ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΒΙΚΤΩΡ ΓΙΑΚΟΥΜΠΙΒ, Αρ. Yπόθεσης: 1282/2022, 8/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΒΙΚΤΩΡ ΓΙΑΚΟΥΜΠΙΒ, Αρ. Yπόθεσης: 1282/2022, 8/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 1282/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΒΙΚΤΩΡ ΓΙΑΚΟΥΜΠΙΒ

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Γιακουμεττή.

Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Ν. Κληρίδης.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

Π Ο Ι Ν Η

 

Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 1 κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία)

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη του αδικήματος καταγράφονται λεπτομερώς στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30 Ιανουαρίου 2026 και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω συνοπτικά τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου:

 

Η Zhanna Voroshilova (ΜΚ1) κατάγεται από τη Ρωσία και διαμένει στην Κύπρο. Στις 8/8/20 έμεινε στο σπίτι του φίλου της επ’ ονόματι Adnan στο Μενεού. Στις 12:30 πήγε για ύπνο και ενώ κοιμόταν, ένιωσε ένα πόνο στο πρόσωπο και έπεσε από το κρεβάτι.  Όταν έπεσε είδε τον κατηγορούμενο ο οποίος την κλωτσούσε με τα πόδια του στο πρόσωπο, στο στομάχι, στο πόδι και στο χέρι, ενώ ήταν στο πάτωμα. Ένιωσε πόνο σε όλο της το σώμα. Σοκαρίστηκε και τον ρώτησε τι κάνει και της είπε ότι αυτό που κάνει δεν είναι τίποτα και ότι ο αδελφός του Adnan θα έρθει να την σκοτώσει και ακολούθως ο κατηγορούμενος αποχώρησε. Η ΜΚ1 επισκέφθηκε το ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου κρατήθηκε για νοσηλεία για 2 μέρες. Εξετάστηκε από τον Δρ. Γιώργο Νικολάου (ΜΚ5). Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ευαισθησία αριστερά περιοφθαλμικά, ευαισθησία της αριστερής κροταφογναθικής διάρθρωσης, άλγος δεξιού βραχίονα, εκχυμώσεις γόνατος, διάχυτη ευαισθησία στην κοιλιά και ευαισθησία στο στέρνο. Υπεβλήθη σε πλήρη κλινικοεργαστηριακό έλεγχο (εργαστηριακές και αιματολογικές εξετάσεις) και Total Body CT Scan. Εισήχθη στη Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για παρακολούθηση και συντηρητική αντιμετώπιση. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της έγινε και γναθοχειρουργική εκτίμηση στην οποία αναφερόταν ότι δεν έχρηζε χειρουργικής παρέμβασης και ζητήθηκε επανεκτίμηση της στα εξωτερικά ιατρεία, όπως επίσης και ορθοπεδική εκτίμηση κατά την οποία έγινε σύσταση για επί πόνου ανάρτηση του (ΔΕ) άνω άκρου και επανεκτίμηση στα εξωτερικά ιατρεία της συγκεκριμένης ειδικότητας επί εμμονής των συμπτωμάτων. Έλαβε εξιτήριο στις 10/08/2020 σε καλή γενική κατάσταση και της δόθηκε ραντεβού για επανεκτίμηση από γναθοχειρουργό και σύσταση για πνευμονολογική εκτίμηση στα εξωτερικά ιατρεία της συγκεκριμένης ειδικότητας. 

 

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποία καταγράφονται οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου.

 

Ο κατηγορούμενος είναι 66 ετών και κατάγεται από τη Ρωσία. Έχει 2  αδέλφια ηλικίας 55 και 44 ετών τα οποία διαμένουν στο εξωτερικό. Οι γονείς του απεβίωσαν. Ο κατηγορούμενος μετά την αποφοίτηση του από το Πανεπιστήμιο στον κλάδο Οδοντιατρική εργαζόταν ως οδοντίατρος. Ήρθε στην Κύπρο σε ηλικία 36 ετών. Έχει δύο ενήλικα παιδιά ηλικίας 34 και 43 ετών.  Μετά από τον χωρισμό του με τη σύζυγο του συμβιώνει με γυναίκα από την Ρωσία η οποία έχει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα λευχαιμία και δεν εργάζεται. Ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει προβλήματα με την καρδία του και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας και περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει υποβληθεί σε εγχείρηση ανοιχτής καρδίας. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος, ήτοι περί τα 6 έτη καθώς και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν επέδειξε οποιαδήποτε εγκληματική συμπεριφορά.

 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει συνοπτικά να τεθούν και τα ακόλουθα σε σχέση με τις υπόλοιπες εισηγήσεις του κ. Κληρίδη. Ο κ. Κληρίδης αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι η μαρτυρία, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, που οδήγησε στην καταδίκη του κατηγορούμενου ήταν αδύναμη και είχε κενά. Προχώρησε μάλιστα σχολιάζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ξεκαθαρίζω το αυτονόητο. Το να καλεί ο κ. Κληρίδης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του για μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου κενά, κατά τον ίδιο πάντα, της μαρτυρίας την οποία το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη και ικανή να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο για τους λόγους που με λεπτομέρεια εκτίθενται στο κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, δεν έχει οποιοδήποτε νομικό έρεισμα και το Δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να αγνοήσει τις σχετικές περί τούτου αναφορές του κ. Κληρίδη.

 

Συνεπώς, η εκτενής, ομολογουμένως, αναφορά του κ. Κληρίδη στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ωσάν η διαδικασία να βρισκόταν στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, ήταν άτοπη και νομικά ανεπίτρεπτη στο στάδιο του μετριασμού της ποινής και συνακόλουθα, αγνοείται στην ολότητα της και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω οτιδήποτε άλλο επί αυτού του ζητήματος.   

 

Κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όπως το έθεσε, έγινε θύμα κακοδικίας λόγω κακού χειρισμού ή μη επαρκούς χειρισμού της υπόθεσης από τον δικηγόρο του. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου εκπροσωπείτο από άλλο συνήγορο. Αναφέρθηκε σε νομολογία σε σχέση με το ζήτημα της έκδηλα ανίκανης δικηγορίας παραθέτοντας κάποια σημεία σε σχέση με τις κατ’ ισχυρισμό παραλείψεις του προηγούμενου δικηγόρου του κατηγορούμενου.

 

Έχω κατά νου τη σχετική επί του θέματος νομολογία σύμφωνα με την οποία η καταδίκη ενός κατηγορούμενου μπορεί να ακυρωθεί λόγω των χειρισμών του δικηγόρου της υπεράσπισης μόνο όταν ο χειρισμός του δικηγόρου αποκαλύπτει έκδηλα ανίκανη δικηγορία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κακή απονομή της δικαιοσύνης, ή ότι το όλο θέμα δημιουργεί αμφιβολίες, έκδηλες ή υποβόσκουσες (βλ. Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 402, Κρασοπούλη Σκορδέλλη Έλλη και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 436, Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 282 , Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (2012) 2 Α.Α.Δ. 345, Ευσταθίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 541, και Χρίστου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 263, Βαratashvili ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 207/19, ημερ. 4.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B420,  Πέτρου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 58/22, 7/12/2022, ECLI:CY:AD:2022:B467.)

 

Το παρόν Δικαστήριο το οποίο έχει εκδώσει την καταδικαστική απόφαση δεν έχει εξουσία να προβεί σε ακύρωση αυτής της καταδίκης ενεργώντας ουσιαστικά ως Εφετείο. Συνεπώς, οι όποιοι ισχυρισμοί περί έκδηλα ανίκανης δικηγορίας δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο και συνεπώς και αυτή η ενότητα της αγόρευσης του κ. Κληρίδη δεν μπορεί να ληφθεί και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στο στάδιο του μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου.   

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης 3 χρόνων.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129).

 

Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

Σε ότι αφορά τα αδικήματα της φύσης του επίδικου αδικήματος, καθόλα κατατοπιστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 272:

 

«Τα εγκλήματα βίας είναι εξ αντικειμένου σοβαρά και ανάλογη είναι η αντιμετώπιση των ενόχων τέτοιων αδικημάτων από τα δικαστήρια. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Τόκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95, εκφράσαμε την αποδοκιμασία μας στη χρήση βίας εναντίον συνανθρώπων με τα πιο κάτω λόγια:

 

"Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς."

 

Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο είναι αναμφίβολα σοβαρά. Ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη κατά τη διάρκεια που αυτή κοιμόταν με την παραπονούμενη να πέφτει στο έδαφος όπου ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την κλώτσησε σε διάφορα μέρη του σώματος της. Από την επίθεση προκλήθηκαν εκχυμώσεις αριστερού γόνατος ενώ κατά την κλινική εξέταση της Παραπονούμενης διαπιστώθηκε περαιτέρω ευαισθησία αριστερά περιοφθαλμικά, ευαισθησία της αριστερής κροταφογναθικής διάρθρωσης, άλγος δεξιού βραχίονα, διάχυτη ευαισθησία στην κοιλιά και ευαισθησία στο στέρνο.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας καθώς και τα όσα σε σχέση με τις προσωπικές του περιστάσεις ανέφερε επιπρόσθετα ενώπιον του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος του και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω.

 

Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.

 

Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος μέχρι και σήμερα. Ειδικότερα, έχουν παρέλθει σχεδόν 6 χρόνια.  

 

Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης χρόνου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα βάσει της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:

 

"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη,  (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".

 

Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη του τη φύση και έκταση της βλάβης που προκλήθηκε από την επίδικη επίθεση και ειδικότερα ότι επρόκειτο περί εκχυμώσεων στο γόνατο καθώς και ευαισθησία αριστερά περιοφθαλμικά, ευαισθησία της αριστερής κροταφογναθικής διάρθρωσης, άλγος δεξιού βραχίονα, διάχυτη ευαισθησία στην κοιλιά και ευαισθησία στο στέρνο.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο  είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο:

 

Στην 2η  κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.

 

Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Επανέρχομαι στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω, καταρχάς, ότι το επίδικο αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό, τόσο αντικειμενικά ιδωμένο, αλλά και λόγω της φύσης του, των συνεπειών που επιφέρει και των συνθηκών διάπραξης του. Κρίνω, όμως, ότι συντρέχουν τέτοιοι λόγοι και παράγοντες ώστε να δικαιολογείται, εν προκειμένω, η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας προς όφελος του Κατηγορούμενου, διά της αναστολής της ποινής που του επιβλήθηκε.

 

Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με την ηλικία του και ειδικότερα το γεγονός ότι βρίσκεται στην ηλικία των 66 ετών σήμερα χωρίς να έχει επιδείξει οποιαδήποτε άλλη εγκληματική συμπεριφορά, ο χρόνος που παρήλθε μέχρι σήμερα και δη το γεγονός ότι έχουν παρέλθει σχεδόν 6 ολόκληρα χρόνια από τη διάπραξη του αδικήματος, το γεγονός ότι δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος με αποτέλεσμα το επίδικο περιστατικό για το οποίο καταδικάστηκε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα μεμονωμένο περιστατικό, την έλλειψη στοιχείων που να καταδεικνύουν την ύπαρξη οποιουδήποτε οργανωμένου σχεδίου ή προσχεδιασμού στη διάπραξη του αδικήματος, τα προβλήματα υγείας που τόσο ο ίδιος όσο και η συμβία του αντιμετωπίζουν, αποτελούν, κατά την κρίση μου, τέτοιους παράγοντες που, χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, η οποία είναι δεδομένη, δικαιολογούν στην προκειμένη περίπτωση την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επέβαλα στον Κατηγορούμενο.

 

Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η περίπτωση του Κατηγορούμενου είναι κατάλληλη για να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του και να αναστείλω την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή φυλάκισης, δίδοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν θα διαπράξει ξανά οποιοδήποτε παρόμοιο ή άλλης φύσης αδίκημα.

 

Κατά συνέπεια, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα.

 

(Εξηγείται η φύση της ποινής φυλάκισης με αναστολή στον Κατηγορούμενο).

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο