ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M. M. F. κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10299/25, 20/4/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M. M. F. κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10299/25, 20/4/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:    Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                        Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

                        Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

 

Υπόθεση Αρ.: 10299/25

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

-ν-

1. M. M. F.

2. S. Q.

3. N. al Sh.

4. Gh.Al B.

5. J. Al.

Κατηγορουμένων

 

Ημερομηνία: 20 Απριλίου, 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου

Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Σιαηλής

Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Κ. Σοφοκλέους

Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Μ. Αθανασίου

Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Ι. Μερακλής

Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 5: παρόντες

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 5, αντιμετωπίζουν, από κοινού, αριθμό κατηγοριών (κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7), και, επιπλέον, οι Κατηγορούμενοι 3 και 5, αντιμετωπίζουν και τις κατηγορίες 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16, οι οποίες και προστέθηκαν στο Κατηγορητήριο, κατόπιν τροποποίησης, στη βάση σχετικής ενδιάμεσης απόφασης, ημερομηνίας 08.01.2026. Σοβαρότερο εκ των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν όλοι οι Κατηγορούμενοι, είναι αυτό της απόπειρας φόνου (κατηγορία 3).

 

Κρίνεται σημαντικό, στο σημείο αυτό, να υπομνησθεί ότι, οι κατηγορίες 1 μέχρι και 7, αφορούν ένα επεισόδιο, στο πλαίσιο του οποίου, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, επιχειρήθηκε να φονευθεί, με πυροβόλο όπλο, συγκεκριμένο πρόσωπο, καθώς επίσης και τέθηκε φωτιά σε 4 αυτοκίνητα, ιδιοκτησίας συγκεκριμένης εταιρείας. Στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης αυτής, εκδόθηκε ένταλμα έρευνας συγκεκριμένου υποστατικού, στην επαρχία Λευκωσίας (στο εξής «το υποστατικό»), η εκτέλεση του οποίου οδήγησε στην κατάσχεση διαφόρων τεκμηρίων, τα οποία αποτελούν τα αντικείμενα, για την κατοχή των οποίων οι Κατηγορούμενοι 3 και 5 αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες 8 μέχρι και 16.

 

Στη βάση των όσων σχετικών έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο πρώην Κατηγορούμενος 4, μετά την σύλληψη του στο πλαίσιο της διερεύνησης του πρώτου επεισοδίου, μέσω ανακριτικής κατάθεσης που του λήφθηκε, αναφέρθηκε στο υποστατικό, κατονομάζοντας τους Κατηγορούμενους 3 και 5, ως πρόσωπα που σχετίζονται με αυτό, και ή, εν πάση περιπτώσει, έχουν σε αυτό πρόσβαση. Των αναφορών του αυτών, ακολούθησε – κατόπιν σχετικής καθοδήγησης του πρώην Κατηγορούμενου 4 - η μεταφορά του στο σημείο, όπου και υπέδειξε τούτο, γεγονός που αναφέρθηκε στον όρκο που ετοιμάστηκε από αστυφύλακα προς υποστήριξη του αιτήματος για την έκδοση του εντάλματος έρευνας του υποστατικού.

 

Κρίνεται επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι, ο πρώην Κατηγορούμενος 4, κατά την σύλληψη του, ήταν τέτοιας ηλικίας που ενέπιπτε στον όρο «Παιδί σε Σύγκρουση με το Νόμο», ως αυτός προβλέπεται στον Νόμο που Προβλέπει για την Εγκαθίδρυση Συστήματος Ποινικής Δικαιοσύνης Φιλικής προς τα Παιδιά που Βρίσκονται σε Σύγκρουση με τον Νόμο, Ν.55(I)/2021 (στο εξής «ο Νόμος»).  Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, κατόπιν παραδοχής του στην κατηγορία 17 (την μόνη που αντιμετώπιζε[1]), στον Κατηγορούμενο 4 επιβλήθηκε ποινή, με αποτέλεσμα η  παρούσα διαδικασία, γι’ αυτόν, να περατωθεί. Ακολούθως, τούτος αποτέλεσε τον πρώτο μάρτυρα κατηγορίας, η μαρτυρία του οποίου περατώθηκε.

 

Κατά το στάδιο που κατέθετε ενόρκως ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.2 - Αστ. 1779, Φ. Η.), επιχειρήθηκε, μέσω του, να κατατεθούν ως τεκμήρια διάφορα αντικείμενα τα οποία κατασχέθηκαν κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στο υποστατικό. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν έφεραν ένσταση στο εγχείρημα, ενώ οι Κατηγορούμενοι 3 και 5, μέσω των συνηγόρων τους, έφεραν ένσταση σε αυτό.

 

Πιο συγκεκριμένα, στη βάση των τοποθετήσεων των συνηγόρων των εν προκειμένω Κατηγορουμένων, δεν ζητείται από το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει τη νομιμότητα έκδοσης του εντάλματος έρευνας, ούτε και να τεθεί εν αμφιβόλω η ορθότητα της διαδικασίας εκτέλεσής του. Εκείνο που προβάλλεται προς υποστήριξη της υπό εξέταση ένστασης είναι ότι, στον όρκο που ετοιμάστηκε προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση του εντάλματος έρευνας, συμπεριελήφθη αναφορά ως προς την υπόδειξη σκηνών στην οποία προέβη ο πρώην Κατηγορούμενος 4, η διαδικασία της οποίας (της υπόδειξης σκηνών), κατά τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 3 και 5, πάσχει από παρανομία, καθότι ο πρώην Κατηγορούμενος 4, κατά παράβαση του Νόμου (ως αυτός ορίστηκε ανωτέρω), δεν συνοδευόταν, τη δεδομένη στιγμή, από συνήγορο της επιλογής του.

 

Προς επίρρωση της εν προκειμένω θέσης τους - περί παρανομίας της όλης διαδικασίας υπόδειξης σκηνών - οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3 και 5 παρέπεμψαν στις πρόνοιες των άρθρων 7 και 27 του Νόμου, στη βάση των οποίων, «παιδί σε σύγκρουση με τον Νόμο έχει δικαίωμα εκπροσώπησης από δικηγόρο σε κάθε διαδικασία που προβλέπεται στον Νόμο, είτε ενώπιον Δικαστηρίου είτε εξωδικαστικώς»[2], του οποίου δικαιώματος δεν επιτρέπεται να παραιτηθεί[3], δικαίωμα που του παρέχεται και κατά το ανακριτικό στάδιο[4] και «σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν παρίσταται δικηγόρος, η διεξαγωγή ανάκρισης του παιδιού ή η λήψη κατάθεσης από το παιδί αναβάλλεται για εύλογο χρονικό διάστημα, μέχρι να παραστεί ο δικηγόρος του[5]».

 

Με παραπομπή στα ανωτέρω άρθρα του Νόμου, οι εν προκειμένω συνήγοροι εισηγήθηκαν ότι η υπόδειξη σκηνών από τον πρώην Κατηγορούμενο 4, ως διαδικασία, δεδομένου του γεγονότος ότι διεξήχθη χωρίς την παρουσία του συνηγόρου του, περιβάλλεται από παρανομία, και δεδομένης της συμπερίληψης, στον όρκο, που υποστήριξε το αίτημα έκδοσης του εντάλματος έρευνας, του γεγονότος της υπόδειξης σκηνών, η όλη διαδικασία έκδοσης του εντάλματος έρευνας του υποστατικού, επιμολύνθηκε, σε τέτοιο βαθμό, που συμπαρασύρεται η όλη διαδικασία, με αποτέλεσμα τα κατασχεθέντα, κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, τεκμήρια, να αποτελούν μη αποδεκτή μαρτυρία.

 

Μετά την υποβολή της ανωτέρω ένστασης, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3 και 5, για να αποφευχθεί η διαταγή διεξαγωγής δίκης εντός δίκης, προχώρησαν και δήλωσαν σχετικά παραδεκτά γεγονότα, ως κοινό έδαφος, τα οποία, συνοπτικώς, έχουν ως εξής:

 

·         Ο πρώην Κατηγορούμενος 4, κατά τον χρόνο που βρισκόταν υπό κράτηση και προέβη στην υπόδειξη σκηνών, αποτελούσε Παιδί σε Σύγκρουση με τον Νόμο, ως η ιδιότητα αυτή προβλέπεται στον Νόμο.

·         Κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, στην παρουσία, τη δεδομένη στιγμή, του συνηγόρου του, ο πρώην Κατηγορούμενος 4 απάντησε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν.

·         Μετά το πέρας της λήψης της κατάθεσης του, ζητήθηκε από τον πρώην Κατηγορούμενο 4 να προβεί σε υπόδειξη σκηνών σε σχέση με χώρους στους οποίους αναφέρθηκε στην κατάθεση του.

·         Ένας από τους χώρους αυτούς αφορούσε και το υποστατικό, για το οποίο είχε δηλώσει, στην κατάθεση του, ότι δεν γνώριζε την ακριβή διεύθυνση του, ούτε και μπορούσε να κατονομάσει το χωριό στο οποίο βρισκόταν.

·         Εκείνη τη στιγμή, όταν, δηλαδή, του ζητήθηκε να προβεί σε υπόδειξη σκηνών, ο δικηγόρος του ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν να μεταβεί και ο ίδιος μαζί του, και ότι, στην περίπτωση που ο πρώην Κατηγορούμενος 4 το επιθυμούσε, μπορούσε να τον καλέσει στο τηλέφωνο.

·         Ακολούθως, ο πρώην Κατηγορούμενος 4 καθοδήγησε μέλη του Τ.Α.Ε., χωρίς την παρουσία του δικηγόρου του, και μετέβηκαν στο υποστατικό, στο χωριό Δένεια, το οποίο και υπέδειξε.

·         Στη βάση του όρκου που υποστήριξε το σχετικό αίτημα, εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας του υποστατικού, στον οποίο όρκο (Τεκμήριο Β για σκοπούς της υπό εξέτασης ενδιάμεσης διαδικασίας), μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε και ότι «Ο [πρώην Κατηγορούμενος 4] αφού προέβηκε σε υπόδειξη του [υποστατικού] εντοπίστηκε ο ιδιοκτήτης του [αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη  και ο αριθμός ταυτότητας του] από το χωριό Δ. της επαρχίας Λευκωσίας, ο οποίος ανέφερε ότι το έχει ενοικιάσει [στον Κατηγορούμενο 3]», και

·         Τα κατασχεθέντα, κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, τεκμήρια, οδήγησαν στην εξασφάλιση μαρτυρίας η οποία είναι ουσιαστικής σημασίας για απόδειξη των κατηγοριών 8 – 16 - τις οποίες αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 3 και 5 -, οι οποίες προστέθηκαν στο Κατηγορητήριο στη βάση έγκρισης σχετικού αιτήματος τροποποίησης, στις 08.01.2026.

 

Στη βάση των ανωτέρω παραδεκτών γεγονότων, και με γνώμονα την ανωτέρω αναφερόμενη ένσταση των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 3 και 5, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως η ένσταση απορριφθεί για τρεις λόγους. Κατά τον εν προκειμένω εκπρόσωπο, έκαστος εκ των δύο πρώτων λόγων, από μόνος του, δικαιολογεί την απόρριψη της ένστασης. Διαζευκτικώς, και δη στην περίπτωση που κανένας εκ των δύο αυτών λόγων δεν γίνει δεκτός, η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί στη βάση του τρίτου λόγου που προέβαλε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. Τούτοι έχουν ως εξής:

1.    Η επικαλούμενη από πλευράς των Κατηγορουμένων 3 και 5 παρανομία που περιβάλλει τη διαδικασία της υπόδειξης σκηνών, δεν έχει αιτιώδη συνάφεια με την ανεύρεση των κατασχεθέντων τεκμηρίων, καθότι τούτη (η παρανομία), αποδίδεται στην Αστυνομία, ενώ η υπόδειξη σκηνών, ως διαδικασία, έχει αυτόνομη πηγή, δηλαδή τον πρώην Κατηγορούμενο 4,

2.    Σε κάθε περίπτωση, η υπόδειξη σκηνών δεν συνιστά ανακριτική ενέργεια, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Νόμου. Και τούτο γιατί, δεν επρόκειτο για μια ανεξάρτητη, αυτόνομη, ενέργεια του πρώην Κατηγορούμενου 4, για την οποία θα έπρεπε να συνοδεύεται από δικηγόρο, αλλά για μια άρρηκτα συνυφασμένη, με την ληφθείσα από αυτόν ανακριτική κατάθεση, ενέργεια, κατά τη λήψη της οποίας (της κατάθεσης), ο πρώην Κατηγορούμενος 4 συνοδευόταν από τον δικηγόρο του. Προς τούτο, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι, η υπόδειξη σκηνών αφορούσε συγκεκριμένο υποστατικό, στο οποίο ο πρώην Κατηγορούμενος 4, ειδικώς, αναφέρθηκε στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσης του, σε χρόνο, που, μαζί του, βρισκόταν και ο συνήγορος του, και

3.    Στην περίπτωση που οι ανωτέρω δύο λόγοι ένστασης δεν γίνουν δεκτοί, στη βάση των αρχών που καθιερώθηκαν μέσω της νομολογίας των ανώτερων Δικαστηρίων της Δημοκρατίας (βλ. David Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 186), οι οποίες διέπουν την αποδεκτότητα ή μη μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση νόμου (όχι συνταγματικού δικαιώματος κατηγορουμένου), η ένσταση των Κατηγορουμένων 3 και 5 δεν πρέπει να γίνει δεκτή, καθότι, ο όποιος, τυχόν, δυσμενής επηρεασμός (prejudicial effect) των εν προκειμένω Κατηγορουμένων, δεν υπερισχύει της αποδεικτικής αξίας (probative value) της επιχειρούμενης προς προσκόμιση μαρτυρίας, για σκοπούς της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Έχουμε ακούσει και εξετάσει με μεγάλη προσοχή όλα τα επιχειρήματα αμφοτέρων των πλευρών, με γνώμονα, πάντα, την σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα αγγλική και κυπριακή νομολογία.

 

Δεδομένης της μη επίκλησης από πλευράς των Κατηγορουμένων 3 και 5 παράβασης οποιουδήποτε συνταγματικού δικαιώματός τους, ή, έστω, συνταγματικού δικαιώματος του πρώην Κατηγορούμενου 4, παρά μόνο νομικού δικαιώματος του τελευταίου, παρέλκει η εδώ ειδική ενασχόληση με τα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Αστυνομία ν. Γιάλλουρος (1992) 2 Α.Α.Δ. 147 και Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά. (1994) 2 Α.Α.Δ. 37, στη βάση των οποίων, μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, δεδομένων των προνοιών των διατάξεων των Άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν είναι αποδεκτή ενώπιον των Δικαστηρίων.

 

Στη βάση της μόλις πιο πάνω διευκρίνισης, θα μπορούσε κάποιος να εισηγηθεί ότι το εδώ ζητούμενο (η αποδεκτότητα ή μη, ως μαρτυρία, των αντικειμένων που επιδιώκει η Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου), θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση των σχετικών αρχών του Κοινοδικαίου, ως τούτες αναγνωρίστηκαν ως εφαρμοστέες και στην Κύπρο, στην υπόθεση David Parris (ανωτέρω).  

 

Ωστόσο, για τους λόγους που θα εξηγήσουμε ευθύς αμέσως, για την υπό εξέταση περίπτωση, δεν κρίνουμε ότι είναι αναγκαία μια τέτοια διεργασία από πλευράς του Δικαστηρίου. Και τούτο γιατί, ανεξαρτήτως της ξεκάθαρης τοποθέτησης των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 3 και 5 ότι δεν αμφισβητείται η ορθότητα της έκδοσης του εντάλματος έρευνας, εν τούτοις, αυτό είναι που, στην ουσία, αμφισβητείται μέσω της υπό εξέταση ένστασής τους. Ως εξόφθαλμα ανέφερε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 5, κατά τη σχετική τοποθέτησή του ενώπιον του Δικαστηρίου, με το οποίο συμφώνησε και η συνήγορος του Κατηγορούμενου 3, η επικαλούμενη παρανομία που περιβάλλει τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών, επενήργησε ως επιμόλυνση του μαρτυρικού υλικού που υποστήριξε το αίτημα για έκδοση του εντάλματος έρευνας, με αποτέλεσμα τούτο (το ένταλμα), να εκδόθηκε επί επιμολυσμένης μαρτυρίας. Κατά τη σχετική αναφορά του, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 5 ανέφερε ότι, η υπόδειξη σκηνών «εντάσσεται στον πυρήνα της ποινικής διερεύνησης, έχει άμεσες και αποδεικτικές συνέπειες, και λειτούργησε ως γενεσιουργός αιτία για την έκδοση του εντάλματος έρευνας», η εκτέλεση του οποίου οδήγησε στην ανεύρεση και, ακολούθως, στην κατάσχεση των τεκμηρίων, κάποια εκ των οποίων αποτελούν τα τεκμήρια που επιδιώκεται να κατατεθούν στη βάση της σχετικής, εκκρεμούσας, ερώτησης του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής προς τον Μ.Κ.2.

 

Εν πάση περιπτώσει, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους των Κατηγορούμενων 3 και 5, αδυνατούμε να κατανοήσουμε πως η όποια τυχόν παρανομία που περιβάλλει τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών από τον πρώην Κατηγορούμενο 4, θα μπορούσε να αποτελεί επιμόλυνση οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας, παρά μόνο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση του εντάλματος έρευνας. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι η κατάσχεση από την Αστυνομία, των αντικειμένων που επιχειρείται να κατατεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια, δεν έγινε στο πλαίσιο της διαδικασίας υπόδειξης σκηνών, αλλά στο πλαίσιο της μετέπειτα εκτέλεσης εντάλματος έρευνας του υποστατικού, η νομιμότητα της έκδοσης του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, μέσω νενομισμένης διαδικασίας, από οποιονδήποτε διάδικο, πόσω μάλλον από τον Κατηγορούμενο 3, ο οποίος φέρεται να είναι ο κάτοχος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, του υποστατικού. Δηλαδή, πρώτα έγινε η υπόδειξη σκηνών, ακολούθως ετοιμάστηκε ο όρκος που υποστήριξε το αίτημα για έκδοση του εντάλματος έρευνας - στο πλαίσιο του οποίου έγινε και η ανωτέρω αναφορά - έπειτα εκδόθηκε το ένταλμα, και στο πλαίσιο της εκτέλεσής του, ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα αντικείμενα που επιχειρείται να κατατεθούν ως τεκμήρια.

 

Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως των διαφόρων, σχετικών, θέσεων που προέβαλαν οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3 και 5, εκείνο που στην ουσία προβάλλουν ως λόγο ένστασης στην κατάθεση των τεκμηρίων, είναι την επιμόλυνση του μαρτυρικού υλικού που υποστήριξε την αίτηση για έκδοση του εντάλματος έρευνας, δηλαδή την ποιότητα της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ποινική Έφεση αρ. 268/2015, συνεκδικαζόμενη με τις Ποινικές Εφέσεις 298/2015, 304/2015 και 307/2015, μεταξύ Στυλιανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 13.12.2018:

«Σταθερή είναι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι το Κακουργιοδικείο στερείται δικαιοδοσίας άμεσα ή έμμεσα να αναθεωρήσει την εγκυρότητα δικαστικών αποφάσεων ή διατάξεων που εκδίδονται από άλλα πρωτοβάθμια Δικαστήρια (βλ. Ellinas v. The Republic (1989) 1 C.L.R. 17, Al-Hamad ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 117, Λοϊζου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 247/18 ημερ. 2.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B425).  

Αναθεώρηση δικαστικής απόφασης είναι δυνατή μόνο μέσω (α) έφεσης, όπου παρέχεται τέτοιο δικαίωμα και (β) με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Αμφότερες οι διαδικασίες ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Κακουργιοδικείο “το μόνο ερώτημα που είχε να απαντήσει ήταν κατά πόσο η εξουσιοδότηση που παρείχε το ένταλμα ερεύνης είχε απωλέσει το νομικό του έρεισμα. Η ύπαρξη προϋποθέσεων για την έκδοση του εντάλματος – συμπεριλαμβανομένης και της ποιότητας της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστή[6] – μπορεί να ελεγχθεί μόνο στα πλαίσια διαδικασίας για τον έλεγχο της εγκυρότητας του δικαστικού εντάλματος” (βλ. Al-Hamad (άνω)).

 

            Διαφορετικά, ενδεχομένως, να αντικρίζαμε το θέμα, αν η ένσταση προβάλλετο σε σχέση με αυτή καθ’ αυτή τη μαρτυρία που άπτεται της υπόδειξης σκηνών και δη το αποδεκτό ή μη των όσων, κατά την συγκεκριμένη διαδικασία διαμείφθηκαν μεταξύ του πρώην Κατηγορούμενου 4 και των μελών της Αστυνομίας ή άλλων προσώπων και ή υποδείχθηκαν από τον πρώτο, αν τούτα επιχειρείτο να κατατεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου εν είδει μαρτυρίας, ζήτημα για το οποίο δεν αποφαινόμαστε, ούτε και εκφράζουμε γνώμη, ενόψει του εντελώς διαφορετικού εγχειρήματος που εδώ εξετάζουμε.

 

            Δεδομένης ακριβώς της φύσης του υπό εξέταση αιτήματος, και του γεγονότος ότι η προς κατάθεση μαρτυρία ανευρέθηκε και λήφθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, του οποίου η έκδοση δεν αμφισβητήθηκε μέσω της μόνης επιτρεπόμενης οδού (αναφορά στην οποία γίνεται ανωτέρω), και του οποίου η εκτέλεση, επίσης δεν αμφισβητείται, ως ρητώς και ευθαρσώς αναφέρθηκε από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 3 και 5, τα όσα προβλήθηκαν από τους συνηγόρους των τελευταίων προς υποστήριξη της υπό εξέταση ένστασής τους, δεν δικαιολογούν την έγκριση της.

 

            Εν πάση περιπτώσει, και να ήθελε κάποιος να ισχυριστεί ότι το υπό εξέταση ζητούμενο δεν άπτεται της ποιότητας της μαρτυρίας που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστού που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η εξέταση, από το παρόν Δικαστήριο, της επικαλούμενης, από πλευράς των Κατηγορουμένων 3 και 5, παρανομίας, και πάλι η ένσταση δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή, καθότι το ζήτημα, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, θα έπρεπε να εξεταστεί στη βάση των αρχών του Κοινοδικαίου, ως τούτες υιοθετήθηκαν στην υπόθεση David Parris (ανωτέρω). Σύμφωνα με τις εν προκειμένω αρχές, όταν η επικαλούμενη παρανομία στην εξασφάλιση μαρτυρίας δεν αφορά σε παράβαση συνταγματικού θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος, αλλά σε άλλο νομικό δικαίωμα ή άδικο τρόπο λήψης, τότε, το αποδεκτό ή μη της μαρτυρίας αυτής, εξαρτάται από το εύρος του δυσμενούς επηρεασμού του Κατηγορούμενου από την εν προκειμένω παρανομία ή αδικία, σε αντιδιαστολή με την αποδεικτική αξία της σκοπούμενης προς κατάθεση μαρτυρίας, νοουμένου, πάντα, ότι τούτη (η μαρτυρία) είναι σχετική με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης (βλ. David Parris ανωτέρω).

 

            Στην  υπό εξέταση περίπτωση τίποτα δεν έχει αναφερθεί που να θέλει τους Κατηγορούμενους 3 και 5, να έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό συνεπεία της επικαλούμενης παρανομίας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, ως ήδη σημειώθηκε και στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, αφορά σε δικαιώματα του πρώην Κατηγορούμενου 4, ως υπόπτου κατά τον χρόνο της υπόδειξης των σκηνών, σε αντιδιαστολή με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας για σκοπούς της Κατηγορούσας Αρχής, δεδομένης και της κοινής θέσης των μερών, κατά την παράθεση των παραδεκτών γεγονότων, ότι τα κατασχεθέντα, κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, τεκμήρια (μεταξύ των οποίων και αυτά που επιχειρείται να κατατεθούν μέσω της εκκρεμούσας ερώτησης προς τον Μ.Κ.2), αποτελούν τα αντικείμενα για τα οποία, οι Κατηγορούμενοι 3 και 5, κατηγορούνται στις κατηγορίες 8 μέχρι και 16. Υπενθυμίζουμε, στο σημείο αυτό, ότι, σύμφωνα με τη σχετική θέση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, με την οποία συμφώνησαν και οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3 και 5, τα προς κατάθεση τεκμήρια, καθώς και κάθε άλλο αντικείμενο που κατασχέθηκε κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, υπέχουν «ουσιαστικής σημασίας» για την απόδειξη συγκεκριμένων κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι εν προκειμένω Κατηγορούμενοι.

 

            Κατά συνέπεια, και για αυτό το λόγο, αν ήθελε η ανωτέρω αρχική μας κρίση ανατραπεί εφετειακώς, η ένσταση δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή.

 

            Επομένως, η ένσταση απορρίπτεται.

 

 

(Υπ.) ……………………..………………

Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.) ……………………………………..

Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

 

(Υπ.) ……………………………………..

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 



[1] Οι άλλες δύο κατηγορίες που αντιμετώπιζε (κατηγορίες 2 και 7), διακόπηκαν, με αποτέλεσμα να απαλλαγεί από αυτές.

[2] Άρθρο 7(1) του Νόμου.

[3] Άρθρο 7(4) του Νόμου.

[4] Άρθρο 7(3) του Νόμου.

[5] Άρθρο 27(4) του Νόμου.

[6] Η υπογράμμιση δική μας.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο