ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
Υπόθεση Αρ.: 3432/2021
(επανεκδίκαση)
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
-v-
1. Μ. Κ.
2. Χ. Κ.
3. Ε. Κ.
4. Β. Δ.
5. Π. Ι.
6. Χ. Κ. Δ.Ε.Π.Ε.
7. Sk. D. Ltd
8. Sk. S. Ltd
9. Sk. Tr. Ltd
Κατηγορουμένων
Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Ν. Κέκκος
Για κατηγορούμενο 1: κ. Η Στεφάνου
Για κατηγορούμενους 3, 4 και 5: κ. Π. Σταύρου
Για τους Κατηγορούμενες 6 και 9: κ. Πογιατζής
Κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5: παρόντες
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, υπό την παρούσα σύνθεση, κατόπιν διαταγής του Εφετείου για επανεκδίκαση. Η σχετική διαταγή είχε ως ακολούθως:
«Εκδίδεται διαταγή για επανεκδίκαση της υπόθεσης το συντομότερο δυνατό, σε σχέση με τους Εφεσίβλητους 1, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, για όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν, από Κακουργιοδικείο υπό διαφορετική σύνθεση.»
Κρίνεται σημαντικό, στο σημείο αυτό, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των σημερινών δεδομένων, να σημειωθεί ότι, στο μεσοδιάστημα (από την έκδοση της εφετειακής απόφασης μέχρι και σήμερα), οι κατηγορούμενες 7 και 8 εταιρείες, κατόπιν εθελούσιας εκκαθάρισης, διαλύθηκαν, με αποτέλεσμα, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής (στο εξής «ο κ. Κέκκος»), να δηλώσει κατά την τελευταία δικάσιμο (12.03.2026) ότι η παρούσα υπόθεση δεν θα προωθηθεί σε σχέση με αυτές. Κατά συνέπεια, όταν πλέον ξεκαθαρίστηκε και το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο ζήτησε από τον κ. Κέκκο να επανακατηγορήσει τους λοιπούς Κατηγορούμενους (Κατηγορούμενοι 1, 3, 4, 5, 6 και 9[1]), πράγμα το οποίο δεν έγινε, καθότι τούτος (ο κ. Κέκκος) εξέφρασε την πρόθεση του να υποβάλει αίτημα για τροποποίηση του Κατηγορητηρίου. Θεωρήθηκε, εν προκειμένω, ορθότερο να εξεταστεί το αίτημα αυτό και ακολούθως να επανακατηγορηθούν οι Κατηγορούμενοι, ώστε να απαντήσουν στις κατηγορίες που θα εμπεριέχει το Κατηγορητήριο, στην περίπτωση που ήθελε το εν λόγω αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, εν όλω, ή εν μέρει, εγκριθεί.
Η παρούσα απόφαση εκδίδεται για σκοπούς απόφανσης επί του εν προκειμένω αιτήματος τροποποίησης.
Στην ουσία, ο κ. Κέκκος ζήτησε όπως τού παραχωρηθεί άδεια για να τροποποιήσει το Κατηγορητήριο ως ακολούθως:
· Διά της προσθήκης, στις εκθέσεις αδικήματος των κατηγοριών 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22 και 25, του εδαφίου (δ)(ii) μετά την εκεί αναφορά στο Άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (στο εξής, για σκοπούς ευκολίας, «η πρώτη τροποποίηση»),
· Διά της προσθήκης νέας κατηγορίας, η οποία να πάρει αρίθμηση 37, αναφορικά με το αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση των Άρθρων 117, 21, του Κεφ. 154 και 37Α 4(β) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, (στο εξής, για σκοπούς ευκολίας, «η δεύτερη τροποποίηση»), και
· Διά της τροποποίησης των λεπτομερειών των κατηγοριών 1, 24 και 25, διά της προσθήκης, στο κατάλληλο, για κάθε τέτοια κατηγορία, σημείο, της εξής φράσης «βεβαίωσαν στην τέταρτη σελίδα της αίτησης πολιτογράφησης ότι γνώριζαν προσωπικά τον αιτητή με το όνομα T. N., ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις για διάστημα 2 χρόνων και βεβαίωσαν για τον καλό του χαρακτήρα, ενώ γνώριζαν ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα» (στο εξής, για σκοπούς ευκολίας, «η τρίτη τροποποίηση»).
Ο κ. Κέκκος, προς υποστήριξη του υπό εξέταση αιτήματός του, έθεσε τα ακόλουθα επιχειρήματα.
· Ως προς την πρώτη τροποποίηση, εισηγήθηκε ότι αυτή είναι δικαιολογημένη, ώστε οι Κατηγορούμενοι να γνωρίζουν ότι τα όσα τούς αποδίδονται στις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών (κατηγορίες 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22 και 25), απολήγουν, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, σε παράβαση των προνοιών του Άρθρου 333(δ)(ii), και τούτο για δική τους περαιτέρω πληροφόρηση, καθότι, ως έχουν σήμερα οι σχετικές εκθέσεις αδικήματος, αναφέρονται μόνο στο άρθρο 333, του Κεφ. 154, χωρίς να προσδιορίζουν, ειδικώς, την όποια υποπαράγραφο του εν λόγω άρθρου.
· Ως προς τη δεύτερη τροποποίηση, μολονότι ο κ. Κέκκος αποδέχεται ότι η προτεινόμενη προς προσθήκη κατηγορία 37 δεν εδράζεται στη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να παρουσιάσει προς απόδειξη της υπόθεσής της, αλλά επί ισχυρισμού που προβάλλει η Κατηγορούμενη 3 στην κατάθεσή της, τον οποίο ισχυρισμό η Κατηγορούσα Αρχή δεν αποδέχεται ως αληθή, εν τούτοις, στην ουσία, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να επιτραπεί η κατ’ αίτηση τροποποίηση, ώστε, στην περίπτωση που η σχετική θέση της Κατηγορούμενης 3 γίνει δεκτή, να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει την όποια τυχόν ενοχή των Κατηγορουμένων, στην προτεινόμενη αυτή νέα κατηγορία. Επί του προκειμένου, ο κ. Κέκκος ισχυρίστηκε ότι ζήτησε από το Κακουργιοδικείο, κατά την πρώτη εκδίκαση της υπόθεσης, όπως, στην περίπτωση που η σχετική μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή δεν γινόταν δεκτή, στη βάση των προνοιών του άρθρου 85(4) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προχωρήσει και τροποποιήσει το Κατηγορητήριο και κρίνει ένοχους τους Κατηγορούμενους στο αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου, επί τη βάσει των ισχυρισμών της Κατηγορούμενης 3 στην κατάθεσή της, αίτημα, το οποίο, το Κακουργιοδικείο που εκδίκασε την πρώτη υπόθεση, δεν έκανε δεκτό. Πρόσθεσε δε, ο κ. Κέκκος, ότι, η ορθότητα της σχετικής αυτής κρίσης του Κακουργιοδικείου, αμφισβητήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, με ειδικό λόγο έφεσης (πέμπτος λόγος έφεσης), ο οποίος, ωστόσο, δεν εξετάστηκε από το Εφετείο, ενόψει της επιτυχίας των λοιπών λόγων έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα. Κατέληξε, επομένως, ότι, το εν προκειμένω αίτημα δεν είναι κάτι νέο στους Κατηγορούμενους, αφού οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν τη σχετική πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής από το στάδιο της αρχικής εκδίκασης.
· Τέλος, ως προς την τρίτη τροποποίηση, ο κ. Κέκκος ανέφερε ότι η φράση που επιθυμεί να προσθέσει στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1, 24 και 25, αφορά στα γεγονότα που περιέβαλλαν την κατηγορία 35 επί του Κατηγορητηρίου, η οποία, διακόπηκε κατά την πρώτη εκδίκαση της υπόθεσης, καθότι το εκεί αναφερόμενο αδίκημα είχε παραγραφεί. Σημείωσε, συναφώς, ότι, ανεξαρτήτως της παραγραφής του εν λόγω αδικήματος, οι λεπτομέρειες που το περιέβαλλαν, είναι σχετικές και με τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 24 και 25, εξ’ ου και επιδιώκει την τροποποίηση των λεπτομερειών των κατηγοριών αυτών, αφενός γιατί συμβαδίζουν με την εξασφαλισθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία, η οποία είναι γνωστή στους Κατηγορούμενους, και αφετέρου γιατί, με την επιδιωκόμενη αυτή τροποποίηση, οι Κατηγορούμενοι θα γνωρίζουν με περισσότερη λεπτομέρεια τί ακριβώς τούς αποδίδεται. Συναφώς, πρόσθεσε ότι, όμοια τροποποίηση επιδιώχθηκε και σε προχωρημένο στάδιο της πρώτης εκδίκασης, με το σχετικό αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής να απορρίπτεται από το Κακουργιοδικείο, τόσο στη βάση του ότι κρίθηκε ότι οι εκεί αναφερόμενες λεπτομέρειες δεν έπασχαν από ελαττωματικότητα, όσο και στη βάση του προχωρημένου σταδίου της υπόθεσης που υποβλήθηκε τούτο.
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία αφορά σε επανεκδίκαση, ο κ.Κέκκος επιχειρηματολόγησε ότι το γεγονός αυτό δεν περιορίζει τις εξουσίες που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πρόνοιες του άρθρου 83 του Κεφ. 155, και προς επίρρωση του εν προκειμένου επιχειρήματός του, παρέπεμψε σε πρωτόδικη απόφαση (δεν ανηύρε, ως ανέφερε, σχετική απόφαση των Ανωτέρων Δικαστηρίων), η οποία καταπιάστηκε με το ζήτημα.
Στην αντίπερα όχθη, και οι τρεις συνήγοροι των Κατηγορουμένων, πρόβαλαν ένσταση στο αίτημα, σε σχέση και με τις τρεις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνουμε ότι τα επιχειρήματα της Υπεράσπισης αναπτύχθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, με τους δύο άλλους συνηγόρους να υιοθετούν τούτα, και τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5, να προσθέτει, απλώς, δικά του επιχειρήματα, στην ίδια, όμως, βάση.
Κατά τους συνηγόρους Υπεράσπισης, το γεγονός ότι η παρούσα διαδικασία αφορά σε επανεκδίκαση, υπέχει ουσιαστικής σημασίας, ενόψει και των σχετικών προνοιών του Συντάγματος, που απαγορεύουν την εκδίκαση ενός πολίτη, για το θέμα που τον αφορά, πέραν της μίας φοράς. Μολονότι οι συνήγοροι Υπεράσπισης αποδέχθηκαν ότι η διαταγή του Εφετείου για επανεκδίκαση δεν περιόρισε την εμβέλειά της (επανεκδίκασης), ειδικώς, σε κάποιες, μόνο, κατηγορίες του Κατηγορητηρίου, εν τούτοις, υποστήριξαν, ότι δεν πρόκειται για μία εξ υπαρχής δίκη, αλλά - στη βάση του ανωτέρω, σχετικού, λεκτικού της διαταγής του Εφετείου για επανεκδίκαση - για μια δίκη επί συγκεκριμένων κατηγοριών, και δη αυτών που εμπεριέχοντο στο Κατηγορητήριο, εξ αρχής. Πρόσθεσαν δε ότι, στη βάση των προνοιών του άρθρου 19(3) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν κατά το στάδιο της πρώτης δίκης, είναι δεσμευτικά για τους Κατηγορούμενους. Εισηγήθηκαν, επομένως, ότι, το εν προκειμένω αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση των ανωτέρω δεδομένων, και με παραπομπή στη, σχετική με τη δυνατότητα τροποποίησης κατηγορητηρίου στο πλαίσιο επανεκδίκασης, αγγλική νομολογία, εισηγήθηκαν ότι δεν είναι επιτρεπτή μια τροποποίηση η οποία θα απολήγει σε δυσμένεια των Κατηγορουμένων, δεδομένης και της αδιαμφισβήτητης δυσμένειας που υπόκεινται, ούτως ή άλλως, συνεπεία του γεγονότος και μόνο ότι η υπόθεσή τους θα επανεκδικαστεί. Εν προκειμένω, οι συνήγοροι Υπεράσπισης υποστήριξαν ότι κάθε προτεινόμενη τροποποίηση, επηρεάζει δυσμενώς τους Κατηγορούμενους, καθότι εδράζεται επί γεγονότων και ή πληροφοριών που λήφθηκαν στο πλαίσιο της αρχικής δίκης, ή, ακόμα και της διαδικασίας της έφεσης, περιλαμβανομένης και της σχετικής απόφασης του Εφετείου, με αποτέλεσμα, αν επιτραπεί το υπό εξέταση αίτημα, η Κατηγορούσα Αρχή να αποκτά πλεονέκτημα, παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται όταν εξετάζεται ζήτημα, ως το υπό εξέταση, στη βάση της σχετικής αγγλικής νομολογίας. Με γνώμονα την ανωτέρω θεώρηση, ειδικότερα για κάθε προτεινόμενη τροποποίηση, οι θέσεις της Υπεράσπισης έχουν ως ακολούθως:
· Ως προς την πρώτη τροποποίηση, η Υπεράσπιση προβάλλει τη θέση ότι τυχόν έγκριση τούτης, θα προκαλέσει σύγχυση στους Κατηγορούμενους, δεδομένων των λεπτομερειών των αδικημάτων των κατηγοριών 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22 και 25, στη βάση των οποίων, αυτό που αποδίδεται στους Κατηγορούμενους είναι η διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 333(α) του Κεφ. 154 και όχι του άρθρου 333(δ)(ii), του εν λόγω Νόμου, που επιχειρείται να προστεθεί στις εκθέσεις αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών.
· Ως προς τη δεύτερη τροποποίηση, εισηγήθηκε ότι πρόκειται για ενέργεια που ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας, δεδομένης της θέσης του κ. Κέκκου ότι τα όσα αποδίδονται στην προτεινόμενη προς προσθήκη κατηγορία 37, δεν αποτελούν τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ως προς τον τρόπο δράσης των Κατηγορούμενων. Υπέδειξαν, συναφώς, ότι, η μαρτυρία επί της οποίας θα ήταν δυνατή τυχόν κρίση ενοχής των Κατηγορούμενων στην προς προσθήκη κατηγορία, δεν θεωρείται από την Κατηγορούσα Αρχή ως αληθής, με αποτέλεσμα, το όλο, εν προκειμένω, επιχείρημα της Κατηγορούσας Αρχής, να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, στην έννοια ότι επιδιώκεται να προστεθεί διαζευκτική κατηγορία, όχι με σκοπό η Κατηγορούσα Αρχή να επιδιώξει την απόδειξη της ενοχής των Κατηγορουμένων σε αυτή, αλλά για να καλύπτεται και η περίπτωση που η μαρτυρία της θα απορριφθεί, και θα γίνει δεκτή η αντίστοιχη, διαφορετική, μαρτυρία της Κατηγορούμενης 3.
· Τέλος, ως προς την τρίτη τροποποίηση, η Υπεράσπιση προβάλλει τη θέση ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί, καθότι, στην ουσία, θα δοθεί η ευκαιρία στην Κατηγορούσα Αρχή, να παρουσιάσει μαρτυρία, σχετική με το αδίκημα της κατηγορίας 35, η οποία διακόπηκε. Εισηγείται, επιπροσθέτως, ότι, εν πάση περιπτώσει, η τρίτη τροποποίηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί, καθότι για αυτήν προωθήθηκε όμοιο αίτημα κατά την πρώτη δίκη, το οποίο και απορρίφθηκε, χωρίς ο Γενικός Εισαγγελέας να προσβάλει την εν προκειμένω κρίση του Κακουργιοδικείου με την έφεσή του.
Προς υποστήριξη των ανωτέρω επιχειρημάτων της, η Υπεράσπιση παρέπεμψε το Δικαστήριο σε κυπριακά, αλλά και αγγλικά συγγράμματα, καθώς επίσης και αγγλική νομολογία, που εκεί, μνημονεύεται, καθώς επίσης και στη σχετική, με την τρίτη τροποποίηση, ενδιάμεση κρίση του Κακουργιοδικείου, που δίκασε αρχικά την υπόθεση.
Όλες οι πλευρές, και ορθώς κατά τη γνώμη μας, αντιλαμβάνονται ότι το υπό εξέταση αίτημα εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 83 του Κεφ. 155. Εκεί που, ενδεχομένως, να παρατηρείται κάποια διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών, είναι ως προς το κατά πόσο, συνεπεία του δεδομένου ότι πρόκειται για επανεκδίκαση, προκύπτουν επιπρόσθετες προϋποθέσεις και/ή κριτήρια για να επιτραπεί μια τροποποίηση, από το τι θα ίσχυε στην περίπτωση που επιδιωκόταν τούτη (η τροποποίηση) στο πλαίσιο της αρχικής δίκης.
Εν προκειμένω, ως ήδη, λεπτομερώς, σημειώθηκε ανωτέρω, η Υπεράσπιση υποστηρίζει ότι προκύπτουν τέτοια επιπρόσθετα κριτήρια, τόσο στη βάση της δυσμένειας υπό την οποία τελούν οι Κατηγορούμενοι ως εκ του γεγονότος, και μόνο, του ότι θα επανεκδικαστούν (κάτι που παρέχει στην Κατηγορούσα Αρχή τη δυνατότητα να διορθώσει τα όποια τυχόν λάθη της κατά την πρώτη δίκη, ή ακόμα και να αντλήσει περαιτέρω πληροφόρηση την οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει εις βάρος των Κατηγορουμένων ‑ βλ. R. V Booker (Edward Martin), [2011] 1 Cr. App. R. 26 (2011)), όσο και στη βάση του ότι, αν και πρόκειται για εξ' υπαρχής εκδίκαση, τα κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της πρώτης δίκης, παραδεκτά γεγονότα, συνεχίζουν να δεσμεύουν τους Κατηγορούμενους (βλ. άρθρο 19(3), του Κεφ. 9).
Εξ' αρχής σημειώνουμε ότι ελλείπει από τις πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας οποιαδήποτε αναφορά που να θέλει, για σκοπούς τροποποίησης του Κατηγορητηρίου, διαφορετική προσέγγιση στην περίπτωση που τούτη επιδιώκεται στο πλαίσιο επανεκδίκασης, απ' ότι αν τούτη επιδιώκετο στο πλαίσιο της αρχικής δίκης. Ούτε, και νομολογιακώς, φαίνεται το ζήτημα να απασχόλησε τα κυπριακά Ανώτερα Δικαστήρια.
Στην Αγγλία, το ζήτημα απασχόλησε, τόσο στη βάση των σχετικών προνοιών του Indictment Act 1915, όσο και νομολογιακώς, στις όποιες, σχετικές, δικαστικές αποφάσεις, έγινε ειδική αναφορά από πλευράς της Υπεράσπισης. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τη σχετική από το ζήτημα αγγλική νομολογία, είναι ότι η τροποποίηση Κατηγορητηρίου είναι εφικτή, στη βάση των ίδιων αρχών που ισχύουν και κατά την πρώτη δίκη, με τη μόνη διαφοροποίηση ότι δεν πρέπει τούτη (η τροποποίηση) να απολήγει σε δυσχέρεια που δεν θα αντιμετώπιζαν οι Κατηγορούμενοι στην περίπτωση που επιχειρείτο η τροποποίηση κατά την πρώτη δίκη (βλ. R. V Hemmings (Raymond George), [2000] 1 W.L.R. 661 (1999).
Εν ολίγοις, εκείνο που προκύπτει από τη σχετική αγγλική νομολογία, χωρίς να μας διαφεύγει ότι τούτη εδράστηκε στη βάση και των προνοιών του Indictment Act 1915, αλλά και ότι, στην Κύπρο, δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική νομοθεσία, είναι ότι τα κριτήρια που τυγχάνουν εφαρμογής κατά την εξέταση ως προς το κατά πόσο θα επιτραπεί ή όχι τροποποίηση στο στάδιο επανεκδίκασης, είναι αυτά, που, νομολογιακώς, έχουν καθιερωθεί, στη βάση των προνοιών του άρθρου 83 του Κεφ. 155, με την επιπρόσθετη, όμως, ανάγκη, όπως το Δικαστήριο, συνεπεία, ακριβώς, του γεγονότος ότι πρόκειται για διαδικασία επανεκδίκασης, θα πρέπει να συνυπολογίσει και το κατά πόσο, με τη σκοπούμενη τροποποίηση, ο Κατηγορούμενος θα βρεθεί σε χειρότερη θέση απ' ότι θα βρισκόταν στην περίπτωση που η τροποποίηση επιδιώκετο στο πλαίσιο της αρχικής δίκης.
Ακολουθεί, επομένως, η νομική πτυχή που διέπει, γενικότερα, το ζήτημα της τροποποίησης κατηγορητηρίου, ως αυτή αναλύθηκε από τα κυπριακά Ανώτερα Δικαστήρια, αλλά και τα αγγλικά Δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων μνημονεύθηκαν στις δικές μας αποφάσεις.
Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί κατηγορητήριο εδράζεται στις πρόνοιες των άρθρων 83, 84 και 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Ειδικότερα δε, στο στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε, σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 83 οι οποίες έχουν ως εξής:
83.-(1) Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.
(2) Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται με τον τρόπο αυτό, το διάταγμα για τη μεταβολή σημειώνεται πάνω στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, και αυτά χρησιμοποιούνται για το σκοπό κάθε συναφούς διαδικασίας ωσάν να είχαν καταχωριστεί με τη μορφή που έχει μεταβληθεί.
Ως προκύπτει από τις πιο πάνω πρόνοιες, αλλά και ως τούτες έχουν ερμηνευθεί νομολογιακώς, (βλ. Gani v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 134 και Παφίτης v. Aστυνομίας (2013) 2 A.A.Δ. 762), η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί κατηγορητήριο είναι διακριτική. Η άσκηση δε της εξουσίας αυτής, δεν θα πρέπει, επ' ουδενί, να απολήγει σε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων ενός κατηγορούμενου (Ανδρέου κ.α. v. Χαραλάμπους, Ποινική Έφεση 90/17 και 179/17, ημερομηνίας 13.7.2018 και Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 65).
Αναγκαιότητα για τροποποίηση, μπορεί να προκύψει για σειρά λόγων, μεταξύ αυτών και για προσθήκη κατηγορίας, η οποία προέκυψε από αποκαλυφθείσα μαρτυρία (βλ. Σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (δεύτερη έκδοση) 2013, σελίδες 125, 126).
Σημαντικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέτασή του κατά πόσο η τροποποίηση θα επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στην υπεράσπιση ενός κατηγορούμενου, είναι το χρονικό σημείο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα, σε συνδυασμό με το στάδιο της δίκης, με τη σχετική, με το ζήτημα, νομολογία να θέλει μια τέτοια πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού να μεγεθύνεται καθώς η δίκη προχωρεί, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται στα αρχικά στάδια ή ακόμα και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ν. Κούμα (1997) 2 Α.Α.Δ. 99). Στο τέλος της ημέρας, το ζητούμενο, κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης, είναι το κατά πόσο με την έγκρισή του εξυπηρετείται ή όχι το συμφέρον της δικαιοσύνης, και δη ο βασικός οδηγός για την κρίση του Δικαστηρίου.
Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω), αναφέρονται, στις σελ. 125-126, λόγοι που μπορεί να αποτελέσουν βάση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ώστε να τροποποιηθεί κατηγορητήριο:
(1) Προς θεραπεία σύγκρουσης μεταξύ των λεπτομερειών κατηγορίας και της προσαχθείσας μαρτυρίας,
(2) Προς παροχή περαιτέρω ή ακριβέστερων λεπτομερειών για την παροχή ευχέρειας στον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπισή του με βεβαιότητα, και
(3) Προσθήκη κατηγορίας αποκαλυφθείσας από τη μαρτυρία.
Ως προς την έννοια του όρου «ελαττωματικό κατηγορητήριο», στο Σύγγραμμα Phipson On Evidence, 18th Edition, σελ. 63, παρ. 2‑11, αναφέρεται, συναφώς, ότι:
«If it appears to the court, either before at, or after the trial, that the indictment is defective, the court may order such amendments to be made as it thinks necessary, even though the indictment is not bad in law prima facie on its face and as can be made without injustice; and may make such order as to the costs thereof as it thinks fit. The word "defective" is given a liberal interpretation...».
Τέλος, στη υπόθεση Επί Τοις Αφορώσι την Αίτηση του Άκη Φάντη (1995) 1 Α.Α.Δ. 714, ως προς την ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου, σημειώθηκε ότι:
To κατά πόσο ένα κατηγορητήριο (charge ή information), είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πώς η Κατηγορούσα Αρχή αντικρύζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή, σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε: βλ. σχετικά με αυτό το θέμα της ελαττωματικότητας, την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic (1983) 2 C.L.R. 148 και τις Αγγλικές αυθεντίες που αναφέρονται εκεί (στις σελ. 162-164). Συνεπώς, η όποια διαπίστωση του Δικαστηρίου αναφορικά με ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου λαμβάνει υπόψη και αυτή τη δεύτερη διάσταση. Και μπορεί αυτή η διαπίστωση να μεταβληθεί ανάλογα με το πώς, σε μεταγενέστερο στάδιο, τοποθετείται η Κατηγορούσα Αρχή.
Με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές, αλλά και την ανάγκη οι Κατηγορούμενοι να μην υποστούν δυσχέρεια που δεν θα υπόκειντο στην περίπτωση που το αίτημα υποβαλλόταν στο πλαίσιο της αρχικής δίκης, προχωρούμε, ευθύς αμέσως, στην εξέταση του αιτήματος.
Θα ακολουθήσουμε την ίδια τακτική, που ακολουθήσαμε και κατά το στάδιο της παράθεσης του αιτήματος, δηλαδή να εξετάσουμε τούτο στην βάση της ανωτέρω κατηγοριοποίησης.
Πρώτη τροποποίηση
Ως προς την πρώτη τροποποίηση, κρίνουμε ότι τούτη δεν θα πρέπει να επιτραπεί, καθότι τυχόν έγκρισή της θα προκαλέσει σύγχυση στους Κατηγορούμενους. Εν προκειμένω, ως προκύπτει από την ανάγνωση τους και μόνο, οι λεπτομέρειες των κατηγοριών 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22 και 25, αποδίδουν στους Κατηγορούμενους την κατάρτιση πλαστού εγγράφου στη βάση του ότι, αντί στο έγγραφο να καταγράψουν τον πραγματικό αιτητή (συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο κατονομάζεται), κατέγραψαν άλλο πρόσωπο, με διαφορετική ημερομηνία γέννησης απ' ότι του πραγματικού αιτητή, και διαφορετικό τόπο γέννησης, χωρίς, πουθενά, στις λεπτομέρειες να αναφέρεται, ή να είναι δυνατό να προκύπτει, ότι το πρόσωπο που καταγράφηκε επί του εγγράφου είναι ανύπαρκτο και δη φανταστικό. Οι δε πρόνοιες του άρθρου 333 (δ) (ii), του Κεφ. 154, καθιστούν κολάσιμο τον καταρτισμό πλαστού εγγράφου διά της υπογραφής του «με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει». Πουθενά στις λεπτομέρειες των εν προκειμένω κατηγοριών δεν προκύπτει ότι ο αναφερόμενος T. N., επί των κατ' ισχυρισμό πλαστών εγγράφων, είναι φανταστικό πρόσωπο. Εκείνο που αποδίδεται στους Κατηγορούμενους με τις εν προκειμένω λεπτομέρειες, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, είναι ότι δεν καταγράφηκε το πραγματικό όνομα, ημερομηνία και τόπος γεννήσεως, του πραγματικού αιτητή, δηλαδή του M. E.
Κατά συνέπεια, τυχόν έγκριση του αιτήματος, χωρίς να μεταβληθούν και οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22 και 25, θα προκαλέσει ελαττωματικότητα στο Κατηγορητήριο, η οποία, ενδεχομένως, ακολούθως, να οδηγήσει σε νέα ενασχόληση του Δικαστηρίου για διόρθωσή της. Για τους πιο πάνω λόγους, το αίτημα, ως προς την πρώτη τροποποίηση, δεν μπορεί να γίνει δεχτό.
Δεύτερη τροποποίηση
Ούτε και η δεύτερη τροποποίηση, κρίνουμε, ότι μπορεί να επιτραπεί. Ως ήδη σημειώθηκε στη Νομική Πτυχή, με αναφορά στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Φάντης (ανωτέρω), κύριο, βασικό, κριτήριο για το αν θα επιτραπεί ή όχι μια σκοπούμενη, από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, τροποποίηση, είναι και ο τρόπος που η τελευταία αντικρίζει τις κατηγορίες με κριτήριο το αποδεικτικό υλικό που έχει στη διάθεσή της. Εν προκειμένω, με πλήρη σαφήνεια, ο κ. Κέκκος ανάφερε ότι δεν σκοπεύει να παρουσιάσει μαρτυρία με σκοπό να υποστηρίζει ότι διαπράχθηκε το αδίκημα της προς προσθήκη Κατηγορίας 37, καθότι, τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν, προκύπτουν στη βάση ισχυρισμών συγκεκριμένης Κατηγορούμενης, τους οποίους ισχυρισμούς, η Κατηγορούσα Αρχή δεν αποδέχεται ως αληθείς. Εν προκειμένω, ο κ. Κέκκος, επίσης με σαφήνεια, υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα επιδιώξει να αποδείξει ισχυρισμούς που συγκρούονται με το σχετικό ισχυρισμό της Κατηγορούμενης 3.
Κατά συνέπεια, με βάση το κριτήριο αυτό, το υπό εξέταση αίτημα, ως προς τη δεύτερη τροποποίηση, δεν μπορεί να πετύχει.
Τρίτη τροποποίηση
Ως προς την τρίτη τροποποίηση, κρίνουμε ότι αυτή μπορεί να επιτραπεί. Οι σχετικές θέσεις που προέβαλαν οι συνήγοροι Υπεράσπισης, δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για να απορριφθεί. Η δε παραπομπή του Δικαστηρίου στη σχετική απόφαση που εκδόθηκε από το Κακουργιοδικείο που εκδίκασε την πρώτη υπόθεση, με κάθε σεβασμό, δεν βοηθά το επιχείρημά τους. Στη βάση της εν λόγω κρίσης, το πανομοιότυπο αίτημα που προέβαλε η Κατηγορούσα Αρχή κατά την πρώτη δίκη δεν επετράπη για δύο λόγους. Πρώτο, γιατί κρίθηκε ότι οι λεπτομέρειες των Κατηγοριών 1 και 25, (σε αυτές αφορούσε το αίτημα κατά την πρώτη δίκη - εν προκειμένω αφορά και την Κατηγορία 24), ήταν σαφείς και δεν παρουσίαζαν οποιανδήποτε ελαττωματικότητα, και δεύτερο γιατί, το επιχείρημα προωθήθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, έχοντας, ήδη, καταθέσει οι δύο βασικοί, για τις εν λόγω κατηγορίες, μάρτυρες, με την Υπεράσπιση, κατά την αντεξέτασή τους, αλλά και σε άλλα στάδια, να τονίζει, διαρκώς, ότι περιορίζει τις ερωτήσεις της στη βάση του γεγονότος ότι οι επιζητούμενες προς προσθήκη λεπτομέρειες, δεν αποτελούσαν μέρος των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν οι Κατηγορούμενοι.
Ως προκύπτει από την ανωτέρω σχετική νομολογία, η κρίση του Δικαστηρίου περί της όποιας ελαττωματικότητας του Κατηγορητηρίου, δεν πρέπει να προκύπτει, αμιγώς, επί της όψης του Κατηγορητηρίου και των όσων στις λεπτομέρειες αυτού καταγράφονται, και δη τη σαφήνεια, ενδεχομένως, που περιβάλλει τις εν λόγω αναφορές, αλλά σε συνάρτηση και με τον σκοπό που επιδιώκει η Κατηγορούσα Αρχή να εξυπηρετήσει με τη σκοπούμενη τροποποίηση. Εξ ου και, ως, και πάλι, υποδείχθηκε ανωτέρω στο πλαίσιο της νομικής πτυχής, θα επιτραπεί μια τροποποίηση αν σκοπός της είναι να παρέχει στους Κατηγορούμενους περαιτέρω ή ακριβέστερες λεπτομέρειες για την παροχή ευχέρειας σε αυτούς να ετοιμάσουν την Υπεράσπισή τους με βεβαιότητα, πόσο μάλλον όταν τούτη (η τροποποίηση) επιχειρείται στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, ως εν προκειμένω (βλ. Σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω).
Η τρίτη τροποποίηση, κρίνουμε, αυτόν τον στόχο έχει, δηλαδή να παρέχει στους Κατηγορούμενους περαιτέρω και ακριβέστερες λεπτομέρειες ως προς το τι σκοπεύει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει, και τούτο, κατά περιορισμό της ίδιας, παρά το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες των Κατηγοριών 1, 24 και 25, ως έχουν, χαρακτηρίζονται, στην όψη τους, από σαφήνεια.
Το γεγονός ότι οι σκοπούμενες προς προσθήκη λεπτομέρειες αποτελούσαν τις βασικές λεπτομέρειες τις Κατηγορίας 35, η οποία διακόπηκε κατά το στάδιο της πρώτης δίκης, δεν υπέχει τη δυναμική που επιχειρεί να του αποδώσει η Υπεράσπιση. Η Κατηγορούσα Αρχή, με τη σκοπούμενη τροποποίηση, δεν επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο κατηγορία σε σχέση με το αδίκημα του ψευδούς όρκου, το οποίο, κατά κοινό τόπο, έχει παραγραφεί, παρά μόνο, να κατατάξει τις προς προσθήκη λεπτομέρειες, ως αναγκαίες, ακριβέστερες, επιπρόσθετες λεπτομέρειες, των ήδη υπαρχόντων Κατηγοριών 1, 24 και 25, χωρίς να φέρνει τους Κατηγορούμενους σε οποιαδήποτε δυσμενή θέση στην οποία δεν θα βρίσκονταν στην περίπτωση που επιδιώκετο η τροποποίηση αυτή στο ίδιο χρονικό στάδιο της πρώτης δίκης. Και τούτο γιατί, οι Κατηγορούμενοι, γνώστες πλέον των όσων τους αποδίδονται σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές, μπορούν να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους με μεγαλύτερη βεβαιότητα. Επαναλαμβάνουμε, ενδεχομένως φορτικώς, ότι με την ενέργειά της αυτήν, η Κατηγορούσα Αρχή, στην ουσία περιορίζει τον εαυτό της ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά που αποδίδει στους Κατηγορούμενους.
Δεδομένης της μόλις πιο πάνω κρίσης μας, τα όσα άλλα αποφασίστηκαν στην πρώτη δίκη, για την υπό εξέταση σκοπούμενη τροποποίηση, δεν υπέχουν σημασίας για το υπό εξέταση αίτημα, καθότι, σε αντιδιαστολή με το τι ίσχυε τότε, το υπό εξέταση αίτημα, προωθείται στα αρχικά στάδια της δίκης, και δη πριν καν επανακατηγορηθούν οι Κατηγορούμενοι, με αποτέλεσμα οι δυσχέρειες στις οποίες έγινε αναφορά από το Κακουργιοδικείο κατά την πρώτη δίκη, να μην προκύπτουν ως ζήτημα εν προκειμένω. Ως, συναφώς, αναφέρθηκε κατά το στάδιο της παράθεσης της νομικής πτυχής, «Τροποποίηση του Κατηγορητηρίου εύκολα εγκρίνεται στα αρχικά στάδια της δίκης, δεδομένου ότι το αντικείμενό της είναι συναφές προς τις κατηγορίες οι οποίες εγείρονται στο Κατηγορητήριο. Η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορουμένου μεγεθύνεται καθώς η δίκη προχωρεί» (βλ. Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, σελ. 126 (ανωτέρω).
Κατά συνέπεια, το υπό εξέταση αίτημα εγκρίνεται μόνο ως προς την τρίτη τροποποίηση, και απορρίπτεται ως προς την πρώτη και δεύτερη τροποποίηση.
Ως αποτέλεσμα, οι λεπτομέρειες των εν προκειμένων κατηγοριών τροποποιούνται ως εξής:
Κατηγορία 1
Διά της προσθήκης, στην προτελευταία γραμμή, μετά τη λέξη «γεννήσεως» και το κόμμα που ακολουθεί τούτη, και πριν την φράση «ενώ αυτοί γνώριζαν ότι αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα», της φράσης, «βεβαίωσαν στην τέταρτη σελίδα της αίτησης πολιτογράφησης ότι γνώριζαν προσωπικά τον αιτητή με το όνομα T. N., ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις για διάστημα 2 χρόνων και βεβαίωσαν για τον καλό του χαρακτήρα», ώστε οι λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας να μετατρέπονται ως εξής:
«Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Νοεμβρίου 2016 έως Ιουνίου 2017 μαζί με τον M. E. στην Λάρνακα, της Επαρχίας Λάρνακας και στην Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, συνωμότησαν μεταξύ τους να καταδολιεύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία, εξασφαλίζοντας δολίως Κυπριακή υπηκοότητα προς όφελος του M.E. δηλαδή κατά την διαδικασία της αίτησης πολιτογράφησης στη βάση του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, δήλωσαν ψευδή στοιχεία και πληροφορίες για τον αιτητή. Συγκεκριμένα δήλωσαν ως Αιτητή το ψευδές όνομα T. N., ψευδή ημερομηνία γεννήσεως και τόπο γεννήσεως, βεβαίωσαν στην τέταρτη σελίδα της αίτησης πολιτογράφησης ότι γνώριζαν προσωπικά τον αιτητή με το όνομα T. N., ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις για διάστημα 2 χρόνων και βεβαίωσαν για τον καλό του χαρακτήρα, ενώ αυτοί γνώριζαν ότι αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα».
Κατηγορία 24
Διά της προσθήκης, στην προτελευταία γραμμή, μετά τη φράση «γονέων του» και το κόμμα που ακολουθεί τούτη, και πριν την φράση «ενώ αυτοί γνώριζαν ότι τα στοιχεία αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα», της φράσης «βεβαίωσαν στην τέταρτη σελίδα της αίτησης πολιτογράφησης ότι γνώριζαν προσωπικά τον αιτητή με το όνομα T. N., ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις για διάστημα 2 χρόνων και βεβαίωσαν για τον καλό του χαρακτήρα», ώστε οι λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας να μετατρέπονται ως εξής:
«Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 μαζί με τον M. E. στις 08/06/2017 στην Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, εσκεμμένα εξασφάλισαν εγγραφή προς όφελος του M. E. με ψευδείς παραστάσεις δηλαδή δήλωσαν ψευδώς στην αίτηση πολιτογράφησης του το όνομα T. N., ψευδή ημερομηνία γέννησης, ψευδή τόπο γέννησης και ψευδή ονόματα των γονέων του, βεβαίωσαν στην τέταρτη σελίδα της αίτησης πολιτογράφησης ότι γνώριζαν προσωπικά τον αιτητή με το όνομα T.N., ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις για διάστημα 2 χρόνων και βεβαίωσαν για τον καλό του χαρακτήρα, ενώ αυτοί γνώριζαν ότι τα στοιχεία αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα».
Κατηγορία 25
Διά της προσθήκης, στην τρίτη από το τέλος γραμμή, μετά τη φράση «γονέων του» και το κόμμα που ακολουθεί τούτη, και πριν την φράση «ενώ ο M.E. υπέγραψε την εν λόγω αίτηση με το ψευδές όνομα T. N.», της φράσης «βεβαίωσαν στην τέταρτη σελίδα της αίτησης πολιτογράφησης ότι γνώριζαν προσωπικά τον αιτητή με το όνομα T. N., ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις για διάστημα 2 χρόνων και βεβαίωσαν για τον καλό του χαρακτήρα, ενώ γνώριζαν ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», ώστε οι λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας να μετατρέπονται ως εξής:
«Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 μαζί με τον M.E. στις 08/02/2017 στην Λάρνακα, της Επαρχίας Λάρνακας και στην Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας κατάρτισαν πλαστά έγγραφα, με σκοπό την καταδολίευση της Κυπριακής Δημοκρατίας,, δηλαδή κατά την διαδικασία της αίτησης πολιτογράφησης στην βάση του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος προς όφελος του M. E., συμπλήρωσαν την αίτηση «Application by an alien for a certificate of naturalization”, γράφοντας ψευδή στοιχεία και πληροφορίες. Συγκεκριμένα, έγραψαν εν γνώσει τους το ψευδές όνομα T. N., ψευδή ημερομηνία γέννησης, ψευδή τόπο γέννησης και ψευδή ονόματα των γονέων του, βεβαίωσαν στην τέταρτη σελίδα της αίτησης πολιτογράφησης ότι γνώριζαν προσωπικά τον αιτητή με το όνομα T. N., ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις για διάστημα 2 χρόνων και βεβαίωσαν για τον καλό του χαρακτήρα, ενώ γνώριζαν ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ ο M. E. υπέγραψε την εν λόγω αίτηση με το ψευδές όνομα T. N.».
(Υπ.) .…………..…………..……………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.)………...……….…………..........
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
(Υπ.)……....…….…..…………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ο Κατηγορούμενος 2 απεβίωσε πριν την έκδοση της εφετειακής κρίσης, εξ ου και η διαταγή για επανεκδίκαση της υπόθεσης αφορούσε μόνο τους λοιπούς κατηγορούμενους.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο