ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Κ., Αρ. Υπόθεσης 13702/25, 11/6/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Κ., Αρ. Υπόθεσης 13702/25, 11/6/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης 13702/25

Μεταξύ:

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Κατηγορούσα Αρχή

v.

Α. Κ. 

Kατηγορούμενος

 

 

 

Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2026

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου

Για τον Kατηγορούμενο: κ. Α. Κληρίδης

Kατηγορούμενος  παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες που περιέχονται στο κατηγορητήριο. Όλες σχετίζονται με το ίδιο περιστατικό, και συνοψίζονται στο ότι την 20 Νοεμβρίου 2025 ο Kατηγορούμενος  αποπειράθηκε να απαγάγει τον Vol. D. (κατηγορία 2[1]) συνωμοτώντας προς την επιδίωξη του σκοπού της απαγωγής του με άλλα πρόσωπα (κατηγορία 1[2]), προκαλώντας τόσο στον Vol.D. όσο και στον Vol. S. (κατηγορίες 3 και 4[3]) πραγματική σωματική βλάβη. Επίσης καταλογίζεται στον Kατηγορούμενο κατηγορία έκθεσης ψευδών διακριτικών στοιχείων μηχανοκίνητου οχήματος (κατηγορία 5[4]).

 

Τα γεγονότα που ανάγονται στα αδικήματα ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεικνύουν ότι την 20ή Νοεμβρίου 2025 και περί ώρα 19:00, ο Kατηγορούμενος  ευρισκόταν εντός οχήματος τύπου βαν - την άδεια για χρήση του οποίου εξασφάλισε από τον ιδιοκτήτη του χωρίς να αποκαλύψει τον σκοπό για τον οποίο το χρειαζόταν - το οποίο στάθμευσε πλησίον κατοικίας στη Λάρνακα, μαζί με άλλα δύο άγνωστα μέχρι σήμερα πρόσωπα. Τα δύο άγνωστα πρόσωπα, έγιναν αντιληπτά από τον Vol. S., ο οποίος, ευρισκόμενος σε περίπατο με την κόρη του και το εγγονάκι του, διαπίστωσε την παρουσία τους και την ύποπτη συμπεριφορά τους.

Μετά την επιστροφή του S. στην οικία και την ενημέρωση του Vol. D., ο τελευταίος εξήλθε προς διερεύνηση. Κατά την προσέγγισή του, δύο εκ των προσώπων που επέβαιναν στο όχημα εξήλθαν και επιχείρησαν να τον αρπάξουν και να τον εξαναγκάσουν να εισέλθει στο όχημα, ενεργώντας προς υλοποίηση κοινού σκοπού με τον Kατηγορούμενο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πιο πάνω περιστατικού, ο Kατηγορούμενος παρέμεινε στη θέση του οδηγού και επιχείρησε να εκκινήσει το όχημα, προς διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης και εν συνεχεία της διαφυγής. Μετά την αποτροπή της απόπειρας απαγωγής, κατόπιν της αντίστασης του D. και της παρέμβασης του S., τα δύο άγνωστα πρόσωπα τράπηκαν σε φυγή.

Ακολούθως, ο Kατηγορούμενος  επιχείρησε να διαφύγει οδηγώντας το όχημα. Οι Vol.D. και Vol. S. κινήθηκαν προς το όχημα με σκοπό να αποτρέψουν τη διαφυγή του και να τον ακινητοποιήσουν, χρησιμοποιώντας την αναγκαία προς τούτο βία. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, ο D. κατάφερε να αποσπάσει τα κλειδιά του οχήματος. Παρά ταύτα, ο Kατηγορούμενος  εγκατέλειψε το όχημα και κατόρθωσε να διαφύγει πεζός από τη σκηνή.

Κατά την εξέλιξη των γεγονότων, και στο πλαίσιο της επιδίωξης του κοινού σκοπού, οι Vol.D. και Vol. S. υπέστησαν ελαφρές σωματικές κακώσεις, ήτοι εκδορές και οιδήματα σε διάφορα μέρη του σώματός τους. Μετά από κλήση του D., μέλη του ΤΑΕ μετέβησαν στη σκηνή και προέβησαν σε εξετάσεις, κατά τις οποίες εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων, πλαστικά δεματικά και δύο διαφανείς κολλητικές ταινίες, αντικείμενα που συνάδουν με προπαρασκευή τέλεσης παράνομης κατακράτησης προσώπου. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι οι πινακίδες εγγραφής που έφερε το όχημα (KSM 53Χ) αντιστοιχούσαν σε άλλο όχημα, ενώ, μέσω του αριθμού πλαισίου, εξακριβώθηκε ότι οι πραγματικοί αριθμοί εγγραφής ήταν ΤΑΝ81Χ.

Κατά τις επακόλουθες έρευνες, ο Kατηγορούμενος  διαπιστώθηκε ότι είχε εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων περιοχών, γεγονός που καταδεικνύει πρόθεση αποφυγής των αρχών. Στις 7 Δεκεμβρίου 2025, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης μέσω του δικηγόρου του, ο Kατηγορούμενος  αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας με πτήση από το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και συνελήφθη. Την 8η Δεκεμβρίου 2025 παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο εξέδωσε διάταγμα κράτησης διάρκειας οκτώ ημερών. Ακολούθως, παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι την καταχώρηση και παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, το οποίο διέταξε την περαιτέρω κράτησή του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

Κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής, ο κ. Κληρίδης εστίασε στο λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του, την άμεση παραδοχή του, τον ρόλο του στη διάπραξη των αδικημάτων, ενώ παράλληλα έθιξε τις προσωπικές του περιστάσεις, στις οποίες θα αναφερθούμε πιο κάτω. Επιπλέον, ο κ. Κληρίδης, αναφέρθηκε στις συνθήκες που επικρατούν στις Κεντρικές Φυλακές και ζήτησε από το Δικαστήριο, όπως αυτές ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι οι ποινές που θα επιβληθούν στις κατηγορίες, θα πρέπει να είναι συντρέχουσες και να προσμετρήσει η περίοδος κατά την οποίαν, ο Kατηγορούμενος είναι υπόδικος για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας σε ό,τι αφορά την έναρξη της έκτισης τους. Αποτελεί δε περαιτέρω εισήγηση του κυρίου Κληρίδη, ότι τα Δικαστήρια σπάνια επιβάλλουν ποινή σε αδικήματα συνωμοσίας, ειδικά όταν έχει διαπραχθεί το ίδιο αδίκημα που τα εμπλεκόμενα άτομα είχαν συνωμοτήσει να διαπράξουν, θέτοντας μάλιστα ότι «οριακά» ο Kατηγορούμενος  έχει παραπεμφθεί ενώπιον Κακουργιοδικείου, δίνοντας έμφαση στη φύση των κατηγοριών και ότι σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό το Κακουργιοδικείο να σκεφτεί την αναστολή των όποιων ποινών φυλάκισης επιβληθούν.

 

Το αδίκημα της συνωμοσίας για απαγωγή, αφορά σε συνωμοσία για τη διάπραξη κακουργήματος[5] και επισύρει ως μέγιστη ποινή, ποινή φυλάκισης επτά ετών. Το αδίκημα της απόπειρας απαγωγής ως οι συνδυασμένες πρόνοιες των άρθρων 367 και 250 είναι πλημμέλημα και με βάση το άρθρο 35 τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (€2.562,90)[6], ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη (3η και 4η Κατηγορία), κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, η προβλεπόμενη στο Ποινικό κώδικα μέγιστη ποινή είναι, τα τρία χρόνια φυλάκισης.  Τέλος, το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, έκθεση ψευδών διακριτικών στοιχείων μηχανοκίνητου οχήματος ως, στο άρθρο 17(γ) του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμο 86/1972, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια, ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (€2.562,90)[7], ή και με τις δύο αυτές ποινές

 

Eίναι επαρκώς νομολογημένο ότι οι ποινές που επιβάλλει το Δικαστήριο πρέπει να είναι ανάλογες με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν. Ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί με βάση τον νόμο. Εκείνος είναι ένας σημαντικός δείκτης της σοβαρότητας, από τον οποίο εκκινεί η διαδικασία της επιμέτρησης. Ο νόμος προβλέπει, στο γενικό νομοθετικό επίπεδο, τις ανώτατες ποινές για κάθε αδίκημα. Είναι αποκλειστικά έργο του Δικαστηρίου η επιμέτρηση και η επιβολή ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Σε πραγματικό χρόνο, δεν είναι κάθε αδίκημα το χειρότερο του είδους του. Κάθε αδίκημα έχει τη δική του κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας[8]. Επομένως, σε μεγάλο βαθμό, η ταξινόμηση του αδικήματος σε επίπεδο έντασης ή σοβαρότητας εξαρτάται, αντικειμενικά, από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του στη συγκεκριμένη περίπτωση (culpability), καθώς και από το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή κινδύνευσε να προκληθεί από την παραβατική συμπεριφορά σε πραγματικό επίπεδο (harm)[9].

 

Το Δικαστήριο, αφού ταξινομήσει τα αδικήματα ως προς το επίπεδο ένστασης ή σοβαρότητάς τους σε πραγματικό χρόνο, συνεχίζει την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνοντας πρόσθετα υπόψη τυχόν άλλους παράγοντες, πιο υποκειμενικούς, ελαφρυντικούς, που επιφέρουν περαιτέρω έκπτωση στην ποινή, ή επιβαρυντικούς, που εμποδίζουν να συμβεί κάτι τέτοιο ή που προκαλούν επαύξηση της ποινής, στην κλίμακα στην οποία κινείται με βάση τον νόμο. Το βάρος που δίδεται σε κάθε ελαφρυντικό ή επιβαρυντικό παράγοντα δεν είναι το ίδιο σε κάθε υπόθεση ή σταθερό. Η επιμέτρηση δεν γίνεται με τυχαίους υπολογισμούς, αλλά ούτε με αυστηρά ή ακριβή μαθηματικά κριτήρια· γίνεται με γνώμονα την αναλογικότητα, η προσέγγιση της οποίας θα πρέπει να γίνεται με όσο το δυνατόν διαφανή τρόπο. Όλη αυτή η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιουσδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[10], αλλά και οι σκοποί της ποινής, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέονται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο, συνηθέστερα, καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής, όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια, ώστε να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του Kατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[11]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης, όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία. Όπου είναι αναγκαία, η έκτασής της περιορίζεται όσο το δυνατόν, για να εξυπηρετούνται οι σκοποί της ποινής.

 

Αναμφίβολα, το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, και δη της απαγωγής προσώπου, συνιστά σοβαρό ποινικό αδίκημα. Η σοβαρότητά του προκύπτει τόσο από τη φύση και τα χαρακτηριστικά του όσο και από την προβλεπόμενη από τον νόμο ανώτατη ποινή, η οποία ανέρχεται σε επτά έτη φυλάκισης. Είναι δε πάγια αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή αποτελεί το σημείο αφετηρίας για το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Είναι γεγονός ότι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τα ποινικά δικαστήρια καλούνται να επιβάλουν ποινή αποκλειστικά για το αδίκημα της συνωμοσίας είναι σπάνιες έως και ανύπαρκτες. Κατόπιν σχετικής έρευνας, δεν έχει εντοπιστεί υπόθεση σε επίπεδο Εφετείου όπου να απαιτήθηκε κάτι τέτοιο πλην της υπόθεσης Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας [12], όπου επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 3½ ετών και 3 ετών για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια. . Η σπανιότητα αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι, στις πλείστες των περιπτώσεων, τα αδικήματα συνωμοσίας συνοδεύονται από τα ουσιαστικά αδικήματα στα οποία αναφέρονται, σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχει καθιερωθεί η αρχή ότι δεν επιβάλλεται αυτοτελής ποινή για τη συνωμοσία όταν συνυπάρχει με το ουσιαστικό αδίκημα.

Ειδικότερα, όσον αφορά την αξιολόγηση της σοβαρότητας του αδικήματος της συνωμοσίας, το οποίο αποτελεί το σοβαρότερο από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο νομοθέτης, εύλογα, το κατατάσσει ως λιγότερο σοβαρό σε σχέση με το ουσιαστικό αδίκημα που αποτελεί αντικείμενο ή σκοπό της συνωμοσίας. Η προσέγγιση αυτή αντανακλάται και στην πρόβλεψη ανώτατης ποινής φυλάκισης επτά ετών για όλες τις μορφές συνωμοσίας, ανεξαρτήτως της φύσης του κακουργήματος που επιδιώκεται να διαπραχθεί. Στην παρούσα υπόθεση, το αδίκημα της απαγωγής, δηλαδή το κακούργημα για τη διάπραξη του οποίου ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι συνωμότησε, τιμωρείται επίσης, δυνάμει του άρθρου 250 του Ποινικού Κώδικα, με ανώτατη ποινή φυλάκισης επτά ετών.


Η ταύτιση αυτή των ποινικών πλαισίων δεν είναι αδιάφορη. Αν ο νομοθέτης θεωρούσε ότι η εγκληματική συμφωνία είναι αισθητά λιγότερο σοβαρή από την ίδια την απαγωγή, θα μπορούσε να προβλέψει σημαντικά χαμηλότερη ανώτατη ποινή για τη συνωμοσία. Το γεγονός ότι δεν το έπραξε υποδηλώνει ότι αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ίδια την απόφαση και συμφωνία περισσοτέρων προσώπων να προβούν σε απαγωγή.

Η συνωμοσία είναι ιδιόμορφο αδίκημα, διότι τιμωρείται πριν ακόμη πραγματοποιηθεί η βλάβη που επιδιώκεται. Ο νομοθέτης δεν αναμένει την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξης αλλά επεμβαίνει σε προγενέστερο στάδιο. Το σκεπτικό αυτής της επιλογής είναι ότι η συλλογική εγκληματική απόφαση δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο τέλεσης του αδικήματος. Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα καταλήγουν σε κοινό σχέδιο δράσης, η πιθανότητα πραγμάτωσής του αυξάνεται σημαντικά. Η συνωμοσία δεν αποτελεί απλή σκέψη ή πρόθεση. Αποτελεί συνειδητή και κοινή δέσμευση για εγκληματική δράση.

Ειδικά στην περίπτωση της απαγωγής, η οποία προϋποθέτει συχνά οργάνωση, καταμερισμό ρόλων και συντονισμό ενεργειών, η ύπαρξη συνωμοσίας μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του εγκλήματος σε βαθμό που δικαιολογεί αυστηρή ποινική αντιμετώπιση.

Συνακόλουθα, η σοβαρότητα του αδικήματος της συνωμοσίας στην παρούσα υπόθεση δεν απορρέει απλώς από τον χαρακτηρισμό του ως κακουργήματος, αλλά και από τη φύση του αδικήματος που αποτέλεσε αντικείμενο της εγκληματικής συμφωνίας. Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα συνδέει άμεσα την ποινική μεταχείριση της συνωμοσίας με τη βαρύτητα του επιδιωκόμενου κακουργήματος, προβλέποντας ότι όπου το κακούργημα επισύρει κατώτερη ποινή από επτά έτη, η ποινή της συνωμοσίας περιορίζεται αντιστοίχως. Η νομοθετική αυτή επιλογή καταδεικνύει ότι η απαξία της συνωμοσίας αξιολογείται σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα του εγκληματικού σκοπού που οι συνωμότες επιδιώκουν να επιτύχουν.

Στην παρούσα περίπτωση, αντικείμενο της συνωμοσίας ήταν η απαγωγή, αδίκημα που στρέφεται κατά της προσωπικής ελευθερίας, ενός από τα θεμελιωδέστερα έννομα αγαθά που προστατεύει το Σύνταγμα και κατ’επέκταση, ο ποινικός νόμος. Το γεγονός ότι η απαγωγή τιμωρείται με ανώτατη ποινή φυλάκισης επτά ετών έχει ως συνέπεια η συνωμοσία προς διάπραξή της να υπόκειται επίσης στο ανώτατο πλαίσιο ποινής που προβλέπει το άρθρο 371. Ως εκ τούτου, η παρούσα περίπτωση εντάσσεται στο ανώτερο επίπεδο σοβαρότητας που προβλέπει η διάταξη για το αδίκημα της συνωμοσίας, στοιχείο που αντανακλά τη βαρύτητα του εγκληματικού σκοπού τον οποίο οι δράστες είχαν συμφωνήσει να επιδιώξουν.

Σε ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας∙ πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Τόκκαλου [13]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και ο Kατηγορούμενος  δεν ήταν το άτομο που άσκησε τη βία έναντι των  παραπονουμένων, το αποτέλεσμα της άσκησης βίας κατά των παραπονουμένων ήταν προβλεπτό ως πιθανή συνέπεια  της συμμετοχής του στην επίτευξή του κοινού σκοπού της απαγωγής. Κατά καιρούς έχουν επικυρωθεί διάφορες ποινές για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Υπήρξαν περιπτώσεις που επικυρώθηκαν ποινές προστίμου, όπως στις υποθέσεις Δημακόπουλος ν. Αστυνομίας [14] Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας [15] και άλλες που επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης, όπως στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντωνίου ([16]Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου [17] και Ιωάννου ν. Αστυνομίας[18].

 

Προκύπτει από ανασκόπηση της νομολογίας, ότι όλα εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus στις σελίδες 53-59 κάτω από τον τίτλο λιγότερο σοβαρές επιθέσεις «less serious assaults» διαβάζουμε ότι η συνήθης ποινή για αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 242, 243 και 244 του Ποινικού Κώδικα είναι η χρηματική ποινή εκτός αν οι περιστάσεις (π.χ. είτε ο τρόπος που διαπράχθηκε το αδίκημα είτε το ποινικό μητρώο του Kατηγορούμενου) είναι τέτοιες που επιβάλλουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ποινή φυλάκισης.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τόκκαλλου[19], το θύμα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη ήταν Άγγλος τουρίστας. Αιτία η δημιουργία φιλίας του παραπονουμένου με την πρώην φίλη του Kατηγορουμένου που εν τω μεταξύ είχε διακόψει τον μακρύ δεσμό που είχαν μεταξύ τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή προστίμου £400,-  Το Ανώτατο Δικαστήριο την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών.

 

Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Αρ. 1[20] ο Kατηγορούμενος  επιτέθηκε κατά δικηγόρου της Δημοκρατίας και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Επίσης προέβη σε καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών στην επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη και τρεις μήνες για την καταφρόνηση. Οι ποινές διετάχθη να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη σε τρεις μήνες κρίνοντας ότι η συνολική φυλάκιση έξι μηνών ήταν επαρκής.

 

Σε ότι αφορά το αδίκημα της συνομωσίας, δεν έχουμε εντοπίσει, παρα την έρευνά μας, οποιαδήποτε υπόθεση σε επίπεδο Εφετείου όπου επιβλήθηκε ποινή για τέτοιο αδίκημα πλην της υπόθεσης Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας [21], όπου επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 3½ ετών και 3 ετών για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος  Ως πιο πάνω αναφέρουμε, θεωρούμε ότι η  σπανιότητα αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι, στις πλείστες των περιπτώσεων, τα αδικήματα συνωμοσίας συνοδεύονται από τα ουσιαστικά αδικήματα στα οποία αναφέρονται, σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχει καθιερωθεί η αρχή ότι δεν επιβάλλεται αυτοτελής ποινή για τη συνωμοσία όταν συνυπάρχει με το ουσιαστικό αδίκημα.

Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν εν σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, σημειώνουμε πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του Kατηγορουμένου που έχουμε ενώπιον μας. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Βεβαίως, όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής[22].

Στρεφόμενοι τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, και πάντα στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον Kατηγορούμενο, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του Kατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης [23]. Εδώ η παραδοχή του Kατηγορούμενου είναι άμεση και συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας, όμως οφείλουμε να τονίσουμε ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τη θέση του κ. Κληρίδη, ότι η παραδοχή του Κατηγορουμένου είναι μεγάλης αξίας, καθότι, ο Kατηγορούμενος  συνδέθηκε από τον ιδιοκτήτη του βαν, με τη χρήση του βαν, το οποίο εγκαταλείφθηκε στη σκηνή από τον Kατηγορούμενο και εντός του οποίου εντοπίστηκαν και τα προσωπικά αντικείμενα του. Συνακόλουθα, υπήρχε μαρτυρία εναντίον του Kατηγορούμενου και δεν επρόκειτο, για παραδοχή η οποία συνδέεται με αδικήματα τα οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθούν κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας.

 

Βαρύτητα, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, δίνουμε και στη συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία ως πιο πάνω καταγράφεται στα γεγονότα, η οποία όμως τονίζουμε ότι, ομοίως, ήταν περιορισμένη αφού πέρνα της εμπλοκής του δεν υπέδειξε ούτε τους συνεργάτες του, ούτε και ανέφερε το κίνητρο πίσω από τις έκνομές του ενέργειες.

 

Επιπλέον, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, στοιχείο που δίδει το δικαίωμα στον Kατηγορούμενο να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου[24]..

                      Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Kατηγορουμένου, ως αναφέρθηκαν ενώπιον μας από τον ευπαίδευτο συνήγορό του, αλλά και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.

 

Αρχικώς, λαμβάνουμε υπόψην μας τις αναφορές του κ. Κληρίδη σε ό,τι αφορά τα δύσκολα παιδικά χρόνια του Kατηγορούμενου τα οποία συνδέει με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, όπου αναγράφεται ότι ο αποβιώσας πατέρας του Kατηγορούμενου, είχε ζητήματα εξάρτησης αλκοόλ και τον τζόγο, ήταν κακοποιητικός προς τη μητέρα του Kατηγορούμενου και τα παιδιά του, ενώ διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις, δημιουργώντας εν τέλει μεγάλα χρέη. Αυτά τα ζητήματα λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό που μπορούν να επηρεάσουν την ποινολογική μεταχείριση του Kατηγορουμένου, ο οποίος διέπραξε τα αδικήματα σε ώριμη ηλικία, 42 ετών.

 

Συγκεκριμένα, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Kατηγορούμενος  είναι παντρεμένος και έχει ένα ανήλικο τέκνο. Είναι ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας του, αλλά και της αδελφής του και των παιδιών της, τα οποία πριν την προφυλάκισή του, υποστήριζε οικονομικά. Η σύζυγος του, η οποία δεν ομιλεί την ελληνική, αλλά μόνο τη Τσέχικη, είναι σε ένα οικονομικό αδιέξοδο μετά την προφυλάκιση του Kατηγορούμενου, ο οποίος αναγκάστηκε να τερματίσει τη λειτουργία των τριών επιχειρήσεων που είχε και είναι πλέον εκτεθειμένος σε διάφορες αγωγές, οι οποίες, σύμφωνα με τον συνήγορό του, θέτουν σε κίνδυνο πλειστηριασμού της οικίας του. Οι διαδικασίες αυτές σύμφωνα με τον κ. Κληρίδη, εκκίνησαν, λόγω του εγκλεισμού του Kατηγορούμενου, θέση που έρχεται σε διάσταση με την έκθεση που ετοιμάστηκε από τις Κοινωνικές Υπηρεσίες, στην οποίαν αναφέρεται, ότι ο Kατηγορούμενος κληρονόμησε μεγάλα χρέη, μετά τον θάνατο τον πατέρα του, ο οποίος είχε προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ και ενασχόλησης με τον τζόγο και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα πριν την σύλληψή του. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, η οικονομική δίνη του Κατηγορούμενου. Επιπλέον προσμετρούμε ότι ο Κατηγορούμενος, μετά  τον θάνατο του πατέρα του, φιλοξενεί σποραδικά την μητέρα του, αφού η τελευταία παραχώρησε στον ίδιο και τη σύζυγό του την οικία της. Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να στηρίξει, πριν την σύλληψή του αδελφή του, αν και δεν μας εξηγήθηκε επακριβώς με ποιον τρόπο, ειδικότερα έχοντας υπόψη την κακή οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου, ως τέθηκε ενώπιον μας.

 

Θα σταθούμε ιδιαίτερα στον προεξάρχοντα λόγο που τίθεται από πλευράς του κ. Κληρίδη, αυτό του πρωταρχικού ρόλου του Kατηγορουμένου στη φροντίδα του ανήλικου παιδιού του. Είναι η θέση του κ. Κληρίδη, ότι η επίδραση και οι συνέπειες που ο εγκλεισμός του Kατηγορούμενου στη φυλακή έχει για το ανήλικο παιδί και τη σύζυγό του στη βάση της αγγλικής νομολογίας, συγκαταλέγεται στους ελαφρυντικούς παράγοντες που το Δικαστήριο δύναται να προσμετρήσει προς όφελος του Kατηγορούμενου.

 

Έχουμε διεξέλθει την Αγγλική νομολογία, στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Κληρίδης, ειδικότερα με τον τρόπο που συνυπολογίζονται, ως μετριαστικός παράγοντας οι δυσμενείς συνέπειες σε τρίτα συγγενικά ή άλλως πως εξαρτώμενα από τον Kατηγορούμενο πρόσωπα από τον τυχόν εγκλεισμό του. Έχουμε ανεύρει από μελέτη μας και πιο πρόσφατη νομολογία του Αγγλικού Εφετείου[25], όπου άμεση ποινή φυλάκισης 24 μηνών αντικαταστάθηκε από ποινή φυλάκισης 24 μηνών με αναστολή μαζί με επιπρόσθετες οδηγίες για επιβλεπόμενη κοινοτική εργασία σε γυναίκα που κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής ήταν έγκυος και η μοναδική γονέας δύο μικρών παιδιών ηλικίας 6 και 4 ετών. Αυτή η νομολογία επιβεβαίωσε ότι ακόμα και σε σοβαρές υποθέσεις, το γεγονός ότι ο Kατηγορούμενος είναι κύριος ή μοναδικός φροντιστής ανήλικων τέκνων μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ποινής ή ακόμα και σε αναστολή άμεσης φυλάκισης αν οι περιστάσεις το επιτρέπουν.

 

Ωστόσο, διαχρονικά, στην Κύπρο, ο επηρεασμός τρίτων (ακόμα και συγγενικών ανηλίκων) προσώπων από τυχόν εγκλεισμό ενός Kατηγορουμένου, εξετάζεται στο πλαίσιο των προσωπικών συνθηκών του, σε συνδυασμό πάντα, και με την ευθύνη και το χρέος του απέναντι στα πρόσωπα αυτά και την όποια εξάρτηση τους, όταν αποφασίζει να σταθεί ενάντια στον νόμο. Στην βάση της διαχρονικής αυτής νομολογίας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη, λαμβάνονται μεν υπόψη, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να επιτευχθεί, πλην όμως δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας από την έξαρση της εγκληματικότητας.

 

Κρίνουμε στο σημείο αυτό, σημαντικό να σημειώσουμε, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να παραγνωρίζουμε τον ρόλο του Kατηγορούμενου ως πατέρα ότι τούτος δεν αποτελεί τον αποκλειστικό ή κύριο προστάτη του τέκνου του, ακόμα και με την έννοια που έχει δοθεί σε αυτούς τους όρους από την πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική νομολογία, αφού το τέκνο διαμένει και βρίσκεται υπό τη συνεχή φροντίδα και προστασία της μητέρας του. Είμαστε της άποψης, παρά το γεγονός ότι προσμετρούμε ως μετριαστικό παράγοντα για σκοπούς επιβολής της παρούσας ποινής το ρόλο του Kατηγορούμενου ως πατέρα, ότι κανένα παιδί δεν μπορεί να ενεργήσει ως ασπίδα προστασίας για τον γονέα του. Είναι οι γονείς που οφείλουν να ενεργούν ως ασπίδα προστασίας για τα παιδιά τους, ειδικά ένας γονέας με το προφίλ του Kατηγορούμενου, που γνωρίζει από τη βιωματική του εμπειρία τις συνέπειες της ανατροφής σε μια οικογένεια με απομακρυσμένη την πατρική φιγούρα. Ο Kατηγορούμενος  όφειλε μέσα από αυτό το πλέγμα των βιωμάτων και γεγονότων να είναι διπλά προσεκτικός ώστε να μην βρεθεί στη θέση που είναι σήμερα.

 

Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη μας, την αναφορά που γίνεται σε πρόβλημα καρδίας του Kατηγορούμενου, από νεαρή ηλικία, το οποίο δεν έχει λεχθεί ενώπιον μας ότι δεν μπορεί να τύχει αποτελεσματικής φροντίδας, εντός του σωφρονιστικού ιδρύματος.

 

Τέλος λαμβάνουμε υπόψη μας τις συνέπειες του εγκλεισμού του Kατηγορούμενου στα άτομα που από αυτόν εργοδοτούνται, περίπου είκοσι στον αριθμό, οι οποίοι απασχολούνταν στις επιχειρήσεις του Kατηγορουμένου και συγκεκριμένα με την αγοραπωλησία οχημάτων, πλυντήριο οχημάτων και καφετέρια και οι πλείστοι εκ των οποίων, ως μας έχει αναφερθεί, έχουν απωλέσει την εργασία τους, χωρίς ωστόσο ν μας διαφεύγει ότι τίποτα σχετικό με την όποια τυχόν μελλοντική επίπτωση θα έχει σε αυτούς ενδεχόμενη επιβολή στερητικής της ελευθερία ποινή στο Κατηγορούμενο.

 

Συνυπολογίζουμε επίσης, προς όφελος πάντα του Kατηγορούμενου, το γεγονός, ότι στην περίπτωση που επιβληθεί σε αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή, αυτή θα εκτιθεί στις Κεντρικές Φυλακές, οι οποίες παρουσιάζουν γενικότερα πρόβλημα υπερπληθυσμού, χωρίς, ωστόσο να μας διαφεύγει ότι, ως εξάλλου, αποτελεί και κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών, το πρόβλημα αυτό δεν απολήγει σε παράβαση οποιουδήποτε συνταγματικού και γενικότερα ανθρώπινου δικαιώματος του Kατηγορούμενου και επιπλέον ότι, ως εν τέλει τέθηκε ενώπιον μας από τον κ. Αντωνίου, ο Kατηγορούμενος δεν κρατείται σε κελί με μεγάλο αριθμό κρατουμένων, αλλά με άλλο ένα συγκάτοικο.

 

Στρεφόμαστε τώρα, στην εμπλοκή του Kατηγορούμενου στα αδικήματα για τα οποία παραδέχτηκε ενοχή. Είναι εισήγηση του κ. Κληρίδη, ότι ο Kατηγορούμενος δεν μπόρεσε να ενεργήσει προς οποιανδήποτε κατεύθυνση, αφού ουσιαστικά πιάστηκε από τους παραπονούμενους να βρίσκεται στο τιμόνι του οχήματος που θα χρησιμοποιείτο για την απαγωγή, και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε τον ρόλο του οδηγού του οχήματος, δεν κατάφερε να διαφύγει από το μέρος με το όχημα του, αλλά κατάφερε να διαφύγει μόνο με τα πόδια. Σε σχέση με τα αδικήματα που αφορούν την πρόκληση πραγματικής βλάβης στους παραπονούμενους, προσμετρούμε ότι αυτές δεν προκλήθηκαν από τον Kατηγορούμενο, αλλά από τους έτερους δυο δράστες και ότι ο Kατηγορούμενος, εμπλέκεται στη διάπραξη αυτών των αδικημάτων, μόνο στη βάση του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή μέσα από την συμμετοχή του σε μίαν ομάδα ατόμων που είχαν κοινό σκοπό προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος.

 

Τούτων λεχθέντων, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον κ. Κληρίδη ότι ο ρόλος του Kατηγορούμενου ήταν, στην ουσία,μηδαμινός. Μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι υπήρξε από τον Kατηγορούμενο προσχεδιασμός αφού, φρόντισε να εξασφαλίσει από επαγγελματικό του συνεργάτη βαν, του οποίου φρόντισε να αλλάξει τις πινακίδες ώστε να αποκρύπτονται οι πραγματικοί αριθμοί εγγραφής του. Σε ό,τι αφορά τη θέση του κ. Κληρίδη ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος ο Kατηγορούμενος , παρά μόνο, συνέπειες, αυτό το στοιχείο είναι οριακής σημασίας, αφού, ως αναφέρουμε και πιο πάνω, κατ’επιλογήν του Kατηγορούμενου δεν έχει τεθεί ενώπιόν μας το κίνητρο για τη συμμετοχή του στο κοινό σχέδιο απαγωγής. Περαιτέρω, δεν μπορεί να προσμετρήσει ελαφρυντικά υπερ του Kατηγορούμενου, ως αφήνει να εννοηθεί ο συνήγορος του, η αποτυχία στην επίτευξή του σκοπού της απαγωγής και ότι εν τέλει ο Kατηγορούμενος δεν μπόρεσε να διαφύγει, όπως κατάφεραν οι άλλοι δυο δράστες. Ούτε και δύναται να προσμετρήσει υπέρ του η προχειρότητά διαφυγής του, εν τέλει με τα πόδια, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στο τιμόνι του οχήματος, αφήνοντας πίσω του διάφορα προσωπικά του αντικείμενα. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί Kατηγορούμενο πρόσωπο να λαμβάνει όφελος από την προχειρότητα των ενεργειών του κατά την διάπραξη ποινικών αδικημάτων ή από την αποτυχία στην εκπλήρωση του αδικήματος, σε αυτή την περίπτωση του κοινού σκοπού της διάπραξης του αδικήματος της απαγωγής, για το οποίο ο Kατηγορούμενος συνωμότησε, κατά δική του παραδοχή, με άλλα πρόσωπα.

 

Στη βάση όλων των ως άνω και κατά ακολουθία της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus[26], όπου υποδείχθηκε ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες[27], εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής και συνεργασίας του Kατηγορούμενου, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Kατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης ως ακολούθως:

 

Στη 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3ετών.

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

Στη 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

Στη 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

 

Αποδίδοντας, όμως, μετρήσιμη αξία στην παραδοχή και συνεργασία του Kατηγορουμένου[28], ως ανωτέρω αναφέρονται, για τις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες, κρίνουμε ότι οι αρμόζουσες ποινές που πρέπει να του επιβληθούν, τις οποίες και επιβάλλουμε, στη βάση της μείωσης που θεωρούμε ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, είναι οι ακόλουθες:

 

Στη 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 27 μηνών.

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

Στη 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

Στη 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, δεδομένου ότι πρόκειται αδικήματα, τα οποία τελέστηκαν, στη βάση κοινής και ενιαίας πρόθεσης, και δη μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο Kατηγορούμενος  τελεί σε προφυλάκιση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, και δη από την 16.12.2025.

 

Ως προς την εισήγηση του κ. Κληρίδη για αναστολή της ποινής φυλάκισης επισημαίνουμε εξαρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν. 186(1)/03 στον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Kατηγορουμένου. 

 

Συγκεκριμένα το νέο Άρθρο 3(2) προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Kατηγορούμενου».

 

Έχουμε υπόψη μας τη νομολογία βάσει του νέου άρθρου η οποία αρχίζει με την υπόθεση Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας [29] και συνεχίζει μέχρι και Κυπριανού ν. Δημοκρατίας[30]. 

 

Θεωρούμε ότι η σύγχρονη και διαχρονική θέση αντικατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας [31]:

 

«Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο Kατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής.  Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του Kατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής.   Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Με βάση την πιο πάνω προσέγγιση βασικά απαιτείται η εξισορρόπηση και η συνεκτίμηση των διαφόρων στοιχείων στα πλαίσια μιας συνολικής αποτίμησης.

 

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο κ. Κληρίδης επικαλείται τα ίδια στοιχεία και παράγοντες που επικαλέστηκε σε σχέση με την επιμετρησή της.

 

Έχουμε ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου και έχουμε υπόψιν όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό.

 

Από πλευράς προσωπικών περιστάσεων δεν έχουμε διακρίνει να υπάρχει οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής. Ούτε και από το γεγονός της έλλειψης προηγουμένων καταδικών. Τέτοιο στοιχείο ενδεχομένως  να ήταν μόνο οι δυσμενείς επιπτώσεις στην οικογένεια και τους εξαρτώμενους. Ισοζυγίζοντας όμως το σύνολο των περιστάσεων, όπως απαιτεί ο νόμος, δεν συμφωνούμε ότι οι συνέπειες στην οικογένεια είναι ικανές ή πρέπει να οδηγήσουν στην αναστολή. 

 

Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας[32]:

 

«Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας .................. ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη.»

 

Εκτιμούμε ότι όλοι οι σχετικοί παράγοντες έχουν δεόντως και επαρκώς επενεργήσει για τον Κατηγορούμενο κατά την επιμέτρηση της ποινής που του επιβλήθηκε. Η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων, ειδικώς της κατηγορίας 1,  σε συνάρτηση με τις περιστάσεις διάπραξης τους, όπως την αναλύσαμε ανωτέρω, είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στη βάση της εκ νέου θεώρησης των σχετικών παραγόντων. Θεωρούμε δε ότι η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής.

 

Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. Ότι έξοδα προκύπτουν από τη διαδικασία, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

 

       (Υπ.)  .…………..…………..………

                                                                                    Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

       (Υπ.)  ………...……….…………......

                                                                                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

 

                                                                 (Υπ.)  ……....…….…..………………

                                                            Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 



[1] Απόπειρα απαγωγής κατά παράβαση των άρθρων 367,250,35,20 και 21 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφαλαίου 154.

 

[2] Συνωμοσία για απαγωγή, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 250 του Ποινικού Κώδικα, Κεφαλαίου 154.

 

[3] Επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243,20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφαλαίου 154.

 

[4] Κατά παράβαση του άρθρου 17(γ) του Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/1972.

 

[5] Η απαγωγή ορίζεται ως κακούργημα στο άρθρο 250 του Ποινικού Κώδικα, Κεφαλαίου 154

[6] Η επίσημη και αμετάκλητη ισοτιμία μετατροπής ήταν: 1 € = 0,585274 λίρες Κύπρου, όπως καθορίστηκε από τον  Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1135/2007 του Συμβουλίου της 10ης Ιουλίου 2007, ο οποίος όρισε ότι 0,585274 κυπριακές λίρες» ανά 1 ευρώ

 

[7] Ως η υποσημείωση 6, πιο πάνω

[8] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 08.11.2024.

[9] Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.07.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[10]  Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[11] Pernell Geoffrey Michael John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[12] Ποινικές Εφέσεις 96/2016 100 &101/ 2016, ημερομηνίας 28 Νοεμβρίου, 2017

[16] 1996) 2 ΑΑΔ 1

[21] Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 &101/ 2016, ημερομηνίας 28 Νοεμβρίου, 2017

[22] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ 304

[23] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία (2002) 2 Α.Α.Δ. 28

[24] Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και  Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017

[25] R v. Farebrother (2025) EWCA Crim 672

[26] Application N. 52551/2018, ημερομηνίας 20.6.2023

[27] «21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[27] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

[28] Όπως και η καθυστέρηση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο