ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 5657/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: ο κ. Ι. Φράγκος και ο κ. Θ. Σέας για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Κατηγορούμενος παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις ακόλουθες 4 κατηγορίες:
(α) Πλαστογραφία επίσημου εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 334 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία),
(β) Κυκλοφορία πλαστού επίσημου εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (γ), 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία),
(γ) Απόσπαση περιουσίας διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία),
(δ) Ψευδείς δηλώσεις για απόκτηση δημόσιου βοηθήματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13 και 22 (α) του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 2006 (Ν. 95(I)/2006) (4η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι μεταξύ 1/1/2014 - 31/12/2018 στη Λάρνακα επί σκοπώ καταδολίευσης πλαστογράφησε το έντυπο της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης δηλαδή το έντυπο ΕS 19 (δελτίο εγγραφής υποψηφίου) δηλαδή πλαστογράφησε το εν λόγω έντυπο προκειμένου να παρουσιάζεται σε αυτό η σύζυγος του ότι ήταν εγγεγραμμένη στη Δημόσια Υπηρεσία απασχόλησης ως άνεργη ενώ στην πραγματικότητα αυτή εργαζόταν κανονικά.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2η κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία στην Υπηρεσία Κοινωνικής Ευημερίας στη Λάρνακα εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το πλαστογραφημένο έγγραφο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στον χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία στη Λάρνακα διά ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολίευσης απέσπασε από την Υπηρεσία Κοινωνικής Ευημερίας το ποσό των €26.406 ως δημόσιο βοήθημα αναπήρου, ψευδείς παραστάσεις οι οποίες συνίσταντο εις το ότι παρουσίασε ότι η σύζυγός του ήταν εγγεγραμμένη στη Δημόσια Υπηρεσία απασχόλησης ως άνεργη ενώ στην πραγματικότητα αυτή εργάζονταν κανονικά.
Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στον ίδιο χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία στη Λάρνακα με σκοπό να λάβει από το κράτος δημόσιο βοήθημα αναπήρου προέβη σε ψευδείς δηλώσεις και παραστάσεις στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας γνωρίζοντας ότι οι δηλώσεις και οι παραστάσεις του ήταν ψευδείς, δηλαδή παρουσίασε ότι η σύζυγός του ήταν εγγεγραμμένη στη Δημόσια Υπηρεσία απασχόλησης ως άνεργη ενώ στην πραγματικότητα αυτή εργάζονταν κανονικά.
Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων έχουν τεθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και τα παραθέτω αυτολεξεί:
«Τα γεγονότα έχουν ως αναφέρονται στο Κατηγορητήριο. Αναφέρω περαιτέρω ότι στις 27. 07. 2019 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας από τη Μαρία Κνεκνά η οποία είναι λειτουργός των υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ότι κατά τα έτη 2014 μέχρι 2018, ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις από το γραφείο Κοινωνικής Ευημερίας χρηματικά επιδόματα χωρίς να είναι δικαιούχος. Να αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος από το έτος 2008 λάμβανε από το Γραφείο Ευημερίας κατόπιν αιτήσεων, διάφορα επιδόματα τα οποία αφορούσαν οικογενειακές ανάγκες και αναπηρία του ίδιου. Στα πλαίσια ελέγχου ο οποίος έγινε από τη μάρτυρα κατηγορίας 1, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος συμπλήρωνε το έντυπο το οποίο αναφέρεται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, με το οποίο αιτείτο δημόσιο βοήθημα και εξασφάλισε δημόσια βοηθήματα ύψους 26. 406 ευρώ και συμπλήρωνε ψευδώς το εν λόγω έντυπο, αφού σε αυτό δήλωνε τη σύζυγό του ως άνεργη, ενώ όπως διαπιστώθηκε αργότερα, η σύζυγός του εργαζόταν. Τα εν λόγω έντυπα τα παρουσίαζε στο γραφείο ευημερίας προκειμένου να εξασφαλίσει αυτά τα ποσά. Λήφθηκε κατάθεση από αυτόν, όπου παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει».
Έχει επίσης τεθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι ο Κατηγορούμενος μέχρι και σήμερα δεν έχει αποζημιώσει την παραπονούμενη υπηρεσία.
Για σκοπούς επιμέτρησης και επιβολής ποινής έχει ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όπου καταγράφονται οι προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 55 ετών έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 17 ετών. Διαμένει με την οικογένειά του σε ιδιόκτητη κατοικία στο Κίτι. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος λυκείου και έχει ολοκληρώσει τη θητεία του στην εθνική φρουρά. Σε ότι αφορά την κατάσταση της υγείας του ο κατηγορούμενος είναι οροθετικός (ΗΙV) γεγονός το οποίο του προκαλούσε συνεχώς αρνητικά θέματα στην εξασφάλιση εργασίας. Ο κατηγορούμενος εργάστηκε για 4 χρόνια στο Υπουργείο Οικονομικών ως κλητήρας και ακολούθως εργάστηκε στο τμήμα Γεωργίας για ένα χρόνο και από το 2007 μέχρι και σήμερα εργάζεται ως ωρομίσθιος εργάτης στο τμήμα Δασών στη Λάρνακα. Με τη σύζυγό του γνωρίστηκαν το 2007. Η σύζυγός του κατάγεται από τη Ρουμανία και εργάζεται σε γνωστή αλυσίδα τροφίμων στη Λάρνακα. Ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από τη Γρηγόρειο κλινική στη Λάρνακα και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω, παρουσιάζει χρόνιο άσθμα και είναι επιληπτικός.
Ο κ. Φράγκος αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του κατηγορουμένου αναφέρθηκε στην παραδοχή και έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου καθώς επίσης και στο λευκό του ποινικό μητρώο. Σε ότι αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις πέραν των όσων αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου Ευημερίας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος όντας θετικός στον ιό ανθρώπινης ανοσοεπάρκειας (ΗΙV) και παρακολουθείται στη Γρηγόρειο κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας από τις 17/7/1997 και λάμβανε συστηματικά αγωγή από τις 26/02/1998. Κατέθεσε προς τούτο σχετική ιατρική βεβαίωση στην οποία περαιτέρω αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος λαμβάνει συστηματικά αγωγή με άριστη συμμόρφωση, ιολογική και ανοσολογική ανταπόκριση. Ο κ. Φράγκος πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος διαγνώστηκε με τον ιό HIV το 1993 σε ηλικία 23 ετών και έκτοτε παραμένει αποκλεισμένος από το κοινωνικό του περιβάλλον, τους φίλους και την οικογένειά του, προσπαθεί να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο παρά την άρνηση της κοινωνίας να αποδεχτεί τον ίδιο και την ασθένειά του με συνέπεια να έχει διαταραχθεί η ψυχική του υγεία και σήμερα να αντιμετωπίζει αρκετά ψυχολογικά προβλήματα. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος είναι υπό ειδική δίαιτα αφού πάσχει από βρογχικό άσθμα υπερχολεστερολαιμία, επιληψία και άλλες συγγενικές ψυχολογικές διαταραχές που πιθανόν να απορρέουν από την επιληψία και κατέθεσε σχετική ιατρική βεβαίωση. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος να εξεύρει εργασία στον ιδιωτικό τομέα και ακολούθως στην εξεύρεση εργασίας στον δημόσιο τομέα όπου αρχικά εργαζόταν στο υπουργείο οικονομικών και στη συνέχεια στο υπουργείο Γεωργίας όπου εξακολουθεί να εργάζεται μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στην επαγγελματική του πορεία ο κατηγορούμενος ουδέποτε δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στον εργασιακό του χώρο και διατηρεί άριστες σχέσεις με τους συναδέλφους του. Σε ότι αφορά τις οικονομικές του συνθήκες ανέφερε ότι καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως για στεγαστικό δάνειο καθώς και για έναν επιπρόσθετο δάνειο για ολοκλήρωση των εργασιών στην οικία του. Η σύζυγός του λαμβάνει μισθό ο οποίος ανέρχεται στο ποσό των €1.300 μηνιαίως. Ο κ. Φράγκος αναφέρθηκε στη σχέση του κατηγορουμένου με το ανήλικο τέκνο του αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος τρομοκρατείται στην ιδέα να αποξενωθεί από το ανήλικο τέκνο του το οποίο αποτελεί το στήριγμά του για να συνεχίζει να πορεύεται και να μάχεται ενάντια στην επάρατη νόσο που αντιμετωπίζει. Το παιδί του όπως ανέφερε δεν γνωρίζει για το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο πατέρας του ενώ οι συνέπειες που ενδέχεται να επιφέρει στον γιο του κατηγορουμένου τυχόν φυλάκισή του θα είναι τεράστιες. Σε ότι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχοντας εγκλωβιστεί σε ένα τέλμα εξεύρεσης οικονομικών πόρων προκειμένου να προσφέρει στο παιδί του ό,τι χρειαζόταν προέβη στα επίδικα αδικήματα θεωρώντας ότι αυτή θα ήταν η λύση στο πρόβλημά του. Όντας μετανιωμένος για τις πράξεις του απευθύνθηκε μέσω επιστολών προς το γραφείο κοινωνικών υπηρεσιών για επιστροφή του ποσού που οικειοποιήθηκε. Περαιτέρω αναφέρθηκε σε διάφορες συναντήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ των δικηγόρων του κατηγορουμένου, του κατηγορουμένου και λειτουργών του γραφείου Ευημερίας οι οποίες ωστόσο δεν είχαν θετική έκβαση. Εξέφρασε την πρόθεση του κατηγορούμενου για επιστροφή του ποσού που έχει οικειοποιηθεί. Περαιτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και το χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων ήτοι το χρονικό διάστημα των 7 ετών αφού όπως ανέφερε, ο πόνος, η ταλαιπωρία, το άγχος και το στρες ως προς την εξέλιξη της ποινικής δίωξης και του τελικού αποτελέσματος, τον έχουν καταρρακώσει. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τα οποία, ως ανέφερε, ενδέχεται να επιδεινωθούν από τον ενδεχόμενο εγκλεισμό του στις κεντρικές φυλακές και ότι η στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του καθότι το περιβάλλον της φυλακής θεωρείται ακατάλληλο, ως ανέφερε, σε σχέση με την κατάστασή του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639).
Για το αδίκημα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (1η και 2η κατηγορία) το άρθρο 335 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (3η κατηγορία) προνοείται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων και σε ότι αφορά το αδίκημα των ψευδών δηλώσεων για απόκτηση δημόσιου βοηθήματος (4η κατηγορία) προνοείται ποινή φυλάκισης τριών μηνών ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και οι δύο αυτές ποινές.
Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).
Σύμφωνα δε με τη νομολογία, όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου συνίσταται ή ενέχει το στοιχείο της εξαπάτησης κρατικών αρχών προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών, το αδίκημα θεωρείται περισσότερο σοβαρό (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (1997) 2 ΑΑΔ 123, Kindada v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2022, 16/3/2022). Επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, επίσης, η απόκτηση οικονομικού οφέλους συνεπεία της πλαστογραφίας, η υψηλή αξία του οικονομικού οφέλους, η ύπαρξη προσχεδιασμού και αν η επιδειχθείσα συμπεριφορά ήταν επαναλαμβανόμενη (βλ. Michaelides v. Republic (1965) 2 CLR 113). Όπως τονίσθηκε στην Ματούρ κ.ά. v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 36 τα αδικήματα της πλαστογραφίας εγγράφου και της κυκλοφορίας πλαστογραφημένου εγγράφου «έχουν το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών και ατόμων».
Περαιτέρω, αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, η νομολογία έχει κατ' επανάληψη τονίσει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αφού αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ των πολιτών (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 286, 292 και Δρουσιώτης ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, 522). Στην Δρουσιώτης (ανωτέρω) αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής:
«Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, όπως δε πολύ εύστοχα σημειώνεται και από το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή κατοπτρίζεται από το ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αποτελεί και το πλέον σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών.
Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ.286).»
Επίσης στην υπόθεση Ayvazian v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 224, για κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Εξετάσαμε με πολλή προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο στον εφεσείοντα για τα αδικήματα που παραδέχθηκε είναι απόλυτα ορθή. Απόλυτα ορθή θεωρούμε και την απόφαση του πρωτοδίκου δικαστηρίου να μην αναστείλει την ποινή άμεσης φυλάκισης 2 ετών που επέβαλε στον εφεσείοντα. Συμφωνούμε απόλυτα με τα όσα αναφέρθηκαν από το Εφετείο στις υποθέσεις Rares και Gerlianu αναφορικά με τη μεγάλη σοβαρότητα της διάπραξης των αδικημάτων κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και ιδιαίτερα πιστωτικών καρτών και της απόσπασης χρημάτων και εμπορευμάτων με αυτό τον τρόπο. Θεωρούμε ότι είναι απόλυτα θεμιτό τα δικαστήρια να επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιου είδους αδικήματα, τα οποία βρίσκονται σε έξαρση, με σκοπό την προστασία των συναλλαγματικών ηθών και της οικονομίας του τόπου...».
Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023)
Προκύπτει, συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, η ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες να είναι ανάλογες της σοβαρότητας των αδικημάτων και να ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής, τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού από τη διάπραξη τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342).
Σε ότι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην υπό κρίση περίπτωση, ο Κατηγορούμενος για ένα χρονικό διάστημα 4 ετών συμπλήρωνε ψευδώς έντυπα για λήψη δημόσιων βοηθημάτων τα οποία παρουσίαζε στο γραφείο Ευημερίας καταφέρνοντας να αποσπάσει δημόσια βοηθήματα ύψους €26.406 τα οποία οικειοποιήθηκε. Πρόκειται για μία εγκληματική δράση που είχε χρονική διάρκεια και ενείχε το στοιχείο της εξαπάτησης των κρατικών αρχών οδηγώντας σε απόσπαση ενός σημαντικού ποσού από τον Κατηγορούμενο.
Συνακόλουθα, προκύπτει ότι η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στις περιπτώσεις που η νομολογία υποδεικνύει ότι αρμόζει η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή.
Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου έχω λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά (1992) 2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 211), την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την απολογία και την εκφρασθείσα μεταμέλεια του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, καθώς και τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στο περιεχόμενο της οποίας έγινε αναφορά ανωτέρω καθώς και τα όσα ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε τόσο γραπτώς όσο και δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω.
Αναμφίβολα, η επιβολή ποινής φυλάκισης θα έχει αρνητικό αντίκτυπό στο παιδί του κατηγορούμενου αλλά και στην οικογένεια του κατηγορούμενου γενικότερα είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.
Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, αφού έχουν παρέλθει 7 έτη από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης χρόνου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα βάσει της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:
"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".
Την ίδια στιγμή σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ότι εξαιτίας του χρόνου που έχει παρέλθει έχει υπάρξει διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου.
Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 ΑΑΔ 617. Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B533.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι στον χρόνο που διέρρευσε έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ούτε έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τον χρόνο που διέρρευσε. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα μπορεί να επηρεάσει μόνο το εύρος της ποινής.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει επίσης να αναφερθούν και τα ακόλουθα σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου για τα οποία γίνεται αναφορά στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα οποία αναφέρθηκε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου.
Σημειώνω ότι κατά κανόνα τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια ποινή. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Attorney General v. Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93. Στην υπόθεση Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 144, έγινε δεκτό πως, εάν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Όμως, για να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης, απαιτείται η προσκόμιση ιατρικής ή άλλης μαρτυρίας που να βεβαιώνει πως η κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου θα επιδεινωθεί λόγω της φυλάκισης ή ότι τα προβλήματα υγείας δεν μπορούν να τύχουν διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τις κεντρικές φυλακές. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Σοφοκλέους (ανωτέρω), El Kara Amira Mohammad ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 239, Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 153/2017, ECLI:CY:AD:2017:D321, ημερομηνίας 27/9/2017 και Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19/10/2021.
Τα πιο πάνω συνάδουν με την πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ που αναγνωρίζει ότι η στέρηση της ελευθερίας του ατόμου συνοδεύεται αναπόφευκτα από το στοιχείο του πόνου και ενέχει το στοιχείο του εξευτελισμού. Ζήτημα, όμως, παραβίασης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 3 της Σύμβασης μπορεί να τεθεί στις περιπτώσεις όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία, που προκύπτει από κάποια ασθένεια, σωματική ή ψυχική, επιδεινώνεται ή υφίσταται κίνδυνος να επιδεινωθεί από τις συνθήκες κράτησης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Rooman v. Belgium (G.C.) προσφυγή 18052/11, ημερομηνίας 31/1/2019, παρ.142-144. Σύμφωνα δε και πάλι με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, κρίσιμο είναι το κατά πόσο το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο σε σχέση με την κατάσταση ατόμου το οποίο πάσχει από σωματική ή πνευματική ασθένεια και εάν η δοκιμασία της κρατήσεως, αυτή καθαυτή, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως επίπονη λόγω της αδυναμίας του ατόμου να υποστεί ένα τέτοιο μέτρο. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Mouisel v. France, προσφυγή 67263/01, ημερομηνίας 14/11/2002, παρ. 40, Rivière v. France, προσφυγή 33834/03, ημερομηνίας 11/7/2006 παρ. 64 και Kotsaftis v. Greece, προσφυγή 39780/06, ημερομηνίας 12/6/2008, παρ.50.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί από την πλευρά του κατηγορούμενου οποιοδήποτε ιατρικό δεδομένο που να βεβαιώνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή θα επιδεινώσει το όποιο πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή ότι το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο αναφορικά με την κατάσταση υγείας του κατηγορούμενου.
Ειδικότερα, στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δεν καταγράφεται οτιδήποτε ως προς τη τυχόν επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του από τον εγκλεισμό του στις κεντρικές φυλακές ή ως προς το ότι ο εγκλεισμός του θα δημιουργήσει σε αυτόν ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού και ως προς το ότι η κατάσταση της υγείας του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από το τμήμα φυλακών.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι κίνδυνοι από την επιβολή ποινής φυλάκισης τέθηκαν αόριστα και χωρίς οτιδήποτε που να τους υποστηρίζει και έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα. Επιπλέον, δεν έχει επεξηγηθεί και δη με ιατρική μαρτυρία πως και με ποιο τρόπο δυνατόν να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του από τον εγκλεισμό του στις κεντρικές φυλακές. Επίσης, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, λόγω του εγκλεισμού του, δεν θα μπορεί να λαμβάνει την κατάλληλη θεραπεία ή δεν θα μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση της υγείας του αποτελεσματικά από το τμήμα φυλακών.
Επιπροσθέτως, o συνήγορος του κατηγορούμενου προώθησε την πρόθεση για αποζημίωση ως μετριαστικό παράγοντα. Ως προς τη βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στην πρόθεση αποζημίωσης θεμελιακή είναι η απόφαση Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486, 540, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η περαιτέρω θέση ότι το Κακουργιοδικείο έπρεπε να λάβει υπόψη και την προθυμία και πρόθεση των εφεσειόντων να αποδώσουν χρήματα στο Ταμείο από την αρχή ή και κατά τη διάρκεια της δίκης, δεν έχει έρεισμα, εφόσον όντως η αποκατάσταση αυτή δεν έγινε και δεν ήταν δυνατό βέβαια για το Κακουργιοδικείο να προχωρήσει στη διαπίστωση ευθύνης ως προς τη μη τελεσφόρηση αυτή. Έργο του Κακουργιοδικείου ήταν η εξέταση της ποινικής ευθύνης και μόνο και η επιβολή μετά την καταδίκη της αρμόζουσας ποινής.»
Περαιτέρω, στην απόφαση Αστυνομία ν Βακανά Ποινική Έφεση Αρ. 173/2020, ECLI:CY:AD:2021:B200, ημερομηνίας 20/5/2021 με παραπομπή στην απόφαση Ανδρονίκου (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι δεν αρκεί η έκφραση πρόθεσης. Επιπροσθέτως, το Εφετείο συνέχισε υποδεικνύοντας τα ακόλουθα, ως προς την αξία της αποζημίωσης του θύματος, στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής:
«Είχε όμως δικαίωμα και υποχρέωση το δικαστήριο να μην αποδώσει τόση σημασία στην εκφρασθείσα πρόθεση του, όση θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει μια εξαρχής έκφραση μεταμέλειας, έμπρακτη, ειλικρινής και χωρίς παλινδρομήσεις, μια ανθρώπινη συγγνώμη προς τον ίδιο του τον αδελφό. Εκφρασθείσα στο τελικό πλέον στάδιο, ελάμβανε άλλο χαρακτήρα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα, Α. Καπαρδής και Ηλ. Α. Στεφάνου, σελ.274.
«Το εφετείο στην Αγγλία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η καταβολή αποζημίωσης από τον δράστη στο θύμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ώστε να εξαγοράζει την τιμωρία του (π.χ. φυλάκιση) ο δράστης. (Inwood (1974) 60 Cr.App.R. 73, Copley (1979) Cr.App.R. (S) 55, Barney [1990] Crim.L.R. 209, Tyce [1994] Crim.L.R. 71.»
Υπό το φως των πιο πάνω, λαμβάνεται υπόψη η πρόθεση για επιστροφή του ποσού που απέσπασε ο κατηγορούμενος πλην όμως η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στον πιο πάνω παράγοντα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, είναι ιδιαίτερα περιορισμένη.
Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραθέτω ως ενδεικτικές τις ακόλουθες αποφάσεις.
Στην υπόθεση Ματούρ κ.ά. v. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 36 επικυρώθηκε ως ορθή η ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες στην κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 339 του Ποινικού Κώδικα. Όλοι οι εφεσείοντες που ήταν αλλοδαποί είχαν προβεί σε παραδοχή και είχαν λευκό ποινικό μητρώο. Είχαν προβλήματα υγείας, ήταν προστάτες των οικογενειών τους, αντιμετώπιζαν πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα και συνεργάστηκαν με την αστυνομία στην υπόδειξη των υπολοίπων δραστών.
Στην υπόθεση Kandiah v. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 324 ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Αγόρασε από τρίτο πρόσωπο στη χώρα του, το διαβατήριο Ολλανδού πολίτη, το οποίο, αφού πλαστογράφησε με την καθοδήγηση του πωλητή, το χρησιμοποίησε ώστε να διευκολύνει τη διέλευσή του από αερολιμένες του εξωτερικού, με απώτερο σκοπό την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Προέβη σε παραδοχή και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην υπόθεση Borizov v. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 204 ο εφεσείων καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών κατόπιν παραδοχής του σε αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και παράνομης εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.
Στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 192, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή, μεταξύ άλλων, στα αδικήματα της Πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (διαβατηρίου και ταυτότητας) και πλαστοπροσωπία. Είχε λευκό ποινικό μητρώο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών στις κατηγορίες για πλαστογραφία του διαβατηρίου και κυκλοφορία του και 3 μηνών στην κατηγορία για πλαστοπροσωπία οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.
Στην υπόθεση Αl Μohammed v. Αστυνομίας (Aρ. 2) (2014) 2 ΑΑΔ 62 ο εφεσείων ο οποίος επιχείρησε να αναχωρήσει από την Κύπρο παρουσιάζοντας πλαστό ελληνικό δελτίο ταυτότητας αντιμετώπισε κατηγορία που αφορούσε σε κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Είχε προβεί σε παραδοχή, είχε λευκό ποινικό μητρώο και ήταν νεαρό πρόσωπο. Πρωτόδικα επιβλήθηκε ποινής φυλάκισης εννέα μηνών η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην υπόθεση, Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 1 επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής μεταξύ άλλων ποινή 2 ετών στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με 13 προηγούμενες καταδίκες. Η ποινή κρίθηκε δικαιολογημένη.
Στην υπόθεση Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 397 οι ποινές φυλάκισης 2½ ετών που επιβλήθηκαν πρωτόδικα για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστής επιταγής επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει παραδοχή και βαρυνόταν με δύο προηγούμενες καταδίκες.
Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 816 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 3 ετών σε κατηγορίες για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις με τον κατηγορούμενο να είχε δηλώσει παραδοχή και βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.
Στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τρεις κατηγορίες πλαστογραφίας, στην κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η απόσπαση αφορούσε το ποσό των €23.000. Επιβλήθηκαν διάφορες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 2 ετών, αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.
Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου, αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας.
Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών,
Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών,
Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών,
Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός.
Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.
Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:
«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.
Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.
(Υπ. )….……………………
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο