ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17382/2024, 18/6/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17382/2024, 18/6/2026

ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝΔ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

             Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

             Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                                 Αρ. Υπόθεσης: 17382/2024

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

-ν-

1. M. P.

2. S. M.

                                                        Κατηγορουμένων

 

Ημερομηνία: 18.06.2026.

 

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.

Για την Κατηγορούμενη 1: κα. Μ. Νεοφύτου, με κ. Γ. Αρμεύτη και κ. Χρ. Χαραλάμπους

Κατηγορούμενη 1: παρούσα

 

Π Ο Ι Ν Η

 

               Η Κατηγορούμενη 1 (στο εξής «η Κατηγορουμένη»), αρχικώς, αντιμετώπιζε 40 κατηγορίες, εκ των οποίων οι 20 (ήτοι, οι κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35, 37 και 39) αφορούσαν σε 20 αδικήματα της αναληθούς δήλωσης επί ουσιωδών στοιχείων, κατά παράβαση του άρθρου 92(1)(β) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν.94(Ι)/2004 (στο εξής «Ο Νόμος»), στις οποίες, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο της διαδικασίας, κλήθηκε σε απολογία. Οι άλλες 20 κατηγορίες (ήτοι, οι κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38 και 40), αφορούσαν σε 20 αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στις οποίες, όμως, η Κατηγορουμένη αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο της διαδικασίας.

 

               Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου, η Κατηγορουμένη κρίθηκε ενοχή στις 20, πιο πάνω, κατηγορίες, στις οποίες κλήθηκε σε απολογία.

 

               Τα γεγονότα που περιβάλλουν στη διάπραξη των εν προκειμένω αδικημάτων, ως προκύπτουν από το κείμενο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως:

 

               Μεταξύ του Αυγούστου 2023 και της 1ης Μαρτίου 2024, η Κατηγορουμένη επισκέφθηκε τη Δημοκρατία 20 φορές, μέσω των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου. Κατά έκαστη σχετική άφιξή της στους εν προκειμένω αερολιμένες, οικειοθελώς, μετέβαινε στα ευδιάκριτα (με κόκκινη σήμανση) σημεία που βρίσκονταν λειτουργοί του τμήματος Τελωνείου και δήλωνε, σε κάθε τέτοια περίπτωση, ότι μεταφέρει στη Δημοκρατία συγκεκριμένο χρηματικό ποσό τοις μετρητοίς (με μικρότερο, τέτοιο, ποσό, τα €337.000 και μεγαλύτερο, αυτό των €420.000). Κατ' εφαρμογή των προνοιών του Νόμου, αλλά και του περί Ελέγχου Ρευστών Διαθεσίμων που Εισέρχονται ή Εξέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Άσκησης Ενδοενωσιακών Ελέγχων σε Ρευστά Διαθέσιμα Νόμου, Ν.63(Ι)/2022 (στο εξής «ο περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμος»), οι τελωνειακοί λειτουργοί, στους οποίους απευθυνόταν η Κατηγορουμένη, παρουσίαζαν σε αυτήν σχετική προδιατυπωμένη δήλωση συναλλάγματος, η οποία περιείχε 8 πεδία προς συμπλήρωση. Τα υπ' αριθμό 5, 6 και 7 πεδία, αφορούσαν την πηγή προέλευσης της μεταφερόμενης περιουσίας (εν προκειμένω των μετρητών) και τον σκοπό μεταφοράς της στη Δημοκρατία (πεδία 5A και 5Β, αντίστοιχα), τον ιδιοκτήτη της περιουσίας (πεδίο 6) και τον τελικό δικαιούχο τούτης (πεδίο 7). Στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, η Κατηγορουμένη, και στις 20 αυτές περιπτώσεις, δήλωσε, αναληθώς, προς τους τελωνειακούς λειτουργούς, ότι ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος ήταν η ίδια και ότι σκοπός της μεταφοράς των χρημάτων στη Δημοκρατία ήταν η αγορά, από αυτή, ακίνητης και κινητής περιουσία ή η επένδυση σε κεφάλαια ή η πληρωμή εργατικών εξόδων/καταβολή μισθοδοσίας. Ως κρίθηκε από το Δικαστήριο, οι εν προκειμένω αναληθείς δηλώσεις της, αφορούσαν σε ουσιώδη στοιχεία και έγιναν για σκοπούς του Νόμου, και, κατά συνέπεια, στη βάση της επιπρόσθετης, αναγκαίας, κρίσης ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, στον απαραίτητο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος, τούτη βρέθηκε ένοχη στις ανωτέρω 20 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πάντα στη βάση των τελικών ευρημάτων μας, με τον τρόπο αυτόν, η Κατηγορουμένη μετέφερε στη Δημοκρατία το συνολικό ποσό των €7.769.300, τα οποία χρήματα, παρά τις σχετικές έρευνες της Αστυνομίας, ουδέποτε ανευρέθηκαν, ούτε και κατατέθηκαν σε οποιονδήποτε λογαριασμό τράπεζας η οποία δραστηριοποιείται στη Δημοκρατία, ούτε και χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς τους οποίους η Κατηγορουμένη δήλωσε ως σκοπό μεταφοράς τους. Ως εμπλουτίστηκαν (από τις σχετικές αναφορές των συνήγορων Υπεράσπισης κατά το στάδιο της αγόρευσής τους για μετριασμό της ποινής), τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, το αναληθές των δηλώσεων της Κατηγορούμενης, έγκειτο στο ότι απέκρυψε από τους Τελωνιακούς λειτουργούς ότι, (α) δεν της ανήκαν τα χρήματα και (β) ενεργούσε για λογαριασμό τρίτων προσώπων (ιδιοκτητών των χρημάτων), τα οποία (πρόσωπα) σκόπευαν να τα επενδύσουν στη Δημοκρατία.

 

               Η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου, και στο πλαίσιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, παρέμεινε υπό κράτηση, ως ύποπτη, από την 01.03.2024 μέχρι και τις 02.05.2024, όταν και αφέθηκε ελεύθερη. Ακολούθως, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση (στις 18.12.2024) και τέθηκαν όροι για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας της στη δίκη, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση να εγκαταλείψει το έδαφος της Δημοκρατίας. Στις 29.04.2026, όταν και το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε την ανωτέρω καταδικαστική απόφασή του, διέταξε την εκ νέου κράτησή της, διαταγή η οποία βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα.

 

               Οι συνήγοροι της Κατηγορούμενης, για σκοπούς μετριασμού της ποινής της, ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησαν, καθώς επίσης και τους δόθηκε η ευκαιρία όπως προωθήσουν επιπρόσθετη επιχειρηματολογία, πράγμα το οποίο και έπραξαν.

 

               Στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής τους, αναφέρονται στις βασικές αρχές που διέπουν το δύσκολο έργο του Δικαστηρίου κατά την επιβολή ποινής, παραπέμποντας, σχετικώς, στη νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων της Δημοκρατίας. Βασικό επιχείρημα των συνήγορων της Κατηγορούμενης, είναι ότι το αδίκημα το οποίο διέπραξε η τελευταία, 20 φορές, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σοβαρό, παρά την προβλεπόμενη, γι' αυτό, ανώτατη ποινή των 5 ετών φυλάκισης, καθότι, για τούτο, ο Νόμος παρέχει στον διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου εξουσία, κατά την κρίση του, να επιβάλει εξώδικη χρηματική διευθέτησή του, χωρίς η υπόθεση να οδηγηθεί στο Δικαστήριο. Επίσης, πάντα συναφώς, οι συνήγοροι της Κατηγορούμενης θεωρούν ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται άρδην από την υπόθεση Πανίκκου Αβραάμ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 102/16, 103/16 και 106/16, απόφαση ημερομηνίας 13.12.2017, καθότι, ο εκεί κατηγορούμενος ενήργησε στη βάση μεγαλεπήβολου σχεδίου, με τη βοήθεια συνεργατών, μεταξύ των οποίων και τελωνειακοί λειτουργοί, με σκοπό να διαφύγει των ελέγχων του μηχανισμού που λειτούργησε η Δημοκρατία, έχοντας ως τελικό στόχο την εισαγωγή εμπορευμάτων (τσιγάρα), χωρίς να καταβληθούν οι αναγκαίοι δασμοί. Είναι η συναφής θέση των συνήγορων της Κατηγορούμενης ότι, σε αντιδιαστολή με τον τρόπο δράσης στην υπόθεση Αβραάμ (ανωτέρω) και την, επακόλουθη, τεράστια ζημιά που προκάλεσε στο κράτος η εκεί αποφυγή καταβολής τελών, φόρων και δασμών, στην παρούσα υπόθεση, ουδεμία οικονομική ζημιά προκλήθηκε, αφού η μεταφορά των χρημάτων από την Κατηγορούμενη δεν επέβαλλε την καταβολή οποιουδήποτε φόρου, τελών ή δασμών. Υποδεικνύεται, πάντα συναφώς, από τους συνηγόρους της Κατηγορούμενης ότι, τα μεταφερθέντα, από την Κατηγορούμενη, χρήματα, δεν συσχετίστηκαν με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ούτε και αποδείχθηκε ότι αποτελούν έσοδο από οποιανδήποτε παράνομη δραστηριότητα. Στη βάση της ανωτέρω επιχειρηματολογίας τους, οι συνήγοροι της Κατηγορούμενης προβάλλουν τη θέση ότι, ανεξαρτήτως της ανώτατης, προβλεπόμενης στον Νόμο, ποινής, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίσει, μετριαστικώς για την Κατηγορούμενη, ότι συνεπεία της διάπραξης των ανωτέρω αδικημάτων, ουδείς επηρεάστηκε δυσμενώς, ούτε και εξυπηρετήθηκε οποιοσδήποτε παράνομος σκοπός.

 

               Επιπροσθέτως, πάντα κατά τους συνηγόρους της Κατηγορούμενης, με παραπομπή στη σχετική με το ζήτημα νομολογία, εισηγήθηκαν ότι όποια ποινή θα επιβληθεί σε αυτή, για κάθε κατηγορία στην οποία κρίθηκε ένοχη, θα πρέπει να είναι συντρέχουσα, και όχι διαδοχική, συνεπεία της συνάφειας και άμεσης σχετικότητας της συνολικής αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της. Εισηγήθηκαν, επίσης, συναφώς πάντα, όπως, η ποινή που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη, να είναι τέτοιου εύρους φυλάκιση, η οποία, ακολούθως, να επιτρέπει, στη βάση των ισχυόντων, σχετικών, παραγόντων, στο Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής της, παραπέμποντας, σχετικώς, σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς υποστήριξη των θέσεών τους.     

 

               Περαιτέρω, τόνισαν το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης, καθώς επίσης και ότι πρόκειται για μητέρα δύο ανηλίκων παιδιών, τα οποία, τη δεδομένη στιγμή, διαμένουν με τους πατεράδες τους (ο ένας στη Σ. και ο άλλος με τη μητέρα της στην Ο.), όχι κατ' επιλογή, αλλά συνεπεία της αδυναμίας της Κατηγορούμενης να ζει μαζί τους, καθότι, από τον Μάρτιο του 2024, όταν και συνελήφθηκε, διαμένει στη Δημοκρατία, χωρίς να έχει το δικαίωμα να μεταβεί στην Ο., η οποία, ανέκαθεν, αποτελούσε τη χώρα διαμονής της ίδιας και των παιδιών της.

 

               Τόνισαν επίσης την αγωνία της Κατηγορούμενης, η οποία αντιμετωπίζει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα την παρούσα υπόθεση, και παρέπεμψαν, σχετικώς, σε νομολογία που θέλει την αγωνία αυτή, να αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Επιπροσθέτως, αναφέρθηκαν στα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, με αναφορά, τόσο στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, αλλά και σε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που παρέδωσαν στο Δικαστήριο.

 

               Κατά την προφορική τοποθέτηση των συνήγορων της Κατηγορούμενης στο πλαίσιο των αγορεύσεων για μετριασμό της ποινής, δηλώθηκε η, έστω και σε αυτό το στάδιο, μεταμέλειά της, και αναφέρθηκε ότι η Κατηγορούμενη γνωρίζει ότι, με την ενέργειά της αυτή, την αποδοχή, δηλαδή, της ορθότητας της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου, και την επιπρόσθετη, αποκάλυψη, μέσω των συνήγορων της, ότι οι δηλώσεις της ήταν όντως αναληθείς (στη βάση της εκ προθέσεως μη αποκάλυψης του γεγονότος ότι ενεργούσε για τρίτα πρόσωπα), δεν νομιμοποιείται να εφεσιβάλει την απόφαση της καταδίκης της. Ζήτησαν επίσης από το Δικαστήριο όπως συνυπολογίσει, μετριαστικά για την Κατηγορούμενη πάντα, ότι η μητέρα της αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας (καρκίνο – παρέδωσαν σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό), γεγονός που δυσχεραίνει την φροντίδα του ανήλικου τέκνου της Κατηγορούμενης, το οποίο διαμένει μαζί της και τον πατέρα του.

 

               Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η Κατηγορούμενη είναι ηλικίας 34 ετών, έγγαμη, και κατάγεται από την Ο. Είναι κάτοχος πανεπιστημιακού διπλώματος και κατά τα πρώτα χρόνια, μετά την αποφοίτησή της, απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες. Τα τελευταία 10 χρόνια, μέχρι και τη σύλληψή της, εργαζόταν ως υπάλληλος σε εταιρεία που ασχολείται με ακίνητα. Το μεγαλύτερο από τα τέκνα της (16 ετών), διαμένει με τον πατέρα του στη Σ., ενώ το μικρότερο (7 ετών), φροντίζεται από τις γιαγιάδες του και το σύζυγό της. Όσον αφορά στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, στην εν προκειμένω έκθεση αναφέρεται ότι, προ πενταετίας, η Κατηγορούμενη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση λόγω καρκίνου που παρουσίασε στη μήτρα, και έκτοτε υποβάλλεται, ανά εξαμηνία, σε υπέρηχο στο στήθος λόγω εμφάνισης κάποιων κυστών. Στο παρόν στάδιο αντιμετωπίζει κρίσεις πανικού και, για αντιμετώπισή τους, λαμβάνει ψυχοθεραπεία μέσω διαδικτύου. Στη βάση δε του ιατρικού πιστοποιητικού που δόθηκε από τους συνηγόρους της Κατηγορούμενης, η τελευταία - σε ελεύθερη μετάφραση[1] - αντιμετωπίζει τη νόσο σωματόμορφης νευροφυτικής δυσλειτουργίας, με τη μορφή έντονου εγκεφαλικού δρομέα ασθενονευρωτικού συνδρόμου δύσπνοιας, τριφωσφοφοβικού συνδρόμου, για την αντιμετώπιση της οποίας συστήνεται συγκεκριμένο ημερήσιο πρόγραμμα υγιεινού τρόπου ζωής, τήρηση συγκεκριμένης διατροφής, αποφυγή συγκεκριμένων καταστάσεων, λήψη φαρμακευτικής αγωγής και λήψη ψυχοθεραπείας. Όσο δε αφορά στη μητέρα της, στη βάση του σχετικού πιστοποιητικού, ημερομηνίας 24.02.2026, που δόθηκε από τους συνηγόρους Υπεράσπισης, τούτη – σε ελεύθερη μετάφραση[2] - διαγνώστηκε, κατόπιν βιολογικής βιοψίας, ότι παρουσιάζει κακοήθη επιθηλιακό όγκο, με θηλώδεις, συμπαγείς, αδενικές δομές, η οποία ασθένεια αντιστοιχεί σε υψηλού βαθμού ορώδες καρκίνωμα των ωοθηκών.

 

               Στη βάση όλων των ανωτέρω, επαναλήφθηκε, μέσω των συνήγορων της Κατηγορούμενης, η θέση ότι, η παρούσα υπόθεση μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιάζουσα, τέτοιας μορφής, που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει τέτοια στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία, ακολούθως, να επιτρέπει την εξέταση του ενδεχομένου έκδοσης διαταγής για αναστολή της εκτέλεσής της, εξέλιξη που θεωρούν ως πλήρως δικαιολογημένη στην παρούσα υπόθεση.

 

Είναι επαρκώς νομολογημένο ότι οι ποινές που επιβάλλει το Δικαστήριο πρέπει να είναι ανάλογες με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν. Ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί με βάση τον νόμο. Εκείνος είναι ένας σημαντικός δείκτης της σοβαρότητας, από τον οποίο εκκινεί η διαδικασία της επιμέτρησης. Ο νόμος προβλέπει, στο γενικό νομοθετικό επίπεδο, τις ανώτατες ποινές για κάθε αδίκημα. Είναι αποκλειστικά έργο του Δικαστηρίου η επιμέτρηση και η επιβολή ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Σε πραγματικό χρόνο, δεν είναι κάθε αδίκημα το χειρότερο του είδους του. Κάθε αδίκημα έχει τη δική του κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562 και Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 08.11.2024.) Επομένως, σε μεγάλο βαθμό, η ταξινόμηση του αδικήματος σε επίπεδο έντασης ή σοβαρότητας εξαρτάται, αντικειμενικά, από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του στη συγκεκριμένη περίπτωση (culpability), καθώς και από το μέγεθος της βλάβης (harm) που προκλήθηκε ή κινδύνευσε να προκληθεί από την παραβατική συμπεριφορά σε πραγματικό επίπεδο (βλ. Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.07.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391 και Δημοκρατία v. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264).

 

Το Δικαστήριο, αφού ταξινομήσει τα αδικήματα ως προς το επίπεδο έντασης ή σοβαρότητάς τους σε πραγματικό χρόνο, συνεχίζει την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνοντας πρόσθετα υπόψη τυχόν άλλους παράγοντες, πιο υποκειμενικούς, ελαφρυντικούς, που επιφέρουν περαιτέρω έκπτωση στην ποινή, ή επιβαρυντικούς, που εμποδίζουν να συμβεί κάτι τέτοιο ή που προκαλούν επαύξηση της ποινής, στην κλίμακα στην οποία κινείται με βάση τον νόμο. Το βάρος που δίδεται σε κάθε ελαφρυντικό ή επιβαρυντικό παράγοντα δεν είναι το ίδιο σε κάθε υπόθεση ή σταθερό. Η επιμέτρηση δεν γίνεται με τυχαίους υπολογισμούς, αλλά ούτε με αυστηρά ή ακριβή μαθηματικά κριτήρια· γίνεται με γνώμονα την αναλογικότητα, η προσέγγιση της οποίας θα πρέπει να γίνεται με όσο το δυνατόν διαφανή τρόπο. Όλη αυτή η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιουσδήποτε από τους σκοπούς της ποινής (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575), αλλά και οι σκοποί της ποινής, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέονται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο, συνηθέστερα, καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής, όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια, ώστε να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του Kατηγορουμένου είναι βεβαρημένο (βλ. Pernell Geoffrey Michael John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417 και Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319). Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης, όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία. Όπου είναι αναγκαία, η έκτασής της περιορίζεται όσο το δυνατόν, για να εξυπηρετούνται οι σκοποί της ποινής.

 

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το αδίκημα που διέπραξε η Κατηγορούμενη, 20 φορές, είναι σοβαρό, ως τούτο, αβίαστα, προκύπτει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, που είναι αυτή των 5 ετών φυλάκισης. Πέραν της ανώτατης προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής, η σοβαρότητα ενός αδικήματος αποφασίζεται και σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες, όπως (ενδεικτικώς και όχι εξαντλητικώς), εν προκειμένω, του επαναλαμβανόμενου της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, του τρόπου δράσης ενός κατηγορούμενου, το αν το αδίκημα διαπράχθηκε με πρόθεση ή απερισκέπτως, των όποιων, τυχόν, δυσμενών επιπτώσεων σε τρίτους και τον σκοπό που επιθυμούσε να εξυπηρετήσει η διάπραξή του. Σημαντικός, επίσης, παράγοντας για την κρίση ως προς την σοβαρότητα ενός αδικήματος, είναι και ο σκοπός που επιθυμεί να εκπληρώσει ο Νομοθέτης με την ποινικοποίηση της πράξης που αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση του (Actus Reus). Αναγνωρίζουμε, επομένως, ότι, ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει και ότι είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης, ανωτέρω).

 

               Εν προκειμένω, στη βάση της σχετικής ανάλυσης στην οποία προβήκαμε στο πλαίσιο της τελικής απόφασής μας με σκοπό να αιτιολογήσουμε την κρίση μας ότι οι αναληθείς δηλώσεις της Κατηγορούμενης αφορούσαν σε ουσιώδες στοιχείο, υποδείξαμε ότι, ο Νομοθέτης, με την ποινικοποίηση της αναληθούς δήλωσης, σκοπό είχε να διασφαλίσει ότι οι τελωνειακοί λειτουργοί θα λαμβάνουν ορθές και αληθείς πληροφορίες για κάθε τι που μεταφέρεται στη Δημοκρατία (το οποίο εμπίπτει, μεταξύ άλλων, και εντός της έννοιας «ρευστά διαθέσιμα»), ώστε, ακολούθως, να είναι δυνατός ο έλεγχος του κατά πόσο τα μεταφερόμενα ρευστά διαθέσιμα, είτε αποτελούν έσοδο από παράνομη δραστηριότητα, είτε σκοπείται να χρησιμοποιηθούν για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την πάταξη των οποίων αδικημάτων επιδιώκει ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός, στη βάση του οποίου θεσπίστηκε ο Περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμος.

 

               Έχουμε ανατρέξει στη νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων της Δημοκρατίας και δεν έχουμε ανεύρει οποιανδήποτε απόφαση επί ποινής που επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο στο αδίκημα που διέπραξε η εδώ Κατηγορούμενη.

 

               Συνυπολογίζουμε, σε συμφωνία και με τη σχετική εισήγηση των συνήγορων Υπεράσπισης, ότι ο Νόμος παρέχει εξουσία στον διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου όπως διευθετεί, τέτοιου είδους αδικήματα, εξωδίκως, με την επιβολή χρηματικής διευθέτησης, πλην όμως, τονίζεται ότι η Κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί του εν λόγω ευεργετήματος, δεδομένου ότι, ουδέποτε παραδέχθηκε ότι διέπραξε τούτο ώστε να προέκυψε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εν πάση περιπτώσει, η προβλεπόμενη στον Νόμο δυνατότητα εξώδικης διευθέτησης, προϋπήρχε της θέσπισης του περί Ρευστών Διαθεσίμων Νόμου, οι πρόνοιες του οποίου ενσωματώθηκαν (ως εξηγήσαμε στην τελική μας Απόφαση) στον Νόμο. Καθίσταται έκδηλο, στη βάση της κοινής λογικής και μόνο, ότι η εν προκειμένω δυνατότητα εξώδικης διευθέτησης, αφορά, πρωτίστως, στις περιπτώσεις εισαγωγής δασμολογούμενων προϊόντων, τα οποία ο εισαγωγέας, κατά παράβαση του Νόμου, επιχείρησε να εισαγάγει στη Δημοκρατία χωρίς να προβεί στην αναγκαία σχετική, με αυτά, δήλωση (ή προέβη σε αναληθή σχετική δήλωση) στους τελωνειακούς λειτουργούς, και τούτο με σκοπό το Κράτος, μέσω της εξώδικης διευθέτησης, να εισπράξει, τουλάχιστον, τους προνοούμενους στο Νόμο δασμούς. Αδυνατούμε να κατανοήσουμε υπό ποιες περιστάσεις θα δικαιολογείτο ο διευθυντής του Τμήματος Τελωνείου να διευθετήσει εξωδίκως αδίκημα αναληθούς δήλωσης που άπτεται της πηγής προέλευσης εισαχθέντος ρευστού διαθεσίμου, ή του σκοπού της μεταφοράς του, αν δεν προκύπτει ξεκάθαρα ότι τούτα (πηγή προέλευσης και σκοπός μεταφοράς) δεν συσχετίζονται είτε με τη διάπραξη κάποιου αδικήματος (ως έσοδο), είτε με σκοπό την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Εν προκειμένω, με την ενέργεια της η Κατηγορούμενη να δηλώσει, αναληθώς, ότι αποτελεί την μόνη ιδιοκτήτρια και τελικό δικαιούχο των μεταφερόμενων χρημάτων και ότι σκοπός της μεταφοράς τους ήταν η επένδυσή τους, από την ίδια (αποκρύπτοντας, δηλαδή, τον πραγματικό ιδιοκτήτη τους και τον σκοπό της μεταφοράς τους), στέρησε από τις αρχές του κράτους τη δυνατότητα να εξετάσουν το κατά πόσο τα χρήματα αποτελούν ή όχι έσοδο από παράνομες δραστηριότητες ή σκοπείται τούτα να χρησιμοποιηθούν για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, αφού οι αρχές του Κράτους δεν είχαν υπόψη τους τα πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων ενεργούσε η Κατηγορούμενη ώστε να στρέψουν την προσοχή και έρευνά τους προς αυτά. Σημαντικό είναι, επίσης, πάντα συναφώς, να τονιστεί ότι, παρά την τελική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί ενοχής της Κατηγορούμενης, και παρά τη δήλωση των συνηγόρων της περί μεταμέλειας της, έστω και μετά την εναντίον της καταδικαστική απόφαση, τούτη δεν αποκάλυψε την ταυτότητα των προσώπων για τους οποίους ενεργούσε, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός του Νόμου.

 

               Κατά συνέπεια, αποτελεί κρίση μας ότι το αδίκημα που διέπραξε, πλειστάκις (20 φορές), η Κατηγορούμενη, είναι ιδιαίτερα σοβαρό, παρά την λεκτική προβλεπόμενη δυνατότητα του διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου να διευθετήσει τούτο εξωδίκως, κάτι που επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής ώστε να ικανοποιείται ο σκοπός του Νόμου και, κατά συνέπεια, και η ασφάλεια της κοινωνίας.

 

               Επιπροσθέτως, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι η Κατηγορούμενη ενήργησε, ως ανωτέρω, 20 φορές, και τούτο εντός ενός σχετικώς μικρού χρονικού διαστήματος, και δη από τον Αύγουστο του 2023 μέχρι και την 1η Μαρτίου 2024, μεταφέροντας στη Δημοκρατία το συνολικό ποσό των €7.769.300, χρήματα τα οποία ουδέποτε ανευρέθηκαν, με αποτέλεσμα να παραμένει άγνωστο αν τούτα χρησιμοποιήθηκαν, εν τέλει, για τον σκοπό τον οποίο ανέφεραν οι συνήγοροι της. Η τελευταία αυτή αναφορά μας, ουδόλως να θεωρηθεί ότι συνυπολογίζουμε, επιβαρυντικά για την Κατηγορούμενη, ότι στόχος της μεταφοράς  των χρημάτων ήταν η χρήση τους για παράνομο σκοπό, δεδομένης της ανυπαρξίας σχετικού ευρήματος από πλευράς μας. Η εν προκειμένω αναφοράς μας, γίνεται με μόνο σκοπό να καταδειχθεί η αδυναμία των αρχών του Κράτους να επιτελέσει τον σκοπό της νομοθεσίας, συνεπεία των επίδικων αναληθών δηλώσεων της Κατηγορούμενης.

 

Τούτων λεχθέντων, μετριαστικώς για την Κατηγορούμενη, λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη, το λευκό ποινικό μητρώο της, γεγονός που της δίδει το δικαίωμα να επιζητεί την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και  Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

               Συνυπολογίζουμε επίσης πολύ σοβαρά, πάντα μετριαστικά για αυτήν, την αγωνία της Κατηγορούμενης ως προς την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, η οποία καταχωρήθηκε από τον Δεκέμβριο του 2024, και η εκδίκαση της οποίας οδήγησε στην αθώωση και απαλλαγή της στα σοβαρότερα αδικήματα που αντιμετώπιζε, και δη τις κατηγορίες της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (βλ. Νταντινάκη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/2019, απόφαση ημερομηνίας 29.03.2021).

 

               Μετριαστικά για την Κατηγορούμενη, λαμβάνουμε, ακόμα, υπόψη την μεταμέλεια της, έστω και αν αυτή εκφράστηκε στο προχωρημένο, αυτό, στάδιο, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι, αυτή δεν συνοδεύτηκε και με την αποκάλυψη της ταυτότητας των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργούσε, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στις αρχές του Κράτους, να εκπληρώσουν τον σκοπό του Νόμου.

 

   Συνυπολογίζουμε, ακόμα, τα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, καθώς επίσης και, γενικότερα, τις προσωπικές της συνθήκες, ως τούτες αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια ανωτέρω, μεταξύ των οποίων και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα της, τα οποία, προφανώς, δυσχεραίνουν το έργο της ως πρόσωπο που φροντίζει, τα τελευταία 2 και κάτι χρόνια, το ένα εκ των ανηλίκων τέκνων της Κατηγορούμενης, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι, (α) δεν μας διαφεύγει ότι το εν προκειμένω τέκνο της βρίσκεται υπό τη φροντίδα της πεθεράς αλλά και του συζύγου της Κατηγορούμενης, (β) δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να θέλει τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η ίδια η Κατηγορούμενη να μην μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς εντός των κλειστών δομών της Δημοκρατίας και (γ) σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις σοβαρών αδικημάτων, λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση του αδικήματος που, επαναλαμβανόμενα, διέπραξε η Κατηγορούμενη και οι πιθανές σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την ασφάλεια της κοινωνίας (για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω), επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή με στόχο την κοινωνική προστασία (βλ. Sydenham ν. Αστυνομία (2005) 2 A.A.Δ. 210, Αστυνομία Λεμεσού ν. Toorac Fashion Ltd κ.α. (1993) 2 Α.Α.Δ. 117 και Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ.286).

 

               Επίσης λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος της Κατηγορούμενης, το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, ως ύποπτη, παρέμεινε υπό κράτηση για 2 περίπου μήνες, και τούτο (δεδομένου ότι η εν λόγω περίοδος κράτησης δεν μπορεί να ενταχθεί κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155), το αντιμετωπίζουμε ως αν το χρονικό αυτό διάστημα κράτησης να αποτελεί μέρος της τιμωρίας για την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, για την οποία θα της επιβάλουμε ποινή, υπό την έννοια ότι, η ποινή που θα της επιβληθεί θα αντικατοπτρίζει (στη βάση του ύψους της), τον συνυπολογισμό της εν λόγω περιόδου.              

 

               Με γνώμονα όλα τα ανωτέρω και την ανάγκη η ποινή που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, κρίνουμε ότι η μόνη ποινή που μπορεί να επιβληθεί σε αυτήν, σε κάθε κατηγορία που κρίθηκε ένοχη, δεν μπορεί να είναι άλλη, παρά από στερητική της ελευθερίας, τη οποία και καθορίζουμε στους  είκοσι (20) μήνες φυλάκισης. Επομένως, επιβάλλουμε στη Κατηγορούμενη, σε έκαστη κατηγορία που κρίθηκε ένοχη (κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35, 37 και 39), είκοσι (20) μήνες φυλάκιση.

 

            Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, δεδομένου ότι πρόκειται για το ίδιο αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε επαναλαμβανόμενα, στη βάση κοινής και ενιαίας πρόθεσης, και δη μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς από πλευράς της Κατηγορούμενης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην Κατηγορούμενη, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που τούτη τελεί σε προφυλάκιση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, και δη από τις 29.04.2026.

 

Ως προς την εισήγηση των συνηγόρων της Κατηγορούμενης για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σε αυτή, επισημαίνουμε, εξαρχής, ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν.186(1)/03 στον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή, αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά ενός Kατηγορουμένου. 

 

Συγκεκριμένα, συναφώς, το νέο άρθρο 3(2) του υπό συζήτηση Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: 

«Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Kατηγορούμενου».

 

Έχουμε υπόψη μας τη νομολογία που άπτεται των προνοιών του νέου αυτού άρθρου, η οποία αρχίζει με την υπόθεση Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 39 και συνεχίζει μέχρι και την υπόθεση Κυπριανού ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 144. 

 

Θεωρούμε ότι η σύγχρονη και διαχρονική θέση αντικατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930. 

«Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο Kατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής.  Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του Kατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής.   Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Με βάση την πιο πάνω προσέγγιση, εκείνο που, στην ουσία, απαιτείται από πλευράς του Δικαστηρίου, είναι η εξισορρόπηση και η συνεκτίμηση των διαφόρων στοιχείων στα πλαίσια μιας συνολικής αποτίμησης.

 

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι συνήγοροι της Κατηγορούμενης, για σκοπούς υποστήριξης του υπό εξέταση αιτήματος περί αναστολής της εκτέλεσης της ποινής, επικαλούνται τα ίδια στοιχεία και παράγοντες που επικαλέστηκαν σε σχέση με την επιμέτρησή της.

 

Έχουμε ήδη, σε προηγούμενο στάδιο, αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και της Κατηγορούμενης, και έχουμε, κατά συνέπεια, υπόψιν όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό.

 

Από πλευράς προσωπικών περιστάσεων, δεν έχουμε διακρίνει να υπάρχει οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής. Ούτε και από το γεγονός της έλλειψης προηγουμένων καταδικών. Τέτοιο στοιχείο ενδεχομένως να ήταν μόνο οι δυσμενείς επιπτώσεις στην ευρύτερη οικογένειά της και, πολύ περισσότερο, στα εξαρτώμενα τέκνα της. Ισοζυγίζοντας όμως το σύνολο των περιστάσεων, όπως απαιτεί ο ανωτέρω αναφερόμενος, σχετικός με την αναστολή, νόμος, δεν συμφωνούμε ότι οι συνέπειες στην οικογένεια είναι ικανές ή πρέπει να οδηγήσουν στην αναστολή. 

 

Όπως έχει, συναφώς, αναφερθεί στην υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 663

«Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας [...] ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη.»

 

Εκτιμούμε ότι όλοι οι σχετικοί παράγοντες έχουν δεόντως και επαρκώς επενεργήσει ευεργετικά για την Κατηγορούμενη κατά την επιμέτρηση της ποινής που της επιβλήθηκε. Η φύση, μεγάλης έκτασης επανάληψη, και σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος (ως αυτή επεξηγήθηκε ανωτέρω), σε συνάρτηση με τις περιστάσεις διάπραξής του (όπως, επίσης, αναλύθηκαν ανωτέρω), είναι τέτοιες, που δεν δικαιολογούν την έκδοση διαταγής για αναστολή της εκτέλεσης της επιβληθείσας,  στην Κατηγορούμενη, ποινής φυλάκισης, στη βάση της εκ νέου θεώρησης των σχετικών παραγόντων. Θεωρούμε ότι η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής. Ως εκ τούτου, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης, δεδομένης της εκκρεμότητας της Έφεσης, από τον Γενικό Εισαγγελέα, εναντίον της αθωωτικής Απόφασης στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως (για τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38 και 40), να επιστραφούν στην κατοχή της Αστυνομίας, μέχρι την τελική απόφαση του Εφετείου, και στην περίπτωση που το αποτέλεσμά της θα οδηγήσει σε αναβίωση των κατηγοριών στις οποίες αθωώθηκε η Κατηγορούμενη, να παραμείνουν στη κατοχή της αστυνομίας μέχρι και την περάτωση της σχετικής κρίσης του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση. Όλα τα έξοδα που προέκυψαν από την παρούσα διαδικασία, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

 

(Υπ.).…………..…………..……..

Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.).…….………...……….………

Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

(Υπ.)………….…..…………………

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

              



[1] Το αγγλικό κείμενο έχει ως εξής: «…diagnosis of Somatoform vegetative dysfunction in the form of pronounced cerebrasthenic syndrome, astheno-neurotic syndrome, dyssomnia, triphos-phobic-syndrome».

[2] Το αγγλικό κείμενο έχει ως εξής: «the studied biological biopsy material reveals a malignant epithelial tumor with papillary, solid and glandular structures, composed of sharply atypical epithelium with high mitotic activity and foci of necrosis, which corresponds to high-grade serous ovarian carcinoma».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο