ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6616/2025, 3/2/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6616/2025, 3/2/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:   Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                       

Αρ. Υπόθεσης: 6616/2025

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

v

 

1.A. P.

2.A. D. P.

 

 

     

                                                        Κατηγορούμενoι

 

Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου 2026

 

Για τη Δημοκρατία: κα Ε.Κληρίδου

Για την Κατηγορούμενη: κα Α.Πασή

Κατηγορούμενοι παρόντες

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 («κατηγορούμενος» και «κατηγορούμενη στο εξής), Ιταλοί υπήκοοι, κρίθηκαν ένοχοι, μετά από παραδοχή τους, αμφότεροι στην κατηγορία 2 της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’, συγκεκριμένα 16 κιλών και 950 γραμμαρίων κάνναβης και επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος στην κατηγορία της εισαγωγής και της παράνομης κατοχής της πιο πάνω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (πρώτη και τρίτη κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, όπως τροποποιήθηκε. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η κατηγορούμενη αρχικά δεν παραδέχθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1 – 3 πλην της κατηγορίας 4 (κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος) η οποία στη συνέχεια διακόπηκε από την Κατηγορούσα Αρχή για αμφότερους, ως επίσης και οι κατηγορίες 1 και 3 για την κατηγορούμενη και απαλλάχθηκαν σε αυτές.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, έχουν ως ακολούθως:

 

Την 07/06/2025 η ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου τελωνειακή λειτουργός, στο Αεροδρόμιο Λάρνακας εκτελούσε καθήκοντα ελέγχου επιβατών και ταμείου. Η ΜΚ13, επί του κατηγορητηρίου, υπάλληλος της εταιρείας Goldair, μετέβηκε  στο χώρο αφίξεων επιβατών και μετέφερε μία μαύρη πλαστική αποσκευή η οποία έφερε την ετικέτα ζύγισης με συγκεκριμένο αριθμό, εκδομένη στο όνομα P/A. M  την οποία, όπως της ανέφερε θα την παρέδιδε σε επιβάτιδα που περίμενε έξω στο χώρο των αφίξεων. Η συγκεκριμένη αποσκευή αφίχθηκε από τη Μαδρίτη, μέσω Βελιγραδίου με την πτήση JU486 και ώρα 03:20 στις 7/6/2025 και αφού έμεινε αζήτητη, τοποθετήθηκε από τον ΜΚ12, επί του κατηγορητηρίου, υπάλληλο της εταιρείας Goldair, στην αποθήκη φύλαξης απωλεσθέντων, στον ασφαλισμένο χώρο της εταιρείας. Η ΜΚ1 ζήτησε από την ΜΚ-13 όπως ελεγχθεί η αποσκευή από την ακτινοδιαγνωστική μηχανή και η ΜΚ-1 διέκρινε ότι εντός της υπήρχαν συμπαγείς ομοιογενής μάζες οργανικής σύστασης που παραπέμπαν σε κάνναβη. Η κατηγορούμενη κατέφθασε στο χώρο αφίξεων με τον κατηγορούμενο για να παραλάβει την αποσκευή της. Πριν η ΜΚ-1 διεξάγει το φυσικό έλεγχο της αποσκευής της, ζήτησε από την επιβάτιδα να της παρουσιάσει την ταυτότητά της για έλεγχο και διαπίστωσε ότι πρόκειται για την κατηγορούμενη. Ακολούθως, η ΜΚ-1 άνοιξε την αποσκευή στην παρουσία της και στην παρουσία του ΜΚ-2, επί του κατηγορητηρίου και διαπιστώθηκε ότι μέσα υπήρχαν 2 (δύο) αεροστεγώς σφραγισμένες συσκευασίες ξηρής φυτικής ύλης που ομοίαζαν με κάνναβη. Η ΜΚ1 συνέλαβε την κατηγορούμενη και στην παρουσία της, στην παρουσία του ΜΚ-2 και του κατηγορούμενου, η ΜΚ-1 καταμέτρησε και ζύγισε προκαταρκτικά τις αεροστεγώς σφραγισμένες συσκευασίες και διαπίστωσε ότι πρόκειται για 2 συσκευασίες συνολικού μικτού βάρους 17 κιλών και 600 γραμμαρίων. Οι συγκεκριμένες συσκευασίες στάλθηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις. Σε προκαταρκτικό έλεγχο που διενεργήθηκε από τον ΜΚ18, επί του κατηγορητηρίου, Α/Αστ. 1029 Δ. Νικολάου, σε μία από τις συσκευασίες με ειδικό αντιδραστήριο διαπιστώθηκε ότι ήταν κάνναβη.

 

Ακολούθως, την ίδια ημέρα 07/06/2025 και ώρα 16:50 στο αεροδρόμιο Λάρνακας,ο ΜΚ-19, επί του κατηγορητηρίου, Α/Αστ.56 Γ. Κουνούσιης  συνέλαβε τον κατηγορούμενο, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης για τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον του. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Θα μιλήσω στο Δικαστήριο». Ακολούθως, την ίδια ημέρα και ώρα 18:08 στα Γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λάρνακας, ο ΜΚ-19 συνέλαβε την κατηγορούμενη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης για τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον της. Αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της και της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο, αυτή απάντησε «Τι να πω; Δεν ξέρω».

Από εξετάσεις που έγιναν σε μεταγενέστερο στάδιο διαπιστώθηκε ότι κατά την άφιξη τους οι κατηγορούμενοι με την πιο πάνω πτήση JU486, περίπου η ώρα 03:20 της 07/06/2025 και αφού παρέλαβαν από μία μεγάλη αποσκευή ο καθένας, καθώς και τις χειραποσκευές τους, πήραν ταξί από την έξοδο του αεροδρομίου το οποίο  τους μετέφερε σε ξενοδοχείο στη Λάρνακα. Όταν η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε ότι είχε πάρει λάθος αποσκευή μετέβηκαν πίσω στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να παραλάβει τη δική της.

Κατά το στάδιο των ανακρίσεων η μεν κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε, ενώ ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

Ο κατηγορούμενος είναι ζευγάρι με την κατηγορούμενη. Τον Μάϊο του 2025 ο κατηγορούμενος συμφώνησε με κάποιο γνωστό του άτομο στην Κ. της Ιταλίας να μεταφέρει τα ναρκωτικά από την Ισπανία στην Κύπρο, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει και συμφώνησε για τη μεταφορά αυτή να λάβει το χρηματικό ποσό των €2000. Για τον σκοπό αυτό έκανε ακόμα δύο ταξίδια περί τα τέλη Μάϊου στην Κύπρο, μέσω Ισπανίας, είχε συναντήσεις με κάποια άτομα Κύπριους, με τα οποία μιλούσε μέσω ενός τρίτου ατόμου, Ιταλού, ο οποίος διαμένει στη Γερμανία. Τα ταξίδια του καθώς και ο τόπος διαμονής του ήταν πληρωμένα από τα πρόσωπα με τα οποία συμφώνησε να μεταφέρει τα ναρκωτικά. Αφού του ανέφεραν ότι θα διευθετήσουν τα εισιτήρια τόσο του ίδιου όσον και της κατηγορούμενης, καθώς και τα υπόλοιπα έξοδά του ταξιδιού τους για τις 7/06/25, έπεισε την κατηγορούμενη να έρθουν στη Κύπρο για διακοπές. Αφού ξεκίνησαν από την περιοχή τους, την Κ., μετέβηκαν αεροπορικώς στη Ρώμη στις 05/06/2025 και ακολούθως στη Βαρκελώνη. Ένα άτομο τους μετέφερε σε ένα σπίτι, όπου διέμειναν την νύχτα και το πρωί, είχαν δύο βαλίτσες. Στην συνέχεια, ένα άλλο νεαρό πρόσωπο τους μετέφερε στο αεροδρόμιο Μαδρίτης οδικώς, όπου πήραν την πτήση μέσω Βελιγραδίου για Λάρνακα. Η κατηγορούμενη δεν γνώριζε για το περιεχόμενο της αποσκευής από την αρχή, αλλά το έμαθε κατά τη διάρκεια της πτήσης τους προς Κύπρο. Όταν δε, εξέφρασε τις ανησυχίες της για τη μεταφορά των ναρκωτικών, ο κατηγορούμενος την καθησύχασε, υποβαθμίζοντας τη σημασία της μεταφοράς των ναρκωτικών και αφήνοντας την να πιστεύει ότι δεν ελλοχεύει κίνδυνος σύλληψης τους, λόγω της σχετικής γνώσης που αποκόμισε από τις προγενέστερες επισκέψεις του στα αεροδρόμια της Κύπρου. Όταν έφθασαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας η κατηγορούμενη παρέλαβε λανθασμένη αποσκευή και επέστρεψαν το μεσημέρι της ίδιας ημέρας για να παραλάβουν τη σωστή.

Στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας λήφθηκαν διάφορα τεκμήρια τα οποία  στάληκαν,  μεταξύ άλλων,   για επιστημονικές εξετάσεις  στο Γενικό Χημείο του Κράτους και σύμφωνα με την έκθεση τους η ποσότητα κάνναβης είναι 16 κιλά και 950 γραμμάρια κάνναβης. Οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου.

Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως οι ναρκωτικές ουσίες και τα παρειακά επιχρίσματα που παραλήφθηκαν να κατασχεθούν και να καταστραφούν, ενώ οι αποσκευές και τα 2 κινητά των  κατηγορούμενων να τους επιστραφούν.

 

Η ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, στη γραπτή αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή των κατηγορουμένων στο δικαστήριο, στη συνεργασία του κατηγορούμενου με την Αστυνομία αφού έδωσε θεληματική κατάθεση, ενώ αντίθετα η κατηγορούμενη άσκησε το δικαίωμα της σιωπής λόγω του αιφνιδιασμού της από τα γεγονότα αφού ενημερώθηκε από τον σύντροφο της - κατηγορούμενο στη Μαδρίτη καθ΄οδόν προς την Κύπρο, ότι μετέφεραν τα ναρκωτικά στις αποσκευές τους. Ιδιαίτερα αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και στον διαφορετικό ρόλο των δύο κατηγορουμένων. Επίσης η συνήγορος αναφέρθηκε στη μεταμέλεια και την απολογία που εξέφρασαν οι κατηγορούμενοι στο δικαστήριο, στο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του κατηγορούμενου, στο λευκό ποινικό τους μητρώο, στις προσωπικές τους περιστάσεις και στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν. Η διάπραξη των εν λόγω σοβαρών αδικημάτων, ως ανέφερε η συνήγορος των κατηγορουμένων, αποτελεί ένα μεμονωμένο  περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο τους. Τελικώς ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε  αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η δια βίου φυλάκισης ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές για την εισαγωγή και κατοχή των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια, και φυλάκιση 8 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές για την κατοχή ναρκωτικών τάξεως Β΄.  

 

Στην Παγιαβλάς ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν Παπανικόλα, Ποιν Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024).Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο.  Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου,  το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική.

 

Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποιν Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).

 

Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018), ECLI:CY:AD:2018:B110.  Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).

 

Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών Στην Beyki ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 1/12/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους– αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους. 

 

Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).

 

Στην Valdez κ.α. v Δημοκρατίας, ΠοινΕφ.144/16, ημερ.21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. 

 

Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha ν Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από τους Κατηγορούμενους αδικήματα, παρουσιάζουν έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.

 

Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.

 

Στην παρούσα περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, έγκειται στο γεγονός ότι εισήγαγε στη Δημοκρατία μια μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Β΄, συγκεκριμένα 16 κιλών και 950 γραμμαρίων κάνναβης. Συνυπολογίζουμε, εν προκειμένω, τις συνέπειες που η εισαγωγή αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο αποτράπηκε μόνο λόγω της έγκαιρης παρέμβασης των επί καθήκοντι Τελωνειακών Λειτουργών και της Αστυνομίας.

 

Όσον αφορά το ρόλο του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων, φαίνεται από τα γεγονότα ότι αυτός είχε αποδεχτεί πρόταση συγχωριανού του για να μεταφέρει τα ναρκωτικά, έναντι χρηματικής αμοιβής €2000 λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Επίσης συνυπολογίζουμε ότι, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού του, αυτός ταξίδεψε δύο φορές στη Δημοκρατία με όλα τα έξοδα του να είναι πληρωμένα, για να ελέγξει την κατάσταση που επικρατεί στα αεροδρόμια της χώρας μας, γεγονότα που η κατηγορούμενη δεν γνώριζε.

 

Είναι παγίως νομολογημένο ότι στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής λαμβάνεται υπόψην και ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος του κατηγορούμενου στην τέλεση των αδικημάτων, που οπωσδήποτε διαβαθμίζεται και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής. Σχετική είναι η  Hassan ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 356 αλλά και η Κάττος ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 195 όπου λέχθηκε ότι ο βαθμός συμμετοχής των κατηγορουμένων στο έγκλημα, αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για το κατά πόσο θα πρέπει να διαφοροποιηθούν οι ποινές που θα επιβληθούν (βλ. επίσης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 67 και Ιωάννου ν. Αστυνομία (1989) 2 Α.Α.Δ. 251). Πέραν τούτου σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της ισότητας στα πλαίσια της τιμωρίας σε ποινικές υποθέσεις στη Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 67 με αναφορά στην Ιωάννου ν. Αστυνομία (1989) 2 Α.Α.Δ. 251 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:

 

«"H ισότητα ενώπιον της Δικαιοσύνης καθιερώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου από το άρθρο 28.1 του Συντάγματος. O πυρήνας του δικαιώματος για ίση μεταχείριση από το Δικαστήριο συνίσταται στην υποχρέωση των δικαστικών αρχών να μεταχειρίζονται με ομοιόμορφο τρόπο όλους που βρίσκονται στην ίδια ουσιαστικά θέση. Το δικαίωμα επεκτείνεται, όπως αντιλαμβανόμαστε, στην εφαρμογή των αρχών του άρθρου 28.1 του Συντάγματος, και στο συσχετισμό των διαφορών στην τιμωρία συγκατηγορουμένων με την ουσιαστική ανομοιογένεια στην εγκληματική τους ευθύνη για το αδίκημα και το ποινικό τους μητρώο."

 

Το ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση δεν αναφέρεται στη διατύπωση της αρχής αλλά στην εφαρμογή της στην πράξη. Πριν συνοψίσουμε τα ουσιώδη γεγονότα, σημειώνουμε πως οι αρχές ως προς την ανάγκη ομοιομορφίας στη μεταχείριση, καλύπτουν όχι μόνο το είδος και την έκταση της ποινής αλλά και τον τρόπο της εκτέλεσής της. (Βλ. την απόφαση του Δικαστή Γ.M. Πική στην υπόθεση Koukos ν. Police (1986) 2 CLR 1 στη σελ. 16).

………………….............................................................................................................................................

Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Koukos v. Police (ανωτέρω) η αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης δεν διέπεται από άκαμπτα νομοθετικά κριτήρια. H διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία. Οι παράγοντες που είναι δυνατό να οδηγήσουν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, δεν επιδέχονται προκαθορισμό. H ανυπαρξία παράγοντα ακριβώς όμοιου με εκείνο που οδήγησε στην αναστολή της φυλάκισης που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο, δεν μπορεί να είναι αφ’ αυτού λόγος για διαφορετική πορεία στην περίπτωση συγκατηγορουμένων του. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων. Από την άλλη, η διαφοροποίηση στη μεταχείριση πρέπει να είναι ανάλογη προς τη φύση και τη σημασία των διαφορετικών παραγόντων που εντοπίζονται».

 

Σημειώνουμε ότι μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) γνωστού του προσώπου στην Ιταλία, με σκοπό να μεταφέρει τα ναρκωτικά στην Κύπρο. Δεν ήταν λοιπόν ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών, ούτε ο οργανωτής της επιχείρησης, αλλά εκτέλεσε τις οδηγίες κάποιων άλλων. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι επιδιώκοντας να αποκομίσει οικονομικό όφελος €2000 συμμετείχε στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς και εισαγωγής αυτής της μεγάλης ποσότητας κάνναβης. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος του, μολονότι περιορισμένος, ήταν καθοριστικός και απαραίτητος για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Χωρίς τη συμμετοχή του, ως ενδιάμεσος συνεργάτης, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοσή τους στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).

 

Είναι προφανές ότι ο ρόλος της κατηγορούμενης διαφοροποιείται, γιατί η ίδια έλαβε γνώση, για το περιεχόμενο της βαλίτσας, στη Μαδρίτη, ταξιδεύοντας για πρώτη φορά, και ερχόμενη στην Κύπρο για διακοπές, άγνωστη χώρα προς αυτή, και την οποία ο κατηγορούμενος έφερε σε δίλημμα επιλογής, και δη, είτε να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα της, κάτι εξαιρετικά απομακρυσμένο λόγω πλήρους σχετικής άγνοιας  - δεν είχε ποτέ ταξιδέψει στο παρελθόν αεροπορικώς – και λόγω οικονομικής δυσχέρειας, είτε να συνεχίσει μαζί του, διαπράττοντας αδίκημα, ως και έγινε. Σημειώνεται επίσης ότι η κατηγορούμενη δεν αντιμετωπίζει το αδίκημα της εισαγωγής των ναρκωτικών ή της κατοχής αυτών με σκοπό την προμήθεια, με αποτέλεσμα ο όποιος ρόλος της θα πρέπει να εξεταστεί μόνο αναφορικά με το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών, για το οποίο η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι 8 έτη φυλάκισης, σε αντιδιαστολή με την διά βίου φυλάκιση, που προβλέπεται για τα αδικήματα της εισαγωγής και της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια.

 

Ακόμη, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία, παράλληλα, επισημαίνει ότι τέτοιου είδους συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια ή  εκδούλευση, δεν καθίσταται άνευ σπουδαιότητας και σημασίας, καθότι, ως λέχθηκε είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από  την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

 

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».

 

Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες  διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα και σε ανάγκη, όπως ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).

 

Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν  Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

Προς όφελος των Κατηγορουμένων, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.

 

Κατ’ αρχάς, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο τους, και ότι η εν προκειμένω συμπεριφορά τους αποτελεί ένα μεμονωμένο παραβατικό περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο τους, και από την άλλη, τους δίδει το δικαίωμα να αιτούνται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και  Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

Επίσης, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου στο δικαστήριο, αλλά και ότι ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση στην αστυνομία, ως επίσης την  παραδοχή της κατηγορούμενης, στοιχεία που καταδεικνύουν τη μεταμέλεια τους. Ως προς τούτο, να λεχθεί επιπροσθέτως ότι με τη στάση τους αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).

 

Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι τα ναρκωτικά εντοπίσθηκαν στην κατοχή των Κατηγορουμένων όταν αυτοί ανακόπηκαν στο αεροδρόμιο, δηλαδή καταλήφθηκαν ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να τα κατέχουν, η παραδοχή τους είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας τους (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες των κατηγορουμένων, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά ανέφερε η κα Πασή και ιδιαίτερα για την κατηγορούμενη ότι:

 

·         Είναι ηλικίας 48 ετών, κατάγεται από την Ιταλία και διαμένει στην επαρχία Κ. στην Νότιο Ιταλία, με την αδελφή της. Είναι άγαμη και άτεκνη. Οι γονείς της έχουν πεθάνει.

·         Στην ηλικία των 12 ετών εγκατέλειψε το σχολείο λόγω της ανάγκης για εργασία και εργαζόταν ως φροντίστρια ηλικιωμένων και τα βράδυα σε πιτσαρία, πλένοντας πιάτα. Ο συνολικός μισθός της ήταν περί τα €850.

·         Δεν υπήρξε ποτέ χρήστης ναρκωτικών.

·         Αυτή πάσχει από αρτηριακή πίεση και υπερχοληστερολαιμία και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

·         Δεν μιλάει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πλην της ιταλικής, γεγονός που δυσχεραίνει την επικοινωνία της εντός των φυλακών για ζητήματα υγείας ή για υποβολή οποιοδήποτε άλλου αιτήματος, με αποτέλεσμα να απομονώνεται.

 

Για την κατηγορούμενο ότι:

 

·         Είναι ηλικίας 65 ετών, καταγόμενος από χωριό της Νότιας Ιταλίας.

·         Είναι διαζευγμένος με 4 παιδιά ηλικίας 41, 37, 23 και 18 ετών.

·         Διέμενε μαζί με τον 23 χρονο γιο του και κατέβαλλε διατροφή €250 για τον ανήλικο τότε γιο του.

·         Εργαζόταν περιστασιακά σε εστιατόριο με ημερήσιο εισόδημα €50.

·         Παλαιότερα ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών (ηρωϊνης, κοκαϊνης) όμως λόγω προβλημάτων υγείας τις διέκοψε.

·         Αυτός έχει αρτηριακή πίεση, υπερχοληστερολαιμία, σαγχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, υπερουριχαιμία, ψωρίαση και χρόνια ηπατίτιδα C από HCV και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

·         Δεν μιλάει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πλην της ιταλικής.

 

Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να  επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία – ιδίως για τη νεολαία – από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423). Αναφορικά με τα θέματα υγείας των κατηγορουμένων, νοουμένου ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς εντός των κρατικών δομών, αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα στην επιβολή αποτρεπτικής ποινής (Redjep v Mehmet (2004) 2 Α.Α.Δ. 217 και Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση 95/21,  74/2021, ημερομηνίας 31.10.23).

 

Περαιτέρω ως έχει νομολογηθεί η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.  61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Συναφώς, ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397 «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».

 

Η συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε, περαιτέρω, ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της ποινής φυλάκισης στους Κατηγορούμενους και ειδικότερα τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχουν λόγω της αποκοπής τους από τη γενέτειρά τους, η οποία τους αποστερεί ουσιαστικά του δικαιώματος τους να δέχονται επισκέψεις και συνακόλουθα να έχουν ψυχολογική στήριξη κατά τον εγκλεισμό τους, συνεπεία του ότι δεν διαθέτουν υποστηρικτικό περιβάλλον στη χώρα μας. Για τον λόγο αυτό, ως η συνήγορος ανέφερε, οι κατηγορούμενοι μετά την επιβολή της ποινής, προτίθενται να προβούν στις αναγκαίες διαδικασίες για την έκτιση της, στη χώρα καταγωγής τους. Είναι και αυτό στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη μας προς όφελος των Κατηγορουμένων, έχοντας φυσικά κατά νου, τη δυνατότητα τους, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ, σχετικά με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας για τον σκοπό της εκτέλεσης τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, (βλ. τον Περί της Διαδικασίας Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αποφάσεων Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες Επιβάλλουν Ποινές Στερητικές της Ελευθερίας ή Μέτρα Στερητικά της Ελευθερίας Νόμος του 2014 (Ν. 67(I)/2014), στο πλαίσιο δικαστικής συνδρομής, να αιτηθούν, ως προτίθενται, και να τους επιτραπεί να εκτίσουν την όποια τυχόν, στερητική της ελευθερίας ποινή τους, στην γενέτειρά τους.

 

Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι.

 

Στην Παναγιώτου ν  Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για εισαγωγή, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 6.453.34 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, μειώθηκαν σε 12 έτη. Ο εφεσείων βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη για μηδαμινή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β. 

 

Στη Μιχαήλ v Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165/15, ημερ.22.1.18, ECLI:CY:AD:2018:B37, η μετά από παραδοχή, φυλάκιση 13 ετών για κατοχή 15 κιλών και 923 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της επικυρώθηκε, παρά το ότι χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή.

 

Στην Παύλου v Αστυνομίας, Ποιν. Εφ.44/2016, ημερ.4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130 ο εφεσείων παραδέχθηκε ότι κατείχε 11,5 κιλά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια και επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 9 ετών. Ο εφεσείων είχε συλληφθεί επ΄αυτοφώρω, δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης, η εμπλοκή του περιοριζόταν στη μεταφορά του φορτίου και ότι η συνεργασία του με την Αστυνομία περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν επεκτάθηκε στην παροχή πληροφοριών αναφορικά με το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, κάτι που θα είχε σοβαρότερη μετριαστική αξία στην επιβληθείσα ποινή. Ο εφεσείων ήταν 23 ετών, προσφάτως αρραβωνιασθείς, χρήστης ναρκωτικών και με οικονομικά προβλήματα, κάτι που τον έκανε πιο ευάλωτο στο να αποδεχθεί το ποσό των €500 για την διακίνηση.

 

Στη Μαυρουδής v Δημοκρατίας Ποιν. Εφ.112/21, ημερ. 19.12.22, ECLI:CY:AD:2022:B485, ο εφεσείων, κατόπιν παραδοχής, καταδικάστηκε σε εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια κάνναβης βάρους 24 κιλών και 939 γραμμαρίων. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών. Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, με δύο ανήλικα τέκνα και οικονομικά προβλήματα, ο οποίος παρέλαβε τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά κλειδωμένη από την Αθήνα και τη μετέφερε στην Κύπρο, έναντι αμοιβής €1000.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σωκράτους, Ποινική Έφεση Αρ. 67/21, ημερομηνίας 17/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:B92, επιβλήθηκαν πρωτόδικα μετά από παραδοχή, ποινές φυλάκισης 6 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 10 κιλών 159 γραμμαρίων κάνναβης με τον κατηγορούμενο να είναι άτομο νεαρής ηλικίας και να αντιμετωπίζεται ως μεταφορέας, δηλαδή με ίδιο ρόλο όπως και στην παρούσα. Οι ποινές κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν κατ’ έφεση σε 10 χρόνια αντίστοιχα.

 

Στη Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2021,  74/2021, ημερ. 31.10.23, ο Εφεσείων καταδικάστηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, ήτοι 10 κιλών και 938,1 γραμμαρίων κάνναβης, 2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων κοκαϊνης και 351,4 γραμμαρίων της ουσίας MDMA και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια στις πρώτες δυο ποσότητες ναρκωτικών, και 4 ετών για την τρίτη. Η έφεση εναντίον της καταδίκης και ποινής απορρίφθηκε, καθώς επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση.

 

Ερχόμενοι τώρα στο αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και δη την κατοχή ναρκωτικών τάξεως Β΄χωρίς να συνοδεύεται τούτη με πρόθεση προμήθειας τους σε τρίτους, παραπέμπουμε στην απόφαση Χαρίτου v Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 225 στην οποία ο εφεσείων αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων και την κατηγορία της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄δηλαδή 305,7714 γρ. κάνναβης, όπου καταδικάστηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 3 χρόνια φυλάκιση. Αυτός ήταν άτομο νεαρής ηλικίας και λευκού ποινικού μητρώου. Η πρωτόδικη κρίση περί της εν λόγω ποινής επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το

 

Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).

 

Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια

της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής τους και της συνεργασίας τους με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης στην πρώτη  και τρίτη κατηγορία για 14 έτη και στη δεύτερη κατηγορία 4 ½ έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή και συνεργασία του  Κατηγορούμενου[3],  κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για την πρώτη και τρίτη κατηγορία είναι η  ποινή φυλάκισης 11 ετών και για την δεύτερη κατηγορία, 3 ½ ετών, τις οποίες και επιβάλλουμε.  Οι ποινές φυλάκισης του κατηγορούμενου να συντρέχουν.

 

Αναφορικά με την κατηγορούμενη και στον μειωμένο ρόλο της, στη διάπραξη του αδικήματος της κατοχής των ναρκωτικών, στην 2η και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει, κρίνουμε ότι η ποινή που θα άρμοζε γι΄αυτήν είναι η ποινή φυλάκισης των 3 ½ ετών, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή της, κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η  ποινή φυλάκισης  2 ½ ετών, την οποία και επιβάλλουμε. Κρίνουμε, εν προκειμένω, ότι, ο περιορισμένος ρόλος της, ως αυτός αναφέρθηκε λεπτομερώς ανωτέρω, το γεγονός ότι η εμπλοκή της στο αδίκημα που αντιμετωπίζει ήταν το αποτέλεσμα διλημματικής απόφασης της στη βάση των ανωτέρω δεδομένων, και το ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος, δικαιολογούν την διαφορετική αντιμετώπιση της ως προς την επιβληθείσα σε αυτήν ποινή, σε αντιδιαστολή με την αντίστοιχη ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στη δεύτερη κατηγορία.

 

Η συνήγορος της κατηγορούμενης δεν εισηγήθηκε την όποια διαταγή για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής που θα επιβάλλετο στην κατηγορούμενη, και ορθώς κατά τη γνώμη μας, καθότι όλοι οι παράγοντες που υπέχουν σημασία για το ζητούμενο δεν δικαιολογούν κατά την κρίση μας την έκδοση τέτοιας διαταγής. Συναφώς, συνεπεία της σοβαρότητας του εν προκειμένω αδικήματος, τόσο στη βάση της φύσης του όσο και στη βάση της ποσότητας των ναρκωτικών, αλλά και της, εν τέλει, ενέργειας της κατηγορούμενης, ώρες μετά την άφιξη της στην Κύπρο, να επιστρέψει στο αεροδρόμιο για να παραλάβει την αποσκευή με τα ναρκωτικά, τυχόν διαταγή για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής που της επιβλήθηκε, θα απέληγε σε εξουδετέρωση της αποτρεπτικότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα της επιβληθεί.

 

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης των κατηγορουμένων μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτοί τελούν σε προφυλάκιση, δηλαδή από την 16.6.25, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης,  ήτοι τα ναρκωτικά και τα παρειακά επιχρίσματα να καταστραφούν, ενώ οι αποσκευές και τα δύο κινητά τηλέφωνα των κατηγορουμένων να τους επιστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.

 

 

 

 

                                                             (Υπ.)  .…………..…………..……………

                                                                                                 Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

 

        (Υπ.)  ………...……….…………..........

                                                                                                  Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

 

                                                                                 (Υπ.)  ……....…….…..…………………

  Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο