Δημοκρατία ν. M. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17382/2024, 29/4/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. M. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17382/2024, 29/4/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:    Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                        Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

                        Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης: 17382/2024

 

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

-ν-

 

1.    M. P.

2.    S. M.

Κατηγορουμένων

 

Ημερομηνία: 29 Απριλίου, 2026.

 

 

Εμφανίσεις

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου

Για την Κατηγορούμενη 1: κα Μ. Νεοφύτου με κ.κ. Μ. Αρμεύτη και Χ. Χαραλάμπους

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

               Η κατηγορούμενη 1 (στο εξής "η κατηγορούμενη"), κλήθηκε, κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης επί του εκ πρώτης όψεως, σε απολογία, στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35, 37, 39, αναφορικά, στην κάθε περίπτωση, με το αδίκημα της αναληθούς δήλωσης επί ουσιωδών στοιχείων, κατά παράβαση του άρθρου 92(Ι)(β) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν.94(Ι)/2004 (στο εξής "ο Νόμος").

 

               Κρίνεται, στο σημείο αυτό, σημαντικό να αναφερθεί, για ευχερέστερη κατανόηση της παρούσας, ότι εκείνο, που, στην ουσία, εξ αρχής, απέδιδε η Κατηγορούσα Αρχή στην κατηγορούμενη, είναι ότι, σε 20 περιπτώσεις, που, αεροπορικώς, κατέφθασε στη χώρα μας, κατά τις αναφορές της στους τελωνειακούς λειτουργούς (στους ειδικούς χώρους που αυτοί βρίσκονται στους αερολιμένες Λάρνακας και Πάφου) - προς τους οποίους, αυτοβούλως, αποτεινόταν για σκοπούς δήλωσης μεταφοράς χρημάτων, τοις μετρητοίς, στη Δημοκρατία - προέβαινε σε αναληθείς δηλώσεις, τόσο αναφορικά με την πηγή προέλευσης των εν λόγω χρημάτων, όσο και αναφορικά με τον σκοπό της εισαγωγής τους στη Δημοκρατία. Ήταν, εν προκειμένω, εξ αρχής, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, πέραν των ανωτέρω αναληθών δηλώσεων (για τις οποίες αντιμετωπίζει τις πιο πάνω κατηγορίες, στις οποίες κλήθηκε σε απολογία), τα χρήματα αυτά αποτελούσαν έσοδο από παράνομες δραστηριότητες (εξ ου και η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38 και 40, όλες αφορώσες, για κάθε σχετικό ταξίδι της, το εν λόγω αδίκημα). Στη βάση της ενδιάμεσης κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο, η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, κρίθηκε ως ανεπαρκής για να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία στις κατηγορίες της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να αθωωθεί και να απαλλαγεί από αυτές, ενώ, αντιθέτως, για τις λοιπές κατηγορίες, και δη αυτές των αναληθών δηλώσεων, επαρκής, πλην όμως μόνο αναφορικά με τις δηλώσεις της που άπτονταν του σκοπού της εισαγωγής των χρημάτων στη Δημοκρατία και όχι της πηγής προέλευσης τους, εξ ου και κλήθηκε, για τον περιορισμένο, όμως, αυτό λόγο, σε απολογία.

 

               Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό ότι, ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος αντιμετώπιζε μόνο μια κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 40, από κοινού με την Κατηγορούμενη), μεταξύ άλλων και για τους ίδιους λόγους που αφορούσαν στην Κατηγορούμενη, απαλλάχθηκε από την εν λόγω κατηγορία από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως.

 

               Η Κατηγορούσα Αρχή, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε, συνολικά, 20 μάρτυρες, εκ των οποίων οι 13 είναι οι τελωνειακοί λειτουργοί, στους οποίους αποτάθηκε η Κατηγορούμενη με σκοπό να δηλώσει τη μεταφορά χρημάτων στη Δημοκρατία (Κ. Π. - Μ.Κ.3, Δ. Θ. – Μ.Κ.4, Δ. Π. – Μ.Κ.5, Λ. Κλ. – Μ.Κ.6, Π. Χρ. – Μ.Κ.7, Α. Δ. – Μ.Κ.8, Α. Μ. – Μ.Κ.9, Κ. Κ. – Μ.Κ.10, Δ. Δ. – Μ.Κ.11, Ε. Γ. – Μ.Κ.12, Κ. Κ. – Μ.Κ.13, Μ. Κ. – Μ.Κ.14 και Μ. Σ. – Μ.Κ.15). Οι λοιποί μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ήταν, δύο πολίτες (Α. Ζ. – Μ.Κ.1 και K. Al. N. Al. – Μ.Κ.2), τέσσερεις αστυφύλακες (Αστ. 2286 Α. Α. – Μ.Κ.16, Αστ. 374 - Ε. Πρ. – Μ.Κ.17, Αστ. 561 Α. Δ. – Μ.Κ.19 και Αστ. 115 Λ. Λ. – Μ.Κ.20) και η τελώνης, Ν. Βρ. (Μ.Κ.18).

 

               Κρίνεται, επίσης, σημαντικό, πάντα για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, να σημειωθεί ότι, στη βάση της αδιαμφισβήτητης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, το Τμήμα Τελωνείου της Δημοκρατίας, πριν τις 29.02.2024, και δη σε χρόνο που η Κατηγορούμενη είχε ήδη μεταφέρει στη Δημοκρατία αρκετά από τα χρήματα στα οποία αφορά το ενώπιόν μας κατηγορητήριο, έχοντας υπόψη σχετικές πληροφορίες, που, κατά καιρούς, λάμβανε, θεώρησε την όλη συμπεριφορά της ύποπτη σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα, στις 29.02.2024, η ΜΚ18, εκ μέρους του Τμήματος Τελωνείου, να προβεί σε καταγγελία (κατάθεση) ενώπιον αξιωματικού της Αστυνομίας (βλ. Έγγραφο M1), κάτι που οδήγησε στο σχηματισμό φακέλου για σκοπούς διερεύνησης υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης.  Την 01.03.2024 (δηλαδή την επομένη), η Κατηγορούμενη διενήργησε το εικοστό και τελευταίο, σχετικό, ταξίδι της στη Δημοκρατία, μεταφέροντας το χρηματικό ποσό των €420.000, του οποίου την μεταφορά δήλωσε, ως και σε κάθε άλλη περίπτωση, στον επί καθήκοντι, εκείνη την ημέρα, τελωνειακό λειτουργό στον αερολιμένα που αφίχθηκε (Λάρνακας), εν προκειμένω στον Μ.Κ.9. Ακολούθως, μετέβηκε, με ταξί, στη Λεμεσό, και κατά την έξοδο της από το ταξί, έπεσε θύμα ληστείας, με αποτέλεσμα να κλαπεί μέρος των χρημάτων που μετέφερε. Κατά τον χρόνο που η Κατηγορούμενη βρισκόταν στο ΤΑΕ Λεμεσού, στο πλαίσιο της καταγγελίας της, ως θύμα ληστείας, στη βάση των διαφόρων πληροφοριών που κατείχε, τότε, η Αστυνομία, περιλαμβανομένων και των όσων η ΜΚ18 είχε αναφέρει, την προηγούμενη ημέρα, στην κατάθεση της, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον της και συνελήφθηκε. Στη βάση της παρουσίασης της υπόθεσης από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και των σχετικών θέσεων της Υπεράσπισης, ως τούτες τέθηκαν ενώπιον μας μέσω της σχετικής αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας - η κατηγορούμενη, μετά την κλήση της σε απολογία, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες -, η ληστεία της 01.03.2024, ως γεγονός, και ότι το θύμα της ήταν η Κατηγορούμενη, δεν αμφισβητούνται.

 

               Στη βάση δε της αναντίλεκτης ενώπιόν μας μαρτυρίας, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Υπεράσπισης μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd v. Acuac Inc (2002) 1 Α.Α.Δ. 1527), και η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν τίθεται εν αμφιβόλω, ούτε στο πλαίσιο της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων Υπεράσπισης (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, 1/2019, απόφαση ημερομηνίας 28.05.2020), τα πιο κάτω αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα.

 

               Η Κατηγορούμενη επισκέφθηκε τη Δημοκρατία, μεταξύ του Αυγούστου 2023 και της 01.03.2024, 20 φορές. Καθ' όλες τις επισκέψεις της αυτές, κατά την έξοδό της από τα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου, κατευθυνόταν, οικειοθελώς, στο ειδικό σημείο με κόκκινες πινακίδες, το οποίο ελέγχεται από λειτουργούς του Τμήματος Τελωνείου, και δήλωνε ότι μετέφερε χρήματα στη Δημοκρατία και ότι επιθυμούσε να προβεί στη σχετική δήλωση («declaration»). Κατόπιν της ενέργειας της αυτής, ο εκάστοτε, επί καθήκοντι, τελωνειακός λειτουργός (Μ.Κ.3 ‑ Μ.Κ.15), παρουσίαζε προδιατυπωμένη, στα αγγλικά, έγγραφη δήλωση, και επεδίωκε τη συμπλήρωση και, ακολούθως, υπογραφή της από την Κατηγορούμενη. Στο πλαίσιο κάθε τέτοιας επίσκεψης της Κατηγορούμενης στη Δημοκρατία, συμπληρώθηκε τέτοια σχετική δήλωση συναλλάγματος (Τεκμήρια 1 ‑ 19 και 21), τις οποίες και υπέγραψε η Κατηγορούμενη. Το πως συμπληρώνονταν οι δηλώσεις και από ποιον, και σε ποιο βαθμό η Κατηγορούμενη ομιλούσε την αγγλική γλώσσα ή, γενικότερα, αντιλαμβανόταν την όλη διαδικασία συμπλήρωσης των δηλώσεων, παραμένουν διαφιλονικούμενα. Ο όποιος έλεγχος των τελωνειακών λειτουργών ως προς την ορθότητα των συμπληρώσεων, περιοριζόταν στα πεδία 1, 2, 3, 4 και 8 της δήλωσης συναλλάγματος, υπό την έννοια ότι συνέκριναν τις εκεί συμπληρώσεις με το περιεχόμενο των εγγράφων που τους παρέδιδε η τελευταία, όπως, το διαβατήριο και την κάρτα επιβίβασης. Σε ό,τι αφορά στα πεδία 5, 6 και 7, οι τελωνειακοί λειτουργοί δεν προέβαιναν σε οποιοδήποτε έλεγχο ως προς την ορθότητα των σχετικών καταγραφών, καθότι, στη βάση των καθηκόντων τους και των όσων σχετικών οδηγιών είχαν, αυτοί δεν είχαν ευθύνη να αναζητήσουν το οποιοδήποτε πειστήριο ως προς την ορθότητά τους. Στο πλαίσιο της αστυνομικής έρευνας, που ακολούθησε τη σύλληψη της Κατηγορούμενης, στο διαδίκτυο ανευρέθηκε ανάρτηση, σε μη επίσημη ιστοσελίδα, στην οποία αναγράφετο το μικρό όνομα Μ. (ως το όνομα της Κατηγορούμενης), ο αριθμός τηλεφώνου της, καθώς επίσης και η περιγραφή ως «μεσίτης». Στην Ο., απ' όπου κατάγεται η Κατηγορούμενη, δεν φαίνεται να υφίσταται Σύνδεσμος Κτηματομεσιτών, ή άλλος σχετικός σύνδεσμος, στον οποίο να διατηρείται μητρώο των εν λόγω επαγγελματιών, ώστε να μπορούσε να αναζητηθεί, από την Αστυνομία, το κατά πόσο η Κατηγορούμενη ανήκει σε αυτόν ή αν ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα. Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, η Κατηγορούμενη δεν φαίνεται να έχει υποβάλει φορολογικές δηλώσεις στην Ο. τα τελευταία χρόνια. Η ίδια αστυνομική έρευνα, αναφορικά με τα εν Κύπρω ζητήματα, κατέδειξε ότι τα εισαχθέντα, μέσω της Κατηγορούμενης, χρήματα, δεν έχουν κατατεθεί σε οποιονδήποτε λογαριασμό τράπεζας που δραστηριοποιείται στη Δημοκρατία, ούτε έχουν επενδυθεί για την αγορά οποιασδήποτε ακίνητης ή κινητής περιουσίας, υπό την έννοια ότι, από έρευνα που έγινε στο Κτηματολόγιο, αλλά και στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, η Κατηγορούμενη δεν φαίνεται να είναι ιδιοκτήτρια οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας ή οποιουδήποτε οχήματος. Στο δε Κτηματολόγιο, δεν ανευρέθηκαν ούτε κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα, που να ορίζουν την Κατηγορούμενη ως αγοράστρια ακίνητης ιδιοκτησίας. Από τις σχετικές έρευνες της αστυνομίας, τα εισαχθέντα χρήματα δεν έχουν ανευρεθεί στη Δημοκρατία. Συναφώς, η Κατηγορούμενη δεν προέκυψε να διατηρεί οποιονδήποτε χώρο διαμονής στη χώρα μας (διέμενε πάντοτε σε ξενοδοχειακές μονάδες), και δεν διατηρεί και οποιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό. Στις 17 εκ των επισκέψεων της Κατηγορούμενης στη Δημοκρατία, τούτη αναχώρησε από τη χώρα μας εντός 24 ωρών από την άφιξή της, σε άλλες 2 περιπτώσεις, την επόμενη μέρα - και δη παρέμεινε στη Δημοκρατία για κάτι περισσότερο από 24 ώρες -, ενώ σε μια περίπτωση, κατά τον Νοέμβριο του 2023, παρέμεινε στη Δημοκρατία για 2 με 3 ημέρες, χρονικό διάστημα κατά το οποίο στη χώρα μας βρισκόταν και ο σύζυγός της και το ανήλικο τέκνο τους. Στο πλαίσιο των σχετικών ερευνών, αρκετές από τις δηλωθείσες από την Κατηγορούμενη διευθύνσεις διαμονής της στη Δημοκρατία, επιβεβαιώθηκαν, μέσω των ξενοδοχείων τα οποία τούτη δήλωνε ως χώρο διαμονής της στη Δημοκρατία. Παρατηρήθηκε δε ότι, σε δύο περιπτώσεις, η Κατηγορούμενη προέβη σε διπλοκρατήσεις, δηλαδή, επικοινώνησε με δύο ξενοδοχεία για κράτηση για κάθε τέτοια ημέρα.

 

               Θεωρούμε, επίσης, σημαντικό να τονίσουμε, στο σημείο αυτό, ότι, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας των 13 τελωνειακών λειτουργών, αποτελεί κοινό, μεταξύ τους, τόπο, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αναγκαίο, εν είδει επανάληψης, να το αναφέρουμε κατά την παράθεση της μαρτυρίας εκάστου, αλλά να θέσουμε τούτο ως κοινό, αδιαμφισβήτητο ισχυρισμό των εν λόγω μαρτύρων. Τούτο έχει ως εξής:

 

               Κατά τους ΜΚ3 ‑ ΜΚ15, δυνάμει του Κανονισμού 1889/05 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό Ε.Ε. 2018/1672, αλλά και στη βάση του σχετικού Κυρωτικού Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και δη του περί Ελέγχου Ρευστών Διαθεσίμων που Εισέρχονται ή Εξέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Άσκησης Ενδοενωσιακών Ελέγχων σε Ρευστά Διαθέσιμα, Ν. 63(1)/2022 (στο εξής, για σκοπούς ευκολίας, «ο περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμος»), τα ρευστά διαθέσιμα (μετρητά, στην περίπτωσή μας), που μεταφέρει φυσικό πρόσωπο εισερχόμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπόκεινται στην αρχή της υποχρεωτικής δήλωσης, με αποτέλεσμα, η Δημοκρατία, προς συμμόρφωση της με τον εν προκειμένω Κανονισμό, να τηρεί συγκεκριμένη διαδικασία συμπλήρωσης και υπογραφής προνοούμενου, στον Κανονισμό, προδιατυπωμένου, στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, εντύπου (στο εξής «η δήλωση συναλλάγματος»[1]), η οποία θα πρέπει να υποβάλλεται και υπογράφεται από τους επισκέπτες που εισέρχονται στη Δημοκρατία από τρίτη χώρα ή άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι μεταφέρουν ποσό πέραν των €10.000. Πάντα κατά τους μάρτυρες αυτούς, στο πλαίσιο αυτής της ενασχόλησης τους, κατά τα 20 ταξίδια της Κατηγορούμενης στη Δημοκρατία, μερίμνησαν ώστε να συμπληρωθούν 20 τέτοιες δηλώσεις συναλλάγματος και να υπογραφούν τούτες από την Κατηγορούμενη (βλ. Τεκμήρια 1 ‑19 και 21).

 

               Τονίζουμε, στο σημείο αυτό, ότι, μολονότι αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι οι εν προκειμένω δηλώσεις συναλλάγματος υπογράφτηκαν από την κατηγορούμενη, εντούτοις, ως ήδη, ακροθιγώς, αναφέρθηκε πιο πάνω,  παρατηρείται διάσταση μεταξύ τους (των δύο πλευρών), ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ετοιμάστηκαν οι εν λόγω δηλώσεις, και δη, αναφορικά με το ποιος προέβη στις επ' αυτών χειρόγραφες συμπληρώσεις, αλλά και αναφορικά με την κατανόηση, από πλευράς της Κατηγορούμενης, των όσων απαιτείτο να τύχουν συμπλήρωσης επί αυτών.

 

               Εν προκειμένω, είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι η Κατηγορούμενη δεν ομιλεί επαρκώς την αγγλική γλώσσα, με αποτέλεσμα να μην κατανοούσε, κατά τη συμπλήρωση των εν λόγω δηλώσεων, τα όσα της ζητείτο να δηλώσει, ή ότι, εκεί που κατανοούσε τι της ζητείτο, και προέβαινε σε σχετική προφορική δήλωση προς τον τελωνειακό λειτουργό, τούτη δεν καταγραφόταν, από αυτόν, ορθώς επί των δηλώσεων.

 

               Προβάλλεται, από την Υπεράσπιση, επίσης, ότι, εν πάση περιπτώσει, στη βάση της σχετικής μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, τα όσα αποδίδονται στην Κατηγορούμενη στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 13 και 37, δεν έχουν αποδειχθεί, αφού η σχετική μαρτυρία της πρώτης, δεν συμβαδίζει με αυτές (τις λεπτομέρειες).

 

               Επανερχόμενοι στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, στη βάση πάντα του εσωτερικού τρόπου δράσης των τελωνειακών λειτουργών (σχετική αναφορά έγινε από κάποιους εκ των τελωνειακών, η οποία δεν αμφισβητήθηκε), οι δηλώσεις αυτές αρχειοθετούντο σε συγκεκριμένο χώρο, και ακολούθως αναρτώνταν, ηλεκτρονικά, σε συγκεκριμένο σύστημα, στο οποίο πρόσβαση είχε και το Αρχιτελωνείο. Είναι στη βάση αυτού του τρόπου αρχειοθέτησης και μεταφοράς των πληροφοριών, που η ΜΚ18 έγινε γνώστης των κατά καιρούς επισκέψεων της κατηγορούμενης στη Δημοκρατία και της, σε κάθε περίπτωση, μεταφοράς μεγάλων χρηματικών ποσών, πληροφορία και η οποία οδήγησε στην απόφαση του Τελωνείου, μέσω της ΜΚ18, να προβεί στη σχετική καταγγελία στις 29.02.2024. 

 

               Χωρίς να μας διαφεύγει η ανωτέρω διάσταση που παρατηρείται ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι επίδικες δηλώσεις συναλλάγματος, για τις οποίες, προφανώς, θα αποφασίσουμε κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον μας σχετικής μαρτυρίας, κρίνουμε ορθό να σημειώσουμε ότι, στη βάση των σχετικών συμπληρώσεων (επιλογών) στο πεδίο 5B εκάστης, επίδικης, δήλωσης συναλλάγματος, ως λόγοι μεταφοράς των χρημάτων στη Δημοκρατία, δηλώθηκαν οι εξής: 

·         17 Φορές, για αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας (βλ. Τεκμήρια 1, 3, 4 ‑ 13, 15, 16,17, 18, 21)

·         1 φορά, για επένδυση κεφαλαίων (βλ. Τεκμήριο 2)

·         2 φορές, για αγορά κινητής περιουσίας (βλ. Τεκμήρια 14 και 19)  και

·         1 φορά, για σκοπούς πληρωμής εργατικών εξόδων/καταβολή μισθοδοσίας (Labour expenses (salary payments, investment business etc), βλ. Τεκμήριο 14[2])

 

               Στο πεδίο 8 έκαστης επίδικης δήλωσης συναλλάγματος, και δη το σημείο στο οποίο θέτει ο επισκέπτης/εισαγωγέας την υπογραφή του (σημείο στο οποίο υπέγραψε η Κατηγορούμενη), υπάρχει η εξής προδιατυπωμένη δήλωση, η οποία, μετά που υπογράφει στο εν λόγω πεδίο ο επισκέπτης, καθίσταται, στην όψη του εγγράφου, πλέον, δήλωση του:

 

«I declare that all the details provided are correct. I understand that if the information provided is incorrect or incomplete, the obligation to declare shall not be deemed fulfilled and I am liable to penalties according to the applicable national legislation».

 

               Είναι εν προκειμένω η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, η Κατηγορούμενη, κατά το χρόνο που προέβαινε στη κάθε τέτοια σχετική (αναφορικά με τον σκοπό μεταφοράς των χρημάτων) δήλωση, προέβαινε σε τούτη αναληθώς, και δη γνωρίζοντας ότι η μεταφορά των χρημάτων δεν γινόταν για τον συγκεκριμένο σκοπό που δήλωνε.

           

               Επί τούτου, στην αντίπερα όχθη, είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι, η Κατηγορούμενη θα πρέπει να απαλλαχθεί από όλες τις κατηγορίες, τόσο στη βάση αμιγώς νομικών λόγων, στους οποίους θα αναφερθούμε πιο κάτω, όσο, διαζευκτικώς, και στη βάση της ανεπάρκειας, ως αιτιάται, της προσκομισθείσας, από την Κατηγορούσα Αρχή, μαρτυρίας.

 

               Πιο συγκεκριμένα, αποτελεί, βασική, θέση της Υπεράσπισης ότι, τα όσα αποδίδονται στην Κατηγορούμενη, δεν μπορούν να αποτελούν αδίκημα στη βάση των προνοιών του άρθρου 92(1)(β) του Νόμου[3], καθότι, για την εν προκειμένω αποδιδόμενη στην Κατηγορουμένη συμπεριφορά, στην Κύπρο, υπάρχει ειδική νομοθεσία και δη, ο περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμος (ως τούτος, επίσης, ορίστηκε ανωτέρω), με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

               Είναι, εν προκειμένω, η σχετική η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι, δεδομένου του γεγονότος, ότι η περιουσία που μεταφέρθηκε στη Δημοκρατία αποτελεί ρευστά διαθέσιμα, καθώς επίσης και ότι οι φερόμενες δηλώσεις της Κατηγορουμένης απαντώνται επί των δηλώσεων συναλλάγματος, που, ως έντυπο, προβλέπεται από τον περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1672, ο οποίος αποτελεί και τη βάση της θέσπισης του εν λόγω νόμου, καθώς επίσης, τέλος, και του γεγονότος ότι ο τελευταίος αυτός νόμος θεσπίστηκε με βασικό στόχο να ρυθμίσει την μεταφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ρευστών διαθεσίμων, με σκοπό την πάταξη του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αδίκημα το οποίο αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη για κάθε, σχετικό με την παρούσα υπόθεση, ταξίδι της στη Δημοκρατία, θα πρέπει να κριθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή, κακώς προχώρησε και κατηγόρησε τούτη, αλλά και καταχώρησε το παρόν κατηγορητήριο, στη βάση των προνοιών του Νόμου, ο οποίος και χαρακτηρίζεται, από την Υπεράσπιση, ως «γενικός νόμος», σε αντιδιαστολή με τον χαρακτηρισμό «ειδικός», που αποδίδεται από αυτήν στον περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμο. Μολονότι η Υπεράσπιση, για το ζήτημα αυτό, αναλώνει μεγάλο μέρος της γραπτής αγόρευσης της, δεν θεωρούμε αναγκαίο να καταγράψουμε εδώ κάθε σχετικό επιχείρημα, αφού το κάθε τι τέτοιο προβάλλεται, σκοπό έχει να αναδείξει τα όσα, συνοπτικώς, αναφέραμε μόλις τώρα.

 

               Επιπροσθέτως, η Υπεράσπιση προβάλλει και τη θέση ότι, στη βάση του περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμου, αλλά και του Νόμου, κάθε ποινική δίωξη θα πρέπει να ασκείται, κατόπιν σχετικής άδειας του Γενικού Εισαγγελέα, από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου, και όχι τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος και καταχώρησε το ενώπιον μας κατηγορητήριο. Είναι, εν προκειμένω, η θέση της Υπεράσπισης ότι, έστω και αν, αρχικώς, η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δεδομένης της αθώωσης και απαλλαγής της, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, από το αδίκημα αυτό, η παρούσα ποινική δίωξη δεν μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται, δεδομένου ότι, σήμερα, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μόνο το αδίκημα της αναληθούς δηλώσεως, κάτι που επιβάλλει, την προώθηση της εν προκειμένω δίωξης μόνο από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου.

 

               Τέλος, ως προς την επάρκεια της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, και τούτο διαζευκτικώς με τις πιο πάνω, δύο, αμιγώς νομικές, υπερασπίσεις, η Υπεράσπιση προβάλλει τη θέση ότι, η μαρτυρία των τελωνειακών λειτουργών και γενικότερα των μαρτύρων κατηγορίας, είναι τέτοιας υφής και ουσίας, που η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι η Κατηγορούμενη, κατά τον χρόνο που προέβαινε στις δηλώσεις της ως προς τον σκοπό μεταφοράς των χρημάτων, εν γνώσει της ή απερισκέπτως, προέβαινε σε αναληθή δήλωση. Επί τούτου, η Υπεράσπιση προτάσσει ότι, δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να ανατρέξει στη μετέπειτα, των δηλώσεων αυτών, συμπεριφορά της, ή, ενδεχομένως, μετέπειτα σχηματισθείσα πρόθεση της, για να καταλήξει σε εύρημα ως προς την πρόθεση που είχε κατά τον χρόνο που προέβαινε στις δηλώσεις, αλλά θα πρέπει να αναζητήσει μαρτυρία, η οποία να αποδεικνύει την, κατά τον χρόνο εκάστης τέτοιας δήλωσης, πρόθεσή της, κάτι, που κατά την Υπεράσπιση, ελλείπει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία.

 

               Δεδομένης της φύσης των δύο πρώτων, ανωτέρω, υπερασπιστικών γραμμών, και δη ότι πρόκειται περί αμιγώς νομικές υπερασπίσεις, κρίνουμε ορθότερο να εξετάσουμε τούτες από αυτό το στάδιο, αφού για το βάσιμο ή μη της υπόστασης τους, δεν είναι αναγκαία η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, και, ακολούθως, να προχωρήσουμε με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, στην περίπτωση που ήθελαν οι υπερασπίσεις αυτές κριθούν ανεδαφικές. 

 

               Στον βαθμό που αφορά τη θέση περί μη εφαρμογής, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, των προνοιών του Νόμου, και, κατά αντιδιαστολή, εφαρμογής μόνο των προνοιών του περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμου, η σχετική εισήγηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την περίπτωση που ο Νόμος απαγορεύει μία γενική συμπεριφορά, στην οποίαν η Κατηγορούσα Αρχή προσπαθεί να εντάξει την αποδιδόμενη στην Κατηγορούμενη συμπεριφορά, αλλά, με την περίπτωση, που ο Νόμος, τόσο στη βάση των προνοιών του άρθρου 92(1)(β), όσο και αυτών του ερμηνευτικού άρθρου του (άρθρο 2), καθιστά την αποδιδόμενη στην  Κατηγορούμενη συμπεριφορά, ειδικώς, κολάσιμη, καθότι εντάσσει στην εμβέλεια του και τις πρόνοιες του περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμου, ώστε, κατά την κρίση μας, να θεωρούμε ότι κακώς η Υπεράσπιση, σε σχέση με τα επίδικα για την παρούσα υπόθεση γεγονότα, χαρακτηρίζει τούτον ως γενικό.

 

               Ειδικότερα, δεδομένης της θέσπισης, κατά το 2022, του περί Ρευστών Διαθεσίμων Κυρωτικού Νόμου, ο νομοθέτης, διά σχετικής τροποποιήσεως, ενέταξε στο ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου, την έννοια των ρευστών διαθεσίμων, ως τούτη αποδίδεται στον περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμο και ενέταξε τα ρευστά διαθέσιμα στην έννοια «εμπορεύματα», ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Νόμου. Επίσης, στη βάση των προνοιών του άρθρου 92(1)(β) του Νόμου (επί του οποίου εδράζονται όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη), για να μπορεί μία αναληθής δήλωση να αποτελεί ποινικό αδίκημα, θα πρέπει τούτη να γίνεται για τους σκοπούς της «τελωνειακής νομοθεσίας», ή της «άλλης νομοθεσίας», με τους συγκεκριμένους αυτούς όρους, επίσης, να ερμηνεύονται, ειδικώς, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου. Η ερμηνεία του όρου «άλλη νομοθεσία», «σημαίνει την κυπριακή ή Ενωσιακή Νομοθεσία που εκάστοτε τελεί σε ισχύ και για την οποίαν το Τμήμα Τελωνείου έχει εξουσιοδότηση ή και ευθύνη εφαρμογής των διατάξεων της...», με αποτέλεσμα, ο περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμος, ο οποίος αποτελεί κυπριακή, ενωσιακή, νομοθεσία, και ο οποίος εξουσιοδοτεί και παρέχει την ευθύνη εφαρμογής του στο Τμήμα Τελωνείου (βλέπε άρθρο 3 του περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμου), ευκόλως, να κρίνεται ως «άλλη νομοθεσία», για τους σκοπούς του Νόμου. Η συσχέτιση και συνάφεια των δύο αυτών νόμων, προκύπτει και από τη συμπερίληψη, στο ερμηνευτικό, άρθρο 2, του περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμου, της έννοιας του όρου «άλλη νομοθεσία», στη βάση της οποίας (έννοιας), τούτη είναι ως αποδίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου.

 

               Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, η οποία αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες των δύο νόμων, ξεκάθαρο είναι ότι ο νομοθέτης, με τις πρόνοιες του άρθρου 92(1)(β) του Νόμου, και δη τη νομική βάση επί της οποίας εδράζονται όλες οι κατηγορίες στις οποίες η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία, σκοπό είχε να ποινικοποιήσει, μεταξύ άλλων, κάθε αναληθή δήλωση η οποία γίνεται από φυσικό πρόσωπο για σκοπούς της «άλλης νομοθεσίας», ως η Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζει ότι συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Κατά συνέπεια, και τούτο, χωρίς να αποφαινόμαστε ως προς το κατά πόσο η, επικαλούμενη από τους συνηγόρους της κατηγορούμενης, νομική αρχή «lex specialis derogat legi generali» τυγχάνει, εν είδει γενικής υπεράσπισης, εφαρμογής σε ποινικές υποθέσεις[4], εν προκειμένω, για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, δεν τυγχάνει εφαρμογής.

 

               Όσον τώρα αφορά στη δεύτερη, ανωτέρω, αμιγώς νομική, υπερασπιστική γραμμή, με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης, τούτη, επίσης, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το ζήτημα δεν πρέπει να εξετάζεται, ως η Υπεράσπιση εισηγείται, αποσπασματικώς, και δη στη βάση της εξέλιξης της υπόθεσης, δηλαδή της αθώωσης, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, της Κατηγορούμενης στις κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, αλλά στη βάση της εικόνας που το κατηγορητήριο είχε κατά τον χρόνο καταχώρησης του, σημείο και γεγονός προσδιοριστικό της φύσης της υπόθεσης, η οποία και καθορίζει, στη βάση των νόμων που εδράζονται οι κατηγορίες, το πρόσωπο που νομιμοποιείται να προβεί στη δίωξη.

 

               Δεδομένου ότι το κατηγορητήριο, αρχικώς, περιλάμβανε και τις 20 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για τις οποίες δίωξη θα μπορούσε να ασκηθεί μόνο από τον Γενικό Εισαγγελέα, η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης από τον τελευταίο, αποτελούσε και την ενδεδειγμένη και νενομισμένη υπό τις περιστάσεις ενέργεια. Το γεγονός ότι, μεσούσης της δίκης, και δη στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, η Κατηγορούμενη απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες αυτές, δεν υπέχει τη σημασία που του αποδίδει η Υπεράσπιση. Θεωρούμε, εν προκειμένω, ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αβραάμ κ. α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 102/2016, 103/2016 και 106/2016, απόφαση ημερομηνίας 13.12.2017, στην οποίαν μας παρέπεμψε και η Υπεράσπιση, με στόχο να διαφοροποιήσει την παρούσα από τα όσα εκεί αποφασίστηκαν, αποτελεί επαρκές υπόβαθρο, που δικαιολογεί τη μόλις εκφρασθείσα κρίση μας. Και σε εκείνην την υπόθεση κρίθηκε ότι, δεδομένης της συμπερίληψης στο κατηγορητήριο κατηγοριών που εδράζονταν επί άρθρων του Ποινικού Κώδικα, και δη κατηγοριών για τις οποίες δίωξη μπορούσε να ασκήσει μόνο ο Γενικός Εισαγγελέας, η συμπερίληψη στο ίδιο κατηγορητήριο και κατηγοριών που εδράζονταν επί άρθρων του Νόμου (περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου), δεν έφερνε στο προσκήνιο την όποιαν αντινομικότητα ή αντικανονικότητα του κατηγορητηρίου, στην οποίαν αναφέρθηκαν οι εκεί Εφεσείοντες. Κρίνουμε, επομένως, ότι, η σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. 

 

               Εν πάση περιπτώσει, συναφώς πάντα με την δεύτερη αμιγώς νομική υπερασπιστική γραμμή, δεδομένης της απουσίας θέσης, από πλευράς της Υπεράσπισης, ότι η Κατηγορούμενη, συνεπεία της επικαλούμενης ατέλειας του κατηγορητηρίου, υπέστη βλάβη (prejudiced) και/ή παραπλανήθηκε (ώστε η  ατέλεια να ανάγεται στο θεμέλιο της κατηγορίας), τούτη (η κατηγορούμενη) δεν νομιμοποιείται να εγείρει το εν προκειμένω ζήτημα, στο παρόν στάδιο, προς Υπεράσπιση της (βλ. Αβραάμ (ανωτέρω)).

 

               Έχοντας αποφασίσει, ως ανωτέρω, επί των αμιγώς νομικών Υπερασπίσεων, το μόνο που μένει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο, οι φερόμενες ως δηλώσεις της κατηγορουμένης, αποτελούν, δηλώσεις της, και ακολούθως να εξεταστεί το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει ότι τούτες ήταν, εν γνώση της κατηγορούμενης ή απερισκέπτως, αναληθείς, στην έννοια του Νόμου.

 

               Επί του τελευταίου, κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί ότι, και οι δύο πλευρές, εισηγούνται, κάτι που μας βρίσκει σύμφωνους, ότι η αναζητούμενη πρόθεση της κατηγορούμενης είναι αυτή που είχε κατά τον χρόνο που προέβαινε στην κάθε επίδικη δήλωση, και όχι η όποια, τυχόν μεταγενέστερη, σχετική, πρόθεσή της. Σε συμφωνία, και πάλι, με τις σχετικές εισηγήσεις των δύο πλευρών, θεωρούμε ότι μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση, ως προς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 92(1)(β) του Νόμου και ειδικότερα αναφορικά με τους όρους «γνωρίζει» ή «απερίσκεπτα», που απαντώνται στις εν προκειμένω πρόνοιες, από τις αποφάσεις που ερμήνευσαν το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας διά ψευδών παραστάσεων, υπό την έννοια ότι η σχετική πρόθεση του κατηγορουμένου, ως προς τις παραστάσεις (εν προκειμένω δηλώσεις), θα πρέπει να εξετάζονται στη βάση των προθέσεων του κατά το χρόνο που γίνονται τούτες.

 

               Εν προκειμένω, η Υπεράσπιση, ως ήδη, ακροθιγώς, σημειώθηκε ανωτέρω, θέλει τη μετέπειτα, των επίδικων δηλώσεων της Κατηγορούμενης, συμπεριφορά της, να μην υπέχει σημασίας, στη βάση της θεώρησης ότι, η όποια, μεταγενέστερη της δήλωσης, πρόθεσή της, δεν μπορεί να αποτελέσει ενοχοποιητικό για την ίδια στοιχείο για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στην αντίπερα όχθη, η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται ότι, η όποια μετέπειτα των δηλώσεων της Κατηγορούμενης συμπεριφορά της, αποτελεί περιστατική μαρτυρία, στη βάση της οποίας το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει, με ασφάλεια, ως προς την πρόθεση που είχε κατά τον χρόνο που προέβαινε στην κάθε δήλωση. Με το ζήτημα αυτό, θα καταπιαστούμε κατωτέρω, αφού, προηγουμένως, παραθέσουμε, με συνοπτικό τρόπο, την ενώπιον μας σχετική μαρτυρία, αξιολογήσουμε τούτην και καταλήξουμε σε σχετικά ευρήματα.

 

               Παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό ότι, κατά την Υπεράσπιση, κανένας εκ των τελωνειακών λειτουργών, κατά το χρόνο της συμπλήρωσης και υπογραφής των επίδικων δηλώσεων συναλλάγματος, δεν επέστησε την προσοχή της Κατηγορουμένης στις όποιες τυχόν επιπτώσεις της στην περίπτωση που τα όσα δήλωνε δεν ήταν αληθή ή ήταν ανακριβή, ούτε και της επέστησε την προσοχή της στο τι καταγράφεται στο πεδίο 8 των δηλώσεων (προδιατυπωμένη δήλωση του επισκέπτη/εισαγωγέα), ώστε να γνωρίζει ότι για κάθε δήλωση στην οποία προέβαινε, για σκοπούς συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, τυχόν θα βρισκόταν υπόλογη, έναντι του Νόμου, αν τούτη δεν ήταν αληθής ή ακριβής. Προβάλλει, συναφώς, ότι, εκείνο που άφηναν οι τελωνειακοί λειτουργοί να νοηθεί στην Κατηγορουμένη, ήταν ότι, βασικό ζητούμενο ήταν η ορθότητα του δηλωθέντος μεταφερόμενου ποσού, η οποία εξεταζόταν στη βάση της μετέπειτα καταμέτρησής του από τους ίδιους. Προς υποστήριξη της θέσης τους αυτής, οι συνήγοροι υπεράσπισης παρέπεμψαν στη μαρτυρία τελωνειακών λειτουργών, στη βάση της οποίας, η Κατηγορουμένη, σε μία περίπτωση, σε σχέση με το σκοπό μεταφοράς των χρημάτων, φέρεται να δηλώνει πιθανό «maybe», και όχι συγκεκριμένο, σκοπό, καθώς επίσης και σε άλλες αναφορές των τελωνειακών λειτουργών, που θέλουν τους ιδίους, κατά τη σχετική συνεννόησή τους με την Κατηγορουμένη, να μην μεταφέρουν σε αυτήν επ' ακριβώς τα όσα καταγράφονται, ως ζητούμενα, επί των δηλώσεων συναλλάγματος, αλλά απλώς να μεταφέρουν τη γενική εικόνα τούτων, με απλούς αγγλικούς όρους.

 

               Είναι εν προκειμένω η θέση της Υπεράσπισης ότι, όταν η Κατηγορουμένη αναφερόταν στον σκοπό μεταφοράς των χρημάτων - είτε διά δηλώσεών της προς τους τελωνειακούς λειτουργούς, οι οποίοι, ακολούθως, μάρκαραν συγκεκριμένη προδιατυπωμένη επιλογή στο πεδίο 5B των δηλώσεων συναλλάγματος, είτε διά του μαρκαρίσματος της επιλογής από την ίδια (θέτοντας η ίδια το «√» σε συγκεκριμένη επιλογή), έπραττε τούτο στη βάση μιας γενικής, σχετικής, αντίληψής της, και όχι ως αποτέλεσμα πλήρους κατανόησης ως προς το τι της ζητείτο να πράξει ή ότι θα είχε νομικές επιπτώσεις αν η συγκεκριμένη επιλογή της, ακολούθως, δεν θα υλοποιείτο. Θεωρεί, εν προκειμένω, η Υπεράσπιση, ότι, δεδομένου ότι ο σκοπός μεταφοράς των χρημάτων αφορά σε μελλοντική, της συμπλήρωσης της δήλωσης συναλλάγματος, χρονική περίοδο, το αναληθές ή μη της σχετικής δήλωσης, δεν θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση του μελλοντικού σχετικού αποτελέσματος, παρά μόνο στη βάση της υπαρκτής σχετικής γνώσης ή απερισκεψίας της κατηγορουμένης, κατά τον χρόνο που προέβαινε στη δήλωση.

 

               Συναφώς, η Υπεράσπιση προβάλλει τη θέση ότι, η Κατηγορούμενη, σε κάθε περίπτωση που προέβαινε σε δηλώσεις στο πλαίσιο συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, ενεργούσε στη βάση της περιορισμένης, σχετικής, αντίληψής της, λόγω της άγνοιας καλής γνώσης της αγγλικής γλώσσας.

Συνοπτική παράθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, που άπτεται των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων

 

Πολίτες/Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2

Μ.Κ.1 

O Μ.Κ.1, είναι ο οδηγός ταξί που μετέφερε, κατά το τελευταίο ταξίδι της (01.03.2024), την Κατηγορούμενη από το αεροδρόμιο Λάρνακας στη Λεμεσό. Κατά τη διαδρομή, την ρώτησε, στα αγγλικά, αν θέλει νερό, και αυτή του απάντησε, στα αγγλικά, ότι δεν θέλει επειδή έχει δικό της. Ακολούθως την άκουσε να μιλά στο κινητό τηλέφωνο στα ρωσικά, γλώσσα την οποία γνωρίζει (πρόκειται για γεωργιανό υπήκοο), με αποτέλεσμα να συνομιλήσουν μεταξύ τους στη γλώσσα αυτή. Στο πλαίσιο της εν προκειμένω συνομιλίας τους, η κατηγορούμενη του είπε ότι κατάγεται από την Ο., πλην όμως διαμένει στην Π. Κατά την αντεξέταση του, η οποία, ομολογουμένως, ήταν περιορισμένη, ανέφερε ότι, δεν ήταν σε θέση (δεν θυμόταν) να επιβεβαιώσει αυτό που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή η κατηγορούμενη, κατά την τηλεφωνική συνομιλία της με τρίτο, στη ρωσική γλώσσα, ανέφερε ότι έφτασε στην Κύπρο και «όλα πήγαν καλά».  Τέλος, ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη δεν είχε μαζί της οποιεσδήποτε αποσκευές.  

 

Μ.Κ.2

O M.K.2, εργάζεται ως υπάλληλος σε εταιρεία που εμπορεύεται φρούτα και λαχανικά. Κατά την 01.03.2024, και περί ώρα 11:00 π.μ. – 11:10 π.μ., στάθμευσε το όχημα που οδηγούσε στο χώρο στάθμευσης του εστιατορίου C. και, ακολούθως, για τα επόμενα 20 λεπτά παρέδιδε, στο εστιατόριο αυτό, την παραγγελία του. Μόλις εισήλθε στο όχημα του για να εγκαταλείψει το σημείο, είδε, από το καθρεφτάκι του ένα ταξί, του οποίου ο οδηγός ήταν ένας άνδρας. Από αυτό, κατέβηκε μία κοπέλα, η οποία, ακολούθως, έσκυψε μέσα στο ταξί για να παραλάβει τα πράγματα της. Η κοπέλα αυτή, έπιασε ένα μαύρο σακάκι και κάποια άλλα πράγματα, τα οποία, ωστόσο, δεν κατάλαβε τι αφορούσαν. Την ίδια στιγμή, πρόσεξε ότι δίπλα από το ταξί βρισκόταν σταθμευμένη μία μοτοσυκλέτα, χρώματος μαύρου και ασημί, επί της οποίας επέβαιναν δύο άτομα, τα οποία φορούσαν μαύρα παντελόνια, μαύρες μακρομάνικες φανέλες και μαύρα κράνη. Μόλις το ταξί απομακρύνθηκε από το σημείο, η μοτοσυκλέτα μετακινήθηκε και στάθμευσε στο σημείο που βρισκόταν το ταξί προηγουμένως. Από αυτήν κατέβηκε ο επιβάτης, και κινήθηκε πεζός προς το μέρος που βρισκόταν η κοπέλα, την οποία και έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσουν από τα χέρια της τα αντικείμενα που κρατούσε, και όπως είδε μέρος των αντικειμένων αφορούσε σε χρήματα, δεμένα σε δέσμες χαρτονομισμάτων των €100 και €50. Δεν πρόσεξε αν η κοπέλα είχε τα χρήματα στη τσάντα. Αμέσως μετά, είδε τον δράστη να σκύβει και να μαζεύει χρήματα από το έδαφος, και ακολούθως να επιβιβάζεται εκ νέου στη μοτοσυκλέτα και να εγκαταλείπει, μαζί με τον οδηγό της, το μέρος, με δυτική κατεύθυνση. Πρόσεξε επίσης ότι το επεισόδιο κατέγραψε, με το κινητό τηλέφωνο του, περαστικός, τον οποίο δεν γνώριζε. Ο περαστικός αυτός, ρώτησε την κοπέλα αν χρειαζόταν οποιαδήποτε βοήθεια, με την τελευταία να του απαντά αρνητικά (δεν αναφέρθηκε σε ποια γλώσσα έγινε η συνομιλία), και ακολούθως αυτός (ο περαστικός) εγκατέλειψε το σημείο. Έπειτα, ο Μ.Κ.2 προσέγγισε την κοπέλα, η οποία έκλαιγε, και την ρώτησε αν χρειαζόταν βοήθεια, με την τελευταία να του απαντά, επίσης, αρνητικά (δεν αναφέρθηκε σε ποια γλώσσα έγινε η συνομιλία). Στο σημείο εκείνο, ο Μ.Κ.2, πήρε από το φορτηγό του ένα χάρτινο κασόνι, το οποίο και παρέδωσε στην κοπέλα, εντός του οποίου, η τελευταία, τοποθέτησε τα χρήματα που δεν κατάφεραν να αποσπάσουν οι δράστες. Αν και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πόσα ήταν τα χρήματα που μετέφερε η κοπέλα, θυμόταν ότι το κασόνι που της έδωσε, γέμισε σχεδόν από τα χρήματα που τοποθέτησε σε αυτό η τελευταία. Σε κάποια στιγμή, η κοπέλα άρχισε να συνομιλεί, στα ρωσικά, μέσω τηλεφώνου. Ο Μ.Κ.2, λίγο πριν αναχωρήσει από το σημείο, είδε την κοπέλα να κατευθύνεται, αρχικώς, απέναντι από το εστιατόριο, προς την υπεραγορά LIDL, και ακολούθως να επιστρέφει πίσω και να εισέρχεται στο εστιατόριο. Περιέγραψε με περισσότερη λεπτομέρεια τους επιβαίνοντες στη μοτοσυκλέτα, πλην όμως δεν καθίσταται αναγκαία η εδώ παράθεση της σχετικής μαρτυρίας του, καθότι τα γεγονότα που περιβάλλουν τη ληστεία δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα της παρούσας. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι η κοπέλα, μετά που τοποθέτησε τα χρήματα στο κασόνι που της έδωσε, από πάνω τοποθέτησε και το μαύρο σακάκι που κρατούσε, με αποτέλεσμα να μην είναι ορατό το περιεχόμενο του κασονιού. Στο πλαίσιο προβολής, κατά την ακροαματική διαδικασία, οπτικού υλικού από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του εστιατορίου, που απέδιδε τις κινήσεις της κοπέλας, καθ’ ον χρόνο τούτη βρισκόταν στον εξωτερικό χώρο του εστιατορίου (Τεκμήριο 22), αναγνώρισε το κασόνι που έδωσε στην κοπέλα, καθώς επίσης και ότι η εμφανιζόμενη στο υλικό αυτό κοπέλα, που κρατά το κασόνι, ομοιάζει με την κοπέλα που βοήθησε την ημέρα του περιστατικού της ληστείας. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την Κατηγορούμενη ως την εν προκειμένω κοπέλα. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι αυτόπτες, του περιστατικού, μάρτυρες, κάλεσαν την Αστυνομία στο σημείο.

 

Τελωνειακοί Λειτουργοί και Τελώνης/Μ.Κ.3 – Μ.Κ.15 και Μ.Κ.18

Μ.Κ.3

               Κατά τον Μ.Κ.3, κατά τον χρόνο συμπλήρωσης του Τεκμηρίου 1 (δήλωση συναλλάγματος), συνομίλησε με την Κατηγορουμένη στην αγγλική γλώσσα, γλώσσα την οποία, ο ίδιος γνωρίζει καλώς - καθότι απέκτησε πτυχίο και μεταπτυχιακό, κατόπιν φοίτησης στη γλώσσα αυτή, καθώς επίσης και έχει επιτύχει στις εξετάσεις αγγλικών Ielts, με βαθμό 7/9 - και χαρακτήρισε τη γνώση της εν λόγω γλώσσας από την Κατηγορουμένη, ως αρκετά καλή. Αναγνώρισε επί του Τεκμηρίου 1 τις συμπληρώσεις εκείνες στις οποίες προέβη ο ίδιος, στη βάση, είτε των εγγράφων που κατείχε (διαβατήριο της Κατηγορουμένης και κάρτα επιβίβασης), είτε των σχετικών αναφορών της, καθώς υπέδειξε και τα σημεία εκείνα τα οποία αποτελούν συμπληρώσεις που έθεσε η ίδια η Κατηγορουμένη, διαβάζοντας, αυτή, προηγουμένως, το τι ζητείτο, επί της δήλωσης, να καταγράψει. Ενδεικτικώς, ισχυρίστηκε ότι, η ειδική συμπλήρωση, στην οποία προέβη ο ίδιος, στο πεδίο 5Α «loan from friend», αποτελεί ακριβή μεταφορά της σχετικής προφορικής αναφορά της Κατηγορούμενης κατά το χρόνο ετοιμασίας της δήλωσης συναλλάγματος. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που προέβη ο ίδιος σε κάποιες συμπληρώσεις, ήταν για να αποφευχθούν τα όποια λάθη που τυχόν θα προέκυπταν αν τις κατέγραφε ο επισκέπτης, εν προκειμένω η Κατηγορούμενη. Ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψε η Κατηγορούμενη τη δήλωση συναλλάγματος, ισχυρίστηκε ότι τούτη (η δήλωση συναλλάγματος) δόθηκε σε αυτή για να τη διαβάσει, και ακολούθως την υπέγραψε στο πεδίο 8.

 

Μ.Κ.4

               Και ο Μ.Κ.4 ισχυρίστηκε ότι συνηθίζει να συμπληρώνει ο ίδιος τις δηλώσεις συναλλάγματος στη βάση των πληροφοριών που λαμβάνει, είτε από τα έγγραφα που του παραδίδονται από τον επισκέπτη, είτε από τοποθετήσεις του τελευταίου, αφού προηγουμένως του θέσει σχετικές ερωτήσεις. Πράττει δε τούτο, με σκοπό να περατώνεται η διαδικασία γρηγορότερα, λόγω του ότι, πολλές φορές, στο σημείο περιμένουν και άλλοι επισκέπτες που επιθυμούν να προβούν σε δηλώσεις μεταφοράς περιουσίας. Αναγνώρισε τη δήλωση συναλλάγματος που σχετίζεται με την Κατηγορούμενη, η οποία και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Επ’ αυτής (της δήλωσης συναλλάγματος) υπέδειξε τις χειρόγραφες συμπληρώσεις, τις οποίες κατέγραψε ο ίδιος, αλλά και αυτές που κατέγραψε η Κατηγορούμενη. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, ο λόγος που συμπλήρωσε ο ίδιος το Τεκμήριο 2, να ήταν γιατί η Κατηγορούμενη δεν μιλούσε καλά την αγγλική γλώσσα, ούτε μπορούσε να διαβάσει στη γλώσσα αυτή. Δέχθηκε δε, ότι η σχετική συνεννόησή του με την κατηγορούμενη, έγινε «λίγο με νεψήματα» και με «πρόχειρα» αγγλικά. Τέλος, ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε ότι, προτού η κατηγορουμένη υπογράψει τη σχετική δήλωση συναλλάγματος (Τεκμήριο 2), διάβασε τούτη συμπληρωμένη, και ακολούθως την υπέγραψε.

 

Μ.Κ.5   

               Και η Μ.Κ.5, ακολουθεί την ίδια τακτική, και δη, εκεί που ο επισκέπτης δυσκολεύεται να συμπληρώσει τις δηλώσεις συναλλάγματος, να τις συμπληρώνει η ίδια, στη βάση των πληροφοριών που λαμβάνει από αυτόν. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, τις δηλώσεις τις δίνει στον επισκέπτη για να τις αναγνώσει.  Ωστόσο, με ειδική αναφορά στη διαφορετικότητα με την οποία η ίδια καταγράφει το «√», σε αντιδιαστολή με το «√» που τέθηκε στα πεδία 5A και 5Β των δηλώσεων συναλλάγματος που υπέγραψε η Κατηγορούμενη στην παρουσία της (Τεκμήρια 3 και 4), ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο σύμβολο τέθηκε από την Κατηγορουμένη και όχι την ίδια. Δεν ήταν σε θέση να θυμόταν αν η Κατηγορουμένη ομιλούσε επαρκώς την αγγλική γλώσσα, πλην όμως, στη βάση των όσων σχετικών ανέφερε, δεν προκύπτει να αντιμετώπισε οποιοδήποτε ειδικό πρόβλημα στη μεταξύ τους συνεννόηση, η οποία έγινε στα αγγλικά. Και στις δύο περιπτώσεις που συμπληρώθηκαν οι δηλώσεις συναλλάγματος (Τεκμήρια 3 και 4), η διαδικασία ξεκίνησε στη βάση της προγενέστερης προσέγγισής της από την Κατηγορούμενη, η οποία της ανάφερε, στα αγγλικά, ότι επιθυμεί να δηλώσει μεταφορά χρημάτων τοις μετρητοίς στη Δημοκρατία. Αναφερόμενη στην μετέπειτα πορεία των δηλώσεων συναλλάγματος, ισχυρίστηκε ότι τούτες αρχειοθετούνται στο αεροδρόμιο και, ακολούθως, ενδοτμηματικώς, καταλήγουν στο Αρχιτελωνείο.

 

 Μ.Κ.6

               Ο Μ.Κ.6 αναγνώρισε τις συμπληρώσεις εκείνες επί της δήλωσης συναλλάγματος που υπέγραψε η Κατηγορουμένη στην παρουσία του (Τεκμήριο 5), τις οποίες κατέγραψε η τελευταία, καθώς επίσης και τις δικές του, σχετικές συμπληρώσεις. Ως ανέφερε, η όλη διαδικασία ξεκίνησε στη βάση της προγενέστερης προσέγγισής του από την Κατηγορούμενη, η οποία του ανέφερε, στα αγγλικά, ότι επιθυμεί να δηλώσει εισαγωγή χρημάτων τοις μετρητοίς στη Δημοκρατία. Και αυτός ο μάρτυρας (ως και η Μ.Κ.5), αναγνώρισε τα «√», τα οποία βρίσκονται στα πεδία 5Α, 5Β και 6 της εν προκειμένω δήλωσης, ως καταγραφές στις οποίες προέβη η Κατηγορουμένη. Ως προς τον τρόπο συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, ο Μ.Κ.6 ισχυρίστηκε ότι δεν έτυχαν κάποιας ειδικής εκπαίδευσης από το τμήμα τους, παρά μόνο καθοδηγήθηκαν, σχετικώς, από παλαιότερους συναδέλφους τους. Αναφερόμενος στη γνώση της Κατηγορουμένης της αγγλικής γλώσσας, δήλωσε ότι δεν θυμάται για να τοποθετηθεί σχετικώς, αλλά παρέπεμψε στην ενέργεια της κατηγορουμένης να μαρκάρει η ίδια τις επιλογές ως προς την πηγή των χρημάτων και τον σκοπό μεταφοράς τους (στα πεδία 5Α και 5Β), αλλά και άλλη επιλογή στο πεδίο 6, τοποθετώντας το σχετικό «√», αναφέροντας ότι, για να πράξει τούτο, προφανώς, καταλάβαινε τι της ζητείτο στην αγγλική γλώσσα. Ανέφερε, επίσης, συναφώς, ότι, «αν υπήρχε περίπτωση να υπήρχε κάποιο πρόβλημα και να μην αντιλαμβανόταν τη δήλωση, το περιεχόμενο της δήλωσης, δεν θα προχωρούσα με το να την πιέσω να υπογράψει οτιδήποτε και να το πιστοποιήσω και ήταν να το θυμούμουν αν υπήρχε κάποιο θέμα τέτοιο». Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, αν προέκυπτε τέτοιο θέμα, θα έπαιρνε οδηγίες από τον προϊστάμενο βάρδιας. Ως προς τη θέση του ότι τα «√», στα πεδία 5Α, 5Β και 6 τα έθεσε η Κατηγορουμένη, παρέπεμψε στα δικά του, ανάλογα, «√», που τέθηκαν σε άλλα σημεία του Τεκμηρίου 5, με σκοπό να καταδείξει τη διαφορά στον τρόπο που θέτει ο ίδιος το συγκεκριμένο σύμβολο, σε αντιδιαστολή με τα εν λόγω σύμβολα που τέθηκαν στα πεδία αυτά. Ως προς την ανάγκη συμπλήρωσης της διεύθυνσης διαμονής του επισκέπτη (στο πεδίο 2), ισχυρίστηκε ότι, στη βάση της όψης της δήλωσης συναλλάγματος, εκεί πρέπει να καταγράφεται η διεύθυνση διαμονής του επισκέπτη στη χώρα του και όχι η διεύθυνση στην οποία θα διαμείνει στη Δημοκρατία κατά την εδώ παραμονή του. Πάντα αναφερόμενος στο Τεκμήριο 5, ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορουμένη, πρώτα διάβασε τούτο συμπληρωμένο, και ειδικότερα την αποδιδόμενη στην ίδια προδιατυπωμένη δήλωση στο πεδίο 8 τούτου, και μετά το υπόγραψε. Αναφορικά με την πορεία που ακολουθούν οι δηλώσεις συναλλάγματος μετά που τις υπογράφει ο επισκέπτης, ισχυρίστηκε ότι αυτές παραμένουν στο αεροδρόμιο, χωρίς να γνωρίζει αν καταλήγουν κάπου μετά.

 

Μ.Κ.7

               Ο Μ.Κ.7 αναγνώρισε, επί των σχετικών, με τον ίδιο, δηλώσεων συναλλάγματος (Τεκμήρια 6, 7 και 8), τις συμπληρώσεις εκείνες στις οποίες αυτός προέβη, καθώς επίσης και εκείνες τις συμπληρώσεις τις οποίες κατέγραψε η Κατηγορουμένη. Ως ανέφερε, η διαδικασία, και στις τρεις περιπτώσεις, ξεκίνησε στη βάση της προγενέστερης προσέγγισής του από την Κατηγορούμενη, η οποία του ανέφερε, στα αγγλικά, ότι επιθυμεί να δηλώσει μεταφορά χρημάτων τοις μετρητοίς στη Δημοκρατία. Η όλη συνεννόηση του με την Κατηγορούμενη, έγινε στα αγγλικά. Για σκοπούς συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, παρακολούθησε κάποια σεμινάρια, στο πλαίσιο των οποίων τους ζητήθηκε όπως στο πεδίο που πρέπει να καταγράφεται η διεύθυνση διαμονής του επισκέπτη (πεδίο 2), να καταγράφεται ο χώρος στον οποίο θα διαμείνει ο επισκέπτης στην Κύπρο. Η συνεννόησή του με την Κατηγορουμένη ήταν εύκολη («μια χαρά αγγλικά συνεννοηθήκαμε»), καθότι μιλούσε επαρκώς την αγγλική γλώσσα («μιλούσε καλά αγγλικά»). Όσον αφορά στα «√», που τέθηκαν στα πεδία 5Α και 5Β, η πεποίθηση του ήταν ότι αυτά τέθηκαν από την Κατηγορουμένη και όχι τον ίδιο, δηλώνοντας, ωστόσο, ότι, δεν θυμόταν για να τοποθετηθεί με ασφάλεια ως προς το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, ως ισχυρίστηκε, αναφορικά με τη συμπλήρωση των πεδίων 5Α και 5Β των δηλώσεων συναλλάγματος, αυτές τέθηκαν, είτε από την ίδια την Κατηγορουμένη κατόπιν δικής της σχετικής επιλογής (αφού προηγουμένως ανέγνωσε τα όσα εκεί καταγράφονται), ή από τον ίδιο, στη βάση, όμως, των ξεκάθαρων σχετικών δηλώσεων της πρώτης.

 

Μ.Κ.8

               Η Μ.Κ.8, αναγνώρισε τη δήλωση συναλλάγματος, την οποία υπέγραψε η Κατηγορουμένη στην παρουσία της (Τεκμήριο 9), και τις δικές της (της μάρτυρος) συμπληρώσεις επ' αυτής, δηλώνοντας ότι τούτες τέθηκαν κατόπιν των σχετικών πληροφοριών που έλαβε από την πρώτη στην αγγλική γλώσσα. Όσον αφορά στην κατάθεση που ετοίμασε στο πλαίσιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, δέχτηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι, για να ετοιμάσει τούτη, προφανώς, της δόθηκαν επιπρόσθετες πληροφορίες, καθότι σε αυτήν (την κατάθεσή της), γίνεται αναφορά σε τέσσερα διαβατήρια της Κατηγορουμένης, ενώ το αντίγραφο του Τεκμηρίου 9, που κατείχε όταν ετοίμαζε την κατάθεσή της, αναφερόταν μόνο στο ένα εξ αυτών. Ως προς τη διεύθυνση διαμονής, που πρέπει να καταγράφεται στο σχετικό πεδίο της δήλωσης συναλλάγματος, ισχυρίστηκε ότι τούτη πρέπει να αφορά στη διεύθυνση διαμονής του επισκέπτη στη Δημοκρατία. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν έτυχε οποιασδήποτε ειδικής εκπαίδευσης για τη συμπλήρωση των δηλώσεων συναλλάγματος, θεωρώντας πως, πιθανότερο είναι να καθοδηγήθηκε από κάποιους παλαιούς συναδέλφους της, παραπέμποντας, συναφώς, και στις σχετικές σημειώσεις που βρίσκονται στο πίσω μέρος της δήλωσης συναλλάγματος, ως βοηθητικές, ως ανέφερε, για τον τρόπο συμπλήρωσής της. Αναφερόμενη, ειδικώς, στις συνθήκες συμπλήρωσης του Τεκμηρίου 9, ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορουμένη ομιλούσε την αγγλική γλώσσα και, στη βάση της όλης συμπεριφοράς της, ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να αναφέρει και τι ακριβώς επιθυμούσε όπως καταγραφεί στην εν προκειμένω δήλωση συναλλάγματος. Ενθυμείτο, συναφώς, ότι, όταν η ίδια μετέφερε στην κατηγορουμένη τις αναγκαίες πληροφορίες για σκοπούς συμπλήρωσης του πεδίου 5Α της δήλωσης συναλλάγματος, η τελευταία τη διέκοψε, υποδεικνύοντας ξεκάθαρα τη σχετική επιλογή της («loan»). Επέμεινε στη θέση της ότι η Κατηγορουμένη γνώριζε ξεκάθαρα τη διαδικασία συμπλήρωσης της δήλωσης συναλλάγματος, εξ ου και προέβαινε σε σχετικές υποδείξεις ως προς τις επιλογές της, δηλώνοντας, επί τούτου, ότι, ό, τι καταγράφεται επί του Τεκμηρίου 9, αποτελούν ξεκάθαρες επιλογές της Κατηγορουμένης. Ερωτηθείσα αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες επέλεξε η ίδια να προβεί σε συμπληρώσεις επί της δήλωσης Τεκμήριο 9, παρά η Κατηγορουμένη, ισχυρίστηκε ότι, αρχικώς, έδωσε τη μη συμπληρωμένη δήλωση στην τελευταία για να τη συμπληρώσει, και τούτη της την επέστρεψε, με σκοπό να τη συμπληρώσει η μάρτυρας. Ουδέποτε η Κατηγορουμένη προέβαλε ισχυρισμό ότι ο λόγος που επέστρεψε στη μάρτυρα την ασυμπλήρωτη δήλωση ήταν γιατί δεν γνώριζε να διαβάζει αγγλικά. Επί τούτου, συμπλήρωσε η μάρτυρας, ότι το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη γνώριζε αγγλικά, προκύπτει και από το ότι, σε κάθε ερώτηση που της έθετε και αναζητούσε πληροφορίες για σκοπούς των συμπληρώσεων, τούτη (η Κατηγορουμένη), κατανοώντας τι της ζητείτο, της παρέδιδε τα αναγκαία έγγραφα ή της έδιδε τις αναγκαίες πληροφορίες, με σκοπό να γίνουν οι συμπληρώσεις. Ως δήλωσε, ενθυμείται τις συνθήκες υπό τις οποίες συμπληρώθηκε το Τεκμήριο 9, διότι της έκανε εντύπωση το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη γνώριζε ποια ακριβώς επιλογή θα έπρεπε να κάνει στο πεδίο 5Α, την οποία και της υπέδειξε με ξεκάθαρο τρόπο για να θέσει η μάρτυρας το σχετικό «√». Τέλος, η Μ.Κ.8 δήλωσε ότι, προτού η Κατηγορουμένη υπογράψει το Τεκμήριο 9, διάβασε τις επ' αυτών συμπληρώσεις, πλην όμως, δεν θυμόταν αν της ανέφερε, ρητώς, ότι, στην περίπτωση που έδωσε ψευδή ή λανθασμένα στοιχεία, θα έχει νομικές επιπτώσεις.

 

Μ.Κ.9

               Ο Μ.Κ.9 αναγνώρισε τις τέσσερις δηλώσεις συναλλάγματος, τις οποίες υπέγραψε η Κατηγορουμένη στην παρουσία του (Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13). Επ' αυτών αναγνώρισε τις χειρόγραφες συμπληρώσεις στις οποίες προέβηκε η Κατηγορουμένη, καθώς επίσης και αυτές στις οποίες προέβη ο ίδιος. Η αρχική μεταξύ τους επαφή, έγινε στη βάση της εκδηλωθείσας από την Κατηγορούμενη πρόθεσης (ως του ανέφερε στα αγγλικά), ότι επιθυμεί να δηλώσει μεταφορά χρημάτων. Ισχυρίστηκε ότι όλη η συνομιλία τους έγινε στην αγγλική γλώσσα. Αναφερόμενος, ειδικώς, στη δήλωση Τεκμήριο 11, ανάφερε ότι έγινε μεταξύ τους ειδική συζήτηση αναφορικά με τον σκοπό μεταφοράς των χρημάτων, με αποτέλεσμα να καταγράψει, επ' αυτής, χειρογράφως, τη συντομογραφία, «Αpt», με σκοπό να καταδειχθεί ότι η δηλωθείσα από την Κατηγορούμενη προτιθέμενη αγορά ακίνητης περιουσίας, αφορούσε σε διαμέρισμα. Ως ισχυρίστηκε, γενικότερα, τις δηλώσεις συναλλάγματος επιθυμεί να τις συμπληρώνει ο ίδιος για να αποφεύγονται λάθη, πλην όμως, για σκοπούς της συμπλήρωσης τους, λαμβάνει τις σχετικές οδηγίες από τον επισκέπτη, τις οποίες αυτές πληροφορίες (ως καταγράφονται στη δήλωση), ακολούθως, συνάδελφοι του, τις περνούν στο ηλεκτρονικό σύστημα που τηρείται στο αεροδρόμιο. Εξήγησε τον λόγο για τον οποίο διατηρούνται τα ηλεκτρονικά αυτά συστήματα, καθώς επίσης και πώς γίνονται οι μεταφορές σ' αυτά. Κατά τον επίδικο χρόνο, και δη το διάστημα που έγιναν οι δηλώσεις συναλλάγματος, Τεκμήρια 10 ‑ 13, είχε και ο ίδιος πρόσβαση στα εν λόγω συστήματα, λόγω των καθηκόντων που ασκούσε. Πρόκειται για τον τελωνειακό λειτουργό, στον οποίο αποτάθηκε η Κατηγορουμένη κατά το τελευταίο ταξίδι της στη Δημοκρατία, την 01.03.2024, και καθόρισε ως τη σχετική δήλωση συναλλάγματος, το Τεκμήριο 10. Ερωτηθείς, ειδικώς, ως προς το κατά πόσο, κατ' εκείνην τη μέρα, 01.03.2024, υπήρχε όποια «επισήμανση» στο αεροδρόμιο για την Κατηγορουμένη, δήλωσε ότι δεν ήταν γνώστης τέτοιας «επισήμανσης», πλην όμως, η Κατηγορουμένη αποτελούσε σημείο αναφοράς μεταξύ των συναδέλφων του, λόγω του ότι ήταν γνωστό σε αυτούς ότι μετέφερε, αρκετές φορές, μεγάλα χρηματικά ποσά. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, στη βάση των εσωτερικών κανονισμών που διέπουν τα καθήκοντά τους, για κάθε δήλωση συναλλάγματος που αφορά σε ποσό πέραν των €100.000, ενημερώνεται, αυθημερόν, το Αρχιτελωνείο, και η ενημέρωση γίνεται διά της σάρωσης της δήλωσης και ακολούθως της ηλεκτρονικής αποστολής της. Ως προς το πεδίο στο οποίο θα πρέπει να συμπληρώνεται η διεύθυνση του επισκέπτη, ανέφερε ότι εκεί καταγράφεται η διεύθυνση επικοινωνίας του επισκέπτη, ανάλογα με το πού διαμένει. Αναφερόμενος, και πάλι, στη δήλωση Τεκμήριο 11, ισχυρίστηκε ότι την χειρόγραφη καταγραφή στο πεδίο 5Α «personal», την κατέγραψε ο ίδιος, καθότι η Κατηγορουμένη του ανέφερε ότι η πηγή των χρημάτων, ήταν δάνειο που της έγινε από φυσικό πρόσωπο, και τούτο για να διορθώσει την προγενέστερη, σχετική, επιλογή που κατέγραψε, ότι επρόκειτο για δάνειο από νομικό πρόσωπο. Εξ ου, ως ισχυρίστηκε, διέγραψε την προδιατυπωμένη στο πεδίο 5Α, «loan granted by a legal entity (credit institution, bank or company)» και επέλεξε, ακολούθως, την ανωτέρω επιλογή «loan granted by a natural person», προσθέτοντας, χειρογράφως, τη λέξη «personal». Αναφερόμενος, ειδικώς και πάλι, στο κατά πόσο η Κατηγορουμένη γνώριζε, καλώς, την αγγλική γλώσσα, ισχυρίστηκε ότι σε αυτήν τη γλώσσα έγινε η συνεννόησή τους. Πρόσθεσε, συναφώς, ότι, αν αντιλαμβανόταν ότι η κατηγορουμένη δεν μπορούσε να ομιλήσει την αγγλική γλώσσα, θα επιδίωκε τη συνεννόηση μαζί της στα ρωσικά, γλώσσα την οποία γνωρίζει μερικώς. Θυμόταν, επί τούτου, ότι, δεν χρειάστηκε να μιλήσει με την Κατηγορουμένη στα ρωσικά. Τόνισε ότι όλες οι χειρόγραφες σημειώσεις που καταγράφηκαν από τον ίδιο, ήταν το αποτέλεσμα σχετικής υπόδειξης και δηλώσεων της ίδιας της Κατηγορουμένης, προσθέτοντας ότι η τελευταία, προτού υπογράψει τις σχετικές δηλώσεις, επιθεώρησε τούτες, περιλαμβανομένων και των χειρόγραφων συμπληρώσεων. Όταν του υποδείχθηκαν συγκεκριμένες χειρόγραφες σημειώσεις, οι οποίες φαίνεται να παρουσιάζουν λάθη, είτε ως προς την ορθογραφία, είτε ως προς την ουσία των αναφορών, χαρακτήρισε τούτα ως μη σοβαρά, συμπληρώνοντας ότι σοβαρό θα ήταν αν το λάθος αφορούσε στο ποσό. Επί του τελευταίου, ως μη σοβαρό λάθος ανέφερε και το όποιο λάθος αφορά στον τρόπο με τον οποίο ο επισκέπτης καταφθάνει στη χώρα μας, π.χ την αεροπορική εταιρεία που χρησιμοποίησε ή τη χώρα από την οποία αναχώρησε, ως ενδιάμεσο σταθμό, για να καταφθάσει στη Δημοκρατία.

 

Μ.Κ.10

               Ο Μ.Κ.10 ισχυρίστηκε ότι, κατά κανόνα, συμπληρώνει ο ίδιος τις δηλώσεις συναλλάγματος, ώστε οι χειρόγραφες σημειώσεις να είναι ευανάγνωστες. Αναφορικά με τη δήλωση συναλλάγματος, η οποία αφορά στην Κατηγορουμένη (Τεκμήριο 14), ισχυρίστηκε ότι η συνεννόησή του με την τελευταία έγινε στα αγγλικά. Αναφορικά με τα «√» που τοποθετήθηκαν, χειρογράφως, στα πεδία 5Α και 5Β του Τεκμηρίου 14, ισχυρίστηκε ότι τα έθεσε ο ίδιος, καθ' υπόδειξη της κατηγορουμένης, προσθέτοντας ότι, αναφορικά με τη δεύτερη επιλογή, στο πεδίο 5Β, η αναφορά της Κατηγορούμενης ήταν «maybe I buy a movable property». Ερωτηθείς ειδικώς ως προς το πώς γινόταν η συνεννόηση του ιδίου με την Κατηγορουμένη στα αγγλικά, ισχυρίστηκε ότι δεν μετέφερε επ' ακριβώς τις ειδικές λέξεις που είναι προδιατυπωμένες επί της δήλωσης συναλλάγματος, αλλά μετέφερε το μήνυμά τους, με «απλές» αγγλικές λέξεις. Ως ισχυρίστηκε, η επικοινωνία του με την Κατηγορούμενη άρχισε με πρωτοβουλία της τελευταίας, η οποία επισκέφθηκε το σημείο στο οποίο βρισκόταν στο αεροδρόμιο Λάρνακας, δηλώνοντας, «Ι want to declare money». Τέλος, αναφορικά με τη χρονική στιγμή που η Κατηγορουμένη υπέγραψε την δήλωσης συναλλάγματος (Τεκμήριο 14), ο Μ.Κ.10 ισχυρίστηκε ότι της δόθηκε τούτη πλήρως συμπληρωμένη, και η Κατηγορουμένη διάβασε και τα τρία φύλλα της, έλεγξε όλες τις συμπληρώσεις, και ακολούθως την υπέγραψε.

 

               Στο σημείο αυτό καταγράφουμε ότι οι Μ.Κ.3 ‑ Μ.Κ.10, είναι οι τελωνειακοί λειτουργοί, οι οποίοι, κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους, ασκούσαν καθήκοντα στο Αεροδρόμιο Λάρνακας.

 

Μ.Κ.11

               Η Μ.Κ.11, ρητώς, ανέφερε ότι εκπαιδεύτηκε για τη διαδικασία συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, και ότι έλαβε ρητές οδηγίες όπως τούτες να συμπληρώνονται από τους επισκέπτες. Αυτό έγινε και αναφορικά με τη δήλωση συναλλάγματος, Τεκμήριο 15. Επί της εν λόγω δήλωσης, αναφερόμενη στα «√», που, χειρογράφως, τέθηκαν επ' αυτής, ισχυρίστηκε ότι τούτα τέθηκαν από την Κατηγορουμένη. Αναφερόμενη στο πεδίο 2 του Τεκμηρίου 15, ισχυρίστηκε ότι εκεί καταγράφεται η διεύθυνση στην οποία θα διαμείνει ο επισκέπτης στη Δημοκρατία, και ότι τούτο το εξηγούν στον τελευταίο. Ως προς το σε ποια γλώσσα έγινε η όποια συνεννόησή της με την Κατηγορουμένη, ισχυρίστηκε ότι αυτή έγινε στα αγγλικά, και ότι ουδέποτε της έτυχε να λάβει μέρος σε διαδικασία συμπλήρωσης δήλωσης συναλλάγματος και ο επισκέπτης να μην μπορούσε να συνεννοηθεί στην αγγλική γλώσσα. Ως προς την περαιτέρω πορεία και διακίνηση των δηλώσεων συναλλάγματος, ισχυρίστηκε ότι αυτές αποστέλλονται στο Αρχιτελωνείο από άλλο συνάδελφο, ο οποίος, λογικά, μεταφέρει τις εκεί πληροφορίες μέσω ηλεκτρονικού αρχείου. Αρνήθηκε την υποβολή που της τέθηκε ότι δεν είναι η Κατηγορουμένη που κατέγραψε τις χειρόγραφες σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 15. Αναφερόμενη στην αναγραφόμενη επί του Τεκμηρίου 15 ημερομηνία ετοιμασίας του, ισχυρίστηκε ότι, εκ λάθους καταγράφεται εκεί η ημερομηνία 20.01.2023, και ότι η ορθή ημερομηνία είναι 20.01.2024, η οποία (ορθή ημερομηνία), εν πάση περιπτώσει, καταγράφεται και στο πεδίο 8 την δήλωσης συναλλάγματος, στο οποίο υπέγραψε η ίδια και έθεσε τη σφραγίδα της Δημοκρατίας. Ερωτηθείσα, ειδικώς, αν επεξήγησε στην Κατηγορούμενη ότι θα έχει νομικές επιπτώσεις αν οι πληροφορίες που κατέγραψε είναι αναληθείς, απάντησε ότι δεν το έπραξε, προσθέτοντας ότι, δεδομένου ότι πρόκειται για έντυπο που συμπληρώνεται από τον επισκέπτη, οφείλει ο τελευταίος να γνωρίζει τον Νόμο.

 

 

Μ.Κ.12

               Και ο Μ.Κ.12 ισχυρίστηκε ότι όλες οι χειρόγραφες σημειώσεις επί των δηλώσεων συναλλάγματος καταγράφονται από τους επισκέπτες, και στην προκειμένη, από την Κατηγορουμένη, προσθέτοντας ότι ο γραφικός χαρακτήρας των χειρόγραφων συμπληρώσεων επί του Τεκμηρίου 16 είναι της τελευταίας. Ως προς τη συνεννόησή του, κατά τη συγκεκριμένη μέρα, με την Κατηγορουμένη, χαρακτήρισε τούτη ως «πλήρη» και ισχυρίστηκε ότι τούτη έγινε στα αγγλικά. Ενδεικτικώς, ανέφερε ότι, η σχετική επαφή τους, άρχισε δια της αναφοράς της Κατηγορούμενης, στην αγγλική γλώσσα, ότι επιθυμεί να προβεί σε δήλωση μεταφοράς συναλλάγματος. Ανέφερε, ακόμα, ότι, μετά που η Κατηγορουμένη κατέγραψε τις χειρόγραφες συμπληρώσεις, ο ίδιος έλεγξε την ορθότητά τους, στη βάση των εγγράφων που του δόθηκαν από αυτή, και ακολούθως έθεσε τη σφραγίδα στο πεδίο 8 της δήλωσης και την υπέγραψε. Αναφορικά με το πεδίο 2 της δήλωσης, ισχυρίστηκε ότι ζήτησε από την Κατηγορουμένη, όπως εκεί καταγράψει τόσο τη χώρα από την οποία κατάγεται, όσο και τη διεύθυνση στην οποία θα διαμείνει στη Δημοκρατία, εξ ου και εκεί καταγράφεται «U.» και «KAPETANIOS LIMASSOL HOTEL». Και αυτός ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή που του τέθηκε από την υπεράσπιση ότι το Τεκμήριο 16 δεν συμπληρώθηκε από την Κατηγορουμένη. Τέλος, αναφερόμενος στην περαιτέρω διακίνηση και γενικότερα πορεία των δηλώσεων συναλλάγματος, ισχυρίστηκε ότι τα στοιχεία των δηλώσεων αυτών μεταφέρονται σε ηλεκτρονικό αρχείο και, ακολούθως, αποστέλλονται, από άλλο συνάδελφό του, στο Αρχιτελωνείο.

 

Μ.Κ.13

               Η Μ.Κ.13, όσον αφορά στις χειρόγραφες σημειώσεις επί των δηλώσεων συναλλάγματος, ισχυρίστηκε ότι αυτές καταγράφονται από τον επισκέπτη. Επί της επίδικης δήλωσης συναλλάγματος, Τεκμήριο 17, η μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή που έθεσε η ίδια δίπλα από τη σφραγίδα (στο πεδίο 8), καθώς επίσης και συγκεκριμένες συμπληρώσεις τις οποίες κατέγραψε η ίδια αναφορικά με τις πτήσεις, μέσω των οποίων η Κατηγορουμένη κατέφθασε στην Κύπρο, ως επίσης και την καταγραφή, ολογράφως, του εισαγόμενου ποσού. Εξήγησε ότι προέβη στη σχετική συμπλήρωση, καθότι υπάρχει οδηγία να μην καταγράφεται το ποσό, απλώς, αριθμητικά, αλλά να συμπληρώνεται και, ολογράφως. Όσον αφορά στο πεδίο 2 του Τεκμηρίου 17, ζήτησε από την Κατηγορουμένη να αναφέρει ρητώς τη διεύθυνση στην οποία θα διέμενε στη Δημοκρατία, εξ ου και κατέγραψε η ίδια (η μάρτυρας) το ξενοδοχείο «Kapetanios Hotel Limassol», το οποίο της ανάφερε η πρώτη. Αναφερόμενη, γενικότερα, στις χειρόγραφες συμπληρώσεις επί του Τεκμηρίου 17, ισχυρίστηκε ότι, στη βάση τούτων, τις οποίες έβλεπε, γνωρίζοντας τον δικό της γραφικό χαρακτήρα, γνώριζε επ' ακριβώς, ποιες είναι αυτές που έθεσε η ίδια, και ποιες αυτές που έθεσε η Κατηγορουμένη. Όσον αφορά στις συμπληρώσεις στα πεδία 5Α και 5Β του Τεκμηρίου 17, ισχυρίστηκε ότι τα σχετικά «√» τέθηκαν από την Κατηγορουμένη. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, μετά που η Κατηγορουμένη συμπλήρωσε τα αναγκαία πεδία, έλεγξε την ορθότητά των συμπληρώσεων.

 

Μ.Κ.14

               Ο Μ.Κ.14 ισχυρίστηκε ότι οι δηλώσεις συναλλάγματος, κατά κανόνα, συμπληρώνονται από τους επιβάτες, και στην προκειμένη περίπτωση, οι σχετικές δηλώσεις, Τεκμήρια 18 και 19, συμπληρώθηκαν από την Κατηγορουμένη, πλην συγκεκριμένων συμπληρώσεων, οι οποίες τέθηκαν από τον ίδιο. Επί του τελευταίου, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος συμπλήρωσε τη διεύθυνση που καταγράφεται στο πεδίο 2 των Τεκμηρίων 18 και 19, αφού προηγουμένως ζήτησε από την Κατηγορουμένη να του αναφέρει τη διεύθυνση στην οποία θα διαμείνει στη Δημοκρατία. Ως επιπρόσθετη χειρόγραφη συμπλήρωση στην οποία προέβη ο ίδιος επί του Τεκμηρίου 18, αναγνώρισε και το όνομα «M.», συμπληρώνοντας ότι το έθεσε καθότι δεν το είχε καταγράψει η Κατηγορουμένη. Όσον αφορά στη συνεννόησή του με την τελευταία, ισχυρίστηκε ότι αυτή έγινε στα αγγλικά, πλην όμως θυμάται ότι αυτή δεν ήταν η μητρική της γλώσσα. Πρόσθεσε, συναφώς, ότι, η Κατηγορουμένη μπορούσε να συνεννοηθεί στην αγγλική γλώσσα, αφού σε αυτήν τη γλώσσα έγινε η όλη συνομιλία τους για σκοπούς συμπλήρωσης των Τεκμηρίων 18 και 19. Τέλος, ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν ενημέρωσε την Κατηγορούμενη ότι αν προβεί σε αναληθείς δηλώσεις θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον Νόμο.  

 

Μ.Κ.15

               Ο Μ.Κ.15, αναγνώρισε ως τη σχετική με την Κατηγορουμένη δήλωση συναλλάγματος το Τεκμήριο 21. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, η πρώτη επαφή του με την Κατηγορούμενη, έγινε όταν η τελευταία τον προσέγγισε και του ανέφερε, στα αγγλικά, ότι επιθυμεί να δηλώσει μεταφορά χρημάτων.  Ανέφερε, ακόμα, ότι, οι χειρόγραφες, επί του Τεκμηρίου αυτού, συμπληρώσεις, έγιναν από την Κατηγορουμένη, με τον ίδιο, απλώς, να καταγράφει, ολογράφως το ποσό που μετέφερε η πρώτη, καθώς επίσης και τις σχετικές με τις πτήσεις της πληροφορίες. Αναγνώρισε, τέλος, την υπογραφή, που έθεσε ο ίδιος μετά τη συμπλήρωση της δήλωσης. Ισχυρίστηκε ότι η συνεννόησή του με την Κατηγορουμένη έγινε στην αγγλική γλώσσα και ότι αυτή (η συνεννόηση) έγινε με σκοπό να δυνηθεί ο ίδιος να καταγράψει τις χειρόγραφες σημειώσεις στις οποίες αναφέρθηκε προηγουμένως. Συναφώς, ισχυρίστηκε ότι, αρχικώς έθετε σχετικές ερωτήσεις στην Κατηγορουμένη, και αυτή του απαντούσε στα αγγλικά, και ακολούθως κατέγραφε αυτά που του ανέφερε. Ευρισκόμενος αντιμέτωπος με τη θέση της υπεράσπισης ότι η Κατηγορουμένη δεν ήταν σε θέση να μπορεί να συνεννοηθεί στην αγγλική γλώσσα, ισχυρίστηκε ότι σε κάθε ερώτηση που της έθετε, η κατηγορουμένη του έδινε απάντηση στα αγγλικά. Ως προς τον τρόπο, γενικότερα, της συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, ο Μ.Κ.15 ισχυρίστηκε ότι τόσο ο ίδιος, όσο και οι συνάδελφοι του, στο αεροδρόμιο Πάφου, έτυχαν σχετικής εκπαίδευσης, καθώς επίσης και ότι ισχύουν ενδοτμηματικές οδηγίες για τη συμπλήρωσή τους. Τέλος, αναφερόμενος, ειδικώς, στο πεδίο 5Β της δήλωσης, ισχυρίστηκε ότι η εκεί επιλογή ως προς τον σκοπό για τον οποίο μεταφέρονται τα χρήματα στη Δημοκρατία, είναι καθαρά ζήτημα του επιβάτη, ο οποίος απλώς δηλώνει τον σκοπό, χωρίς να μπορούν οι τελωνειακοί λειτουργοί να ελέγξουν την ορθότητα της σχετικής δήλωσης.

 

               Στο σημείο αυτό καταγράφουμε ότι οι Μ.Κ.11 ‑ Μ.Κ.15, είναι οι τελωνειακοί λειτουργοί, οι οποίοι, κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους, ασκούσαν καθήκοντα στο Αεροδρόμιο Πάφου.

 

Μ.Κ.18

Πρόκειται για την Τελώνη, η οποία έδωσε κατάθεση στις 29.02.2024, μέσω της οποίας εξέφρασε την υπόνοια του Τμήματός της σχετικά με ύποπτες κινήσεις της Κατηγορούμενης για ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κύρια καθήκοντα της, κατά τον χρόνο που έδιδε την εν λόγω κατάθεση, ήταν η εφαρμογή της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας για τη διακίνηση ρευστών διαθεσίμων, στην οποία Νομοθεσία και αναφέρθηκε, όπως και στον τρόπο με τον οποίο η Δημοκρατία εφαρμόζει τη νομοθεσία αυτή. Στη βάση δε της εν προκειμένω εφαρμογής, πάντα κατά τη Μ.Κ.18, το Αρχιτελωνείο ενημερώνεται για κάθε περίπτωση που επισκέπτες δηλώνουν μεταφορά χρημάτων πέραν ενός συγκεκριμένου ποσού (πρόκειται για ποσό μικρότερο του ποσού, που, σε κάθε περίπτωση, μετέφερε η Κατηγορούμενη στη Δημοκρατία), και ακολούθως γίνεται επεξεργασία των σχετικών πληροφοριών. Στο πλαίσιο της σχετικής ανάλυσης και αξιολόγησης δεκατεσσάρων (14) δηλώσεων συναλλάγματος που αφορούσαν σε χρήματα που μετέφερε η Κατηγορούμενη στην Κύπρο, μεταξύ του Αυγούστου του 2023 και του Φεβρουάριο του 2024 - κατά την λήψη της εν προκειμένω κατάθεσης της, η Μ.Κ.18 ήταν ενήμερη αναφορικά μόνο με δεκατέσσερις (14) εκ των επίδικων επισκέψεων της Κατηγορουμένης στη Δημοκρατία -, προέκυπτε ότι τούτη μετέφερε, στο διάστημα αυτό, το συνολικό ποσό των €5.390.300. Το γεγονός αυτό, θεωρήθηκε, από το Τμήμα της, ως ύποπτο, εξ ου και ζήτησε όπως της ληφθεί κατάθεση για να διερευνηθεί το θέμα. Στο πλαίσιο της κατάθεσης της αυτής (Έγγραφο Μ.1), προβαίνει σε εκτενή αναφορά στα όσα προκύπτουν από τις 14 αυτές δηλώσεις, και δεδομένης της δυνατότητας του Δικαστηρίου να αναγνώσει το περιεχόμενο των εν προκειμένω δηλώσεων, οι οποίες βρίσκονται ως τεκμήριο ενώπιόν του, δεν καθίσταται αναγκαία η εδώ καταγραφή των σχετικών αναφορών της Μ.Κ.18. Ως ανέφερε, σε κάποιο στάδιο, ενημερώθηκε ότι η Κατηγορούμενη μετέφερε χρήματα στη Δημοκρατία και σε άλλες έξι (6) περιπτώσεις, με αποτέλεσμα, στις 05.03.2024, να δώσει και δεύτερη κατάθεση (Έγγραφο Μ.2), στο πλαίσιο της οποίας αναφέρεται και σ’ αυτές τις επιπρόσθετες 6 περιπτώσεις, με ειδική, και πάλι, αναφορά, στα όσα προκύπτουν από τις δηλώσεις αυτές. Για τους ίδιους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, δεν καθίσταται αναγκαία η εδώ καταγραφή των σχετικών αναφορών της.

 

Οι όποιες αναφορές της Μ.Κ.18 ως προς τη όλη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, ήταν το αποτέλεσμα, είτε του περιεχομένου των επίδικων δηλώσεων συναλλάγματος, είτε πληροφοριών που έλαβε από την Αστυνομία. Το Τμήμα της, δεν διενήργησε οποιαδήποτε ειδική έρευνα. Απλώς, στη βάση πολυάριθμων επισκέψεων της Κατηγορούμενης στη Δημοκρατία και της μεταφοράς του ανωτέρω συνολικού ποσού, κρίθηκε αναγκαίο όπως το Τμήμα της, μέσω της, αποταθεί στο Τ.Α.Ε. και στην ΜΟ.Κ.Α.Σ., έτσι και της λήφθηκαν οι δύο καταθέσεις.

 

Κατά την αντεξέτασή της, τοποθετούμενη σε ερώτηση ως προς το τι πρέπει να συμβαίνει όταν ένας επισκέπτης επισκέπτεται τη Δημοκρατία και δεν γνωρίζει ελληνικά ή αγγλικά (οι μόνες γλώσσες στις οποίες είναι συνταγμένες οι προδιατυπωμένες δηλώσεις συναλλάγματος, που πρέπει να συμπληρώνονται από επισκέπτες στα σημεία εισόδου της Δημοκρατίας), ισχυρίστηκε ότι αποτελεί υποχρέωση του κάθε επισκέπτη, που επιθυμεί να μεταφέρει χρήματα στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να γνωρίζει τη διαδικασία, καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να συμπληρωθούν οι σχετικές δηλώσεις. Αναφερόμενη ειδικώς στην Κατηγορούμενη, ισχυρίστηκε ότι τούτη γνώριζε την όλη διαδικασία, καθώς επίσης και το τι θα έπρεπε να καταγραφεί στις δηλώσεις συναλλάγματος, αναφέροντας ότι η τελευταία, σε μια περίπτωση, πριν την άφιξή της στη Δημοκρατία, στο πλαίσιο ενδιάμεσου σταθμού, προέβη σε πανομοιότυπη δήλωση συναλλάγματος κατά την είσοδο της στην Πολωνία.

 

Ως προς, γενικότερα, τη συμπλήρωση των δηλώσεων συναλλάγματος, η Μ.Κ.18 ισχυρίστηκε ότι όλοι οι τελωνειακοί λειτουργοί έτυχαν σχετικής εκπαίδευσης, καθώς επίσης και ότι, οι δηλώσεις αυτές πρέπει να υποβάλλονται από κάθε επιβάτη που μεταφέρει στη Δημοκρατία ρευστά διαθέσιμα, αξίας πέραν των €10.000.

 

Αστυνομικοί / Μ.Κ.16, Μ.Κ.17, Μ.Κ.19 και Μ.Κ.20

Μ.Κ.16 

Η Μ.Κ.16, ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Στο πλαίσιο των καθηκόντων της, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, στη μητρική της γλώσσα, στις 06.03.2024 (Τεκμήριο 23.1), η οποία, ακολούθως, μεταφράστηκε στα ελληνικά (Τεκμήριο 23.2). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, στη βάση, ως επί το πλείστον, σχετικών ερωτήσεων που της τέθηκαν κατά την αντεξέτασή της, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες ετοιμάστηκαν, από την ανακριτική ομάδα, οι ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν στην Κατηγορούμενη κατά τη λήψη της εν προκειμένω κατάθεσής της, Τεκμήριο 23.1. Η όλη αντεξέταση της καταπιάστηκε με τα όσα η Αστυνομία γνώριζε σε σχέση με την Κατηγορούμενη πριν και ή κατά την 01.03.2024, με σκοπό η Υπεράσπιση να αναδείξει μέρος της υπερασπιστικής της γραμμής, και δη ότι, κατά τον χρόνο που η Κατηγορούμενη έδιδε κατάθεση, ως θύμα ληστείας (01.03.2024[5]), η Αστυνομία κατείχε μαρτυρία που καθιστούσε τούτη ύποπτη για τα αδικήματα του Κατηγορητηρίου και κατά συνέπεια θα έπρεπε να επιστηθεί, σχετικώς, η προσοχή της στο Νόμο. Δεδομένου ότι για το ζήτημα της αποδεκτότητας της κατάθεσης της Κατηγορούμενης ημερομηνίας 01.03.2024, ως μαρτυρία, διεξήχθη ενδιάμεση δίκη (Δίκη εντός Δίκης), η οποία απέληξε στην μη αποδοχή της, δεν καθίσταται αναγκαία η εδώ καταγραφή του σχετικού μέρους της μαρτυρίας της Μ.Κ.16. Αξίζει, απλώς, να σημειωθεί ότι, η όλη μαρτυρία της Μ.Κ.16 καταπιάστηκε με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε, με τη βοήθεια διερμηνέα από τα ρωσικά στα ελληνικά και αντιστρόφως, κατάθεση από την Κατηγορούμενη στις 06.03.2024, για την κατάθεση της οποίας ως τεκμήριο δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση, ούτε και οι συνθήκες λήψης της τέθηκαν υπό οποιανδήποτε αμφισβήτηση. Για οτιδήποτε αξίζει, η Κατηγορούμενη, στο πλαίσιο της εν προκειμένω κατάθεσης της (ημερομηνίας 06.03.2024), άσκησε, ως επί το πλείστον, το δικαίωμα της σιωπής.  

 

M.K.17 

Η Μ.Κ.17, είναι η αστυφύλακας που έλαβε την κατάθεση της Κατηγορούμενης κατά την 01.03.2024, αμέσως μετά την ληστεία. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, επιχειρήθηκε να κατατεθεί ως τεκμήριο η εν προκειμένω κατάθεση της Κατηγορούμενης. Τούτο δεν επιτεύχθηκε, κατόπιν ενδιάμεσης κρίσης του Δικαστηρίου στο πλαίσιο Δίκης εντός Δίκης. Εκείνες που κρίνονται σημαντικές, από τη μαρτυρία της για τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, είναι οι θέσεις της ως προς την επικοινωνία της με την Κατηγορούμενη κατά τον χρόνο που ανηύρε τούτην στον χώρο του εστιατορίου Columbia, καθώς επίσης και αυτές που άπτονται της συμπεριφοράς της τελευταίας, καθ’ ον χρόνο βρισκόταν με την μάρτυρα.

 

Στη βάση των θέσεων της αυτών, μόλις κατέφθασε στη σκηνή της ληστείας, ανηύρε την Κατηγορούμενη στο σημείο, με την οποία και συνομίλησε και τής ζήτησε να την ακολουθήσει στο Τμήμα για να της λάβει κατάθεση (υποβολή παραπόνου) αναφορικά με τη ληστεία, της οποίας ήταν θύμα, χωρίς, η Μ.Κ.16, να αναφέρει σε ποια γλώσσα έγινε η μεταξύ τους συνομιλία. Επειδή η Κατηγορούμενη δεν είχε αυτοκίνητο, την μετέφεραν στο ΤΑΕ Λεμεσού με υπηρεσιακό όχημα. Για σκοπούς λήψης της κατάθεσης/παράπονο της κατηγορούμενης την 01.03.2024, χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες διερμηνέα από τη ρωσική στην ελληνική γλώσσα και αντιστρόφως. Στο πλαίσιο της διερεύνησης της ληστείας, λήφθηκε ως τεκμήριο οπτικό υλικό κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του εστιατορίου C., το οποίο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22. Πρόκειται για το οπτικό υλικό, το οποίο υποδείχθηκε στον Μ.Κ.2, κατά τη μαρτυρία του, το οποίο, τότε (όταν κατέθετε ενόρκως ο Μ.Κ.2), αποτελούσε το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση. Στη βάση δε των αναφορών της Μ.Κ.17 ως προς το περιεχόμενο του οπτικού υλικού (βλ. κατάθεση της, Έγγραφο Λ), άνδρας ο οποίος φορά μαύρη κοντομάνικη φανέλα με επιγραφή «BOSS», εισέρχεται στο υποστατικό και παραλαμβάνει από την Κατηγορούμενη ένα χάρτινο κιβώτιο, ανοικτό, καλυμμένο με μαύρη τσάντα, και ακολούθως εξέρχεται από αυτό στις 11:48:02. Από το εν λόγω οπτικό υλικό, απομονώθηκαν φωτογραφίες του άνδρα αυτού, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στα Μ.Μ.Ε. με σκοπό τον εντοπισμό του. Ως αποτέλεσμα της εν προκειμένω δημοσίευσης, ο Κατηγορούμενος 2 παρουσιάστηκε, οικειοθελώς, σε αστυνομικό τμήμα.

 

Μ.Κ.19

            Η Μ.Κ.19, αποτέλεσε μέλος της ανακριτικής ομάδας της παρούσας υπόθεσης. Οι καταθέσεις που ετοίμασε, κατατέθηκαν ως Έγγραφα Ν.1 και Ν.2. Δεδομένης της αθώωσης του Κατηγορούμενου 2 από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, δεν καθίσταται αναγκαία η εδώ καταγραφή της μαρτυρίας της που σχετίζεται με αυτόν, πλην, φυσικά, των όποιων σχετικών αναφορών της που άπτονται και της συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης. Τέτοια σχετική θέση της Μ.Κ.19, ήταν ότι, στη βάση του περιεχομένου κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του εστιατορίου Columbia (Τεκμήριο 22), ο Κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που παραλαμβάνει από την Κατηγορούμενη το κιβώτιο, στο οποίο, στη βάση της μαρτυρίας που κατείχε η Αστυνομία, είχαν τοποθετηθεί τα χρήματα που δεν κατάφεραν οι ληστές να αποσπάσουν. Στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, αναζητήθηκαν πληροφορίες ως προς το πού βρίσκονται τα εισαχθέντα από την Κατηγορούμενη χρήματα και αν τούτα χρησιμοποιήθηκαν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στη Δημοκρατία. Η σχετική μαρτυρία της, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε, καταγράφηκε ήδη, στα αρχικά στάδια της παρούσας, στο πλαίσιο της μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας, με αποτέλεσμα να παρέλκει η ανάγκη της εδώ επανάληψης της.

 

 Κατά την Μ.Κ.19, στη βάση των πληροφοριών που κατείχε η Αστυνομία, μέσω της συνεργασίας της με το Τμήμα Τελωνείου, η Κατηγορούμενη ανήκε σε μια ομάδα προσώπων (στην οποία, φαίνεται, να ανήκει και ο σύζυγος της), ουκρανικής καταγωγής, οι οποίοι επισκέπτονταν, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, τη Δημοκρατία, και μετέφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά, ενεργώντας, όλοι, με τον ίδιο τρόπο δράσης (modus operandi), δηλαδή, να καταφθάνουν στη Δημοκρατία, μεταφέροντας και δηλώνοντας τα χρήματα και, ακολούθως, εντός ελαχίστου χρόνου, να αναχωρούν εκ νέου από τη Δημοκρατία. Οι πληροφορίες αυτές, που κατείχε η Αστυνομία, εκτιμήθηκαν ως ύποπτες, στη βάση της κρίσης ότι ενδεχομένως να γίνεται κατάχρηση της κατά τα άλλα νόμιμης διαδικασίας δήλωσης μεταφερόμενων χρημάτων, αναφέροντας, σχετικώς, ότι, κατά την συμπλήρωση των σχετικών δηλώσεων συναλλάγματος, αναληθώς η Κατηγορούμενη δήλωνε ότι σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για αγορά ακίνητης περιουσίας ή και για επενδύσεις.

 

Τέλος, αναφερόμενη, ειδικώς, στα γεγονότα που επακολούθησαν της ληστείας, η Μ.Κ.19, με γνώμονα το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (Τεκμήριο 22), ισχυρίστηκε ότι η εκεί άφιξη του Κατηγορούμενου 2 ήταν για περιορισμένο χρόνο, όσο δηλαδή χρειάστηκε για να εισέλθει στο εστιατόριο, να παραλάβει το κιβώτιο με τα χρήματα, και να αναχωρήσει από το σημείο. Πρόσθεσε δε, ότι, αυτό που την ξένισε, είναι το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη, παρά το ότι ήταν θύμα ληστείας, όχι απλώς δεν κάλεσε την Αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν, αλλά περιορίστηκε στο να καλέσει, προφανώς, τον Κατηγορούμενο 2 για να επισκεφθεί τη σκηνή και να παραλάβει τα εναπομείναντα, της ληστείας, χρήματα.

 

M.K.20           

            Ο Μ.Κ.20, είναι ο αστυφύλακας ο οποίος, την 01.03.2024, προέβη στον όρκο, ο οποίος υποστήριξε το αίτημα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον της Κατηγορούμενης, καθ’ ον χρόνο η τελευταία βρισκόταν στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και της λαμβάνετο κατάθεση ως θύμα της ληστείας. Παρουσιάστηκε δε ως μάρτυρας, κατόπιν σχετικής απαίτησης της Υπεράσπισης, με μόνο σκοπό να αντεξεταστεί.

 

            Στη βάση της αντεξέτασης του, η μαρτυρία του περιορίστηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε το ένταλμα (Τεκμήριο 20.1), και ειδικότερα τους λόγους για τους οποίους στον εκτυπωμένο, αρχικώς, όρκο του, προστέθηκαν χειρόγραφοι ισχυρισμοί. Ήταν, επί του προκειμένου, η θέση του ότι, μετά που η δικαστής ανέγνωσε τον όρκο του, ως τούτος, αρχικώς, παρουσιάστηκε ενώπιον της, έθεσε διάφορα ερωτήματα και ζήτησε διευκρινίσεις, με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.20 να επικοινωνήσει με τον υπεύθυνο του (τον οποίο κατονόμασε), και, στη βάση της συνεννόησης των δύο, ο μάρτυρας προέβη στις επιπρόσθετες χειρόγραφες σημειώσεις επί του όρκου, προτού η δικαστής εκδώσει το ένταλμα.

 

Aξιολόγηση μαρτυρίας

 

               Κρίνουμε ορθότερο όπως η αξιολόγηση της ενώπιόν μας μαρτυρίας γίνει στη βάση της ίδιας κατηγοριοποίησης, με την οποία παρουσιάσαμε την ενώπιόν μας προσκομισθείσα μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα, με αναφορά, αρχικώς, στους δύο μάρτυρες/πολίτες (Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2), ακολούθως, στους τελωνειακούς λειτουργούς, περιλαμβανομένης και της Τελώνη (Μ.Κ.3 ‑ Μ.Κ.15 και Μ.Κ.18), και τέλος, στους αστυφύλακες (Μ.Κ.16, Μ.Κ.17, Μ.Κ.19 και Μ.Κ.20).

 

Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:B160, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητά τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας.  Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν, υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, (βλ. Βασιλείου ν Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο, ασφαλώς, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητά της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 301).

 

Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2Α Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς, αναγκαστικώς, αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ’ αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου και άλλων (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Εκτιμήσαμε, επίσης, με ιδιαίτερη προσοχή, την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία, τα οποία παρέθεσαν κατά τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο για πρώτη φορά.  Πράττοντας έτσι, γνωρίζουμε και την ευρύτερη νομική αρχή, ότι, το γεγονός πως ένας μάρτυρας δεν υιοθετεί μέρος της γραπτής του κατάθεσης προς την Αστυνομία, δεν οδηγεί, χωρίς άλλο,  αναπόδραστα, σε απόρριψη της μαρτυρίας του και ιχνηλατούμε τους λόγους που τον ώθησαν στην επιλογή αυτή.  Τονίζουμε ότι προσεγγίζουμε το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή.

 

               Προτού καταπιαστούμε, ειδικώς, με τη μαρτυρία κάθε τέτοιου μάρτυρα, κρίνουμε σημαντικό, από το σημείο αυτό, να καταγράψουμε ότι, στην ουσία, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία κανενός εκ των μαρτύρων κατηγορίας. Ούτε και προβάλλεται τέτοια θέση στην τελική αγόρευση των συνηγόρων της Κατηγορούμενης. Εν πάση περιπτώσει, ως εξόφθαλμα προκύπτει και από την αντεξέταση όλων των μαρτύρων κατηγορίας, η Υπεράσπιση, ως επί το πλείστον, διά διευκρινιστικού και όχι αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεων, επιχείρησε να αναδείξει τις βασικές γραμμές Υπεράσπισης. Και δη, αφενός ότι η διαδικασία συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος στα σημεία εισόδου της Κυπριακής Δημοκρατίας (εν προκειμένω τα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου), γινόταν με προχειρότητα, χωρίς ενιαία στοχευμένη αντιμετώπιση, γινόταν δηλαδή, στη βάση της υποκειμενικής αντίληψης εκάστου τελωνειακού λειτουργού, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη μη ενημέρωση των επισκεπτών περί του ότι, τυχόν αναληθής αναφορά τους κατά τη συμπλήρωση των δηλώσεων συναλλάγματος θα απέληγε σε νομικές επιπτώσεις για τους ίδιους, και αφετέρου, ότι, στη βάση των ανωτέρω δεδομένων, η Κατηγορούμενη, δεν αντιλήφθηκε, λόγω και του γεγονότος, ως η Υπεράσπιση αιτιάται, ότι δεν γνωρίζει καλώς την αγγλική γλώσσα, τη σημαντικότητα της διαδικασίας υποβολής των δηλώσεων συναλλάγματος. Οι μόνες δε ξεκάθαρες διαφωνίες της Υπεράσπισης με ισχυρισμούς μαρτύρων κατηγορίας, δηλαδή, (α) η υποβληθείσα, στους τελωνειακούς λειτουργούς του αεροδρομίου Πάφου (Μ.Κ.11 – Μ.Κ.15), θέση ότι δεν είναι η κατηγορούμενη που προέβη στις συμπληρώσεις επί των, σχετικών με τους μάρτυρες αυτούς, δηλώσεων συναλλάγματος (Τεκμήρια 15 – 19 και 21), αλλά και (β) - στο πλαίσιο της τελικής αγόρευσης και μόνο (τίποτα σχετικό δεν τέθηκε στους μάρτυρες κατά την αντεξέτασή τους) -, ότι κάποιοι εκ των τελωνειακών λειτουργών προσπάθησαν να πείσουν, ανεπιτυχώς, ότι θυμούνταν την Κατηγορούμενη να ομιλεί καλώς την αγγλική γλώσσα και να αντιλαμβάνεται την όλη διαδικασία συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, παρέμειναν αίολες και μετέωρες, δεδομένης της μη προσκόμισης ή έστω ύπαρξης άλλης σχετικής μαρτυρίας που να τις υποστηρίζει.

 

               Εξ ου, και κατά την τελική αγόρευση των συνήγορων της Κατηγορούμενης, στο πλαίσιο της ενασχόλησής τους με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, αναδεικνύουν εκείνες τις αναφορές των μαρτύρων κατηγορίας, που, κατά τους ίδιους, υποστηρίζουν τις ανωτέρω υπερασπιστικές γραμμές, ενώ αναφορικά με τη ποιότητα των μαρτύρων κατηγορίας, και ειδικότερα για του τελωνειακούς λειτουργούς, γίνονται αναφορές του τύπου «[…] δεν ισχυριζόμαστε ότι ήρθαν και σας είπαν ψέματα[6] […]» και ότι «Είναι ξεκάθαρο ότι ο κάθε τελωνειακός μαρτύρησε ότι ήξερε […]» αλλά και, ειδικότερα, για τους Μ.Κ.5, Μ.Κ.10, και Μ.Κ.13, ότι απαντούσαν με «ειλικρίνεια». Ως προς δε τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.16, Μ.Κ.17 και Μ.Κ.20, δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στη μαρτυρία τους ή, έστω, εισήγηση ως προς την αξιοπιστία τους. Όσο δε, τέλος, αφορά στις Μ.Κ.18 και Μ.Κ.19, η όποια αναφορά, στην αγόρευση των συνηγόρων της Κατηγορούμενης, στη μαρτυρία τους, δεν γίνεται με σκοπό να αναδειχθεί η όποια αναξιοπιστία τους ή το ανεδαφικό των ισχυρισμών τους, αλλά ως βάση προς υποστήριξη των υπερασπιστικών γραμμών, θεωρώντας η Υπεράσπιση ότι η μαρτυρία των εν προκειμένω μαρτύρων αποτελεί τέτοια βάση.

 

               Έχοντας καταγράψει τα πιο πάνω, προχωρούμε, ευθύς αμέσως, στην αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας σε σχέση με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία υπέχουν καταλυτικής σημασίας για την παρούσα απόφαση.

 

Μ.Κ. 1 και Μ.Κ. 2

               Αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί μας έκαναν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητείται, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ούτε από την Υπεράσπιση. Ενδεικτικώς σημειώνουμε ότι δεν γίνεται καμία, απολύτως,  αναφορά στη μαρτυρία τους στην αγόρευση των συνηγόρων Υπεράσπισης. Οι θέσεις τους ήταν σαφείς και ελλείπει οποιαδήποτε εγγενής αδυναμία, αντίφαση, ταλάντευση ή οτιδήποτε άλλο, το οποίο θα μπορούσε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να κλονίσει την αξιοπιστία τους. Κατά συνέπεια τη μαρτυρία τους την αποδεχόμαστε στο σύνολό της και στη βάση της, προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.

 

Μ.Κ.3 ‑  Μ.Κ.15

               Ως γενικό σχόλιο για τη μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων (επί καθήκοντι, στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου, τελωνειακοί λειτουργοί), να σημειώσουμε ότι η αντεξέτασή τους επικεντρώθηκε στο να αναδειχθεί, ως ήδη σημειώσαμε πιο πάνω, η,  κατά την Υπεράσπιση, προχειρότητα και μη ενιαία και στοχευμένη αντιμετώπιση των επισκεπτών που δήλωναν μεταφορά χρημάτων κατά τον χρόνο της συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, καθώς επίσης και να επιβεβαιωθεί, αν ήταν δυνατό, η μια εκ των βασικών υπερασπίσεων, που θέλει την Κατηγορούμενη να μην είναι καλή γνώστης της αγγλικής γλώσσας. Είναι στο πλαίσιο αυτό που τέθηκαν οι περισσότερες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων.

              

               Θεωρούμε το εγχείρημα της Υπεράσπισης, μερικώς, επιτυχημένο, και τούτο γιατί, ομολογουμένως, μέσα από τις απαντήσεις των εν προκειμένω μαρτύρων, κατά το στάδιο της αντεξέτασής τους, προέκυψε, εξόφθαλμα, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αποτελεσματική εκπαίδευσή τους ως προς τη συμπλήρωση των εν λόγω δηλώσεων, ούτε και ξεκάθαρες οδηγίες ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των επισκεπτών που επιθυμούσαν να δηλώσουν μεταφορά ρευστών διαθεσίμων. Εξόφθαλμα τούτο προκύπτει, τόσο στη βάση των πολλαπλών, συγκρουόμενων μεταξύ τους, σχετικών τοποθετήσεων τους, με αναφορά στο τι πρέπει να καταγράφεται στα διάφορα πεδία των δηλώσεων συναλλάγματος, όσο και αναφορικά με τον εντελώς διαφορετικό, σχετικό, τρόπο δράσης των λειτουργών του αεροδρομίου Λάρνακας από αυτόν του αεροδρομίου Πάφου. Και πάλι για σκοπούς πληρότητας και μόνο, καταγράφουμε ότι, επί του τελευταίου, όλοι οι λειτουργοί του αεροδρομίου Πάφου, με σαφή τρόπο, ανέφεραν, πειστικά, ότι η συμπλήρωση των δηλώσεων συναλλάγματος αφήνεται αποκλειστικά στον επισκέπτη, στον οποίο και παραδίδεται, εξ αρχής, προδιατυπωμένη, κενή από συμπληρώσεις και ζητείται από αυτόν όπως προχωρήσει και συμπληρώσει τα κενά ανάλογα με τις επιθυμίες και προθέσεις του. Όλοι αυτοί οι μάρτυρες, ανέφεραν, πάντα πειστικά, ότι η όποια δική τους ανάμειξη στην όποια τυχόν συμπλήρωση, γίνεται στα τελικά στάδια της όλης διαδικασίας, και μόνο εκεί, που η σχετική καταγραφή που θα προσθέσει ο επισκέπτης, υπολείπεται της υποχρεωτικής συμπλήρωσης, όπως, π.χ., εκεί που ο επισκέπτης κατέγραψε το ποσό αριθμητικώς και μόνο, ο τελωνειακός λειτουργός προσέθετε ολογράφως το συγκεκριμένο ποσό.

 

               Σε πλήρη σύγκρουση με την πιο πάνω αντιμετώπιση από πλευράς των λειτουργών του αεροδρομίου Πάφου, όλοι οι λειτουργοί που εργάζονταν στο Αεροδρόμιο Λάρνακας, τελούσαν υπό την αντίληψη, καθένας εξ αυτών, για τον δικό του, ανεξάρτητο, υποκειμενικό λόγο, ότι ορθότερο ήταν οι ίδιοι να προβαίνουν στις συμπληρώσεις. Π.χ., ο Μ.Κ.4, ισχυρίστηκε, πειστικά και πάλι θα λέγαμε, ότι ο λόγος που αποφάσιζε να συμπληρώνει ο ίδιος τις δηλώσεις συναλλάγματος, ήταν γιατί, αρκετές φορές, στο σημείο βρίσκονταν άλλοι επισκέπτες, οι οποίοι ανέμεναν για να εξυπηρετηθούν και θεωρούσε ότι με την ενέργειά του αυτή, η διαδικασία θα περατωνόταν γρηγορότερα, με σκοπό ακριβώς τη λιγότερη ταλαιπωρία των επισκεπτών. Οι δε Μ.Κ.3, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.9, ισχυρίστηκαν ότι προβαίνουν ο ίδιοι στις συμπληρώσεις, καθότι, οι επισκέπτες, συνήθως, είναι κουρασμένοι από το ταξίδι και δεν επιδεικνύουν την αναγκαία προσοχή, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται λάθη κατά τη συμπλήρωση, και έτσι οι ίδιοι προβαίνουν στις συμπληρώσεις για να αποφευχθούν τα όποια τέτοια λάθη. Τέλος, ο Μ.Κ.10, ισχυρίστηκε ότι πράττει τούτο, για να είναι οι χειρόγραφες συμπληρώσεις ευανάγνωστες.

 

               Όσο δε αφορά στην αρχική μας παρατήρηση, και δη την απουσία αποτελεσματικής εκπαίδευσης των λειτουργών ως προς τις αναζητούμενες από τον επισκέπτη πληροφορίες, σημειώνουμε, ενδεικτικώς, τις εντελώς διαφορετικές εκδοχές που παρατηρούνται σε όλους τους τελωνειακούς λειτουργούς, αναφορικά με το τι θα πρέπει να καταγράφεται στο πεδίο 2 της δήλωσης, που αφορά στην αναζητούμενη διεύθυνση. Επί τούτου, με σαφή, πειστικό σε κάθε περίπτωση, τρόπο (δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση ότι, υποκειμενικώς, έκαστος τέτοιος μάρτυρας αυτό πραγματικά πίστευε ότι πρέπει να γίνεται), έχουμε θέσεις ότι, (α) θα πρέπει εκεί να καταγράφεται η διεύθυνση στην οποία θα διαμείνει ο επισκέπτης στη Δημοκρατία (Μ.Κ.7, Μ.Κ.8, Μ.Κ.11, Μ.Κ.13 και Μ.Κ.14), (β) θα πρέπει να καταγράφεται η διεύθυνση διαμονής του επισκέπτη στη χώρα από την οποία κατάγεται (Μ.Κ.6 και Μ.Κ.9) και (γ) ότι θα πρέπει να καταγράφονται και οι δύο αυτές διευθύνσεις (Μ.Κ.12).

 

               Ως προς το αν έτυχαν της όποιας σχετικής εκπαίδευσης, παρατηρούνται, επίσης, διαφορετικές εκδοχές. Και δη, κατά μία εκδοχή, ότι έτυχαν τέτοιας εκπαίδευσης στο πλαίσιο ειδικών σεμιναρίων,  κατά μία άλλη, ότι υπάρχουν σχετικές ενδοτμηματικές οδηγίες, κατά τρίτη εκδοχή, ότι εκπαιδεύτηκαν διαδικτυακώς, και, τέλος, κατά άλλη, τέταρτη, εκδοχή, ότι δεν έτυχαν καμίας εκπαίδευσης και απλώς ενημερώνονταν από παλαιότερους συναδέλφους τους.

 

               Όλες οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δικαιολογούν, κατά τη γνώμη μας, την ήδη εκφρασθείσα κρίση μας ως προς το επιτυχές επιχείρημα της Υπεράσπισης, μέσω της αντεξέτασης των συγκεκριμένων μαρτύρων, να αναδειχθεί η ομολογουμένως απουσία ειδικού στοχευμένου ενιαίου τρόπου αντιμετώπισης από τους τελωνειακούς λειτουργούς της συγκεκριμένης διαδικασίας.

 

               Κρίνουμε, στο σημείο αυτό, σημαντικό να σημειώσουμε ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και στο πλαίσιο της τελικής αγόρευσης, η Υπεράσπιση, στην προσπάθεια της να καταδείξει την προχειρότητα με την οποία οι τελωνειακοί λειτουργοί συμπλήρωναν τις δηλώσεις συναλλάγματος ή έλεγχαν την ορθότητα του περιεχομένου τους, κατέστησε ως μείζον ζήτημα το γεγονός ότι το μικρό όνομα της Κατηγορούμενης, σε κάποιες δηλώσεις συναλλάγματος, καταγράφηκε με δύο «n» (M.), αντί με ένα «n», που, ως αιτιάται, καταγράφεται. Η διάσταση αυτή, η οποία, ομολογουμένως, παρατηρείται σε κάποιες δηλώσεις συναλλάγματος, δεν υπέχει της σημασίας που επιχειρεί να της αποδώσει η Υπεράσπιση. Και τούτο γιατί, η καταγραφή του εν προκειμένω ονόματος με δύο «n», γίνεται, σε κάποιες περιπτώσεις, και από την ίδια την Κατηγορούμενη. Λόγου χάρη, στις δηλώσεις συναλλάγματος, Τεκμήρια 2 και 18. Στο Τεκμήριο 2, στο πεδίο 8, το όνομα της Κατηγορούμενης καταγράφεται με δύο «n» και στο Τεκμήριο 18, στο πεδίο 2, ομοίως. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, από τη μια, και τον Μ.Κ.14, από την άλλη, οι σχετικές θέσεις των οποίων δεν αμφισβητήθηκαν, οι δύο αυτές καταγραφές έγιναν από την ίδια την Κατηγορούμενη. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι, στη βάση πάντα της ενώπιόν μας αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας, η Κατηγορούμενη είναι κάτοχος πέραν του ενός ουκρανικού διαβατηρίου, και κανένα εξ αυτών δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο, ώστε να μπορεί να διαφανεί αν το μικρό όνομα της  καταγράφεται με ένα «n» σε όλα τα διαβατήρια της. Υπενθυμίζουμε, στο σημείο αυτό, ότι, στη βάση της μη αμφισβητηθείσας σχετικής μαρτυρίας των τελωνειακών λειτουργών, τα στοιχεία του επισκέπτη, εν προκειμένω της Κατηγορούμενης, καταγράφονται επί των δηλώσεων συναλλάγματος, στη βάση του περιεχομένου του διαβατηρίου το οποίο χρησιμοποίησε για σκοπούς του ταξιδιού του. Ως δε προκύπτει από το περιεχόμενο των επίδικων δηλώσεων συναλλάγματος, η Κατηγορούμενη, για τα 20 ταξίδια της, χρησιμοποίησε 3 διαφορετικά διαβατήρια (βλ. συμπληρώσεις επί του πεδίου 2 των δηλώσεων). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι επί κάποιων δηλώσεων συναλλάγματος το μικρό όνομα της Κατηγορούμενης καταγράφηκε με δύο «n», δεν υπέχει τη δυναμική που επιχειρεί να του αποδώσει η Υπεράσπιση.

 

               Ωστόσο, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη εισήγηση, δεν θεωρούμε ότι η Υπεράσπιση πέτυχε να αναδείξει, μέσω της αντεξέτασης των συγκεκριμένων μαρτύρων, την έτερη βασική της θέση, και δη ότι η Κατηγορούμενη δεν ήταν γνώστης της αγγλικής γλώσσας, σε τέτοιο βαθμό, που δεν κατανοούσε τι της ζητείτο να πράξει κατά τη διαδικασία της συμπλήρωσης των δηλώσεων. Επί τούτου, σημειώνουμε τα ακόλουθα:

 

               Πρώτον, όλοι ανεξαιρέτως οι τελωνειακοί λειτουργοί, οι οποίοι εκτελούσαν καθήκον στο Αεροδρόμιο Πάφου κατά τις επίδικες επισκέψεις της Κατηγορούμενης στη Δημοκρατία, με ρητό, πειστικό και αταλάντευτο τρόπο, ισχυρίστηκαν ότι τις σχετικές δηλώσεις συναλλάγματος τις συμπλήρωσε η ίδια η Κατηγορούμενη στα αγγλικά, χωρίς, σε κανένα σημείο, να ζητήσει από αυτούς βοήθεια για τη συμπλήρωσή τους.

 

               Δεύτερον, όλοι οι τελωνειακοί λειτουργοί (και των δύο αεροδρομίων), ισχυρίστηκαν, επιπροσθέτως, πάντα σχετικώς, ότι η επικοινωνία τους με την Κατηγορούμενη, γινόταν, στην αγγλική γλώσσα.

 

               Τρίτον, πάντα συναφώς, σημειώνουμε, ενδεικτικώς και πάλι, ότι, κατά τη Μ.Κ.8, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης, στην προσπάθειά της να ζητήσει πληροφορίες από την Κατηγορούμενη αναφορικά με την πηγή προέλευσης των χρημάτων (για σκοπούς συμπλήρωσης του πεδίου 5Α), η τελευταία τη διέκοψε, υποδεικνύοντας με ξεκάθαρο τρόπο την επιλογή στο συγκεκριμένο πεδίο που θα έπρεπε να τεθεί το «Ö», αναφέροντάς της, και τη λέξη «loan». Η ίδια μάρτυρας, με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς να προκύψει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, κλονισμός της αξιοπιστίας της - θα τολμούσαμε να πούμε ούτε καν επιχειρήθηκε - ισχυρίστηκε, πειστικά, ότι η Κατηγορούμενη, με την όλη συμπεριφορά της κατά τη διαδικασία συμπλήρωσης της δήλωσης συναλλάγματος (Τεκμήριο 9), εξόφθαλμα γνώριζε την όλη διαδικασία, τον τρόπο συμπλήρωσης της συγκεκριμένης δήλωσης, και το τι της ζητείτο να αναφέρει στα διάφορα πεδία, ειδικότερα στα πεδία 5Α και 5Β, τα οποία και αφορούσαν, αφενός την πηγή προέλευσης των χρημάτων και αφετέρου τον σκοπό της μεταφοράς τους.

 

               Τέταρτον, επίσης συναφώς, σημαντικό είναι να σημειώσουμε ότι, πλείστοι εκ των μαρτύρων αυτών, με πειστικότατο κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς και πάλι η αξιοπιστία τους, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να κλονιστεί, ανέφεραν ότι δεν αντιμετώπισαν οποιοδήποτε πρόβλημα στη συνεννόησή τους με την Κατηγορούμενη στην αγγλική γλώσσα, αναφέροντας, κάποιοι εξ αυτών, και το πώς θα ενεργούσαν στην περίπτωση που συνέβαινε μια τέτοια μη συνεννόηση (π.χ. ο Μ.Κ.6 – θα αποτινόταν στον προϊστάμενό του, ο Μ.Κ.9 – θα επιχειρούσε να μιλήσει στη ρωσική γλώσσα, την οποία, μερικώς, ομιλεί και ο Μ.Κ.11, θα αναζητούσε καθοδήγηση μέσω διαδικτύου (Google translator).

 

               Πέμπτο, η Μ.Κ.15, κατηγορηματικώς και πειστικά (η σχετική υποβολή που της τέθηκε περί άγνοιας της Κατηγορούμενης της αγγλικής γλώσσας, έμεινε κενή περιεχομένου), ισχυρίστηκε ότι, σε κάθε ερώτηση που έθετε στην Κατηγορούμενη, η τελευταία απαντούσε με σαφήνεια στην αγγλική γλώσσα, δίδοντας της όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπληρώσεων.

 

               Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι δεν μας διαφεύγει η περίπτωση του Μ.Κ.4, στον οποίο οι συνήγοροι της Κατηγορούμενης κάνουν ειδική αναφορά στην αγόρευσή τους. Με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση, ο μάρτυρας αυτός δεν ισχυρίστηκε, εκ μνήμης, ότι η Κατηγορούμενη δεν ομιλούσε την αγγλική γλώσσα και ότι, συνεπεία τούτου, επέλεξε ο ίδιος να συμπληρώσει τη δήλωση συναλλάγματος, και ότι η μεταξύ τους συνεννόηση έγινε με «νεψίματα» και «πρόχειρα» αγγλικά, ως η Υπεράσπιση αιτιάται. Ο μάρτυρας αυτός, με ξεκάθαρο τρόπο ανέφερε ότι δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη περίπτωση, και είναι στη βάση αυτής της απώλειας μνήμης, που δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η συνεννόησή του με την Κατηγορούμενη να έγινε με τον ανωτέρω τρόπο (ο οποίος τέθηκε σε αυτόν μέσω σχετική υποβολής της συνηγόρου υπεράσπισης), όπως και το ότι, ενδεχομένως η ενέργειά του να συμπληρώσει ο ίδιος τη δήλωση συναλλάγματος, ήταν το αποτέλεσμα της κακής αυτής συνεννόησης. Επομένως, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ασφαλούς ευρήματος περί του ότι η Κατηγορούμενη δεν ομιλούσε την αγγλική γλώσσα, ως η Υπεράσπιση εισηγείται.

 

               Κρίνουμε επίσης σημαντικό να σημειώσουμε ότι, και κατά τις σχετικές αναφορές στην αγόρευση των συνήγορων της Κατηγορούμενης, εκείνο που προβάλλεται ως θέση της Υπεράσπισης αναφορικά με τους συγκεκριμένους μάρτυρες, δεν είναι ότι ήρθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να ψευσθούν, ή ότι διακατέχοντο από κάποια αλλότρια κίνητρα εναντίον της Κατηγορούμενης, αλλά ότι οι αναφορές τους δεν έγιναν στη βάση ειδικής μνήμης περί των εκάστοτε διαμειφθέντων μεταξύ των ιδίων και της Κατηγορούμενης, αλλά στη βάση της όψης των δηλώσεων που υπέγραψε τούτη, τις οποίες είχαν ενώπιον τους κατά το χρόνο που κατέθεταν ενόρκως.

 

               Ωστόσο, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, οι όποιες υποβολές της Υπεράσπισης προς τους μάρτυρες αυτούς περί μη καλής γνώσης της αγγλικής γλώσσας από την Κατηγορούμενη, παρέμειναν κενές περιεχομένου, αίολες και μετέωρες, αφού καμιά σχετική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου επί τη βάσει της οποίας να μπορούσε να προκύψει αντίθετη, απ' ό,τι οι μάρτυρες αυτοί ανέφεραν, κρίση.

 

               Ενδεικτικώς, και πάλι, πάντα συναφώς, υποδεικνύουμε, εκ νέου, ότι, οι Μ.Κ.5, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.13, τους οποίους οι συνήγοροι Υπεράσπισης, κατά την τελική τους αγόρευση, χαρακτηρίζουν ως ειλικρινείς μάρτυρες, με ρητό τρόπο ανέφεραν ότι η συνεννόησή τους για σκοπούς συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, με την Κατηγορούμενη, έγινε στην αγγλική γλώσσα, χωρίς να ενθυμούνται να αντιμετώπισαν οποιοδήποτε σχετικό πρόβλημα. Επιπροσθέτως, ο Μ.Κ.10, ρητώς, ανέφερε ότι, προτού η Κατηγορούμενη υπογράψει τη σχετική δήλωση συναλλάγματος (Τεκμήριο 14), ανέγνωσε τούτη, και ειδικότερα και τη δήλωση που αποδίδεται στην ίδια στο πεδίο 8.

              

               Δεν μας διαφεύγει και το οξύμωρο της εν προκειμένω γραμμής Υπεράσπισης. Ενώ από τη μια προβάλλεται, με κατηγορηματικό τρόπο, ότι η Κατηγορούμενη δεν γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα και κατά συνέπεια δεν αντιλαμβανόταν τι ακριβώς θα έπρεπε να συμπληρωθεί επί των δηλώσεων συναλλάγματος, από την άλλη, με ειδική αναφορά στη μαρτυρία του Μ.Κ.10 - την οποία η Υπεράσπιση επικαλείται για σκοπούς υποστήριξής της θέσης της ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την ένοχη διάνοια (Mens Rea) της Κατηγορούμενης - προβάλλει την εντελώς συγκρουόμενη θέση, ότι η Κατηγορούμενη, κατανοώντας, προφανώς, το τί της ζητείτο, στα αγγλικά - δεδομένου ότι δεν ήταν σίγουρη ως προς τον σκοπό μεταφοράς των χρημάτων – ανέφερε ρητώς σε αυτόν, ότι ενδεχομένως («maybe») να τα χρησιμοποιήσει για συγκεκριμένο σκοπό, o οποίος και επιλέχθηκε επί του πεδίου 5Β του Τεκμηρίου 14.

 

               Ένα όμως μπορεί να συμβαίνει. Είτε η Κατηγορούμενη δεν κατανοούσε την αγγλική γλώσσα, με αποτέλεσμα η απάντησή της στον Μ.Κ.10 ως προς τον σκοπό μεταφοράς των χρημάτων να μην αποτελεί την δεδηλωμένη σχετική πρόθεσή της, είτε, κατανοούσε την εν προκειμένω γλώσσα, και μη έχοντας ακόμα αποφασίσει ως προς τον σκοπό χρήσης των χρημάτων, δήλωσε πιθανούς τέτοιους σκοπούς. Δεν μπορούν οι δύο αυτές θέσεις να συνυπάρχουν. Στη βάση δε της σχετικής αναφοράς στην τελική αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης και του χαρακτηρισμού, από τους τελευταίους, του Μ.Κ.10 ως ειλικρινούς μάρτυρα, εύλογα προκύπτει ότι η θέση της Κατηγορούμενης είναι ότι, εν γνώση της, κατανοώντας το τι της ζητείτο να αναφέρει, μη έχοντας, όμως, τη δεδομένη στιγμή, αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιήσει τα χρήματα, δήλωσε πιθανούς σκοπούς χρήσης.

 

               Η συλλογική ενασχόλησή μας με όλους αυτούς τους μάρτυρες στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, δεν είναι τυχαία, παρά τη νομολογιακή αρχή που θέλει τα Δικαστήρια να πρέπει να αξιολογούν ξεχωριστά τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα. Γίνεται εν προκειμένω με τον συγκεκριμένο τρόπο, καθότι, ούτε και η Υπεράσπιση αντιμετωπίζει τους μάρτυρες αυτούς, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ως διακατεχόμενους από αλλότρια κίνητρα εναντίον της Κατηγορούμενης ή ως πρόσωπα που κατέθεσαν με σκοπό να ψευσθούν. Επαναλαμβάνουμε, όμως, στο σημείο αυτό, ίσως φορτικώς, ότι με εξαίρεση τον Μ.Κ.4, του οποίου τη μαρτυρία σχολιάσαμε, ειδικώς, ανωτέρω, όλοι οι υπόλοιποι μάρτυρες, με σαφή τρόπο, και χωρίς τούτο να τεθεί, πειστικώς ή άλλως πως, εν αμφιβόλω - είτε θυμούνταν επ' ακριβώς τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους και της Κατηγορούμενης, είτε δεν ήταν σε θέση να τα θυμούνται -, ανάφεραν ότι δεν αντιμετώπισαν οποιοδήποτε πρόβλημα στη συνεννόησή τους με την Κατηγορούμενη, η οποία, σε κάθε περίπτωση, έγινε στην αγγλική γλώσσα. Οι δε πλείστοι εξ αυτών, επίσης κατηγορηματικώς, ρητώς, και χωρίς να αμφισβητηθεί τούτο, ανέφεραν ότι η Κατηγορούμενη, πριν υπογράψει τις δηλώσεις συναλλάγματος, τις είχε εις χείρας της και κάποιοι εξ αυτών ανάφεραν, επίσης, ότι τις μελέτησε.

 

               Για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, στη βάση της σχετικής με τη γνώση της αγγλικής γλώσσας από την Κατηγορούμενη μαρτυρίας των Μ.Κ.3 ‑ Μ.Κ.15, προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα, με εξαίρεση φυσικά τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, η οποία, για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για σχετική κρίση.

 

               Επί του ζητουμένου, και δη τη δυνατότητα της Κατηγορούμενης να συνεννοηθεί στην αγγλική γλώσσα, αξίζει, επίσης, να υποδειχθεί ότι, στη βάση της μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας του Μ.Κ.1, η αρχική συνεννόηση του με την Κατηγορούμενη – προτού αντιληφθεί ότι μιλά ρωσικά -, έγινε στην αγγλική γλώσσα.

 

               Μολονότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4, για τους λόγους που εξηγήσαμε μόλις πιο πάνω, αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλούς ευρήματος ή έστω συμπεράσματος ως προς την επάρκεια της γνώσης της Κατηγορούμενης της αγγλικής γλώσσας, εν τούτοις, η μαρτυρία του, όπως και των λοιπών τελωνειακών λειτουργών, ως προς το ότι τα όσα, χειρογράφως, καταγράφονται επί των δηλώσεων συναλλάγματος αποτελούν θέσεις της Κατηγορούμενης, γίνεται δεκτή και στη βάση της προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.

 

               Στη βάση όλων των ανωτέρω, είναι με ασφάλεια που καταλήγουμε ότι η Κατηγορούμενη μπορούσε, επαρκώς, να συνεννοηθεί στην αγγλική γλώσσα και κατά τον χρόνο συμπλήρωσης όλων των επίδικων δηλώσεων συναλλάγματος, γνώριζε και κατανοούσε τι ακριβώς ζητείτο να συμπληρωθεί επί των δηλώσεων αυτών, και είτε έδιδε σαφείς ξεκάθαρες σχετικές πληροφορίες στους λειτουργούς, οι οποίοι και τις κατέγραφαν στις δηλώσεις, είτε η ίδια προέβαινε στις σχετικές συμπληρώσεις επί αυτών. Σε κάθε περίπτωση, η Κατηγορούμενη, προτού υπογράψει τις 20 επίδικες δηλώσεις συναλλάγματος, τις είχε στη κατοχή της συμπληρωμένες και κατανοούσε ότι μπορεί να προβεί σε διορθώσεις αν το επιθυμούσε, όπως έπραξε και στη περίπτωση της μίας εκ των δηλώσεών της προς τον Μ.Κ.9 (Τεκμήριο 11), με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διαγράψει την αρχική επιλογή, που, λαθεμένα, κατέγραψε, και να επιλέξει, ακολούθως, την ορθή, στη βάση της σχετικής διόρθωσης της Κατηγορούμενης, επιλογή.

 

Μ.Κ.18

               Η  Μ.Κ.18 μας έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε, με πάσα ειλικρίνεια, τα όσα γνώριζε για την παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, ούτε και η Υπεράσπιση εισηγείται κάτι διαφορετικό. Τουναντίον, επί της μαρτυρίας της Μ.Κ.18, η Υπεράσπιση βάσισε το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρημάτων της επί των αμιγώς νομικών υπερασπίσεων της, αναφορά στις οποίες έγινε ανωτέρω. Επίσης, επί της μαρτυρίας της Μ.Κ.18, στηρίχθηκε και το επιχείρημα της Υπεράσπισης, για το οποίο διεξήχθη η δίκη εντός δίκη, το αποτέλεσμα της οποίας οδήγησε και στη μη αποδοχή, ως τεκμήριο, της πρώτης κατάθεσης που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη.

 

               Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρία της Μ.Κ.18, την αποδεχόμαστε, αφού, εν πάση περιπτώσει, ελλείπει οποιαδήποτε αντίφαση, ταλάντευση, ασυνέπεια, ή οποιαδήποτε άλλου είδους εγγενής αδυναμία που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί αναξιοπιστίας της. Κρίνεται, φυσικά, αναγκαίο να σημειωθεί ότι, η μαρτυρία της δεν κρίνεται βοηθητική για τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, και δη τα όσα άπτονται, του τρόπου δράσης της Κατηγορούμενης κατά τον χρόνο συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, τη γνώσης της ή μη της αγγλικής γλώσσας, ή των προθέσεών της, κατά τον χρόνο συμπλήρωσης των εν προκειμένω δηλώσεων, αναφορικά με τον σκοπό εισαγωγής των χρημάτων.

 

               Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τη θέση της ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε πλήρως τη διαδικασία συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, όχι γιατί τούτη δεν είναι ορθή – εξάλλου προβήκαμε ανωτέρω σε σχετική κρίση – αλλά γιατί αυτή εδράστηκε στην επιπρόσθετη θέση της ότι η Κατηγορούμενη, σε είσοδο της στην Πολωνία, υπέβαλε τέτοια σχετική δήλωση συνταγμένη στην πολωνική γλώσσα. Η εν προκειμένω, όμως, δήλωση συναλλάγματος, δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και δόθηκαν στο Δικαστήριο οποιεσδήποτε σχετικές με αυτήν πληροφορίες, ώστε να μπορούμε, με ασφάλεια, να καταλήξουμε ότι πρόκειται για πανομοιότυπη, με τις επίδικες, δήλωση συναλλάγματος, παρά τη σχετική θέση της Μ.Κ.18 ότι όλες οι δηλώσεις συναλλάγματος στις ευρωπαϊκές χώρες είναι πανομοιότυπες. Ούτε και έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιόν μας, που να θέλει την Κατηγορούμενη να ομιλεί την πολωνική γλώσσα ή έστω που να προσδιορίζει τις συνθήκες συμπλήρωσής της εν προκειμένω δήλωσης συναλλάγματος από αυτήν, ώστε να είναι δυνατή σχετική απόφανση στη βάση του γεγονότος αυτού.

 

Μ.Κ.16, Μ.Κ.17, Μ.Κ.19 και Μ.Κ.20

 

               Η μαρτυρία των Μ.Κ.16 και Μ.Κ.20 (με εξαίρεση ένα μέρος της μαρτυρίας του τελευταίου στο οποίο θα αναφερθούμε, ειδικώς, κατωτέρω), δεν έχει να προσφέρει οτιδήποτε ως προς τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Ενδεικτικώς και μόνο επαναλαμβάνουμε ότι, η Μ.Κ.16 είναι το πρόσωπο που έλαβε, στις 06.03.2024, ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (βλ. Τεκμήριο 23.1), χωρίς η ίδια να αναφέρει κατά πόσο, σε οποιοδήποτε σημείο, συνομίλησε με την Κατηγορούμενη στην αγγλική γλώσσα, πλην όμως, δηλώνοντας, ευθαρσώς, ότι για σκοπούς της λήψης της εν προκειμένω κατάθεσης, έγινε χρήση των υπηρεσιών διερμηνέα από ρωσικά σε ελληνικά και αντιστρόφως. Ο Μ.Κ.20, είναι ο μάρτυρας, ο οποίος προέβη στον όρκο, ο οποίος υποστήριξε το αίτημα, ημερομηνίας 01.03.2024, για έκδοση του εναντίον της Κατηγορούμενης εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 20.1), ο οποίος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι συνομίλησε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την Κατηγορούμενη. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι, και οι δύο αυτοί μάρτυρες, δεν παρουσιάστηκαν να γνωρίζουν οτιδήποτε ως προς (α) τις συνθήκες μεταφοράς των επίδικων χρημάτων, (β) συμπλήρωσης των επίδικων δηλώσεων συναλλάγματος και (γ) την όποια συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, η οποία κρίνεται σημαντική για την επίλυση των επίδικων υπό αμφισβήτηση ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης, πλην, φυσικά, της αδιαμφισβήτητης θέσης που προβάλλει ο Μ.Κ.20 στον όρκο που ετοίμασε για σκοπούς υποστήριξης του αιτήματος για έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον της Κατηγορούμενης, ότι η Αστυνομία, για την διάπραξη της ληστείας, ενημερώθηκε από περαστικούς και όχι από την Κατηγορούμενη. Στο σημείο αυτό, σημειώνουμε ότι, ο ισχυρισμός αυτός του Μ.Κ.20 στον όρκο του, επιβεβαιώνεται και από την ενώπιον μας αδιαμφισβήτητη, κοινώς αποδεκτή, θέση του Μ.Κ.2 ότι, αμέσως μετά τη ληστεία, παρευρισκόμενος εκεί αυτόπτης μάρτυρας κάλεσε την Αστυνομία. Ως τέτοιοι (αξιόπιστοι) αντιμετωπίστηκαν και από πλευράς της Υπεράσπισης οι εν λόγω μάρτυρες (Μ.Κ.16 και Μ.Κ.20), εξ’ ου και ελλείπει από την τελική αγόρευση των συνηγόρων της Κατηγορούμενης η οποιαδήποτε αναφορά στη μαρτυρία τους ή, έστω, η όποια εισήγηση ως προς την αξιοπιστία τους.

 

               Δεδομένου δε ότι η μαρτυρία και των δύο αυτών μαρτύρων, ως προς τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν, ήταν σαφής και δεν παρουσιάζει οποιανδήποτε ουσιώδη αντίφαση, και, εν πάση περιπτώσει, δεδομένου, επίσης, ότι η αντεξέτασή τους έγινε με μόνο σκοπό να προωθηθεί η βασική θέση της Υπεράσπισης, ότι κατά τον χρόνο που λαμβανόταν η πρώτη χρονικά κατάθεση της Κατηγορούμενης (01.03.2024), για την Αστυνομία, τούτη, ήταν ήδη ύποπτη, θέση, η οποία, δεν αποκλείστηκε στο πλαίσιο της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στη δίκη εντός δίκης, τη μαρτυρία τους την αποδεχόμαστε στην ολότητά της, και επ' αυτής προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.

 

               Ούτε η μαρτυρία της Μ.Κ.17 θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή συμπεράσματος ως προς τη γνώση της Κατηγορούμενης της αγγλικής γλώσσας, καθότι, παρά την συνομιλία της με την τελευταία – στην σκηνή της ληστείας-, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο σε ποια γλώσσα έγινε η σχετική συνεννόησή τους. Ωστόσο, η μαρτυρία της κρίνεται βοηθητική για τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα στο βαθμό που τούτη άπτεται της όλης συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης κατά τους χρόνους που έπονται χρονικά της ληστείας, καθ’ ον χρόνο αυτή (η Κατηγορούμενη) βρισκόταν στο σημείο που διαπράχθηκε τούτη. Οι εν προκειμένω ισχυρισμοί της Μ.Κ.17 δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αναφέρεται καν στη μαρτυρία της στο πλαίσιο της τελικής αγόρευσης της. Ούτε καν αντεξετάστηκε η μάρτυρας αυτή. Στη βάση της σχετικής μαρτυρίας της, κατά την επίσκεψη της στη σκηνή της ληστείας, ανηύρε την Κατηγορούμενη στο σημείο, την οποία και προσέγγισε ζητώντας την να την ακολουθήσει στο τμήμα ώστε να της ληφθεί κατάθεση ως θύμα ληστείας, για τη διάπραξη της οποίας, ως προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη, σχετική, ενώπιόν μας, μαρτυρία (βλ. Τεκμήριο 20.1), η Αστυνομία ενημερώθηκε, όχι από την Κατηγορούμενη (το θύμα της ληστείας) αλλά από περαστικούς. Τη μαρτυρία της Μ.Κ.17 την αποδεχόμαστε στο σύνολό της.

 

               Τέλος, όσον αφορά στη Μ.Κ19, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της, αν όχι το ουσιαστικότερο μέρος της, έχει ήδη καταγραφεί ανωτέρω, στο πλαίσιο, των κοινώς, μη αμφισβητηθέντων, αποδεκτών γεγονότων. Αφορά, στην ουσία, χωρίς να επαναλαμβάνουμε εαυτό, στο τι προέκυψε ως αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών, αναφορικά με τον τρόπο που μεταφέρθηκαν τα επίδικα χρήματα, την απόκτηση ή μη από την Κατηγορούμενη περιουσίας στη Δημοκρατία, την κατάθεση ή όχι των χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, το επάγγελμα, το οποίο διατηρούσε στη χώρα της, την εισοδηματική της ικανότητα και ούτω καθεξής. Κατά συνέπεια, παρέλκει η ανάγκη να επαναλάβουμε, στο σημείο αυτό, τις σχετικές αναφορές της, αφού, στη βάση του ότι δεν αμφισβητήθηκαν τούτες, ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχουν ήδη γίνει επί αυτών σχετικά ευρήματα από το παρόν Δικαστήριο.

 

               Εν πάση περιπτώσει, και στον βαθμό που η μαρτυρία της δεν αναφέρεται στα ανωτέρω κοινώς αποδεκτά γεγονότα, τούτη γίνεται δεκτή, καθότι, με εξαίρεση την αναφορά της σε ένορκη δήλωση που ετοίμασε για σκοπούς υποστήριξης αίτησης για κατακράτηση τεκμηρίων, περί ύπαρξης, σε ισχύ, συγκεκριμένου διατάγματος τέτοιας κατακράτησης, η οποία, ακολούθως, στο στάδιο της αντεξέτασης, διεφάνη ότι ήταν ανακριβής, με πειστικότητα εξήγησε ότι η σχετική αναφορά της σκοπούσε απλώς στο να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι, κατά την ετοιμασία της εν λόγω ένορκης δήλωσης της, βρισκόταν σε ισχύ σχετικό διάταγμα κατακράτησης και όχι ότι συγκεκριμένο διάταγμα είχε ανανεωθεί.

 

               Εν πάση περιπτώσει, το ανωτέρω, μόνο μέρος της μαρτυρίας της το οποίο αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, δεν κρίνεται σχετικό με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Κατά συνέπεια τη μαρτυρία της την αποδεχόμαστε στο σύνολό της και επ' αυτής προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.

 

Τελικά ευρήματα

 

               Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μας μαρτυρίας, πέραν των αρχικών μας ευρημάτων, τα οποία βασίστηκαν στα κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητηθέντα γεγονότα, τα πιο κάτω αποτελούν επιπρόσθετα τελικά ευρήματά μας.

 

               Η συμπλήρωσή των επίδικων δηλώσεων συναλλάγματος, έγινε με τον τρόπο που ανέφεραν οι Μ.Κ.3 ‑ Μ.Κ.15, και δη οι χειρόγραφες επί αυτών συμπληρώσεις, τέθηκαν μερικώς από τους λειτουργούς και μερικώς από την Κατηγορούμενη. Η συνεννόηση των λειτουργών με την Κατηγορούμενη γινόταν στην αγγλική γλώσσα, τόσο για σκοπούς λήψης των πληροφοριών από τους τελωνειακούς λειτουργούς, με σκοπό οι τελευταίοι να προβούν στις όποιες τυχόν συμπληρώσεις – εκεί που τις κατέγραψαν οι ίδιοι - όσο και για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας του περιεχομένου των δηλώσεων συναλλάγματος μετά τη συνολική συμπλήρωσή τους από την Κατηγορούμενη. Δεν προέκυψε κανένα πρόβλημα στη σχετική συνεννόηση των μαρτύρων αυτών με την Κατηγορούμενη στην εν προκειμένω γλώσσα. Η τελευταία δε, κατανοούσε την όλη διαδικασία και γνώριζε τόσο τον σκοπό για τον οποίο θα έπρεπε να συμπληρωθούν οι δηλώσεις, όσο και τις επιλογές που της δίδοντο στα πεδία 5Β, 6 και 7 (που εδώ αφορούν) και, είτε επέλεγε η ίδια το συγκεκριμένο σημείο για σκοπούς υπόδειξης του λόγου μεταφοράς των χρημάτων – τοποθετώντας το «√» στο επιλεχθέν από την ίδια σημείο -, είτε δήλωνε, ρητώς, τη σχετική επιλογή της προς τον τελωνειακό λειτουργό, και ο τελευταίος κατέγραφε το σχετικό «Ö» στο υποδειχθέν σημείο. Εν πάση περιπτώσει, μετά τη συμπλήρωση όλων των πεδίων κάθε τέτοιας δήλωσης συναλλάγματος, η Κατηγορούμενη την επιθεωρούσε, και ακολούθως υπέγραφε στο πεδίο 8, ενέργεια, η οποία υποδήλωνε την περάτωση, από πλευράς της, της συμπλήρωσης. Κάθε τέτοια σχετική καταγραφή επί των επίδικων δηλώσεων συναλλάγματος, και ειδικότερα αυτές στα πεδία 5Β, 6 και 7, οι οποίες κρίνονται σχετικές με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και για τις οποίες κλήθηκε σε απολογία, αποτελούν τη σαφή επιλογή της Κατηγορούμενης (ως προς τον σκοπό για τον οποίο μετέφερε τα χρήματα, τον ιδιοκτήτη των χρημάτων και τον τελικό αποδέκτη), σε κάθε τέτοια επίσκεψή της, στην Κύπρο. Σημειώνεται, φυσικά, ότι, σε μια εξ αυτών των περιπτώσεων, και ειδικότερα στο ταξίδι της που έγινε στις 20.02.2024, η σχετική δήλωσή της αφορούσε σε ενδεχόμενο σκοπό μεταφοράς (ανέφερε ειδικώς τη λέξη «maybe»), και δη την πληρωμή εργατικών εξόδων/καταβολή μισθοδοσίας και την αγορά κινητής περιουσίας. Στο βαθμό, τώρα, που η Κατηγορούμενη δήλωσε ότι συγκεκριμένα χρήματα μεταφέρθηκαν στη Δημοκρατία με σκοπό την αγορά ακίνητης περιουσίας, ουδέποτε αποκτήθηκε από αυτή τέτοια περιουσία στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Στον βαθμό που αφορά σε απόκτηση κινητής περιουσίας, ουδέποτε η Κατηγορούμενη απέκτησε οποιοδήποτε όχημα για το οποίο τηρείται μητρώο εγγραφής στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Τα χρήματα ουδέποτε κατατέθηκαν σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό. Ειδικότερα τώρα, με το τελευταίο ταξίδι της Κατηγορούμενης στη Δημοκρατία (01.03.2024), τα εναπομείναντα, μετά τη ληστεία, χρήματα, που ήταν στην κατοχή της, τοποθετήθηκαν σε κιβώτιο που της είχε δώσει ο Μ.Κ.2, το οποίο, ακολούθως, παραδόθηκε από αυτήν στον πρώην Κατηγορούμενο 2 κατά την εκεί (σκηνή της ληστείας) επίσκεψη του μετά τη ληστεία. Η εν προκειμένω επίσκεψη του πρώην Κατηγορούμενου 2, ήταν πολύ σύντομη, και δη διήρκησε μόνο όσο χρόνο χρειαζόταν για να παραλάβει από την Κατηγορούμενη το κιβώτιο με τα χρήματα και να εγκαταλείψει τη σκηνή, ως η όλη αυτή εικόνα αποτυπώνεται, με γλαφυρότητα, στο οπτικό υλικό (Τεκμήριο 22). Επί του τελευταίου, σημειώνουμε ότι, από το περιεχόμενο των αρχείων με αριθμούς D56 […] Ε20240301115502 και D20 […] Ε20240301115500, εξόφθαλμα προκύπτει ότι η παρουσία του Κατηγορούμενου 2 στη σκηνή της ληστείας διήρκησε συνολικά 48 δευτερόλεπτα, διάστημα το οποίο καλύπτει την αρχική εμφάνιση του στο προαύλιο του εστιατορίου Columbia, την προσέγγισή του προς το σημείο που βρισκόταν η Κατηγορούμενη, την παραλαβή του κιβωτίου εντός του οποίου βρίσκονταν τα εναπομείναντα της ληστείας χρήματα και την εγκατάλειψη του σημείου μέχρι και τη στιγμή που δεν είναι πλέον ορατός στο πλάνο (οι σχετικές καταγραφές στο πρώτο ανωτέρω αρχείο αφορούν την χρονική περίοδο (ως αυτή καταγράφεται επί της οθόνης) μεταξύ 11:47:13 και 11:48:01).

 

Νομική πτυχή

Άρθρο 92(Ι)(β) του νόμου

               Από τη σχετική έρευνά μας, δεν φαίνεται οι πρόνοιες του άρθρου 92(Ι)(β) του Νόμου να έχουν απασχολήσει τα Ανώτερα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η παραπομπή σε σχετικές, δεσμευτικές, δικαστικές κρίσεις. Ωστόσο, από το λεκτικό και μόνο των προνοιών αυτών, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, είναι τα εξής:

(α) ο κατηγορούμενος,

(β) κατά την παροχή οποιωνδήποτε πληροφοριών για σκοπούς της «Τελωνειακής» ή της «Άλλης Νομοθεσίας» (ως οι όροι αυτοί, ειδικώς, ερμηνεύονται, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου),

(γ) προβαίνει σε δήλωση που γνωρίζει ότι είναι αναληθής σε ουσιώδες στοιχείο ή

(δ) που απερίσκεπτα προβαίνει σε τέτοια δήλωση (αναληθή σε ουσιώδες στοιχείο).

 

               Σε συμφωνία και με τις δύο πλευρές, κρίνουμε και εμείς ότι η προνοούμενη στον Νόμο ένοχη διάνοια (Mens Rea), θα πρέπει να αναζητηθεί κατά τον χρόνο που γίνεται η δήλωση.

 

               Ως έχει επαρκώς νομολογηθεί, συνεπεία του γεγονότος ότι τα πλείστα αδικήματα διαπράττονται εν κρυπτώ, συχνά είναι αδύνατο η Κατηγορούσα Αρχή να κατέχει άμεση μαρτυρία απόδειξης της προβλεπόμενης στον νόμο πρόθεσης ή άλλης προνοούμενης ένοχης διάνοιας, με αποτέλεσμα τούτη να προκύπτει ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσω της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτής περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Vouniotis v. The Republic (1975) 2 C.L.R. 34, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, Λυσάνδρου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 672, Πολυδώρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 492, Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706, Χατζηξενοφώντος κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 316 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, έκδοση του 2014, σελ. 553, 554, 568, 570 και 571).

              

               Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861, η οποία αφορούσε στο αδίκημα της ψευδούς παράστασης, συναφώς σημειώθηκε ότι:

Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει[7], όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση.  Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.

 

               Δεδομένου του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε ο Περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμος (ως τούτος ορίστηκε ανωτέρω), ο οποίος, από τη μια, αποτελεί «άλλη νομοθεσία», στη έννοια του Νόμου και, από την άλλη, εντάχθηκε, ως εξηγήσαμε πιο πάνω, στην εμβέλεια του Νόμου (δηλαδή δια της συμπερίληψης του όρου «ρευστών διαθεσίμων» - ως τούτος ερμηνεύεται στον περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμο - στην έννοια του όρου «εμπορεύματα», που προβλέπεται στο Νόμο), και δη την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κρίνουμε ότι ο όρος «ουσιώδες στοιχείο», που απαντάται στις πρόνοιες του άρθρου 92(1)(β) του Νόμου, περιλαμβάνει κάθε στοιχείο προσδιοριστικό, τουλάχιστον, της ταυτότητας του μεταφορέα των ρευστών διαθεσίμων (εν προκειμένω χρημάτων τοις μετρητοίς), την πηγή προέλευσης τους, αλλά και το σκοπό της μεταφοράς τους.

  

Περιστατική μαρτυρία

Γενικότερα, τώρα, αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την δυναμική και βαρύτητα της περιστατικής μαρτυρίας, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχάλη Κυριακίδη κ.ά. Ποιν. Έφ. 256/2022, απόφαση ημερομηνίας 27 Φεβρουαρίου 2025, σημειώθηκαν τα εξής σχετικά:

«Επειδή η εσφαλμένη αξιολόγηση της περιστατικής μαρτυρίας αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου και δεύτερου λόγου έφεσης, θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε στις βασικές αρχές οι οποίες διέπουν τη φύση και σημασία της για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου, οι οποίες συγκεφαλαιώνονται στην Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102:

 

        «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R., 73p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172).

Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του».

 

        Στην Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172, τονίστηκε ότι:

 

        «Ξεχωριστά (individual) μέρη της περιστατικής μαρτυρίας συχνά παρομοιάζονται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Άλλες αποφάσεις παρομοιάζουν την περιστατική μαρτυρία με δίκτυ στερεά συνδεδεμένο, ώστε να συγκρατεί χωρίς κίνδυνο πτώσης το περιεχόμενο του».

 

        Για τη σημασία της ανθρώπινης εμπειρίας στην απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου βάσει περιστατικής μαρτυρίας, σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Wills on Circumstantial Evidence (ανωτέρω) σελ. 332:

 

        "... The doubt, however, must be not a trivial one, such as speculative ingenuity may raise, but a conscientious one which may operate upon the mind of a rational man acquainted with the affairs of life".

 

        Πιο πρόσφατα, στην Δημοκρατία ν. Νικολάου, Ποιν. Έφ. 59/20, ημερ. 27.5.2021, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

        «Η περιστατική μαρτυρία σύμφωνα με τη νομολογία αξιολογείται συνολικά με ενιαία προσέγγιση και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό (Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 41 και Αγγελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 70/2017, ημερομηνίας 27.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B90, ECLI:CY:AD:2018:B90). Το κάθε στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας μπορεί από μόνο του να μην είναι αρκετό για να οδηγήσει σε καταδίκη, αλλά το σωρευτικό αποτέλεσμα όλων των στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και μη ούσα συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων (Καΐμης ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 662)».

 

        Οι αρχές οι οποίες διέπουν την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου στη βάση περιστατικής μαρτυρίας, εξηγούνται επίσης από το Αγγλικό Εφετείο στην JSC BTA Bank v. Ablyazov (2013) 2 All E.R. 515:

 

        "[52] It is, however, the essence of a successful case of circumstantial evidence that the whole is stronger than individual parts. It becomes a net from which there is no escape. That is why a jury is often directed to avoid piecemeal consideration of a circumstantial case (see R v Hillier (2007) 228 CLR 618, (2007) 233 ALR 634, cited in Archbold 2012 at para 10-3). Or, as Lord Simon of Glaisdale put it in DPP v Kilbourne [1973] 1 All ER 440 at 462[1973] AC 729 at 758, 'Circumstantial evidence  works by cumulatively, in geometrical progression, eliminating other possibilities'".The matter is well put in Shepherd v. The Queen (1990) 170 CLR 573 (HCA) at 579/580 (but also passim):

 

".the prosecution bears the burden of proving all the elements of the crime beyond reasonable doubt. That means that the essential ingredients of each element must be so proved. It does not mean that every fact - every piece of evidence - relied upon to prove an element by inference must itself be proved beyond reasonable doubt. Intent, for example, is, save for statutory exceptions, an element of every crime. It is something which, apart from admissions, must be proved by inference. But the jury may quite properly draw the necessary inference having regard to the whole of the evidence, whether or not each individual piece of evidence relied upon is proved beyond reasonable doubt, provided they reach their conclusion upon the criminal standard of proof. Indeed, the probative force of a mass of evidence may be cumulative, making it pointless to consider the degree of probability of each item of evidence separately".»  

 

Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω), σελ. 555, αναφέρεται ότι : «Όταν τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι επαρκώς πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής» (βλ. επίσης και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 746 και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 47/2014, απόφαση ημερομηνίας 29.02.2016).

 

Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που τα διέπει

 

               Εξαρχής σημειώνουμε ότι συμφωνούμε με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το γεγονός και μόνο ότι τα χρήματα δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό που δηλώθηκε από την Κατηγορούμενη κατά την εισαγωγή τους στη Δημοκρατία, δεν οδηγεί, άνευ άλλου, και στην κρίση ότι η τελευταία προέβη σε σχετική αναληθή δήλωση. Τούτο, φαίνεται να συμμερίζεται και ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. Το ζητούμενο, εν προκειμένω, είναι αν η σχετική περιστατική, ενώπιόν μας, μαρτυρία, στην ολότητά της, οδηγεί σε ένα και μόνο συμπέρασμα, προσδιοριστικό της πρόθεσης της Κατηγορούμενης κατά τον χρόνο που προέβαινε στις διάφορες τέτοιες δηλώσεις, οι οποίες, στη βάση της ανωτέρω κρίσης μας, αφορούν σε ουσιώδες στοιχείο, δεδομένης της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μας ότι οι αποδιδόμενες, από την Κατηγορούσα Αρχή, σε αυτή, δηλώσεις επί των δηλώσεων συναλλάγματος, αποτελούν δικές της σαφείς δηλώσεις.

 

               Κρίνουμε, εν προκειμένω, στη βάση της ενώπιόν μας περιστατικής μαρτυρίας, στην οποία θα αναφερθούμε, ειδικώς, ευθύς αμέσως, ότι ένα και μόνο λογικό συμπέρασμα προκύπτει, και δη ότι, κατά τον χρόνο εκάστης τέτοιας συγκεκριμένης δήλωσής της, η Κατηγορούμενη, εν γνώση της, προέβαινε σε αναληθή δήλωση επί ουσιώδους στοιχείου. Και τούτο γιατί, η σχετική ενώπιόν μας περιστατική μαρτυρία κρίνεται αρκούντως πειστική, και καμία αντίθετη ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, δεν υφίσταται.

 

               Η εν προκειμένω πειστική περιστατική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, είναι η εξής:

1.     Η κατηγορούμενη κατανοεί επαρκώς την Αγγλική γλώσσα.

2.     Στη γλώσσα αυτή, έγινε και η κάθε επικοινωνία της με τους τελωνειακούς λειτουργούς.

3.     Κατανοούσε πλήρως τη διαδικασία δήλωσης της μεταφοράς μετρητών στη Δημοκρατία και τι ακριβώς της ζητείτο να δηλώσει για σκοπούς συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος.

4.     Κατά τις σχετικές αναφορές της και/ή δηλώσεις της στους τελωνειακούς λειτουργούς, χωρίς ενδοιασμό, και με σαφή τρόπο, δήλωνε συγκεκριμένο, και, σε μία περίπτωση, πιθανό, σκοπό μεταφοράς των χρημάτων.

5.     Σε κάθε περίπτωση που η Κατηγορούμενη προέβαινε σε δήλωση μεταφοράς χρημάτων, στο πεδίο 6 των δηλώσεων συναλλάγματος δήλωνε ότι αποτελεί τη μόνη ιδιοκτήτρια των χρημάτων.

6.     Στη βάση δε του πεδίου 7, δήλωνε ότι αυτή θα είναι και ο τελικός αποδέκτης των χρημάτων, υπό την έννοια ότι δεν τα μεταφέρει για λογαριασμό τρίτου.

7.     Μετά την εισαγωγή των χρημάτων, σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμό σε τράπεζα που δραστηριοποιείται στη Δημοκρατία.

8.     Η Κατηγορούμενη δεν φέρεται ούτε και προκύπτει να διατηρεί οποιοδήποτε χώρο διαμονής στη Δημοκρατία, εξ ου, και σε κάθε, εδώ, επίσκεψή της, διέμενε σε ξενοδοχεία.

9.     Κατά τις αναχωρήσεις της από τη Δημοκρατία, μετά από κάθε επίσκεψή της, η Κατηγορούμενη δεν δήλωνε ότι μεταφέρει, εκ νέου, τα χρήματα στο εξωτερικό, ούτε και τέθηκε τέτοια θέση ή αφέθηκε να νοηθεί κάτι τέτοιο.

10.  Ο τρόπος δράσης της Κατηγορούμενης, δηλαδή να μεταφέρει τα χρήματα στη Δημοκρατία, και εντός ελάχιστου χρόνου να αναχωρεί άνευ τούτων, και, στην ουσία, εντός ενός χρονικού διαστήματος περί των 7 μηνών, να προβαίνει σε 20 τέτοιες επισκέψεις, χωρίς να διατηρεί η ίδια την κατοχή των χρημάτων μετά την εισαγωγή τους, οδηγεί σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι, τα χρήματα, μετά την είσοδό τους στη Δημοκρατία, παραδίδοντο, εκ προθέσεως, από την Κατηγορούμενη σε κάποιο τρίτο πρόσωπο.

11.  Τούτο, εξάλλου, συνέβη και στην περίπτωση του τελευταίου ταξιδιού της, όπου, αμέσως μετά τη ληστεία, παρέδωσε το εναπομείναν χρηματικό ποσό (που δεν κλάπηκε από τους ληστές), στον πρώην Κατηγορούμενο 2. 

12.  Επομένως, τα εισαχθέντα χρήματα παρέμεναν στη Δημοκρατία, ενώ η Κατηγορούμενη δεν βρισκόταν εδώ.

13.  Δεν αποκτήθηκε ποτέ από την Κατηγορούμενη ακίνητη περιουσία - είτε με την εγγραφή της στο σχετικό κτηματολογικό μητρώο, είτε δια της κατάθεσης οποιουδήποτε πωλητηρίου εγγράφου (των μόνων, δηλαδή, νόμιμων μεθόδων απόκτηση τέτοιας περιουσίας) -, παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος σκοπός εισαγωγής δηλώθηκε από αυτή 17 φορές.

14.  Δεν αποκτήθηκε από την Κατηγορούμενη - τίποτα σχετικό δεν τέθηκε ενώπιόν μας, είτε μέσω μαρτυρίας είτε εν είδει προβαλλόμενης θέσης μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας - οποιαδήποτε κινητή περιουσία, παρά το γεγονός ότι δήλωσε τέτοιο σκοπό εισαγωγής.

15.  Στη βάση του ανωτέρω τρόπου δράσης της Κατηγορούμενης (παραμονή της σε ξενοδοχεία στη χώρα μας για ελάχιστο χρόνο και ακολούθως αναχώρησή της), της ανυπαρξίας ειδικής σχέσης της με τη Δημοκρατία και της απουσίας άλλης σχετικής μαρτυρίας ή θέσης, τούτη δεν φαίνεται να ασκεί οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα στη Δημοκρατία ή να βρίσκεται εδώ οποιοσδήποτε υπάλληλος ή συνεργάτης της ή να έχει ποτέ λάβει τις υπηρεσίες τρίτου προς τον οποίο οφείλει χρήματα.

16.  Κατά μία επίδικη δήλωσή της ως προς το σκοπό μεταφοράς των χρημάτων στη Δημοκρατία (δήλωση συναλλάγματος, Τεκμήριο 14), τούτα θα χρησιμοποιούνταν για σκοπούς πληρωμής εργατικών εξόδων/καταβολή μισθοδοσίας.

17.  Όταν την 01.03.2024 αποτέλεσε θύμα ληστείας, η Κατηγορούμενη δεν κάλεσε την Αστυνομία για να καταγγείλει το γεγονός.

18.  Αντ’ αυτού, άρχισε να συνομιλεί τηλεφωνικώς με τρίτο ή τρίτους.

19.  Ακολούθως, στο σημείο κατέφθασε ο πρώην Κατηγορούμενος 2, προς το οποίο παρέδωσε το εναπομείναν, από τη ληστεία, εισαχθέν χρηματικό ποσό.

20.  Η παραμονή του Κατηγορούμενου 2 στο σημείο παράδοσης, ήταν ελάχιστου χρονικού διαστήματος, όσο δηλαδή ήταν αναγκαίο για να παραλάβει το χρηματικό ποσό και να εγκαταλείψει το σημείο, αφήνοντας την εκεί μόνη, παρά το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη ήταν θύμα ληστείας και βρισκόταν, προφανώς, σε ανάγκη βοήθειας και συμπαράστασης.

 

 

               Με γνώμονα την πιο πάνω, ενώπιόν μας, περιστατική μαρτυρία, είναι με ασφάλεια που καταλήγουμε ότι τούτη οδηγεί σε ένα και μόνο λογικό συμπέρασμα, και δη ότι η Κατηγορούμενη, κατά τις σαφείς δηλώσεις της ως προς τον σκοπό ή, σε μία περίπτωση, τον πιθανό σκοπό, της μεταφοράς των χρημάτων, εν γνώση της, προέβαινε σε αναληθή σχετική δήλωση επί ουσιώδους στοιχείου. Δεδομένης δε και της ανωτέρω, ήδη εκφρασθείσας, κρίσης μας ότι οι αποδιδόμενες από την Κατηγορούσα Αρχή στην Κατηγορούμενη επίδικες δηλώσεις, αποτελούν δικές της (της Κατηγορούμενης) σαφείς δηλώσεις, οι οποίες έγιναν στο πλαίσιο  συμπλήρωσης των δηλώσεων συναλλάγματος, οι οποίες ετοιμάστηκαν για σκοπούς της «άλλης νομοθεσίας», ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει την ενοχή της Κατηγορούμενης στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35 και 39.

 

               Όσο τώρα αφορά στις κατηγορίες 13 και 37, ομολογουμένως οι λεπτομέρειες τούτων θέλουν την Κατηγορούμενη να προέβη σε διαφορετική δήλωση από αυτή που προέκυψε ως σχετική αναληθή δήλωσή της από την ενώπιόν μας αποδεκτή μαρτυρία. Έχοντας, ωστόσο, υπόψη ότι η Υπεράσπιση, εν γνώση της ότι οι εν προκειμένω κατηγορίες απέδιδαν στην Κατηγορούμενη διαφορετική δήλωση από ότι οι σχετικοί τελωνειακοί λειτουργοί ανέφεραν (Μ.Κ.10 και Μ.Κ.14), αλλά και στις σχετικές δηλώσεις συναλλάγματος (Τεκμήρια 14 και 19) καταγράφεται, και, παρά ταύτα, οι συνήγοροί της αντεξέτασαν επαρκώς τους, σχετικούς με τις κατηγορίες αυτές, μάρτυρες, και δεδομένου ότι το ζητούμενο είναι το αν η Κατηγορούμενη προέβη σε αναληθή δήλωση επί ουσιώδους στοιχείου στο πλαίσιο διαδικασίας για σκοπούς της «άλλης νομοθεσίας», και όχι αυτή καθ’ αυτή η δήλωση, κρίνουμε, σε συμφωνία και με την εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι είναι κατάλληλη περίπτωση η Κατηγορούμενη να κριθεί ένοχη και στις εν προκειμένω κατηγορίες, χωρίς να καθίσταται ανάγκη τροποποίησής τους (βλ. άρθρο 85(1) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155), παρά μόνο με την διευκρίνιση ότι, στην κατηγορία 13, η Κατηγορούμενη αναληθώς δήλωσε σε τελωνειακό λειτουργό (Μ.Κ.14), στο πλαίσιο διαδικασίας που λάμβανε χώρα για σκοπούς της «άλλης νομοθεσίας», ότι εισήγαγε το ποσό των €390.000 για αγορά κινητής περιουσίας, αντί ακίνητης, που καταγράφεται στις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, και στην κατηγορία 37, υπό τις ίδιες περιστάσεις και για τον ίδιο σκοπό, προς τον Μ.Κ.10, ότι εισήγαγε το ποσό των €412.000 για πιθανή αγορά κινητής περιουσίας και για σκοπούς πληρωμής εργατικών εξόδων/καταβολή μισθοδοσίας, αντί για αγορά ακίνητης περιουσίας και πληρωμή εργατικών εξόδων/καταβολή μισθοδοσίας, που καταγράφεται στις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας.

 

               Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

(Υπ.)………………………………

Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.)…………………………….…

Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

 

(Υπ.)…………………….…………

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

           

 

 

 



[1] Στη Κύπρο το έντυπο αυτό είναι συνταγμένο στην Ελληνική και στην Αγγλική γλώσσα.

[2] Κατά τη δήλωσή συναλλάγματος, Τεκμήριο 14, ως λόγος μεταφοράς των χρημάτων, δηλώθηκε τόσο η πληρωμή εργατικών εξόδων/κάλυψη μισθοδοσίας όσο και η αγορά κινητής περιουσίας.

[3] Ως τούτος ορίστηκε στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης (ο Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος, Ν.94(Ι)/2004)

[4] Η σχετική έρευνά μας, τόσο στην κυπριακή και αγγλική νομολογία, αλλά και συγγράμματα, όσο και στην ενωσιακή νομολογία, δεν κατέδειξε η αρχή αυτή να έτυχε ποτέ εφαρμογής, εν είδει γενικής υπεράσπισης, σε ποινική δίκη, ως η Υπεράσπιση αιτιάται, εις τρόπο, δηλαδή, που να απαλλάσσει ένα κατηγορούμενο από τις ποινικές ευθύνες του σε σχέση με κατηγορία, που η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να αποδείξει, στη βάση μόνο του γεγονότος ότι τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν, στοιχειοθετούν και άλλο αδίκημα που προβλέπεται από ειδικότερο Νόμο. Τουναντίον, εκείνο που προέκυψε από τη σχετική νομολογία που ανηύραμε, είναι ότι η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής για σκοπούς ερμηνείας, εις τρόπο, που, εκεί που μεταξύ ενός γενικού νόμου και ενός ειδικού νόμου παρατηρείται διάσταση στην ερμηνεία κοινών προνοιών τους, υπερτερεί η σχετική πρόνοια του ειδικού νόμου (βλ. Italy v European Commission Joined Cases T-60/06 RENV II and T-62/06 RENV II, απόφαση ημερομηνίας 22.04.2016, Day and another v Governor of the Cayman Islands and another (Cayman Islands) [2022] All ER (D) 89 (Apr), R (on the application of Hallam) v Secretary of State for Justice; R (on the application of Nealon) v Secretary of State for Justice [2019] 2 All ER 841 και Μαρίζα Καϊλη κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 193/2020, απόφαση ημερομηνίας 04.06.2025)

[5] Άλλη (προγενέστερη) από την κατάθεση που έλαβε η Μ.Κ.16.

[6] Σελ. 24 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων υπεράσπισης.

[7] Υπογράμμιση δική μας, καθώς και όσες ακολουθούν.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο