Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας
Αρ. Υποθ: 13081/24
Μεταξύ :
Αν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων
και
- SORRANO FRESH LIMITED
- ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
Ημερομηνία:18/06/2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Προδρόμου
Για Κατηγορούμενο: κ. Τερέντης
Τελική Απόφαση
- Εισαγωγή:
Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά τέσσερις κατηγορίες.
Η πρώτη κατηγορία στρέφεται εναντίον της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας και αφορά το αδίκημα της μη πληρωμής μηνιαίου μισθού, σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 9(1) και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμος Ν. 35(Ι)/2007. Ειδικότερα καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ότι παρέλειψε να καταβάλει το μηνιαίο μισθό ύψους €1,000,00 του κ. Παρασκευά Πυλιώτη, Παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση, για το Μήνα Μάϊο του 2024.
Η δεύτερη κατηγορία στρέφεται εναντίον του Κατηγορούμενου 2 και αφορά το αδίκημα της παρακίνησης και συγκατάθεσης του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου ως διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 στην τέλεση του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας.
Η τρίτη κατηγορία στρέφεται εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και αφορά το αδίκημα της παράλειψης παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το νόμο κατά παράβαση του άρθρου 20(4) του περί Προστασίας των Μισθών Νόμος Ν. 35(Ι)/2007. Ειδικότερα καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ότι παρέλειψε να παρουσιάσει στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λάρνακας – Αμμοχώστου, καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής του μισθού του εργοδοτουμένου της κ. Παρασκευά Πυλιώτη, όπως της είχε ζητηθεί να πράξει από αρμόδιο Λειτουργό.
Η τέταρτη κατηγορία στρέφεται εναντίον του Κατηγορούμενου 2, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας. Η νομική βάση της κατηγορίας είναι το άρθρο 20(5) του περί Προστασίας των Μισθών Νόμος Ν. 35(Ι)/2007.
- Μαρτυρία:
Προς απόδειξη των κατηγοριών έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα η κα Γιώτα Αλεξάνδρου (Μ.Κ 1) και ο Παραπονούμενος, κ. Παρασκευάς Πυλιώτης (Μ.Κ 2). Οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία με αποτέλεσμα να δώσουν ενόρκως μαρτυρία ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 ( Μ.Υ 1), η κα Γρηγορία Στυλιανού (Μ. Υ 2) και ο δικαστικός γραφολόγος, κ. Α. Παναγιώτου (Μ.Υ 3).
Παραθέτω συνοπτικά όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας:
H Μ.Κ 1, είναι η λειτουργός του Τμήματος Εργασιακών σχέσεων που χειρίστηκε και διερεύνησε το παράπονο που ηγέρθη και αφορά την παρούσα υπόθεση. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της κατέθεσε σχετικά γραπτή έκθεση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το έντυπο υποβολής παραπόνου από τον κ. Πυλιώτη ημερομηνίας 10/06/2024. Σύμφωνα με το εν λόγω έντυπο, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι εργάστηκε ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, με υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο τον Κατηγορούμενο 2, για την περίοδο 01/05/2024 - 15/05/2024, με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό τα €2.000,00. Προσκομίστηκε επίσης ως Τεκμήριο 2 το συμβόλαιο εργοδότησης του Παραπονούμενου με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην επικοινωνία που η ίδια είχε με τον Κατηγορούμενο 2 αναφορικά με το επίδικο ζήτημα. Η επικοινωνία γινόταν τόσο δια τηλεφώνου όσο και δια ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 3 ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Κατηγορούμενο 2 με επισυναπτόμενα εμβάσματα στον λογαριασμό του Παραπονούμενου με ημερομηνία εκτέλεσης που προηγείται χρονικά της περιόδου εργοδότησης του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την απάντηση της ίδιας προς τον Κατηγορούμενο 2, δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η μάρτυρας, εν ολίγοις, αναφέρει στον Κατηγορούμενο 2 ότι τα στοιχεία που προσκόμισε δεν είναι ικανοποιητικά και ότι θα έπρεπε να προσκομιστούν καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής του μισθού του Παραπονούμενου για τον μήνα Μάϊο 2024. Ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε στις 02/07/2024 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, ότι “εντός των ημερών θα έχετε και το μισθολόγιο από λογιστή και επιπλέον ποσό που πήρε μετρητά με απόδειξη και υπογραφή του”. Ακολούθησαν τρία μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με υπενθυμίσεις για προσκόμιση των αποδείξεων πληρωμής προς τον Παραπονούμενο, ημερομηνίας 05/07/2024 ( Τεκμήριο 6), 15/07/2024 ( Τεκμήριο 7), 23/07/2024 ( Τεκμήριο 8). Καμία ανταπόκριση από Κατηγορούμενο 2. Ως αποτέλεσμα καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Ως Τεκμήριο 9 κατατέθηκε δέσμη αποτελούμενη από το πιστοποιητικό σύστασης της Κατηγορούμενης 1, τα Στοιχεία των Διευθυντών της και διεύθυνση του Εγγεγραμμένου Γραφείου της, τα οποία εκτυπώθηκαν από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι κατόπιν έρευνας της ίδιας δεν φαίνεται να δηλώθηκε η εργοδότηση του Παραπονούμενου στην Κατηγορούμενη 1 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις.
Κατά την αντεξέταση της μάρτυρος κατατέθηκε ως τεκμήριο 10 απόδειξη πληρωμής υπ’ αριθμό 1303, με παραλήπτη τον Παραπονούμενο, χωρίς ημερομηνία, αναφορικά με τον μισθό Μαΐου 2024 και για το ποσό των €965,00. Η μάρτυρας ανέφερε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο της παραδόθηκε την ημερομηνία της δικασίμου για πρώτη φορά. Εντούτοις, η μάρτυρας κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Παραπονούμενο, ο οποίος της ανέφερε ότι αρνείται πωςι ο ίδιος υπέγραψε την εν λόγω απόδειξη. Η θέση που υποβλήθηκε στη μάρτυρα είναι ότι ο Παραπονούμενος εργοδοτήθηκε από την 01/05/2024 μέχρι την 12/05/2024 και πληρώθηκε την αναλογία του μισθού του.
Ο Μ.Κ 2 είναι ο Παραπονούμενος και περιέγραψε τις συνθήκες απασχόλησης του στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 τον κάλεσε να συνεργαστούν για να ανοίξουν ένα εστιατόριο. Ουσιαστικά τον εργοδότησε ως αρχιμάγειρα (“Chef”) του συγκεκριμένου εστιατορίου. Η εργοδότηση του σύμφωνα με το συμβόλαιο που υπέγραψαν παρόλο ότι άρχιζε την 01/05/2024, εντούτοις ο Παραπονούμενος ενεπλάκη από πολύ προηγουμένως με το εστιατόριο και συγκεκριμένα με την ανακαίνιση και το στήσιμο του. Τα εμβάσματα που έγιναν στο λογαριασμό του Παραπονούμενου από τον Κατηγορούμενο 2, όπως αναφέρει ρητά, αφορούσαν την πληρωμή του προσωπικού και των εργατών που ο Παραπονούμενος απασχολούσε στο υποστατικό κατά την ανακαίνιση του. Αυτά τα χρήματα είναι παραδεκτό ότι όντως τα έλαβε, πλην όμως δεν τα κράτησε και ούτε και αποτελούσαν μέρος του μισθού του. Ως προς την απόδειξη που αποτελεί το Τεκμήριο 10, ο Παραπονούμενος δήλωσε ρητά ότι πρώτη φορά βλέπει την εν λόγω απόδειξη, ουδέποτε την υπόγραψε και ουδέποτε έλαβε το ποσό που καταγράφεται σε αυτή. Ως προς τον τερματισμό της απασχόλησης του ανέφερε ότι το εστιατόριο άνοιξε Παρασκευή και για λόγους άγνωστους σε αυτόν έκλεισε το Σάββατο το βράδυ.
Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα υποβλήθηκε σε αυτόν ότι έχει πληρωθεί περισσότερα χρήματα απ’ όσα του αναλογούσαν για την εργασία του. Ότι τα χρήματα που του καταβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 πριν την έναρξη της εργοδότησης του, οφείλονται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Παραπονούμενος ζητούσε συνέχεια χρήματα μέχρι να πληρωθεί ο μισθός του. Του υποβλήθηκε ότι έλαβε τα χρήματα που αναγράφονται στην απόδειξη τεκμήριο 10 και ότι μάλιστα ανέλαβε ο ίδιος ο Παραπονούμενος να καταβάλει τις Κοινωνικές Αφαλίσεις που αναλογούσαν στο ποσό αυτό. Του υποβλήθηκε περαιτέρω ότι έλαβε και μία επιταγή από τον Κατηγορούμενο 2 που εκδόθηκε από μία τρίτη εταιρεία ύψους €1.000,00 και τα οικειοποιήθηκε. Τέλος υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο λόγος που σταμάτησε από την εργασία του ήταν η αδυναμία του να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του. Ο μάρτυρας αρνήθηκε τις υποβολές και επέμεινε στη θέση του.
Ο Κατηγορούμενος 2, αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ο ίδιος ενόρκως μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το εστιατόριο λειτούργησε μόλις δύο μέρες και ακολούθως σταμάτησε. Ο λόγος ήταν ότι ο Παραπονούμενος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο μενού που ο ίδιος έφτιαξε. Ο Παραπονούμενος δούλεψε ως ισχυρίζεται, δύο μέρες, ενώ τη δεύτερη μέρα ζήτησε κάποια λεφτά από τον Κατηγορούμενο, του τα έδωσε και την Κυριακή δεν επέστρεψε πίσω. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι ουδέποτε κατέβαλε χρήματα στον Παραπονούμενο για να πληρώσει τρίτους εργολάβους. Αντιθέτως αναφέρει ότι τα χρήματα που κατέβαλε σε αυτόν πριν την έναρξη της εργοδότησης του, οφείλονται στο ότι του ζήτησε ο ίδιος ο Παραπονούμενος κάποια χρήματα προκαταβολικά “...για να μπορεί να περάσει”. Ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε ότι η υπογραφή κάτω αριστερά της απόδειξης (στο σημείο που κανονικά ήταν προορισμένο να αναγραφεί η ημερομηνία) είναι του Παραπονούμενου. Όπως ανέφερε τα χρήματα αυτά της απόδειξης τεκμήριο 10, ήταν επίσης λεφτά τα οποία ζήτησε ο Παραπονούμενος προκαταβολικώς για το μισθό του και του τα έδωσε στις 11/05/2024. Αυτά αντιστοιχούσαν στο μισθό του από την 01/05/2024 μέχρι την ημέρα που δούλεψε. Ο μάρτυρας επιχείρησε να δώσει και εξήγηση γιατί δεν προσκόμισε την εν λόγω απόδειξη νωρίτερα στην αρμόδια Λειτουργό. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 2 απέδωσε την παράλειψη του στο ότι ήταν στο εξωτερικό γιατί ήταν άρρωστος ο πατέρας του. Τον Ιούλιο του 2024 έφυγε και από διευθυντής της εταιρείας.
Ο Κατηγορούμενος 2 αντεξετάστηκε εκτενώς αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Λεπτομερής αναφορά θα γίνει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στη συνέχεια.
Η Μ.Υ 2 είναι η πρώην σύζυγος του Κατηγορουμένου 2. Αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε τις άδειες του ΚΟΤ και του ποτού πάνω στο όνομα της. Κατέθεσε μία έρευνα από τον Έφορο Εταιρειών προκειμένου να δείξει ότι στις 15/07/2024 υπήρξε αλλαγή αξιωματούχων της Κατηγορούμενης 1. Η συγκεκριμένη έρευνα σημειώθηκε ως τεκμήριο 11. Η Μ.Υ 2 αντεξετάστηκε χωρίς όμως να είναι σε θέση να απαντήσει ως προς το ποιός ήταν ο διευθυντής της εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή τον Μάϊο του 2024. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ούτε αν το εστιατόριο άνηκε στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία.
Ο Μ.Υ 3 έδωσε μαρτυρία ως πραγματογνώμονας αναφορικά με την γνησιότητα της υπογραφής του Παραπονούμενου στην απόδειξη τεκμήριο 10. Η γραφολογική έκθεση του κατατέθηκε ως τεκμήριο 11β. Ο μάρτυρας επί της ουσίας συνέκρινε την επίδικη υπογραφή του τεκμηρίου 10 μαζί με άλλες υπογραφές δείγματα με τα οποία τον προμήθευσε ο Κατηγορούμενος 2. Στην έκθεση του αναφέρει ότι καταλήγει με μεγάλη επιφύλαξη ότι η υπό έλεγχο υπογραφή ανήκει στον Παραπονούμενο. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ότι το συγκεκριμένο συμπέρασμα ήταν με μεγάλη επιφύλαξη διότι η υπογραφή ήταν σε φωτοτυπημένη μορφή και όχι σε πρωτότυπη. Όταν του υποδείχθηκε η πρωτότυπη απόδειξη, ο μάρτυρας ευθύς αμέσως συμπέρανε ότι πρόκειται για γνήσια υπογραφή και ότι είναι η υπογραφή του ιδίου προσώπου που υπογράφει το τεκμήριο 2 στην θέση του υπαλλήλου, δηλαδή του Παραπονούμενου.
Ο Μ.Υ 3 αντεξετάστηκε εκτενώς αναφορικά με την αξιοπιστία των συμπερασμάτων του. Ειδική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του
- Προσδιορισμός επίδικων θεμάτων
Μέσω αντιπαραβολής της μαρτυρίας που προσκομίστηκε εκατέρωθεν, αλλά και των τελικών αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων, διαπιστώνω ότι η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ως ουσιώδη επίδικα ζητήματα τα ακόλουθα:
1) Η διάρκεια της περιόδου εργοδότησης του Παραπονούμενου από την Κατηγορούμενη 1.
2) Κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 κατέβαλε την αναλογία του μισθού του Παραπονούμενου για την περίοδο που εργάστηκε για τον μήνα Μάϊο του 2024.
3) Σε περίπτωση που η απάντηση στο δεύτερο ζήτημα είναι αρνητική, κατά πόσο η μη πληρωμή του Παραπονούμενου έγινε με τη συγκατάθεση ή συνενοχή του Κατηγορούμενου 2.
4) Κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να παρουσιάσει στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας τις καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής του μισθού του Παραπονούμενου για τον μήνα Μάϊο του 2024.
5) Κατά πόσο κατά την περίοδο που ζητήθηκαν τα εν λόγω έγγραφα ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας:
Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα ( βλ. Al Ittihad Al Watani κ.ά. v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1924). Σημειώνω ότι είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον κάθε ένα από τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης. Η εντύπωση που αποκόμισα για τον κάθε μάρτυρα, από τις αντιδράσεις τους και τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, είναι με βάση πάγια Νομολογιακή Αρχή, εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας τους (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση εκάστης μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της. Η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα αντιπαραβάλλεται και συγκρίνεται με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Φώτσιου ν Ηροδότου (2010) 1Β ΑΑΔ 1172).
Αναφορικά με την Μ.Κ 1, επισημαίνω ότι η μάρτυρας είναι Λειτουργός στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και ερεύνησε στο πλαίσιο των καθηκόντων της το παράπονο του Παραπονούμενου εναντίον των Κατηγορουμένων. Η μάρτυρας έπεισε για την ανεξαρτησία της αλλά και για την επιμέλεια με την οποία εξέτασε το επίδικο παράπονο. Η μάρτυρας απαίτησε επανειλημμένως στο πλαίσιο των καθηκόντων της, την προσκόμιση καταστάσεων μισθοδοσίας και απόδειξη πληρωμής του μισθού του Παραπονούμενου από τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Η μαρτυρία της στο μεγαλύτερο της μέρος υποστηρίζεται από τεκμήρια ( 1 - 9) τα οποία μάλιστα δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η μαρτυρία της γενικότερα συνάδει με την υπόλοιπη κατατεθείσα μαρτυρία στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Θεωρώ την μάρτυρα αξιόπιστη και κρίνω ότι μπορώ να στηριχτώ στη μαρτυρία της.
Ως προς την περίοδο εργοδότησης του Παραπονούμενου από την Κατηγορούμενη 1, σχετική μαρτυρία έδωσε ο Παραπονούμενος Μ.Κ 2 και ο Κατηγορούμενος 2. Επί της ουσίας αποτελεί κοινώς αποδεκτό ότι η περίοδος εργοδότησης του Παραπονούμενου ως Διευθύνων Μάγειρας (“Chef”) από την Κατηγορούμενη 1, ξεκίνησε την 01/05/2024, σύμφωνα και με την συμφωνία εργοδότησης του ( τεκμήριο 2). Η αμφισβήτηση προέκυψε ως προς την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του. Ο μεν Κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι η τελευταία μέρα λειτουργίας του εστιατορίου ήταν η 11/05/2024 ενώ ο Παραπονούμενος αναφέρει ότι εργοδοτήθηκε μέχρι την 15/05/2024. Σημειώνω ότι και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι το εστιατόριο λειτούργησε για δύο μόλις μέρες. Άνοιξε Παρασκευή και λειτούργησε μέχρι και το Σάββατο το βράδυ. Ο ίδιος ο Παραπονούμενος αναφέρει: “...ανοίξαμε την Παρασκευή και το Σάββατο τη νύκτα ο Χρίστος αποφάσισε να κλείσει το εστιατόριο χωρίς προειδοποίηση, χωρίς τίποτε”.
Η 15/05/2024 είναι ημέρα Τετάρτη. Συνεπώς, η εργοδότηση του Παραπονούμενου δεν μπορεί να τερματίστηκε στις 15/05/2024, αφού ο ίδιος ανέφερε ότι τερματίστηκε Σάββατο βράδυ. Το αμέσως προηγούμενο Σάββατο είναι στις 11/05/2024 και αυτό συνάδει και με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, ως η τελευταία μέρα λειτουργίας του εστιατορίου. Συνεπώς ως προς την ακριβή ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης του Παραπονούμενου κάνω δεκτή ότι αυτή ήταν η 11/05/2024.
Ως προς το κύριο επίδικο ζήτημα, δηλαδή κατά πόσο δεν καταβλήθηκε η αναλογία του μισθού του Παραπονούμενου για τον μήνα Μάιο σημειώνω ότι σχετική μαρτυρία δόθηκε από τον Παραπονούμενο Μ.Κ 2, τον Κατηγορούμενο 2 (Μ.Υ1) και τον Μ.Υ 3.
Η μαρτυρία του Παραπονούμενου ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πειστική και εύλογη. Δεν αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 προχώρησε σε τρία εμβάσματα στο λογαριασμό του πριν την έναρξη της εργοδότησης του, συνολικού ύψους €2.100,00. Ο Παραπονούμενος τόνισε από την πρώτη στιγμή και προς τη Λειτουργό του Τμήματος Εργασίας ότι τα εν λόγω εμβάσματα δεν σχετίζονται με το μισθό του. Πως θα μπορούσαν άλλωστε τα εν λόγω εμβάσματα να σχετίζονται με το μισθό του, αφού ο ίδιος εργοδοτήθηκε από την Κατηγορούμενη 1 σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν των εμβασμάτων; Η συμφωνία εργοδότησης του φέρει ημερομηνία έναρξης την 01/05/2024. Ο ίδιος ο Παραπονούμενος υπογράφει αυτή την συμφωνία την 01/05/2024. Τα εμβάσματα προηγήθηκαν της συμφωνίας εργοδότησης στις 19/04/2024 (€1.800,00) και 23/04/2024 (€300,00). Στη συμφωνία εργοδότησης που ακολούθησε (τεκμήριο 2), καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται στα εν λόγω εμβάσματα ως μέρος του μισθού του Παραπονούμενου. Συνεπώς, θεωρώ πειστικό τον ισχυρισμό του Μ.Κ 2 ότι τα εν λόγω εμβάσματα δεν σχετίζονταν με τη μισθοδοσία του.
Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος αρνήθηκε μετ' επιτάσεως ότι έλαβε σε μετρητά, τα χρήματα που αναφέρονται στην απόδειξη που προσκόμισε η πλευρά της υπεράσπισης κατά το στάδιο της ακρόασης ( τεκμήριο 10). Αρνήθηκε επίσης ότι υπέγραψε την εν λόγω απόδειξη. Ο Παραπονούμενος δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Η θέση του Παραπονούμενου γίνεται πιστευτή. Εξάλλου, οι συνθήκες που περιβάλλουν την προσκόμιση της εν λόγω απόδειξης, καθιστούν την γνησιότητα της ιδιαίτερα επισφαλή, όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια.
Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 2 ότι πλήρωσε την αναλογία του μισθού του Παραπονούμενου για τον μήνα Μάιο δεν πείθει. Επί της ουσίας ο Κατηγορούμενος επιχειρεί να στηρίξει τη θέση του σε δύο εγγενώς αντιφατικές εκδοχές, οι οποίες μεταξύ τους αυτοαναιρούνται. Συγκεκριμένα:
Από τη μία ισχυρίζεται ότι τον Απρίλιο του 2024 και πριν ξεκινήσει η σύμβαση εργασίας των δύο πλευρών, του ζήτησε ο Παραπονούμενος προκαταβολικά χρήματα επειδή τα είχε ανάγκη και ο Κατηγορούμενος 2 του τα έδωσε έναντι των μελλοντικών μισθών του. Εν ολίγοις, ισχυρίζεται ότι του έδωσε χρήματα έναντι των μελλοντικών μισθών του, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν υφίστατο καν σύμβαση εργασίας μεταξύ των δύο μερών. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του μάρτυρα:
Ε. Κύριε Χριστοφίδη, θέλω να πείτε στο Δικαστήριο κατά πόσο κατά τη θέση σας το ποσό που αποστείλατε στον κύριο Πυλιώτη 19.04 ήταν μισθός δάνειο, τι ήταν;
A. Το ποσό το έστειλα για να αποκοπεί από τους μισθούς του.
Σημειώνω επίσης ότι αμέσως μόλις του ζήτησε η Λειτουργός του Τμήματος Εργασίας να προσκομίσει τις αποδείξεις πληρωμής του μισθού του Παραπονούμενου, αυτός προσκόμισε τις κινήσεις λογαριασμού του από τις οποίες φαίνονταν τα πιο πάνω εμβάσματα κατά τον μήνα Απρίλιο 2024 ( τεκμήριο 3).
Εντούτοις, παρά το γεγονός ότι τα πιο πάνω εμβάσματα μηνός Απριλίου 2024 ανέρχονται σε €2.200,00 και ξεπερνούν τον συμφωνημένο μηνιαίο μισθό του Παραπονούμενου, ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στις 11/05/2024 πλήρωσε σε μετρητά το επιπλέον ποσό των €965,00 στον Παραπονούμενο, έναντι του μισθού Μαΐου 2024. Μάλιστα σχετικά προσκόμισε και απόδειξη (τεκμήριο 10) υπογεγραμμένη κατά τον ισχυρισμό του από τον Παραπονούμενο.
Οι δύο θέσεις που προωθεί ο Κατηγορούμενος 2, δεν είναι λογικά συμβατές μεταξύ τους. Ο μισθός Μαΐου 2024 του Παραπονούμενου είτε προπληρώθηκε μέσω των εμβασμάτων του μηνός Απριλίου 2024 ( τεκμήριο 3), είτε πληρώθηκε τοις μετρητοίς στον Παραπονούμενο, στις 11/05/2024 (τεκμήριο 10). Δεν είναι δυνατό να ισχύουν και τα δύο, καθότι ο μηνιαίος μισθός του Παραπονούμενου συμφωνήθηκε στα €2.000,00. Τα εμβάσματα που έκανε ο Κατηγορούμενος τον Απρίλιο του 2024 στον Παραπονούμενο, ακόμα και αν ήθελε αυτά θεωρηθούν μισθοί, ξεπερνούσαν ήδη το μηνιαίο μισθό του Μαΐου 2024. Συνεπώς πως γίνεται να ξαναπληρώθηκε ποσό ύψους €965,00 ως μισθός Μαΐου 2024 στον Παραπονούμενο;
Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος προωθεί δύο εμφανώς αλληλοσυγκρουόμενες μεταξύ τους εκδοχές, κατά την κρίση μου καταδεικνύει και την έλλειψη αξιοπιστίας του.
Ως προς τη γνησιότητα της απόδειξης η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 10, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Η εν λόγω απόδειξη παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Η Λειτουργός του Τμήματος Εργασίας (Μ.Κ 1) είχε στείλει αλλεπάλληλα μηνύματα πριν την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης στον Κατηγορούμενο 2, προκειμένου αυτός να προσκομίσει στην ίδια αποδείξεις πληρωμής του μισθού του Παραπονούμενου (τεκμήρια 4 - 8). Ο Κατηγορούμενος 2, παρέλειψε να ενεργήσει στα μηνύματα της Μ.Κ 1 ημερομηνίας 05/07/2024, 15/07/2024 και 23/07/2024 ( τεκμήρια 6 - 8). Αν όντως υπήρχε και ήταν γνήσια η εν λόγω απόδειξη, για ποιό λόγο ο Κατηγορούμενος δεν την παρουσίασε στην Μ.Κ 1 πριν την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης; Γιατί ανέμενε να την παρουσιάσει κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας στο Δικαστήριο;
Ο Κατηγορούμενος 2 κατά την αντεξέταση του επιχείρησε να δώσει απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει την απόδειξη προηγουμένως. Παραθέτω απόσπασμα:
E. Πότε τη βρήκετε την απόδειξη, πότε την εντοπίσετε να το βάλουμε πιο ‑‑
A. Ακριβώς ημερομηνία δεν θυμούμαι, αλλά την εντόπισα μετά που μου επιδόθηκε το Κατηγορητήριο.
E. Γιατί δεν το πήρετε, γιατί δεν την πήρες στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων;
A. Αφού κατηγορήσετέ με πάμε Δικαστήριο.
E. Τι σχέση έχει;
A. Δεν το θεώρησα, δεν το σκέφτηκα.
Ο πιο πάνω ισχυρισμός του Κατηγορούμενου περί μη ανεύρεσης της απόδειξης καταρρίπτεται από τον ίδιο σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του. Συγκεκριμένα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι πέραν της επίδικης απόδειξης έχει στην κατοχή του και το μπλοκ αποδείξεων από το οποίο εκδόθηκε η επίδικη απόδειξη. Στο εν λόγω μπλοκ ως ισχυρίζεται υπάρχουν αντίγραφα των εκδοθεισών αποδείξεων. Αν είχε, όμως, έστω το μπλοκ αποδείξεων με τα αντίγραφα των εκδοθεισών αποδείξεων γιατί δεν τα προσκόμισε έστω αυτά στο Τμήμα Εργασιακών σχέσεων όταν του ζητήθηκαν; Παραθέτω σχετικό απόσπασμα:
E. Αντιλαμβάνομαι ότι τούτη η απόδειξη εκδόθηκε μέσα από ένα block;
A. Μάλιστα.
E. Πού είναι το block;
A. Το block υπάρχει.
E. Πού είναι, έχετέ το;
A. Μαζί μου τώρα έχω, μπορώ να το φέρω στην επόμενη δικάσιμο.
E. Το block τούτο έχει αποδείξεις που είναι 2 αντίγραφα ή 3;
A. 3 αντίγραφα.
E. Ήντα χρώματα είναι;
A. Η πρώτη που μεινίσκει για εμένα, γιατί εν block πληρωμής, μεινίσκει πάνω μου. Τα άλλα 2 χρώματα το ένα εν κίτρινο, το άλλο ροζ αν δεν κάνω λάθος. Το ροζ αν είναι το ροζ, εν το δεύτερο το παίρνει αυτός που υπογράφει και το κίτρινο που εν το τελευταίο μένει στο block.
Τα πιο πάνω καθιστούν άκρως επισφαλή τη γνησιότητα του τεκμηρίου 10 και περαιτέρω επιδρούν αρνητικά στην αξιοπιστία του Κατηγορούμενου 2.
Ως προς το περιεχόμενο της απόδειξης ( τεκμήριο 10) σημειώνω ότι υπήρξε αμφισβήτηση της μίας εκ των δύο υπογραφών που φέρει. Συγκεκριμένα στο σημείο της καταγραφής της ημερομηνίας υπάρχει υπογραφή, η οποία σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 2, ανήκει στον Παραπονούμενο. Σημειώνεται ότι προς υποστήριξη του ισχυρισμού του προσκομίστηκε και μαρτυρία εμπειρογνώμονα γραφολόγου, του Μ.Υ 3.
Η μαρτυρία του Μ.Υ 3 αξιολογείται ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Συνεπώς, όφειλε ο Μ.Υ 3 να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατά τρόπο αιτιολογημένο τη γνώμη του, ώστε να δώσει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, αλλά και να εξηγήσει εκείνα τα κριτήρια που χρησιμοποίησε προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, (βλέπε ενδεικτικά Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A144).
Με όλο το σεβασμό, θεωρώ ότι ο Μ.Υ 3 δεν έπεισε για την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Οι λόγοι είναι οι εξής:
Ο μάρτυρας ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι χρειάζεται ένας ικανοποιητικός αριθμός δειγμάτων της υπογραφής του προσώπου του οποίου η υπογραφή τελεί υπό αμφισβήτηση, προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Όρισε αυτόν τον ικανοποιητικό αριθμό σε τουλάχιστον 10 - 15 δείγματα:
E. Και για μια τέτοια εργασία που κάνατε εσείς σε αυτήν την υπόθεση, πόσες υπογραφές και πόσες μονογραφές θα πρέπει κάποιος να έχει στη διάθεσή του, τεκμηριωμένα από το πρόσωπο που αμφισβητείται, για να μπορέσει να κάνει σωστά τη δουλειά του;
A. Δεν υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός δειγμάτων. Όσο περισσότερα δείγματα έχουμε, τόσο το καλύτερο. Αλλά συνήθως εμείς στην Κύπρο χρειαζόμαστε τουλάχιστον 10 με 15 δείγματα γραφής και επίσης ζητούμε δείγματα σε ανύποπτο χρόνο, αλλά να είναι πλησιέστερα στην αμφισβητούμενη υπογραφή.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Μ.Υ 3 δεν είχε αυτά τα 10 - 15 δείγματα υπογραφής του Παραπονούμενου. Στην έκθεση του αναφέρει ότι στη διάθεση του είχε μόλις επτά δείγματα υπογραφής. Στα επτά αυτά δείγματα υπογραφών, ο Μ.Υ 3 συμπεριλαμβάνει και το επίδικο τεκμήριο 10, δηλαδή την αμφισβητούμενη υπογραφή. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σχετικά επιμένοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση αν και είχε λιγότερα δείγματα από αυτό που συνηθίζεται ήταν ικανοποιητικά.
E. Πώς μπορείτε να το κάνετε αφού τα δείγματα δεν ήταν αρκετά;
A. Είναι αρκετά. Με την εμπειρία και τις γνώσεις, για έναν εμπειρογνώμονα είναι αρκετά. Είπα και προηγουμένως ότι δεν υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός δειγμάτων, αλλά συνηθίζεται να είναι περίπου 10.
E. Με 15. Εδώ είναι 6!
A. Δεν μας πειράζει. Είναι επαναλαμβανόμενα στοιχεία που ακολουθούν μια πορεία, τα οποία είναι γραμμένα με ταχύτητα και αυθορμητισμό και δεν παρουσιάζουν
οποιανδήποτε διστακτικότητα, και έτσι μπορώ να πω ότι ανήκουν σε ένα και μόνο
πρόσωπο.
Η απάντηση του Μ.Υ 3 κρίνεται μη πειστική και ουσιαστικά αναιτιολόγητη. Πως είναι δυνατό από τη μία να ισχυρίζεται ότι απαιτούνται τουλάχιστον 10 - 15 δείγματα υπογραφών για γραφολογική μελέτη και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση τα μόλις επτά (συμπεριλαμβανομένης της επίδικης υπογραφής) δείγματα, είναι αρκετά; Να σημειωθεί ότι στα επτά δείγματα υπογραφών που εξέτασε τουλάχιστον μία εξ’ αυτών αμφισβητείται δικαιολογημένα ως προς το κατά πόσο πρόκειται για υπογραφή του Παραπονούμενου. Συγκεκριμένα η εν λόγω υπογραφή περιέχεται σε τιμολόγιο Κρεαταγοράς προς την Κατηγορούμενη 1. Το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε στις 18/08/2024. Δηλαδή πέραν των 3 μηνών μετά που ο Παραπονούμενος σταμάτησε να εργάζεται για την Κατηγορούμενη 1. Πως είναι δυνατόν η υπογραφή που φέρει το εν λόγω τιμολόγιο, εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, να ανήκει στον Παραπονούμενο; Εξάλλου, το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος σταμάτησε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη 1 από τον Μάϊο του 2024 αποτελεί αποδεκτό γεγονός από όλα τα μέρη.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Υ 3 τέθηκε σε αυτόν η υπογραφή του Παραπονούμενου στο τεκμήριο 1, δηλαδή στο έντυπο υποβολής παραπόνου προς το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Ο Μ.Υ 3 εξετάζοντας την εν λόγω υπογραφή ανέφερε ότι δεν προσομοιάζει με τα υπόλοιπα δείγματα υπογραφών που εξέτασε στο πλαίσιο της μελέτης του. Παραθέτω απόσπασμα από την αντεξέταση του:
E. Αυτήν την υπογραφή που έχει ο κύριος Πυλιώτης μπορείτε να τη δείτε έτσι γρήγορα από την εμπειρία σας και να μας πείτε αν είναι η ίδια ή μοιάζει με αυτές που εξετάσατε ή δεν μπορείτε να το κάνετε;
A. Αυτή φαίνεται ότι έχει διαφορές, δεν είναι η ίδια.
E. Αυτή όμως, κύριε Παναγιώτου, με βεβαιότητα είναι η υπογραφή του, γιατί την
υπέγραψε ο ίδιος στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ενώπιον των λειτουργών. Αυτό το
έγγραφο δεν σας έχει αποσταλεί;
Ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ιδιαίτερα ακροσφαλή τα συμπεράσματα του Μ.Υ 3 ως προς την γνησιότητα του τεκμηρίου 10 και ως προς το κατά πόσο η υπογραφή σε αυτό ανήκει στον Παραπονούμενο. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Υ 3 και τα συμπεράσματα του.
Συνοψίζοντας, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, κρίνω αξιόπιστη και δέχομαι την μαρτυρία της Μ.Κ 1 και Μ.Κ 2. Αντιθέτως απορρίπτω την μαρτυρία των Μ.Υ 1 και Μ.Υ 3 ως ακροσφαλή και αναξιόπιστη.
Η μαρτυρία της Μ.Υ 2, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά ούτε και συσχετίστηκε κατά τρόπο άμεσο με κάποιο επίδικο ζήτημα. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της κατέθεσε ως τεκμήριο 11 μία εκτύπωση από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών στην οποία αναφέρεται ότι έχει γίνει αλλαγή αξιωματούχων της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας στις 15/07/2024. Δεν αναφέρεται όμως οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια. Σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι έγινε αλλαγή Διευθυντή της εταιρείας στις 15/07/2024 και μπήκε άλλος Διευθυντής στη θέση του Κατηγορούμενου 2.
- Διατύπωση Ευρημάτων:
Έχοντας ως οδηγό την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα:
- Ο Παραπονούμενος εργοδοτήθηκε από την Κατηγορούμενη 1, ως Διευθύνων Μάγειρας, την 01/05/2024 με μισθό €2.000,00 μηνιαίως.
- Ο Παραπονούμενος εργάστηκε μέχρι και τις 11/05/2024. Ακολούθως η εργοδότηση του τερματίστηκε από την Κατηγορούμενη 1, μέσω του διευθυντή αυτής Κατηγορούμενου 2.
- Ο Παραπονούμενος δεν έλαβε την αναλογία του μισθού του για την περίοδο που εργάστηκε.
- Ο Παραπονούμενος υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στις 10/06/2024 αναφορικά με την μη πληρωμή του μισθού του.
- Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδότησης του Παραπονούμενου, Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας.
- Η Λειτουργός του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Μ.Κ 1, ζήτησε στις 26/06/2024 από τον Κατηγορούμενο 2 όπως της προσκομίσει τις καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής του Παραπονούμενου ( βλέπε τεκμήριο 4).
- Η εν λόγω Λειτουργός του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων είναι επιφορτισμένη με καθήκον για παραλαβή και διερεύνηση παραπόνων, μεσολάβηση σε εργατικές διαφορές, εξυπηρέτηση του κοινού και των εργοδοτών αναφορικά με την εργατική νομοθεσία, διερεύνηση καταγγελιών.
- Παρά τις υπενθυμίσεις της Λειτουργού προς τον Κατηγορούμενο 2 με τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 05/07/2024 ( τεκμήριο 6), 15/07/2024 (τεκμήριο 7) και 23/07/2024 ( τεκμήριο 8), ο Κατηγορούμενος 2 δεν ανταποκρίθηκε.
- Ο Κατηγορούμενος 2 σταμάτησε να είναι Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 στις 15/07/2024.
- Υπαγωγή ευρημάτων στην Νομική Πτυχή:
Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία βασίζεται στα άρθρα 9(1) και 20(1) του Ν. 35(Ι)/2007 τα οποία αναφέρουν τα εξής:
άρθρο 9(1): Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.
άρθρο 20(1): Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η Κατηγορούμενη 1, κατηγορείται ότι δεν κατέβαλε το μισθό του Παραπονούμενου για τον Μάϊο του 2024 ύψους €1.000,00 ως όφειλε.
Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
Η ιδιότητα του Κατηγορουμένου ως εργοδότης
Η παράβαση από μέρους τους κάποιας διάταξης του παρόντος Νόμου.
Ενόψει των ευρημάτων μου, θεωρώ ότι η παρούσα κατηγορία έχει στοιχειοθετηθεί εναντίον της Κατηγορούμενης 1, στο απαιτούμενο υπό τις περιστάσεις επίπεδο, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη 1, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι από 01/05/2024 - 11/05/2024, εργοδότριά του Παραπονουμένου.
Υπό την ιδιότητα της αυτής παρέβηκε τη διάταξη του άρθρου 9(1) του Ν. 35(Ι)/2007 που καθορίζει την υποχρέωση της να καταβάλλει στη συμφωνηθείσα μηνιαία συχνότητα το μισθό του υπαλλήλου της, Παραπονούμενου. Η Κατηγορούμενη όχι μόνο δεν κατέβαλε στην καθορισμένη προθεσμία το μισθό του υπαλλήλου της, αλλά έτι περαιτέρω δεν τον κατέβαλε καθόλου. Ο μισθός του Παραπονούμενου ανερχόταν σε €2.000,00/μηνιαίως. Ενόψει των ευρημάτων μου ότι ο Παραπονούμενος εργοδοτήθηκε για 11 μέρες μόνο, κρίνω ότι ο οφειλόμενος μισθός του από την Κατηγορούμενη ανέρχεται σε €710,00 ( (€2.000,00/31)Χ11) αντί των €1.000,00 όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας. Συνεπώς κρίνω ότι αποδείχθηκε το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας εναντίον της Κατηγορούμενης 1.
Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 βασίζεται στα άρθρα 9(1) και 20(1Α) του Ν. 35(Ι)/2007. Το άρθρο 20(1Α) του Ν. 35(Ι)/2007 αναφέρει το εξής:
(1Α) Σε περίπτωση κατά την οποία διαπράττεται ποινικό αδίκημα, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου, από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό και αποδεικνύεται είτε ότι έχει διαπραχτεί με τη συγκατάθεση ή συνενοχή φυσικού προσώπου, που κατά το χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, τότε το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διέπραξαν το αδίκημα αυτό υπόκεινται, σε περίπτωση καταδίκης τους, στην ποινή που προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (1) για το αδίκημα αυτό.
Επί της ουσίας σύμφωνα με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 ότι το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας διαπράχθηκε με τη συγκατάθεση ή συνενοχή του και ενώ κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος ήταν Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα μου, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1. Περαιτέρω το αδίκημα διαπράχθηκε με τη συγκατάθεση και άμεση εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2. Το γεγονός αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου εξεταζόμενη στο σύνολο της. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το φυσικό πρόσωπο πίσω από την πρόσληψη του Παραπονούμενου. Γνώριζε ότι ο Παραπονούμενος ήταν Εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1. Ήταν επίσης το υπεύθυνο πρόσωπο που αρνήθηκε να καταβάλει εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 το μισθό του Παραπονούμενου, με την αναληθή πρόφαση ότι αυτός είχε ήδη πληρωθεί. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Κατηγορούμενου 2.
Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία βασίζεται στα άρθρα 17(1) και 20(4)(γ) του Ν. 35(Ι)/2007 τα οποία αναφέρουν τα εξής:
άρθρο 17.-(1) Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το απαιτεί ο Επιθεωρητής, να δίνει σ’ αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.
άρθρο 20(4)(γ): (4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5), οποιοσδήποτε - (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 ότι παρέλειψε να παρουσιάσει τις καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής του μισθού του Παραπονούμενου, όταν της ζητήθηκε από αρμόδιο Λειτουργό.
Ενόψει των ευρημάτων μου, κρίνω ότι το εν λόγω αδίκημα στοιχειοθετείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της Κατηγορούμενης 1.
Επί της ουσίας, οι καταστάσεις μισθοδοσίας και οι αποδείξεις πληρωμής του μισθού του Παραπονούμενου απαιτήθηκαν όπως προσκομιστούν από την αρμόδια Λειτουργό του Τμήματος Εργασίας Μ.Κ 1. Η απαίτηση απευθύνθηκε στο Διευθυντή της Κατηγορούμενη 1, δηλαδή τον Κατηγορούμενο 2, στις 26/06/2024 ( τεκμήριο 4) και ακολούθησαν υπενθυμητικές επιστολές στις 05/07/2024 ( τεκμήριο 6), στις 15/07/2024 ( Τεκμήριο 7) και στις 23/07/2024 ( Τεκμήριο 8).
Όχι μόνο η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να παρουσιάσει τις εν λόγω καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής του μισθού του Παραπονούμενου ως απαιτείτο από το Νόμο, αλλά, έτι περαιτέρω, διεφάνη ότι δεν είχε καν πληρώσει το μισθό του Παραπονούμενο για τον μήνα Μάϊο 2024. Συνεπώς η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην τρίτη κατηγορία του Κατηγορητηρίου.
Το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 βασίζεται στα άρθρα 17(1), 20(4)(γ) και 20(5) του Ν. 35(Ι)/2007 τα οποία αναφέρουν τα εξής:
άρθρο 17.-(1) Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το απαιτεί ο Επιθεωρητής, να δίνει σ’ αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.
άρθρο 20(4)(γ): (4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5), οποιοσδήποτε - (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
άρθρο 20(5): Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (4) από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο.
Επί του προκειμένου αδικήματος αρκεί να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 20(4)(γ) του Νόμου από την Κατηγορούμενη 1 ( βλέπε τρίτη κατηγορία ανωτέρω), ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1.
Σημειώνω ότι δεν προσκομίστηκε η οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να ανατρέψει το τεκμήριο ενοχής που δημιουργεί το άρθρο 20(5) του Νόμου εναντίον του. Αντιθέτως, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 απορρίφθηκε στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 παραιτήθηκε από διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα στις 15/07/2024 δεν αναιρεί την ευθύνη του, δεδομένου ότι η απαίτηση για προσκόμιση των εγγράφων υποβλήθηκε αρχικά στις 26/06/2024, κατά την περίοδο που ήταν ο ίδιος Διευθυντής. Συνεπώς κατά την κρίση μου το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Κατηγορούμενου 2.
- Κατάληξη
Εν κατακλείδι, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 και 3 του κατηγορητηρίου και ο Κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 2 και 4.
(Υπ.)………………………………
Μ.Π. Μιχαήλ Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο