ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. K. E. U. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11828/2025, 10/6/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. K. E. U. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11828/2025, 10/6/2026

ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝΔ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

             Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

             Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                                 Αρ. Υπόθεσης: 11828/2025

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

-ν-

1. K. E. U.

2. M. G. E.

                                                        Κατηγορουμένων

 

Ημερομηνία: 10.06.2026.

 

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.

Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Αναστασίου

Κατηγορούμενος 1: παρών

 

Π Ο Ι Ν Η

 

               Ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής «ο Κατηγορούμενος»), Ν. υπήκοος, κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, και δη στην παράνομη εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, δηλαδή 270 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης (κατηγορία 1), της παράνομης κατοχής του πιο πάνω ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 2), και της πλαστοπροσωπίας, και δη ότι παρέστησε τον εαυτό του ως τον πρώην κατηγορούμενο 2 κατά την παραλαβή του δέματος το οποίο περιείχε το ανωτέρω αναφερόμενο ελεγχόμενο φάρμακο (κατηγορία 3).

 

               Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, με τα οποία συμφώνησε και ο συνήγορος του Κατηγορούμενου. Έχουν δε ως εξής:

 

               Στις 12.10.2025, οι τελωνειακές αρχές της Φρανκφούρτης Γερμανίας, διαπίστωσαν ότι σε δέμα της εταιρείας EMS K., με προορισμό την Κύπρο, υπήρχε φάκελος ο οποίος περιείχε κρυσταλλική ουσία.  Συνεπεία του γεγονότος ότι το δέμα προοριζόταν για τη Δημοκρατία, ενημερώθηκαν, σχετικώς, οι Κυπριακές Αρχές, με αποτέλεσμα τούτες να ελέγξουν, κατά την άφιξή του στη Δημοκρατία στις 15.10.2025, το δέμα, και διαπίστωσαν ότι τούτο περιείχε μεθαμφεταμίνη. Επί του δέματος, ως παραλήπτης του, αναγράφετο ο πρώην κατηγορούμενος 2, με διεύθυνση παραλαβής τη διεύθυνση διαμονής του Κατηγορούμενου. Ακολούθησε προσπάθεια εντοπισμού του παραλήπτη με σκοπό να λάβει χώρα διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν μέσω τηλεφωνικών κλήσεων στον αριθμό τηλεφώνου που αναγραφόταν στο δέμα, ουδείς ανταποκρίθηκε στις κλήσεις, με αποτέλεσμα υπό κάλυψη αστυνομικός να μεταβεί στην εν προκειμένω διεύθυνση και να χτυπήσει την πόρτα. Τούτην (την πόρτα) άνοιξε ο Κατηγορούμενος, από τον οποίο ζητήθηκε να μεταβεί στο όχημα, στο οποίο βρισκόταν το δέμα, με σκοπό να το παραλάβει. Εκεί δήλωσε ότι ήταν το πρόσωπο που αναγραφόταν στο δέμα ως παραλήπτης, και υπέδειξε φωτογραφία της άδειας παραμονής του πρώην κατηγορούμενου 2, την οποία είχε αποθηκευμένη στο τηλέφωνό του. Μόλις παρέλαβε το δέμα, συνελήφθηκε, και απάντησε ''No No''. Ανακρινόμενος, την ίδια μέρα, στα γραφεία της ΥΚΑΝ, ο Κατηγορούμενος αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα και ισχυρίστηκε ότι, στο παρελθόν, συζούσε με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος και του ζήτησε να παραλάβει το δέμα που θα ερχόταν στο όνομά του, χωρίς ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος) να γνωρίζει το περιεχόμενό του. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου στην επαρχία Λάρνακας, όπου και τέθηκε υπό κράτηση για διάρκεια 8 ημερών. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του Κατηγορούμενου, εκδόθηκε και εκτελέστηκε ένταλμα σύλληψης του πρώην κατηγορούμενου 2, εναντίον του οποίου εκδόθηκε, επίσης, διάταγμα προσωποκράτησης για 5 ημέρες. Κατά την ανάκριση του πρώην κατηγορούμενου 2, τούτος ισχυρίστηκε ότι, στο παρελθόν, ο Κατηγορούμενος είχε, και πάλι, χρησιμοποιήσει τα στοιχεία του, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση εναντίον και των δύο πιο πάνω προσώπων. Στο πλαίσιο της διερεύνησης, που ακολούθησε της καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, οι ισχυρισμοί του πρώην κατηγορούμενου 2 επιβεβαιώθηκαν, με αποτέλεσμα να διακοπεί η ποινική δίωξη του τελευταίου. Η σχετική χημική εξέταση του εισαχθέντος ελεγχόμενου φαρμάκου, κατέδειξε, ότι επρόκειτο για 270 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης, ψηλής καθαρότητας (82%). Ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στη Δημοκρατία με το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου, και είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

               Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, ετοίμασε και παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής του και τοποθετήθηκε, επίσης, προφορικώς, με σκοπό να τονίσει σημεία από αυτήν, αλλά και να προωθήσει και επιπρόσθετες θέσεις. Εστίασε, μετριαστικά για τον Κατηγορούμενο, στην άμεση παραδοχή του και συνεργασία του με τις Αρχές της Δημοκρατίας, στη σχετικώς μικρή, κατά τον ίδιο, ποσότητα του εισαχθέντος ελεγχόμενου φαρμάκου, στο λευκό του ποινικό μητρώο, αλλά και στον μειωμένο ρόλο του στην αλυσίδα διακίνησης. Αναγνώρισε δε ως επιβαρυντικούς για τον Κατηγορούμενο παράγοντες, τον προσχεδιασμό που υπήρχε, για σκοπούς της διάπραξης των αδικημάτων, και ειδικότερα αυτού της εισαγωγής των ναρκωτικών ουσιών, αλλά και στην υψηλή περιεκτικότητα τους. Στο πλαίσιο δε της αγόρευσής του, υιοθέτησε και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου.

 

               Ειδικότερα ο συνήγορος του Κατηγορούμενου παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική με την άμεση παραδοχή και το λευκό ποινικό μητρώο, νομολογία, ζητώντας από το Δικαστήριο όπως οι παράγοντες αυτοί επενεργήσουν ώστε η ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο να είναι μειωμένη, σε σύγκριση με την όποια ποινή θα επιβάλλετο σ' αυτόν αν δεν ίσχυαν οι εν λόγω μετριαστικοί παράγοντες. Επίσης χαρακτήρισε την ποσότητα του εισαχθέντος ελεγχόμενου φαρμάκου ως σχετικά μικρή, αντικριζόμενη τούτη, με άλλες, κατά πολύ μεγαλύτερες, ποσότητες, που εισήχθησαν στη χώρα μας και οδήγησαν στην ποινική δίωξη άλλων προσώπων. Ανέφερε δε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι ο κύριος έμπορος των ναρκωτικών, και ότι ο ρόλος του στην αλυσίδα της διακίνησης είναι μειωμένος, αναφέροντας, συναφώς, ότι, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να τον θέλει να αποτελεί τον βασικό έμπορο. Υπέδειξε δε ότι, στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος, από την πρώτη στιγμή που του λήφθηκε κατάθεση, παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, και συνεργάστηκε με τις αρχές του κράτους. Ως προς τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, η όποια αναφορά του συνήγορου του άπτεται του περιεχομένου της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, προσθέτοντας, επίσης, ότι, πρόκειται για μετανάστη χαμηλής κοινωνικοοικονομικής θέσης. Στη βάση δε της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος κατάγεται από τη Ν., και είναι μέλος οκταμελούς οικογένειας, δηλαδή οι δύο γονείς και 6 τέκνα. Ο πατέρας του εργάζεται ως μηχανικός, η δε μητέρα του ως νοσηλεύτρια. Μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο, ο Κατηγορούμενος εργάστηκε για έναν χρόνο σε ξενοδοχείο της χώρας του. Ακολούθως, το 2022, ήρθε στην Κύπρο και αιτήθηκε πολιτικό άσυλο, λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε στη χώρα του εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού του. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, λάμβανε μηνιαίο επίδομα ως αιτητής ασύλου, ενώ για 6 μήνες – εντός του του διαστήματος αυτού -, εργάστηκε και στο ξενοδοχείο K. στη Λεμεσό. Κατά την εδώ (στη Δημοκρατία) παραμονή του, συμβίωνε με τον σύντροφό του (πρώην κατηγορούμενο 2). Δεν πρόκειται για χρήστη οποιωνδήποτε παράνομων ουσιών ή αλκοόλης, πλην όμως ανέφερε ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα ψυχικής υγείας. Στο παρόν στάδιο, συνεπεία σχετικής διαταγής του παρόντος Δικαστηρίου, τούτος βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές ως υπόδικος. Κατά τον χρόνο που διέμενε στη χώρα μας, πριν την παρούσα υπόθεση, μέρος των εξόδων του αποτελούσε και η καταβολή του ενοικίου της οικίας στην οποία διέμενε με τον σύντροφό του. Δεν είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε ακίνητης ή κινητής περιουσίας, ούτε και διατηρεί οποιεσδήποτε αποταμιεύσεις, ούτε και αποτελεί χρεώστη οποιουδήποτε τρίτου. Κατά την ετοιμασία της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος και πρόθυμος να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2, τα οποία διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από την ανώτατη προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει τούτην (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία, αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2, είναι η δια βίου φυλάκισης.

 

Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024).

 

Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο. Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου, το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική. Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν. Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).

 

Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110).  Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).

 

Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών. Στην Beyki ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους– αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους. 

 

Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper v. Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa v. Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk v. Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).

 

Κατά την επιμέτρηση, λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από τον Κατηγορούμενο αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 (εισαγωγή και κατοχή με σκοπό τη προμήθεια σε τρίτους ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α), παρουσιάζουν έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες, επί ποινών, αποφάσεις, παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.

 

Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.

 

               Στην υπό εξέταση περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, έγκειται στο γεγονός ότι εισήγαγε μια σημαντική ποσότητα ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α, και συγκεκριμένα 270 γραμμάρια, ψηλής περιεκτικότητας (82%), μεθαμφεταμίνη, η οποία ανήκει στα σκληρά ναρκωτικά. Συνυπολογίζουμε, εν προκειμένω, την καταστροφή που η εισαγωγή αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς κάτι τέτοιο αποτράπηκε λόγω της ανεύρεσης τους από τις τελωνειακές αρχές της Φρανκφούρτης, και της επακόλουθης παρέμβασης της Αστυνομίας Κύπρου, κατά την άφιξή τους στη Δημοκρατία.

 

               Αναφορικά με τον ρόλο του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2, σημειώνουμε ότι, στη βάση των ενώπιόν μας γεγονότων, προκύπτει ότι τούτος ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) αγνώστων προσώπων, τους οποίους δεν κατονόμασε. Συνυπολογίζουμε, συναφώς, ότι, τούτος δεν ήταν ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών ούτε και ο οργανωτής της όλης επιχείρησης, παρά μόνο επιτέλεσε περιορισμένο ρόλο στην αλυσίδα διανομής των εισαχθέντων ναρκωτικών, επιτελώντας στην ουσία έναν από τους πιο επικίνδυνους ρόλους στην εν προκειμένω αλυσίδα, και δη αυτόν του εισαγωγέα, με πρόθεση, ακολούθως, να επιτελέσει και το ρόλο του περιοδικού κατόχου, μέχρι και την παράδοσή τους σε τρίτους. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι συμμετείχε στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς και εισαγωγής αυτής της ποσότητας μεθαμφεταμίνης η οποία ανήκει, ως σημειώθηκε ήδη, στην κατηγορία των σκληρών ναρκωτικών. Ενεργώντας με τον πιο πάνω τρόπο, στην ουσία, ο Κατηγορούμενος επιτέλεσε καθοριστικό και απαραίτητο ρόλο για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Χωρίς τη συμμετοχή του, ως ενδιάμεσος συνεργάτης, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ 466.

 

Συναφώς σημειώνουμε ότι, όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα, νεαρά και σε ανάγκη. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius v. Δημοκρατίας (2015) 2Α Α.Α.Δ. 397).

 

               Όσο τώρα αφορά στην κατηγορία της πλαστοπροσωπίας (κατηγορία 3), σημειώνουμε ότι το εν προκειμένω αδίκημα είναι, επίσης, σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται και από την ανώτατη προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, και δη αυτήν της φυλάκισης μέχρι 2 έτη ή και χρηματικής ποινής, ή και τις δύο αυτές ποινές. Ο δε τρόπος δράσης του Κατηγορούμενου, δηλαδή να επιδιώξει να εξαπατήσει τις αρχές της Δημοκρατίας παρουσιαζόμενος ως ο πρώην κατηγορούμενος 2, και να επωμίσει, με τον τρόπο αυτόν, την ευθύνη στον τελευταίο, δεικνύει, από πλευράς του, πλήρη περιφρόνηση προς τον Νόμο και τις αρχές της Δημοκρατίας, κάτι που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση του, τόσο για σκοπούς τιμωρίας του ιδίου, αλλά και για σκοπούς αποτροπής οποιουδήποτε τρίτου επίδοξου παραβάτη. Και τούτο γιατί, πρόκειται για αδίκημα, το οποίο, επίσης, παρουσιάζει έξαρση, ως προκύπτει από τον αριθμό σχετικών υποθέσεων οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας. Η δε ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα, επιβεβαιώθηκε και από τη νομολογία (βλ. Mohammad Khaknegad v. Police (2011) A.A.Δ. 192).

 

               Όπως όμως και να έχει το πράγμα, ανεξαρτήτως των επιβαρυντικών και ελαφρυντικών παραγόντων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

               Προς όφελος του Κατηγορούμενου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.

 

Κατ’ αρχάς, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και  Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

Επίσης, την άμεση παραδοχή του, τόσο στις ανακριτικές αρχές (κατά τη λήψη της κατάθεσής του) όσο και στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια του. Ως προς τούτο, να λεχθεί ότι, πέραν του ότι με τη στάση του αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28), έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).

 

Δεν μας διαφεύγει, βέβαια, ότι, σε υποθέσεις ναρκωτικών, ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή δεν πρέπει να υπερτιμάται, εφόσον τέτοιας φύσεως παράνομη συμπεριφορά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι τούτος καταλήφθηκε, στη ουσία, επ’ αυτοφώρω να κατέχει τα ναρκωτικά, η παραδοχή του είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας της (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αλλά και, συμπληρωματικά, αναφέρθηκαν από τον συνήγορό του και ιδιαίτερα ότι ο Κατηγορούμενος:

·                Είναι ηλικίας 30, περίπου, ετών.

·                Αντιμετώπισε δυσκολίες στην χώρα καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού του.

·                Είναι μέλος πολύτεκνης οικογένειας.

·                Βρίσκεται στη Δημοκρατία υπό το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου.

·                Δεν είναι χρήστης παρανόμων ουσιών ή αλκοόλης.

·                Δεν διατηρεί καταθέσεις, ούτε και είναι ιδιοκτήτης ακίνητης ή κινητής περιουσίας.

·                Δεν είναι χρεώστης τρίτων και

·                Ότι πρόκειται, στην ουσία, για μετανάστη χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης.

 

Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών (κατηγορίες 1 και 2), καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία – ιδίως για τη νεολαία – από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών. (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου (2016) 2(Α) Α.Α.Δ. 423).

 

Συνυπολογίζουμε, επίσης, μετριαστικά, πάντα, για τον Κατηγορούμενο, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, πλην όμως σημειώνουμε ότι αυτή περιορίστηκε στην αποκάλυψη της δικής του εμπλοκής στη διάπραξη των αδικημάτων, χωρίς ποτέ να αποκαλύψει τα πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων ενεργούσε και οι οποίοι, προφανώς, εν είδει επαγγέλματος, διασπείρουν το θάνατο, σε νεαρά, κυρίως, πρόσωπα, μέσω της διακίνησης ναρκωτικών.

 

               Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2.

 

               Στην υπόθεση Tomatari v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 169, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών σε 25χρονο κατηγορούμενο, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια, ήτοι 500 περίπου γραμμάριων οπίου, η οποία ποινή, αν και χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή, σημειώθηκε ότι δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί ως έκδηλα υπερβολική ώστε να επιτρέπεται η παρέμβαση του Εφετείου.

 

               Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Dos Santos (2005) 2 Α.Α.Δ. 297, η εξαετής ποινή φυλάκισης, που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο, σε νεαρό κατηγορούμενο, που ενεργούσε ως μεταφορέας, για σκοπούς εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ενός περίπου κιλού κοκαΐνης, κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής, και αυξήθηκε, από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε 9 έτη. 

 

               Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευθυμίου Σωκράτους, Ποιν. Έφ. 67/2021, απόφαση ημερομηνίας 17.03.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92, ποινή φυλάκισης 6 ετών, που επιβλήθηκε σε 30χρονο κατηγορούμενο, λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής, στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 476 γραμμάριων κοκαΐνης, κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής, και αυξήθηκε σε 10 έτη.

 

               Στην υπόθεση Βαρδάκη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 186/21, απόφαση ημερομηνίας 14.07.2022, ECLI:CY:AD:2022:B302, πρωτοδίκως, χωρίς η ορθότητά της να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της ασκηθείσας από τον κατηγορούμενο έφεσης κατά της ποινής του, επιβλήθηκε σε αυτόν, για το αδίκημα της κατοχής 3.14 γραμμάριων MDMA (ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α), ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

               Στην υπόθεση Antrei Marius ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ 397, η 11ετής ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο στον κατηγορούμενο, νεαρής ηλικίας, για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό στην προμήθεια 883, περίπου, γραμμάριων κοκαΐνης, την οποία τούτος εισήγαγε στην Κύπρο, αεροπορικώς, επικυρώθηκε, τονίζοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, δεδομένης της προβλεπόμενης διά βίου ποινής φυλάκισης, η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή καταδεικνύει και την ορθή στάθμιση από πλευράς του Κακουργιοδικείου όλων των ελαφρυντικών παραγόντων που ίσχυαν για τον κατηγορούμενο, περιλαμβανομένου του νεαρού της ηλικίας του, αλλά και του λευκού ποινικού μητρώου του.

              

               Στην υπόθεση Αντρέου κ.α. ν. Δημοκρατίας, (σχετικές είναι οι Ποιν. Έφ. 34/2017 και 75/2017),  το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον κατηγορούμενο 4 (εφεσείοντα στην Ποινική Έφεση 34/2017), ο οποίος είχε δευτερεύοντα ρόλο στη διακίνηση, μεταξύ άλλων, ποινή φυλάκισης 8 ετών για το αδίκημα της κατοχής 935, περίπου, γραμμαρίων MDMA (ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α) με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Η έφεσή του κατά της ποινής, περιορίστηκε στην ποινή που του επιβλήθηκε για άλλο αδίκημα σχετιζόμενο με κατοχή άλλης ναρκωτικής ουσίας, χωρίς να αμφισβητηθεί η ορθότητα της ανωτέρω επιβληθείσας ποινής για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια της πιο πάνω ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α.

 

               Δεδομένων των ανωτέρω, και ειδικότερα ότι, (α) σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες υπάρχει επιτακτική ανάγκη για επιβολή στους αδικοπραγούντες αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, (β) πρόκειται για αδικήματα τα οποία βρίσκονται σε συνεχή και ανησυχητική έξαρση, η διάπραξη των οποίων επιφέρει ολέθρια και καταστροφικά αποτελέσματα στη ζωή και υγεία των συνανθρώπων μας, και δημιουργούν (τα εν προκειμένω αδικήματα) σωρευτικά, εστίες εγκλήματος, (γ) ο κατηγορούμενος, παρά το, σχετικώς, νεαρό της ηλικίας του, την οποία συνυπολογίζουμε μετριαστικά γι’ αυτόν, επιδόθηκε, ως φαίνεται, στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα σκληρών ναρκωτικών μη ευκαταφρόνητης ποσότητας, ενεργώντας, εν γνώσει του, ως μεταφορέας / διαμεσολαβητής (όχι έμπορος) αποδεχόμενος, στη ουσία, ότι ο κοινός σκοπός του ιδίου, αλλά και του εμπόρου, για λογαριασμό του οποίου ενεργούσε - τον οποίο, σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε κατονόμασε -, ήταν η μόλυνση και καταστροφή της κοινωνίας, (δ) αποτέλεσε σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της εγκληματικής επιχείρησης, που είχε ως στόχο τη διακίνηση και προμήθεια των ανευρεθέντων ναρκωτικών ουσιών στην κυπριακή κοινωνία, (ε) ενήργησε με σχέδιο και οργάνωση, ώστε να εισαχθούν, μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών, στη Δημοκρατία τα ναρκωτικά, δηλώνοντας, δηλαδή, ως παραλήπτη άλλο, από τον ίδιο, πρόσωπο, και επιδίωξε, κατά την παραλαβή των ναρκωτικών, να παρουσιαστεί ως το άλλο αυτό πρόσωπο, αποκρύπτοντας, δηλαδή, την πραγματική του ταυτότητα, (στ) συνεργάστηκε, πλην όμως στον ανωτέρω αναφερόμενο περιορισμένο βαθμό, με τις διωκτικές αρχές, (ζ) παραδέχθηκε, άμεσα, την ενοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην όμως, η παραδοχή του είναι περιορισμένης αξίας, για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, (η) είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και (θ) με προσωπικές συνθήκες ως αυτές σημειώθηκαν ανωτέρω, κρίνουμε ότι η μόνη ποινή που μπορεί να επιβληθεί σ' αυτόν στις κατηγορίες 1 και 2, δεν μπορεί να είναι άλλη από αποτρεπτικής μορφής στερητική της ελευθερίας ποινή. Ποινή φυλάκισης, κατά την κρίση μας, θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο και στην κατηγορία 3, τόσο στη βάση της σοβαρότητας του αδικήματος, ως αυτή σημειώθηκε ανωτέρω, όσο και στη βάση του σχετικού τρόπου δράσης του.

 

            Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v. Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται / αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010). Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επιδίκων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του ενώπιον μας και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτα  αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στις κατηγορίες 1 και 2, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 8 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή και συνεργασία του[3], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για αυτόν, και στις δύο αυτές κατηγορίες (κατηγορίες 1 και 2), είναι η ποινή φυλάκισης 6 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.

 

Με το ίδιο σκεπτικό ως προς την ανάγκη ρητής και μετρήσιμης αποτύπωσης της μείωσης της ποινής λόγω της άμεσης παραδοχής και συνεργασίας του κατηγορούμενου, αναφορικά με την κατηγορία 3, αντί της ποινής των 8 μηνών φυλάκισης, που θεωρούμε ότι θα έπρεπε να του επιβληθεί αν εξέλειπαν οι εν προκειμένω μετρήσιμοι μετριαστικοί παράγοντες, επιβάλλουμε σε αυτόν ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

Οι ανωτέρω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δηλαδή από τις 29.10.2025. Όλα τα τεκμήρια να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.

 

(Υπ.).…………..…………..……..

Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.).…….………...……….………

Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

(Υπ.)………….…..…………………

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο