Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας
Αρ. Υποθ: 4664/26
Μεταξύ :
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
και
THI TRANG LUU
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη
Για Κατηγορούμενη: κ. Γιάγκου
Ημερομηνία: 03/07/2026
Τελική Απόφαση
- Οι Κατηγορίες :
Η Κατηγορούμενη με το παρόν Κατηγορητήριο αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία που αφορά την παράνομη παραμονή αλλοδαπού στην Δημοκρατία, χωρίς άδεια του Διευθυντή, κατά παράβαση του άρθρου 19(1)(λ) του Κεφ. 105, η Κατηγορούμενη δήλωσε παραδοχή. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Κεφ. 154, η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε ακρόαση.
- Η Μαρτυρία:
Προς απόδειξη της δεύτερης κατηγορίας έδωσαν μαρτυρία τρεις μάρτυρες κατηγορίας:
1) H κα Κάκια Λεοντίου, Αστυφύλακας (Μ.Κ 1)
2) Η κα Παναγιώτα Ηρακλέους ( Μ.Κ 2)
3) Ο κ. Ανδρέας Κυριάκου ( Μ.Κ 3)
Η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και επέλεξε να δώσει η ίδια ενόρκως μαρτυρία ( Μ.Υ 1). Ως μάρτυρα υπεράσπισης κάλεσε περαιτέρω τον κ. Σοφοκλής Γεωργίου (M.Y 2).
Να σημειωθεί ότι η πλευρά της Κατηγορουμένης δήλωσε ρητά ότι παραδέχεται και συνακόλουθα εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο των καταθέσεων του κ. Μάριου Παπαφυλακτού ( η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4) και του κ. Νίκου Νικολάου (η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5).
Η Μ.Κ 1 κατέθεσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης δύο γραπτές καταθέσεις της, οι οποίες σημειώθηκαν ως Έγγραφο Α. Η μάρτυρας ανέφερε ότι στις 13/05/2026 ενώ ήταν σε υπηρεσία έλαβε πληροφορία ότι κατά την παραλαβή της Κατηγορούμενης ως κρατούμενης στα κρατητήρια ΧΩΚΑΜ στην Μενόγεια, εντοπίστηκε στην κατοχή της το χρηματικό ποσό των €11,950 σε διάφορα χαρτονομίσματα και μεγάλος αριθμός κοσμημάτων για τα οποία δεν έδινε επαρκείς εξηγήσεις αναφορικά με τον τρόπο που βρέθηκαν στην κατοχή της. Στο πλαίσιο της κατάθεσης της κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, κατάλογο με τα 33 τεκμήρια που ουσιαστικά αποτελούν την κινητή περιουσία που ανευρέθηκε στην κατοχή της Κατηγορούμενης. Τα εν λόγω τεκμήρια κατατέθηκαν εντός φακέλου και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 2. Η μάρτυρας έλαβε επίσης κατάθεση από την ίδια την Κατηγορούμενη, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπάρχει ο οποιοσδήποτε παραπονούμενος που να ισχυρίζεται ότι είναι δική του η περιουσία της Κατηγορούμενης.
H M.K 2 κατέθεσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Η μάρτυρας ανέφερε ότι υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου και είναι αποσπασμένη στο ΧΩΚΑΜ Λίμνες. Είναι υπεύθυνη στο Γραφείο Παραλαβής. Στις 13/05/2026 προέβη σε έλεγχο της Κατηγορούμενης κατά την εισαγωγή της στο ΧΩΚΑΜ. Εναντίον της εκκρεμούσε διάταγμα κράτησης και απέλασης. Κατά τη διάρκεια της εισαγωγής της ρωτήθηκε η θρησκεία της και ανέφερε ότι είναι Βουδίστρια. Κατά τον έλεγχο των προσωπικών και περιουσιακών της αντικειμένων εντοπίστηκαν πολλά χρήματα και κοσμήματα στην κατοχή της. Μάλιστα μεταξύ των κοσμημάτων της ανευρέθηκαν και σταυροί, όπως επίσης και μενταγιόν με την Παναγία. Η μάρτυρας διευκρίνισε ότι τα κοσμήματα βρέθηκαν μέσα στις βαλίτσες της σε χαρτομάντηλα και κάλτσες. Η Κατηγορούμενη ρωτήθηκε σχετικά και απάντησε ότι τα απέκτησε από την εργασία της. Οι εξηγήσεις της Κατηγορούμενης δεν ικανοποίησαν την μάρτυρα. Κατά την αντεξέταση της μάρτυρος υποβλήθηκε σε αυτή η θέση ότι δεν ήταν αντικειμενική η κρίση της περί ύπαρξης εύλογης υποψίας ότι η περιουσία της Κατηγορούμενης ήταν κλοπιμαία.
Ο Μ.Κ 3 κατέθεσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του ημερομηνίας 19/05/2026, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι παρέλαβε από την αποθήκη τεκμηρίων δύο δαχτυλίδια τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 2.2 και 2.6 και μετέβη μαζί με την Κατηγορούμενη στην Μέσα Γειτονιά Λεμεσού προκειμένου να του υποδείξει από πιο κοσμηματοπωλείο τα αγόρασε. Η Κατηγορούμενη υπέδειξε συγκεκριμένο κοσμηματοπωλείο. Ο μάρτυρας εισήλθε εντός αυτού και υπέδειξε τα συγκεκριμένα δαχτυλίδια στον ιδιοκτήτη του καταστήματος. Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος ανέφερε ότι τα δαχτυλίδια είναι 25 ετών και ουδέποτε είχαν αγοραστεί από το κατάστημα του.
Αφού κλήθηκε σε απολογία, η Κατηγορούμενη έδωσε μαρτυρία κατόπιν της δοθείσας βεβαιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 50 (2) του Ν. 14/60. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε και υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση ( τεκμήριο 3). Σύμφωνα με την κατάθεση της η μάρτυρας αναφέρει ότι ήρθε στην Κύπρο το έτος 2017. Αρχικά έμενε στις κατεχόμενες περιοχές για περίοδο 5 ετών και ακολούθως μετακόμισε στη Λεμεσό. Όλη αυτή την περίοδο εργαζόταν καθαρίζοντας σπίτια. Όπως αναφέρει καθάριζε περί τα 3 σπίτια κάθε μέρα, εργαζόμενη περί τις 10 - 12 ώρες την ημέρα. Από την εν λόγω εργασία της ανέφερε ότι κέρδιζε περί τις €3,000 το μήνα, ενώ τα μηνιαία έξοδα της συμπεριλαμβανομένου του ενοικίου ανερχόταν σε €300. Τα χρήματα που ανευρέθηκαν στην κατοχή της, ήταν οι αποταμιεύσεις της από την εργασία της. Όπως αναφέρει δεν εξέδιδε αποδείξεις για την εργασία της. Ισχυρίζεται ότι και τα κοσμήματα που ανευρέθηκαν στην κατοχή της είναι όλα δικά της. Ο πρώην εργοδότης της, της έδωσε ένα δαχτυλίδι το οποίο άνηκε στην αποβιώσασα μητέρα του. Το εν λόγω δαχτυλίδι έχει χαραγμένη ημερομηνία στο εσωτερικό του μέρος. Επίσης δύο από τα δαχτυλίδια τα αγόρασε από κοσμηματοπωλείο στην Μέσα Γειτονιά στην Λεμεσό. Δεν θυμάται το όνομα του Κοσμηματοπωλείου. Κόστισαν περί τα €400 το καθένα αλλά δεν έχει αποδείξεις πληρωμής τους. Ένα ασημένιο σταυρό αναφέρει ότι τον αγόρασε από κοσμηματοπωλείο κοντά στην Μαρίνα. Δεν θυμάται όμως ούτε το όνομα του, ούτε την τιμή αγοράς του σταυρού. Επίσης αναφέρει ότι τρία πλαστικά δαχτυλίδια τα αγόρασε από το παζαράκι για €10 το καθένα. Τα υπόλοιπα κοσμήματα τα έφερε από το Βιετνάμ και την κατεχόμενη Κύπρο. Η αντεξέταση της Κατηγορούμενης από την Κατηγορούσα Αρχή επικεντρώθηκε στην αμφισβήτηση της νομιμότητας και προέλευσης των χρημάτων, κοσμημάτων και κινητών τηλεφώνων που βρέθηκαν στην κατοχή της. Η Κατηγορούμενη επέμεινε ότι τα απέκτησε από την εργασία της από αγορές, από αντικείμενα που έφερε από το Βιετνάμ, ή ως δώρα από πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε δεσμό στα κατεχόμενα, ενώ αρνήθηκε ότι τα κατείχε παράνομα.
Ο Μ.Υ 2, κατέθεσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του την γραπτή του κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει την Κατηγορούμενη καθότι περί το έτος 2014 βρισκόταν στο χωριό του και καθάριζε σπίτια. Ισχυρίζεται ότι το 2014 μετά το θάνατο της μητέρας του και ενώ καθάριζαν το σπίτι της, βρήκαν ένα δαχτυλίδι της χρώματος χρυσό και της το χάρισε. Δεν θυμάται την περιγραφή του δαχτυλιδιού. Δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το δαχτυλίδι ανάμεσα στα ανευρεθέντα δαχτυλίδια στην κατοχή της Κατηγορούμενης.
- Αξιολόγηση της Μαρτυρίας:
Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ( βλ. Al Ittihad Al Watani κ.ά. v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1924). Σημειώνω ότι είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον κάθε ένα από τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης. Η εντύπωση που αποκόμισα για τον κάθε μάρτυρα, από τις αντιδράσεις τους και τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, είναι με βάση πάγια Νομολογιακή Αρχή, εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας τους (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση εκάστης μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της. Η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα αντιπαραβάλλεται και συγκρίνεται με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Φώτσιου ν Ηροδότου (2010) 1Β ΑΑΔ 1172).
Αναφορικά με την Μ.Κ 1, σημειώνω ότι η μάρτυρας είναι η εξετάστρια της υπόθεσης. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την περιουσία που ανευρέθηκε στην κατοχή της Κατηγορούμενης και δεν αμφισβητείται. Η κατάθεση που επίσης έλαβε από την Κατηγορούμενη και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 δεν αμφισβητήθηκε. Κατά την κρίση μου δεν έχει διαπιστωθεί κανένας λόγος που να κλονίζει την αξιοπιστία της μάρτυρος. Κατ’ επέκταση η μάρτυρας κρίνεται ως αξιόπιστη.
Αναφορικά με την Μ.Κ 2, σημειώνω ότι ήταν η Αστυφύλακας που βρήκε τα περιουσιακά στοιχεία της Κατηγορούμενης κατά την εισαγωγή της στο ΧΩΚΑΜ Λίμνες. Η αμφισβήτηση της μάρτυρας δεν επεκτάθηκε στα γεγονότα που κατέθεσε αλλά περιορίστηκε στο εύλογο της υποψίας της περί του κλοπιμαίου της περιουσίας που ανευρέθηκε στην κατοχή της Κατηγορούμενης. Η μάρτυρας έδωσε πειστική εξήγηση για το λόγο για τον οποίο της εγέρθηκαν οι υποψίες. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι πέραν της αξίας της περιουσίας που βρισκόταν στην κατοχή της, σε αυτήν ανευρέθηκαν σταυροί και μενταγιόν με την Παναγία ενώ δήλωσε ρητά ότι είναι Βουδίστρια. Η μάρτυρας δεν υπέπεσε σε καμία ουσιώδη αντίφαση, η οποία να είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της. Συνεπώς κρίνω την μάρτυρα αξιόπιστη.
Αναφορικά με τον Μ.Κ 3, αυτός είναι ο Λοχίας της Αστυνομίας που επιχείρησε να επιβεβαιώσει την αλήθεια ενός ισχυρισμού που έδωσε η Κατηγορούμενη περί αγοράς δύο συγκεκριμένων δαχτυλιδιών της από κοσμηματοπωλείο που υπέδειξε στην Λεμεσό. Ο μάρτυρας ανέφερε ρητά ότι ο ιδιοκτήτης του κοσμηματοπωλείου του ανέφερε ότι τα εν λόγω δύο δαχτυλίδια ουδέποτε αγοράστηκαν από το κοσμηματοπωλείο του. Ο εν λόγω ισχυρισμός του μάρτυρα υποστηρίζεται από τη δηλωθείσα ως παραδεκτό γεγονός κατάθεση του κ. Παπαφυλακτού, ιδιοκτήτη του κοσμηματοπωλείου ( βλέπε Τεκμήριο 4: “Τα δαχτυλίδια αυτά ουδέποτε αγοράστηκαν από το κατάστημα μου. Γενικά τα εν λόγω δαχτυλίδια αποκλείεται να αγοράστηκαν από κατάστημα τα τελευταία τρία χρόνια”). Η μαρτυρία του Μ.Κ 3 παρέμεινε ακλόνητη και σταθερή κατά την αντεξέταση του. Ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος.
Αναφορικά με την Κατηγορούμενη, επισημαίνω ότι η μαρτυρία της βρίθει από ασυνάρτητες, αόριστες και μη πειστικές τοποθετήσεις. Η Κατηγορούμενη δήλωσε ότι ως θρησκεία ακολουθεί το Βουδισμό. Μάλιστα ζήτησε όπως, δώσει την νενομισμένη διαβεβαίωση αντί να ορκιστεί στο Ευαγγέλιο, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της. Εντούτοις, στην περιουσία της ανευρέθηκαν σταυροί και χρυσά μενταγιόν με την Παναγία μεγάλης αξίας, χιλιάδων ευρώ. Ενδεικτικά και μόνο το μενταγιόν με την Παναγία το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 2.9 εκτιμήθηκε στα €700 και αυτό που κατατέθηκε ως τεκμήριο 2.20 εκτιμήθηκε στα €1,400. Καμία πειστική εξήγηση δεν δόθηκε από τη μάρτυρα γιατί ανευρέθηκαν Χριστιανικά σύμβολα μεγάλης αξίας στην κατοχή της. Όταν ρωτήθηκε σχετικά η απάντηση που έδωσε, με όλο το σεβασμό, δεν μπορεί να αντέξει στη βάσανο της λογικής. Από την μία δηλώνει μη Χριστιανή, από την άλλη προκειμένου να δικαιολογήσει την κατοχή των εν λόγω θρησκευτικών κειμηλίων, δεν δίστασε να αναφέρει ότι καθώς βρισκόταν στην Κύπρο, σκέφτηκε να ακολουθεί την θρησκεία που υπάρχει εδώ. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σχετικό απόσπασμα από την μαρτυρία της:
E. Τα φορούσες συχνά;
A. Ναι, συχνά. Ακόμα και όταν πήγαινα στη δουλειά, τα φορούσα.
E. Και τους σταυρούς και τις καδένες με την Παναγία;
A. Ναι.
E. Είσαι Χριστιανή;
A. Όχι, δεν είμαι Χριστιανή. Εργαζόμουν, όμως, σε μια ηλικιωμένη κυρία που είναι Χριστιανή και πήγαινα μαζί της στην εκκλησία. Τα φορούσα αυτά και πιστεύω επίσης στον Χριστιανισμό.
E. Σου έλεγε η κυρία να τα φορέσεις, δηλαδή, όταν πήγαινες στην εκκλησία;
A. Για εμένα, όταν ήμουν στη χώρα μου, ακολουθούσα τη δική μου θρησκεία. Καθώς βρισκόμουν τώρα στην Κύπρο, σκέφτηκα να ακολουθώ τη θρησκεία που υπάρχει εδώ.
Βεβαίως, η μάρτυρας, εξ’ όσων ισχυρίζεται, δεν έζησε μόνο στην ελεύθερη Κύπρο. Πέρασε μεγάλο διάστημα της παρουσίας της στο νησί, στις κατεχόμενες περιοχές. Εξ’όσων ισχυρίζεται πέρασε ένα διάστημα 5 ετών στα κατεχόμενα. Εκεί μάλιστα απέκτησε και δεσμό, ο οποίος της έκανε δώρο μέρος των κοσμημάτων που βρέθηκαν στην κατοχή της. Βεβαίως δεν υπέδειξε ποία είναι αυτά τα κοσμήματα που της έκανε δώρο ο κατ’ ισχυρισμό άνδρας με τον οποίο διατηρούσε δεσμό. Ακόμα και σε αυτό το σημείο της προσωπικής της ζωής φαίνεται να παρουσιάζει μία ανακολουθία στην μαρτυρία της η Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη αρχικά δήλωσε ότι έχει σύζυγο και παιδιά στην πατρίδα της, στους οποίους μάλιστα έστελνε χρήματα από την εργασία της στην Κύπρο. Ουδέποτε ανέφερε στην κατάθεση της περί δώρων από πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε παράλληλο δεσμό στην Κύπρο. Αυτό το ζήτημα ηγέρθη από μέρους της για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της, στην προσπάθεια της να εξηγήσει την προέλευση της περιουσίας.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί ο τρόπος που η Κατηγορούμενη διατηρούσε αποθηκευμένη την περιουσία, η οποία, ως ισχυρίζεται, ήταν το αποτέλεσμα των κόπων της όλα αυτά τα χρόνια της σκληρής δουλειάς της στην Κύπρο. Η περιουσία αυτή ήταν τυλιγμένη σε κάλτσες και χαρτομάντηλα εντός των αποσκευών της. Κατά τη γνώμη μου ακόμα και αυτή η κίνηση της Κατηγορούμενης δείχνει περισσότερο προσπάθεια απόκρυψης της περιουσίας, παρά σεβασμό για μία περιουσία που απέκτησε νόμιμα και έντιμα με τη δουλεία της.
Το ψεύδος της Κατηγορούμενης και εν γένει η αναξιοπιστία της, αναδείχθηκε με τον πλέον εμφανή τρόπο ενώπιον της Αστυνομίας, από τα αρχικά στάδια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Η Κατηγορούμενη δήλωσε ψευδώς ότι αγόρασε δύο συγκεκριμένα δαχτυλίδια ( το τεκμήριο 2.2 και 2.6) από συγκεκριμένο κοσμηματοπωλείο στην Λεμεσό. Ο ιδιοκτήτης του κοσμηματοπωλείου διέψευσε κατηγορηματικά ότι τα εν λόγω δαχτυλίδια αγοράστηκαν από το κατάστημα του. Τα εν λόγω δαχτυλίδια ήταν μάλιστα 25 ετών το καθένα. Το γεγονός αυτό αποτελεί ακόμα ένα δείγμα της αναξιοπιστίας της Κατηγορούμενης, η οποία δεν έπεισε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της για την ειλικρίνεια της και την αξιοπιστία της. Ενόψει των ανωτέρω, η Κατηγορούμενη κρίνεται αναξιόπιστη. Δεν μπορώ να βασιστώ σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της.
Αναφορικά με τον Μ.Υ 2, κρίνω ότι η μαρτυρία του ουδόλως μπορεί να συσχετιστεί ουσιωδώς με το επίδικο ζήτημα της παρούσας υπόθεσης. Το γεγονός ότι έδωσε ένα δαχτυλίδι της μητέρας του, χαμηλής αξίας όπως δήλωσε ο ίδιος πριν 10 και πλέον έτη, δεν μπορεί να συσχετιστεί με την περιουσία πολλών χιλιάδων ευρώ που ανευρέθηκε στην κατοχή της Κατηγορούμενης. Επισημαίνεται μάλιστα ότι το εν λόγω δαχτυλίδι δεν μπόρεσε ούτε να αναγνωριστεί από τον ίδιο ανάμεσα στα κοσμήματα της Κατηγορούμενης. Σημειώνω, συνακόλουθα, ότι ο μάρτυρας κρίνεται μεν αξιόπιστος, δεδομένου ότι δεν έχει καταδειχθεί κάποια ανακολουθία στην μαρτυρία του. Εντούτοις, η μαρτυρία του δεν συσχετίστηκε ουσιωδώς με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης.
- Διατύπωση ευρημάτων:
Έχοντας ως οδηγό την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα:
- Η Κατηγορούμενη είναι αλλοδαπή και κατάγεται από το Βιετνάμ.
- Στις 13/05/2026 έγινε εισαγωγή της Κατηγορούμενης στο ΧΩΚΑΜ Λίμνες, καθότι εναντίον της εκκρεμούσε διάταγμα κράτησης και απέλασης.
- Η ίδια δήλωσε κατά την εισαγωγή της ότι είναι Βουδίστρια.
- Κατά τον έλεγχο των προσωπικών της αντικειμένων ανευρέθηκε στην κατοχή της περιουσία μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα μετρητά ύψους €11,950 και κοσμήματα. Μεταξύ των κοσμημάτων υπήρχαν σταυροί και μενταγιόν με την Παναγία. ( βλέπε τεκμήριο 2)
- Η Κατηγορούμενη δήλωσε ότι η περιουσία είναι δική της και την απέκτησε από την εργασία της. Όσον αφορά 2 δαχτυλίδια δήλωσε ότι αυτά αγοράστηκαν από το κοσμηματοπωλείο “MARIOS JEWELLERY” στην περιοχή Μέσα Γειτονιά στην Λεμεσό.
- Τα συγκεκριμένα δαχτυλίδια ( τεκμήρια 2.2 και 2.6), ηλικίας 25 ετών το καθένα, υποδείχθηκαν στον ιδιοκτήτη του πιο πάνω κοσμηματοπωλείου, ο οποίος δήλωσε ότι ουδέποτε αγοράστηκαν αυτά από το κοσμηματοπωλείο του.
- Η αξία των κοσμημάτων που βρέθηκαν στην κατοχή της Κατηγορούμενης υπερβαίνει τις €20,000.
- Νομική Πτυχή
Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη εδράζεται στο άρθρο 309 του Κεφ. 154 το οποίο αναφέρει το εξής:
Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.
Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 26/2022, ημερομηνίας 7/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:B132, αναφέρθηκε το εξής σχετικό με το παρόν αδίκημα:
“Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 72/2018, ημερ. 24.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B444, ECLI:CY:AD:2019:B444, το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας βρίσκει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου δεν αποδεικνύεται ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία. Το Άρθρο 309 τυγχάνει εφαρμογής όταν ο κατηγορούμενος κατέχει περιουσία υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις ώστε, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι είναι κλοπιμαία, εύλογα, εξ αντικειμένου, δημιουργούνται υποψίες στο πρόσωπο που τον βλέπει να κατέχει τέτοια περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία. (Βλ. επίσης, Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 236/2018, ημερ. 11.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:B3, ECLI:CY:AD:2019:B3 και Kamilaris and Another v. The Police (Vol. 18) 1 C.L.R. 78). Επομένως, το κλοπιμαίο της περιουσίας, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας.
(…)
Το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας είναι ιδιώνυμο και ιδιότυπο. Εφόσον στοιχειοθετηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή η κατοχή περιουσίας και η εύλογη υπόνοια περί του κλοπιμαίου αυτής, μεταφέρεται το αποδεικτικό βάρος στον κάτοχο των εκ πρώτης όψεως κλοπιμαίων αντικειμένων, ώστε αυτός να δώσει μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η κατοχή της περιουσίας αποκτήθηκε νόμιμα (βλ. Narmania v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 4/2018 και 5/2018, ημερ. 3.4.2019).”
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι :
α) Η κατοχή κινητών, χρημάτων, αξιογράφων ή άλλης περιουσίας
β) Να υπάρχει εύλογη, εξ’ αντικειμένου, υπόνοια ότι η περιουσία που κατέχεται είναι κλοπιμαία.
Εάν τα ανωτέρω στοιχειοθετηθούν, τότε το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στον κάτοχο, ήτοι την Κατηγορούμενη, να ικανοποιήσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η επίδικη περιουσία αποκτήθηκε νόμιμα. ( βλέπε NARMANIA ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Εφέσεις 4/18 και 5/18, ημερομηνίας 03/04/2019)
Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί ουσιαστικό δεδομένο ότι στην κατοχή της Κατηγορούμενης βρέθηκε περιουσία μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα μετρητά ύψους €11,950 ευρώ, κοσμήματα αξίας μεγαλύτερης των €20,000, 3 κινητά τηλέφωνα, 4 δολάρια Αμερικής και 25 Αγγλικές Λίρες ( βλέπε τεκμήριο 2).
Αναφορικά με το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι η περιουσία στην κατοχή της Κατηγορούμενης δημιουργεί εξ’ αντικειμένου εύλογη υπόνοια ότι αυτή είναι κλοπιμαία, σημειώνω τα εξής:
- Στην κατοχή της Κατηγορούμενης βρέθηκε περιουσία μεγάλης αξίας, με μετρητά ύψους €11,950 και αρκετά κοσμήματα συνολικής αξίας πέραν των €20,000.
- Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία βρέθηκαν μέσα στη βαλίτσα της Κατηγορούμενης, αποθηκευμένα με τρόπο που δεν αρμόζει σε τόσο μεγάλης αξίας περιουσία, συγκεκριμένα τυλιγμένα μέσα σε κάλτσες και χαρτομάντηλα.
- Περαιτέρω, ενώ η Κατηγορούμενη δήλωσε ότι είναι Βουδίστρια στο θρήσκευμα, μέσα στα κοσμήματα που βρέθηκαν στην κατοχή της υπήρχαν Χριστιανικά θρησκευτικά σύμβολα, όπως σταυροί και μενταγιόν με την Παναγία.
Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων συνολικά αποτιμωμένων, κρίνω ότι στοιχειοθετείται κατά τρόπο αντικειμενικό η εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία που ανευρέθη στην κατοχή της Κατηγορούμενης αποτελεί κλοπιμαία περιουσία.
Σημειώνω, τέλος, ότι η Κατηγορούμενη δεν απέσεισε το αποδεικτικό βάρος που μετατέθηκε στους ώμους της, για το νόμιμο της απόκτησης της εν λόγω περιουσίας. Επί του προκειμένου αρκεί να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της ίδιας της Κατηγορούμενης κρίθηκε ως πλήρως αναξιόπιστη. Η μαρτυρία του Μ.Υ 2 που περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι έδωσε στην Κατηγορούμενη ένα δαχτυλίδι μικρής αξίας, πριν 10 και πλέον έτη, δεν μπορεί να συσχετιστεί με την παρούσα μεγάλης αξίας περιουσία που βρέθηκε στην κατοχή της. Ούτε και δύναται να καταδείξει έστω στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τη νόμιμη απόκτηση της περιουσίας αυτής από μέρους της.
- Κατάληξη
Ενόψει των ανωτέρω η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία 2 του Κατηγορητηρίου.
(Υπ.)
Μ.Π. Μιχαήλ Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο