ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. JOSEPH EΖE IDA, Αρ. Yπόθεσης: 8989/2025, 13/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. JOSEPH EΖE IDA, Αρ. Yπόθεσης: 8989/2025, 13/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 8989/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

 

JOSEPH EΖE IDA

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: H κα. Ε. Γιακουμεττή.

Για τον Κατηγορούμενο: Η κα Δ. Πιττάλη.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 (1) (iii), 5 και 7 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (κατηγορία 1) και στο αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3).

 

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 20/6/23 – 23/6/23 συμπεριλαμβανομένων στις Επαρχίες Λάρνακας και Λεμεσού απέκτησε το ποσό των 10.000 ευρώ γνωρίζοντας ότι το πιο πάνω ποσό ήταν έσοδο από την διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία εξασφάλισε αγαθά δια ψευδών παραστάσεων οι οποίες συνίσταντο στο ότι παρουσίασε ψευδώς τον εαυτό του ως μέλος της εταιρείας Inconcept αποσκοπώντας στη μεταφορά στον λογαριασμό του του χρηματικού ποσού των 10.000 ευρώ.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Γεγονότα ως το κατηγορητήριο και ως το Έγγραφο Α. Την 28.6.23 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας από την Έλενα Νικολάου ότι έγινε επέμβαση στην ιδιωτική επικοινωνία μεταξύ της εταιρείας την οποία διευθύνει (Πανταζής Μεταλλικές Κατασκευές) και της εταιρείας Inconcept (με την οποία εταιρεία συνεργαζόταν η παραπονούμενη) που είχε ως αποτέλεσμα η παραπονούμενη να μεταφέρει χρηματικό ποσό 10.000  ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε στον κατηγορούμενο και όχι στην εταιρεία Inconcept. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα στις 21.6.23 στο οποίο αναγραφόταν αριθμός τραπεζικού λογαριασμού για αποστολή των 10.000  ευρώ ως προκαταβολή για αγορά κεραμικών και η παραπονούμενη νομιζόμενη ότι ο λογαριασμός ανήκε στην εταιρεία Inconcept απέστειλε τα χρήματα. Από εξετάσεις που έγιναν ο τραπεζικός λογαριασμός ανήκε στον κατηγορούμενο και το πιο πάνω ποσό εμβάστηκε στον λογαριασμό του. Την 14.7.23 εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του και 13.7.25 συνελήφθηκε μετά από τροχαίο δυστύχημα που είχε στη Λεμεσό. Να τονιστεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καμιά σχέση με την εταιρεία Inconcept. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του στην Αστυνομία παραδέχθηκε ότι είχε γνώση του εμβάσματος των 10.000 ευρώ στον προσωπικό του λογαριασμό τα οποία χρησιμοποίησε, ξόδεψε για προσωπικές του ανάγκες.»

 

Αναφέρθηκε τέλος από πλευράς κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη.

 

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών και κατάγεται από τη Νιγηρία, έχει έναν αδελφό 20 ετών και μια αδελφή 18 ετών. Οι γονείς του ηλικίας 60 ετών ασχολούνται με γεωργικές εργασίες. Ο κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο ως φοιτητής στο Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο στον Κλάδο Διοίκηση Επιχειρήσεων από τις κατεχόμενες περιοχές το 2021 όπου φοίτησε για 1 χρόνο αλλά διέκοψε τη φοίτηση του και στη συνέχεια ήρθε στις ελεύθερες περιοχές το 2022. Αναζήτησε πολιτικό άσυλο, εργάστηκε σε ξενοδοχείο για 1 χρόνο και σε εστιατόριο για 9 μήνες, ενώ πριν τη σύλληψη του εργαζόταν ως διανομέας για 1 περίπου χρόνο. Πριν τη σύλληψη του διέμενε με άλλα 2 άτομα σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα 2 υπνοδωματίων.

 

Περαιτέρω, η συνήγορος του αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του κατηγορουμένου αφού υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει καθώς επίσης και την έμπρακτη μεταμέλεια του ως αυτή αντανακλάται μέσα από την παραδοχή του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου, το χαμηλό πνευματικό επίπεδο του κατηγορουμένου καθώς και το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό καθώς επίσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Περαιτέρω σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι η χρήση του ποσού των 6.000 ευρώ περιορίστηκε στην κάλυψη άμεσων και βασικών βιοτικών αναγκών του κατηγορουμένου όπως ενοίκιο και λογαριασμοί κοινής ωφελείας, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη επίδειξης πολυτελούς διαβίωσης ή διοχέτευσης χρημάτων σε τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε με ιδιαίτερη μεθοδικότητα ή επαγγελματισμό που να παραπέμπει σε οργανωμένη ή συστηματική εγκληματική δραστηριότητα. Ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή ενώ τέλος εισηγήθηκε την αναστολή ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης από το Δικαστήριο.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στη βάση του Νόμου 188(Ι)/2007, η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης των 14 χρονών ή και χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €500.000. Για το αδίκημα της εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι αδικήματα εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες παρουσιάζονται με ιδιαίτερη συχνότητα και προς τούτο λαμβάνω γνώση από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον του Επαρχιακού Λάρνακας (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005)2 ΑΑΔ 210, Αστυνομία ν. Βακανά, Ποινική Έφεση Αρ. 173/2020, ημερομηνίας 20/5/2021, ECLI:CY:AD:2021:B200). Ως εκ τούτου θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα και οι ποινές οι οποίες επιβάλλονται θα πρέπει να περιέχουν το στοιχείο της αποτροπής.

 

Σε σχέση με τα αδικήματα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πέραν της ίδιας της ποινής που προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα που είναι η αφετηρία της ένδειξης της σοβαρότητας τους, στην απόφαση Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, όπως δε πολύ εύστοχα σημειώνεται και από το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή κατοπτρίζεται από το ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αποτελεί και το πλέον σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ.286).

Αναφορικά με τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κουρουζίδη κ.ά. Ποινική Έφεση Αρ. 19/20, ημερομηνίας 20/7/2022, τέθηκε ότι:

 

«Όσον δε αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες πράξεις, το Κακουργιοδικείο, αφού επεσήμανε ότι οι προβλεπόμενες κατ' ανώτατο όριο ποινές ανέρχονται σε ποινή φυλάκισης 14 ετών ή ποινή προστίμου €500.000, ορθά καθοδηγήθηκε από το ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Θεοφάνους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 298/2018, ημερ. 27.6.2018:

 

«Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:B241, ECLI:CY:AD:2017:B241 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, ECLI:CY:AD:2019:B150), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της. Το Κακουργιοδικείο, ορθά επεσήμανε, πως τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων έχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και περαιτέρω ότι η διάπραξή τους ήταν προϊόν οργάνωσης και προσχεδιασμού με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων - τα οποία ως ιθύνων νους δεν κατονόμασε.»

 

Είναι σαφές λοιπόν από το πιο πάνω απόσπασμα ότι υπάρχει αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών για πάταξη αυτών των παράνομων συμπεριφορών  που έχουν σχέση με το οικονομικό έγκλημα, οι οποίες, ως έχω αναφέρει πιο πάνω, παρουσιάζουν αυξητική τάση.

 

Οι ποινές οι οποίες επιβάλλονται σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις διαφοροποιούνται ανάλογα και με το ύψος του ποσού που ο δράστης καρπούται αφού έχει σημασία για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής το είδος και το ύψος των καρπών που ο δράστης απόλαυσε ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του (βλ. Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, ημερομηνίας 26/6/2019). Ταυτόχρονα, έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν κρίνεται μόνο από το ύψος του ποσού. Ως τέθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρόπουλου, Ποινική Έφεση Αρ.: 240/2024, 29/4/2025 με αναφορά στην υπόθεση R v. Raza [2013] EWCA Crim 1771 (par. 14,15), η πηγή των εσόδων και δη η εγκληματική δραστηριότητα με την οποία σχετίζονται, αποτελεί γενικά σημαντική παράμετρο στην αξιολόγηση της σοβαρότητας ενός τέτοιου αδικήματος.

 

Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος, μετά από επέμβαση σε ιδιωτική επικοινωνία μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας και τρίτης εταιρείας με την οποία η παραπονούμενη είχε εμπορικές συναλλαγές, απέσπασε συνολικό ποσό ύψους €10.000 το οποίο η παραπονούμενη εταιρεία όφειλε σε τρίτη εταιρεία καταφέρνοντας να πετύχει έμβασμα για το εν λόγω ποσό στον τραπεζικό του λογαριασμό. Είναι σαφές ότι ο κατηγορούμενος εν προκειμένω όχι μόνο γνώριζε ότι το ποσό που εξασφάλισε ήταν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αλλά ήταν ο ίδιος ο δράστης του γενεσιουργού αδικήματος.  Συνακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση, ως τέθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρόπουλου, Ποινική Έφεση Αρ.: 240/2024, 29/4/2025 η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου αφορά μείζονα υπαιτιότητα (Culpability A - High Culpability) στη διάπραξη του εν λόγω αυτοτελούς αδικήματος, ως προκύπτει από τα  Sentencing Guidelines  τα οποία εφαρμόζονται στην Αγγλία (βλ. Fraud, Bribery and Money Laundering Offences Guideline 2014και Banks on Sentence, 12th edn., para285.3) και στα οποία γίνεται αναφορά στην απόφαση Μαυρόπουλου (ανωτέρω). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ξόδεψε ποσό ύψους €6.000.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν  από το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας καθώς και τα όσα η συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω.

 

Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου για καταστολή τέτοιας φύσεως εγκληματικών συμπεριφορών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρόπουλου Ποινική Έφεση Αρ.240/24, ημερομηνίας 29/4/2025).

 

Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ήταν 23 ετών. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με τη Νομολογία, παράμετρο που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν προς την επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 88)

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, αφού έχουν παρέλθει 2,5 έτη από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων.  Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης χρόνου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα βάσει της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:

 

"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη,  (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".

 

Την ίδια στιγμή σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ότι εξαιτίας του χρόνου που έχει παρέλθει έχει υπάρξει διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή  ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση  Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 ΑΑΔ 617.  Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B533.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι στον χρόνο που διέρρευσε έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ούτε έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τον χρόνο που διέρρευσε. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα μπορεί να επηρεάσει μόνο το εύρος της ποινής.

 

Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει ξοδέψει το συνολικό ποσό το οποίο κατάφερε να αποσπάσει και έχει παραμείνει στον επίδικο λογαριασμό ποσό ύψους €4,000 για το οποίο μετά από τη σύμφωνη γνώμη του εκδόθηκε σχετικό διάταγμα δήμευσης.

 

Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου στην επιμέτρηση της ποινής και το ύψος του ποσού των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €10.000.

 

Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι  προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).  

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραθέτω ως ενδεικτικές τις ακόλουθες αποφάσεις:

 

Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 816 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 3 ετών σε κατηγορίες για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις με τον κατηγορούμενο να είχε δηλώσει παραδοχή και βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.

 

Στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τρεις κατηγορίες πλαστογραφίας, στην κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η απόσπαση αφορούσε το ποσό των €23.000. Επιβλήθηκαν διάφορες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 2 ετών, αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

Στην υπόθεση Mαληκκίδης ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 1186, η ποινή των 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα μετά από ακρόαση για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες επικυρώθηκε κατ’ έφεση. Ο εφεσείων είχε νομιμοποιήσει ποσό ύψους €498.000.

 

Στην υπόθεση Λεμονάρης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 212/17 ημερομηνίας 17/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 5 ετών, θεωρώντας την επιεική, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (σχεδόν €500.000), τονίζοντας το έντονο στοιχείο της απάτης, της επαγγελματικής ιδιότητας του εφεσείοντα (κτηματομεσίτης) και το είδος και την έκταση της εξαπάτησης.

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Δημητρίου, Ποινική Έφεση Αρ.: 41/2025, ημερομηνίας 10.4.2025, οι ποινές φυλάκισης 2 και 3 μηνών που επιβλήθηκαν πρωτόδικα, μεταξύ άλλων, στις κατηγορίες για εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (το ποσό ανερχόταν σε €48.640), ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης 10 μηνών και 3 ετών αντίστοιχα.

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρόπουλου Ποινική Έφεση Αρ.240/24, ημερομηνίας 29/4/2025 επιβλήθηκαν πρωτόδικα κατόπιν παραδοχής του κατηγορούμενου συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του Άρθρου 4(1)(β) του Ν.188(Ι)/2007 (Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκε είναι φυλάκιση πέντε ετών ή πρόστιμο €50.000). Ο κατηγορούμενος μετέφερε στην Κύπρο χρήματα δήλωνε ψευδώς στο Τμήμα Τελωνείων πως το ποσό το οποίο είχε μαζί του προερχόταν από εισοδήματα του και ότι υπήρχε πρόθεση μεταφοράς σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτός λάμβανε χρηματική αμοιβή €200 για κάθε μεταφορά ποσού €100.000 και αμοιβή €400 για κάθε μεταφορά €200.000. Το συνολικό ποσό της νομιμοποίησης  ανερχόταν σε €2.500.000. Κατ’ έφεση οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης αντικαταστάθηκαν με φυλάκιση τριών χρόνων.

 

Στην Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 27/2023, 26/1/2026 ο εφεσείων - κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση στις κατηγορίες της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 20, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση Άρθρων του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(I)/2007. Το ποσό που απέσπασε ο εφεσείων από την παραπονούμενη ήταν €125.000. Ο κατηγορούμενος βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3½ ετών στην κατηγορία της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και 7 ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Στην Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 28/2023, 28/1/2026  επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, κατόπιν παραδοχής του για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το ποσό που ο εφεσείων απέσπασε ήταν ύψους €3.200. Επισημάνθηκε ότι παρά το ύψος του ποσού που δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο συγκριτικά με άλλες υποθέσεις αυτού του είδους, οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικές αφού ο εφεσείων επέδειξε αντικοινωνική συμπεριφορά, πλήττοντας την πολιτεία, εφόσον εξαπάτησε την Κυπριακή Δημοκρατία, αφού επινόησε σχέδιο όπως χορηγηθεί κυπριακή ιθαγένεια διά ψευδών δηλώσεων σε μη δικαιούχο ανήλικο πρόσωπο με σκοπό την αποκόμιση για τον ίδιο οικονομικού κέρδους.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου, αλλά και επίδοξων παραβατών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 24 μηνών.

Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

 

Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο είναι άμεσες.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 18/07/2025

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο