ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 2986/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
SS
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Α. Γιάλλουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: ο κ. Χ. Φελλάς
Κατηγορούμενος: παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 29/03/2025 και περί ώρα 03:35 στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα έκλεψε από το περίπτερο ΑΣΣΙΩΤΗΣ το χρηματικό ποσό των €1,000 αφού χρησιμοποίησε εναντίον του Mohamed Abdikarin, υπαλλήλου του περιπτέρου, πραγματική βία.
Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:
«Τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Να αναφέρω περαιτέρω ότι ο παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν σε περίπτερο το οποίο βρίσκεται στη λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα, ιδιοκτησίας του Νικόλα Ασσιώτη. Την επίδικη ημερομηνία και περί ώρα 03:50 λήφθηκε πληροφορία στην Αστυνομία ότι στο περίπτερο με την ονομασία Ασσιώτης το οποίο βρίσκεται στη λεωφόρο Μακαρίου διαπράχθηκε το αδίκημα της ληστείας από κάποια πρόσωπα, συγκεκριμένα από τρία πρόσωπα τα οποία μετέβηκαν εκεί, φορούσαν κουκούλες στο πρόσωπο και ένας εξ αυτών φορούσε φούτερ το οποίο κάλυπτε μεγάλο μέρος του προσώπου του. Μέλη της Aστυνομίας μετέβηκαν εκεί όπου εντόπισαν τον Μ.Κ. 1 υπάλληλο του περιπτέρου ο οποίος ανέφερε ότι την ίδια μέρα η ώρα 03:35 εισήλθαν εντός του περιπτέρου 3 πρόσωπα τα οποία είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα με κουκούλες full-face και ο τρίτος όπως έχω αναφέρει με κουκούλα του φούτερ του. Ένας εξ αυτών ο οποίος έφερε μαύρα ρούχα απείλησε τον παραπονούμενο με τη φράση «Don’t do anything» προκαλώντας τρόμο σε αυτόν ενώ άλλο πρόσωπο το οποίο διαπιστώθηκε αργότερα ότι πρόκειτο για τον κατηγορούμενο πάτησε πάνω στον πάγκο και πήρε το χρηματικό ποσό το οποίο βρισκόταν στην ταμειακή μηχανή ως αυτό αναφέρεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Εξασφαλίστηκε το κλειστό κύκλωμα, επιθεωρήθηκε από μέλη της Aστυνομίας όπου αναγνωρίστηκε από τον Μ.Κ. 4 ως τον κατηγορούμενο ενόψει του ότι τον γνώριζε καθότι τον είχε χειριστεί σε προηγούμενα επεισόδια. Ως εκ τούτου εκδόθηκε στις 29.3.25 ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου όπου εντοπίστηκε, συνελήφθηκε και ανευρέθηκε στην κατοχή του ένα τσαντάκι ώμου το οποίο ταυτοποιήθηκε με το τσαντάκι ώμου το οποίο φορούσε το πρόσωπο το οποίο όπως έχω αναφέρει ανέβηκε πάνω στον πάγκο. Ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή συγκατάθεση και ερευνήθηκε ο χώρος διαμονής του όπου ανευρέθηκε το φούτερ το οποίο φορούσε κατά τη διάπραξη του αδικήματος. Να αναφέρω Εντιμοτάτη ότι δεν έχει αποζημιωθεί ο παραπονούμενος.»
Τέθηκε περαιτέρω από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.
Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 19 ετών, κατάγεται από τη Συρία και έχει 2 αδέλφια, ηλικίας 16 και 12 ετών τα οποία μεγαλώνουν με τη μητέρα του, αφού ο πατέρας του κατηγορουμένου έχει αποβιώσει. Φοίτησε μέχρι την Β' Γυμνασίου και σε ηλικία 16 ετών ήρθε στην Κύπρο για να αναζητήσει πολιτικό άσυλο. Ο κύριος Φελλάς αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται μέσω του ίδιου και εκφράζει την ειλικρινή μεταμέλεια του, καθότι έχει αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει παραδεχθεί, καλώντας το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και τις ιδιάζουσες προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν ηλικίας 18 ετών, είναι άνεργος και διαμένει μόνος του στη Δημοκρατία ενώ η οικογένεια του βρίσκεται στη Συρία. Όταν πρωτοήρθε στην Κύπρο βρισκόταν υπό το καθεστώς ασυνόδευτου ανήλικου κάτω από την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας. Ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν 6 ετών. Περαιτέρω, ο κύριος Φελλάς ανέφερε ότι η έλλειψη πατρικής φιγούρας από νεαρή ηλικία και συγκεκριμένα στην ηλικία των 6 ετών ήταν καταλυτικής σημασίας για τη μετέπειτα πορεία του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι πρόκειται για ένα νεαρό πρόσωπο. Ζήτησε περαιτέρω από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χαμηλό πνευματικό επίπεδο του κατηγορούμενου καθώς και το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι η παραδοχή του ενώπιον του δικαστηρίου δεν ήταν άμεση, εντούτοις στο στάδιο που έγινε αξιοποιήθηκε και περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος ανέφερε ότι ήταν άλλο πρόσωπο το οποίο απείλησε τον παραπονούμενο με τη φράση "Don't do anything", αποδεχόμενη βέβαια η Υπεράσπιση τη συμμετοχή του κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος. Περαιτέρω, ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος από πολύ μικρή ηλικία ήρθε αντιμέτωπος με τον πόλεμο ο οποίος αποτέλεσε και την αιτία για να έρθει στην Κύπρο για να μπορέσει να εργαστεί και να ζήσει αξιοπρεπώς.
Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση του άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων ενώ αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, στη βάση τόσο της έκθεσης του αδικήματος της ληστείας όσο και των γεγονότων που τέθηκαν ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος, η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτής της ισόβιας φυλάκισης.
Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).
Χωρίς αμφιβολία, το αδίκημα στο οποίο έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρό. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 83, Ιωάννου v Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 171, Rangajeeva v Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 485, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).
Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι ληστείες, κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Αντάρτης v Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138, Παναγίδης v Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, Αbed v Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 128, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).
Ιδιαίτερα σε ότι αφορά το αδίκημα της ληστείας, αυτό αποτελεί αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες. Παράλληλα δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία αφού προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις. Είναι αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο ότι συνδυάζει κλοπή περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη και/ή κάτοχο της με πρόκληση σωματικού πόνου και τρόμου στο θύμα κατόπιν άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας σ' αυτό. Το θύμα καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Είναι αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς (βλ. Μακρή v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 15 και Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50).
Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής όπως και το ύψος του ποσού ή η αξία της κλαπείσας περιουσίας είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ. G.M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd ed, 2007, σελ. 114).
Στην Abed, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι σε «εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής». Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι περιθωριακής σημασίας (βλ. επίσης Dygdalowicz, ανωτέρω, Χριστοφής v Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 71 και Τσαπατσάρης, ανωτέρω).
Η χρήση βίας, γενικά, κατά συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του (βλ. ΓΕ v Τόκκαλος (2001) 2 ΑΑΔ 95 και Θεοχάρους ν Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575, 580).
Στην υπό εξέταση περίπτωση τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων είναι, αναμφίβολα, σοβαρά. Ο κατηγορούμενος φορώντας την κουκούλα του φούτερ του που κάλυπτε μεγάλο μέρος του προσώπου του και συνοδευόμενος από άλλα δύο πρόσωπα τα οποία φορούσαν κουκούλες που κάλυπταν όλο το πρόσωπο τους εισήλθαν τα ξημερώματα της 29ης Μαρτίου 2025 σε περίπτερο με το ένα εκ των τριών αυτών προσώπων να απειλεί τον υπάλληλο του περιπτέρου προκαλώντας του τρόμο και τον κατηγορούμενο να πηδάει και να πατάει πάνω στον πάγκο που βρισκόταν η ταμειακή μηχανή και να κλέβει το ποσό των €1,000. Αδιαμφησβήτητα, ο κατηγορούμενος είχε σημαντικό ρόλο στη διάπραξη του αδικήματος αφού ήταν το πρόσωπο που δεν δίστασε να πηδήσει και να πατήσει πάνω στον πάγκο της ταμειακής μηχανής και να κλέψει το χρηματικό ποσό που βρισκόταν μέσα στην ταμειακή μηχανή αφού πρώτα προηγήθηκε η απειλή προς τον υπάλληλο ως αποτέλεσμα της οποίας αυτός τρομοκρατήθηκε. Περαιτέρω, αναμφίβολα υπήρξε προσχεδιασμός αφού τόσο ο κατηγορούμενος όσο και τα υπόλοιπα πρόσωπα που τον συνόδευαν έφεραν κουκούλες καλύπτοντας τα πρόσωπα τους. Περαιτέρω, το αδίκημα έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας στο χώρο εργασίας ενός ανυποψίαστου υπαλλήλου του περιπτέρου ο οποίος ήρθε αντιμέτωπος με τρεις κουκουλοφόρους, ανήμπορος να αντιδράσει.
Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου κατά την επιμέτρηση της ποινής ότι δεν έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε αποζημίωση του ιδιοκτήτη του χρηματικού ποσού που κλάπηκε.
Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά (1992) 2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 211), την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία παρά το γεγονός ότι δεν ήταν άμεση αφού έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού διεξήχθη δίκη εντός δίκης μετά από σχετικό αίτημα της Υπεράσπισης, εντούτοις οδήγησε (έστω και στο στάδιο που έγινε) στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την απολογία και την εκφρασθείσα μεταμέλεια του, καθώς και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στο περιεχόμενο της οποίας έγινε αναφορά ανωτέρω. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου και τα όσα ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της αγόρευσης της και στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω.
Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)).
Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με τη Νομολογία, παράμετρο που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν προς την επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 88)
Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ, 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραθέτω ως ενδεικτικές τις ακόλουθες αποφάσεις.
Στην Κουλουντή ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 870 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και ληστεία κατά παράβαση των Άρθρων 371, 282, 283, και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Είχαν κλαπεί από την παραπονούμενη διάφορα αντικείμενα και χρηματικό ποσό συνολικής αξίας περί τα €500. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 2 ετών στην 1η και 2η κατηγορία. Ο εφεσείων ήταν 23 ετών (22 ετών κατά τη διάπραξη του αδικήματος), με λευκό ποινικό μητρώο και από τη συμμετοχή του στη διάπραξη των αδικημάτων δεν προκλήθηκε κανένας τραυματισμός ή σωματική βλάβη σε οποιονδήποτε πρόσωπο. Αποζημίωσε την παραπονούμενη και περαιτέρω, κρίθηκε ότι επήλθε αλλαγή στις προσωπικές του περιστάσεις. Κατ’ έφεση η ποινή που επιβλήθηκε στο αδίκημα της ληστείας μειώθηκε από 2 χρόνια σε 1 χρόνο φυλάκισης και η ποινή που επιβλήθηκε στην κατηγορία της συνομωσίας παραμερίστηκε.
Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 83, ο Εφεσείων κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ήταν σχεδόν 16 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε για το αδίκημα της ληστείας ποινή φυλάκισης 2 ετών. Ο Εφεσείων καταχώρισε έφεση τόσο κατά της ποινής όσο και για τη μη αναστολή αυτής. Ενώπιον του Εφετείου η έφεση κατά της ποινής απεσύρθη και περιορίστηκε μόνο στη μη αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση σημείωσε πως επρόκειτο για σοβαρή μορφή ληστείας, καλά προγραμματισμένη, που διενεργήθηκε με τη χρήση μαχαιριού προς εκπλήρωση των άνομων σκοπών των ληστών, έγκλημα που τιμωρείται με φυλάκιση δια βίου.
Στην Ποράς κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ, 452, οι κατηγορούμενοι, ηλικίας 20 και 19 ετών αντίστοιχα, παραδέχθηκαν ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου το αδίκημα της ένοπλης ληστείας. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 και 3 ½ ετών. Το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη του τον πρόχειρο σχεδιασμό του εγκλήματος, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν (ομοιώματα όπλων), την εξέλιξη (ουδείς τραυματίστηκε), το πολύ νεαρό της ηλικίας τους και τα ιδιαίτερα προβλήματα που αυτοί αντιμετώπιζαν, έκρινε ότι αισθητά μικρότερης έκτασης ποινή θα εξυπηρετούσε όλους τους σκοπούς. Κατ΄ επέκταση μείωσε τις ποινές σε 3 και 2 ½ έτη αντίστοιχα.
Στην Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021 οι εφεσείοντες 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 4, 29 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση των άρθρων 4, 20 και 324(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Πρωτόδικα, επιβλήθηκε στον 1ο Εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 17 μηνών στην κατηγορία της ληστείας και στον 2ον Εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4 ετών. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ο 1ος Εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, εν αντιθέσει με τον 2ο Εφεσείοντα, ο οποίος είχε δύο προηγούμενες καταδίκες και ο οποίος, ζήτησε, να ληφθούν υπόψη, και λήφθηκαν, άλλες δύο ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε. Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.
Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.
Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο:
Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 χρόνων.
Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:
«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.
Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 9/04/2025 μέχρι σήμερα.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο