πράγματι συνέχιζε να πηγαίνει στο ξενοδοχείο και να δημιουργεί προβλήματα επιβεβαιώνεται και από την Μ.Κ.2 στη μαρτυρία της οποίας ήδη έγινε αναφορά πιο πάνω.

 

Δεύτερο Περιστατικό

Ως δε εξήγησε, ήταν μέσα σε αυτό το πλαίσιο που δέχθηκε να πάει στο σπίτι του να το καθαρίσει, αφότου μάλιστα της το είχε ζητήσει επίμονα και φορτικά ο Κατηγορούμενος πολλές φορές.  Περιγράφοντας τα εκεί διαδραματισθέντα, ανέφερε πως ενώ βρισκόταν εκεί και ενώ όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση της βρίσκονταν στο πάνω μέρος, όπου δεν βρισκόταν κανένας άλλος, ο Κατηγορούμενος της ζητούσε να έχουν σεξουαλική επαφή.  Όταν του είπε ότι ήταν κουρασμένη, υποδηλώνοντας έτσι πως δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή, άρχισε ξανά να φωνάζει και την βίασε.   Παρεμβάλλουμε εδώ ότι ως προς τη θέση του Κατηγορούμενου ότι ήταν και άλλοι «μαύροι» παρόντες, η ίδια ως ήδη είπαμε, εξήγησε χωρίς να της υποβληθεί κάτι διαφορετικό[86], ότι το περιστατικό συνέβη στον πάνω όροφο χωρίς οιοσδήποτε άλλος να είναι παρών. Έτσι στη θέση αυτή που και πάλιν μονόπλευρα προώθησε ο Κατηγορούμενος δεν θεωρούμε ότι μπορούμε να προδώσουμε βαρύτητα.

 

Όσον αφορά το τι ακριβώς συνέβη, η ίδια ανέφερε ότι προσπάθησε να αντισταθεί αλλά αυτός έκανε τα ίδια πράγματα όπως και την πρώτη φορά.  Όταν τελείωσε, δηλαδή σταμάτησε να κάνει σεξ μαζί της, ξεκίνησε να κλαίει, αυτός της φώναζε επειδή ήταν στεγνή λέγοντας της ότι από αυτό κατάλαβε ότι δεν τον ήθελε.  Το ότι η αναφορά της ότι «τελείωσε» είχε αυτή την έννοια προκύπτει από το ότι θέση της ήταν ότι κατά το περιστατικό αυτό, ο Κατηγορούμενος δεν είχε καταφέρει να εκσπερματώσει διότι ήταν ξηρή (βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 26, γρ. 7).  Ανάλογη ήταν η θέση της και για το έβδομο περιστατικό (βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 11, γρ. 20-21) όπου πάλι χρησιμοποίησε τη λέξη «τελείωσε» εννοώντας πως σταμάτησε τη σεξουαλική πράξη, χωρίς να εννοεί πως εκσπερμάτωσε.

 

Κατά την αντεξέταση της[87] επιβεβαίωσε ότι προέβαλε αντίσταση και πιο συγκεκριμένα ότι τον έσπρωχνε, αλλά όπως παραστατικά έδειξε αυτός κρατούσε το στόμα της με το χέρι του. Ήταν δε ξεκάθαρη πως δεν ήθελε σεξ μαζί του και ότι αποδέχθηκε να πάει μαζί του στο σπίτι του επειδή φοβόταν και ήξερε τι θα της έκανε αν δεν πήγαινε.  Κάτι που συνάδει με τη θέση της ως προς το γιατί ενεργούσε με τον τρόπο αυτό.   Η δε στάση της κατά τον χρόνο της σεξουαλικής επαφής δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολιών ως προς το ότι η ίδια δεν ήθελε τη σεξουαλική επαφή.  Ούτε όμως ότι ο Κατηγορούμενος το αντιλαμβανόταν, αφού της είπε αφότου τελείωσε, ότι ήταν «στεγνή» και ότι από αυτό αντιλαμβανόταν πως δεν τον ήθελε.

 

Θέση της υπεράσπισης για το συμβάν αυτό ήταν πως έγινε με τη συναίνεση της, θέση την οποία αρνήθηκε σθεναρά η Παραπονούμενη, εμμένοντας σταθερά στη δική της εκδοχή. Παρά δε τη θέση αυτή και παρά τη θέση που και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος προώθησε, ότι δηλαδή θυμόταν τη μέρα εκείνη αφού 2-3 φορές πήγαν στο σπίτι του, ανέφερε πως δεν έκαναν σεξ τη μέρα εκείνη.  Για να ανασκευάσει λίγο πιο μετά λέγοντας ότι δεν είναι σίγουρος και ότι μπορεί να έκαναν μετά που τελείωσε το καθάρισμα (βλ. σελ. 46, πρακτικά 9.7.25). Εν συνεχεία πάντως (βλ. σελ. 48 των πρακτικών ημερ. 9.7.25) προώθησε τη θέση ότι τελικά θυμάται το περιστατικό, κατά το οποίο ήταν η θέση του ότι η Παραπονούμενη καθάρισε, ότι έκαναν μπάνιο και ότι σεξ ίσως έκαναν το βράδυ, για να παραδεχθεί εν τέλει πως είχαν σεξουαλική επαφή το δεδομένο βράδυ. Σε υποβολή ότι η σεξουαλική επαφή ήταν χωρίς τη συναίνεση της ανέφερε ότι δεν είναι δυνατόν, διότι έχει σπίτια κοντά και αν φώναζε θα την άκουγαν.   

 

Πέραν της εναλλαγής των θέσεων του που και εδώ εντοπίζεται, αυτό που εδώ ενδιαφέρει είναι αφενός η τελική παραδοχή του πως τη δεδομένη μέρα όντως υπήρξε σεξουαλική επαφή και αφετέρου το ότι η αναφορά του περί ύπαρξης σπιτιών δίπλα που θα την άκουγαν, συνάδει με τη θέση της Παραπονούμενης ότι της έκλεινε το στόμα.  Και τούτο εφόσον η ενέργεια του συνδέεται ακριβώς με το γεγονός, που πολύ καλά φαίνεται πως γνώριζε και από μόνος του ανέφερε, ότι δηλαδή ένεκα της ύπαρξης σπιτιών δίπλα, αν φώναζε θα την άκουγαν.          

 

Τρίτο περιστατικό

Την τρίτη φορά ήταν μέρα που πάλι η Παραπονούμενη είχε ρεπό, ο Κατηγορούμενος το γνώριζε και έτσι ξεκίνησε να της στέλνει μηνύματα για περάσουν χρόνο μαζί και να κάνουν σεξ. Η ίδια προσπαθούσε να τον αποφύγει βρίσκοντας δικαιολογίες. Συμφώνησε εν τέλει όπως αυτός την παραλάβει από τη δουλειά γιατί φοβόταν, θέση η οποία και πάλιν εντάσσεται λογικά στο πλαίσιο των γεγονότων που ως η θέση της βίωνε.  Ακολούθως πήγαν στο σπίτι του ξανά όπου και πάλι έκαναν σεξ χωρίς τη συγκατάθεση της. Προσπαθούσε και πάλι να τον αποφύγει λέγοντας του ότι είναι κουρασμένη, αλλά για άλλη μια φορά έκανε ό,τι ήθελε.  Ως ανέφερε κατά την αντεξέταση το έδειχνε στο πρόσωπο της, ήταν στεγνή και τον έσπρωχνε.  Ερωτηθείσα γιατί δεν τον κατήγγειλε αφού είχαν προηγηθεί κατά τη θέση της και άλλα δύο περιστατικά και παραμένοντας πάντα σταθερή στην εκδοχή που η ίδια προώθησε, με ειλικρίνεια ανέφερε «Φοβόμουν.  Με απειλούσε ότι θα με χτυπήσει, έτσι δεν είχα αποφασίσει να πάω στην Αστυνομία, αλλά όλες αυτές τις φορές μου έκανε κακό».[88]

 

Ως προς το ότι ούτε για το συμβάν αυτό ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ημερομηνία, έχουμε ήδη αναλύσει το ζήτημα πιο πάνω χωρίς να χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Τώρα ως προς τη θέση που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος προώθησε αντεξετασθείς για το εν λόγω περιστατικό, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατόν να τη βίαζε και αυτή να του έστελνε μηνύματα αγάπης και έρωτα, έχουμε ήδη πει πως θα επανέλθουμε. Η δε θέση του ότι κάποιος της είπε να τα πει (σελ. 52, πρακτικά ημερ. 9.7.25), παρέμεινε χωρίς έρεισμα αφού δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ούτε και υποδείχθηκε ποτέ ποιο πρόσωπο είχε συμφέρον να πράξει κάτι τέτοιο, ούτε βέβαια της τέθηκε τέτοια θέση για να τοποθετηθεί.

 

Τέταρτο Περιστατικό

Προχωρώντας στο τέταρτο περιστατικό, η Παραπονούμενη περιέγραψε πως ενώ ήταν πρωί, ήρθε στο διαμέρισμα της και μπήκε χρησιμοποιώντας το κλειδί για το οποίο ήδη έγινε λόγος.  Παρόλο που η ίδια κοιμόταν μπήκε στο υπνοδωμάτιο και ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα της.  Εύλογα ανέφερε πως στη συνέχεια όταν η ίδια ξύπνησε και τον βρήκε δίπλα της ξεκίνησε να του φωνάζει λέγοντας του ότι μπήκε παράνομα στο διαμέρισμα του, για να της απαντήσει λέγοντας της ποια νομίζει ότι είναι για να του μιλά έτσι και πως όπως η ίδια ήρθε παράνομα στην Κύπρο, έτσι είχε και ο ίδιος το δικαίωμα να μπει στο διαμέρισμα της παράνομα. 

 

Το στοιχείο βέβαια του παραλογισμού αλλά και της υποτίμησης της που ενέχει η πιο πάνω αναφορά, δεν είναι στοιχείο που απαντάται μεμονωμένα στη μαρτυρία του. Άλλωστε δεν ήταν μια η φορά που τόσο αυτός όσο και η μητέρα του την αποκάλεσαν «μαύρη» και μιλούσαν σε αυτήν ή για αυτήν υποτιμητικά (βλ. σχετικά πρακτικά 9.7.25, σελ. 4, γρ. 5-14):

 

«Α. …Δεν καταφέρατε μια μαύρη να βάλετε να πει το ψέμα σας. Δεν την καταφέρατε, αλλάξατε τρεις φορές το ψέμα σας.

Ε. “Μια μαύρη”;

Α. Ναι μια μαύρη, εν μαυρού που την Αφρική.

Ε. Έτσι την αντιμετωπίζεις σαν “μια μαυρού”;»

 

Αλλά και στη σελ. 75, γρ. 14, «μια μαυρού αφρικανή». Στη δε σελ. 7, πρακτικά ημερ. 10.7.25, γρ. 11-17, εντοπίζουμε τις εξής αναφορές: «…Τούτοι οι Αφρικανοί είναι μέσα στους Ζουλού, μέσα στη ζούγκλα που ενιωθήκαν. Αν τους δώσουμε τζιαι αγάπη νομίζουν ότι κάτι άλλο είναι.  Εν ξέρουν πρώτα – πρώτα τι εν η αγάπη γιατί εμάθαν με τον βούρτουλα, εμάθαν να τις βιάζουν, επηαίναν στη λίμνη να βάλουν νερό τζιαι να τις βιάζουν, είπαν μου. Βασανίζαν τους, εκόφκαν την κλειτορίδα τους.»

 

Δυστυχώς, αυτή φαίνεται να ήταν η άποψη του για τα άτομα με καταγωγή ως η Παραπονούμενη. Των πιο πάνω δεδομένων, η χωρίς λογική ή συνοχή απάντηση που του απέδωσε η Παραπονούμενη κατά το ως άνω περιστατικό, εντάσσεται με φυσικότητα, θα λέγαμε, στο όλο πλαίσιο που αναδιπλώθηκε μπροστά μας. Εξάλλου δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι οπωσδήποτε ψεύδεται κάποιος που παραστατικά περιγράφει τον παραλογισμό που βιώνει.   Όταν δε η ίδια προσπαθώντας να επαναφέρει τα πράγματα στη λογική, του είπε το αυτονόητο, ότι δηλαδή θα ενημερώσει τους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος ότι έχει παράνομα κλειδί, αυτός επιβεβαιώνοντας την αυταρχική συμπεριφορά με την οποία εισήλθε στο διαμέρισμα, τη χαστούκισε, οπόταν αυτή έπεσε στο κρεβάτι. Για να επισφραγίσει αμέσως μετά την ετσιθελική του συμπεριφορά λέγοντας της: «Θα σε γαμήσω».  Ό,τι ακολούθησε σύμφωνα με τις ζωντανές και παραστατικές περιγραφές της Παραπονούμενης, ήταν πως ήρθε από πάνω της, κράτησε τα πόδια της ανοικτά και ξεκίνησε να την γλύφει και εισχώρησε με τη βία το πέος του μέσα της. Κατά την αντεξέταση της (βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25 σελ. 29 γρ.17-32, σελ. 30 γρ. 1-19), επανέλαβε τις θέσεις της αυτές χωρίς να περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση.  Πρέπει να πούμε πως μας εντυπώθηκαν πολύ έντονα οι σπαρακτικές αναφορές της ως προς το πώς προσπαθούσε να τον απομακρύνει σπρώχνοντας τον, αλλά εις μάτην,  αφού ως χαρακτηριστικά ανέφερε ήταν αποφασισμένος να κάνει αυτό που ήθελε και είχε το σώμα του πάνω της.  Με ειλικρίνεια δε ανέφερε πως εξ όσων ενθυμείτο ο Κατηγορούμενος δεν εκσπερμάτωσε τη δεδομένη μέρα.

 

Η παραστατική περιγραφή των όσων με πόνο η Παραπονούμενη αναβίωσε και περιέγραψε ενώπιον μας, πρέπει να πούμε πως δεν συνάδει πάντως με τη γενικόλογη θέση που προέβαλε ο Κατηγορούμενος εν σχέσει με το περιστατικό αυτό, ότι δηλαδή ήταν αποκύημα της φαντασίας της Παραπονούμενης[89]. Αντιθέτως ό,τι αποκομίσαμε ήταν πως επρόκειτο για γεγονότα που η ίδια βίωσε, εξ ου και μπορούσε να μας τα μεταφέρει τόσο παραστατικά αλλά και με εμφανή πόνο.  

 

Βέβαια ήταν η θέση που επίσης προώθησε η υπεράσπιση ότι τα όσα διατείνεται η Παραπονούμενη είναι εξ αντικειμένου αδύνατον να είχαν συμβεί, καθ’ ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να κάνει σεξ και να είναι ο ίδιος από πάνω, λόγω του καρδιακού προβλήματος που αντιμετωπίζει.   Συγκεκριμένα ήταν η θέση του πως αν ο ίδιος ευρίσκεται από πάνω κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, σε δύο λεπτά κουράζεται και δεν έχει στύση[90].   

 

Πέραν του ότι όμως τέτοια θέση δεν αναφέρθηκε πουθενά σε καμμιά εκ των καταθέσεων του, ούτε ο Μ.Υ.5 που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κάλεσε επιβεβαίωσε τις θέσεις του.   Και λέγουμε τούτο εφόσον, ως ήδη υποδείξαμε, ο Μ.Υ.5  (ιατρός του Κατηγορούμενου με ειδικότητα την καρδιολογία) παρά το ότι επιβεβαίωσε ότι όντως πάσχει από σοβαρή πάθηση της καρδίας, εντούτοις ανέφερε ότι τέτοια άτομα δεν αποκλείεται να έχουν φυσιολογική στύση και εν γένει σεξουαλική ζωή.  Εν σχέσει δε με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οιοδήποτε πρόβλημα στύσης γενικά ή υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που ενώπιον μας επικαλέστηκε, αφού αυτός ποτέ δεν του ανέφερε κάτι τέτοιο.  Καίτοι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε τα εξής: (βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ. 8, γρ.15-23): «…Δεν μπορώ να, έχω βηματοδότη στην καρδιά, το 50, 60% της καρδιάς μου το μυοκάρδιο είναι νεκρό, δεν μπορώ να παλέψω.  Δηλαδή η αντοχή μου είναι 2,3 λεπτά και τη μέρα εκείνην που κάναμε σεξ στο αυτοκίνητο στον Πρωταρά, στο Κάβο Γκρέκο, δεν τα κατάφερνα, κουραζόμουν και έπεφτε το πέος μου.  Δεν είχα αδρεναλίνη και όταν ρώτησα τον γιατρό μου είπε πρέπει να ξαπλώνω και να είναι από πάνω η γεναίκα για να μπορώ να έχω σεξ, διαφορετικά δεν μπορώ, κουράζομαι και δεν έχω αδρεναλίνη.  Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει και ο γιατρός. Τούτα τα κουραφέξαλα την έδερα, τη βίασα και να ήθελα να τα κάνω δεν μπορώ, δεν με αφήνει η καρδιά μου. …»  (έμφαση δοθείσα)

 

Εξάλλου η προσπάθεια του να πείσει πως είναι εντελώς αδύναμος αυτοαναιρέθηκε και αυτή. Και εξηγούμε. Ως ο Κατηγορούμενος ανέφερε, λόγω καρδιακού προβλήματος που αντιμετωπίζει: «Δεν μπορώ να παλέψω.  Δηλαδή η αντοχή μου είναι 2, 3 λεπτά και τη μέρα εκείνην που κάναμε σεξ στο αυτοκίνητο στον Πρωταρά, στο Κάβο Γκρέκο, δεν τα κατάφερνα, κουραζόμουν και έπεφτε το πέος μου»[91]. Παρά την αναφορά του αυτή, στις 20.7.23 στις 10:24:25 am και 10:24:33 am (UCT+0), έγραψε τα πιο κάτω μηνύματα στην Παραπονούμενη, με τα οποία της έλεγε: «Bring anybody too make fight with me and I show you» «who is old». Τη σωματική του δύναμη όμως προέβαλε και κατά την αντεξέταση του (βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 59. γρ. 18 – σελ. 60 γρ. 12). Η δε θέση του πως όταν η Παραπονούμενη ήθελε μωρό του ζητούσε να κάνουν σεξ 4 φορές την ημέρα, όμως ο ίδιος αδυνατούσε να ανταποκριθεί δεν συνάδει με τη θέση του κατά την αντεξέταση, όπου ανέφερε ότι «μπορεί να είχε φορά που πήγα 4 φορές μαζί της»[92] ενώ και στις 6.7.23 στις 9:46:25pm (UCT+0) εντοπίζεται δικό του μήνυμα όπου της γράφει «I want more my dick is up for you again». Επομένως είναι σαφές πως, ούτε αυτός ο ισχυρισμός δύναται να καταρρίψει την εκδοχή της Παραπονούμενης ως εξ αντικειμένου αδύνατη.

 

Ήταν επίσης θέση του Κατηγορούμενου πως η Παραπονούμενη ήταν μια άλλη απ’ αυτήν που προσποιήθηκε ενώπιον μας και στο πλαίσιο αυτό έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί μάλιστα πως αυτή τον «έδερνε».  Και τούτο παρά το ότι τέτοιο ισχυρισμό πουθενά δεν προέβαλε στην κατάθεση του, ούτε όμως τέθηκε στην Παραπονούμενη τέτοια θέση ενόσω κατέθετε, παρά μόνον προωθήθηκε από τον ίδιο μονόπλευρα κατά τη μαρτυρία του. Επιστρατεύοντας μάλιστα και συναφείς υπερβολές για να πείσει ότι ο ίδιος δεν είναι άτομο ικανό να εξασκήσει βία ενώ την ίδια στιγμή της έλεγε να φέρει τον οποιοδήποτε για να παλέψει μαζί του και ενώ ως υποδείξαμε και σε άλλο σημείο πιο πάνω μέσα από τα μηνύματα τους αρχές Ιουλίου παραδέχεται ότι την χτύπησε και δήλωνε ετοιμότητα να μεταβεί αυτόβουλα στην αστυνομία.  

 

Πέμπτο Περιστατικό

Προσδιορίζοντας το πέμπτο περιστατικό, ανέφερε πως ήταν μια νύχτα που ήρθε να την πιάσει από τη δουλειά για να την πάρει στο διαμέρισμα της και ξεκίνησε να την αγγίζει μέσα στο αυτοκίνητο.  Επειδή δε ζεσταινόταν της ζήτησε να βγει από το αυτοκίνητο, πράγμα το οποίο βέβαια συνάδει με την εποχή που διαδραματίζονταν τα γεγονότα, ήτοι Ιούλιο – Αύγουστο.  Ως η θέση της φτάνοντας στο συγκρότημα διαμερισμάτων που διέμενε η ίδια, ο Κατηγορούμενος άρπαξε ένα κρεβατάκι από την πισίνα και το έβαλε σε ένα μικρό δωμάτιο στο υπόγειο όπου υπάρχουν κουτιά του ηλεκτρισμού, με την ίδια να περιγράφει τον φόβο που εύλογα αισθάνθηκε ένεκα και των καλωδίων που υπήρχαν στον τοίχο.  Σύμφωνα με την περιγραφή της αυτός της ζήτησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι και άρχισε να κάνει τα ίδια πράγματα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την αντεξέταση της [93] «Φοβόμουν επειδή όλα τα καλώδια του ηλεκτρισμού, όλα τα φώτα ήταν εκεί μέσα, εγώ φοβόμουν, κατάλαβα από το ύφος του ότι αν του έλεγα όχι, ότι ήταν έτοιμος να μου κάνει κάτι πολύ κακό.  Ήξερα ότι θα μου έκανε κάτι πολύ κακό.  Άρα με έβαλε στο κρεβατάκι και προσπάθησε να κάνει αυτό που ήθελε.» ενώ σε άλλο σημείο με ευκρίνεια εξήγησε πως «Δεν έφυγα, διότι ήξερα ότι αν έφευγα, ήξερα τι ήταν ικανός να κάνει.»[94] 

 

Το ότι σε άλλη περίπτωση (και συγκεκριμένα στην έκτη) επιχείρησε και κατάφερε να διαφύγει, δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι εν προκειμένω δεν έφυγε επειδή επιζητούσε και η ίδια τη σεξουαλική επαφή.  Αντιθέτως το ζήτημα αυτό προϋποθέτει τη συνεκτίμηση διαφόρων παραμέτρων συμπεριλαμβανομένης και της ψυχολογίας στην οποία βρισκόταν.  Επί τούτου μάλιστα η ίδια πολύ λογικά και ευκρινώς εξήγησε[95] ότι δεν προσπάθησε να φύγει τη δεδομένη στιγμή επειδή ήταν αργά και φοβόταν την αντίδραση του σε χρόνο που δεν υπήρχε κόσμος γύρω, ενώ την έκτη φορά που διέφυγε επρόκειτο όντως για περιστατικό που επεσυνέβη σύμφωνα με τη θέση της, κατά τις πρωϊνές ώρες.  Η Παραπονούμενη παρέμεινε και σε αυτή την περιγραφή της σταθερή κατά την αντεξέταση, χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση.   

 

Το ότι δε υπήρξε σεξουαλική επαφή των δύο στο συγκεκριμένο δωμάτιο ηλεκτρικής, επί ενός κρεβατιού πισίνας, το παραδέχεται εξάλλου και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση Τεκμήριο 9 (βλ. απάντηση 21), καθιστώντας ξεκάθαρο πως ο ισχυρισμός της περί σεξουαλικής επαφής στο δεδομένο σημείο δεν ήταν απότοκο της φαντασίας της. Όμως ακόμα και επί τούτου διαφοροποίησε τη θέση του ο Κατηγορούμενος, αρνούμενος εν τέλει ότι είχαν σεξουαλική επαφή στο δεδομένο χώρο. Σχετικά είναι τα πρακτικά ημερ. 9.7.25 σελ. 54 γρ. 17-18, όπου αναφέρει «Όχι, εβάλαμε το κρεβατούι, αλλά όταν πήγα να πέσω ήταν τόσο ξημαρισμένα και δεν κάναμε σεξ». Επικαλέστηκε δηλαδή την ακαθαρσία του μέρους ως λόγο που απέτρεψε τη σεξουαλική τους επαφή, θέση η οποία βέβαια, ποτέ δεν τέθηκε στην Παραπονούμενη.

  

Μάλιστα στην προσπάθεια του να πείσει προέβαλε και τη θέση ότι αυτός ήταν και ο λόγος που δεν βρέθηκε DNA στο εν λόγω κρεβατάκι.  Ανέφερε επίσης ότι ο λόγος που είπε ψέματα στην κατάθεση του ότι είχαν επαφή στο κρεβατάκι, ήταν για να θεωρήσει η αστυνομία πως θα έβρισκε DNA εκεί και να μην πάνε να στήσουν την υπόθεση βάζοντας δικό του DNA εκεί. Θέση δυσνόητη και η οποία πάντως ουδόλως εξηγεί γιατί στην Παραπονούμενη δεν τέθηκε η θέση αυτή αλλά αντίθετα της τέθηκε ότι και η εν λόγω σεξουαλική επαφή όπως και όλες οι άλλες που ανέφερε ήταν με τη συναίνεση της. Εξάλλου πέραν του ότι δεν τέθηκαν υπόψιν μας τα οποιαδήποτε αποτελέσματα εξέτασης DNA (εάν τέτοια εξέταση έγινε), καμμιά επιστημονική μαρτυρία προσήγαγε η πλευρά του Κατηγορούμενου που να υποστηρίζει τη θέση του πως επειδή, λόγου χάριν, δεν εντοπίζεται γενετικό υλικό σε μια επιφάνεια, σημαίνει οπωσδήποτε ότι δεν υπήρξε σεξουαλική επαφή στο συγκεκριμένο σημείο. Ιδίως αν συνυπολογιστεί πως από την ισχυριζόμενη επαφή παρήλθε κάποιος χρόνος.

 

Πέραν τούτου ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από την υπεράσπιση στο ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε η Παραπονούμενη για αυτό το δωμάτιο της ΑΗΚ στην πρώτη της κατάθεση, στοιχείο που η υπεράσπιση θεωρεί ενδεικτικό του ψεύδους της. Το ότι δεν αναφέρει κάτι στην πρώτη της κατάθεση είναι γεγονός που και εμείς έχουμε εντοπίσει και αποτέλεσε στοιχείο προβληματισμού. Όμως προσμετρά με αντίθετη ροπή το γεγονός πως η πρώτη της κατάθεση δόθηκε υπό τις περιστάσεις που η ίδια εξιστόρησε και ενώ ήταν σοκαρισμένη, εξ ου και έδωσε δεύτερη κατάθεση όπου δίδει περισσότερες λεπτομέρειες και για τους λοιπούς ισχυριζόμενους βιασμούς, για τους οποίους επίσης δεν έδωσε λεπτομέρειες στην πρώτη της κατάθεση της. Επομένως θεωρούμε πως ανεπιτυχώς η υπεράσπιση επιχείρησε να αναγάγει το ζήτημα αυτό σε μείζον ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν.  Η δε σεξουαλική συνεύρεση στο δωμάτιο εκείνο τονίζουμε πως ήταν, αρχικά τουλάχιστον, παραδεκτή και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. 

 

Έκτο Περιστατικό

Η έκτη φορά σύμφωνα με την εξιστόρηση της Παραπονούμενης, έλαβε χώρα στο διαμέρισμα της στο οποίο ο Κατηγορούμενος μπήκε, με τη χρήση του κλειδιού που είχε στην κατοχή του.  Έχουμε δε ήδη επεξηγήσει για ποιο λόγο επιβεβαιώνεται η θέση της Παραπονούμενης πως είχε στην κατοχή του κλειδί, αφού εκ των μηνυμάτων που ο ίδιος απέστειλε προκύπτει παραδοχή του, πως το κρατούσε ακόμα και κατά την περίοδο του Αυγούστου. Εκείνη τη στιγμή η ίδια, ως αναφέρει, προσευχόταν και του είπε πως θα τον φωνάξει όταν τελειώσει. Σε κάποιο σημείο βγήκε έξω να ουρήσει και τον είδε να ξαπλώνει στο σαλόνι αλλά δεν του είπε κάτι και γύρισε στο δωμάτιο της για να συνεχίσει να προσεύχεται,  αφού ως πειστικά εξήγησε όταν προσεύχεται είναι ιδιαίτερα προσηλωμένη. Καθώς ήταν στο δωμάτιο της ο Κατηγορούμενος άρχισε να της στέλνει μηνύματα και να την ρωτά γιατί δεν του μιλά, στα οποία του απάντησε ότι την κάνει να νιώθει άσχημα εξαιτίας των πραγμάτων που της έκανε. Μετά από ένα διαπληκτισμό που είχαν, ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να φύγει και όντως έφυγε, αλλά δύο λεπτά μετά επέστρεψε φωνάζοντας «Ρα πουτάνα, ξέρω γιατί τα κάνεις αυτά, δεν θέλεις να περάσεις χρόνο μαζί μου, γι’ αυτό βρίσκεις δικαιολογίες». Όταν δε του είπε ότι οι πράξεις του είναι εγκληματικές την χαστούκισε και την έσπρωξε στο κρεβάτι όπου και έκαναν σεξ χωρίς τη συγκατάθεση της.  Όταν δε τελείωσε της ζήτησε να ξανακάνουν σεξ επειδή όπως της είπε το ρεπό της είναι δικό του για να περνά χρόνο μαζί του, αναφορά η οποία πρέπει να πούμε πως ουδόλως ξενίζει, αλλά αντίθετα εντάσσεται και αυτή με τρόπο απόλυτα φυσικό στο όλο αυταρχικό προφίλ του Κατηγορούμενου, που σταδιακά αναδιπλώθηκε ενώπιον μας.  Η ίδια του απάντησε ότι δεν είναι μηχανή του σεξ και έφυγε από το δωμάτιο και τότε αυτός άρχισε να την κυνηγά γύρω από το κτήριο.

 

Το ότι υπήρχε κόσμος και ότι τους είδαν που έτρεχαν, ήταν κάτι που και η ίδια ευθέως παραδέχθηκε.  Όμως ως πειστικά ανέφερε, δεν γνώριζε κάποιο από τα πρόσωπα αυτά, τα οποία δεν φαίνεται να επενέβησαν.  Γεγονός το οποίο και πάλιν δεν θεωρούμε πως πλήττει την αξιοπιστία της αφού όπως με αμεσότητα εξήγησε, κάποιοι εξ αυτών βρίσκονταν στα διαμερίσματα τους και επομένως εκ των πραγμάτων δεν ήταν ευχερές να συνδράμουν, ενώ ως προς τους άλλους που βρίσκονταν στο δρόμο, ανέφερε πως δεν ζήτησε τη βοήθεια τους αφού αυτή έτρεχε και ο Κατηγορούμενος την ακολουθούσε.  Θέλοντας εν ολίγοις να δείξει πως, λόγω των γρήγορα εξελισσόμενων γεγονότων και του ότι έτρεχαν, δεν συνέδραμαν ή καλύτερα δεν μπορούσαν να συνδράμουν στο περιστατικό ούτε οι περαστικοί.  Όπως δε έχουμε ήδη εξηγήσει σε άλλο σημείο ανωτέρω, με συνοχή επεξήγησε και για ποιο λόγο επέλεξε να διαφύγει στην προκειμένη που ήταν πρωί, ενώ στην πέμπτη περίπτωση με το κρεβατάκι δεν ενήργησε κατ’ ανάλογο τρόπο.  Παρέμεινε δε απόλυτα σταθερή στη θέση της και κατά την αντεξέταση της επί του περιστατικού αυτού[96], όπου μάλιστα ξεκαθάρισε πως το περιστατικό αυτό έγινε το πρωί, πως κανένα άλλο άτομο δεν ήταν μέσα και πως η σεξουαλική πράξη με τον Κατηγορούμενο που αφορούσε διείσδυση του πέους στον κόλπο της, έγινε επειδή την εξανάγκασε και της επιβλήθηκε ενώ αυτή φώναζε, αλλά δεν μπορούσε να ακουστεί αφού όταν φώναζε αυτός έβαζε το χέρι του πάνω στο στόμα της. 

 

Ο Κατηγορούμενος βέβαια απέρριψε και αυτό το περιστατικό λέγοντας πως ποτέ δεν την είδε να προσεύχεται[97], αποδίδοντας της ουσιαστικά πως «ανακάτωσε» στη μαρτυρία της προσευχές για να δείξει ότι είναι θρησκευόμενο άτομο, ενώ στην πραγματικότητα είναι μυθοπλάστης, επικαλούμενος προς τούτο τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου.  Για τα όσα αφορούν την αίτηση ασύλου που υπέβαλε η Παραπονούμενη, περιοριζόμαστε να επαναλάβουμε τα όσα σε άλλο σημείο ανωτέρω αναφέραμε.  Όμως για το περιστατικό αυτό και τη θέση του Κατηγορούμενου πως η Παραπονούμενη ψεύδεται αφού ποτέ δεν την είδε να προσεύχεται, τονίζουμε πως ποτέ δεν της τέθηκε μια τέτοια θέση για να τοποθετηθεί και ως μονόπλευρη την απορρίπτουμε και εμείς με τη σειρά μας, χωρίς να θεωρούμε πως εξ αυτής στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε λόγος που να πλήττει την γενικότερη αξιοπιστία της.

 

Εξ άλλου με την πιο πάνω εξιστόρηση φαίνεται εκ πρώτης όψεως να συνάδουν τα όσα προκύπτουν από το Τεκμήριο 13 κατά την 22.8.23 και τα οποία σε κάθε περίπτωση πάντως καταρρίπτουν τη θέση του πως δεν τη είδε ποτέ να προσεύχεται. Συγκεκριμένα εκείνη την ημέρα, η ώρα 07:59:33, 08:00:01 am (UTC+0) του γράφει  ''You were here right'', ''And you know I was praying'', ενώ εκείνος, σε φωνητικό μήνυμα που της απέστειλε η ώρα 08:14:25 am (UTC+0), της παραπονείται (χωρίς να αρνείται ότι προσευχόταν) ότι τον αγνόησε όταν πέρασε από δίπλα του, ωσάν να μην ήταν εκεί. Προηγούνται άλλα μηνύματα στα οποία του εκφράζει τη δυσαρέσκεια της για το γεγονός ότι ήρθε πολύ νωρίς και τον ρωτά να της πει γιατί δεν κοιμάται  στο σπίτι του και έρχεται τόσο νωρίς, λέγοντάς του ότι δεν ξέρει τι να κάνει πια με αυτή την κατάσταση (φωνητικό μήνυμα 08:01:09 am (UTC+0)), ζητώντας του να σταματήσει να χρησιμοποιεί το κλειδί για να εισέρχεται στο σπίτι (βλ. γραπτό μήνυμα 08:13:28 am (UTC+0)). Στο παράπονο του Κατηγορουμένου ότι τον αγνόησε, απαντά η Παραπονούμενη με φωνητικό μήνυμα η ώρα 08:16:59 am (UTC+0) στο οποίο ακούγεται να του λέει ότι όταν προσεύχεται δεν έχει χρόνο για κανένα, ότι δεν περίμενε να τον δει εκεί όταν πήγαινε για τουαλέτα, ότι μίλησαν χθες για το θέμα αυτό, ότι τον βρήκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι κάποιου άλλου, ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να εισέρχεται στο διαμέρισμα και ότι αυτό του το είπε πολλές φορές, ότι θα της προκαλέσει πρόβλημα με τις συγκατοίκους της και ότι αυτή είναι τρίτη φορά που το κάνει. Η ώρα 08:20:13 am (UTC+0) σε άλλο φωνητικό μήνυμα του επαναλαμβάνει πολλές φορές να σταματήσει να έρχεται στο σπίτι της χρησιμοποιώντας κλειδί. 

 

Από εκείνη τη στιγμή και μετά ακολουθεί σιγή για τις επόμενες δύο και πλέον ώρες, για να επανέλθει και πάλι με φωνητικό μήνυμα ο Κατηγορούμενος στις 12:08:39 pm (UTC+0) στο οποίο μεταξύ άλλων της λέει ''you make pak-pak, two times in my mouth when I try to give you pleasureEven in animals  they don’t treat  like this…you want to make me to I don’t want, you have success, you make good…  ''.

 

Έβδομο Περιστατικό

Το περιστατικό αυτό ήταν το πρώτο από τα τρία τελευταία στη σειρά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με τη θέση της Παραπονούμενης επεσυνέβησαν στην Μαρίνα Αγίας Νάπας, σε ημέρα που η ίδια δε δούλευε απόγευμα και ο Κατηγορούμενος την πίεζε για να συναντηθούν. Ως συγκεκριμένα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της[98] κατά την ημερομηνία που έλαβε χώρα το πρώτο αυτό περιστατικό, ο Κατηγορούμενος ήθελε να πάνε σε ένα διαμέρισμα.  Εξηγώντας πώς προέκυψε να πάνε εν τέλει στην Μαρίνα ανέφερε ότι επειδή την είχε ξαναπάρει στη Μαρίνα στο παρελθόν για περπάτημα (και όχι για σεξ) και επειδή γνώριζε πως επρόκειτο για πολυσύχναστο μέρος, γι’ αυτό και η ίδια του πρότεινε τη Μαρίνα, αφού ένεκα και των όσων είχαν προηγηθεί εύλογα φοβόταν να πάει σε ένα διαμέρισμα ή κάπου αλλού που δεν θα είχε κόσμο. Αφού όπως εξήγησε αν φώναζε σε ένα μέρος με κόσμο θα μπορούσε να ακουστεί και να κάνει τον Κατηγορούμενο να σταματήσει ενώ σε ένα διαμέρισμα ο Κατηγορούμενος απλά θα συνέχιζε.   Έτσι του είπε πως θα ήταν καλύτερα να κάνουν σεξ εκεί.  Από αυτό βέβαια συνάγεται ευθέως πως γνώριζε ότι πηγαίνοντας εκεί θα ερχόταν σε σεξουαλική επαφή μαζί του και πως είχε προς τούτο, φαινομενικά τουλάχιστον, «συμφωνήσει».  Βέβαια ήταν ιδιαίτερα προσεκτική να εξηγήσει πως τούτο το έκανε μετά που την εξανάγκασε να τον συναντήσει στέλνοντας της μηνύματα και καλώντας την επανειλημμένα, όπως έκανε συνήθως.  Στο ίδιο πλαίσιο και παραμένοντας απόλυτα σταθερή στα όσα είχε εξηγήσει και σε άλλα σημεία της μαρτυρίας της, επανέλαβε ακόμα μια φορά πως όταν της τηλεφωνούσε ήθελε να του απαντά αμέσως και πως την καλούσε επειδή ακριβώς ήθελε να του δώσει την απάντηση που χρειαζόταν να ακούσει, που ήταν το ότι θα συναντηθούν για σεξ. Αν δεν του απαντούσε πήγαινε στο ξενοδοχείο και προκαλούσε φασαρίες γι’ αυτό και η ίδια αισθανόταν ουσιαστικά παγιδευμένη στο να του απαντήσει εκείνο που ήθελε να ακούσει.   

 

Μάλιστα αναφερόμενη στην προκειμένη περίπτωση κλαίγοντας ανέφερε πως τα πράγματα εξελίχτηκαν ακριβώς με αυτό τον τρόπο, ότι αισθάνθηκε ότι έπρεπε να του απαντήσει για αποφύγει τις δυσάρεστες καταστάσεις που θα ακολουθούσαν και γι’ αυτό του είπε εντάξει.  Κληθείσα δε να περιγράψει με λεπτομέρεια το έβδομο περιστατικό, ανέφερε πως συνέβη όπως και τις άλλες φορές στη Μαρίνα, δηλαδή την έβαλε στο πίσω κάθισμα και ξεκίνησε να «παίζει» μαζί της.  Παρά το ότι έκλαιγε αυτός συνέχιζε, έβλεπε το πρόσωπο της, την έκφραση της ότι δεν ήθελε και πάντα της έλεγε «Ξέρω ότι με φοβάσαι γι’ αυτό από τον τρόπο που είσαι ξηρή καταλαβαίνω ότι με φοβάσαι».    Μάλιστα κληθείσα να επεξηγήσει με λεπτομέρεια τη σεξουαλική πράξη, ήταν συγκλονιστική η αναφορά στην οποία προέβη κλαίγοντας (βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 10, γρ. 28-32 – σελ.11, γρ.12):

 

«A. (Η μάρτυρας κλαίει) Όταν πήγαμε εκεί αφαίρεσε το κάθισμα, το μετακίνησε το κάθισμα και πήγα πίσω ως συνήθως, ξεκίνησε να παίζει μαζί μου(δείχνει το στήθος της) «Ξέρω πως δεν με θέλεις.  Δεν μπορώ μέσα στο αυτοκίνητο γιατί δεν με ακολουθείς εκεί που με ακολουθούσες προηγουμένως;» Του είπα «Είναι εντάξει εδώ» (κλαίει με λυγμούς) και μου είπε «Δεν είσαι εντάξει με φοβάσαι»”.

E. … εμείς θέλουμε να μας περιγράψεις την πράξη όσο δύσκολο είναι αυτό, πρέπει το Δικαστήριο να ακούσει την πράξη.  Μείναμε εκεί που σε άγγιζε και εσύ δυσανασχετούσες.

Α. Έκανε ό,τι ήθελε πριν τελειώσει εγώ απλά ξάπλωνα, μου είπε «Ξέρω ότι με φοβάσαι και γι’ αυτό κάνω σεξ μαζί του» του είπα σ’ αυτό το στάδιο ότι ήμουν κουρασμένη.

Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Τι έκανε εκείνος εκείνη την ώρα.

Μάρτυρας: Έβαζε το πέος του μέσα μου μέχρι να τελειώσει, του είπα πριν να τελειώσει ότι είμαι κουρασμένη το ίδιο πράγμα μου είπε «Σε παρακαλώ βοήθα με να τελειώσω» Του είπα ότι «Είμαι κουρασμένη» Εκείνος μου είπε ότι επειδή είμαι στεγνή «Γι’ αυτό δεν μπορώ να τελειώσω επειδή δεν με θέλεις, είμαι σαν τον καρκίνο για εσένα.  Εγώ ξεκίνησα να κλαίω όταν τελείωσε.»

 

Για να διευκρινίσει ότι κατ’ εκείνη την περίπτωση δεν κατάφερε τελικά να εκσπερματίσει και πως η αναφορά της ότι «τελείωσε» αναφερόταν στο ότι σταμάτησε τη σεξουαλική επαφή μαζί της. Η Παραπονούμενη παρέμεινε σταθερή στη θέση της καθ’ όσον αφορά την περιγραφή και του περιστατικού αυτού, το οποίο ως ήδη υποδείξαμε ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά ως έχον επισυμβεί λίγο πριν από αυτό της 15.9.23 και δη τέλη Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου, πράγμα λογικό εφόσον στις 17.9.23 είχε υποβάλει το παράπονο της.

 

Ό,τι άλλο παρατηρούμε εν σχέσει με τη μαρτυρία της επί του προκειμένου είναι πως ενώ ξεκάθαρα η Παραπονούμενη προώθησε τη θέση ότι τα περιστατικά σεξουαλικών επαφών στη Μαρίνα της Αγίας Νάπας ήταν τρία και παρά το ότι η θέση της υπεράσπισης ήταν και πάλιν πως και αυτά έλαβαν χώρα με τη συναίνεση της, ο Κατηγορούμενος, προώθησε μια διαφορετική θέση, η οποία για μια ακόμη φορά δεν τέθηκε στην Παραπονούμενη για να τοποθετηθεί. Συγκεκριμένα δεν της τέθηκε η θέση του πως τα περιστατικά στην Μαρίνα ήταν μόνο δύο και ότι το τρίτο ήταν εντελώς φανταστικό περιστατικό (βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 37).  Θέση την οποία ειρήσθω εν παρόδω ο ίδιος προώθησε με τη μαρτυρία του χωρίς καν να προσδιορίσει ποιο από τα τρία περιστατικά ήταν, κατ’ ισχυρισμόν, το φανταστικό.  Ως προς την παράλειψη να της τεθεί, σημειώνουμε και πάλιν ότι προσπάθησε μέσω της προσφιλούς του μεθόδου να μετακυλήσει τις ευθύνες, αναφέροντας ότι δεν είναι ο ίδιος που αντεξέταζε για να της το θέσει ενώ μετά παραδόξως ανέφερε ότι οι περιπτώσεις συνεύρεσης στη Μαρίνα ήταν περισσότερες, θέση την οποία στη συνέχεια ανασκεύασε και πάλιν λέγοντας πως οι συνευρέσεις εκεί ήταν δύο.  

 

Πέραν όμως τούτου δεν της τέθηκε ούτε και η έτερη (ουσιώδης) θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του σε σχέση με τα περιστατικά στη Μαρίνα και δη ότι οι συνευρέσεις στη Μαρίνα γινόντουσαν εκτός του οχήματος σε χαλάκι που τοποθετούσαν στο έδαφος.  Θέση που και πάλιν ο ίδιος επέλεξε να προωθήσει μονόπλευρα.  Όταν του τέθηκε το ζήτημα αυτό, προσπάθησε και πάλι υπεκφεύγοντας να αναφέρει ότι δεν υποβλήθηκε επειδή δεν ήταν ο ίδιος που αντεξέταζε[99].  Ενδεικτικό δε της υπερβολής του, ήταν πως έφτασε στο σημείο να αναφέρει ότι δεν τέθηκαν οι θέσεις του επειδή απουσίαζε από την αίθουσα, κατά τον χρόνο που έδιδε μαρτυρία η Παραπονούμενη. Αναφερόμενος βέβαια στη διαδικασία που ακολουθήθηκε αφότου η Παραπονούμενη κρίθηκε πως ήταν μάρτυρας που έχρηζε βοηθείας, όπου, εκ των μέτρων που διατάχθηκαν προς βελτίωση της ποιότητας της μαρτυρίας της, ήταν να δώσει μαρτυρία στην απουσία του Κατηγορούμενου.  Ο οποίος βέβαια δεν αποκλείστηκε εντελώς από τη διαδικασία αλλά την παρακολουθούσε πλήρως από το ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο όπου βρισκόταν.  Επομένως η θέση εκείνη που προέβαλε είναι προφανέστετα άλλη μια προσπάθεια να μετακυλήσει αλλού τις ευθύνες για τις αδυναμίες που είχε η εκδοχή που παρουσίασε. Και λέγουμε τούτο εφόσον είναι καταγραμμένα στα πρακτικά όλα τα μέτρα που λήφθηκαν έτσι ώστε, παρά το ότι ο Κατηγορούμενος παραδεκτώς δεν βρισκόταν στην αίθουσα, να μπορεί παρακολουθεί απρόσκοπτα τη δίκη και να παρεμβαίνει όπως και παρενέβη σε πολλά σημεία, ως άλλωστε και τα ίδια τα πρακτικά επιμαρτυρούν.  Προτού δε ολοκληρωθεί η αντεξέταση της Παραπονούμενης, δόθηκε και πάλιν χρόνος στο συνήγορο του για να διαβουλευθεί μαζί του για τυχόν επιπλέον θέματα που επιθυμούσε να θέσει. Εξ ου και εν τέλει βέβαια αναγκάστηκε να παραδεχθεί πως άκουγε και είχε πλήρη αντίληψη του τι συνέβαινε.

Ογδοο Περιστατικό

Με ανάλογο τρόπο ήταν η θέση της πως επεσυνέβη και το δεύτερο περιστατικό στη Μαρίνα, όγδοο κατά σειρά.   Προσδιορίζοντας το ανέφερε ότι έλαβε χώρα μέσα στον Σεπτέμβριο του 2023[100] και το περιέγραψε με περισσότερη λεπτομέρεια κατά την προφορική της μαρτυρία. Ανέφερε συγκεκριμένα πως της τηλεφώνησε ενώ ήταν στη δουλειά και την ρώτησε αν θα έκαναν σεξ και πιο συγκεκριμένα της ζήτησε «to give him pussy». Ως η θέση της επέμενε και ζητούσε απάντηση και έτσι του έδωσε την απάντηση που ήθελε, όσο και αν αυτό δεν ήταν καθόλου αυτό που ήθελε η ίδια.  Εξηγώντας τη θέση της αυτή ανέφερε πως γνώριζε πως αν δεν του απαντούσε όπως ήθελε θα της δημιουργούσε πρόβλημα στην υποδοχή του ξενοδοχείου, έτσι του απάντησε με τον τρόπο που ήθελε για να αποφύγει την πιο πάνω εξέλιξη.  Περιγράφοντας δε το συμβάν ανέφερε «Με πήρε ξανά στη Μαρίνα, έκανε το ίδιο πράγμα, πάρκαρε το αυτοκίνητο και εγώ πήγα πίσω και ξεκίνησε να παίζει μαζί μου ξανά (δείχνει το στήθος της) μου είπε ξανά ότι είμαι στεγνή, «Ξέρω πως δεν με θέλεις επειδή με φοβάσαι επειδή όταν προσπαθώ να τελειώσω δεν μπορώ επειδή είσαι στεγνή, δεν βλέπω την ευτυχία στο πρόσωπό σου» αλλά συνέχιζε»[101]. Ερωτηθείσα αν εκσπερμάτωσε, κλαίγοντας ανέφερε πως νομίζει πως τελείωσε μέσα της ενώ κληθείσα να προσδιορίσει πόση ώρα διήρκεσε η είσοδος του πέους του στον κόλπο της ανέφερε «Πολλή ώρα» και συνεχίζοντας να κλαίει ανέφερε «Εκείνη τη μέρα του έλεγα ότι είμαι κουρασμένη» μου είπε «Δεν μπορώ πρέπει να τελειώσω και έτσι έκανε, μέχρι να κάνει ό,τι ήθελε παρόλο που έκλαιγα θα έκανε εκείνο που ήθελε. (η μάρτυρας κλαίει)»[102].

 

Ένατο Περιστατικό – 15.9.23

Το περιστατικό αυτό ήταν το τελευταίο κατά σειρά πριν την καταγγελία.   Περιγράφοντας το στην πρώτη της κατάθεση (Έγγραφο Ε) αναφέρει ότι στις 15.9.23, ημερομηνία την οποία ευλόγως, θεωρούμε, σε αυτή την περίπτωση θυμόταν αφού ήταν πολύ κοντά με την καταγγελία, τελείωσε από τη δουλειά της και ήρθε ο Κατηγορούμενος να την πάρει στις 15:30.  Όταν σταμάτησαν έξω από το διαμέρισμα της ο Κατηγορούμενος τη ρώτησε αν θα του έδινε «pussy» το βράδυ. Στην αρχή δεν απάντησε και όταν ρώτησε ξανά του απάντησε «Δεν ξέρω».  Ακολούθως όταν πήγε στο διαμέρισμα της αυτός της τηλεφωνούσε και της ζητούσε να του δώσει απάντηση αν θα έκανε σεξ μαζί του και την αποκαλούσε «πουτάνα». Όπως δε διευκρίνισε με τη δεύτερη της κατάθεση (Έγγραφο Στ), όταν του είπε ότι δεν είναι «μηχανή του σεξ» της είπε «Έρχομαι τώρα να δημιουργήσω προβλήματα και θα δεις τι πρόκειται να σου κάνω».  Επειδή φοβήθηκε, πήγε κατευθείαν στο υπόγειο και ενώ ήταν στο πίσω μέρος του κτιρίου τον είδε να πηγαίνει πάνω στο διαμέρισμα φωνάζοντας «Ρα πουτάνα Μαίρη, Μαίρη». Όταν κατάλαβε ότι θα δημιουργούσε προβλήματα του τηλεφώνησε και του είπε με καλό τρόπο «Σε παρακαλώ άσε με να κοιμηθώ και έλα αργότερα να με πάρεις» και έτσι πήγε στις 19:00 και της είπε ότι την περίμενε κάτω.  Σημειώνουμε δε πως κατά την εν λόγω ημερομηνία δεν αμφισβήτησε πως του είχε αφήσει να γίνει αντιληπτό πως θα είχαν σεξουαλική επαφή (βλ. και Έγγραφο Ε, σελ. 4 γρ. 4 όπου του είπε «οκ θα σου δώσω»). Η ίδια προσπάθησε να αποφύγει να έρθει στο διαμέρισμα της για τον ίδιο λόγο που εξηγήσαμε στο πλαίσιο του έβδομου περιστατικού, έτσι του είπε ψέματα ότι δήθεν προτιμούσε να κάνουν σεξ μέσα στο αυτοκίνητο. Έτσι στις 19:00 της τηλεφώνησε λέγοντας της πως την περιμένει κάτω από το διαμέρισμα της, και αυτή πήγε κάτω, μπήκε στο όχημα του και κάθισε στη θέση του συνοδηγού δίπλα από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος οδήγησε το όχημα του στην Μαρίνα της Αγίας Νάπας όπου και έκαναν σεξ στις πισινές θέσεις.  Αυτή ξάπλωνε και αυτός ήταν από πάνω της. Ενώ αυτός έκανε σεξ μαζί της αυτή του ζήτησε να σταματήσει και του είπε «αρκετά». Αυτός όμως συνέχισε και της ζητούσε να τον βοηθήσει να τελειώσει και εν τέλει δεν τελείωσε επειδή δεν του επέτρεψε να τελειώσει μέσα της όπως ήθελε, ενώ παράλληλα παραπονιόταν πως ήταν στεγνή στα γεννητικά όργανα και λόγω αυτού ήταν δύσκολο για τον ίδιο να τελειώσει. Σταμάτησε τελικώς επειδή άρχισε να φωνάζει ότι ήταν κουρασμένη και ήθελε να πάει σπίτι. Μετά από μιάμιση περίπου ώρα την πήρε πίσω στο διαμέρισμα της και έφυγε.

 

Σε σχέση με το περιστατικό αυτό, σχετίζεται βέβαια και κάποια επικοινωνία που εντοπίζεται στο Τεκμήριο 13 και η οποία συνδέεται χρονικά με το περιστατικό αυτό και την οποία η μάρτυρας σχολίασε κατά τη μαρτυρία της στην κυρίως εξέταση. 

 

Αρχίζοντας από την προηγούμενη μέρα 14.9.23, φαίνεται πως ο Κατηγορούμενος της απέστειλε στις 22:10 μήνυμα με το οποίο της λέει «You are different, you are unique and I love you very much» με την ίδια να του απαντά την επομένη το πρωί στις 06:06:24, «Good morning», πλέον 4 emojis που με ειλικρίνεια δέχθηκε πως δείχνουν αγάπη. Παράλληλα όμως με αμεσότητα εξήγησε πως ήταν κάτι που έπρεπε να κάνει κάθε πρωί, διότι αν δεν το έκανε θα είχε πρόβλημα στη συνέχεια. Της απάντησε και αυτός «Oh good morning» και επίσης την ενημέρωσε «My love, I sleep in the car», κάτι που όπως εξήγησε  συνήθιζε να κάνει για να την παρακολουθεί, για να ξέρει πότε φεύγει η συγκατάτοικος της και να μπορεί να πηγαίνει. Και το οποίο ως υποδείξαμε επιμαρτυρείται και από τα όσα παρατήρησε η Μ.Κ.3 και ο Μ.Κ.4.  Η ίδια του απαντά «Νο problem» στις 08:09:27 ενώ βρισκόταν στη δουλειά της.   Ενώ δε ακόμα βρισκόταν εκεί ο ίδιος φαίνεται να της στέλνει σειρά μηνυμάτων «Mary mou I love you», «Υoure my UNIQUE PRINCESS», «I miss you too much» και η ίδια του απαντά «Thanks» με μια καρδιούλα, γιατί όπως εξήγησε, σε συνοχή με την εκδοχή που προώθησε, ήθελε να κρατήσει τα πράγματα σε ηρεμία και να της επιτρέψει να δουλέψει. Είναι βέβαια γεγονός πως αν η ίδια αισθανόταν το ίδιο δεν θα αναμενόταν να του έλεγε “thanks” αλλά θα απαντούσε με κάποιο ανάλογα θερμό τρόπο κάτι που συνάδει με τη θέση της ως προς το σκοπό για τον οποίο προέβαινε στις επικοινωνίες μαζί του. Μετά από δύο δικά του μηνύματα η ίδια του αποστέλλει φωνητικό μήνυμα στις 11:59:39 όπου του λέει «θα φάω, δεν υπάρχει κάτι να πούμε, θα φάω» επειδή ως εξήγησε ήταν η ώρα του μεσημεριανού, αυτός της απαντά «Οk when you have time call me my love» και η ίδια του απαντά πάλι με φωνητικό λέγοντας του πως μόλις τελείωσε το φαγητό και θα ανέβει πάνω για να κάνει τις αναχωρήσεις, αυτός την παραπέμπει να δει το status που έχει δημοσιεύσει και η ίδια του απαντά «Thanks darling» και αυτός της λέει «Welcome my love» ενώ στις 14:58:42 του στέλνει ένα ηχητικό με το οποίο του αναφέρει ότι είναι πολύ απασχολημένη, ότι μόλις τελείωσε και ότι επρόκειτο να πακετάρει τα πράγματα της. Τούτο ως εξήγησε το έκανε γιατί της τηλεφωνούσε και δεν απαντούσε, τηλεφωνήματα που συνήθως δεν είχαν κάποιο ουσιαστικό λόγο αλλά γίνονταν για να την πιέζει και να την ενοχλεί.  Φαίνεται δε εν ολίγοις πως, σε συνάφεια με τα όσα ενώπιον μας εξιστόρησε, αισθανόταν την ανάγκη να του δίνει αναφορά έτσι ώστε αυτός να γνωρίζει που είναι και τι κάνει και να τον κρατά σε ηρεμία.   

 

Αυτός της απάντησε «No problem I love you» και «Dont worry my love» και η ίδια του απαντά «οκ» ενώ στη συνέχεια του στέλνει νέο ηχητικό στο οποίο του αναφέρει πως τελείωσε από τη δουλειά και θα πήγαινε στο σπίτι. 

 

Δεν μας διαφεύγει πως στην προσπάθεια της να εξηγήσει, κατά την προφορική της μαρτυρία, γιατί ένιωσε την ανάγκη να στείλει το πιο πάνω μήνυμα με το οποίο έδινε ουσιαστικά αναφορά στον Κατηγορούμενο ως προς το τι έκανε, ανέφερε πως το έστειλε επειδή αν δεν το έκανε θα της δημιουργούσε πρόβλημα την ώρα που θα έφευγε με την έννοια του γιατί δεν τον περίμενε. Μάλιστα ανέφερε πως του απέστειλε ουσιαστικά το ίδιο μήνυμα ξανά, σχεδόν ταυτόχρονα, το οποίο εξήγησε με τον ίδιο τρόπο, αφού κλαίγοντας ανέφερε πως δεν θα μπορούσε να πάει στο σπίτι της χωρίς να του δώσει λογαριασμό γιατί θα της δημιουργούσε πρόβλημα, με την έννοια του ότι είτε θα πήγαινε ο ίδιος στο σπίτι της, ή θα της έκανε κάποια επίθεση στο δρόμο και επειδή δεν ήθελε να το αντιμετωπίσει αυτό, του έστελνε αυτά τα μηνύματα. Παράλληλα τον αποκαλεί «αγάπη μου» και του λέει πως τον αγαπά, ακριβώς για να μην την ενοχλήσει.  

 

Το ότι τέτοια σκηνικά είχε βιώσει στην πορεία της όλης σχέσης της μαζί του είναι κάτι που αποδεχόμαστε ότι συνέβη, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας. Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση τα μηνύματα που ακολούθησαν και συγκεκριμένα το ηχητικό μήνυμα στις 19:14, για το οποίο γίνεται λόγος στα πρακτικά ημερ. 8.5.25, σελ. 15 γρ.15-18 και σελ. 36 γραμμή γρ. 8-10, μαρτυρεί ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία δεν είχε πάει περπατητή στο σπίτι αλλά ότι ο Κατηγορούμενος την είχε παραλάβει και τη μετέφερε στο σπίτι της.  Ως δηλαδή ακριβώς περιγράφει τα γεγονότα στην κατάθεση της, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, δόθηκε πολύ πιο κοντά στα γεγονότα απ’ ότι η μαρτυρία της στο Δικαστήριο.  Το γεγονός λοιπόν ότι φαίνεται πως μπέρδεψε το τι ακριβώς είχε γίνει τη δεδομένη ημερομηνία σε αυτή τη πτυχή, κατά την προφορική της μαρτυρία, δεν θεωρούμε πως είναι στοιχείο ικανό για να καταρρίψει το σύνολο της μαρτυρίας της.  Ιδίως εάν συνεκτιμηθεί ο όγκος των επικοινωνιών που είχαν αλλά και ο χρόνος που παρήλθε έκτοτε. 

 

Το ουσιώδες εδώ είναι το γεγονός πως εν τέλει ως και η ίδια ανέφερε τα όσα εντοπίζονται στη μεταξύ τους επικοινωνία συνάδουν με τα όσα ανέφερε η ίδια στην κατάθεση της.  Πιο συγκεκριμένα θέση της ήταν πως αφότου την πήρε στο σπίτι, η ίδια ναι μεν δεν του απέκλεισε το ενδεχόμενο να έκαναν σεξ εκείνο το βράδυ ωστόσο δεν του έδωσε ξεκάθαρη απάντηση (βλ. κατάθεση Έγγραφο Ε (σελ. 3, γρ.21-23) όπου αναφέρει «When we stopped outside of my apartment Christakis asked me if I was going to give him pussy at nightAt the beginning I didnt answer and when he asked me again, I answerI dont know”) και έτσι αυτός συνέχισε να της τηλεφωνεί χωρίς η ίδια να του απαντά, κάτι που μαρτυρείται από τις αναπάντητες κλήσεις που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 13.  Κάτι που παράλληλα υποστηρίζει και τη θέση της περί του ότι δεν σταματούσε μέχρι να πάρει την απάντηση που ήθελε. Εν συνεχεία αυτός της αποστέλλει ηχητικό στο οποίο της αναφέρει «Fake promises», προφανώς επειδή ενώ δεν του είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο να κάνουν σεξ, μετά δεν του απαντούσε τις κλήσεις για να του δώσει την απάντηση που ήθελε. Ακολουθούν άλλες δύο αναπάντητες κλήσεις από τον ίδιο και στη συνέχεια η ίδια του αποστέλλει ηχητικό όπου του αναφέρει «γιατί κάθε λεπτό που μου τηλεφωνάς είναι για το sex». Ακολουθούν άλλες αναπάντητες κλήσεις και ακολούθως άλλο ηχητικό από την ίδια όπου τον επικρίνει ουσιαστικά για την εμμονή του στο σεξ.  Ακολουθούν και άλλες κλήσεις ενώ εκ του επόμενου ηχητικού που η ίδια του αποστέλλει, προκύπτει πως μέσω κάποιας εκ των ενδιάμεσων κλήσεων, είχαν μιλήσει.  Το συγκεκριμένο μήνυμα εμφανίζεται στις 15:53 (βλ. Τεκμήριο 13), όπου η Παραπονούμενη του λέει: «Είμαι πραγματικά κουρασμένη με τη συνήθεια σου».  Και τούτο γιατί όπως εξήγησε αυτός ήθελε να τσακωθεί μαζί της και της είπε πως θα τσακωθεί μαζί της όπου την βρει, εξ ου και  η ίδια διερωτάται γιατί θα έπρεπε να τσακωθεί μαζί της και τι του έκανε για να θέλει κάτι τέτοιο. 

Σημειώνεται δε εδώ πως και στην κατάθεση της Έγγραφο ΣΤ, αναφέρει πως όταν η ίδια αντέδρασε στην απαίτηση του να του απαντήσει αναφορικά με το σεξ (λέγοντας του «I am not your sex machine») αυτός της είπε πως θα ερχόταν για να της δημιουργήσει πρόβλημα λέγοντας της θα δεις τι θα σου κάμω.  Εξ ου και η ίδια στη συνέχεια αφότου την καλεί αυτός στις 15:54:18, τον καλεί και η ίδια για να δει που βρισκόταν επειδή ακριβώς, ως εξήγησε,  σχεδίαζε να πάει εκεί και να δημιουργήσει πρόβλημα.  Αυτός της απορρίπτει την κλήση (15:54:29) όπως και μια επομένη κλήση (15:54:48) σε σχέση με την οποία ανέφερε πως επειδή αυτός σχεδίαζε να πάει στο σπίτι της και να δημιουργήσει πρόβλημα, η ίδια έφυγε από το σπίτι.  Κάτι το οποίο πράγματι αναφέρει και στην κατάθεση της (Έγγραφο ΣΤ) πως έπραξε.  Θυμίζουμε πως εκεί ανέφερε (βλ. σελ. 7, γρ. 17-21) ότι επειδή ακριβώς την είχε απειλήσει πως θα πήγαινε στο σπίτι της για να δημιουργήσει πρόβλημα η ίδια κατευθύνθηκε προς το υπόγειο και ενώ βρισκόταν στο πίσω μέρος του συγκροτήματος τον είδε που ανέβηκε προς το σπίτι της φωνάζοντας της «ra poutana, Mary, Mary».  Ακολούθως ως επίσης αναφέρει στην κατάθεση της η ίδια βλέποντας που οδηγούνταν τα πράγματα, επέλεξε να του μιλήσει με καλό τρόπο και να του πει να την αφήσει να κοιμηθεί και να επανέλθει να την πάρει στις 19:00.  Κάτι που εν πολλοίς επιβεβαιώνεται μέσα από το Τεκμήριο 13, αφού μετά τις εκατέρωθεν κλήσεις που μεσολαβούν μέχρι τις 16:21, η ίδια του απαντά με ηχητικό λέγοντας του «Ποιος σου είπε ότι είσαι ο σκύλος μου δεν είναι καλά αυτά τα πράγματα που λες», επειδή ως εξήγησε προηγουμένως που τσακώνονταν για την εμμονή του στο σεξ αυτός της είπε ότι του συμπεριφερόταν σαν σκύλος και πως δεν τον θέλει και γι’ αυτό στο πλαίσιο της προσπάθειας της να κατευνάσει τα πράγματα φαίνεται να του μιλά με αυτό τον τρόπο, σε μια προσπάθεια προφανώς να διασκεδάσει τις ανησυχίες του.  Πράγματι φαίνεται να επιτεύχθηκε ο στόχος της να τον κατευνάσει, αφού ως προκύπτει από το Τεκμήριο 13 ακολουθούν φωνητικά μηνύματα στα οποία της εκφράζει την απογοήτευση του. Εξήγησε η μάρτυρας πως αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι εκείνος ήθελε συνέχεια να μιλά για το sex ενώ εκείνη δεν ήθελε να τον ακούει, ενώ όταν της ζητούσε ''κάτι'', εκείνη έκανε πως δεν καταλάβαινε[103].

Θέση της στην κατάθεση (Έγγραφο Στ) ήταν ακόμα πως επειδή ακριβώς είχε αυτή τη συμπεριφορά έναντι της, του είπε να την αφήσει να κοιμηθεί και να περάσει να την πάρει στις 19.00. Έτσι φαίνεται να εξηγείται το κενό που εμφανίζεται στις επικοινωνίες τους στο Τεκμήριο 13 μέχρι τις 18:22 όπου επανέρχεται και της αποστέλλει μήνυμα ρωτώντας την αν κοιμάται, με την ίδια να του απαντά στις 19:04 και τον ίδιο να της ανταπαντά «Want», που όπως εξήγησε εκ των αγγλικών του γνώριζε πως την ρωτούσε «What». Ακολουθούν κάποιες κλήσεις και στη συνέχεια η ίδια στις 19:08:40 του απαντά με το μήνυμα ''Stop to think bad about our relationship, me I love you ok?''. Ως εξήγησε του έγραψε αυτό το μήνυμα επειδή της παραπονιόταν ότι η ίδια  είχε κοιμηθεί και ότι δεν ήθελε να τον παντρευτεί. Μιλούσε για γάμο όμως εκείνο το οποίο κρυβόταν πίσω από την λέξη, ήταν το σεξ όπως είπε η μάρτυρας. Της αποστέλλει ακολούθως η ώρα 19:09:43 φωνητικό μήνυμα στο οποίο της λέει για υποσχέσεις που η ίδια δεν τηρεί. Εξήγησε η μάρτυρας πως και πάλι αναφερόταν σε υποσχέσεις για sex και ότι ήθελε μια απάντηση[104]. Η ώρα 19:14:18 η ίδια του αποστέλλει φωνητικό μήνυμα λέγοντάς του ότι την στιγμή που κατέβαινε από το αυτοκίνητο του είπε ότι ήταν πολύ κουρασμένη και ότι ήθελε να ξεκουραστεί και ότι όταν την ρώτησε αν το βράδυ θα συναντιόντουσαν, του απάντησε ''ναι''. Του επισημαίνει στη συνέχεια ότι δεν του απέκλεισε το ενδεχόμενο να κάνουν σεξ και τον επικρίνει ότι όλη την ώρα μιλά για το σεξ. Όπως εξήγησε, του άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να κάνουν σεξ σε μια προσπάθειά της να τον ηρεμήσει, για να μην κάνει τρέλες, να μην την χτυπήσει[105]. Εν τέλει η ώρα 19:28:21 της αποστέλλει φωνητικό λέγοντας της ότι σε 10 λεπτά θα είναι εκεί εκφράζοντάς της συνάμα  παράπονα ότι όλα όσα του δίνει είναι λίγα, ακόμη και η αγάπη της και τα φιλιά της.

 

Κάτι που εν πολλοίς συνάδει με την αναφορά στην κατάθεση της όπου τοποθετεί την άφιξη του Κατηγορούμενου στις 19:00.  Το αν υπάρχει κάποια χρονική απόκλιση μερικών λεπτών δεν έχει βέβαια τόση σημασία. Το ουσιώδες εδώ στο οποίο παρέμεινε σταθερή ήταν πως δεν ήθελε να πάει μαζί του, όμως προηγουμένως είχαν τσακωθεί και είχε πάει στο σπίτι της για να δημιουργήσει πρόβλημα, έτσι αποφάσισε να πάει μαζί του[106] ξέροντας τι επρόκειτο να συμβεί εάν δεν πήγαινε. Θα την κτυπούσε, δεν θα την άφηνε ήσυχη στο σπίτι, θα πήγαινε και  θα κτυπούσε την πόρτα, θα έκανε πρόβλημα γι' αυτό έπρεπε να τον ακολουθήσει[107]. Περί ώρα 19:35  ήρθε και την παρέλαβε, την μετέφερε στην περιοχή της Μαρίνας Αγίας Νάπας όπου και εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα που αναφέρει στην κατάθεση της.

 

Ό,τι άλλο θα πρέπει να τονίσουμε είναι πως παρόλο που είχε και αυτή τη φορά «φαινομενικά» συναινέσει να πάει μαζί του στη Μαρίνα, εντούτοις και πάλιν ο ίδιος εκ των αντιδράσεων της καταλάβαινε πως δεν ήθελε τη σεξουαλική επαφή μαζί του.   Προς τούτο παραπέμπουμε στα πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 6, γρ. 9 - 16 όπου αναφερόμενη στο περιστατικό αυτό ανέφερε τα εξής:

 

«Α. Φτάσαμε στη Μαρίνα και σταμάτησε το αυτοκίνητο, όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο ήμασταν μέσα, εκείνος τράβηξε τις θέσεις και βρέθηκα στις πίσω θέσεις και ξεκίνησε να παίζει μαζί μου (δείχνει το στήθος της) και μου έλεγε είμαι ξηρή και «Ξέρω ότι δεν με θέλεις, είσαι στεγνή, δεν με θέλεις επειδή εάν κάποιος θέλει σεξ, κάποια θέλει σεξ θα ήταν υγρή» Δεν μίλησα, ήταν εκεί μέχρι να κάνει εκείνο που ήθελε, αφού δοκίμασε μια φορά και δεν τελείωσε μου είπε «Σε παρακαλώ, άφησε με να δοκιμάσω δεύτερη φορά» του είπα «Είμαι κουρασμένη» μου είπε «Σε παρακαλώ, ξέρω ότι δεν με θέλεις» Και το έκανε για δεύτερη φορά.»

 

Ως προς τη δεύτερη φορά που ήρθε σε συνουσία μαζί της στα πισινά καθίσματα[108], ανέφερε ότι σε κάποια στιγμή του είπε να σταματήσει όμως εκείνος συνέχισε για ακόμη περίπου πέντε λεπτά, μέχρι που η ίδια άρχισε να φωνάζει λέγοντάς του ότι ''εάν δεν σταματήσεις θα φωνάξω και θα έρθουν άνθρωποι, θέλω να πάω σπίτι είμαι κουρασμένη'' οπόταν εκείνος ξεκίνησε να της φωνάζει ''σκύλα, πουτάνα''[109] και σταμάτησε χωρίς να καταφέρει εκσπερματίσει όταν εν τέλει κατάλαβε πως φώναζε δυνατά έτσι που θα μπορούσε να ακουστεί[110].  Υπενθυμίζουμε εδώ ότι ο λόγος που είχε επιλέξει τη Μαρίνα για να συνευρεθεί μαζί του, ήταν ακριβώς επειδή πίστευε πως θα μπορούσε φωνάζοντας να τον σταματήσει, όπως και έπραξε.

 

Ακολούθως δεν αμφισβητείται πως την επέστρεψε στο σπίτι της. Στις 20:46, δε που φαίνεται να την ξαναπήρε τηλέφωνο, η ίδια  βρισκόταν ήδη πίσω στο σπίτι της κάτι που επιβεβαιώνει σε γενικές γραμμές και την αναφορά της ως προς τη χρονική διάρκεια του συμβάντος, ως την καθόρισε στην κατάθεση της όπου αναφέρει ότι μετά από ενάμιση ώρα την επέστρεψε πίσω.

 

Ό,τι άλλο ενδιαφέρει στη συνέχεια είναι και το περιεχόμενο της μετέπειτα επικοινωνίας τους.   Εκ του Τεκμηρίου 13 προκύπτει ότι αυτός άρχισε και πάλι να  παραπονείται ότι δεν ήθελε να είναι μαζί του, ότι ενώ πήγε μαζί του στη συνέχεια ήθελε να επιστρέψει σπίτι της και πως τον αντιμετώπιζε ως να ήταν ''καρκίνος'' για  την ίδια[111]. Η ώρα 21:00 του απέστειλε φωνητικό μήνυμα λέγοντας του ''αγάπη μου, μόλις τέλειωσα το ντους μου, τρώω'', ''αργότερα απλά σε ενημερώνω''. Επρόκειτο, όπως εξήγησε, για μήνυμα που σκοπούσε στο να τον ηρεμήσει λόγω των παραπόνων που μόλις προηγουμένως της έκανε διότι αν δεν το έκανε ακόμα και όταν την άφηνε στο σπίτι θα ερχόταν για να δημιουργήσει πρόβλημα και έτσι προσπαθούσε να τον ηρεμεί για να έχει τη ησυχία της[112]. Την καλούσε συνέχεια κι εκείνη του είπε ''later'' εννοώντας πως θα του μιλούσε αργότερα, είτε την επαύριον, είτε καθόλου. Αποσκοπούσε, τέλος πάντων, στο να τον ηρεμήσει για να έχει την ησυχία της, πράγμα το οποίο, προς στιγμήν,  πέτυχε αφού εκείνος της απάντησε ''όνειρα γλυκά, σε αγαπώ'', μ' εκείνην να ανταποδίδει με εικονοσύμβολο (emoji) ("Smiling Face with Hearts"), ως ένδειξη εκτίμησης που εκείνη τη φορά την κατάλαβε[113]. Ωστόσο, αργότερα, τα παράπονά του  για το ότι συνέβη στη Μαρίνα συνεχίστηκαν μ' εκείνη να προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του για να τον ηρεμήσει έτσι ώστε να μπορέσει να κοιμηθεί χωρίς προβλήματα.  

 

Η επομένη - 16.9.23

Από το Τεκμήριο 13 όμως επιβεβαιώνεται και η θέση της πως στις 16.9.23 δεν έγινε κάποιο αξιοσημείωτο περιστατικό αφού της είχε πει πως δεν θα μπορούσε να την πάρει το πρωί στη δουλειά ενώ το βράδυ στις 21:30 όταν τελείωσε πήγε και την πήρε, της πήρε και φαγητό και την μετέφερε στο διαμέρισμα της και έφυγε.  Η ίδια δε αναφερόμενη στις επικοινωνίες τους ως προκύπτουν από το Τεκμήριο 13 παρέμεινε απόλυτα σταθερή στην εκδοχή της, εξηγώντας τον λόγο, που του έστειλε το πρωί της 16.9.23 «goodmorning» με emojis αγάπης.  Επί τούτου ανέφερε ότι επειδή το προηγούμενο βράδυ της είχε αποστείλει μηνύματα και κλήσεις στα οποία δεν απάντησε, φοβόταν ότι συνεπεία τούτου, αν δεν του έστελνε μηνύματα με αυτό τον τρόπο, θα της δημιουργούσε πρόβλημα.   Εξ ου και φαίνεται να του στέλνει δύο μηνύματα στις 08:20 όταν η ίδια βρισκόταν στη δουλειά, τον ρωτά αν κοιμάται και του βάζει και emojis, για να εξηγήσει πως προκαλούσε την ανταπόκριση του για να ξέρει τι είχε στο μυαλό του επειδή υποψιαζόταν πως θα ήταν θυμωμένος μαζί της που δεν του απάντησε το προηγούμενο βράδυ.  Έτσι κατέστη σαφές εκ των αναφορών της πως αυτό που επεδίωκε, ήταν αυτός να δει τα μηνύματα και να ηρεμήσει[114]. Τα όσα δε ακολουθούν πάντως συνάδουν πάντως με τη θέση της ως προς τα προηγηθέντα το προηγούμενο βράδυ.  Και τούτο αφού μετά τα πιο πάνω μηνύματα αυτός της απαντά «good morning my love», ανταλλάσσουν κάποια μηνύματα με τον ίδιο να της αποστέλλει στις 9:05:12 am μήνυμα όπου της λέει «Μωρό μου Ι was mistake for the last night» και ακολούθως «sorry I come to take you home my love» και την Παραπονούμενη να του απαντά οκ.  Ακολούθως στις 02:13:42 του λέει ότι είναι πολύ απασχολημένη επειδή ως εξήγησε αυτός την καλούσε ενώ δούλευε. Η ίδια δε αναφέρει πως τον αποκαλεί «my love» επειδή ως πολλάκις επανέλαβε αυτό έπρεπε να κάνει για να κρατά τα πράγματα σε ηρεμία.  Τόνισε πάντως πως εκείνος γνώριζε πολύ καλά ότι όταν την πλησίαζε αυτή φοβόταν, ότι δεν ήθελε να την αγκαλιάσει ούτε να την αγγίξει, και πως στα μηνύματα προσποιείτο όταν  του έλεγε ''I love you'', ''σε αγαπώ'', πράγμα που έκανε ώστε να μην του δώσει κάποια αφορμή, αφού τον φοβόταν[115].  Ακολουθούν και άλλες επικοινωνίες όπου ο Κατηγορούμενος φαίνεται να εκφράζει παράπονα, χωρίς ωστόσο να δημιουργεί κάποιο επεισόδιο κάτι που ως ήδη είπαμε επιβεβαιώνει τη θέση της Παραπονούμενης στην κατάθεση της πως δεν έγινε κάποιο άλλο συμβάν εκείνη την ημέρα.   

 

Ο Κατηγορούμενος βέβαια προσπάθησε να δώσει άλλη ερμηνεία στο μήνυμα-απολογία «Μωρό μου Ι was mistake for the last night» και δη ότι της απολογείτο επειδή δεν έκαναν σεξουαλική επαφή το προηγούμενο βράδυ, ενώ αυτή ήθελε.   Συγκεκριμένα ανέφερε πως το προηγούμενο βράδυ η ίδια δεν ήταν υγρή στον κόλπο οπόταν κατάλαβε ότι δεν ήθελε σεξουαλική επαφή μαζί του και έτσι σταμάτησαν ενώ όταν στη συνέχεια άρχισαν ξανά «τα παιχνίδια» και κατάλαβε πως η ίδια ήθελε σεξ, από εγωϊσμό δεν προχώρησε σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Βέβαια τέτοια θέση ουδέποτε τέθηκε στην Παραπονούμενη ενόσω κατέθετε για να τοποθετηθεί και συνεπώς αδυνατούμε να προσδώσουμε σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα, ούτε βέβαια μπορούμε να αποδεχθούμε πως η απολογία του αφορούσε το ζήτημα τούτο.  Αφήνουμε κατά μέρος πως στην Παραπονούμενη, η οποία ανέφερε πως υπήρξε σεξουαλική επαφή χωρίς τη συναίνεση της, υποβλήθηκε ότι η σεξουαλική εκείνη επαφή έγινε με τη συναίνεση της. Η ίδια πάντως ερωτηθείσα σχετικά για το μήνυμα αυτό ειλικρινώς ανέφερε ότι ''ίσως να ήταν για τα πράγματα που μου κάνει''[116].

 

Η ημέρα της καταγγελίας – 17.9.23

Όσον αφορά τώρα τις 17.9.23, θέση της ήταν πως αυτός ήρθε στο διαμέρισμα της γύρω στις 05:40 και επειδή εκείνη την ώρα προσευχόταν, ο Κατηγορούμενος κάθισε στο σαλόνι και την περίμενε για να τελειώσει για να την πάρει στη δουλειά της.  Καθ’ οδόν προς το ξενοδοχείο ο Κατηγορούμενος παραπονείτο ότι σταμάτησε να τον αγαπά και ότι τον άφησε να κοιμηθεί στο αυτοκίνητο με την ίδια να προσπαθεί να του εξηγήσει ότι πρέπει να σταματήσει να της κάνει αυτά τα πράγματα και πως η ίδια δεν θέλει να έχει οποιαδήποτε προβλήματα.  Όταν την άφησε στο ξενοδοχείο αυτός άρχισε να της αποστέλλει μηνύματα και να της τηλεφωνεί όλη την ώρα. Όταν του απάντησε, της ζήτησε να του επιστρέψει το ρολόι του το οποίο της είχε κάνει δώρο στο παρελθόν επειδή δεν το άξιζε, ως της είπε, και ότι θα το πωλούσε για να πάρει χρήματα.  Αυτός έμεινε έξω από το ξενοδοχείο και την περίμενε για να πάει εκεί.  Επειδή τον φοβόταν κάλεσε την υπεύθυνη της (την Μ.Κ.2) και της εξήγησε την κατάσταση.  Η Μ.Κ.2 πήγε έξω και του ζήτησε να φύγει και όπως την ενημέρωσε έφυγε από εκεί.  Η ίδια ήταν η θέση της και κατά την αντεξέταση της[117] όπου ανέφερε ότι αργότερα την ίδια μέρα όταν σχόλασε από την εργασία της, αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος την ακολουθούσε επίμονα και έτσι πήρε τηλέφωνο την Μ.Κ.2 η οποία τη συμβούλευσε να πάρει τηλέφωνο την Αστυνομία, πράγμα το οποίο η Παραπονούμενη είχε ήδη  πράξει. Μέχρι να  καταφθάσει η Αστυνομία μαζεύτηκαν γύρω της τουρίστες, ενώ κατέφθασε επί τόπου και η Μ.Κ.2[118].

 

Τα πιο πάνω επιβεβαίωσε εν πολλοίς και η Μ.Κ.2 με τη μαρτυρία της, λέγοντας πως στις 17.9.23 το πρωί στις 06.30, πριν ακόμα η ίδια μεταβεί στην εργασία της, ο Κατηγορούμενος είχε πάει στο ξενοδοχείο και περίμενε στο χώρο στάθμευσης, ωρυόταν και φώναζε και ζητούσε να δει τη Μ.Κ.2 για να της πει να πει της Παραπονούμενης να του επιστρέψει το ρολόι του, γιατί όπως φώναζε του το έκλεψε. Βέβαια ως ειλικρινώς εξήγησε η Μ.Κ.2 η ίδια δεν ήταν παρούσα για να μπορεί να μαρτυρήσει εξ ιδίας γνώσης για τα πιο πάνω τα οποία ευθέως παραδέχθηκε ότι της μεταφέρθηκαν από άλλους, αφού η ίδια δεν είχε πάει ακόμα στη δουλειά.  Όταν δε η ίδια πήγε στη δουλειά αυτός είχε φύγει.  Εξ ου και ανέφερε στην Παραπονούμενη πως έφυγε. Δεν μας έχει διαφύγει πως η Παραπονούμενη στην κατάθεση της αλλά και προφορικά δεν ήταν απόλυτα σαφής ως προς το εάν εν τέλει η Μ.Κ.2 βρέθηκε με τον Κατηγορούμενο το πρωί και του είπε να φύγει ή αν ο Κατηγορούμενος έμαθε πως η Μ.Κ.2 θα έφτανε και έφυγε.  Η δε Μ.Κ.2 υποστήριξε πάντως πως μέχρι η ίδια να πάει στη δουλειά της είχε φύγει.     

 

Δεν θεωρούμε βέβαια πως το ζήτημα αυτό έχει βέβαια ουσιαστική σημασία.  Και τούτο εφόσον το ουσιώδες εδώ είναι πως κατά τη διάρκεια της ημέρας είχαν επικοινωνία στο πλαίσιο της οποίας φαίνεται να επιβεβαιώνεται η θέση της Παραπονούμενης πως αυτός της ζητούσε να του επιστρέψει ένα ρολόι που της χάρισε. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της τηλεφώνησε και της είπε να μεσολάβήσει και να πει της Παραπονούμενης να τον συγχωρέσει και να συμφιλιωθούν αλλιώς να του δώσει το ρολόι του πίσω και η ίδια τον ενημέρωσε ότι η Παραπονούμενη της είχε ήδη δώσει το ρολόι.   Κάτι που επιβεβαιώνει και τη θέση της Παραπονούμενης πως της το είχε ήδη ζητήσει και εκείνης.  Εξ ου και το ρολόι βρισκόταν στα χέρια της Μ.Κ.2 για να του το επιστρέψει.  Η Μ.Κ.2 του ανέφερε ότι θα το άφηνε στην υποδοχή για να το παραλάβει και τότε αυτός της ανέφερε «Α, ώστε θέλει να με χωρίσει» καθώς και ότι θα πωλούσε το ρολόι. Πράγμα το οποίο, επίσης συνάδει με αυτό που η Παραπονούμενη ανέφερε ότι της είπε ο Κατηγορούμενος.   

 

Αναφερόμενη δε στη συνέχεια της ημέρας εκείνης, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι το απόγευμα όταν η Παραπονούμενη σχόλασε και ενώ η Μ.Κ.2 βρισκόταν ακόμα στο ξενοδοχείο η Παραπονούμενη της τηλεφώνησε και της είπε ότι ήταν έξω από το ξενοδοχείο «Anmaria» και ότι ο Κατηγορούμενος την κυνηγούσε με το όχημα του για να την χτυπήσει και ότι αυτή φοβόταν, η μάρτυρας της είπε να μείνει εκεί μέχρι να φύγει αλλά αυτή της είπε ξανά ότι φοβόταν πολύ και ήθελε βοήθεια και έτσι η μάρτυρας πήρε το αυτοκίνητο της και πήγε για να την βοηθήσει. Φτάνοντας δε εκεί ανέφερε ότι είδε ότι η Παραπονούμενη ήταν περικυκλωμένη από 7-8 τουρίστες οι οποίοι προσπαθούσαν να την προφυλάξουν ενώ ο Κατηγορούμενος ωρυόταν και φώναζε.  Η υπεράσπιση βέβαια επιχείρησε να αμφισβητήσει τη θέση της πως ωρυόταν και φώναζε, όμως η ίδια ήταν απόλυτα σταθερή πως παρόλο που το πρωί δεν ήταν παρούσα και δεν τον είδε να ωρύεται και να φωνάζει, αλλά το πληροφορήθηκε από άλλους υπαλλήλους που ήταν παρόντες, εντούτοις επέμεινε έντονα πως φώναζε τόσο κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν όταν της μιλούσε για την Παραπονούμενη το πρωινό, όσο και κατά το δεύτερο συμβάν που συνέβη αργότερα την ίδια μέρα και κατά το οποίο ήταν παρούσα[119].  Χωρίς ωστόσο ως ειλικρινώς ανέφερε να μπορέσει να διακρίνει τι έλεγε κατά το δεύτερο συμβάν, λόγω της απόστασης που τους χώριζε.  Ό,τι άλλο ανέφερε ήταν πως είδε ότι ένας υπάλληλος του ξενοδοχείου προσπαθούσε να τον διώξει.  Ανέφερε μάλιστα ειλικρινώς χωρίς να είναι «100% σίγουρη», πως αυτός ήταν που κάλεσε την αστυνομία, γεγονός  ενδεικτικό του ότι η μαρτυρία της δεν ήταν το αποτέλεσμα προσυνεννόησης με άλλους μάρτυρες κατηγορίας όπως η Παραπονούμενη ή ο Μ.Κ.6, των οποίων θέση ήταν ότι την αστυνομία κάλεσε η Παραπονούμενη.  Ήταν δε η θέση της πως μέχρι να κατεβεί από το αυτοκίνητο της στο μέρος έφθασε η αστυνομία και ο Κατηγορούμενος με το που αντελήφθη την παρουσία της αστυνομίας έφυγε. Βέβαια ο Μ.Κ.6 υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος είχε ήδη φύγει μέχρι να φτάσει η αστυνομία στο μέρος. Το αν ο Κατηγορούμενος είχε ήδη φύγει όταν ο Μ.Κ.6 μετέβη εκεί ή αν έφυγε ακριβώς με το που έφθασε, ως ήταν η θέση της Μ.Κ.2, δεν είναι κατά την κρίση μας ουσιώδες.   Το ουσιώδες είναι πως η μαρτυρία της επιβεβαιώνει πως δεν υπήρξε επικοινωνία του Κατηγορούμενου με την αστυνομία στο μέρος, ως ήταν άλλωστε και η θέση του Μ.Κ.6 αλλά και της Μ.Κ.2.  Η δε θέση της πως εκείνη τη μέρα δεν της είπε οτιδήποτε άλλο η Παραπονούμενη και πως η ίδια απλά έκανε αυτό που της ζήτησαν,  δηλαδή πήγε την Παραπονούμενη στον Σταθμό συνάδει τόσο με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης όσο και του Μ.Κ.6 που ήταν το πρόσωπο που της ζήτησε να μεταφέρει την Παραπονούμενη στον Σταθμό.

 

Το ότι βέβαια πράγματι επεσυνέβη κάποιο περιστατικό τη δεδομένη μέρα το παραδέχθηκε, ως ήδη υποδείξαμε, και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 (βλ. σελ. 7), όπου αναφέρει ότι το πρωί εκείνης της μέρας τσακώθηκαν γιατί όταν πήγε να την πιάσει και να την πάρει δουλειά την ρώτησε όπως πάντα «Ποιος σε αγαπά πιο πολλά;», αλλά αυτή αντί να του απαντήσει όπως πάντα «ο Χριστάθης Ανθίας», δεν του απάντησε και έφυγε με αποτέλεσμα ο ίδιος να θυμώσει και να την πάρει τηλέφωνο και να της πει «φτάνει» και να της ζητήσει του επιστρέψει το ρολόι που της χάρισε.  Όταν δε σχόλασε, ο ίδιος την περίμενε σχεδόν έξω από το σπίτι της για να μιλήσουν και όταν την είδε που ερχόταν με την φίλη της, άνοιξε την πόρτα και της ζήτησε να έρθει να μιλήσουν αλλά αυτή χωρίς λόγο ξεκίνησε να φωνάζει και να τρέχει και ο ίδιος προσπαθούσε να την σταματήσει ενώ όταν είδε πως δεν ήθελε να του μιλήσει της είπε να πάει εκεί κοντά στον κόσμο που είχε μαζευτεί και να της μιλά αυτός από μακριά, αλλά αυτή τηλεφώνησε στην αστυνομία, η οποία, ενώ ο ίδιος βρισκόταν εκεί, τον κάλεσε στο τηλέφωνο ζητώντας του να μεταβεί στον σταθμό.  

 

Παρά το ότι με βάση τα πιο πάνω, οι κύριες πτυχές του περιστατικού ως το περιέγραψε και η Μ.Κ.2 επιβεβαιώνονται (όπως η παρουσία του στο μέρος, η αναστατωμένη κατάσταση της Παραπονούμενης, ότι είχε μαζευτεί κόσμος και το ότι κλήθηκε η αστυνομία) εντούτοις κατά την αντεξέταση του έδωσε μια άλλη εκδοχή ως προς το γιατί η Παραπονούμενη έτρεχε και φώναζε, η οποία βέβαια ουδέποτε τέθηκε στην Παραπονούμενη ενώ κατέθετε. Αυτή αφορούσε το ότι αφότου την πήρε στη δουλειά πληροφορήθηκε από κάποιο γείτονα της πως το προηγούμενο βράδυ έκαναν πάρτι με ναρκωτικά, οπόταν ο ίδιος κάλεσε την Μ.Κ.2 και της το είπε.  Ήταν δε η θέση του πως η Μ.Κ.2 μετέφερε τα πιο πάνω στην Παραπονούμενη, η οποία τρομοκρατήθηκε επειδή ο ίδιος ανακάλυψε τι είχε κάνει και γι’ αυτό τον λόγο όταν τον είδε άρχισε να φωνάζει και να τρέχει. Βέβαια τίποτε απ’ αυτή την εκδοχή δεν τέθηκε στην Παραπονούμενη ούτε στην Μ.Κ.2 και συναφώς, αδυνατούμε να προσδώσουμε σε αυτήν οιαδήποτε βαρύτητα.

  

Αντίθετα η Παραπονούμενη παραμένοντας σταθερή στην εκδοχή της και κατά την αντεξέταση εξήγησε πώς ενώ φοβόταν τόσο πολύ τον Κατηγορούμενο, κατέληξε να τον καταγγείλει τη δεδομένη μέρα λέγοντας τα εξής[120]:

 

«φοβόμουν πως δεν έχω κανέναν, φοβόμουν πως εάν μιλούσα δεν θα μου δείξουν εμπιστοσύνη (η μάρτυρας κλαίει) και φοβόμουν το επρόκειτουν να μου κάνει.  Φοβόμουν ότι θα μιλούσε στα αφεντικά μου, πολλές φορές τα αφεντικά μου ήξεραν ότι δεν ήμουν καλά, μου έλεγαν ότι μπορούν να το δουν από την εμφάνιση μου ότι κάποιος μου κάνει κακό αλλά ποτέ δεν το συζήτησα με κανέναν ούτε με την Lilyana στο σπίτι.  Η Lilyana είδε τη συμπεριφορά μου να αλλάζει, άρχισα να έχω θέματα με τον θυμό μου, έχανα βάρος συνεχώς έβλεπαν πως ήμουν τόσο στρεσαρισμένη, όμως δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανένα επειδή φοβόμουν.  Πάντα μου έλεγε για να μου κλείσει το στόμα ότι θα μου καταστρέψει τη ζωή και λόγω των πράξεων που πάντα έκανε προς εμένα πιστεύω πως θα μπορούσε να αποφασίσει να μου κάνει κάτι τέτοιο, έτσι εκείνη τη ημέρα στις 17 επειδή ήρθε στο ξενοδοχείο να δημιουργήσει πρόβλημα φώναζε παντού «Ρα πουτάνα- ρα πουτάνα»και όλα τα αφεντικά που ήταν κάτω είχαν δει όλες του αυτές τις πράξεις του τι μου έκανε, όταν τηλεφώνησα στο αφεντικό μου και του είπα για το περιστατικό με τη Χριστιάνα όταν ήταν έξω και όταν ήρθε η Χριστιάνα εκείνος έφυγε και όταν έφυγε αποφάσισα αργότερα μέσα στη μέρα να συναντήσω το αφεντικό μου και να του εξηγήσω τα πάντα τι πέρασα μαζί του. Είπα στη Χριστιάνα ότι θέλω βοήθεια για εμπλέξω την αστυνομία, η Χριστιάνα μου είπε ότι είχε τον αριθμό της αστυνομίας για να τηλεφωνήσει, περίμενα να τελειώσω τη δουλειά και όταν ερχόμουν σπίτι εκείνη τη ημέρα είπα στο αφεντικό μου ότι θα πάω στον αστυνομικό σταθμό, πλησιάζαμε στο σπίτι μας και τον είδαμε στο αυτοκίνητο, όταν τον είδα έτρεξα μακριά, εκείνος πάρκαρε το αυτοκίνητο και βγήκε».

 

Ό,τι άλλο εξάγεται από τις αναφορές της σε σχέση με τη δεδομένη μέρα είναι πως είχε σε τέτοιο βαθμό απηυδήσει, που παρά τον φόβο που γλαφυρά μας περιέγραψε πως αισθανόταν δεν άντεχε άλλο και αποφάσισε πως:  «Επειδή είχα περάσει αρκετά, κουράστηκα του είπα πως εάν θέλει να με σκοτώσει ας με σκοτώσει, εγώ τώρα θα πάω στην αστυνομία»[121]. Αναφορά ενδεικτική της κατάστασης στην οποία κατέληξε να βρίσκεται, αφού ό,τι δείχνει είναι πως ούτε το γεγονός πως θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή της, αποτελούσε πλέον λόγο ικανό για να την εμποδίσει από του να τον καταγγείλει.  

 

Επιβεβαίωσε μάλιστα ότι πηγαίνοντας εκεί ανέφερε στην αστυνομία ότι την χτυπούσε,  της έκανε επίθεση και την εξανάγκαζε σε σεξουαλική επαφή και τότε παρέπεμψαν την υπόθεση στο ΤΑΕ, ως δηλαδή τόσο ο Μ.Κ.6 αλλά και η Μ.Κ.1 ανέφεραν, με την Μ.Κ.1 να αναλαμβάνει το έργο της διερεύνησης, για το οποίο έγινε ήδη λόγος ανωτέρω.  

 

Βέβαια δεν μας διέφυγε πως κατά την εν λόγω ημερομηνία που εν τέλει τον κατήγγειλε εντοπίζεται μήνυμα με το οποίο αναφέρει «But I will always respect you», όμως η ίδια εξήγησε και το μήνυμα αυτό λέγοντας πως εντάσσεται και αυτό στο πλαίσιο της προσπάθειας να τον ηρεμεί και να τον κατευνάζει και να του λέει αυτά που ήθελε να ακούει για να παραμένει ήρεμος.  Αντεξετάστηκε βέβαια και ως προς το ότι τη δεδομένη ημερομηνία ο Κατηγορούμενος της είπε “Check your promises” (σελ. 614, Τεκμήριο 17), όπου παραμένοντας και πάλι σταθερή στα όσα εξιστόρησε επεξήγησε σε ποιες υποσχέσεις αναφερόταν λέγοντας πως:

 

«Όταν προηγουμένως ήταν όλα εντάξει, είχαμε σχεδιάσει να παντρευτούμε.  Ήθελε να αποκτήσουμε παιδί και ήθελε να μείνουμε μαζί και όταν έγινε αυτό το πρώτο συμβάν που με ξυλοκόπησε και άλλαξα γνώμη γι’ αυτόν, άλλαξαν όλα τα σχέδια και οι υποσχέσεις δεν μπορούσε να τις δει σε εμένα.  Είδε ότι ακόμα και για τον γάμο είδε ότι θα του έδινα την απάντηση που ήθελε να μείνουμε μαζί στο σπίτι του, δεν πήγαινα.  Γι’ αυτές τις υποσχέσεις μιλά.  Ακόμη και όταν μου έστελνε μήνυμα για σεξ, αν ήμουν στο ξενοδοχείο ίσως να του έδινα την απάντηση που ήθελε, αλλά όταν με έβλεπε, τα πάντα είχαν αλλάξει και άρχισε να παραπονιέται για το τι του υποσχέθηκα, αυτές ήταν οι υποσχέσεις.»[122]

 

Στην ίδια γραμμή με τα πιο πάνω και στη σελ. 40, (γρ. 29-32), αναφέρει πως ενώ προηγουμένως ήθελε να κάνει και παιδί μαζί του, μετά ένεκα της βίας που επέδειξε προς το πρόσωπο της δεν ήθελε. Μάλιστα μέσα από τις αυθόρμητες και πηγαίες απαντήσεις της καταρρίπτεται και το κίνητρο που της αποδόθηκε από την υπεράσπιση ότι δηλαδή επεδίωκε να τον παντρευτεί για να μπορέσει να παραμείνει στην Κύπρο, αφού ως η ίδια ανέφερε, ήταν αυτός που την πίεζε για να τον νυμφευτεί.  Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της την οποία παραθέτουμε αυτούσια: «Ακόμη και για τον γάμο μου είπε πως αν δεν τον παντρευτώ θα με διώξουν από την Κύπρο και του είπα πως αν κάποιος πρέπει να ανησυχεί γι’ αυτό, θα έπρεπε να είμαι εγώ και όχι εσύ.  Εγώ όμως δεν μπορώ να νυμφευτώ κάποιον με αυτόν τον τρόπο, διότι ήδη τον γνώριζα.  Πήγαινε και έβγαζε φωτογραφίες μωρά και μου τις έδειχνε.»[123]

 

Παρακολουθήσαμε την Παραπονούμενη καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της με ιδιαίτερη προσοχή. Κατ’ αρχάς οφείλουμε να πούμε ότι μας έδωσε την εικόνα γενικά ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Η ειλικρίνεια της φαίνεται κατ’ αρχάς από το ότι δεν τήρησε μια εξ ολοκλήρου μηδενιστική συμπεριφορά έναντι του Κατηγορούμενου αλλά με δίκαιο τρόπο και χωρίς δισταγμό παραδέχθηκε πως ο Κατηγορούμενος στην αρχή της σχέσης της συμπεριφερόταν καλά και ότι το ίδιο έπραξε και η μητέρα του.  Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της ότι στην αρχή υπήρχε μεταξύ τους αγάπη[124], περνούσαν καλά και ήταν καλός μαζί της[125] για να εξηγήσει βέβαια πως εν συνεχεία άρχισε σταδιακά να γίνεται εμμονικός, αναφορά η οποία συνήδε πλήρως και με το πρώτο περιστατικό (πριν τις 9.6.23) που εξιστόρησε η Μ.Κ.2. Μάλιστα ανέφερε πως αυτός ήταν ο τρόπος που την αγαπούσε τονίζοντας βέβαια πως από κάποιο σημείο και μετά τα πράγματα έπαψαν να είναι πλέον φυσιολογικά[126] αλλά άλλαξαν προς το χειρότερο φτάνοντας στο σημείο να τον χαρακτηρίσει κτήνος.[127]

 

Παρέμεινε δε σταθερή στο σύνολο των όσων ανέφερε, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε.  Η εκδοχή της, ως διαφάνηκε από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της μέχρι το σημείο που κατά τη θέση της άρχισαν οι μη συναινετικές επαφές, ελέγχεται θετικά με αναφορά σε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία αλλά και τα μεταξύ τους ανταλλαχθέντα μηνύματα. Η δε συνοχή με την οποία περιέγραψε τα περιστατικά των σεξουαλικών επαφών χωρίς τη συναίνεση της ήταν χαρακτηριστική, δίδοντας ξεκάθαρα την εντύπωση πως ήταν πρόσωπο που βίωσε και μάλιστα τραυματικά τα γεγονότα που περιέγραφε. Εξ ου και σε πολλά σημεία έκλαιγε, ξαναφέρνοντας στη μνήμη της γεγονότα αυτά. 

 

Η δε προοδευτικά επιδεινούμενη εμμονική συμπεριφορά του του Κατηγορούμενου έναντι της επιβεβαιώθηκε και αυτή ως ήδη υποδείξαμε και από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, οι οποίοι μετέφεραν, ο καθένας από τη δική του οπτική, ουσιαστικά την ίδια εικόνα. Την εικόνα ενός προσώπου που ασφυκτικά, επίμονα και φορτικά ακολουθούσε και παρακολουθούσε την Παραπονούμενη με ένα αφύσικο τρόπο επί καθημερινής βάσεως, τόσο στην εργασία της όσο και στον τόπο διαμονής της.  Οι δε θέσεις της περί απειλών επιβεβαιώθηκαν από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο στην κατάθεση του, ο οποίος παραδέχθηκε ακόμα και το ότι την απειλούσε πως θα δημοσιοποιούσε πως έχει ηπατίτιδα αν του έλεγε πως θα χώριζαν, «για να μην  της κοντέψει κανένας άλλος».

 

Βέβαια η υπεράσπιση εισηγήθηκε πως δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτή η Παραπονούμενη, αφού η αξιοπιστία της πλήττεται καίρια από τα δικά της λεχθέντα στην πρώτη της κατάθεση (Έγγραφο Ε), όπου δίδει μια άλλη εικόνα ως προς τον τρόπο με τον οποίο συνέβησαν οι κατ’ ισχυρισμόν βιασμοί της, μετά τον πρώτο,  εν συγκρίσει με τη δεύτερη της κατάθεση (Έγγραφο Στ) αλλά και την προφορική της μαρτυρία. Εικόνα η οποία ουσιαστικά καταρρίπτει την εκδοχή της καθ’ όσον αφορά τόσο το δεύτερο περιστατικό όσο και τα επόμενα που ισχυρίστηκε πως επεσυνέβησαν χωρίς τη συναίνεση της.  Συγκεκριμένα η υπεράσπιση ανέδειξε πως θέση της Παραπονούμενης στην πρώτη κατάθεση ήταν πως μετά το πρώτο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος την πίεζε για να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του λέγοντας της πως αν δεν το έκανε θα έλεγε σε όλους για την ασθένεια της και θα την κατέστρεφε και ότι από τον Ιούλιο του μέχρι τον Σεπτέμβριο είχε σεξουαλική επαφή μαζί του εννέα φορές, λέγοντας ακόμα πως: «All the times I agreed to have sex with him are for the reasons that I explained you before and I am sure that if I was saying no, he was going to do the same things as the first time»[128].  

 

Ό,τι υποστήριξε ο συνήγορος υπεράσπισης ήταν πως στο πιο πάνω απόσπασμα φαίνεται να αναφέρει πως αυτές καθ’ αυτές οι επαφές οι οποίες ακολούθησαν την πρώτη, γινόντουσαν με τη συναίνεση της υπό το κράτος απειλών και φόβου ενώ στη δεύτερη της κατάθεση υποστήριξε πως κατά το δεύτερο περιστατικό αλλά και σε επόμενα, του έδειξε πως δεν συναινούσε και πως αυτά συνέβησαν δια της βίας.

 

Έχουμε εξετάσει τη θέση αυτή ομολογουμένως με ιδιαίτερη προσοχή αφού άπτεται του πλέον ουσιαστικού ζητήματος στην παρούσα. Ό,τι είναι σημαντικό να τονισθεί κατ’ αρχάς είναι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδωσε την πρώτη της κατάθεση η Παραπονούμενη. Κατάθεση, η οποία δόθηκε μετά από το περιστατικό της 17.9.23 και ενώ η ίδια σύμφωνα και με τις περιγραφές του Μ.Κ.6 ήταν πανικοβλημένη και τρομαγμένη και προφανώς εξακολουθούσε να αισθάνεται φόβο για τον Κατηγορούμενο.  Φόβος, ο οποίος, θυμίζουμε πως την είχε αποτρέψει από του να καταγγείλει ενωρίτερα τα όσα βίωνε και τον οποίο καλείτο τη δεδομένη στιγμή να υπερβεί για να τον καταγγείλει.  Εξ ου και η ίδια ανέφερε ότι ήταν σοκαρισμένη, ψυχολογικά τραυματισμένη και ότι δεν ήταν ο εαυτός της.  Εξ ου και ακολούθησε δεύτερη κατάθεση αφού στην πρώτη παρά το ότι ήταν σταθερή ότι τα περιστατικά ήταν εννέα, εντούτοις δεν έδωσε λεπτομέρειες των περιστατικών πέραν από το πρώτο και το τελευταίο της 15.9.23. 

 

Ό,τι δε είναι σημαντικό να τονιστεί είναι πως κατά την περιγραφή του περιστατικού της 15.9.23 στην πρώτη της κατάθεση, αυτό που ουσιαστικά αναφέρει είναι πως συμφώνησε να πάει μαζί του στη Μαρίνα γνωρίζοντας πως θα ακολουθούσε σεξουαλική επαφή εκεί. Και τούτο διότι ο Κατηγορούμενος την πίεζε και γνώριζε τι θα ακολουθούσε αν δεν πήγαινε.  Πράγμα το οποίο βέβαια συνάδει με την επίμαχη αναφορά της στην πρώτη κατάθεση ως προς το ότι «συμφώνησε» να πάει για να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του.  

 

Με βάση δε την ανάλυση και των λοιπών περιστατικών που προηγήθηκε, φαίνεται πως κατά τον ίδιο τρόπο είχε συμφωνήσει να πάει στη Μαρίνα και κατά το έβδομο και όγδοο περιστατικό, γνωρίζοντας δηλαδή πως εκεί θα συνέβαινε σεξουαλική επαφή, ασχέτως του ότι στη συνέχεια, του έδειξε πως δεν συναινούσε.   Όπως δηλαδή είχε συμβεί και κατά το πέμπτο περιστατικό που επεσυνέβη στο δωματιάκι της ΑΗΚ, όπου η ίδια ανέφερε πως δεν έφυγε φοβούμενη το τι θα ακολουθούσε.

 

Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν, δεν θεωρούμε πως η αναφορά εκείνη στην πρώτη της κατάθεση συναρτώμενη και με τις παραμέτρους που αναδείξαμε ανωτέρω, θα πρέπει να θεωρηθεί πως πλήττει καίρια την αξιοπιστία της έτσι που το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Και αναφερόμαστε βέβαια στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν όταν έδινε την πρώτη κατάθεση, στο γεγονός ότι σε αυτήν πέραν του πρώτου περιστατικού περιέγραψε μόνο το τελευταίο, το οποίο πράγματι συνάδει με την επίμαχη αναφορά αλλά και στο ότι και σε κάποια άλλα περιστατικά είχε συμφωνήσει να πάει μαζί του γνωρίζοντας πως θα υπήρχε σεξουαλική επαφή, φοβούμενη τι θα ακολουθούσε αν δεν πήγαινε, ασχέτως αν στην πορεία του έδειξε πως δεν ήθελε την σεξουαλική επαφή που είχαν.    

 

Το ότι δε σαφέστατα εκ των εννέα περιστατικών υπάρχουν και περιστατικά στα οποία δεν είχε συμφωνήσει στη σεξουαλική επαφή, η οποία επιτεύχθηκε δια της βίας, δεν θεωρούμε πως μεταβάλλει τα πράγματα ή την ως άνω κρίση μας.  Πρόκειται εν ολίγοις για μια ιδιάζουσα κατάσταση, την οποία σε εκείνο το πρώτο στάδιο η Παραπονούμενη, ένα πρόσωπο χωρίς ιδιαίτερο μορφωτικό επίπεδο ή εμπειρία σε τέτοια ζητήματα προσπάθησε ενώ ήταν σοκαρισμένη και φοβισμένη, να μεταφέρει όσο καλύτερα μπορούσε. Εν τέλει το ότι πράγματι με την αναφορά της εκείνη αναφερόταν σε αυτά τα περιστατικά όπου είχε συμφωνήσει να πάει γνωρίζοντας πως επίκειτο επαφή, επισφραγίζεται από την απάντηση της όταν της τέθηκε το ζήτημα κατά την αντεξέταση της, όπου εξήγησε ότι εκείνο το οποίο εννοούσε είναι ότι, της επιβλήθηκε, την εξανάγκασε με τηλεφωνήματα, με μηνύματα και αλλά και μέσω του ότι πήγαινε στο ξενοδοχείο[129]Ανέφερε ακόμα ότι εκείνη του έλεγε ότι δεν ήθελε αλλά εκείνος το έπαιρνε μέχρι τέλους, μέχρι να πάρει την απάντηση που ήθελε και πως αν του αρνείτο θα την χτυπούσε, θα την απειλούσε και θα της έκανε πολλά πράγματα[130]. Σε άλλο δε σημείο απαντώντας για το ίδιο ζήτημα ανέφερε ότι αυτό που εννοούσε είναι ότι συμφωνούσε να πάει για να κάνει σεξ μαζί του επειδή αν δεν αποδεχόταν εκείνος θα την εξανάγκαζε να κάνει σεξ μαζί του «Αλλά ο Chris ξέρει ότι δεν το ήθελα όλο αυτό το χρονικό διάστημα»[131].

 

Παραμένοντας στα της πρώτης κατάθεσης, ό,τι άλλο ανέδειξε η υπεράσπιση είναι το ότι σε αυτήν η Παραπονούμενη δεν ανέφερε ότι είχαν κάποιου είδους «σχέση» και τον αποκαλεί καλό φίλο. Το ζήτημα αυτό προβλημάτισε και εμάς, όμως δε θεωρούμε πως είχε τη δυναμική που του απέδωσε η υπεράσπιση, λαμβανομένων υπόψη ακριβώς των περιστάσεων κάτω από  τις οποίες έδωσε την πρώτη της κατάθεση.  Άλλωστε και η ίδια ευρισκόμενη αντιμέτωπη με το ζήτημα αυτό κατά την αντεξέταση της[132] επανέλαβε πως τη μέρα που έδωσε την πρώτη της κατάθεση δεν ήταν στα καλά της αλλά πολύ σοκαρισμένη. Πράγμα λογικό εφόσον από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε να καταγγέλλει τον θύτη της, τον οποίο τόσο πολύ φοβόταν. Εξ ου και σε αυτήν, ως ήδη εντοπίσαμε, δεν περιέγραψε καν όλα τα περιστατικά και προς τούτο έδωσε δεύτερη κατάθεση όπου προσπάθησε να βάλει σε κάποια σειρά τα γεγονότα, τα οποία ήταν πάρα πολλά αλλά και να εξηγήσει την πραγματική φύση της «σχέσης» που είχαν.  Φύση η οποία, αντικατοπτρίζεται σε πολλά σημεία μέσα από το ίδιο το Τεκμήριο 13 και τα μηνύματα στα οποία ήδη έγινε αναφορά. 

 

Μας προβλημάτισε βέβαια και η άλλη ουσιαστική θέση που προώθησε η υπεράσπιση, ότι δηλαδή δεν νοείται να είχαν επισυμβεί μη συναινετικές επαφές και η Παραπονούμενη να μην εκμυστηρεύτηκε σε οποιοδήποτε τα γεγονότα αυτά και πολύ περισσότερο να μην προχώρησε σε καταγγελία αλλά να συνέχιζε να επικοινωνεί μαζί του και να εκφράζει μάλιστα μέσω κάποιων μηνυμάτων αισθήματα ενδιαφέροντος και αγάπης. Το ότι δε την κατήγγειλε μετά από πάροδο δύο και πλέον μηνών εντός των οποίων συνέχιζε την επικοινωνία μαζί του, διασυνδέθηκε από την υπεράσπιση και με τα αλλότρια κίνητρα που της αποδόθηκαν. 

 

Βέβαια η ίδια δεν αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων μηνυμάτων για να της τεθεί η θέση αυτή σε σχέση με συγκεκριμένα μηνύματα και να τοποθετηθεί, όπως έγινε με συγκεκριμένα μηνύματα που της τέθηκαν κατά την κυρίως εξέταση. Σημειώνουμε δε πως το ζήτημα αυτό το έθεσε και ο Κατηγορούμενος με αντίστοιχα γενικό τρόπο, αφού αντεξετασθείς προέβαλε τη δικαιολογία αυτή και δη πως δεν είναι δυνατόν να είχαν λάβει χώρα μη συναινετικές επαφές και η Παραπονούμενη στο μεσοδιάστημα να δεχόταν να επικοινωνεί μαζί του ή να τον συναντά.  Προς τούτο επικαλέστηκε γενικά το Τεκμήριο 13.    

 

Πρέπει δε να λεχθεί πως τούτη ήταν εξ αρχής και η γενικότερη στάση της υπεράσπισης η οποία ως υποδείξαμε και σε άλλα σημεία εισηγήθηκε ουσιαστικά πως επειδή δεν αντέδρασε με τον λογικό τρόπο που θα ήταν ο αντικειμενικά ενδεδειγμένος σημαίνει πως ψεύδεται.  Προς τούτο έχουμε ήδη αναφερθεί στην επικριτική αντεξέταση που δέχθηκε επειδή επέλεξε να μπει στο αυτοκίνητο του τη μέρα της γνωριμίας τους και να του δώσει το τηλέφωνο της, παρά το ότι είχε προηγηθεί η συμπεριφορά που του καταλόγισε με το άγγιγμα στα γεννητικά της όργανα πάνω από τα ρούχα χωρίς τη συναίνεση της. Τούτη ήταν εν πολλοίς και η συλλογιστική της υπεράσπισης και σε σχέση με τα περιστατικά σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συναίνεση της ή της άσκησης βίας κατά του προσώπου της.  Εισηγήθηκε δηλαδή η υπεράσπιση πως εάν πράγματι της είχε συμπεριφερθεί με αυτό τον τρόπο θα τον είχε καταγγείλει αμέσως, θα είχε αναφέρει τα καθέκαστα σε οικεία της πρόσωπα όπως την Μ.Κ.2 ή και την Μ.Κ.3 και σίγουρα δε θα συνέχιζε να επικοινωνεί μαζί του.  

 

Η λογική αυτή είναι προφανέστατα μη ρεαλιστική έως και επικίνδυνη αφού με την αποδοχή της εξ ορισμού γίνεται αποδεκτό πως αποκλείονται τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης κατ’ εξακολούθηση.  Και τούτο διότι σύμφωνα με την πιο πάνω λογική, τα θύματα αυτά θα κατάγγελλαν και το ζήτημα θα έληγε εκεί. Αυτή όμως η υπεραπλουστευμένη, μη ρεαλιστική και αποστασιοποιημένη από την πραγματικότητα απαίτηση όπως το θύμα ενεργήσει άμεμπτα, σταματήσει κάθε επικοινωνία με τον θύτη, αποφεύγει τούτον και αποτείνεται σε άμεσα οικεία πρόσωπα αλλά και στην αστυνομία,  παραπέμπει σε παρωχημένες εποχές και αντιλήψεις που έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.   Η σύγχρονη και δίκαιη θεώρηση του πράγματος απαιτεί μεν το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας του Κατηγορούμενου αλλά την ίδια στιγμή και μια πιο πραγματιστική προσέγγιση της μαρτυρίας του θύματος, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονται υπόψη ανάλογα με την κάθε περίπτωση τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, η προσωπικότητα του, η ιδιοσυγκρασία του, το προφίλ του, το παρελθόν του αλλά κυρίως η πραγματικότητα που βιώνει.  Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να είναι κατανοητό ότι, ως ήδη υποδείξαμε και σε άλλο σημείο, δεν σημαίνει πως απαραιτήτως ψεύδεται ένα άτομο που καταθέτει τον παραλογισμό που βιώνει.     

 

Τα δε νομολογηθέντα στην Αντωνίου v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ 766, είναι σχετικά τηρουμένων των αναλογιών δεδομένου ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε ανήλικα πρόσωπα, αφού θέτει γενικότερες αρχές:

 

«Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, αγγίζουν τόσο βαθειά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με το ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμήν να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος. Τα πιο πάνω αναφέρονται και εξηγούνται με επάρκεια και στο σύγγραμμα του Andrew Ashworth: “Principles of Criminal Law” 3η έκδ. σελ. 368-372.»

 

Κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω, είναι σαφές κατ’ εμάς ότι εν προκειμένω η όλη συμπεριφορά της Παραπονούμενης και οι εν γένει αντιδράσεις της δεν μπορούν και δεν θα πρέπει να ιδωθούν ή και να ερμηνευθούν, κατά τρόπο αποσυναρτημένο από το όλο πλαίσιο εντός του οποίου εξελίσσονταν τα γεγονότα που βίωνε τη στιγμή εκείνη η Παραπονούμενη, ούτε όμως από την προσωπικότητα και τις ιδιαιτερότητες της. Τα μηνύματα βέβαια που αντάλλασσαν ήταν πάρα πολλά και ως ήδη είπαμε η υπεράσπιση δεν έθεσε συγκεκριμένα μηνύματα προς αυτήν για να τοποθετηθεί.   Όμως της δόθηκε η ευκαιρία να το πράξει κατά την κυρίως εξέταση της για ένα σεβαστό αριθμό μηνυμάτων, όπως ήταν τα μηνύματα που πλαισίωναν το περιστατικό της 15.9.23 αλλά και τα όσα μεσολάβησαν μέχρι και την 17.9.23 που προέβη στην καταγγελία.  Αυτό που παρατηρήσαμε πάντως ήταν πως στο βαθμό που της τέθηκαν συγκεκριμένα μηνύματα η Παραπονούμενη έδωσε τις θέσεις της σε σχέση με τα μηνύματα αυτά, εντάσσοντας τα με συνοχή και απόλυτη συνέπεια στο πλαίσιο των όσων η ίδια βίωνε κατά τον εν λόγω χρόνο[133].  

 

Εξήγησε δηλαδή χωρίς περιστροφές, γιατί η ίδια φαίνεται να του απαντούσε κάποιες φορές, εκφράζοντας του σε κάποιες στιγμές μάλιστα και κάποιο ενδιαφέρον ή αισθήματα αγάπης και γιατί φαίνεται η ίδια να ξεκινούσε κάποιες φορές μια επικοινωνία μαζί του.  Εξήγηση η οποία, είχε να κάνει με τον φόβο που αισθανόταν έχοντας σταδιακά αντιληφθεί τι ήταν ικανός να κάνει όταν δεν του απαντούσε και έχοντας βιώσει στα χέρια του μια βίαιη αλλά και εν γένει εξευτελιστική συμπεριφορά στις 19.6.23, η οποία προοδευτικά χειροτέρεψε[134].   Εξήγηση η οποία όμως  είχε να κάνει και με τον φόβο που της προκάλεσαν οι απειλές του περί διάδοσης των όσων αφορούσαν την ασθένεια της ή και περί ενημέρωσης της αστυνομίας για το ότι το συγκεκριμένο ξενοδοχείο εργοδοτεί πρόσωπο με ηπατίτιδα αλλά και οι απειλές του ότι θα την σκοτώσει και θα την καταστρέψει.   Σε συνάρτηση βέβαια πάντα και με το γεγονός πως ήδη από τις 19.6.23 είχε πράγματι τηλεφωνήσει στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου καλώντας την να την απολύσει για αυτό τον λόγο και δείχνοντας της έτσι πως δεν ήταν μόνο ικανός να εξασκήσει βία έναντι της αλλά και να υλοποιήσει τις απειλές του.  

 

Προς τούτο αρκεί να προσπαθήσει κάποιος να αναλογιστεί τι θα σήμαινε για την ίδια, μια αλλοδαπή αιτήτρια ασύλου με δύσκολες οικονομικές περιστάσεις αλλά και χωρίς το παραμικρό υποστηρικτικό περιβάλλον στην Κύπρο, να απωλέσει την εργασία της και μαζί με αυτή τη διαμονή της, αφού την τελευταία της την παρείχε εν προκειμένω ο εργοδότης της. Στα πιο πάνω σίγουρα θα πρέπει να προστεθεί και ο εγγενής φόβος περιθωριοποίησης που συνοδεύει μια διάγνωση σοβαρής μεταδοτικής ασθένειας, όπως είναι η ηπατίτιδα και ο οποίος αναμφίβολα μεγεθύνεται όταν απειλείται κάποιος ευθέως περί διάδοσης της στο ευρύτερο κοινωνικό και εργασιακό του περιβάλλον. 

 

Οι εξηγήσεις που έδωσε όμως για τα μηνύματα αυτά δεν ήταν ασύνδετες ούτε με το άγχος που της προκαλείτο όταν αυτός πήγαινε συστηματικά επί καθημερινής βάσεως στο ξενοδοχείο και δημιουργούσε αναστάτωση επειδή η ίδια εργαζόταν και δεν του απαντούσε στα απανωτά μηνύματα και κλήσεις που της απέστελλε. Άγχος που δεν ήταν ασύνδετο ούτε με το ότι γνώριζε πως αυτός περιφερόταν όχι μόνο γύρω από τον χώρο της δουλειάς του αλλά και γύρω από το συγκρότημα διαμερισμάτων όπου διέμενε, μη γνωρίζοντας τι θα μπορούσε να κάνει όταν θα την έβλεπε.  Κάτι για το οποίο έδωσε μαρτυρία τόσο η Μ.Κ.2., όσο και η Μ.Κ.3 αλλά και ο Μ.Κ.4. Συναίσθημα το οποίο προφανώς κλιμακώθηκε όταν αντελήφθη ότι είχε στην κατοχή του και κλειδί του σπιτιού της, το οποίο στην πορεία άρχισε να χρησιμοποιεί και να εισέρχεται σε άγνωστες και ακατάλληλες ώρες στο διαμέρισμα της, καταπατώντας κάθε ίχνος ιδιωτικότητας της Παραπονούμενης και αρχίζοντας σταδιακά να επιδεικνύει εναντίον της και σεξουαλική βία. 

 

Ως προς τον φόβο και το άγχος που αισθανόταν, ήταν χαρακτηριστική η μαρτυρία της Μ.Κ.3 η οποία με παραστατικό τρόπο μας μετέφερε το άγχος και τον φόβο που είχε η Παραπονούμενη την περίοδο εκείνη, την εμμονή της να κλειδώνουν τις πόρτες και τα παράθυρα αλλά και την όλη αλλαγή στη διάθεση και την συγκέντρωση της.  Ενδεικτική όμως της στρεσογόνας κατάστασης που βίωνε ήταν και η αναφορά της ίδιας της Παραπονούμενης ότι κατά τον επίδικο χρόνο διέγραψε τον λογαριασμό της στο τικ τοκ, λόγω ακριβώς του άγχους που της δημιουργούσε το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος παρενοχλούσε άτομα όταν της έκαναν «like», ενώ ενδεικτική της καταπίεσης που βίωνε ήταν η θέση της πως διέγραψε τον λογαριασμό της στο facebook επειδή την υποχρέωσε ο Κατηγορούμενος.  

 

Τα δε βίντεο που τους παρουσιάζουν μαζί σε χαρούμενες στιγμές δεν διαφοροποιούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την εικόνα αφού η ίδια ξεκαθάρισε πως πρόκειται για βίντεο που δημιούργησαν στην αρχή της σχέσης τους ενόσω ακόμα τα πράγματα μεταξύ τους ήταν καλά. Ήταν δηλαδή προγενέστερα του χρόνου που διασαλεύθηκε η σχέση τους. Επί τούτου σημειώνεται η συνέπεια της αφού για τα τρία βίντεο που φέρουν ημερ. 28.7.23, εξήγησε πως επρόκειτο για αναδημοσίευση βίντεο που τραβήχτηκαν σε προγενέστερη ημερομηνία και τα οποία αναδημοσίευσε, κατόπιν που ο Κατηγορούμενος της φώναζε ότι δεν δημοσιοποιεί πλέον βίντεο τους στο «Τικ Τοκ» όπως έκανε παλαιότερα.  Δεν θα αναμενόταν να ενθυμείται βεβαίως την ημερομηνία δημιουργίας τους και ευλόγως δεν την ανέφερε αλλά πάντως ήταν σταθερή πως είχαν δημιουργηθεί όταν όλα ήταν μεταξύ τους καλά[135].

 

Ούτε όμως το γεγονός πως, σε αυτό το πλαίσιο εξέλιξης των γεγονότων, της πλήρωσε τον δικηγόρο της για σκοπούς καταχώρησης προσφυγής μετά την απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου, θεωρούμε πως έχει τη δυναμική που του απέδωσε η υπεράσπιση.  Αντίθετα συνάδει με την όλη εμμονική του συμπεριφορά, που περιστρεφόταν γύρω από το να διασφαλίσει πως θα είχε συνεχώς κοντά του την Παραπονούμενη.  Όμως στην περίπτωση του εξυπηρετούσε ακόμα ένα σκοπό, αφού δεν διαλανθάνει την προσοχή μας πως κατά παραδοχή του ίδιου, όταν είχαν μια διαφωνία ουσιαστικά χρησιμοποιούσε το στοιχείο αυτό ως τρόπο για να την απειλεί, λέγοντας της πως θα απαιτήσει τα χρήματα που πλήρωσε στο δικηγόρο της, γνωρίζοντας βέβαια πως με την οικονομική της δυνατότητα, η ίδια θα ήταν δύσκολο έως και αδύνατο να ανταποκριθεί. Και επομένως φαίνεται πως με τρόπο χειριστικό προσπαθούσε να την κάνει να συμφωνήσει με τις απαιτήσεις του.

 

Επομένως το γεγονός ότι βιώνοντας όλα τα πιο πάνω η ίδια κυριευμένη από τον φόβο της επέλεξε να διατηρεί μαζί του κάποια επικοινωνία, να του λέει τα πράγματα που ήθελε να ακούσει για να τον κρατά ήρεμο και να μην της δημιουργεί προβλήματα δεν μπορεί υπό το πρίσμα αυτό να θεωρηθεί ότι αυτοαναιρεί τις θέσεις ή ότι αποτελεί ένδειξη αναξιοπιστίας της ως προς τις σεξουαλικές επαφές που περιέγραψε ότι έλαβαν χώρα χωρίς τη συναίνεση της.  Τουναντίον.  Είμαστε πεπεισμένοι πως αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο η ίδια υπό τις περιστάσεις που βίωνε, επέλεξε να χειριστεί την ιδιόμορφη κατάσταση στην οποία βρέθηκε μπλεγμένη.  Που ήταν να τον κατευνάζει και να παραμένει σιωπηλή. Για να αποφεύγει χειρότερες καταστάσεις που μπορούσαν να οδηγήσουν στην απώλεια της εργασίας της και εν γένει σε κοινωνική περιθωριοποίηση της αλλά και σε καθημερινή αναστάτωση της οπουδήποτε και αν αυτή βρισκόταν. Εξάλλου και η ίδια ερωτηθείσα να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο σε κάποιες περιπτώσεις  κατά τον μήνα Ιούλιο του 2023 και εντεύθεν, φαίνεται μέσα από τα μηνύματα να απευθύνεται στον Κατηγορούμενο με ερωτικά λόγια και ενίοτε αποκαλώντας τον ''αγάπη μου'', η μάρτυρας εξήγησε ότι ήταν κάτι που έπρεπε να κάνει επειδή ''τον φοβόμουν, φοβόμουν στο τι θα μου έκανε εάν δεν συμπεριφερόμουν με αυτόν τον τρόπο''[136].

 

Το ότι δε η ίδια διακατείχετο από φόβο για να καταγγείλει υποστηρίζεται και από το ότι παρά το γεγονός πως τον είχε καταγγείλει και προηγουμένως για περιστατικό βίας, εντούτοις στη συνέχεια απέσυρε την καταγγελία εκείνη.  Ο Κατηγορούμενος βέβαια δεν αποδέχθηκε πως την χτύπησε όμως παραδέχθηκε πως έγινε κάποιο επεισόδιο και πως συνεπεία τούτου η Παραπονούμενη ειδοποίησε την αστυνομία και ότι στη συνέχεια δήλωσε πως δεν είχε παράπονο έναντι του.   Συγκεκριμένα στην κατάθεση του Τεκμήριο 10 (την οποία έδωσε κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας), αναφέρει ότι αρχές Αυγούστου τσακώθηκε με την Παραπονούμενη γιατί του είπε κάποια ψέματα.  Ενώ οδηγούσε αυτή τον αγκάλιασε για να τον καλοπιάσει αλλά ο ίδιος επειδή ήταν εκτός ελέγχου την έσπρωξε για να φύγει από πάνω του.  Τότε η Παραπονούμενη κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να τρέχει και μπήκε σε κάτι σπίτια και λόγω του ότι δεν ηρεμούσε, έφυγε απ’ εκεί που την άφησε και πήγε έξω από το σπίτι της και την περίμενε ενώ αυτή τον κατήγγειλε και η αστυνομία τον συνέλαβε και τον μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό.  Στη συνέχεια δε η Παραπονούμενη τηλεφώνησε στην αστυνομία λέγοντας ότι δεν είχε παράπονο, οπόταν και τον άφησαν και έφυγε. Στο ίδιο περιστατικό βέβαια αναφέρθηκε και κατά την αντεξέταση του (βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 20-21) χαρακτηρίζοντας το ως το περιστατικό που επέφερε το πρώτο ρήγμα στη σχέση τους.  Το ότι όμως δεν ήταν το πρώτο ρήγμα στη σχέση τους έχει ξεκαθαρίσει από τις διαπιστώσεις μας εν σχέσει με τα γεγονότα της 19.6.23.  Ανεξαρτήτως τούτου σημειώνουμε πως σε σχέση με το εν λόγω περιστατικό, ανέφερε ότι εκείνη την μέρα έκανε φασαρία στην πολυκατοικία που διέμενε η Παραπονούμενη λέγοντας: «Είχεν και άλλους μαύρους και ήταν να μαλώσω με τους μαύρους και κάποιος ειδοποίησε την Αστυνομία να έρθει η Αστυνομία, γιατί ήμουν εκτός ελέγχου. Συλλάβαν με, επήραν με μέσα και φώναζε η Μary και ξαπολήσαν με»[137]. Διευκρίνισε δε στη συνέχεια ότι αυτό έλαβε χώρα τον Αύγουστο, μη αφήνοντας έτσι αμφιβολία πως μιλούσε για το ίδιο περιστατικό αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι επεσυνέβη άλλο περιστατικό στο οποίο ενεπλάκη η αστυνομία πλην του εν λόγω περιστατικού και αυτού της 17.9.23.  Παρά ταύτα δεν ανέφερε ότι εκείνη τη μέρα τσακώθηκε με την Παραπονούμενη ως αναφέρει στην κατάθεση του, αλλά με τους «μαύρους».  Τα ίδια επανέλαβε και σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του όπου ανέφερε «Γιατί φώναζα, ήμουν εκτός ελέγχου, όπως είμαι τωρά, με τους μαύρους που μάχουνταν να την ποτίσουν ναρκωτικά. Τζιαι η Mary όταν είδε ότι με συλλάβαν τζαι έξερε ότι είχα δίκαιο με τους μαύρους τηλεφώνησε ότι δεν έχει κανένας παράπονο, διότι ερωτήσαν την αν έχει κανένα παράπονο.  Εβάλαν την πάνω τη Mary να πάει τζιαμέ τζαι ξεκινήσει contact η Mary με τους διεφθαρμένους Αστυνομικούς και ήρθε και έκαμε τούντην ιστοριούλα[138]»

 

Το μόνο βέβαιο στο οποίο ήταν σταθερός ήταν πως ήταν έξαλλος και εκτός ελέγχου, κάτι που συνάδει και με τη θέση της Παραπονούμενης ενώ εν τέλει δεν αμφισβήτησε ότι μπορεί και να ήταν χτυπημένη η Παραπονούμενη τότε, για να ισχυριστεί τελικώς πως αν ήταν, θα είχε χτυπήσει από μόνη της και τον κατηγόρησε ψευδώς.

 

Οι εναλλαγές που παρατηρούνται στην εκδοχή του σίγουρα δεν επιτρέπουν την αποδοχή της. Από την άλλη θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι την ξυλοκόπησε τη δεδομένη μέρα, ότι την βοήθησε κάποιος ομοεθνής της που την βρήκε τυχαία στο δρόμο και ο οποίος της πλήρωσε το ταξί για να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό. Περιγράφοντας το τι συνέβη εκεί ανέφερε τα εξής[139]:

 

«Ο αστυνομικός έγραφε πράγματα από το χαρτί, με ρώτησαν μετά πού είναι ο Χριστάκης, τους είπα ''ίσως να είναι στο σπίτι του''. Η Αστυνομία μου ζήτησε να περιμένω λίγο για να με πάρουν. Όταν με πήρε η Αστυνομία, τον συνέλαβαν, ξεκίνησε ξανά να φωνάζει ''έχει ηπατίτιδα, είναι άρρωστη'', (η μάρτυρας κλαίει) και ήρθε αστυνομικός και με ρώτησε αν έχω κάποια ασθένεια (η μάρτυρας κλαίει). Δεν είπα κάτι, μετά τους είπα ''ναι''. Τον έπιασαν, τον συνέλαβαν, εγώ φώναζα, τον πήραν στον Αστυνομικό Σταθμό. Το απόγευμα πήγα στη δουλειά μου (η μάρτυρας κλαίει), είδε το αφεντικό μου τους μώλωπες και όταν το είδε με ρώτησε τι έγινε και εγώ δεν είπα τίποτα. Αυτή ήταν η φορά που πήγα στην Αστυνομία.  Όταν βγήκε από την Αστυνομία ξεκίνησε να με απειλεί ότι αν λάμβανε ξανά οποιοδήποτε τηλεφώνημα, ''αν ξανατηλεφωνήσεις στην Αστυνομία ή αν λάβω ποτέ ξανά τηλεφώνημα από την Αστυνομία θα σε καταστρέψω, να σου πω τι είναι ο Α.[140] και πως κανένας δεν παίζει μαζί μου, θα σε σκοτώσω''. Έτσι φοβήθηκα και από εκείνην τη στιγμή δεν ξαναπήγα στην Αστυνομία μέχρι 17 Σεπτεμβρίου. »

 

Από τα μηνύματα τα οποία περιέχονται στο Τεκμήριο 13, φαίνεται  ότι στις 19.7.23, η Παραπονούμενη παραπονείται στον Κατηγορούμενο για το ότι της εξασκεί βία λέγοντάς του ότι βρίσκεται στην Αστυνομία (βλ. μήνυμα 19.07.23 7:23:09 pm (UTC+0)). Εκείνος ανταποκρίνεται με φωνητικό μήνυμα στο οποίο την κατηγορεί ότι είναι με κάποιον άλλο άνδρα εν ονόματι Κεϊτά, λέγοντάς της ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν τον θέλει πλέον, αρνούμενος ότι την χτυπά (άκουσε φωνητικό μήνυμα 19.07.23 7:44:021 pm (UTC+0)). Εκείνη του απαντά ότι έχει μάρτυρες  (βλ. μήνυμα 19.07.23 7:46:20 pm (UTC+0)) και εκείνος την ερωτά ''witness for what'' με εκείνη να του απαντά ''that you always hit me'' (βλ. μήνυμα 19.07.23 7:47:14 pm (UTC+0)), αποστέλλοντας του ακολούθως φωνητικό μήνυμα στο οποίο τον κατηγορεί ότι την χαστουκίζει και ότι έχει μάρτυρες που το γνωρίζουν αυτό, λέγοντάς του ότι μέχρι στιγμής τον κάλυπτε στην ''Χριστιάνα'' μη αποκαλύπτοντάς της όλη την αλήθεια για την βία που της εξασκούσε (φωνητικό μήνυμα 19.07.23 7:47:33 pm (UTC+0)).  Ο Κατηγορούμενος φαίνεται να της ζητά να συγχωρέσουν ο ένας τον άλλο (βλ. μηνύματα 19.07.23 7:47:38 και 7:47:45, pm (UTC+0)), παραδεχόμενος αμέσως μετά ότι ''ok'', ''Today'', ''I slap you'' (7:49:00 μέχρι  και 7:49:07, pm (UTC+0)), με εκείνη να του απαντά ότι δεν είναι μόνο σήμερα αλλά ''many times'' (βλ. μήνυμα 7:49:36 pm (UTC+0)) και ότι η σχέση τους έχει τελειώσει εδώ και πολύ καιρό  (βλ. μηνύματα 8:00:57 pm, 8:01:12 pm,   (UTC+0)) , ''from the first day you started to slap me''(βλ. μήνυμα 8:01:50 pm (UTC+0)). Παράπονα για χαστούκια του είχε κάνει και την προηγούμενη ημέρα, 18.07.23 3:10:56 am (UTC+0) ''Stop to slap me and take back any thing that you have give me'').

 

Δεν μας διαφεύγει ότι κατά τη μαρτυρία της τοποθέτησε το περιστατικό αυτό όπου μετέβη στην Αστυνομία περί τον Αύγουστο.   Τούτο όμως δεν θεωρούμε ότι διαφοροποιεί την ουσία του πράγματος.   Και τούτο εφόσον  το ουσιώδες όμως εν σχέσει το περιστατικό αυτό είναι πως αφενός υποστηρίζει τη θέεση της για τον τρόπο που της συμπεριφερόταν και αφετέρου αναδεικνύει έτι περαιτέρω το φόβο, την ανετοιμότητα αλλά και τη δισταχτικότητα της Παραπονούμενης να τον καταγγείλει ενωρίτερα. Τα πιο πάνω απαντούν και τη θέση της υπεράσπισης πως δεν νοείται να βρήκε το κουράγιο να πήγε στην αστυνομία περί τον Αύγουστο και να μην κατήγγειλε τους ισχυριζόμενους βιασμούς της.   Αφού στην πραγματικότητα ακόμα και εκείνο το περιστατικό που προσπάθησε να καταγγείλει εν τέλει το απέσυρε, επιβεβαιώνοντας έτσι την ανετοιμότητα της στο στάδιο εκείνο να προβεί στην καταγγελία για ένα λιγότερης σημασία συμβάν, πόσω δε μάλλον για βιασμούς. Αυτή ήταν εξάλλου και η θέση που η ίδια κλαίγοντας ανέφερε[141]:

 

« A.        Όπως είπα στην κατάθεσή μου ακόμα και εκείνην τη μέρα που πήγα στον Αστυνομικό Σταθμό φοβόμουν. Και λόγω του φόβου μου δεν είχα τη δύναμη να πω τα πάντα στην Αστυνομία.

E.           Καλά, κυρία μάρτυς, αφ' ης στιγμής βρήκες τη δύναμη και πήγες στην Αστυνομία, προφανώς, όπως μας λες, ζήτησες ουσιαστικά τη βοήθεια της Αστυνομίας.

 

Δικαστήριο (προς Παραπονούμενη): Αναφέρεται στον Αύγουστο τώρα.

 

E.           Γιατί δεν ζήτησες βοήθεια και για τα άλλα θέματα που είπες ότι αντιμετώπιζες; Αφού ήσουν ήδη τζιαμέ, βρήκες τη δύναμη και πήγες.

A.           Ήταν πολύ δύσκολο, ήταν πολύ δύσκολη η κατάσταση (η μάρτυρας κλαίει). Κάθε μέρα έφταιγα τον εαυτό μου γιατί μπήκα σε αυτήν τη σχέση. Κάθε μέρα έφταιγα λίγο περισσότερο τον εαυτό μου. Γι' αυτό ακόμη και τον Σεπτέμβριο ήταν δύσκολη χρονική περίοδος για εμένα, ξέρω τι πέρασα στα χέρια του (η μάρτυρας κλαίει). Ξέρω τον πόνο που πέρασα, το ψυχολογικό τραύμα και το άγχος. Όλο εκείνον τον καιρό προσπαθούσα να τον κάνω να καταλάβει τι περνούσα, αλλά αρνιόταν. Εξακολουθούσε, γι' αυτό και τότε πήγα στην Αστυνομία.»

 

Όταν δε μετά από εκείνο το περιστατικό αφέθηκε ελεύθερος, την απείλησε ότι ''αν ξανατηλεφωνήσεις στην Αστυνομία ή αν λάβω ποτέ ξανά τηλεφώνημα από την Αστυνομία θα σε καταστρέψω, να σου πω τι είναι ο Α. και πως κανένας δεν παίζει μαζί μου, θα σε σκοτώσω''[142]. Από την εν λόγω απειλή φοβήθηκε και έκτοτε δεν ξαναπήγε στην Αστυνομία[143] μέχρι και τις 17.09.2023 οπόταν και έσπασε τη σιωπή της[144].

 

Διερωτάται βέβαια η υπεράσπιση ως προς το γιατί αισθανόταν να απειλείται από το γεγονός πως θα έλεγε στην εργοδότη της για την ηπατίτιδα αφού ήδη το ήξεραν στην εργασία της.  Πλην όμως και επί τούτου, ήδη υποδείξαμε πως, όπως και η ίδια ανέφερε, δεν το ήξεραν όλοι στην εργασία της αφού ήταν ζήτημα προσωπικό και επιπρόσθετα πως ο φόβος της πήγαζε και από το ότι της είχε πει πως δεν δικαιούται να εργάζεται ενώ έχει ηπατίτιδα και πως επρόκειτο να κάνει παράπονο στην Αστυνομία και να πει ότι στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο εργοδοτείται κάποιος με ηπατίτιδα για να δημιουργήσει πρόβλημα και να κλείσουν το ξενοδοχείο. Το αν τώρα υλοποίησε τις απειλές του για δημοσιοποίηση της ασθένειας της, ζήτημα στο οποίο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η υπεράσπιση και που ειλικρινώς η Παραπονούμενη ανέφερε πως δεν έπραξε[145], δεν θεωρούμε πως είναι το ζητούμενο εδώ. Αφού το ουσιώδες είναι ο φόβος που φέρεται να της προκαλούσε από τις απειλές που εκτόξευε και τις οποίες, δεδομένης και της προηγηθείσας συμπεριφοράς του, η Παραπονούμενη ευλόγως εκλάμβανε ως πραγματικές.

 

Μας προβλημάτισε βέβαια και η θέση που της υποβλήθηκε ότι είναι παράδοξο που δεν φοβήθηκε να έρθει παράνομα στην Κύπρο αλλά κατ’ ισχυρισμόν φοβήθηκε να καταγγείλει τα εναντίον της διαπραχθέντα αδικήματα. Όμως η ίδια με ευκρίνεια και πειστικότητα εξήγησε ότι στην Κύπρο ήρθε με σκοπό να ζητήσει προστασία και τούτο έπραξε υποβάλλοντας σχετική αίτηση. Από την άλλη για τον Κατηγορούμενο, η ίδια με την ιδιοσυγκρασία που είχε στην οποία αναφερθήκαμε και πιο πάνω, είχε τρομοκρατηθεί ένεκα των όσων έπραξε έναντι της αλλά και ένεκα των όσων την απειλούσε πως θα πράξει, οδηγούμενη να χειριστεί, λανθασμένα, ως απεδείχθη, τα πράγματα με τον τρόπο που το έπραξε, αποφεύγοντας να μιλήσει είτε σε κοντινά της πρόσωπα είτε στην αστυνομία. 

 

Εξάλλου ως προς το γιατί αποφάσισε εκείνη τη δεδομένη στιγμή να καταγγείλει, χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα το οποίο παραθέσαμε και πιο πάνω, όπου η ίδια με την αφοπλιστική ειλικρίνεια που τη χαρακτήριζε καθ’ όλη τη μαρτυρία της ανέφερε τα εξής[146]:

 

«φοβόμουν πως δεν έχω κανέναν, φοβόμουν πως εάν μιλούσα δεν θα μου δείξουν εμπιστοσύνη (η μάρτυρας κλαίει) … εκείνος πάρκαρε το αυτοκίνητο και βγήκε».

 

Υποδείξαμε δε ήδη πως φαίνεται εν ολίγοις πως η ασφυκτική και κατ’ επανάληψη κακοποιητική συμπεριφορά του, την έκαναν εν τέλει να μην αντέχει άλλο οπόταν ως ανέφερε και στη συνέχεια της μαρτυρίας της: «Επειδή είχα περάσει αρκετά, κουράστηκα του είπα πως εάν θέλει να με σκοτώσει ας σκοτώσει, εγώ τώρα θα πάω στην αστυνομία», αναφορά η οποία όπως επισημάναμε και ανωτέρω, είναι ενδεικτική της κατάστασης στην οποία κατέληξε να βρίσκεται αφού ό,τι δείχνει είναι πως πλέον ούτε το γεγονός πως θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή της δεν αποτελούσε λόγο για να την εμποδίσει από του να τον καταγγείλει.   

 

Επιβεβαίωσε μάλιστα ότι πηγαίνοντας εκεί τους ανέφερε ότι την χτυπούσε, της έκανε επίθεση και την εξανάγκαζε σε σεξουαλική επαφή και τότε παρέπεμψαν την υπόθεση στο ΤΑΕ, ως δηλαδή και η Μ.Κ.1 ανέφερε, επιβεβαιώνοντας και το ότι δεν είχε μιλήσει για τους βιασμούς στην Μ.Κ.2 αλλά μόνο στον αστυνομικό που είδε πρώτα πηγαίνοντας στον σταθμό. Ανέφερε πως ούτε ακόμα την πρώτη φορά που τον κατήγγειλε δεν είπε στην Μ.Κ.2 πως ακριβώς είχε γίνει και περιορίστηκε να της πει ότι την ακολουθούσε και ότι έπεσε, κάτι που συνάδει με τη ψυχική της κατάσταση ως η ίδια την περιέγραψε και τον φόβο που αισθανόταν προς το πρόσωπο του καθ’ όλο τον χρόνο από τις 19.6.23 και εντεύθεν.   

 

Μας προβλημάτισε ακόμα η θέση που της τέθηκε πως υπερέβαλλε και πως καθυστέρησε να καταγγείλει επειδή ακριβώς τα όσα παραπονείται είναι ψεύδη που προέβαλε προς εξυπηρέτηση προσωπικών κινήτρων. Η ίδια βέβαια αυθόρμητα διερωτήθηκε λέγοντας «Τι κίνητρα ακριβώς;», χωρίς ωστόσο να της τεθούν οποιεσδήποτε άλλες πιο συγκεκριμένες θέσεις.  Και είχε δίκαιο να διερωτάται αφού ακόμα και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος προέβαλε διάφορες και διαφορετικές εκδοχές ως προς το κίνητρο που της απέδωσε.  

 

Πιο συγκεκριμένα στην πρώτη κατάθεση που του λήφθηκε Τεκμήριο 9, δεν της αποδίδει κανένα κίνητρο, ενώ στο Τεκμήριο 10, λίγες μέρες μετά αναφέρει ότι του ζήτησε 10.000 ευρώ γιατί θα της έπαιρναν το σπίτι της στην Αφρική (βλ. απάντηση 1, γρ. 20-25).  Κατά την αντεξέταση του όμως[147] ανέφερε ότι η Παραπονούμενη αυτό που του ανέφερε ήταν ότι τα ήθελε επειγόντως για τη μητέρα της και επειδή δεν της τα έδωσε τον κατήγγειλε. Σε άλλο σημείο βέβαια της αντεξέτασης του[148] αναφέρει ότι ο λόγος που τον κατήγγειλε ήταν επειδή κατάλαβε πως δεν θα παντρεύονταν, γιατί δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα χαρτιά, θέση που για τους λόγους που εξηγήσαμε σε άλλο σημείο ανωτέρω δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ως ορθή.  Σε άλλο δε σημείο επικαλέστηκε το ότι δεν της έκανε μωρό γιατί τον απέτρεψε η μητέρα του.  Εν ολίγοις δηλαδή και ενώ στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 απέδωσε στην Παραπονούμενη ξεκάθαρα ένα οικονομικό κίνητρο, κατά την προφορική του μαρτυρία (βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25 σελ. 13 , γρ. 3-6), ερωτηθείς ποιος ήταν ο λόγος που έκανε την ψευδή κατά τον ίδιο καταγγελία βιασμού ανέφερε τα εξής τα οποία παραθέτουμε αυτούσια:

 

 «Μάλιστα. Μετά που δεν υπήρχε μωρό, μετά που δεν υπήρχε γάμος και μετά που την ειδοποίησα εγώ ότι η έφεση απέτυχε, που με ειδοποίησε ο κύριος Αναστασίου που πλήρωσα και έκανα έφεση για να μην φύγει, 1000 ευρώ στον δικηγόρο που έδωσε, απλώς η έφεση έγινε για να κερδίσουμε χρόνο για να παντρευτούμε».

 

Ακόμα σε άλλο σημείο ανέφερε ότι απορρίφθηκε η αίτηση της και ήθελε τρόπο να μείνει στην Κύπρο και επειδή της ζήτησε τα λεφτά του δικηγόρου που πλήρωσε εκ μέρους της, αυτή κατασκεύασε αυτή την ιστορία με τη βοήθεια της αστυνομίας (της Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.6), οι οποίοι «επαραντζιήλαν» της, δηλαδή την προέτρεψαν να τον καταγγείλει για σεξουαλικά αδικήματα.  Αφού, ως η θέση του, της είπαν πως αν το έκανε αυτό θα εξασφάλιζε βίζα.

 

Τέτοιες βέβαια θέσεις, ως ήδη υποδείξαμε δεν τέθηκαν στην Παραπονούμενη ούτε βέβαια τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας και δη στον Μ.Κ.6 στον οποίο απέδωσε ξεκάθαρα ευθύνη αφού σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο της ανέφερε «για να συλλάβουμε τον Ανθία… πρέπει να τον καταγγείλεις για σεξουαλικά αδικήματα[149]».

 

Εντυπωσίασε μάλιστα (αρνητικά) το γεγονός πως οι θεωρίες του Κατηγορούμενου περί συνωμοσίας, έφτασαν να περιλάβουν και τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής αλλά και τον προηγούμενο του δικηγόρο χωρίς ωστόσο προς τούτο να καταδειχθεί το παραμικρό πραγματικό έρεισμα.  Εν ολίγοις δηλαδή απέδιδε συμπεριφορές ατεκμηρίωτα στον Μ.Κ.6, στον δημόσιο κατήγορο, στον πρώην δικηγόρο του, αλλά και στην Παραπονούμενη η οποία υποστήριξε πως στις 22.9.23 του εκμυστηρεύτηκε πως είναι η αστυνομία που κατασκεύασε αυτή την ιστορία[150], κάτι που επίσης δεν τέθηκε στην ίδια για να τοποθετηθεί.   Χωρίς έρεισμα ήταν και η θέση του πως είχε σχετικό υλικό σε usb που υποστήριζε την πιο πάνω θέση του το οποίο παρέδωσε στον προηγούμενο δικηγόρο του, ο οποίος όμως σε συμπαιγνία με τον δημόσιο κατήγορο τα διέγραψαν. Πέραν των λοιπών τρωτών που η συλλογιστική αυτή εμπεριείχε, δεν καταδείχθηκε ούτε ποιος θα ήταν ο λόγος που είτε ο προηγούμενος του δικηγόρος είτε ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, θα ήθελαν να πάρουν το μέρος μιας άγνωστης Παραπονούμενης και να καταδικάσουν ψευδώς ένα άτομο με το οποίο δεν είχαν κάποια διαφορά, ενώ ήταν στην πραγματικότητα αθώος.

 

Είναι βέβαια γεγονός πως κατά τον Ιούλιο του 2023 και συγκεκριμένα 7.7.23 απερρίφθη η αίτηση ασύλου που υπέβαλε η Παραπονούμενη και συνεπώς μας προβλημάτισε όντως κατά πόσον η απόρριψη αυτής της αίτησης δυνατόν να αποτέλεσε κίνητρο για την Παραπονούμενη για να τον καταγγείλει ψευδώς έτσι ώστε να εξασφαλίσει την παραμονή της, ως ήταν μια εκ των εισηγήσεων της υπεράσπισης.  Όμως η συλλογιστική αυτή προσκρούει κατ’ αρχάς στο ότι μετά την απόρριψη της αίτησης είχε δικαίωμα το οποίο χρησιμοποίησε για να εφεσιβάλει την απόφαση, με την απόφαση επί της προσφυγής να έχει εκδοθεί τον επόμενο χρόνο (5.4.24). Τούτο το λέγουμε για να δείξουμε πως δεν είχε λόγο να σπεύσει να τον καταγγείλει τόσο άμεσα εφόσον ακόμα έπετο η απόφαση επί της προσφυγής, το αποτέλεσμα της οποίας εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων.  

 

Το κυριότερο όμως εδώ είναι πως η ίδια εξιστόρησε γεγονότα, ως έχοντα διασαλεύσει τη σχέση τους, από πολύ πιο πριν την ημερομηνία εκείνη.  Γεγονότα μάλιστα τα οποία επιβεβαιώνονται και από τα μηνύματα της 19.6.23 -21.6.23, όπως ήδη επεξηγήσαμε και πιο πάνω.  Τα όσα δε η ίδια αφηγήθηκε εν σχέσει με την προοδευτικά επιδεινούμενη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου υποστηρίχθηκαν από τις μαρτυρίες άλλων προσώπων που δεν είχαν κανένα συμφέρον να καταθέσουν εναντίον του, όπως ήταν οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4.  Μαρτυρίες οι οποίες με τη σειρά τους κτίζουν ένα προφίλ για τον Κατηγορούμενο το οποίο συνάδει με τις αλλεπάλληλες κλήσεις και μηνύματα που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 13, τα οποία ενέχουν έντονα το αμφιθυμικό στοιχείο, αφού κινούνται μεταξύ μίσους, θυμού, αγάπης και απόλυτου έρωτα. Τα περισσότερα δε εξ αυτών δεν απαντώνται από την Παραπονούμενη ενώ σε κάποια εξ αυτών η ίδια τον παρακαλεί να μην την ενοχλεί στην εργασία της και να μην έρχεται σε αντιπαράθεση μαζί της.   Εξάλλου αν όντως η σχέση τους ήταν τόσο καλή όσο ο Κατηγορούμενος μας κάλεσε να πιστέψουμε, δεν εντοπίζουμε τι θα είχε να κερδίσει υποβάλλοντας μια ψευδή καταγγελία εναντίον ενός  προσώπου που θα μπορούσε ακόμα και να την παντρευτεί εφόσον εξασφάλιζε τα απαραίτητα έγγραφα. Έγγραφα τα οποία δεν αποδεχόμαστε πως δεν μπορούσε να εξασφαλίσει επειδή ως η θέση του Κατηγορούμενου δεν καταγόταν από την Σιέρα Λεόνε, αφού η θέση αυτή καταρρίφθηκε από τον Μ.Υ.7 που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κάλεσε και ο οποίος επιβεβαίωσε πως πράγματι καταγόταν από την Σιέρα Λεόνε.  Η ίδια δε εξήγησε πως απλώς δεν μπορούσαν να εξασφαλιστούν από το προξενείο της Σιέρα Λεόνε στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα έπρεπε να αποταθούν στην ίδια τη χώρα.  Τονίζοντας όμως πάντοτε πως ο λόγος που δεν προχώρησαν δεν ήταν ούτε αυτός, ούτε το ότι δεν θα έκανε παιδί μαζί της, αλλά η ρήξη που επήλθε στη σχέση τους ένεκα των όσων εξιστόρησε και τα οποία αποτυπώνονται κατά ένα μέρος στα μηνύματα στα οποία αναφερθήκαμε ανωτέρω. Μάλιστα πολύ χαρακτηριστικά ανέφερε πως ήταν ο Κατηγορούμενος που της εξασκούσε πίεση να κάνουν παιδί λέγοντας της πως θα την έδιωχναν, με την ίδια να του λέει να αφήσει την ίδια να ανησυχεί για αυτό, δείχνοντας έτσι σαφέστατα πως δεν την απασχολούσε το ζήτημα αυτό με τον τρόπο που η υπεράσπιση επιχείρησε να το παρουσιάσει.  Έτσι οδηγούμαστε στο ότι όχι μόνο δεν είχε κάτι να κερδίσει αλλά τουναντίον το κόστος βάραινε την ίδια και μάλιστα ποικιλοτρόπως, αφού αναγκάστηκε να καταθέσει εξευτελιστικά για την προσωπικότητα της γεγονότα ενώπιον αγνώστων, αναβιώνοντας τραυματικά για την προσωπικότητα της συμβάντα.    

 

Εν τέλει η θέση της υπεράσπισης ως προς τα κίνητρα που της απέδωσε ήταν τόσο συγκεχυμένη και συνεχώς αναπροσαρμοζόμενη, όπως και η εν γένει εκδοχή που προώθησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος που ουδόλως μας έπεισε πως τα κίνητρα που της αποδόθηκαν είχαν έστω το παραμικρό έρεισμα. Η ίδια δε σε υποβολή ότι τον κατήγγειλε εκδικητικά, ότι κατέθεσε επιλεκτικά και ότι υπερέβαλλε πολύ χαρακτηριστικά ανέφερε: «Δεν υπερέβαλλα ποτέ στην κατάθεση μου. Ό,τι είπα, ό,τι συνέβηκε είναι αυτό που είπα εδώ. Το ότι έκλαιγα είναι καθημερινό φαινόμενο, για εμένα κάθε φορά που θυμάμαι κλαίω. Δεν φοβάμαι κανένα από εδώ, φοβάμαι τον Θεό που μας δημιούργησε όλους.  Γι’ αυτό και είπα ακριβώς τι συνέβηκε»[151].

 

Και αυτό πιστεύουμε ότι έπραξε διηγούμενη με πόνο τα όσα δυστυχώς αναγκάστηκε να βιώσει μέσα σε αυτούς τους μήνες.  Εξ ου και στις 17.9.23 μη μπορώντας άλλο να ζει μέσα σε αυτήν την κατάσταση αποφάσισε να τον καταγγείλει. Η απουσία δε κακώσεων η οποία καταδείχθηκε κατά την ιατροδικαστική εξέταση της, η οποία ακολούθησε την καταγγελία, έχουμε εξηγήσει ανωτέρω για ποιο λόγο δεν πλήττει την αξιοπιστία της ενώ ούτε και η θέση του Κατηγορούμενου πως τα όσα ισχυρίστηκε αποκλείονται λόγω του προβλήματος που αντιμετωπίζει με την καρδία του στοιχειοθετήθηκε.  

 

Στρεφόμενοι τώρα στον Κατηγορούμενο σημειώνουμε ότι ως ήδη υποδείξαμε σωρεία θέσεων που προώθησε ουδέποτε τέθηκαν στην Παραπονούμενη ή στους άλλους μάρτυρες κατηγορίας που αφορούσαν για να τοποθετηθούν.   Τέτοιες ήταν ότι αρνήθηκαν να γράψουν πράγματα που είπε στην αστυνομία, ότι η καταγγελία ήταν υποκινούμενη από συγκεκριμένα πρόσωπα και δη τον Μ.Κ.6 ή την Μ.Κ.1 ή τον Κατήγορο ή και ότι το σπρέι και το ρόπαλο βρίσκονταν κάτω από τη θέση του συνοδηγού[152], όπου τα τοποθέτησε η αστυνομία για να τον ενοχοποιήσει ενώ ο ίδιος δεν ήταν εκεί.  Άλλη τέτοια θέση ήταν για παράδειγμα η θέση του Κατηγορούμενου ότι το έκτο περιστατικό αποκλείεται να συνέβη επειδή δεν είδε ποτέ την Παραπονούμενη να προσεύχεται (σελ. 55 πρακτικά ημερ. 9.7.25), ή ουσιωδη γεγονότα που αφορούσαν τα περιστατικά στη Μαρίνα. Και αναφερόμαστε στη θέση του πως τα περιστατικά ήταν μόνο δύο και πως το τρίτο ήταν φανταστικό. Ακόμα δεν υποβλήθηκε ούτε η θέση ότι οι συνευρέσεις στη Μαρίνα γινόντουσαν εκτός του οχήματος σε χαλάκι, την οποία και πάλιν ο ίδιος προώθησε μονόπλευρα.  Όταν του τέθηκε η παράλειψη αυτή υποστήριξε και πάλιν πως δεν ήταν ο ίδιος που αντεξέταζε[153] φτάνοντας στο σημείο να μετακυλήσει την ευθύνη στο ότι δήθεν δεν τέθηκαν οι θέσεις του επειδή δεν βρισκόταν στην αίθουσα, θέση η οποία ως εξηγήσαμε εντάσσεται στο πλαίσιο της προσφιλούς του τακτικής να μετακυλά αλλού τις ευθύνες για την εν πολλοίς, αλλοπρόσαλλη εκδοχή που παρουσίασε.

 

Περιπλέον απέδωσε διάφορα κίνητρα στην Παραπονούμενη για την εναντίον του καταγγελία, κάποια εκ των οποίων και πάλιν ακούστηκαν για πρώτη φορά κατά τη δική του μαρτυρία, ενώ επίσης αντιφατικές και χωρίς έρεισμα ήταν και οι θέσεις του περί του ότι δε θα μπορούσε να την βιάσει επειδή μπορούσε να κάνει σεξ μόνο αν η κοπέλα ήταν από πάνω.

 

Επίσης σε πολλές περιπτώσεις απέφευγε να δώσει απαντήσεις ή πλατείαζε εκφεύγοντας του πλαισίου της ερώτησης[154] ή έδιδε ασαφείς απαντήσεις τις οποίες αναιρούσε στην πορεία, όπως για παράδειγμα για το κλειδί[155], ή για το πώς μπήκε στο διαμέρισμα το βράδυ που περιέγραψε η Μ.Κ.3, όπου ενώ αρχικά ανέφερε ότι του άνοιξε η Παραπονούμενη και μπήκε[156], στη συνέχεια ανέφερε πως άνοιξε με το κλειδί σιγά σιγά και του έγνεψε η Παραπονούμενη να μπει μέσα[157].  

 

Πέραν των ανωτέρω ουσιαστικών αδυναμιών που παρουσιάζει η μαρτυρία του, έχει ήδη γίνει αναφορά στις συνεχώς εναλλασσόμενες θέσεις και ευφάνταστες τοποθετήσεις που ο Κατηγορούμενος προώθησε κατά τη μαρτυρία του καθιστώντας πολύ δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος ποια ήταν εν τέλει η εκδοχή του.  Δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί πως για τα πλείστα ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα, διαφοροποίησε τις αρχικές του θέσεις αλλεπάλληλα. Ενδεικτικά θυμίζουμε πως εναλλαγές στις τοποθετήσεις του σημειώθηκαν σε σχέση με τον τρόπο γνωριμίας τους, για το τι διημείφθη κατά την πρώτη ημερομηνία γνωριμίας τους, ως προς πώς έμαθε για την ασθένεια της, ως προς το πού και πόσο χρόνο διέμειναν σε κάθε μέρος, για το πότε ήρθαν σε σεξουαλική επαφή για πρώτη φορά, για το τσακωμό τους και τους λόγους προς τούτο καθώς και για το κίνητρο της να τον ενοχοποιήσει ψευδώς. Πολλές δε εκ των θέσεων που προώθησε αυτοναιρούντο μέσα από άλλες δικές του θέσεις, ή μέσα από μηνύματα ή άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, όπως ήταν η θέση του πως ποτέ δεν του εξέφρασε φόβο ότι θα την βίαζε ενώ ο ίδιος με μήνυμα του αναγνωρίζει ότι όντως φαίνεται να είχε εκφράσει ένα τέτοιο φόβο.  (σχετικά είναι τα μηνύματα ημερ. 1.7.23 και 4.8.23 στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω).  Ούτε όμως η θέση του περί ύπαρξης αδελφού της Παραπονούμενης στην Κύπρο επιβεβαιώθηκε, τουναντίον καταρρίφθηκε μετά τη λήψη κατάθεσης από το εν λογω πρόσωπο. Παρομοίως ο ισχυρισμός του πως η Παραπονούμενη εκμυστηρεύτηκε σε ομοεθνή της με το όνομα Chris ότι ουδέποτε έπεσε θύμα βιασμού από τον ίδιο, καταρρίπτεται από το  Τεκμήριο 12 που αποτελεί κατάθεση που λήφθηκε από το εν λόγω πρόσωπο προς διερεύνηση του ισχυρισμού αυτού, ενώ άλλη μαρτυρία προς τούτο δεν παρουσιάστηκε.

 

Εν τέλει είναι απόλυτα ορθή η υποβολή του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ότι δεν μπορεί να δοθεί πίστη στα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος διότι συνεχώς αυτοαναρείτο, προσέθετε καινούρια σενάρια και εκδοχές, τα οποία μάλιστα δεν συνήδαν με τα όσα είχε αναφέρει σε προηγούμενο στάδιο.   Είναι για αυτό τον λόγο που και εμείς αδυνατούμε να δώσουμε πίστη στα λεγόμενα του.  Εξ ου και απορρίπτουμε τη μαρτυρία του.

 

Ενισχυτική Μαρτυρία

Ως ήδη υποδείξαμε σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 115(Ι)/21 έχει καταργήσει τον κανόνα πρακτικής του κοινοδικαίου περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και της ανάγκης αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου, όταν τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται, στην περίπτωση του αδικήματος του βιασμού, της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης και της άσεμνης επίθεσης τα οποία εδράζονται στο Κεφ. 154.  Κανόνας πρακτικής ο οποίος, ως προκύπτει και από τα λεχθέντα στη Σ.Σ. (ανωτέρω) είχε παραμείνει σε ισχύ σε σχέση με σεξουαλικής φύσεως αδικήματα που εδράζονταν στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, ακόμα και μετά τις καταργήσεις που επήλθαν σε άλλα νομοθετήματα.

 

Βέβαια πρέπει να σημειωθεί πως στην υπόθεση A.R.R. v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 20/22, ημερ. 30.4.24, το Εφετείο, υπέδειξε πως ακόμα και εκεί όπου δεν εφαρμόζεται ο κανόνας πρακτικής, το Δικαστήριο δύναται να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία κατά την ενάσκηση της διακριτικής του εξουσίας, βάσει των αποφασισθέντων στην Makanjuola (1995) 2 Cr. App. R. 469, η οποία ακολουθείται από την Κυπριακή νομολογία (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, Σ.Σ. κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), και Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.12.2023). Έγινε συγκεκριμένα επίκληση του κάτωθι αποσπάσματος από την απόφαση του Λόρδου Αρχιδικαστή Taylor, στη Makanjuola:

 

"The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case, if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints, or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all, of the factors which the judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury".

 

(βλκαι Blackstone’s Criminal Practice 2023, F5.8, Archbold 2021, παρ. 4-474).  

 

Αξίζει δε να σημειωθεί πως στην  Ε. Α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ως παράδειγμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας μετά την κατάργηση του κανόνα πρακτικής, αναφέρεται η περίπτωση υποβολής καθυστερημένου παραπόνου σε σεξουαλικής φύσης υποθέσεις, ή προηγούμενων αντιφατικών δηλώσεων.

 

Στην προκειμένη περίπτωση και στη βάση των όσων έχουμε αναφέρει δεν θεωρούμε πως η παρούσα είναι περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας στη βάση των νομολογηθέντων στην υπόθεση Makanjuola ή και άλλως πως.  Σημειώνουμε δε σχετικά πως έχουμε στρέψει την προσοχή μας στο ενδεχόμενο η καταγγελία της να υποκινήθηκε από αλλότρια ή εκδικητικά κίνητρα ή από μίσος, ενδεχόμενο το οποίο όμως έχουμε αποκλείσει για τους λόγους που επεξηγήθηκαν με λεπτομέρεια ανωτέρω.  Περαιτέρω δεν έχουμε εντοπίσει να έχει υποπέσει σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις ή να έχει μεταβάλει την εκδοχή της επί οιουδήποτε ουσιαστικού μέρους, αλλά αντίθετα ως υποδείξαμε και ανωτέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της παρέμεινε απόλυτα σταθερή στα όσα προέβαλε. Η όποια δε καθυστέρηση εντοπίστηκε στην υποβολή του παραπόνου είναι άμεσα συνυφασμένη με το κακοποιητικό της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου και τον όλο φόβο που της προκαλούσε η προοδευτικά επιδεινούμενη συμπεριφορά του, έτσι που ούτε και αυτή μπορεί υπό τις περιστάσεις να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Εν ολίγοις δηλαδή δεν πρόκειται για περίπτωση που η κακοποιητική συμπεριφορά σταμάτησε και η καταγγελία υποβλήθηκε μετά από πάροδο μηνών ή ετών, κάτι που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να δημιουργήσει ενδεχομένως κάποιο περαιτέρω προβληματισμό, αλλά επρόκειτο για μια ενιαία και συνεχιζόμενη κακοποιητική συμπεριφορά, η οποία προκαλούσε φόβο στην ίδια και την οποία βρήκε το σθένος να καταγγείλει μετά από πάροδο μόλις λίγων μηνών και ενώ ακόμα εξακολουθούσε να την υφίσταται. Μας προβλημάτισε ακόμα και η πιθανότητα η καταγγελία να είναι απόρροια του μίσους που του εξέφρασε σε μηνύματα της 19.6.23-21.6.23 όπου του αναφέρει ότι ένεκα της συμπεριφοράς του ιδίου και της μητέρας του, τον μισεί με πάθος. Όμως αν η καταγγελία ήταν υποκινούμενη από το μίσος της δε θα αναμένετο να περίμενε 3 και πλέον μήνες αλλά θα τον κατήγγελλε ευθύς αμέσως. Εν τέλει και έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της αισθανόμαστε έντονα πως η παρούσα δεν είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο περίπτωση που το Δικαστήριο θα έπρεπε να προχωρήσει και να αναζητήσει εξ ίδιας πρωτοβουλίας ενισχυτική μαρτυρία.

 

4.   Νομική Πτυχή

 

Ασαφές/Αόριστο/Ελαττωματικό Κατηγορητήριο – Μη δίκαιη δίκη

 

Προτού προχωρήσουμε στην ουσία των κατηγοριών, οφείλουμε ως θέμα λογικής προτεραιότητας να εξετάσουμε τη θέση της υπεράσπισης πως το Κατηγορητήριο είναι ασαφές και αόριστο αφού δεν αναφέρονται οι ημερομηνίες και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να προσδιοριστούν τα περιστατικά, ούτε και μπορεί ο Κατηγορούμενος να γνωρίζει τι του αποδίδεται με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη.

 

Επί τούτου σημειώνουμε εν σχέσει με τον χρόνο διάπραξης των κατηγοριών που αφορούν το αδίκημα του βιασμού, ότι η πρώτη κατηγορία τοποθετείται «σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Ιουλίου 2023», η τρίτη κατηγορία «σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του μηνός Ιουλίου 2023 και της 14.9.23», η τέταρτη «κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, σε άλλη περίπτωση από αυτήν που αναφέρεται στην 3η κατηγορία», ενώ με τον ίδιο τρόπο (ως η κατηγορία 4 δηλαδή) συνεχίζουν και οι υπόλοιπες κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα του βιασμού μέχρι και την 7η κατηγορία, διευκρινίζοντας κάθε φορά πως πρόκειται για άλλη περίπτωση από αυτήν που αναφέρεται στις προηγούμενες κατηγορίες. 

 

Όσον αφορά τις κατηγορίες 8 και 10 αυτές τοποθετούνται κατά ή περί τις ημερομηνίες 1.9.23-14.9.23 στην περιοχή της Μαρίνας Αγίας Νάπας, με τη 10η κατηγορία να διευκρινίζει πως πρόκειται για άλλη περίπτωση από την κατηγορία 8, ενώ η κατηγορία 9 τοποθετείται κατά την 15.9.23 στην Αγία Νάπα.

 

Η δε κατηγορία της άσεμνης επίθεσης (κατηγορία 11) τοποθετείται «σε άγνωστη ημερομηνία κατά τον μήνα Απρίλιο του 2023», η κατηγορία της κοινής επίθεσης (κατηγορία 12) «σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του μηνός Ιουλίου 2023 και 8.9.23» ενώ και η κατηγορία της παρενοχλητικής παρακολούθησης (κατηγορία 15) τοποθετείται εντός του ίδιου προαναφερθέντος χρονικού πλαισίου όπως και οι δύο κατηγορίες της απειλής (κατηγορίες 13 και 14), οι οποίες καθ’ αυτές (οι κατηγορίες 13 και 14), είναι συνταγμένες κατ’ ανάλογο τρόπο προς τις κατηγορίες βιασμού (δηλ. η κατηγορία 14 αναφέρει «Ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη 12η κατηγορία, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στη 13η κατηγορία…»).     

 

Στην υπόθεση Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766 είχε αναπτυχθεί παρόμοια επιχειρηματολογία σε σχέση με την ασάφεια, την πολλαπλότητα, αλλά και τη μη δίκαιη δίκη. Επρόκειτο για υπόθεση άσεμνης επίθεσης εναντίον ανδρός κατά παράβαση του άρθρου 152 του Κεφ. 154. Λέχθηκαν τα εξής:

 

« (i) Ασαφές, αόριστο και ελαττωματικό κατηγορητήριο

 (Πρώτος Λόγος Έφεσης)

 

 Η εισήγηση εδώ ήταν ότι το κατηγορητήριο, διατυπωμένο κατά αόριστο και ασαφή τρόπο, αποστέρησε τον εφεσείοντα από το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα του να γνωρίζει με ακρίβεια και λεπτομέρεια τις εναντίον του κατηγορίες. Τόσο αόριστο και γενικόλογο ήταν το κατηγορητήριο που ο κ. Ευσταθίου ισχυρίστηκε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της δίκαιης δίκης εφόσον σε καμιά κατηγορία δεν καθοριζόταν η συγκεκριμένη πράξη για την οποία κατηγορείτο ο εφεσείων, ενώ ταυτόχρονα το Δικαστήριο διέπραξε το λάθος να μην αποφασίσει την ενοχή του εφεσείοντα επί μιας εκάστης των κατηγοριών, αλλά να τις αντιμετωπίσει συλλήβδην με αποτέλεσμα να καταδικαστεί αυτός επί του συνόλου του κατηγορητηρίου.

 

 Η τυπική κατηγορία που απευθύνθηκε στον εφεσείοντα είχε το λεκτικό «Άσεμνη επίθεση εναντίον άνδρα κατά παράβαση των άρθρων 152 και 35 του Κεφ. 154» και με λεπτομέρειες ότι:

 

«Ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του μηνός Σεπτεμβρίου 2005 και του μηνός Φεβρουαρίου 2006 στο χωριό Επισκοπειό της επαρχίας Λευκωσίας παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον του Π.Θ., ηλικίας 11 ετών.»

 

 Τα πιο πάνω αποτελούσαν τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, οι δε υπόλοιπες εννέα που αφορούσαν τον Π.Κ. επαναλάμβαναν το ίδιο λεκτικό με την προσθήκη «….. και σε διαφορετική περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στην …..» προηγούμενη κατηγορία.

 Οι κατηγορίες 11, 12 και 13 είχαν ως λεπτομέρειες ότι ο εφεσείων, σε άγνωστη ημερομηνία τον Οκτώβριο του 2005 (κατηγορία 11), σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Ιουνίου 2006 (κατηγορία 12) και σε άγνωστη ημερομηνία του Ιουνίου 2006, αλλά σε άλλη περίπτωση (κατηγορία 13), παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον του Α.Μ., ηλικίας 10 ετών».

 

Αυτό που τονίστηκε στην ως άνω απόφαση ήταν πως το άρθρο 152 του Κεφ. 154, που εκεί ενδιέφερε, απλά ποινικοποιούσε την παράνομη και άσεμνη επίθεση εναντίον ανδρός, χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε άλλο και χωρίς να καθιστά αναγκαία την ένθεση λεπτομερειών ως προς τον τόπο ή το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Έγινε επίσης αναφορά στο άρθρο 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, που αφορά τις διατάξεις σε σχέση με τη σύνταξη κατηγορητηρίου, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το κατηγορητήριο σε συντομία και σε κοινή γλώσσα, περιγράφει το αδίκημα αποφεύγοντας τη χρήση τεχνικών όρων «… και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος ...».

 

Έγινε επίσης αναφορά στον ArchboldCriminal Pleading, Evidence and Practice(2007) σελ. 87-89, παρ. 1-125 έως 1-132, όπου εξηγούνται οι προϋποθέσεις σε σχέση με τις λεπτομέρειες που πρέπει να τίθενται σε ένα κατηγορητήριο προς ενημέρωση, βεβαίως, του κατηγορουμένου. Λέχθηκε πως έχει αποφασιστεί από παλιά ότι δεν είναι ανάγκη να προσδιοριστεί στο κατηγορητήριο ο τόπος όπου κατ΄ ισχυρισμόν έλαβε χώραν το αδίκημα, εκτός και εάν είναι αναγκαίο για την κατηγορία. (R. v. Wallwork 42 Cr.App.R. 153), ενώ όσον αφορά τη χρονολογία ή την ημερομηνία, το ορθό είναι να αναφέρεται στο κατηγορητήριο η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. (R. v. Hollond (1841) 5 T.R. 607). Όπου βεβαίως είναι δυνατό να συνδέεται το επίδικο επεισόδιο με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα όπως γενέθλια, διακοπές, ασθένειες κλπ., το κατηγορητήριο θα πρέπει να συντάσσεται κατά ανάλογο τρόπο. Παρά τις πιο πάνω γενικές αρχές, επισημάνθηκε ότι στην παρ. 1-132, του εν λόγω συγγράμματος αναφέρεται ότι:

 

 «Where a child speaks of a number of incidents with no distinguishing features, a convenient course, in order to establish the systematic conduct of the accused, is to have a number of counts, each, apart from the first, alleging “on an occasion other than that alleged in [the previous counts]”».

 

Τα ίδια βέβαια ισχύουν κατ’ αναλογίαν και εδώ και θεωρούμε πως ενόψει του ότι δεν ήταν δυνατός ο καθορισμός της συγκεκριμένης ημερομηνίας που η κάθε σεξουαλική επαφή έλαβε χώρα, (με εξαίρεση την 9η κατηγορία), ορθά η κάθε επόμενη κατηγορία μέχρι και την κατηγορία 7 (σε σχέση με τα αδικήματα του βιασμού), διατυπώθηκε με αναφορά στην ίδια χρονική περίοδο, αλλά για διαφορετική περίπτωση από την αμέσως προηγούμενη. Τα ίδια ισχύουν και για τις κατηγορίες 8 και 10[158] αλλά και τις κατηγορίες της απειλής.  Επομένως, δεν εντοπίζεται πρόβλημα ως προς τη διατύπωση του κατηγορητηρίου. Αντίθετα δε το actus reus των αδικημάτων καθορίζεται σαφώς σε κάθε επιμέρους κατηγορία.

 

Ούτε βέβαια συμφωνούμε πως υπήρξε εν προκειμένω στέρηση του δικαιώματος του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να υπερασπιστεί δεόντως τον εαυτό του. Το άρθρο 6(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει να γνωστοποιούνται οι συγκεκριμένες κατηγορίες και οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Αυτό είναι βέβαια ορθό εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, ώστε να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες. Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Αυτό πέραν βέβαια της δυνατότητας που αυτός έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ΄ ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά (Loizou & Pikis: “Criminal Procedure in Cyprus σελ. 47). 

 

Εν προκειμένω σημειώνουμε ότι δεν ζητήθηκαν καν περαιτέρω λεπτομέρειες ενώ ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του το μαρτυρικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων βέβαια και των καταθέσεων της Παραπονούμενης στις οποίες προσδιορίζονται επαρκώς τα εννέα περιστατικά για τα οποία κατηγορείται και προκύπτουν τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τις λοιπές κατηγορίες. Η δε θέση του Κατηγορούμενου κατά τη δική του ένορκη μαρτυρία, αλλά και κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης, ήταν ότι όλες οι περιπτώσεις σεξουαλικής επαφής μεταξύ τους ήταν συναινετικές καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που αναφερόταν στο κατηγορητήριο, ότι δεν προέβη σε καμμιά από τις λοιπές πράξεις που του καταλογίζονται και ότι η καταγγελία ήταν αποτέλεσμα όλων των λόγων που προέβαλε και των αλλότριων κινήτρων που της απέδωσε και αναλύθηκαν ανωτέρω.  

 

Επομένως ως εκ των ανωτέρω αλλά και ως εκ του όλου χειρισμού της υπόθεσης από την υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν ξεκάθαρο πως ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί πλήρως τι του αποδίδετο και έθεσε μάλιστα και τις θέσεις του για κάθε ζήτημα που απασχολούσε, έτσι που δεν εντοπίζεται το παραμικρό έρεισμα για τα όποια παράπονα υπέβαλε και τα οποία κρίνονται αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα.

 

Βιασμός - Κατηγορίες 1 και 3-10

 

Οι επίδικες κατηγορίες για βιασμό, στηρίζονται στο άρθρο 144 του Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε με τον Ν.150(Ι)/20, το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«144. Όποιος έρχεται σε παράνοµη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοµατικής διείσδυσης του πέους στο σώµα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του ή µε συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήµατος που καλείται βιασµός και υπόκειται στην ποινή φυλάκισης διά βίου».

 

Από το ίδιο το λεκτικό του ως άνω άρθρου προκύπτει πως για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήλθε σε παράνομη συνουσία, είτε χωρίς τη συναίνεση του άλλου προσώπου είτε με τη συναίνεση του, η οποία όμως να δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου ή απειλής.

 

 

Πέραν των πιο πάνω συστατικών, τα οποία αφορούν την αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του βιασμού, θα πρέπει βέβαια να αποδειχθεί και η απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea) του κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2000, §20-33:

 

«It must be proved that at the time of the non-consensual intercourse, the defendant either knew that the victim was not consenting or that he was reckless as to whether she or he was consenting:

………………………………………………………………………

Sexual intercourse is a continuing act, which ends upon withdrawal. If therefore, a man becomes aware that the other person is not consenting after intercourse has commenced and he does not desist, he will be guilty of rape from the moment that he realizes that she or he is not consenting;»

 

Σε συνάφεια με τα ανωτέρω στην υπόθεση Brierley ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ.476 είχαν αναφερθεί τα εξής:

 

«Η παραπομπή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση R. v. Court [1988] 2 All E.R.221, ως προς το αδίκημα του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα είναι ορθή. Σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που έχουν αναπτυχθεί αναλύοντας το εν λόγω άρθρο, ο βιασμός συντελείται όταν υπάρχει παράνομη συνουσία, χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης, ή, με τη συναίνεση της εφόσον αυτή δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης. Πρέπει να αποδεικνύεται εισδοχή του πέους στον κόλπο, (όπως και εδώ), έστω και αν είναι ελάχιστου βαθμού. Ο βιασμός συντελείται έστω και εάν δεν τραυματίστηκε ο παρθενικός υμένας ή δεν υπήρξε εκσπερμάτωση, (Archbold: Criminal Pleadings Evidence and Practice, 40η έκδ., σελ. 1410, παρ. 2878 και Russell on Crime, 12η έκδ., σελ. 708-709).

 

Η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει, όπως και απέδειξε εδώ, ότι η σεξουαλική πράξη έλαβε χώραν στην απουσία συγκατάθεσης. Έστω και αν υπήρξε αρχική συγκατάθεση στις ερωτικές περιπτύξεις, το αδίκημα συντελείται εάν δεν υπάρχει συγκατάθεση για συνουσία και χρησιμοποιείται γι' αυτή βία, απειλές ή άλλες παράμετροι που κάμπτουν την αντίδραση του θύματος, (R. v. Howard [1965] 3 All E.R.684, Archbold - πιο πάνω - σελ. 1411-2, παρ. 2881 και Russell - πιο πάνω - σελ. 709-710).»

 

Είναι γεγονός ότι στην παρούσα όπως και σε πολλές εκ των περιπτώσεων ισχυριζόμενου βιασμού, το εγειρόμενο ζήτημα είναι αυτό της συναίνεσης το οποίο είχε απασχολήσει και στην υπόθεση Bejandi ν. Δημοκρατίας (2014) 2(Β) Α.Α.Δ.935, στην οποία με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, αναφέρθηκαν τα εξής καθοδηγητικά:

 

«Ο ορισμός του βιασμού εντοπίζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154[2]. Στο βαθμό και την έκταση που μας αφορά το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: «Είχε συναινέσει η παραπονούμενη κατά το χρόνο της συνουσίας ή όχι; Kαι αν ναι, η συναίνεση της δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή όχι;» Δεν απαιτείται από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι είχε ασκηθεί βία ή υπήρχε φόβος για σωματική βλάβη, η απόδειξη της οποίας απαιτείται μόνο εφόσον υπήρχε «συναίνεση». Ούτε απαιτείται όπως η παραπονούμενη επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο την έλλειψη της συναίνεσης της, όμως η κατηγορούσα αρχή πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, που να καταδεικνύει αυτή την έλλειψη συναίνεσης.

 

Για την έννοια της «συναίνεσης», θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή DunnLJ στην υπόθεση Rv. Olugboja [1981] EWCA Crim 2:

 

«Although "consent" is an equally common word it covers a wide range of states of mind in the context of intercourse between a man and a woman, ranging from actual desire on the one hand to reluctant acquiescence on the other. We do not think that the issue of consent should be left to a jury without some further direction. ……………………………………………………… ………………………………… They should be directed that consent, or the absence of it, is to be given its ordinary meaning and if need be, by way of example, that there is a difference between consent and submission; every consent involves a submission, but it by no means follows that a mere submission involves consent. (per Coleridge J. in R. v. Day (1841) 9 C. & P. 722, at page 724). In the majority of cases, where the allegation is that the intercourse was had by force or the fear of force, such a direction coupled with specific references to and comments on the evidence relevant to the absence of real consent will clearly suffice. In the less common type of case where intercourse takes place after threats not involving violence or the fear of it, ……………………………………………………………………………………………………… we think that an appropriate direction to a jury will have to be fuller. They should be directed to concentrate on the state of mind of the victim immediately before the act of sexual intercourse, having regard to all the relevant circumstances, and in particular the events leading up to the act, and her reaction to them showing their impact on her mind. Apparent acquiescence after penetration does not necessarily involve consent, which must have occurred before the act takes place. In addition to the general direction about consent which we have outlined, the jury will probably be helped in such cases by being reminded that in this context consent does comprehend the wide spectrum of states of mind to which we earlier referred, and that the dividing line in such circumstances between real consent on the one hand and mere submission on the other may not be easy to draw. Where it is to be drawn in a given case is for the jury to decide, applying their combined good sense, experience and knowledge of human nature and modern behaviour to all the relevant facts of that case

 

Υπάρχει διαφορά μεταξύ του να συναινέσει κάποιο πρόσωπο και του να ενδώσει στη σεξουαλική επαφή. Το πρώτο περιλαμβάνει το δεύτερο. Όμως το να ενδώσει απλώς στη σεξουαλική επαφή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι συναινεί.»

(έμφαση δοθείσα)

 

Ο όρος «consent» είναι ο όρος που χρησιμοποιείται και στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο του ημεδαπού άρθρου και σημαίνει την αποδοχή αυτού το οποίο γίνεται ή προτείνεται να γίνει, την παροχή συγκατάθεσης, τη συμφωνία, τη συγκατάνευση. Το ίδιο νόημα έχει και ο ελληνικός όρος «συναίνεση» με τον οποίο αποδόθηκε ο ως άνω αγγλικός όρος [βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, (2019)].

 

Ανατρέχοντας στο κατηγορητήριο της παρούσας, ως αυτό τροποποιήθηκε, ό,τι διαπιστώνεται είναι ότι όλες οι κατηγορίες που αφορούν το εν λόγω αδίκημα, αποδίδουν στον Κατηγορούμενο ότι ήλθε σε παράνομη συνουσία με την Παραπονούμενη δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της χωρίς τη συναίνεση της.

 

Ως προς το εάν υπήρξε συνουσία δια της διείσδυσης του πέους του στον κόλπο της σημειώνουμε πως κατά τη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος απεδέχθη, τουλάχιστον αρχικά, πως σε αυτές τις εννέα περιπτώσεις υπήρξε συνουσία με τον τρόπο που περιγράφεται στο κατηγορητήριο. Εν πάση περιπτώσει με βάση τη μαρτυρία της Παραπονούμενης την οποία αποδεχθήκαμε, στοχειοθετείται το συστατικό στοιχείο της συνουσίας με τον τρόπο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο για κάθε μια από τις κατηγορίες. 

 

Απομένει επομένως το ζήτημα της συναίνεσης.  Σύμφωνα με τα ευρήματα μας ως προκύπτουν από την αποδοχή της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, κατά το πρώτο περιστατικό (κατηγορία 1), ο Κατηγορούμενος την έσπρωξε στο κρεβάτι και αυτή έπεσε πάνω στο κρεβάτι ανάσκελα, αυτός κάθισε πάνω στην κοιλιά της, έβαλε το στόμα του πάνω στο δικό της, η ίδια επειδή ήθελε να τον αποφύγει έστρεψε το κεφάλι της στο πλάι και τον έσπρωξε μακριά της με αποτέλεσμα αυτός να πέσει με την πλάτη πάνω στο κρεβάτι ενώ μετά άρχισε να τον γρονθοκοπά και να τον κλωτσά.  Αυτός στη συνέχεια πήγε μακριά της, αλλά επειδή είναι πιο δυνατός επέμενε να έρχεται πάνω της. Ενώ δε μάλωναν η λάπα της, δηλαδή ένα αφρικανικό ρούχο του οποίου δένει τις άκρες μαζί έτσι ώστε να είναι σαν φόρεμα και το οποίο φορά όταν είναι μόνη στο σπίτι, άνοιξε και έμεινε γυμνή, αφού δεν φορούσε εσώρουχο.  Ενώ βρισκόταν γυμνή ο Κατηγορούμενος άρχισε να αγγίζει το στήθος της, αυτή του έλεγε πως δεν της άρεσε και τον καλούσε να σταματήσει, χωρίς ωστόσο αυτός να σταματήσει.   Αντί τούτου συνέχισε να την αγγίζει στο στήθος της, μετά άρχισε να αγγίζει το αιδοίο της με το χέρι του και εν τέλει έβαλε το δάκτυλο του μέσα της.  Η ίδια όλη αυτή την ώρα του έλεγε να σταματήσει επειδή δεν τον ήθελε και δεν της άρεσε αυτό που της έκανε αλλά αυτός δεν την άκουγε και απλά φώναζε ότι δεν τον θέλει γιατί τα γεννητικά της όργανα ήταν στεγνά και από αυτό μπορούσε να καταλάβει ότι δεν ήθελε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του και ότι αυτό συνέβαινε επειδή τον φοβόταν.  Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε παρά το γεγονός ότι καταλάβαινε ότι δεν ήθελε σεξουαλική επαφή μαζί του εντούτοις αυτός ήρθε στο κρεβάτι άνοιξε τα πόδια της με τα χέρια του και έβαλε το πέος του μέσα στον κόλπο της και ενώ είχε το πέος του μέσα της την αποκαλούσε «πουτάνα, είσαι πουτάνα».  Η ίδια του φώναζε να την αφήσει και να φύγει μακριά, τον έσπρωχνε, τον χαστούκιζε αλλά δεν μπορούσε να τον απομακρύνει και αυτός συνέχιζε να κάνει σεξ μαζί της.  Αυτό συνέβαινε για 10-15 λεπτά, χωρίς ωστόσο αυτός να μπορεί να φτάσει σε οργασμό.  Σταμάτησε όταν πήγε στην τουαλέτα και για να πιει νερό, οπόταν η ίδια βρήκε την ευκαιρία και φόρεσε τα ρούχα της.   Στη συνέχεια επανήλθε λέγοντας της ότι ήθελε σεξ, αυτή  του είπε «όχι δεν είμαι η μηχανή του σεξ σου», οπόταν αυτός άρχισε να τσακώνεται μαζί της, να την πιάνει από τον λαιμό με τα δυο του χέρια απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει και θα της καταστρέψει τη ζωή ενώ επίσης της τραβούσε τα μαλλιά και την πετούσε στο πάτωμα.  Προσπάθησε να παλέψει αλλά ήταν αδύνατο, οπότε όταν βρήκε την ευκαιρία έτρεξε έξω από το σπίτι, αυτός την ακολούθησε αλλά δεν μπορούσε να την φτάσει γιατί ήταν πιο γρήγορη.

 

Ομοίως και για το δεύτερο και τρίτο περιστατικό (που αφορούν οι κατηγορίες 3 και 4) που έγινε στη δική του οικία όπου έχουμε αποδεχθεί ότι προσπάθησε να αντισταθεί, τον έσπρωχνε αλλά αυτός της έκλεινε με το χέρι το στόμα της ενώ στο τέλος όταν τελείωσε της φώναζε επειδή ήταν στεγνή λέγοντας της ότι από αυτό κατάλαβε ότι δεν τον ήθελε, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι αντιλαμβανόταν πως η ίδια δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή κατά τον χρόνο που αυτή λάμβανε χώρα.

 

Ως προς το τέταρτο περιστατικό (κατηγορία 5), σύμφωνα με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης η οποία κρίθηκε αποδεκτή, προκύπτει πως αυτός εισήλθε, με το κλειδί που είχε, στην οικία της και όταν αυτή του ζήτησε τον λόγο της ανέφερε πως όπως η ίδια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία έτσι και ο ίδιος είχε δικαίωμα να εισέλθει στην οικία της παράνομα, ενώ όταν η ίδια του ανέφερε ότι θα ενημερώσει τους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος ότι έχει παράνομα κλειδί, αυτός τη χαστούκισε, αυτή έπεσε στο κρεβάτι και της είπε «Θα σε γαμήσω».  Ό,τι ακολούθησε ήταν πως ήρθε από πάνω της, κράτησε τα πόδια της ανοικτά και ξεκίνησε να την γλύφει και εισχώρησε με τη βία το πέος του μέσα της. Επεξήγησε δε παραστατικά πώς προσπαθούσε μάταια να τον απομακρύνει σπρώχνοντας τον.  Ανάλογη ήταν η περιγραφή της και για το έκτο περιστατικό (κατηγορία 7) που επεσυνέβη και πάλιν στο διαμέρισμα της στο οποίο ο Κατηγορούμενος εισήλθε και πάλιν χωρίς τη συναίνεση της.

 

Έχουμε την ακράδαντη πεποίθηση πως οι ως άνω παραπομπές, στη μαρτυρία που έγινε δεκτή, κατατάσσουν αφ’ εαυτών όλα τα πιο πάνω περιστατικά στην προαναφερθείσα πλειονότητα των περιπτώσεων τις οποίες η συνουσία επετεύχθη διά της βίας ή ισχύος ή δύναμης (βλ. Olugboja, άνω, «… the majority of cases, where … the intercourse was had by force …»), στοιχείο το οποίο συνιστά και την πεμπτουσία του βιασμού. Όπως έχει διαφανεί, σε όλα τα περιστατικά αυτά, αφενός η Παραπονούμενη είχε καταστήσει σαφές ότι δεν συναινούσε στις συνουσίες και αφετέρου ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε βία για να κάμψει την αντίδραση ή αντίσταση της και να επιτύχει τη διείσδυση. Υπό τις συνθήκες των περιστατικών αυτών ο Κατηγορούμενος δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να πιστεύει ότι η Παραπονούμενη συναινούσε στις συνουσίες αυτές («… had no genuine belief that the woman consented to have intercourse», Archbold 2000, §17-58). Η δε υπάρχουσα μαρτυρία περί της αντίστασης αλλά και οι αναφορές του ίδιου πως αντιλαμβανόταν πως δεν τον ήθελε επειδή ήταν «στεγνή», σφραγίζουν το όποιο πιθανό επιχείρημα περί συναινετικών σεξουαλικών επαφών στα πιο πάνω περιστατικά (Archbold 2000, §20-27).

 

Στρεφόμενοι τώρα στο έβδομο (κατηγορία 8), όγδοο (κατηγορία 10) και ένατο περιστατικό (κατηγορία 9) σημειώνουμε τα εξής.  Ό,τι αναδύεται από τα ευρήματα μας σε σχέση με τα περιστατικά αυτά είναι πως η Παραπονούμενη μετέβη στη Μαρίνα γνωρίζοντας πως επίκειτο σεξουαλική επαφή.  Βέβαια αποτέλεσε επίσης κατάληξη μας πως δεν επιθυμούσε την σεξουαλική επαφή αλλά συμφώνησε να πάει εκεί, επειδή ακριβώς τελούσε υπό τον φόβο που της είχε δημιουργήσει ο ίδιος σε σχέση με το τι θα συνέβαινε αν δεν πήγαινε ή αν δεν συμφωνούσε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του.  Μάλιστα φαίνεται να ήταν η ίδια που πρότεινε και τον χώρο ακριβώς επειδή ένεκα του φόβου που αισθανόταν δεν ήθελε να συνουσιαστεί μαζί του σε ένα ιδιωτικό μέρος φοβούμενη τι μπορούσε να της έκανε και επέλεξε τη Μαρίνα ως μέρος όπου υπήρχαν άνθρωποι έτσι ώστε αν κινδύνευε να μπορούσε να φωνάξει. 

 

Ως προς το γιατί τελούσε υπό το κράτος φόβου όταν συμφώνησε να μεταβεί στη Μαρίνα, παραπέμπουμε στην επίμονη και πιεστική συμπεριφορά του μέσω επανειλημμένων μηνυμάτων ή κλήσεων, παρουσία στο χώρο εργασίας της και πρόκλησης αναστάτωσης αλλά ακόμα και προσέλευση του στο χώρο διαμονής της με την ίδια πρόθεση, για ένα μεγάλο διάστημα από Ιούλιο του 2023 και εντεύθεν.  Ενδεικτικό των πιο πάνω  μάλιστα είναι περιστάσεις του ένατου περιστατικού ημερ. 15.9.23 (κατηγορία 9), όπου είχε προηγηθεί τσακωμός και μετάβαση του ίδιου στο διαμέρισμα της προτού η ίδια συμφωνήσει να τον ακολουθήσει στη Μαρίνα αισθανόμενη, όπως και η ίδια ανέφερε, πως δεν είχε άλλη επιλογή για να αποφύγει την αλλοπρόσαλλη, πειστική και δυνητικά επικίνδυνη συμπεριφορά και αναστάτωση που θα μπορούσε να προκαλέσει.   

 

Όσο όμως και αν φαινομενικά είχε συμφωνήσει να πάει υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, επειδή ακριβώς δεν ήθελε την επαφή μαζί του, κατά την εξέλιξη των περιστατικών αυτών ήταν εμφανές εκ των αντιδράσεων της πως δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή μαζί του. Κάτι που και ο ίδιος αντιλαμβανόταν χωρίς ωστόσο να σταματήσει, αλλά αντίθετα έχοντας πάντα ως μέλημα του «να τελειώσει» συνέχιζε. Και εξηγούμε. 

 

Ειδικότερα κατά το έβδομο περιστατικό (8η κατηγορία) ανέφερε πως έχοντας πάει εκεί την έβαλε στο πίσω κάθισμα και ξεκίνησε να «παίζει» μαζί της.  Παρά το ότι έκλαιγε αυτός συνέχιζε, έβλεπε το πρόσωπο της, την έκφραση της ότι δεν ήθελε και της έλεγε «Ξέρω ότι με φοβάσαι γι’ αυτό από τον τρόπο που είσαι ξηρή καταλαβαίνω ότι με φοβάσαι», αναφορές από τις οποίες αβίαστα εξάγεται πως παρότι αντιλαμβανόταν πως η ίδια φοβόταν και δεν ήθελε και επομένως δεν συναινούσε στην επαφή εντούτοις συνέχιζε αφού μόνη του έγνοια ήταν να «τελειώσει». Τα ίδια ισχύουν και για το όγδοο και ένατο περιστατικό (βλ. κατηγορία 10 και 9 αντίστοιχα) τα οποία περιέγραψε κατ’ ανάλογο τρόπο.  Μέσα από τις περιγραφές και των εν λόγω περιστατικών αναδύθηκε έντονα πως η ίδια του είχε δείξει και αυτός αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι η ίδια δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή.  

 

Καθ’ όσον δε αφορά το ένατο περιστατικό (κατηγορία 9) ό,τι άλλο είναι σημαντικό να τονιστεί, ήταν πως ήταν σαφής πως σε κάποια στιγμή ρητώς του ανέφερε πως δεν επιθυμούσε να έχει συνεχίσει άλλο, με τον ίδιο να συνεχίζει όμως τη σεξουαλική επαφή για άλλα περίπου 5 λεπτά.   Συγκεκριμένα περιγράφοντας το περιστατικό αυτό, ανέφερε πως έχοντας πάει εκεί αυτή ξάπλωνε και αυτός ήταν από πάνω της.  Ενώ αυτός έκανε σεξ μαζί της αυτή του ζήτησε να σταματήσει λέγοντας του «αρκετά».  Αυτός όμως συνέχισε για ακόμα πέντε λεπτά και της ζητούσε να τον βοηθήσει να τελειώσει και εν τέλει δεν τελείωσε επειδή δεν του επέτρεψε να τελειώσει μέσα της όπως ήθελε, ενώ παράλληλα παραπονιόταν πως ήταν στεγνή στα γεννητικά όργανα και λόγω αυτού ήταν δύσκολο για τον ίδιο να τελειώσει. Σταμάτησε τελικώς επειδή άρχισε να φωνάζει ότι ήταν κουρασμένη και ήθελε να πάει σπίτι. 

 

Επομένως αποτελεί κατάληξη μας σε σχέση με τα τρία αυτά περιστατικά, πως όσο και αν τελώντας υπό το κράτος του φόβου που της είχε προκαλέσει, είχε πάει στο συγκεκριμένο μέρος μαζί του γνωρίζοντας πως θα υπήρχε σεξουαλική επαφή, εντούτοις κατά την εξέλιξη των περιστατικών ως την περιγράψαμε ανωτέρω είχε δείξει πως δεν ήθελε ούτε επιθυμούσε την επαφή και παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος συνέχιζε την επαφή καίτοι ως εκ των ίδιων των αναφορών του προέκυπτε πως αντιλαμβανόταν πως η ίδια δεν ήθελε αυτό που συνέβαινε. Τόση δε ήταν η προσήλωση στον εγωιστικό σκοπό του που δεν ήταν άλλος από το να «τελειώσει», που ούτε όταν ρητώς τον κάλεσε στο πλαίσιο του ένατου περιστατικού να σταματήσει, το έπραξε.

 

Στρεφόμενοι τώρα στο πέμπτο περιστατικό (κατηγορία 6) σημειώνουμε πως σύμφωνα με τα ευρήματα μας αυτό έλαβε χώρα μια νύχτα που ο Κατηγορούμενος παρέλαβε την Παραπονούμενη από τη δουλειά για να την πάρει στο διαμέρισμα της και ξεκίνησε να την αγγίζει μέσα στο αυτοκίνητο, ενώ φτάνοντας εκεί και επειδή ζεσταινόταν της ζήτησε να βγει από το αυτοκίνητο όπου άρπαξε ένα κρεβατάκι από την πισίνα και το έβαλε σε ένα μικρό δωμάτιο στο υπόγειο όπου υπάρχουν κουτιά του ηλεκτρισμού, όπου ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Σύμφωνα με την περιγραφή της αυτός της ζήτησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι και άρχισε να κάνει τα ίδια πράγματα.  Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την αντεξέταση της[159] «Φοβόμουν επειδή όλα τα καλώδια του ηλεκτρισμού, όλα τα φώτα ήταν εκεί μέσα, εγώ φοβόμουν, κατάλαβα από το ύφος του ότι αν του έλεγα όχι, ότι ήταν έτοιμος να μου κάνει κάτι πολύ κακό.  Ήξερα ότι θα μου έκανε κάτι πολύ κακό.  Άρα με έβαλε στο κρεβατάκι και προσπάθησε να κάνει αυτό που ήθελε.» ενώ σε άλλο σημείο με ευκρίνεια εξήγησε πως «Δεν έφυγα, διότι ήξερα ότι αν έφευγα, ήξερα τι ήταν ικανός να κάνει.»[160] 

 

Ό,τι παρατηρούμε σε σχέση με αυτό το περιστατικό είναι πως παρόλο που έχουμε αποδεχθεί πως η Παραπονούμενη αναμφίβολα αισθανόταν φόβο και παρόλο που είμαστε πεπεισμένοι πως, όπως και στις άλλες περιπτώσεις η ίδια δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή μαζί του, εντούτοις δεν δόθηκαν τόσες λεπτομέρειες των όσων διαμείφθηκαν σε αυτό καθ’ αυτό το περιστατικό για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει με ποιο τρόπο η Παραπονούμενη είχε εκδηλώσει την έλλειψη συναίνεσης σε αυτό το συγκεκριμένο περιστατικό και εν συνεχεία να μπορεί να οδηγηθεί στο ότι κατ’ επέκταση ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί πως δεν συναινούσε.  Επομένως σε σχέση με αυτό το περιστατικό δεν υπάρχουν εκείνες οι λεπτομέρειες που απαιτούνται νομικά για τη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας,  χωρίς ωστόσο τούτο να μεταβάλλει ή να επηρεάζει βεβαίως καθ’ οιονδήποτε τρόπο την κρίση μας περί της αξιοπιστίας της Παραπονούμενης.  

 

Σεξουαλική κακοποίησης δια διείσδυσης- Κατηγορία 2

 

Το αδίκημα της πιο πάνω κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 146Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 που προνοεί ότι:

 

«146Α. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε κολπική, πρωκτική ή στοµατική διείσδυση σεξουαλικής φύσεως στο σώµα άλλου προσώπου µε οποιοδήποτε µέρος του σώµατος ή αντικείµενο, χωρίς τη συναίνεσή του ή µε συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.»

 

Προκύπτει, από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος, είναι ουσιαστικά τα ίδια με αυτά του άρθρου 144 που αφορά το αδίκημα του βιασμού.  Η διαφοροποίηση έγκειται ουσιαστικά στο ότι το αδίκημα του άρθρου 146Α διαπράττεται χωρίς απαραίτητα η κολπική, πρωκτική ή στοματική διείσδυση να γίνεται με το πέος κάποιου. Μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε μέρος του σώματος του ή με αντικείμενο. Εξ ου και το αδίκημα της κατηγορίας 2 στην υπό κρίση περίπτωση, αφού αυτό που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο είναι ότι κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, προέβη σε σεξουαλικής φύσεως διείσδυση, βάζοντας το δάχτυλο του χεριού του στον κόλπο της Παραπονούμενης.

 

Είναι δε δεδομένο πως με βάση τα γεγονότα ως τα έχουμε αποδεχθεί εν σχέσει με το πρώτο περιστατικό αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι πράξεις που του αποδίδονται, για τις οποίες ένεκα των αντιδράσεων της Παραπονούμενης, πολύ καλά αντιλαμβανόταν πως η τελευταία δεν συναινούσε.   Συνεπώς κρίνουμε πως έχει στοιχειοθετηθεί και αυτή η κατηγορία.

 

Άσεμνη επίθεση- Κατηγορία 11

 

Σύμφωνα με το άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.

 

Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος αναλύθηκαν διεξοδικά και περιεκτικά στην υπόθεση του Ποινικού Εφετείου, Πετρίδης v Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 153/2021, ημερ. 14.11.2023, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

« Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, απαιτείται να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος: (α) Επιτέθηκε (assault), (β) Άσεμνα (indecently), (γ) Παράνομα (unlawfully), (δ) Εναντίον γυναίκας. Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο πάνω αδίκημα είναι όμοιο με το αντίστοιχο αδίκημα του άρθρου 14(1) του προϊσχύσαντος αγγλικού Sexual Offences Act 1956 («indecent assault on a woman»). Αναγκαία είναι επίσης και η υπενθύμιση ότι στην ημεδαπή έννομη τάξη ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει και τα δύο είδη επιθέσεων που είναι γνωστά στο κοινοδίκαιο ως «assault» και «battery» (Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου (2015) 2(Α) Α.Α.Δ. 128), αν και γενικά είναι δεκτό ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις ο όρος «assault» χρησιμοποιείται ως περιέχων και τα δύο αυτά αδικήματα του κοινοδικαίου (Archbold 2023, §19‑ 221). Ειδικά ως προς την άσεμνη επίθεση θεωρούμε πως αποδίδει τα ισχύοντα το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R v. Court (1989) Α.C. 28 H.L.:

 

        «. it is self evident, that the first stage in the proof of the offence is for the prosecution to establish an assault. The «assault» usually relied upon is a battery, the species of assault, conveniently described by Lord Lane C.J. in Faulkner v. Talbot [1981] 1 W.L.R. 1528, 1534 as «any intentional touching of another person without the consent of that person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate». But the «assault» relied upon need not involve any physical contact but may consist merely of conduct which causes the victim to apprehend immediate and unlawful personal violence. In the case law on the offence of indecent assault, both categories of assault feature».

 

Σε απόλυτη συνάφεια με τα ανωτέρω προσθέτουμε πως η επίθεση είναι δυνατόν να διαπραχθεί και διά λόγων ή ακόμα και διά της σιωπής υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αναλόγως των περιστάσεων. Επ' αυτού σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R v. Ireland, Burstow (1998) A.C. 147 H.L.:

 

        «The proposition that a gesture may amount to an assault, but that words can never suffice, is unrealistic and indefensible. A thing said is also a thing done. There is no reason why something said should be incapable of causing an apprehension of immediate personal violence, e.g. .».

 

Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει κατά πόσον οι ορθώς σκεπτόμενοι άνθρωποι θα θεωρούσαν την επίμαχη συμπεριφορά άσεμνη ή όχι. Το δε κριτήριο είναι κατά πόσον το αποτέλεσμα της επίμαχης συμπεριφοράς ήταν τόσο προσβλητικό στα εκάστοτε ισχύοντα επίπεδα σεμνότητας (ευπρέπειας) και ιδιωτικότητας, ούτως ώστε να καθίσταται άσεμνη (απρεπής). Καθοδηγητική θεωρείται η υπόθεση R v. Court (1989) Α.C. 28 H.L, σύνοψη της οποίας παρατίθεται στο σύγγραμμα Archbold 2023, §20‑364.

 

Σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της «παρανομίας» συνάγεται από την υπόθεση Faulkner v. Talbot (1981) 1 WLR 1528 πως στοιχειοθετείται όταν καταδειχθεί ότι η επίμαχη συμπεριφορά του δράστη έγινε χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία (lawful excuse). Σχετική είναι η υπόθεση R v. Kimber (1983) 3 All E.R. 316,  καθώς και η R v. Court (ανωτέρω).

 

Από πλευράς απαιτούμενης νοητικής κατάστασης (mens rea) θα πρέπει να σημειώσουμε πως το αδίκημα διαπράττεται είτε εκ προθέσεως είτε απερισκέπτως (intentionally or recklessly), ως έχει κριθεί στην υπόθεση R v. Venna (1975) 3 All E.R. 788.  »

 

Ό, τι άλλο αξίζει να σημειωθεί είναι ότι στην υπόθεση R. v. Court (ανωτέρω), αναφέρθηκε ακόμα, ότι στην περίπτωση που τα γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση, είναι δυνατό να επιδέχονται διττής ερμηνείας και δη, είτε αθώας, είτε άσεμνης πράξης από πλευράς του Κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει, όχι μόνο να αποδείξει την εκ προθέσεως επίθεση του Κατηγορουμένου, αλλά και την ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους του να επιδείξει άσεμνη συμπεριφορά.

 

Εν προκειμένω έχουμε ήδη αναφερθεί στα γεγονότα της πρώτης μέρας της γνωριμίας τους περί το τέλος Απριλίου του 2023, όπου ενώ μόλις είχαν γνωριστεί και βρίσκονταν στο αυτοκίνητο του για να της υποδείξει διαμερίσματα στα οποία θα μπορούσε να εργαστεί ως καθαρίστρια, την ρώτησε «if Ι give you twenty euro you will have sex with me, αυτή του απάντησε αρνητικά και παρά ταύτα αυτός στη συνέχεια άρχισε να αγγίζει το δεξί της χέρι και της έλεγε «give me your pussy, give me your pussy» και ακολούθως άρχισε να την αγγίζει με το αριστερό του χέρι στα γεννητικά της όργανα, πάνω από το τζιν, στο σημείο που υπέδειξε, ανάμεσα από τους μηρούς.   Παρότι δε αυτή του έδιωχνε το χέρι αυτός συνέχιζε να την αγγίζει και μάλιστα σε κάποια στιγμή προσπάθησε να βάλει το χέρι του μέσα στο παντελόνι, οπόταν αυτή του έσπρωξε το χέρι μακριά και του είπε πως θα τηλεφωνούσε στο αφεντικό της, εννοώντας, ως αργότερα εξήγησε, την Μ.Κ.2.   Τότε αυτός φοβήθηκε και την πήρε πίσω στο διαμέρισμα της. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω έχουμε την ακράδαντη πεποίθηση πως το άγγισμα στα γεννητικά της όργανα ανάμεσα από τους μηρούς, ως το περιέγραψε και με την προφορική της μαρτυρία, συνιστούσε επίθεση.  Επίθεση η οποία ήταν αναμφίβολα άσεμνη δεδομένου του σημείου που άγγιξε αλλά και των όσων προηγήθηκαν και εννοούμε βέβαια την πρόταση για σεξ έναντι αμοιβής αλλά και των αναφορών «give me your pussy, give me your pussy». Ήταν δε σαφές εξ αρχής πως η ίδια δεν επιθυμούσε την οποιαδήποτε επαφή και επομένως είναι εξ ίσου σαφές πως η άσεμνη επίθεση έγινε χωρίς να υπάρχει νόμιμη δικαιολογία ή πίστη ότι συναινούσε.

 

Κοινή επίθεση – κατηγορία 12

 

Το αδίκημα της κοινής επίθεσης προβλέπεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα.  Από τη συνδυασμένη θεώρηση των πιο πάνω προνοιών προκύπτει πως η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος:

 

(α) Παρανόμως (unlawfully),

(β) Επιτέθηκε σε άλλο πρόσωπο

 

Όπως συνάγεται από τη νομολογία «παρανόμως» σημαίνει χωρίς οποιοδήποτε νομικό έρεισμα (Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ.574), ενώ επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη διά της οποίας κάποιος εκ προθέσεως ή απερισκέπτως προκαλεί σε άλλον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R. v. Vienna (1975) 3 All E.R.788). Ο όρος χρησιμοποιείται υπό την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας προς κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Τονίζουμε ότι απαιτείται όπως η πράξη του δράστη συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση η οποία τείνει να προκαλέσει τον φόβο και περαιτέρω ότι η δράση με κάποιο αντικείμενο ή με γροθιά, συνιστά επίθεση ακόμα και εάν δεν πετυχαίνει το στόχο («… is an assault even though the person striking misses his aim», Archbold 2000, §19-172).

 

Εν προκειμένω η κατηγορία τοποθετείται μεταξύ του Ιουλίου του 2023 και της 8.9.23, χρόνος που εμπίπτει στον χρόνο εντός του οποίου έλαβε χώρα το περιστατικό της πρώτης κατηγορίας κατά τη διάρκεια του οποίου σε κάποια στιγμή η Παραπονούμενη περιέγραψε ότι ο Κατηγορούμενος σταμάτησε για να πάει στην τουαλέτα και για να πιει νερό, οπόταν η ίδια βρήκε την ευκαιρία και φόρεσε τα ρούχα της.   Στη συνέχεια όμως ο Κατηγορούμενος επανήλθε λέγοντας της ότι ήθελε σεξ, αυτή  του είπε «όχι δεν είμαι η μηχανή του σεξ σου», οπόταν αυτός άρχισε να τσακώνεται μαζί της, να την πιάνει από τον λαιμό με τα δυο του χέρια απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει και θα της καταστρέψει τη ζωή. Στη βάση των πιο πάνω αποδεικνύεται μέρος της κατηγορίας 12 και συγκεκριμένα η αποδιδόμενη σε αυτόν επίθεση επί τω ότι την έπιασε και την κρατούσε από το λαιμό.  Κατηγορία σε σχέση με την οποία μπορεί να κριθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου.

 

Απειλή- κατηγορίες 13 και 14

 

Το αδίκημα της απειλής προνοείται από το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».

 

Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος λοιπόν θα πρέπει να αποδειχθεί:

 

1.            Η απειλή χρήσης βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης.

2.            Η εξ αυτής πρόκληση στον παραπονούμενο τρόμου ή ανησυχίας.

 

Το αδίκημα της κατηγορίας 13 παραπέμπει στον ίδιο χρόνο που αφορά η κατηγορία 12.  Σύμφωνα με τα ευρήματα μας μετά το περιστατικό της 19.6.23 και όταν η Παραπονούμενη του κατέστησε σαφές πως δεν θα συγχωρούσε ούτε αυτόν ούτε τη μητέρα του και όταν αυτός κατάλαβε ότι πράγματι δεν θα τον συγχωρούσε και ότι δεν θα ήταν μαζί, πλέον άρχισε να της λέει ότι θα έλεγε σε όλους για την ασθένεια της και ότι θα δημοσιοποιούσε το γεγονός αυτό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook και το Tik Tok και ότι θα έλεγε στην αστυνομία να πάει στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν για να προκαλέσει προβλήματα.  Ακόμα της έλεγε ότι θα της καταστρέψει τη ζωή και ότι έχει τρόπο να την κρατήσει σιωπηλή.  

 

Τα πιο πάνω αναμφίβολα ικανοποιούν το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Για το ότι οι απειλές αυτές της προκάλεσαν τρόμο παραπέμπουμε στην ανάλυση που προηγήθηκε, όπου εξηγήσαμε πως οι απειλές αυτές της προκάλεσαν τόσο μεγάλο φόβο ένεκα και των όσων είχαν προηγηθεί στις 19.6.23 αλλά και της επικοινωνίας του με την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου όπου εργαζόταν, που την οδήγησαν στο να πιστέψει ότι ήταν ικανός να υλοποιήσει τις απειλές του εξ ου και αντί να τον καταγγείλει, συνέχισε να του μιλά, του είπε ότι δεν έχει πρόβλημα μαζί του και να δέχθηκε να την παίρνει και να την φέρνει στη δουλειά της.  

 

Όσον αφορά την αναγκαία ένοχη διάνοια σημειώνουμε πως η πρόθεση πρόκλησης τρόμου συνάγεται από τα ίδια τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος (βλ. κατ’ αναλογίαν Βοσκού ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ.510).  Εν προκειμένω πράγματι πέτυχε το σκοπό του που ήταν να την τρομοκρατήσει και να την κρατήσει σιωπηλή πράγμα που μαρτυρείται και από το ότι η Παραπονούμενη δεν διηγήθηκε τα πιο πάνω σε οποιοδήποτε κοντινό της πρόσωπο ενώ ούτε υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία. Επομένως καταλήγουμε πως και το δεύτερο συστατικό στοιχείο πληρούται εν προκειμένω.

 

Όσον αφορά την κατηγορία 14 έχει ήδη γίνει αναφορά στο πλαίσιο ανάλυσης της κατηγορίας 12, στα όσα περιβάλλουν το πρώτο περιστατικό βιασμού κατά τη διάρκεια του οποίου ως ήδη υποδείξαμε ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην Παραπονούμενη ότι θα την σκοτώσει και θα της καταστρέψει τη ζωή και θα αναφέρει σε όλους για την αρρώστια της (σχετικές είναι οι αναφορές της στις καταθέσεις της Έγγραφο Ε και ΣΤ όπου αναφέρεται στο τι ακολούθησε το πρώτο περιστατικό σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συναίνεση της). Τα πιο πάνω αναμφίβολα ικανοποιούν το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος για τους ίδιους λόγους που εξηγήσαμε και στο πλαίσιο της κατηγορίας 13.  Το ότι πράγματι της προκάλεσαν τρόμο προκύπτει και πάλιν από το γεγονός ότι μετά και από το περιστατικό και έχοντας αντιληφθεί ακόμα περισσότερο πλέον ότι είναι ικανός να υλοποιήσει τις απειλές του, η ίδια δεν τον κατήγγειλε αλλά συνέχισε να του επιτρέπει να την παίρνει και να την φέρνει από τη δουλειά αλλά και να τον συναντά ακόμα και σε κάποιες περιπτώσεις που ήξερε πως θα υπάρξει σεξουαλική επαφή (βλ. 7ο, 8ο και 9ο περιστατικό), φοβούμενη τι θα συνέβαινε αν δεν το έπραττε.  

 

Όσον αφορά την αναγκαία ένοχη διάνοια σημειώνουμε, ότι πως όπως και στο πλαίσιο της κατηγορίας 13, η πρόθεση πρόκλησης τρόμου συνάγεται από τα ίδια τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος (κατ’ αναλογίαν των νομολογηθέντων στην Βοσκού, ανωτέρω).  Επομένως αποτελεί κατάληξη μας πως και αυτές οι δύο κατηγορίες έχουν στοιχειοθετηθεί.

 

Παρενοχλητική παρακολούθηση- Κατηγορία 15

 

Η πιο πάνω κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 4 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, Ν114(Ι)/2021 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

 

«4.-(1)Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει συμπεριφορά η οποία συνιστά παρακολούθηση και προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

 

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η προκληθείσα παρενόχληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), συνίσταται σε πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του ή συνίσταται σε πρόκληση σοβαρής ανησυχίας ή σοβαρής αγωνίας αυτού, η οποία έχει ουσιώδη αρνητική επίδραση στην τέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων του θύματος, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

 

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση.».

 

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως συµπεριφορά η οποία συνιστά παρακολούθηση θεωρείται-

 

(α) H ακολούθηση άλλου προσώπου·

(β) H επαφή ή η απόπειρα επαφής µε άλλο πρόσωπο µε οποιοδήποτε μέσο·

(γ) H παρακολούθηση της χρήσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή/και οποιασδήποτε άλλης ηλεκτρονικής επικοινωνίας άλλου προσώπου ή η αποστολή αναρτήσεων σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης που αφορούν στην προσωπική ζωή του θύματος ή η παρέμβαση σε αναρτήσεις του θύματος στο διαδίκτυο·

(δ) H παρακώλυση της διακίνησης άλλου προσώπου προς ή από την οικία του ή/και τον επαγγελματικό του χώρο ή από δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο στον οποίο το εν λόγω πρόσωπο συχνάζει, µέσω περιπλάνησης ή παρουσίας στους χώρους αυτούς·

(ε) Η επέμβαση σε περιουσία που βρίσκεται στην κατοχή ή ιδιοκτησία άλλου προσώπου ή η απειλή παρέµβασης σε τέτοια περιουσία

(στ) Η παρακολούθηση ή/και κατασκοπεία άλλου προσώπου.»

(έμφαση δοθείσα)

 

Το εδάφιο 5 του Νόμου προβλέπει συγκεκριμένες υπερασπίσεις που αφορούν τις περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά αποβλέπει στην αποτροπή διάπραξης αδικήματος, είναι υπό τις περιστάσεις εύλογη ή εκεί όπου λαμβάνει χώρα προς συμμόρφωση με διάταγμα ή πρόνοιες νομοθεσίας. 

 

Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου,  η «παρενόχληση» έχει την έννοια της πρόκλησης ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο ενώ σε ότι αφορά την έννοια της «συμπεριφοράς σε σχέση με παρενόχληση προσώπου» σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον 2 φορές, μίας τέτοιας συμπεριφοράς.

 

Από τα ευρήματα μας στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος από τον Ιούλιο του 2023 και εντεύθεν σε πολλές περιπτώσεις και επί καθημερινής σχεδόν βάσης διέμενε κάτω από την οικία της πολλά βράδια, περιφερόταν γύρω από το χώρο διαμονής αλλά και τον χώρο εργασίας της για να την παρακολουθεί και να γνωρίζει τι κάνει και πού βρίσκεται ανά πάσα στιγμή αλλά και για να έρθει σε επαφή μαζί της όταν πήγαινε ή έφευγε από τους εν λόγω χώρους ενώ όταν δεν του απαντούσε δεν δίσταζε να μεταβαίνει στην εργασία της αναζητώντας την και δημιουργώντας φασαρία, ενώ σε μια περίπτωση μάλιστα ανέβηκε και πάνω στους ορόφους για να αναγκαστούν να τον κατεβάσουν μέλη του προσωπικού. Για τον ίδιο σκοπό δηλαδή για να την παρακολουθεί και να γνωρίζει τι κάνει και που βρίσκεται εισερχόταν στον χώρο διαμονής της Παραπονούμενης χωρίς τη θέληση της. Πέραν τούτου επικοινωνούσε με άτομα που της έκαναν “like” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργώντας στην Παραπονούμενη άγχος που την οδήγησε να κλείσει συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.  Τα πιο πάνω αναμφίβολα συνιστούν ενέργειες παρακολούθησης εν τη εννοία του άρθρου 4 ως τούτη προκύπτει από το ορισμό του όρου στο εδάφιο (4) του εν λόγω άρθρου, και καλύπτει τις πλείστες αν όχι όλες τις υποπαραγράφους του εν λόγω εδαφίου.  

 

Το ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά παρενοχλούσε την Παραπονούμενη είναι κάτι για το οποίο κατά την κρίση μας δεν χωρεί καμία αμφιβολία αφού σύμφωνα με τα ευρήματα μας η Παραπονούμενη τελούσε σε κατάσταση μεγάλης αγωνίας άγχους και φόβου. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές ήταν οι αναφορές της ίδιας της Παραπονούμενης αλλά και της Μ.Κ.3. 

 

Το ότι δε και ο ίδιος το αντιλαμβανόταν προκύπτει ευθέως από το ότι υποσχόταν στην Μ.Κ.2 πως δε θα ξαναπήγαινε και εντούτοις το έπραττε επί καθημερινής σχεδόν βάσης. Εν πάση περιπτώσει είμαστε της άποψης ότι «όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση» αφού οποιοδήποτε λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση χωρίς περί τούτου να χωρεί καμμιά αμφιβολία.

 

Ό,τι άλλο όμως πρέπει να τονιστεί είναι πως, η πιο πάνω συμπεριφορά του συνδυαζόμενη και με τις απειλές που εκστόμιζε έναντι της ότι θα την σκοτώσει ή θα της καταστρέψει τη ζωή, της προκαλούσε σοβαρή αγωνία ότι θα ασκηθεί βία στο πρόσωπο της.  Με τις δε απειλές του ότι θα δημοσιοποιούσε την ασθένεια της και ότι θα κοινοποιούσε το γεγονός αυτό σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και την παρενόχληση δια της εισόδου σε άγνωστες ώρες στον τόπο διαμονής της χωρίς τη συναίνεση της αλλά και την παρουσία του στο χώρο εργασίας της προκαλώντας φασαρία, της προκαλούσε σοβαρή αγωνία η οποία είχε  ουσιώδη αρνητική επίδραση στην τέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων της αφού ως χαρακτηριστικά και η Μ.Κ.3 ανέφερε, άρχισε να έχει στρες και να μην συγκεντρώνεται, να μην μπορεί να κοιμηθεί, να κοιμάται και να τρομάζει στον ύπνο της, να κλαίει κρυφά, να μη θέλει να μιλήσει, να είναι συνεχώς φοβισμένη και ανήσυχη έχοντας έγνοια να κλείνουν και να ασφαλίζουν τα παράθυρα και την πόρτα ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας, φοβούμενη την πιθανή είσοδο του Κατηγορούμενου.  Καθιστώντας έτσι την περίπτωση ως εμπίπτουσα, για σκοπούς επιβολής ποινής στο εδάφιο (2) του άρθρου 4. 

 

Παράνομη κατοχή αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου-(Κατηγορία 16)

 

Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Νόμου 113(Ι)/2004:

 

«25. (1) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να εισάγει, κατασκευάζει, διαθέτει στην αγορά, αποκτά, μεταφέρει ή έχει στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχό του οποιοδήποτε αντικείμενο οποιασδήποτε περιγραφής κατασκευασμένο ή διασκευασμένο για ηλεκτρική ή άλλης μορφής εκκένωση ή εκτόξευση οποιουδήποτε επιβλαβούς υγρού ή αερίου ή χημικής ουσίας ή άλλου υλικού ή ενέργειας ή οποιαδήποτε πυρομαχικά τα οποία περιέχουν ή είναι διασκευασμένα ώστε να περιέχουν οποιοδήποτε επιβλαβές υγρό ή αέριο ή χημική ουσία ή άλλο υλικό.

 

(2) Πρόσωπο, το οποίο παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του εδαφίου (1), είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 3 χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».

 

Ό,τι αποδίδεται εν προκειμένω στον Κατηγορούμενο, είναι πως είχε παράνομα στην κατοχή του αντικείμενο εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου κατά την 21.9.23 οπόταν και συνελήφθη. Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία στο πισινό κάθισμα δίπλα από τον Κατηγορούμενο εντοπίστηκε συγκεκριμένο σπρέι σε σχέση με το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της η έκθεση του κρατικού χημείου (Τεκμήριο 5), που αφορά την εξέταση του.  Από αυτήν προκύπτει ότι το εν λόγω αντικείμενο στάλθηκε με σκοπό να διενεργηθεί εξέταση ως προς το κατά πόσον εμπεριείχε την ουσία «Nonivamide», ότι πράγματι διενεργήθηκε η εν λόγω εξέταση με τη μέθοδο ΜΕΘ 03 02 04 01, ότι το αποτέλεσμα ήταν θετικό αλλά και ότι ως καταγράφεται στην εν λόγω έκθεση “Το Novivamide είναι επιβλαβής χημική ουσία, δηλαδή ουσία η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει αναστρέψιμη ή μη αναστρέψιμη βλάβη.  Το Novivamide ανήκει στην κατηγορία των δακρυγόνων ουσιών (tear-gas) και εμπίπτει στον Ν. 113(Ι)/21, που προνοεί για την απόκτηση, κατοχή, μεταφορά και εισαγωγή πυροβόλων όπλων και μη πυροβόλων όπλων και για συναφή θέματα, Μέρος V, άρθρο 25”

 

Στη βάση των πιο πάνω αναμφίβολα καταλήγουμε πως το εν λόγω αντικείμενο όντας σπρέι, μπορούσε να εκτοξεύσει το επιβλαβές αέριο που εντοπίστηκε εντός αυτού.  Το ερώτημα επομένως που απομένει να απαντηθεί είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι το είχε στην κατοχή του.  Σε σχέση με την έννοια της κατοχής θεωρούμε πως έχει τη συνήθη και φυσική της σημασία, ως αυτή συναντάται και σε σχέση με άλλα αδικήματα (Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (2010) 1 Α.Α.Δ.663). Αρκούμαστε στο να πούμε ότι εν πρώτοις η κατοχή σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου (βλ. και Archbold 2000 §24-110).

 

Το εν λόγω αντικείμενο σύμφωνα με τα ευρήματα μας εντοπίστηκε μαζί με ένα ρόπαλο δίπλα από τον Κατηγορούμενο ο οποίος καθόταν σε πισινό κάθισμα οχήματος, το οποίο ήταν όχημα ενοικίασης που οδηγείτο από τρίτο πρόσωπο.   Οι θέσεις του πως είχε εντοπιστεί αλλού και δη «κολλημένο» κάτω από τη θέση του συνοδηγού ή πως τα τοποθέτησε η αστυνομία για να τον ενοχοποιήσει ενώ ο ίδιος δεν ήταν καν παρών κατά την έρευνα στο πλαίσιο της οποίας εντοπίστηκε μεταξύ άλλων και το επίδικο σπρέι, δεν έγιναν αποδεκτές για όλους τους λόγους που με λεπτομέρεια εξηγήσαμε ανωτέρω.   Οι περιστάσεις δε εντοπισμού του, δηλαδή δίπλα του ενώ καθόταν στο πίσω κάθισμα του οχήματος, θεωρούμε ότι δεν επιτρέπουν άλλη λογική κατάληξη παρά το ότι ήταν στην κατοχή του με την πιο πάνω έννοια ενώ για τους λόγους που αναλύσαμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας ο ίδιος γνώριζε και τη φύση του υπό αναφορά αντικειμένου, καίτοι προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει περί του αντιθέτου. 

 

5.    Κατάληξη

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1-5, 7-16, ενώ απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία 6.  

 

 

                                                                                    ……………………………

                                                                                    Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ

 

                                                                                    …………………………..

                                                                                    Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ

 

                                                                                    ……………………………

                                                                                    Ε. Μιντή, Ε.Δ

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Σε σχέση με το δεύτερο ένταλμα σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.7.

[2] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24.7.2013.  

 

[3] Δεν αμφισβητήθηκε τελικώς πως αναφερόταν στην Μ.Κ.2 και το γεγονός πως την αναφέρει Χριστίνα ενώ το όνομα της είναι Χριστιάνα δεν συνιστά στοιχείο αναξιοπιστίας αλλά ένδειξη του αυθόρμητου της μαρτυρίας του καθώς και του ότι δεν υπήρξε προσυνεννόηση ως προς τι θα κατέθετε.

[4] Βλ. πρακτικά ημερ. 2.6.25, σελ. 12, γρ. 14-27.

[5] Βλ. πρακτικά ημερ. 2.6.25, σελ. 4, γρ. 30-32 μέχρι σελ.5, γρ, 1-3, όπου αναφέρει ότι  του είπε ακόμα ότι την παρακολουθεί και της δημιουργεί προβλήματα στη δουλειά.

[6] Σημειώνεται πως παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο πως εκδόθηκε εναντίον του και δεύτερο ένταλμα σύλληψης ημερ. 22.9.23 Τεκμήριο 7 και ότι εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης εναντίον του (Τεκμήριο 8).

[7] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σε. 18, γρ. 3-10.

[8] Bλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551, 590.

[9] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 9, γρ. 4-5.

[10] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 9, γρ. 15.

[11] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 23, γρ. 6-7.

[12] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 23, γρ. 14.

[13] Βλ. πρακτικά 9.7.25, σελ. 67, γρ. 25-29.

[14]  Βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ. 4, γρ. 3-8.

[15] Του τέθηκε μόνο θέση ότι άσκησε τα καθήκοντα του πλημμελώς επειδή δεν έλαβε κατάθεση από τους παριστάμενους έξω από ξενοδοχείο “Annmaria” κατά το περιστατικό της 17.9.23 ή και διότι δεν περιέλαβε ουσιαστικά γεγονότα στην κατάθεση του ή και διότι δεν παρουσίασε τις κάμερες ασφαλείας του σταθμού, αλλά πουθενά δεν εντοπίζεται θέση ότι παρακίνησε την Παραπονούμενη να προβεί σε ψευδή καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου.

[16] Βλ. πρακτικά ημερ. 26.3.25, σελ. 33, γρ. 17-21.

[17] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.4.25, σελ. 12, γρ. 26-29. Βλ. επίσης και τα πρακτικά ημερ. 3.4.25,  σελ. 43 γρ. 6-29 και σελ. 44, γρ. 1. 

[18] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.4.25, σελ. 15, γρ. 14-18

[19] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.4.25, σελ. 23-24.

[20] Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της όταν ρωτήθηκε αν βλέπει το πρόσωπο για το οποίο αναφερόταν στην κατάθεση της στο Δικαστήριο γύρισε προς τον Κατηγορούμενο και τον χαιρέτησε με το χέρι της λέγοντας του “Hi Chris”.

[21] Βλ. την υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.147/16 κ.α., ημερ.20.11.19, ECLI:CY:AD:2019:B477 :

 

«Κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση» εξεταζόταν σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία του μάρτυρα και αναζητείτο ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας εκρίνετο κατ’ αρχήν αξιόπιστος (βλ.Παρμαξής ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 224). Κατά την νεότερη «ορθολογιστική προσέγγιση» δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο (Ττοουλιάς (ανωτέρω) και Attorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] All ER488). Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Ένας εμφανώς αναξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης αλλά η ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει να εξετάζεται πρώτα κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην τελική κρίση της αξιοπιστίας της ύποπτης μαρτυρίας (Ρόπας (ανωτέρω), Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 512).

 

Εν προκειμένω, το Κακουργιοδικείο δεν ακολούθησε ούτε τον παραδοσιακό, μήτε τον ενιαίο τρόπο προσέγγισης. Δεν εκτίμησε σε πρώτο στάδιο την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση», αλλά ούτε αξιολόγησε τη μαρτυρία αυτή κατά τρόπο ενιαίο, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, κατά την «ορθολογιστική προσέγγιση». Κατά πρωθύστερο τρόπο έθεσε, ως άνω, εκ προοιμίου τη μαρτυρία που θεώρησε ως ενισχυτική και μάλιστα, με τον ισχυρό τρόπο που το έπραξε. Σημειώνουμε ότι το ίδιο σφάλμα εντοπίστηκε και στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως με τον τρόπο αυτό «ελλοχεύει ο κίνδυνος μεταφοράς μιας αίσθησης ενοχής εξαιτίας της ενισχυτικής μαρτυρίας.»»

[22] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 3-5.

[23] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 9, γρ. 26-29.

[24] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 9.

[25] Γεγονός που εξηγεί και τη θέση της Παραπονούμενης πως διέμενε σε διαμερίσματα του Tsokkos από προηγουμένως.

[26] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 5, γρ. 24.

[27] Παρεμβάλλεται εδώ ότι στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος Τεκμήριο 9, αναφερόμενος στην γνωριμία τους είπε πως όταν την είδε για πρώτη φορά της φώναξε ότι έχει «ωραίο κόλο».

[28] Πιθανόν να εννοεί “early for that”.

[29] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 24-34.

[30] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 34, γρ. 9-11.

[31] Βλ. πρακτικά ημερ. 10.7.25, σελ. 24, γρ. 19-29.

[32] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ. 8, γρ. 10.

[33] Βλ. Πρακτικά ημερ. 10.7.25, σελ. 8, γρ. 8 -27.

[34] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 15-16.

[35] Βλ. πρακτικά 20.5.25, σελ. 8, γρ. 13-20.

[36] Βλ. Έγγραφο Στ, γρ. 8-13.

[37] Βλ. και πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 35, γρ. 20-23.

[38] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 36.

[39] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 36-37.

[40] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 38, γρ. 17-18, όπου αναφέρει ότι : “Εκείνες τις πρώτες 2-3 εβδομάδες δεν περάσαμε καμία νύχτα μαζί, βγαίναμε έξω και με έφερνε στο διαμέρισμα μου”.

[41] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ. 8, γρ. 11-13.

[42] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 6, γρ. 21-22.

[43] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ. 10, γρ. 1-2.

[44] Βλ. για παράδειγμα πρακτικά ημερ. 25.4.25, σελ. 18, γρ. 17.

[45] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 9, γρ. 4, όπου αναφερόμενη στο ότι είχε σεξουαλική επαφή μαζί της την ίδια μέρα που πληροφορήθηκε για την ασθένεια της ανέφερε «…Εγώ στην αρχή το έβλεπα ότι ήταν ένδειξη αγάπης»

[46] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ.11.

[47] Βλ. Τεκμήριο 9, απάντηση 28.

[48] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 65.

[49] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ.65, γρ.24.

[50] Βλ. σελ. 2, γρ, 9- σελ. 3 γρ. 3.

[51] Παρεμβάλλεται εδώ ότι ο ισχυρισμός ότι της είπε ότι θα αγόραζε αυτοκίνητο επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 13, μήνυμα ημερ. 19.6.23 03:21:45 pm (UTC+0).

[52] Εξήγησε κατά την αντεξέταση (βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 21 γρ. 15-18), ότι όταν μιλούσε η μητέρα του αυτός της τα εξηγούσε.

[53] Πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 18, γρ. 20-31.

[54] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 27, γρ. 24-25.

[55] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 19, γρ. 13-21.

[56] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ. 13, γρ. 27-29.

[57] Η θέση περί παρουσίας αδελφού της στην Κύπρο καταρρίπτεται από την ανεξάρτητη έρευνα που διενήρηγησε η Μ.Κ.1 επί τούτου.

[58] Βλ. επίσης και πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 24, γρ. 8-11, όπου εξηγεί με τον ίδιο τρόπο το ζήτημα λέγοντας:

 

A. Είπε πως δεν δικαιούμαι να εργάζομαι με ηπατίτιδα και πως επρόκειτο να κάνει παράπονο και να πει ότι σε εκείνο το ξενοδοχείο υπάρχει κάποιος που εργοδοτείται με ηπατίτιδα.  Γι’ αυτό είπε ότι θα καλέσει την Αστυνομία πως θα τηλεφωνήσει και να δημιουργήσει πρόβλημα να κλείσουν το Chrysomare.”

[59] Σχετικά είναι τα πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 66 και η κατάθεση του Κατηγορούμενου Τεκμήριο 9, απάντηση 12.

[60] Σημειώνεται ότι η κατάθεση του στην οποία ανέφερε τα πιο πάνω δόθηκε στις 23.9.23.

[61] Πρακτ. ημερ. 16.05.25, σελ.46 , γρ.23-25.

[62] Πρακτ. ημερ. 16.05.25, σελ.45 , γρ.11-28.

[63] Πρακτ. ημερ. 16.05.25, σελ.46 , γρ.23.

[64] Πρακτ. ημερ. 19.05.25, σελ.3 , γρ.2-7.

[65] Αντίστοιχο μήνυμα με το οποίο την καλεί να του επιστρέψει τα λεφτά του δικηγόρου εντοπίζεται και κατά την 1.9.23 «And fix and my money that I paying the advocate».

[66] Βλ. πρακτικά ημερ. 24.6.25, σελ. 15, γρ. 16 και επόμενες.

[67] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 28, γρ. 8.

[68] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 11, γρ. 21-29 και σελ. 12.

[69] Εξ άλλου δεν ήταν μόνο αυτό το μήνυμα από το οποίο αναδυόταν η αντίληψη του ότι τον φοβόταν και δη πως φοβόταν πως θα την βίαζε αλλά και από το μήνυμα που της απέστειλε στις 4.8.23, 6:20:27 pm (UTC+0) «You worry for I rape you» όπως και τα μηνύματα που της έστειλε αργότερα λέγοντας της 6:35:28 pm (UTC+0) και 6:41:08 pm (UTC+0), «You take the key», «but I have copy».

[70] Βλ. πρακτικά ημερ. 28.4.25, σελ. 24, γρ. 28-32.

[71] Βλ. πρακτικά ημερ. 10.4.25, σελ. 43.

[72] Πρόκειται για αφρικανικό είδος ένδυσης.

[73] Βλ. πρακτικά 19.5.25, σελ. 20-21.

[74] Βλ.  πρακτ. ημερ. 19.05.25, σελ.12 , γρ.14-22 και σελ. 13.

[75] Βλ. πρακτ. ημερ. 19.05.25, σελ.12 , γρ.6-22, σελ. 13, γρ.5-8.

[76] Βλ. πρακτ. ημερ. 19.05.25, σελ.23 , γρ.5-8.

[77] Τα ίδια ισχύουν και για τις διορθώσεις στις ημερομηνίες 15.9.23 και 8.9.23 που αφορούν ημερομηνίες πολύ κοντά στο χρόνο που έδωσε την κατάθεση της.

[78] Bλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. σελίδα 10.

[79] Βλ. πρακτικά 9.7.25, σελ. 9, γρ. 16-29, σελ. 10 γρ. 11-25.

[80] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 28, γρ.12-29  και σελ. 29-35.

[81] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 33, γρ.7-21. 

[82] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 34, γρ.3. 

[83] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 43, γρ.1-3. 

[84] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25 σελ. 20, γρ. 6-18 και γρ. 30-32 και σελ. 21, γρ. 1-8.

[85] Κ. 5/07/2023 10:47:06am (UTC+0) ''My love I brith for you I walk for you to I live for you please don’t bring me again in this situation like morning I can't that again I make for you bring your mind back to me but if you continue too treat me like before I runa away I can't more OK''

Κ.   5/07/2023 10:47:38am (UTC+0)  ''Ι Know you can forgive me''

Π.   5/07/2023 3:15:31pm (UTC+0)  ''You terntty me to much  is Time to involve the police''

Π.   5/07/2023 3:15:31pm (UTC+0)  ''I have all the records this morning what you did to me''

Π.   5/07/2023 8:00:16pm (UTC+0)  ''Really I have serious pain''

Π.   5/07/2023 8:00:45pm (UTC+0)  ''I cannot move neck good''

Κ.   5/07/2023 9:23:44pm (UTC+0)  ''Oh my love want I make for my babe I hate me too much''

Κ.   6/07/2023 5:11:57am (UTC+0)  ''My love listening because I feel very bad want I make if he make you feel better I go now alone in police? I can serious''

Κ.   6/07/2023 5:11:57am (UTC+0)  '' I speak you want I make he make me too feel very bad''

Π.   6/07/2023 5:24:48am (UTC+0)  '' I will better don’t worry''

Κ.   6/07/2023 5:24:54am (UTC+0)  '' And if you want and make you too feel good I go alone in police''    

[86]Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 26, γρ. 19-23.

[87] Βλ. πρακτικά ημερ. 25.5.25, σελ. 25-26.

[88] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 27, γρ. 25-26.

[89] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 53.

[90] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 61, γρ. 14-22.

[91] Βλ. πρακτικά 3.7.25, σελ. 8, γρ. 14-29.

[92] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, γρ. 14-15. `

[93] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 30, γρ. 26-30.

[94] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 31, γρ. 23.

[95] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 33, γρ. 26.

[96] Το σχετικό απόσπασμα εντοπίζεται στα πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 31 γρ. 29 – σελ. 34. γρ. 3.

[97] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 55.

[98] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25 σελ. 9 γρ. 21 και επόμενες –  32 και σελ. 10.

[99]Σχετικά είναι τα πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 38-39.

[100] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 13, γρ. 24.

[101] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 12, γρ. 24-28.

[102] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 13, γρ. 11-13.

[103] Βλ. πρακτικά ημερ. 08.05.25, σελ. 34, γρ.6-8.

[104] Βλ. πρακτικά ημερ. 08.05.25, σελ. 35, γρ.25-26.

[105] Βλ. πρακτ. ημερ. 08.05.25, σελ. 37, γρ.3-29, βλ. επίσης σελ. 38.

[106] Αντεξεταζόμενη είπε ότι ''δέχτηκα μόνο για την Μαρίνα επειδή ήξερα ότι μόλις ξεκινήσω να φωνάζω θα σταματούσε. Αυτό ήταν το σχέδιο μου. Γι' αυτό διάλεξα τη Μαρίνα'' βλ. πρακτικά 19.05.25 σελ. 43, γρ.1-5.

[107] Βλ. πρακτ. ημερ. 12.05.25, σελ. 4, γρ.19-26.

[108] Την πρώτη φορά, ευρισκόμενοι στα πισινά καθίσματα, εκείνος άρχισε να παίζει μαζί της αγγίζοντας την στο στήθος, ενώ όταν αντιλήφθηκε ότι το αιδοίο της ήταν ξηρό, της είπε ότι ''ξέρω ότι δεν με θέλεις, είσαι στεγνή''. Ωστόσο ήρθε σε συνουσία μαζί της χωρίς όμως να εκσπερματίσει. Ακολούθως της είπε ''σε παρακαλώ, άφησέ με να δοκιμάσω δεύτερη φορά'', εκείνη του είπε ότι είναι κουρασμένη κι εκείνος της είπε ''σε παρακαλώ, ξέρω ότι δεν με θέλεις'' (βλ. πρακτ. ημερ. 12.05.25, σελ. 6, γρ.9-16).

[109] Βλ. πρακτ. ημερ. 12.05.25, σελ. 6, γρ.28-32.

[110] Βλ. πρακτ. ημερ. 12.05.25, σελ. 7, γρ.1-17.  Βλέπε επίσης τα όσα επανέλαβε αντεξεταζόμενη: ''του είπα σταμάτα, αν δεν σταματήσεις θα φωνάξω. Και όταν ξεκίνησα σταμάτησε και ξεκίνησε να φωνάζει ''είσαι πουτάνα, bitch, είσαι στεγνή δεν με θέλεις'''' , ''φώναζα και εκείνος εξακολουθούσε να το κάνει. Όταν κατάλαβε ότι ήθελα να φωνάξω για να με ακούσουν, τότε σταμάτησε. Στην αρχή που φώναζα δεν τον ένοιαζε'' (Βλ. πρακτ. ημερ. 19.05.25, σελ. 47, γρ.2-6, γρ. 21-23).

[111] Πρακτ. 12.05.25, σελ. 13, γρ.27-32.

[112] Πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 14, γρ. 24-27.

[113] Πρακτ. 12.05.25, σελ. 14, γρ.4-32, σελ.15, γρ. 1-8.

[114] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.05.25, σελ. 15, γρ.13-32, σελ. 16, γρ.1-32, σελ.17, γρ. 18-19.

[115] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.05.25, σελ. 17, γρ.23-32.

[116] Πρακτ. 12/05/25, σελ. 17, γρ.9-12.

[117] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.25, σελ. 55

«A.          Εκεί ξεκινά το πρόβλημα. Η μόνη περίπτωση να πω την άποψή μου στον Χριστάκη είναι όταν βρίσκομαι στο ξενοδοχείο. Επειδή ξέρω πως αν αποφασίσει να πάει στο ξενοδοχείο τα αφεντικά μου είναι εκεί. Εκείνο το πρωί που με έπαιρνε στη δουλειά παραπονιόταν ότι τον ανάγκασα να κοιμηθεί στο αυτοκίνητο και πως δεν τον θέλω. Του είπα ότι ''δεν είναι για εμένα που κοιμάσαι στο αυτοκίνητο και να μην μου το λες αυτό'' και ήταν τότε που ξεκίνησε να έχει αυτό το θέμα με τον θυμό του. Πάρκαρε το αυτοκίνητο, όταν κατέβηκα από το αυτοκίνητο μου είπε ότι πρέπει να του μιλήσω για μια στιγμή, είπα όχι. Διέφυγα και πήγα προς το ξενοδοχείο. Ξεκίνησε να μου τηλεφωνά, να φέρω τα πράγματα του, να του φέρω τα χρήματα που πλήρωσε για τον δικηγόρο, το ρολόι, επειδή δεν μου αξίζει και πως δώρα σαν αυτά αξίζουν μόνο σε γυναίκες που αγαπούν τους άνδρες τους. Μου τηλεφώνησε και μου έλεγε ότι θα πάει στο ξενοδοχείο τώρα και ήρθε. Όλοι οι συνάδελφοι μου ήταν στο ξενοδοχείο, αλλά εγώ είχα διαφύγει, δεν ήμουν εκεί. Μου τηλεφωνούσε και κάποια στιγμή που συμπεριφερόταν άσχημα, μια φίλη μου τηλεφώνησε, που δουλεύουμε μαζί και μου είπε να μην κατεβώ γιατί είναι επικίνδυνος. Και για αυτόν τον λόγο τηλεφώνησα στο αφεντικό μου, στη Χριστιάνα, λέγοντάς της ότι ο Χριστάκης είναι κάτω στο ξενοδοχείο και δημιουργεί προβλήματα. Η Χριστιάνα είπε πως δεν υπάρχει πρόβλημα, θα κατεβεί τώρα. Εγώ ήμουν πάνω στην υποδοχή, εκείνος ήταν κάτω στο υπόγειο, εκεί που μαζεύεται το προσωπικό.

E.           Είχε καθόλου επικοινωνία ο Κατηγορούμενος με τη Χριστιάνα, αν γνωρίζεις;

A.           Με πληροφόρησε ότι όταν έμαθε ο Χρίστος ότι ερχόταν έφυγε.»

 

[118] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.05.25, σελ.55 , γρ.6-16.

[119] Βλ. πρακτικά ημερ. 25.4.25, σελ. 15, γρ. 13-14.

[120] Βλ. πρακτικά 12.5.25, σελ. 26-27

[121] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 27, γρ. 18-19.           

[122] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 38, γρ. 9-16.

[123] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 40-41.

[124] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 35, γρ. 20-22. 

[125] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 36, γρ. 13-14 και 19-23 αντίστοιχα.

[126] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.5.25, σελ. 35, γρ. 7-10. 

[127] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 48, γρ. 31, όπου σε υποβολή ότι περνούσαν καλά ανέφερε χαρακτηριστικά «Στην αρχή ναι, όταν έγινε τέρας άλλαξα. Κτήνος.»

[128] Η πλήρης αναφορά στην εν λόγω κατάθεση της, ως εντοπίζεται στη σελ. 3, γρ. 10-19, έχει ως εξής: «After this first time, Christakis started asking me to have sex with him and he was forcing me telling me that if I did not do it, he will tell to everybody about my sickness and will destroy my life.  So, from July 2023 until the previous Friday, 08/09/2023, I had sex with him nine times.  All the times I agreed to have sex with him are for the reasons that I explained you before and I am sure that if I was saying no, he was going to do the same things as the first time.   Sometimes we had sex in my apartment and sometimes in his place in Paralimni.  He never worn condom.  During this period that I told you above, Christakis in order to play that he was nice to me and to find opportunities to be near me, sometimes he was coming to take me at work and other times he was coming to take me back home.  The reason that I was going with him is the same.  Because I am afraid of him that he will do bad things to me.»

[129] Πρακτ. 19/05/25, σελ.34 , γρ.26-29, σελ. 35, γρ.1-10

[130] Πρακτ. 19/05/25, σελ.35 , γρ.25-27, σελ. 36, γρ. 26-29, σελ37, γρ. 1-6.

[131] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.25 σελ. 36, γρ. 13-16.

[132] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.5.25, σελ. 21, γρ. 9-15.

[133] Προς τούτο παραπέμπουμε στα όσα καταγράφουμε στο πλαίσιο του ένατου περιστατικού αλλά και των όσων αφορούν την ημερομηνία της καταγγελίας.

[134] Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση της σε ερώτηση κατά την κυρίως εξέταση της, όπου εξήγησε γιατί σε κάποια στιγμή στις 15.9.23 προτού ο Κατηγορούμενος πάει για να την πιάσει, αυτή φαίνεται εκ του Τεκμηρίου 13 να τον ρωτά «που είσαι;» όπου ανέφερε ότι το έκανε επειδή «…εάν δεν πήγαινα ήξερα τι επρόκειτο να συμβεί», για να εξηγήσει αμέσως μετά τι θα συνέβαινε λέγοντας: «Θα μου κτυπούσε, δεν θα μας άφηνε ήσυχους, στο σπίτι, δεν θα μας άφηνε να ησυχάσουμε, θα ερχόταν και θα κτυπούσε την πόρτα και θα ερχόταν να κάνει προβλήματα, γι’ αυτό έπρεπε να τον ακολουθήσω.»

[135] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 46.

[136] Βλ. πρακτικά ημερ. 12.05.25, σελ.26 , γρ.5-11.

[137]Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 21, γρ. 10-14.

[138] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 59, γρ. 12-17.

[139] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.25, σελ. 3-4.

[140] Το όνομα του  Κατηγορούμενου.

[141] Βλ. πρακτικά ημερ. 19.5.25, σελ. 8-9.

[142] Βλ. πρακτ. ημερ. 19.05.25, σελ.4 , γρ.5-7.

[143] Βλ. πρακτ. ημερ. 19.05.25, σελ.4 , γρ.7-11.

[144] Βλ. πρακτ. ημερ. 19.05.25, σελ.21 , γρ.2-4.

[145] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 23, γρ. 25-32 και σελ. 24.

[146] Βλ. πρακτικά 12.5.25, σελ. 26-27

[147] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 76, γρ. 17-29

[148] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 74, γρ. 5-29.

[149] Βλ. πρακτικά 3.7.25, σελ. 15, γρ. 16-17.

[150] Βλ. πρακτικά 9.7.25, σελ. 20, γρ. 10-11.

[151] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 48, γρ. 23-26.

[152] Βλ. πρακτικά ημερ. 3.7.25, σελ. 18, γρ. 3-10.

[153] Σχετικά είναι τα πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 38-39.

[154] βλ. πρακτικά 9.7.25 σελ. 9-10.

[155] Βλ. πρακτικά 9.7.25, σελ. 67, γρ. 16-19.

[156] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 69, γρ. 20

[157] Βλ. πρακτικά ημερ. 9.7.25, σελ. 70, γρ. 5-8.

[158] Σε σχέση με τις οποίες προσδιορίστηκε περαιτέρω και ο τόπος του αδικήματος (Μαρίνα Αγίας Νάπας).

[159] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 30, γρ. 26-30.

[160] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.5.25, σελ. 31, γρ. 23.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο