ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ
Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, Α.Ε.Δ
Αρ. Υπόθεσης: 17382/24
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
V
1.Μ. P.
2.S. M.
KAΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ
Ημερομηνία: 21.10.25
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου
Για την Κατηγορούμενη 1: κα Μ. Νεοφύτου με κ. Μ. Αρμεύτη και κ. Χ. Χαραλάμπους
Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Νεοκλέους
Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(δοθείσα αυθημερόν)
Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει 20 κατηγορίες αναληθούς δήλωσης σε ουσιώδη στοιχεία, κατά παράβαση του άρθρου 92(1)(β) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν.94(Ι)/2004, και, αντιστοίχως, 20 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(α)(iii), 5 και 7 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/2007.
Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, και ενώ επιχειρήθηκε, μέσω της Μ.Κ.17, να κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήριο, κατάθεση που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη 1 την 01.03.2024, ο συνήγορος της υπέβαλε ένσταση στο εγχείρημα αυτό επικαλούμενος ότι τούτη (η κατάθεση) λήφθηκε κατά παράβαση των Άρθρων 11.1, 11.4 και 12 του Συντάγματος. Πιο συγκεκριμένα, και τούτο κατόπιν σχετικών διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο συνήγορος της Κατηγορούμενης 1 ισχυρίστηκε ότι, στη βάση των συνθηκών λήψης της εν προκειμένω κατάθεσης, η τελευταία τελούσε υπό παράνομο περιορισμό της ελευθερίας της, κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 11.1 του Συντάγματος, της στερήθηκε το δικαίωμα να τύχει νομικής εκπροσώπησης, κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 11.4 του Συντάγματος, καθώς επίσης και ότι δεν τής έγινε η αναγκαία και επιβαλλόμενη υπό τις περιστάσεις προειδοποίηση, ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να ασκήσει το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος. Είναι δε η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης 1 ότι, στην κατάθεση περιέχονται δηλώσεις της οι οποίες εντάσσονται στην έννοια της ενοχοποιητικής δήλωσης ή της δήλωσης από την οποία μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ενοχής της, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται, για σκοπούς εξέτασης της αποδεκτότητάς της ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, η διεξαγωγή ενδιάμεσης δίκης εντός δίκης.
Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, αποδεχόμενος ότι οι λόγοι που προβάλλονται από πλευράς της Υπεράσπισης αποτελούν αναγνωρισμένους, νομολογιακώς, λόγους για τη διεξαγωγή μιας τέτοιας ενδιάμεσης διαδικασίας, ζήτησε όπως απορριφθεί η ένσταση, και συνακόλουθα να μη διαταχθεί η διεξαγωγή μιας τέτοιας ενδιάμεσης δίκης, στη βάση, μόνο, του ότι, ως προβάλλει, η εν προκειμένω κατάθεση δεν περιέχει οποιαδήποτε παραδοχή ή δήλωση εναντίον των συμφερόντων της Κατηγορούμενης 1, ή οποιαδήποτε άλλη δήλωση από την οποία θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ενοχής της στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για να είναι δυνατή η έκδοση διαταγής διεξαγωγής τέτοιας ενδιάμεσης διαδικασίας.
Το αποδεκτό ή μη μιας μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί αμιγώς νομικό ζήτημα. Τούτο, ωστόσο, αρκετές φορές, εξετάζεται στη βάση του τρόπου που εξασφαλίστηκε η μαρτυρία. Είναι γι’ αυτό το λόγο, που, συχνά, τα Δικαστήρια, για σκοπούς απόφανσης επί της δεκτότητας μιας μαρτυρίας, δεν αρκούνται στην εξέταση μόνο των νομικών ζητημάτων, αλλά, ταυτόχρονα, εκεί που παρατηρείται αμφισβήτηση ως προς τις συνθήκες αυτές, εξετάζουν, στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας (δίκη εντός δίκης), τις συνθήκες εξασφάλισης της, ώστε να διακριβωθούν, επακριβώς, τούτες (Σύγγραμμα A Practical Approach to Criminal Procedure, 3η έκδοση, Crhistopher J. Emmins, σελ. 110).
Ομοίως, στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 900-901, υποδεικνύεται ότι η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης δικαιολογείται για σκοπούς επίλυσης διαφόρων θεμάτων που σχετίζονται με το κατά πόσο μια ομολογία θεωρείται θεληματική. Σημειώνεται, συναφώς πάντα, ότι η διεξαγωγή τέτοιας ενδιάμεσης διαδικασίας δεν είναι υποχρεωτική, αλλά το αποτέλεσμα της άσκησης σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας το τελευταίο δύναται να απορρίψει σχετικό αίτημα αν θεωρήσει ότι η διεξαγωγή της δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης ή ότι θα οδηγήσει σε κατατεμαχισμό της δίκης (Kolev v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 197, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 571 και R. v. Flemming (1987) 86 Cr. App. R. 32).
Εξ αρχής σημειώνουμε, σε συμφωνία με τους εκπροσώπους των δύο πλευρών, ότι, στην περίπτωση που η εν προκειμένω κατάθεση της Κατηγορούμενης 1 περιέχει παραδοχές ή δηλώσεις από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ενοχής της, στις κατηγορίες, ή έστω κάποιες εξ αυτών, που αντιμετωπίζει, οι λόγοι που προβάλλονται προς υποστήριξη της θέσης ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η κατάθεσή της ως τεκμήριο, δικαιολογούν την διεξαγωγή της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας.
Επομένως, για σκοπούς απόφανσης ως προς το κατά πόσο θα διαταχθεί η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, το μόνο ζητούμενο είναι το κατά πόσο σε αυτήν (την κατάθεση) περιέχονται δηλώσεις της Κατηγορούμενης που αποτελούν παραδοχή των κατηγοριών, ή έστω κάποιων εξ αυτών, που αντιμετωπίζει ή, έστω, δηλώσεις από τις οποίες θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ενοχής της.
Εν προκειμένω, στην υπόθεση Fournides v. The Republic (1986) 2 C.L.R. 73, σημειώθηκαν τα εξής σχετικά με το περιεχόμενο μιας κατάθεσης κατηγορούμενου, για την αποδεκτότητα της οποίας επιζητείται η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης:
«A body of Cyprus case law acknowledges wide discretion to a trial Court to reject a statement, if obtained in what the authorities term "suspicious circumstances". But none of such cases aims to alter the basic principle that voluntariness is the test of admissibility. The Judges Rules are not rules of law breach of which renders statement inadmissible, but important aids to determining its voluntariness. A statement is voluntary as the word is understood in ordinary parlance, namely, if made "of one's own free will" (Lord Samner's test in Ibrahim v. R. [1914] A.C. 599 adopted). Voluntariness is basically a question of fact. The Court must not advert to the admissibility of a statement unless the question is raised by the defence, especially in a case, and the present is of that kind, where the defence has foreknowledge of the content of the statement and the accused is represented by counsel. In this case not only there was no objection as to the admissibility of the statement, but on the contrary it provided the spring-board of the defence.
The rules relevant to the voluntariness of statements are confined to statements amounting to confession of guilt of the crime with which the accused is charged. A confession, as Stephen defined it, is "an admission made by a person charged with a crime or suggesting the inference that he committed the crime" Appellant's case collapses altogether as the statement in question was the opposite of a confession. The ultimate incriminatory effect of the statement does not change its nature.[1]»
Με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές, έχουμε μελετήσει με μεγάλη προσοχή το περιεχόμενο της εν προκειμένω κατάθεσης της Κατηγορούμενης 1, η οποία και κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β προς Αναγνώριση[2], για σκοπούς απόφανσης μόνο επί της υπό εξέταση ένστασης της τελευταίας, και σε συμφωνία με τον συνήγορό της, και, κατά συνέπεια, σε διαφωνία με τα όσα προτάσσει ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνουμε ότι σ’ αυτήν (την κατάθεση) περιέχονται
δηλώσεις της Κατηγορούμενης, που, μολονότι, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως παραδοχές, εντάσσονται στην έννοια των δηλώσεων από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ενοχής της σε κάποιες, τουλάχιστον, εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, έχοντας, προς τούτο, κατά νου τη μέχρι τώρα ενώπιον μας μαρτυρία στη δίκη, αλλά και τις εκατέρωθεν τοποθετήσεις των εκπροσώπων των διαδίκων οι οποίες σχετίζονται, αφενός με την γραμμή της Κατηγορούσας Αρχής και αφετέρου με την υπερασπιστική γραμμή της Κατηγορούμενης 1. Ενδεικτικώς, και όχι εξαντλητικώς, υποδεικνύουμε τις δηλώσεις της Κατηγορούμενης, στην εν προκειμένω κατάθεσή της, ως προς την πηγή προέλευσης των χρημάτων που κατά καιρούς μετέφερε στην Κύπρο, καθώς επίσης και τον σκοπό της εδώ μεταφοράς τους, αλλά και τις δηλώσεις της ως προς την οικονομική της κατάσταση, την πηγή, γενικότερα, των εσόδων της, και την όποια ιδιοκτησία της σε περιουσία στην Κύπρο ή στο εξωτερικό.
Στη βάση της ανωτέρω κρίσης, και με δεδομένη την, ήδη, ανωτέρω, εκφρασθείσα, σύμφωνη με τους εκπροσώπους των δύο πλευρών, θέση μας, κρίνουμε ότι δικαιολογείται η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για σκοπούς απόφανσης επί των συνθηκών λήψης της υπό εξέταση κατάθεσης της Κατηγορούμενης 1, ώστε, ακολούθως, στο πλαίσιο της σχετικής κατάληξής μας, να εξεταστεί αν οποιοσδήποτε εκ των λόγων που προβάλλεται από το συνήγορο της τελευταίας, δικαιολογεί απόρριψη του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής για να τεθεί τούτη (η κατάθεση) ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου στην κυρίως δίκη.
Ως αυστηρό πλαίσιο της δίκης εντός δίκης ορίζεται η προσκόμιση μαρτυρίας και η αντεξέταση και τυχόν επανεξέταση των μαρτύρων που θα παρελάσουν με μόνο σκοπό να εξακριβωθούν οι συνθήκες λήψης της κατάθεσης, στο βαθμό που τούτες σχετίζονται με τις τρεις, επικαλούμενες από την Υπεράσπιση της Κατηγορούμενης 1, παραβάσεις των προνοιών των συγκεκριμένων Άρθρων του Συντάγματος, ως αυτές καταγράφησαν στα αρχικά στάδια της παρούσας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, διατάσσεται η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης στο ανωτέρω, περιορισμένο, πλαίσιο.
(Υπ.).…………..…………..……………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) .…….………...……….…………...
Ε.Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
(Υπ.)……....…….…..……………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Υπογράμμιση δική μας.
[2] Έχει ήδη κατατεθεί, στο πλαίσιο της δίκης, άλλο έγγραφο ως Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο