ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ
Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, Α.Ε.Δ
Αρ. Υπόθεσης: 17382/24
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
-ν-
1.Μ. P.
2.S. M.
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου
Για την Κατηγορούμενη 1: κα Μ. Νεοφύτου με κ. Μ. Αρμεύτη και κ. Χ. Χαραλάμπους
Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Νεοκλέους
Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες
Δίκη εντός Δίκης
Απόφαση
Σκιαγράφηση της Δίκης εντός Δίκης
Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει 20 κατηγορίες αναληθούς δήλωσης σε ουσιώδη στοιχεία, κατά παράβαση του άρθρου 92(1)(β) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν.94(Ι)/2004, και, αντιστοίχως, 20 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(α)(iii), 5 και 7 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/2007.
Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης και ενώ επιχειρήθηκε, μέσω της Μ.Κ.17, να κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήριο, κατάθεση που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη 1 την 01.03.2024, ο συνήγορος της υπέβαλε ένσταση στο εγχείρημα αυτό, επικαλούμενος ότι λήφθηκε κατά παράβαση των Άρθρων 11.1, 11.4 και 12 του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι παραβιάστηκαν τα συνταγματικά δικαιώματά της, (α) της μη αυτοενοχοποίησης και (β) της νομικής εκπροσώπησης.
Έχοντας κρίνει ότι στην κατάθεση που η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμούσε να καταθέσει περιέχονταν δηλώσεις της Κατηγορούμενης 1, που, μολονότι, δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως παραδοχές, εντάσσονται στην έννοια των δηλώσεων από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ενοχής της σε κάποιες, τουλάχιστον, εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, κρίναμε ότι δικαιολογείται η διεξαγωγή Δίκης εντός Δίκης για σκοπούς απόφανσης επί των συνθηκών λήψης της. Θέσαμε δε ως πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το κατά πόσο η κατάθεση λήφθηκε υπό συνθήκες που παραβίαζαν τα ανωτέρω συνταγματικά δικαιώματα της και ειδικότερα το κατά πόσο η εν προκειμένω κατάθεσή της ήταν θεληματική και αν της στερήθηκε το δικαίωμα νομικής εκπροσώπησης κατά τη λήψη της.
Η Κατηγορούσα Αρχή, προς υποστήριξη της εκδοχής της ότι, στη βάση των τότε δεδομένων, που ήταν γνωστά στην ανακριτική ομάδα, η Κατηγορούμενη δεν αποτελούσε ύποπτο πρόσωπο, ώστε να δικαιούται να επικαλείται τα ανωτέρω συνταγματικά δικαιώματα, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, κάλεσε, ως μοναδικό μάρτυρα, την Αστ. Εύη Προκοπίου (Μ.Κ.17 στην κυρίως διαδικασία – στο εξής «η Μ.Κ.1 Δ.ε.Δ.»). H πλευρά της Υπεράσπισης δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία.
Η Δίκη εντός Δίκης ολοκληρώθηκε με την παράθεση προφορικών αγορεύσεων. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι, κατά το στάδιο λήψης της κατάθεσης από την Κατηγορούμενη 1, αυτή αντιμετωπίστηκε από την ανακριτική ομάδα, που ανέλαβε να λάβει την κατάθεσή της, ως παραπονούμενη για ληστεία της οποίας ήταν το θύμα. Συγκεκριμένα τονίστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ότι κατά το στάδιο λήψης της εν προκειμένω κατάθεσης της, η Κατηγορούμενη 1 έτυχε χειρισμού ως θύμα της αναφερομένης ληστείας και ότι η Μ.Κ.1 στη Δίκη εντός Δίκης δεν είχε γνώση άλλης έρευνας ή διαδικασίας που εκκρεμούσε εναντίον της.
Η εκδοχή της Υπεράσπισης είναι ότι, η Κατηγορούμενη 1, πριν καν προκύψει το περιστατικό της ληστείας, ήταν ύποπτη για αδικήματα άρρηκτα συνυφασμένα με την εισαγωγή χρημάτων, μέρος των οποίων αποτέλεσε και το αντικείμενο της διερευνώμενης ληστείας, και, κατά συνέπεια, η Αστυνομία όφειλε να την μεταχειριστεί ως τέτοια, δίδοντας της την αναγκαία προειδοποίηση (caution), αλλά και γνωστοποιώντας της το δικαίωμά της σε νομική εκπροσώπηση.
Νομική πτυχή
Ρόλος των Δικαστηρίων είναι η περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διασφάλιση του κράτους δικαίου. Σε Δίκη εντός Δίκης αποφασίζεται κατά πόσον ομολογία ή ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου, η οποία περιέχεται είτε σε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία είτε ως απάντηση σε γραπτή κατηγορία που του απαγγέλλει αστυνομικός ή ακόμα και σε προφορική δήλωση του σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί εξουσία, δόθηκε με την ελεύθερη βούλησή του, θεληματικά, χωρίς πρόκληση φόβου στον Κατηγορούμενο για δυσμενείς επιπτώσεις ή πρόκληση ελπίδας για αποκόμιση πλεονεκτήματος ή οφέλους ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο καταπίεση, όχι κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων (Judges' rules), έχοντας πλήρη γνώση των δικαιωμάτων του στη περίπτωση που ήταν ύποπτος, συλληφθείς ή υπόδικος και όχι κατά παράβαση Νόμου ή συνταγματικών δικαιωμάτων[1]. Η εξαντλητική, βεβαίως, απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης αντενδείκνυται εφόσον κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών.
Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εάν θα διεξαχθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση Δίκη εντός Δίκης, με γνώμονα, αφενός ότι, εφόσον η ομολογία θεωρήθηκε ως η βασιλίδα των μαρτυριών και με μόνο αυτή το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει, υπάρχει αντιστοίχως η υποχρέωση στο Δικαστήριο να διασφαλίσει ότι αυτή δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου και εκουσίως, και αφετέρου, να μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου[2]. Το αντικείμενο και πλαίσιο της Δίκης εντός Δίκης πρέπει να τίθεται εξαρχής και σαφώς από το Δικαστήριο, ώστε να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ των μερών και να περιφρουρείται ο δημόσιος δικαστικός χρόνος.
Το επίπεδο απόδειξης σε Δίκη εντός Δίκης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το βάρος απόδειξης βρίσκεται, εξ’ ολοκλήρου, στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Όταν, δηλαδή, η θεληματικότητα ομολογίας ή ενοχοποιητικής δήλωσης καθίσταται, στη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου στο πλαίσιο Δίκης εντός Δίκης, έστω αμφίβολη, τότε το Δικαστήριο οφείλει να μην την αποδεχτεί ως μαρτυρία, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για την πορεία της κυρίως δίκης.
Η Δίκη εντός Δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο. Το Δικαστήριο οφείλει να κρίνει τη Δίκη εντός Δίκης, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι εντελώς απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου, στη Δίκη εντός Δίκης, θέματος, χωρίς διατύπωση που να τείνει να προκρίνει είτε την αξιοπιστία των μαρτύρων στην κυρίως δίκη είτε οποιοδήποτε από τα εκεί αμφισβητούμενα θέματα [3]. Ως εξαίρεση του κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την απόφαση στη Δίκη εντός Δίκης στο τέλος της κυρίως δίκης, δίνοντας βεβαίως σχετική αιτιολόγηση. Μάλιστα, οφείλει να το πράξει εάν τα τότε δεδομένα απαιτούν κάτι τέτοιο.
Ανάλυση
Αποφασίσαμε να μην αναφερθούμε με λεπτομέρεια στη μαρτυρία της Μ.Κ.1 Δ.ε.Δ. και αυτό γιατί, στη βάση του αδιαμφισβήτητου υποβάθρου γεγονότων (το οποίο προκύπτει, είτε από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, είτε από την κοινή λογική, αλλά και γεγονότων που αποτελούν δικαστική γνώση), η πλήρης παράθεση και λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας της είναι αχρείαστη.
Το κοινό αυτό υπόβαθρο έχει ως εξής:
1. Η κατάθεση της Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 1 στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης - στο εξής «η κατάθεση»), λήφθηκε στο πλαίσιο διερεύνησης του περιστατικού ληστείας και κλοπής χρημάτων στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω.
2. Η κατάθεση λήφθηκε την ημέρα του περιστατικού της ληστείας, και δη την 01/03/2024. Αποτελείται από 5 ½ σελίδες και λήφθηκε μεταξύ των ωρών 15:00 και 21:00, ενώ είναι παραδεκτό ότι η Κατηγορούμενη 1 βρισκόταν με την Αστυνομία από τις 13:40. Η κατάθεση είναι ανοικτή, πλην όμως καθίσταται σαφές ότι δόθηκε και με τη μέθοδο ερωτήσεων. Αυτό εύκολα διαπιστώνεται από το ίδιο το λεκτικό της κατάθεσης όπου, ενδεικτικώς, αναφέρεται «Στην ερώτησή σου …. (και ακολουθεί η τοποθέτηση της κατηγορούμενης 1)». Τέτοιες εναρκτήριες αναφορές στις τοποθετήσεις της κατηγορούμενης 1 στο πλαίσιο της κατάθεσής, εντοπίζονται στις γραμμές 25, 38, 39, 46, 117, και 146).
3. Περί τις 20:20 της ίδιας ημέρας, και ενώ η λήψη της κατάθεσης της δεν είχε ακόμα περατωθεί, ο Αστυφύλακας 115 του Τ.Α.Ε. (Ε) του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος, παρουσίασε δαχτυλογραφημένο όρκο ενώπιον Ανώτερης (τότε) Επαρχιακού Δικαστού, που υπηρετεί στην επαρχία Λευκωσίας, προς υποστήριξη αιτήματος της Αστυνομίας για έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον της κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 2 Δ.ε.Δ. – Τεκμήριο 20.1 της κυρίως δίκης – στο εξής «το Τεκμήριο 2»). Αποτελεί δικαστική γνώση η διαδικασία έκδοσης εντάλματος σύλληψης. Ως δε προκύπτει από την κοινή λογική, της δαχτυλογράφησης του όρκου που υποστηρίζει σχετικό αίτημα, προηγείται, προφανώς, η γνώση του συντάκτη του περί του περιεχομένου του. Επίσης ότι, για την εν προκειμένω δαχτυλογράφηση αναλώνεται ο αναγκαίος και λογικός χρόνος για τη διεργασία αυτή. Ακόμα ότι, η αναγραφόμενη ώρα στον όρκο (εν προκειμένω 20:20), αφορά στην ώρα που ο Αστυφύλακας ορκίστηκε τούτον ενώπιον της Δικαστού όταν την επισκέφθηκε για σκοπούς προώθησης του εν προκειμένω αιτήματος. Κατά συνέπεια, και τούτο πάλι στη βάση της λογικής, μεταξύ της περάτωσης της δαχτυλογράφησης του όρκου μέχρι και τις 20:20, που ο Αστυφύλακας 115 ορκίστηκε ενώπιον της Δικαστού, μεσολάβησε το χρονικό διάστημα που αναλώθηκε για να μεταβεί τούτος από το σημείο δαχτυλογράφησης μέχρι και τον χώρο στον οποίο η Δικαστής εξέτασε το αίτημα (λόγω της ώρας, συνήθως, αυτό συμβαίνει στο χώρο διαμονής του Δικαστή). Επομένως η αστυνομία γνώριζε τα όσα καταγράφονται στο όρκο που υποστήριξε το αίτημα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης της κατηγορούμενης 1, αρκετά πριν τις 20:20 που τέθηκε τούτος (ο όρκος) ενώπιον της Δικαστού.
4. Στη βάση της ανωτέρω αίτησης, εκδόθηκε εναντίον της Κατηγορούμενης 1 ένταλμα σύλληψης την 01/03/2024 στις 20:55 (Τεκμήριο 2), και δη, και πάλι, πριν την περάτωση της κατάθεσης.
5. Στον όρκο του ο Αστυφύλακας 115, αναφέρει ότι η Κατηγορούμενη 1 (ύποπτη, στο πλαίσιο της αίτησής του, για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), έδωσε κατάθεση στο ΤΑΕ Λεμεσού και καταγράφει (ο Αστυφύλακας 115, στον όρκο του), πτυχές και αναφορές της Κατηγορούμενης 1 από την κατάθεσή, ήτοι το Τεκμήριο 1 της Δίκης εντός Δίκης.
6. Σε σχέση με το περιεχόμενο του όρκου (μέρους του Τεκμηρίου 2 Δ.ε.Δ.), έκτασης 2½ δακτυλογραφημένων σελίδων, εντοπίζουμε αναφορές τόσο στο περιστατικό της ληστείας, που το ΤΑΕ Λεμεσού διερευνούσε τη δεδομένη στιγμή, όσο και αναφορές που συμπίπτουν με το περιεχόμενο της κατάθεσης (Τεκμήριο 1 Δ.ε.Δ.), η οποία κατά την ανάληψη του όρκου από το Δικαστήριο βρισκόταν, ακόμα, σε εξέλιξη όσο και αναφορές που ταυτίζονται με την κατάθεση της Ν. Βρυώνη (Τεκμήριο 3 Δ.ε.Δ.), η οποία λήφθηκε την προηγούμενη μέρα, και δη, στις 29.02.2024.
7. Συγκεκριμένα στον όρκο εντοπίζονται και επιμέρους αναφορές σε σχέση με το περιστατικό της ληστείας που διερευνούσε το ΤΑΕ Λεμεσού όπως αναφορές σε αυτόπτη μάρτυρα, αλλά και σε εξετάσεις κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης.
8. Ακολούθως, στον ίδιο τον όρκο ο Αστυφύλακας 115 αναφέρεται στην κατάθεση της ύποπτης (για σκοπούς λεκτικού του όρκου), εδώ Κατηγορούμενης 1, (σελίδα 2 από 3 του όρκου - 4η παράγραφος «Ως αναφέρει στην κατάθεσή της η ύποπτη[4] τον τελευταίο χρόνο ήρθε στην Κύπρο 10-15 φορές, αλλά δεν θυμάται πόσα χρήματα μετέφερε. Ερωτηθείς η ύποπτη[5] για την προέλευση των χρημάτων που μετέφερε σήμερα μαζί της, στην κατάθεσή της αναφέρει ότι αυτά ήταν εισοδήματα από την εργασία της ιδίας και του συζύγου της, ενώ στην δήλωση στο Τελωνείο (cash declaration) δήλωσε ότι αποτελεί δάνειο από άλλο πρόσωπο……Παρά το μεγάλο χρηματικό ποσό που έχει μεταφέρει μέχρι σήμερα στην Κύπρο ως αναφέρει η ύποπτη δεν έχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο γραμμένο στο όνομά της[6].»
9. Ακολούθως στον όρκο εντοπίζουμε ότι ο Αστυφύλακας αναφέρεται σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και σε συγκεκριμένες δηλώσεις, προς το Τελωνείο, συνολικού ύψους €5.810.300. Αυτές οι δηλώσεις στον όρκο ταυτίζονται με την κατάθεση της Ν. Βρυώνη (Τεκμήριο 3 Δ.ε.Δ.), όπου αναφέρεται σε όλα τα ταξίδια της κατηγορούμενης 1, με εξαίρεση το ταξίδι της 01/03/2024 και την συνακόλουθη δήλωση που έγινε την ίδια μέρα στους Τελωνειακούς Λειτουργούς του αεροδρομίου, αφού, ως ήδη αναφέρθηκε, η κατάθεση της Νίκης Βρυώνη λήφθηκε την προηγούμενη μέρα, και δη στις 29/02/2024.
Συγκεκριμένα στον όρκο αναφέρεται:
«Από περαιτέρω εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι η ύποπτη ταξιδεύει κατά διαστήματα στην Κύπρο μεταφέροντας και δηλώνοντας στο Τελωνείο μεγάλα χρηματικά ποσά κατά την άφιξή της στην Δημοκρατία από τα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου. Συγκεκριμένα μεταξύ των ημερομηνιών 24/08/2023-01/03/2024 διενήργησε 15 ταξίδια προς την Κυπριακή Δημοκρατία συμπεριλαμβανομένου του σημερινού 01/03/2024[7], δηλώνοντας κάθε φορά στο Τελωνείο κατά την άφιξή της από €350.000 - €420.000, με συνολικό ποσό περίπου €5.810.300.»
Προηγουμένως δε αναφέρει τα ακόλουθα:
«Σύμφωνα με τις δηλώσεις χρημάτων (cash declaration) στις οποίες η ύποπτη προέβηκε στα προηγούμενα 14 ταξίδια, δήλωνε ότι τα χρήματα προέρχονταν από δάνειο και πώληση ακίνητης περιουσίας. Τις εν λόγω δηλώσεις κατέχει η Αστυνομία που αφορούν την ύποπτη και τα πήρε μέσω των Τελωνειακών Αρχών[8]».
10. Κατά την εκδοχή της Μ.Κ.1 Δ.ε.Δ., κατά τη λήψη της κατάθεσης, κανένας συνάδελφος της δεν εισήλθε στον χώρο, ούτε και η ίδια ενημέρωσε οποιονδήποτε για το περιεχόμενο της, είτε κατά το χρόνο που λαμβανόταν τούτη (περιλαμβανομένου και του χρόνου των διαλειμμάτων που έγιναν) είτε μετά την περάτωση της.
Συνακόλουθα, μέσα από τις πιο πάνω επισημάνσεις, οι οποίες, επαναλαμβάνουμε, αποτελούν αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο, καθίσταται σαφές ότι ο Αστυφύλακας 115, κατά την ετοιμασία του όρκου του, την 01/03/2025, και ενώ η κατάθεση της Κατηγορουμένης 1 βρισκόταν σε εξέλιξη, γνώριζε και μετέφερε αναφορές της κατάθεσης.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, επιθυμεί να διαχωρίσει την Μ.Κ.1 Δ.ε.Δ. από το λοιπό Αστυνομικό σώμα για σκοπούς λήψης της κατάθεσης, καλώντας το Δικαστήριο να αποδεχτεί τη θέση της μοναδικής μάρτυρος στο πλαίσιο της Δίκης εντός Δίκης ότι δεν γνώριζε για την διερεύνηση άλλης υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης 1. Ευθέως αναφέρουμε ότι, στη βάση του πιο πάνω αδιαμφισβήτητου υποβάθρου, διατηρούμε τουλάχιστον λογική αμφιβολία ως προς το ότι η Μ.Κ.1 Δ.ε.Δ. τελούσε υπό άγνοια της εκκρεμούσας, κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης, έρευνας εναντίον της Κατηγορούμενης 1. Το ότι στον όρκο του Αστυφύλακα 115 γίνονται αναφορές που απαντώνται στην κατάθεση της κατηγορούμενης 1, που έλαβε η Μ.Κ.1 Δ.ε.Δ., και ότι τούτο είναι το αποτέλεσμα γνώσης του περιεχομένου της (της κατάθεσης) από τον Αστυφύλακα 115, το αποδέχθηκε και ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατά την σχετική τοποθέτησή του στο πλαίσιο των αγορεύσεων της παρούσας διαδικασίας, αναφέροντας, ωστόσο, ότι, τελεί υπό άγνοια ως προς το τρόπο που επιτεύχθηκε αυτό. Κατά συνέπεια, επαναλαμβάνουμε, ότι στη βάση όλων των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών γεγονότων, η βασική θέση της Κατηγορούσας Αρχής που θέλει την Μ.Κ.1 Δ.ε.Δ. να τελεί υπό άγνοια της εκκρεμούσας, εναντίον της κατηγορούμενης 1, έρευνας, η οποία και οδήγησε στην έκδοση του εναντίον της εντάλματος σύλληψης, δεν κρίνεται πειστική.
Πέραν της πιο πάνω κρίσης μας ότι αυτή η θέση δεν έχει πείσει, θεωρούμε ότι η εισήγηση πάσχει και ως εκ θέματος αρχής. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαχωρίσει την Μ.Κ.1 Δ.ε.Δ. από το υπόλοιπο Αστυνομικό Σώμα για σκοπούς και μόνο λήψης της κατάθεσης από την Κατηγορούμενη 1. Τέτοια ενέργεια θα επέτρεπε στην Αστυνομία να κάμπτει, κατά το δοκούν, τους κανόνες, επικαλούμενη άγνοια των ενεργειών άλλων τμημάτων του Αστυνομικού Σώματος ή ακόμα και μεμονωμένων μελών της. Το ζήτημα απασχόλησε τα Αμερικάνικα Δικαστήρια σε πολιτειακό αλλά και ομοσπονδιακό επίπεδο[9]. Μέσα από τις εν λόγω αποφάσεις τα Δικαστήρια κατέδειξαν ότι αστυνομία (ανακριτές) και εισαγγελία αντιμετωπίζονται ως ενιαία οντότητα, στηρίζοντας την αρχή ότι η γνώση που κατέχει ένα μέλος (π.χ. οι αστυνομικοί ανακριτές) δεσμεύει ολόκληρη την ομάδα, που, στο πλαίσιο μιας υπόθεσης, αντιμετωπίζεται ως ‘ομάδα δίωξης’. Η γνώση οποιουδήποτε μέλους αυτής της ομάδας αποδίδεται στον εισαγγελέα. Στη απόφαση Youngblood v West Virginia[10] το Ανώτατο Δικαστήριο της Δυτικής Βιρτζίνια, επανέλαβε ότι η γνώση ενός αστυνομικού ανακριτή σχετικά με ορισμένα στοιχεία μπορεί να αποδοθεί σε όλη την ομάδα και κατά συνέπεια και στον εισαγγελέα που προωθεί τη δίωξη, αντιμετωπίζοντας την αστυνομία και την εισαγγελική αρχή ως ενιαία συνιστώσα της κρατικής ποινικής διαδικασίας.
Έχουμε επιπρόσθετα εντοπίσει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Abdurahman ν Ηνωμένου Βασιλείου[11], όπου αποφασίστηκε ότι η αποτυχία, από τη μια, των αρχών να αντιμετωπίσουν τον αιτών εγκαίρως ως ύποπτο — χωρίς προειδοποίηση και χωρίς πρόσβαση σε δικηγόρο — και η χρήση, από την άλλη, της δήλωσής του στο Δικαστήριο, παραβίασαν το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη. Τα γεγονότα της υπόθεσης συνδέονται με τις αποτυχημένες απόπειρες βομβιστικών επιθέσεων στο Μετρό και στα λεωφορεία του Λονδίνου το καλοκαίρι του 2005. Η αστυνομία υποπτεύθηκε αρκετά άτομα (μεταξύ αυτών και τον Osman) για συμμετοχή στις απόπειρες. Η αστυνομία έλαβε σε μια εβδομάδα εκατοντάδες καταθέσεις μεταξύ των οποίων και από τον Abdurahman, ο οποίος συνεργάστηκε, εθελοντικά, και πήγε στο αστυνομικό τμήμα. Εκεί θεωρήθηκε αρχικά μάρτυρας και όχι ύποπτος. Κατά την κατάθεση μάρτυρα έδωσε γραπτή δήλωση, στην πορεία της οποίας οι αστυνομικοί αντιλήφθηκαν ότι ίσως είχε εμπλακεί στις απόπειρες, καθώς παρείχε βοήθεια και στέγη στον Osman. Παρά τούτο, δεν του δόθηκε προειδοποίηση (caution) ούτε του γνωστοποιήθηκε το δικαίωμά του σε νομική συνδρομή και η κατάθεση του συνεχίστηκε και καταγράφηκε. Με βάση το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης συνελήφθηκε. Το Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης του ΕΔΔΑ, έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6, τονίζοντας, παράλληλα, ότι τέτοια διαπίστωση δεν ταυτίζεται με αναίρεση της καταδίκης. Το ΕΔΔΑ έκρινε, όμως, συγκεκριμένα ότι, κατά την λήψη της κατάθεσής του ως μάρτυρα, ο Abdurahman έπαψε να είναι απλός μάρτυρας και κατέστη ύποπτος, και συνακόλουθα έπρεπε να του έχει δοθεί προειδοποίηση (caution) και να εξασφαλιστεί πρόσβαση σε δικηγόρο. Το ΕΔΔΑ δεν αποδέχτηκε την θέση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι υπήρχαν επιτακτικοί λόγοι για προσωρινό περιορισμό του δικαιώματος σε δικηγόρο και της παράλειψης να δοθεί προειδοποίηση ένεκα του είδους του αδικήματος που διερευνάτο (τρομοκρατία), τονίζοντας ότι επίκληση επιτακτικών λόγων μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως άμεση απειλή κατά της ζωής ή της ασφάλειας.
Σε σχέση με την χρήση της κατάθεσης του Abdurahman στη δίκη, το Δικαστήριο τόνισε ότι, ακόμη κι αν δεν είναι το μοναδικό εναντίον του αποδεικτικό στοιχείο, η χρήση μιας τέτοιας δήλωσης που ελήφθη χωρίς τις δέουσες εγγυήσεις πλήττει την ουσία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Έχουμε περαιτέρω υπόψη τα λεχθέντα στην F.L.H. v Αστυνομίας[12], στην οποία αναλύθηκε, με μεγάλη λεπτομέρεια, το ημεδαπό δίκαιο περιλαμβανομένου του άρθρου 3(2)(α) του περί των Δικαιωμάτων Ύποπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν υπό Κράτηση Νόμου του 2005 αλλά και της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, υπό το πρίσμα, μάλιστα, αφενός της στάθμισης της ανάγκης της προστασίας των δικαιωμάτων του ατόμου και αφετέρου, τις δυσκολίες της Αστυνομίας στον έλεγχο και τη διαλεύκανση του εγκλήματος, με αναφορά σε θεμελιακή επί του θέματος νομολογία [13].
Μέσα από το απαύγασμα των πιο πάνω αναλυθέντων νομικών αρχών, καθίσταται σαφές ότι η τυχόν αμφιβολία του Δικαστηρίου, ως προς τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης υπό «ύποπτες περιστάσεις», καθιστά την όποια ομολογία απαράδεκτη ως μαρτυρία, εφόσον τούτο έχει την έννοια πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε[14]. Tο ζήτημα δεν είναι τυπικό ή τεχνικό, αλλά ανάγεται σε ζήτημα προστασίας θεμελιακών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξετάζεται[15].
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, διατηρούμε τουλάχιστον λογικές αμφιβολίες, ακόμα και μετά την ακρόαση και χωρίς να προβαίνουμε σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας της μοναδικής μάρτυρος, - στηριζόμενοι στο πραγματικό και μη αμφισβητούμενο υπόβαθρο που πιο πάνω καταγράψαμε - ως προς το εάν οι δηλώσεις της Κατηγορούμενης 1 στην κατάθεσή της λήφθηκαν υπό τις συνθήκες που επικαλείται η Κατηγορούσα Αρχή. Επίσης, με ευκολία καταλήγουμε ότι έχουμε αμφιβολίες ότι οι συνθήκες λήψης της δεν ήταν ύποπτες ως η Κατηγορούσα Αρχή αιτιάται. Συνακόλουθα, καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε, και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται η κατάθεσή της Κατηγορούμενης 1 ημερομηνίας 01/03/2025 .
Εν όψει της πιο πάνω κατάληξής μας, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος που έχει τεθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας.
(Υπ.) .…………..…………..……………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ………...……….…………..........
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
(Υπ.) ………...……….…………..........
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Regina v Sfongaras (1957) 22 C.L.R. 113, Kokkinos ν The Police (1967) 2 C.L.R. 217, 220, Petri v The Police (1968) 2 C.L.R. 40, Ioannides v Republic (1968) 2 C.L.R. 169, Azinas and Another v Police (1981) 2 C.L.R. 9, Fournides v Republic (1986) 2 C.L.R. 73, Psaras and Another v Republic (1987) 2 C.L.R. 132, Σάκκος ν Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ 510.
[2] Γρηγορίου ν Δημοκρατίας (αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ 571
[3] Αστυνομία ν Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη (1997) 2 ΑΑΔ 177
[4] Τονισμός δικός μας
[5] Τονισμός δικός μας
[7] Τονισμός δικός μας
[8] Τονισμός δικός μας
[9] United States v Antone 603 F.2d 566 (5th Cir. 1979).
[10] 547 U.S. 867 (2006)
[11] Application No. 40351/09
[12] Ποιν. Εφ. 4/2020, (απόφαση πλειοψηφίας), ημερομηνίας 31 Ιανουαρίου 2022
[14] Reg. ν Sfoggaras (1957) 22 CLR 113
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο