ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 10549/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
1. JJ
2. OO
3. LL
Κατηγορούμεvοι
Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.
Για την Κατηγορούμενη 1: Ο κ. Χ. Φελλάς
Κατηγορούμενη 1: παρούσα.
ΠΟΙΝΗ
Η κατηγορούμενη 1 έχει βρεθεί ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις ακόλουθες 2 κατηγορίες:
(α) Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).
(β) Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255, 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων αναφέρονται στην αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου που δόθηκε στις 22/12/2025. Για σκοπούς πληρότητας τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρατίθενται αυτολεξεί:
«Στις 22/9/2025 ο DD ο οποίος κατοικεί στην Λάρνακα στην οδό Τουζ Χανέ, περί ώρα 06:30 περίπου, ενοικίασε μέσω της εφαρμογής της εταιρείας RIDENOW CAR RENTAL LTD το αυτοκίνητο ενοικιάσεως με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας Nissan Note. Από την εφαρμογή μπορείς να αναζητήσεις αυτοκίνητο και σε κατευθύνει στο πιο κοντινό διαθέσιμο. Το αυτοκίνητο ήταν στην οδό Τουζ Χανέ κοντά στο σπίτι του. Μετέβη στο σημείο που ήταν πεζός και το ξεκλείδωσε μέσω της εφαρμογής. Οδήγησε το αυτοκίνητο και το πάρκαρε έξω από το σπίτι του και ανέβηκε πάνω για να πάρει την κόρη του και να πάνε στο σχολείο. Θυμόταν ότι είχε πατήσει στην εφαρμογή την επιλογή για να κλειδώσει το αυτοκίνητο αλλά δεν ήταν σίγουρος εάν κλείδωσε. Στο αυτοκίνητο είχε αφήσει ένα γκρίζο σακίδιο με τα προσωπικά του αντικείμενα μεταξύ των οποίων και ένας φορητός υπολογιστής καθώς επίσης και το χρηματικό ποσό των €9.300. Το εν λόγω ποσό ήταν €8000 σε χαρτονομίσματα των €500 και τα υπόλοιπα σε διάφορα άλλα χαρτονομίσματα.
Μετά από μερικά λεπτά όταν κατέβηκε κάτω στο σημείο που είχε αφήσει το αυτοκίνητο διαπίστωσε ότι έλειπε. Μέσω της εφαρμογής είδε ότι το αυτοκίνητο διακινείτο στην πόλη της Λάρνακας. Πήρε ένα άλλο αυτοκίνητο ενοικιάσεως το οποίο είχε στο σπίτι του και ξεκίνησε για να βρει το όχημα το οποίο πρόλαβε στην Αραδίππου και προσπάθησε να το ανακόψει πάνω στον κυκλικό κόμβο. Έκλεισε το δρόμο στην πορεία του αυτοκινήτου και αφού πλησίασε το αυτοκίνητο είδε ότι σε αυτό επέβαιναν 2 νεαρές κοπέλες. Ενώ προσέγγιζε το αυτοκίνητο η οδηγός του οχήματος έκανε ελιγμό πάνω από το διαχωριστικό του δρόμου και τράπηκαν σε φυγή.
Εντόπισε ξανά από την εφαρμογή το αυτοκίνητο εγκαταλελειμμένο στην οδό Γόρδιου Δεσμού στην Αραδίππου με ανοιχτά παράθυρα. Κρύφτηκε σε κοντινή απόσταση, κλείδωσε τις πόρτες μέσω της εφαρμογής αλλά τα παράθυρα παρέμειναν ανοιχτά και περίμενε. Μετά από μερικά λεπτά είδε μια κοπέλα να πλησιάζει το αυτοκίνητο και από τα ανοιχτά παράθυρα έψαχνε κάτι μέσα στο αυτοκίνητο. Την προσέγγισε και μετά από λίγο ήρθε στο μέρος και η άλλη κοπέλα. Κοίταξε στο αυτοκίνητο και είδε ότι τα πράγματα ήταν έξω από το σακίδιο και ο φάκελος στον οποίο βρίσκονταν οι €8.000 ήταν σχισμένος και τα λεφτά έλειπαν. Τους υπέβαλε ότι έκλεψαν το αυτοκίνητο και τα χρήματά του και παραδέχθηκαν ότι είχαν κλέψει περίπου €1.500. Η πρώτη κοπέλα που ανέφερε ότι έψαχνε το αυτοκίνητο έβγαλε από το μανίκι της τα €1.300, του τα έδωσε και του ανέφερε ότι το όνομα της είναι Λάουρα και του έστειλε στην εφαρμογή Whatsapp ένα έγγραφο με τα στοιχεία της το οποίο όμως μετά διέγραψε και δεν πρόλαβε να το φυλάξει. Αυτή ήταν που οδηγούσε το αυτοκίνητο προηγουμένως. Του είπαν όμως ότι δεν πήραν άλλα χρήματα. Ακολούθως τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν στην αστυνομία και το αποδέχθηκαν και τις μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου όπου έκανε καταγγελία.
Την ίδια μέρα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και 2 εξασφαλίστηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης. Στις 22/9/2025 και ώρα 13:40 η Αστυφύλακας 2837 Χριστίνα Λοΐζου συνέλαβε την κατηγορουμένη 1 και αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «Δεν θα πω τίποτε». Στη συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 13:47 της παρέδωσε τα έγγραφα των δικαιωμάτων της τα οποία υπέγραψε. Την ίδια ημέρα και ώρα 15:05 συνέλαβε την κατηγορουμένη 2 και αφού της επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή στο νόμο δεν απάντησε οτιδήποτε. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 15:10 της παρέδωσε τα έγγραφα των δικαιωμάτων της τα οποία υπέγραψε.
Στις 22/9/2025 ενώ ο Ε/Αστ. 5325 Νικόλας Φανός (ΜΚ1) ήταν καθήκον στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας η κατηγορουμένη 1 μαζί με την κατηγορουμένη 2 του εξέφρασαν την επιθυμία να του πουν που έβαλαν τα υπόλοιπα χρήματα. Την ίδια μέρα μετέβη με την κατηγορούμενη 1 και τη συνάδελφο του Α/Αστ. 4115, Βασιλική Σαουρή σε ανοιχτό οικόπεδο στην οδό Ανθέων στην Αραδίππου. Η Κατηγορούμενη 1 η οποία μιλούσε μαζί τους άπταιστα ελληνικά και καταλάβαινε τα πάντα τους έδιδε οδηγίες προκειμένου να εντοπίσουν το χωράφι και τους έλεγε που ακριβώς έπρεπε να στρίψουν και να κατευθυνθούν προκειμένου να εντοπίσουν το χωράφι. Ακολούθως, η κατηγορούμενη 1 υπέδειξε τόσο στον ΜΚ1 όσο και στην Α/Αστ. 4115, Βασιλική Σαουρή, σε ανοιχτό οικόπεδο στην οδό Ανθέων στην Αραδίππου το σημείο που τοποθέτησε το χρηματικό ποσό των €8.000 σε άσπρο φάκελο που βρισκόταν κάτω από κομμάτι τσιμέντου. Αφού ο ΜΚ1 της επέστησε την προσοχή της στον νόμο η κατηγορούμενη 1 απάντησε «Δαμέ είναι που τα χώσαμε. Δαμέ εβάλαμε τα λεφτά για να μεν τα έβρει κανένας». Κατά τη συμπλήρωση του εντύπου υπόδειξης σκηνών – Τεκμήριο 7 ήταν παρόντες τόσο ο ΜΚ1 όσο και η συνάδελφος του Α/Αστ. 4115, Βασιλική Σαουρή. Η Σαουρή συμπλήρωσε το έντυπο υπόδειξης σκηνών καταγράφοντας τα λεγόμενα της Κατηγορούμενης 1 στην παρουσία τόσο του ΜΚ1 όσο και της Α/Αστ. 4115, Βασιλική Σαουρή. Η Κατηγορούμενη 1 προέβη ελεύθερα στη συγκεκριμένη υπόδειξη σε ανοικτό χωράφι κοντά σε περιτοίχισμα όπου τα χρήματα ήταν κάτω από κομμάτι το οποίο ήταν τσιμέντο και το οποίο μπορούσε να σηκωθεί από κάτω αφού δεν ήταν κολλημένο. Το συγκεκριμένο χωράφι που υποδείχθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και στο οποίο εντοπίστηκε κάτω από τσιμέντο το υπόλοιπο ποσό των €8.000 που είχε κλαπεί από τον παραπονούμενο ήταν κενό χωράφι και δεν θα μπορούσε οποιοδήποτε πρόσωπο να γνωρίζει ότι υπήρχαν εκεί αυτά τα χρήματα.
Στις 23/9/2025 η Αστυφύλακας 2837 Χριστίνα Λοΐζου έλαβε ανακριτική κατάθεση από την 1η κατηγορουμένη στην παρουσία διερμηνέως και του δικηγόρου της στην οποία σε όλες τις ουσιώδεις ερωτήσεις που της τέθηκαν απάντησε πως ότι έχει να πει θα το πει στο δικαστήριο. Στις 24/9/2025 μεταξύ των ωρών 13:05 – 15:10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη 2 στην παρουσία του δικηγόρου και κηδεμόνα της στην οποία παραδέχεται την διάπραξη εκ μέρους της του αδικήματος της κλοπής του οχήματος και των χρημάτων.
Στις 24/9/2025 και ώρα 15:30 τα χρήματα παραδόθηκαν στον παραπονούμενο.»
Τέθηκε περαιτέρω από πλευράς κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη 1 δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
Για σκοπούς μετριασμού και επιβολή ποινής ο κ. Φελλάς ετοίμασε γραπτό κείμενο αγόρευσης και περαιτέρω αγόρευσε και δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 είναι ηλικίας 18 ετών, γεννήθηκε στη Βουλγαρία ενώ όταν ήταν 7 μηνών μετακόμισε μαζί με τους γονείς της στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον. Όταν η κατηγορούμενη 1 ήταν περίπου 8 ετών μετακόμισε μαζί με τους γονείς της στη Γερμανία. Περί το 2017 οι γονείς της κατηγορούμενης 1 χώρισαν και επέστρεψαν στην Κύπρο το 2021. Περαιτέρω, ο κ. Φελλάς ανέφερε ότι σε ό,τι αφορά τον πατέρα της κατηγορούμενης 1 πρόκειται για πρόσωπο το οποίο απασχόλησε τις αρχές πάρα πολλές φορές για υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας. Ειδικότερα, η άσκηση βίας από τον πατέρα της κατηγορούμενης 1 προς τη μητέρα της ήταν ένα πολύ συχνό φαινόμενο καθώς πολλές φορές κτυπούσε τη μητέρα της ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η κατηγορούμενη 1 ήταν μπροστά. Πρόσθεσε ότι κατά το τελευταίο περιστατικό η μητέρα της κατηγορούμενης 1 είχε καταγγείλει τον πατέρα της και είχε φιλοξενηθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε ειδικό χώρο όπου φιλοξενούνται γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Συνεπεία αυτών των γεγονότων η κατηγορούμενη 1 για διάρκεια περίπου 5 μηνών διέμενε μόνη της στην οικία όπου ενοικίαζε η μητέρα της στη Λάρνακα χωρίς χρήματα και χωρίς οποιοδήποτε πρόσωπο να την στηρίζει οικονομικά. Πρόσθεσε ότι διέμενε εκεί χωρίς ρεύμα και νερό εφόσον δεν υπήρχε κάποιος να τα πληρώσει και η ίδια δεν εργαζόταν. Κατά τη διάρκεια της κράτησης της κατηγορούμενης 1 φίλοι της κατηγορούμενης 1 επισκέφθηκαν το σπίτι που διέμενε με σκοπό να μαζέψουν ρούχα για να της πάρουν όπου εκεί διαπιστώθηκε ότι η οικία της διαρρήχθηκε και κλάπηκαν όλα τα προσωπικά της αντικείμενα. Ο κ. Φελλάς κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το νεαρό της ηλικίας της κατηγορούμενης καθώς επίσης και γεγονός ότι τα χρήματα επιστράφηκαν στον παραπονούμενο. Ζήτησε τέλος από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης 1 και πρόσθεσε ότι πρόθεση της κατηγορούμενης 1 είναι με την αποφυλάκισή της να διαμείνει μαζί με τη μητέρα της στη Λευκωσία σε ενοικιαζόμενη κατοικία αφού η μητέρα της εδώ και πλέον 3 μήνες εργάζεται. Ζήτησε τέλος τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου.
Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για την Κατηγορούμενη 1.
Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Σε ότι αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης τριών χρόνων.
Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).
Χωρίς αμφιβολία, τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχη η κατηγορούμενη 1, είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).
Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).
Στην υπόθεση Gheorghe Lucian κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 824, επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:
«Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92.
…
Αναφορά μπορεί να γίνει και στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272 στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαφλή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.
Περαιτέρω, στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, αλλά έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 485, στις οποίες τονίστηκε η ανάγκη για αποτροπή τόσο των ιδίων των παραβατών, όσο και της αναχαίτησης τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων.»
Περαιτέρω, στην υπόθεση Hussein v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19, ECLI:CY:AD:2019:B206, επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης:
«Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:
«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»
Σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας και τυχόν επιστροφή, έστω μέρους αυτής, ή η αποζημίωση του θύματος (βλ. Τσιλικίδης (ανωτέρω) και Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 17/2017, ECLI:CY:AD:2017:B468, ημερομηνίας 18.12.2017). Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση, η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47 και Σωκράτους ν Δημοκρατίας (2016) 2Α ΑΑΔ 167), η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 146), η πρόκληση ζημιών σε περιουσία ή τραυματισμών σε ενοίκους (βλ. Χρίστου ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 85 και Τράντας ν. Αστυνομίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1116) ως επίσης και η ύπαρξη προσχεδιασμού (βλ. Lungu ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 545).
Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από την αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου που δόθηκε στις 22/12/2025 και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Κατηγορούμενη 1 έκλεψε ένα σεβαστό ποσό ύψους €9.300 μέρος του οποίου (ήτοι ποσό ύψους 8.000) μάλιστα είχε κρύψει επιμελώς σε ανοιχτό χωράφι κάτω από κομμάτι τσιμέντου σε μια προσπάθεια να μην το εντοπίσει κανείς.
Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).
Προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 λαμβάνω υπόψη μου το λευκό της ποινικό μητρώο, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την αγόρευση του συνηγόρου της και στα οποία έχει γίνει αναφορά ανωτέρω.
Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην Balampanidιs (ανωτέρω) λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.
Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι το σύνολο του κλοπιμαίου ποσού επιστράφηκε στον παραπονούμενο αφού η Κατηγορούμενη 1 συνεργάστηκε προς τούτο με τις αστυνομικές αρχές στις οποίες υπέδειξε που είχαν κρύψει το κλοπιμαίο ποσό.
Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας της. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με τη Νομολογία, παράμετρο που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν προς την επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 88)
Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, δεν έχουν, όμως, το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 1). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραθέτω ως καθοδηγητικές και ενδεικτικές και τις ακόλουθες αποφάσεις.
Στην Vedat Huseyin ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 787, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε κατόπιν παραδοχής σε τρεις κατηγορίες αναφορικά με κλοπή ποσού €370, συνομωσία προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, και παράνομη κατοχή περιουσίας σε σχέση με ποσό €955 το οποίο ανευρέθη στο πρόσωπο του και για το οποίο υπήρχε, σύμφωνα με την κατηγορία, εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο. Επικυρώθηκε κατ’ έφεση η επιβολή ποινής φυλάκισης 18 μηνών για το αδίκημα της κλοπής και τεσσάρων μηνών στην κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, οι οποίες διατάχθηκαν όπως συντρέχουν ενώ στην κατηγορία της συνομωσίας δεν επιβλήθηκε ποινή. Ο κατηγορούμενος βαρυνόταν με δύο προηγούμενες καταδίκες για κλοπή και λήφθηκε υπόψη και άλλη υπόθεση κλοπής. Ήταν πατέρας πέντε παιδιών και η κλοπιμαία περιουσία επιστράφηκε.
Στην Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2018, 26/9/2018 ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής για κλοπή και συγκεκριμένα ενός πορτοφολιού στο οποίο περιείχετο το χρηματικό ποσό των €3.000 σε μετρητά, 20.000 ρούβλια και άλλη περιουσία συνολικής αξίας €3.450. Βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες που αφορούσαν παρόμοια αδικήματα. Επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 20 μηνών.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 1 είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.
Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στην Κατηγορούμενη 1 θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που η Κατηγορούμενη 1 διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο της ίδιας της Κατηγορούμενης 1 αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.
Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στην Κατηγορούμενη 1 οι ακόλουθες ποινές:
Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.
Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή αφού τα γεγονότα που την τεκμηριώνουν καλύπτονται από τα γεγονότα του αδικήματος της 2ης κατηγορίας κατά τα νομολογηθέντα στην Χασσάν κ.α ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 742.
Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:
«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν την Κατηγορούμενη 1 και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.
Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης της Κατηγορούμενης 1. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 1 αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 1, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους της και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που η Κατηγορούμενη 1 διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στην ίδια την Κατηγορούμενη 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 είναι άμεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης της Κατηγορούμενης 1, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που αυτή βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από την 29/09/2025.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο