ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Κ. Κ., Αρ. Yπόθεσης: 9984/2025, 23/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Κ. Κ., Αρ. Yπόθεσης: 9984/2025, 23/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 9984/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

Κ. Κ.

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία:  23 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: ο κ.  Α. Χρυσικός.

Κατηγορούμενος παρών.

Π Ο Ι Ν Η

 

Η κυκλοφορία της ποινής υπόκειται σε περιορισμό και απαγορεύεται η οποιαδήποτε δημοσίευση ή δημοσιοποίηση της χωρίς την άδεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.

 

 

Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε 2 συνολικά κατηγορίες για κατοχή και διάδοση παιδικού πορνογραφικού υλικού κατά παράβαση των προνοιών του Περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου (Ν. 91(Ι)/2014)[1] ως έχει τροποποιηθεί, στο εξής ο Νόμος.

 

Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για κατοχή παιδικής πορνογραφίας σε μέσο αποθήκευσης δεδομένων ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 (1) (4) και 14 του Νόμου (1η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 16/12/2024 στην επαρχία Λάρνακας είχε στην κατοχή ένα αρχείο Graphical Interchange Format (GIF) κινούμενη εικόνα το οποίο περιείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας.

 

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για διάδοση υλικού παιδικής πορνογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8 (3) (6) του Νόμου (2η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία στην επαρχία Λάρνακας διέδωσε παιδική πορνογραφία δηλαδή διένειμε ένα αρχείο Graphical Interchange Format (GIF) κινούμενη εικόνα το οποίο περιείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων έχουν τεθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Περαιτέρω λήφθηκε πληροφορία στον Κλάδο Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος από το Ηνωμένο Βασίλειο ότι κάτοχος χρήστης συγκεκριμένου λογαριασμού απέστειλε μήνυμα σε υπό κάλυψη αστυνομικό προβάλλοντας σεξουαλικό ενδιαφέρον για ανήλικο πρόσωπο.  Υπήρξε συνομιλία μεταξύ των 2 αυτών χρηστών και ο χρήστης με τον κωδικό όνομα Master JX απέστειλε στον υπό κάλυψη αστυνομικό μια εικόνα GIF, κινούμενη εικόνα, ως αυτή περιγράφεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών η οποία διαπιστώθηκε ότι πρόκειτο για παιδική πορνογραφία.  Ως εκ τούτου εντοπίστηκε ο χρήστης του συγκεκριμένου ονόματος, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, μετέβηκαν στην οικία του κατηγορουμένου στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας και σύλληψης.  Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο απάντησε "Μου απέστειλαν μια φωτογραφία, είναι αυτή που προώθησα πάρακατω". Παραλήφθηκαν ως τεκμήρια κινητό και tablet και στα πλαίσια λήψης κατάθεσης του κατηγορουμένου προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος στις 16.12.24 απέστειλε την εικόνα GIF την οποία αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας η οποία απεικονίζει υλικό παιδικής πορνογραφίας και πρόκειται για Level 4. Σε έλεγχο που έγινε στο κινητό και στις υπόλοιπες συσκευές που ήταν στην κατοχή του κατηγορουμένου δεν εντοπίστηκε αυτό το αρχείο.  Το αρχείο αποστάληκε από τις Βρετανικές Αρχές.  Ο Κατηγορούμενος τόσο στην κατάθεση του όσο και στη γραπτή του κατηγορία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων.»

 

Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο το παιδικό πορνογραφικό υλικό που αναφέρεται στα γεγονότα το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α.

 

Περαιτέρω τέθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ζητήθηκε όπως δοθούν οδηγίες το παιδικό πορνογραφικό υλικό που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ολοκλήρωση της υπόθεσης να κατασχεθεί και να καταστραφεί.

 

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όπου καταγράφονται οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 41 ετών, άγαμος και διαμένει με τους γονείς του στη [ ]. Είναι απόφοιτος ΤΕΙ Πατρών στον Κλάδο Πληροφορικής και ΜΜΕ, άσκησε το επάγγελμα του για 2 χρόνια και ακολούθως εργάστηκε ως σερβιτόρος και στη συνέχεια για 3 συνεχόμενα χρόνια ταξίδευε με τη μοτοσικλέτα του σε διάφορες χώρες της Ευρώπης όπου και εργαζόταν. Εργαζόταν περαιτέρω για 4 χρόνια ως chef στην Αγγλία και επέστρεψε στην Κύπρο το 2024 για να φροντίζει τη μητέρα του η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά θέματα υγείας. Το 2025 δημιούργησε τη δική του επιχείρηση με κινητή καντίνα. Τυγχάνει παρακολούθησης από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.  Έχει επίσης συνεργασία και με ψυχολόγο αφού το διάστημα που βρισκόταν στην Αγγλία ένιωθε έντονο στρες.

 

Περαιτέρω, ο κύριος Χρυσικός αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου κατέθεσε γραπτό κείμενο αγόρευσης και περαιτέρω αγόρευσε και διά ζώσης ενώπιον του δικαστηρίου. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και την άμεση παραδοχή του καθώς και τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές ενώπιον των οποίων παραδέχθηκε τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι πέρσι ζούσε και δούλευε στο Ηνωμένο Βασίλειο για να μπορέσει να συντηρήσει τη μητέρα του και μετακόμισε στην Κύπρο ξεκινώντας τη δική του επιχείρηση ετοιμασίας και πώλησης φαγητού. Προέβη σε αγορά εξοπλισμού και προσπάθεια προώθησης των υπηρεσιών του και αυτή η προσπάθεια βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο επειδή πρόκειται για νέα επιχείρηση ως ανέφερε. Περαιτέρω, παρουσίασε στο Δικαστήριο πρόσφατη κατάσταση λογαριασμού εσόδων και εξόδων και ανέφερε ότι τυχόν φυλάκιση του κατηγορούμενου θα ήταν μοιραία για την επιχείρηση, τις επαγγελματικές προοπτικές και τη συντήρηση της οικογένειας του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε περίπτωση φυλάκισης του κατηγορούμενου οι επιπτώσεις στην οικογένεια του θα είναι σοβαρές, η μητέρα του κατηγορούμενου παρουσιάζει χρόνια πάθηση για την οποία χρειάζεται συνεχή φροντίδα και ο κατηγορούμενος έχει αναλάβει αποκλειστικά τον ρόλο του φροντιστή της και τυχόν φυλάκιση του θα της στερούσε τη φροντίδα που χρειάζεται.  Παρουσίασε προς τούτο σχετική ιατρική βεβαίωση σε σχέση με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα του κατηγορούμενου.  Περαιτέρω, ανέφερε στο Δικαστήριο την άσχημη κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου η οποία ως ανέφερε έχει επιδεινωθεί τελευταία εξαιτίας της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από κλινική ψυχολόγο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, κατάθλιψη, έκδηλη απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης, αισθήματα αναξιότητας και έντονες ενοχές. Παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική βεβαίωση της ψυχολόγου καθώς και έκθεση εμπειρογνώμονα δικανικής ψυχιατρικής αξιολόγησης καθώς επίσης και σχετική ιατρική συνταγή σε σχέση με την φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει ο κατηγορούμενος. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική έκθεση στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια για μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο καθώς και γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Στην έκθεση που παρουσιάστηκε, αναφέρεται στα συμπεράσματα του ψυχιάτρου ότι ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάζει ψυχωσικά φαινόμενα, δεν πληροί τα κριτήρια για διπολική διαταραχή και δεν τεκμηριώνεται οποιαδήποτε άλλη διαταραχή και περαιτέρω αναφέρει ότι το επίπεδο γνωσιακής οργάνωσης παραμένει λειτουργικό αν και επηρεάζεται υπό πίεση. Περαιτέρω, τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και μια ψυχολογική αναφορά από κλινική ψυχολόγο, ημερομηνίας 29.10.25  με την οποία βεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος λαμβάνει ψυχολογικές υπηρεσίες με συχνότητα μια φορά τη βδομάδα και ότι μέχρι στιγμής πραγματοποιήθηκαν 19 συναντήσεις με την πρώτη συνάντηση να είχε πραγματοποιηθεί στις 27.1.25. Περαιτέρω, ο κύριος Χρυσικός ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έκανε για μια φορά ένα σοβαρό λάθος το οποίο αντιλήφθηκε πλήρως και γι’ αυτό συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές. Πρόσθεσε ότι είναι καλός, σκληρά εργαζόμενος πολίτης με σεβασμό προς τις Αρχές. Κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου. 

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής παιδικού πορνογραφικού υλικού κατά παράβαση του άρθρου 8(1) του Ν. 91(Ι)/2014, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη. Περαιτέρω, για το αδίκημα της διάδοσης παιδικής πορνογραφίας κατά παράβαση του άρθρου 8(3) του ίδιου νόμου προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 15 χρόνια.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129).

 

Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Περαιτέρω, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων που αφορούν κατοχή ή απόκτηση ή διάδοση παιδικού πορνογραφικού υλικού έχει διακηρυχθεί από τη νομολογία ακόμα και πριν τη θέσπιση του Ν. 91(Ι)/2014, όταν η μέγιστη προβλεπόμενη στον τότε ισχύοντα, περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου Νόμο 22(ΙΙΙ)/2004, ήταν η ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη.

 

Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μακαμιαν (2007) 2 ΑΑΔ 405, όπου, με παραπομπή στο άρθρο 93 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου, που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 23/11/2001, επεξηγήθηκε ότι η αναζήτηση και η κατοχή τέτοιου πορνογραφικού υλικού, αυξάνει τη ζήτηση και ενθαρρύνει τους εμπνευστές της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων να συνεχίσουν το έργο τους.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις παραμένουν επίκαιρες και μετά τη θέση σε ισχύ του  Ν. 91(Ι)/2014 και την συνακόλουθη θέσπιση αυστηρότερων ποινών, αφού ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου Ποινική Έφεση 185/2016 ημερ. 20/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B118, την παραγωγή τέτοιας φύσης υλικού είναι η αναζήτηση του που την προκαλεί.

 

Περαιτέρω, η νομολογία υποδεικνύει σταθερά την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αφού ως επεξηγείται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας vNilandΠοιν. Έφ. 18/2017, ημερ. 14.2.18, ECLI:CY:AD:2018:B79, , η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αδήριτη ανάγκη, καθότι αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης συνθλίβουν την προσωπικότητα των παιδιών. Περαιτέρω στην πιο πάνω απόφαση επεξηγήθηκε και ο σκοπός του Νόμου και η αιτία (ratıo) που με αυτόν θεσπίστηκαν αυστηρότερες ποινές, ως ακολούθως:

 

«Με το Νόμο, Ν.91(Ι)/2014, εισάγονται αυστηρότερες ποινές για τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας. Αναγνωρίζεται ότι αυτής της μορφής τα εγκλήματα συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών, όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους. Η Κυπριακή Δημοκρατία, κατ΄ ακολουθία του άρθρου 34 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την οποία έχει υπογράψει και κυρώσει, ανέλαβε την υποχρέωση προστασίας των παιδιών από κάθε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης. Συνεπώς, η εισαγωγή αυστηρότερων ποινών από το Νόμο προέκυψε ως επιτακτική, αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και επιφέρουν ολέθριες συνέπειες».

 

Στη  Niland (ανωτέρω), λέχθηκε επίσης ότι:

 

«Η αναχαίτηση των υπό αναφορά εγκληματικών συμπεριφορών, απότοκο των οποίων είναι η σύνθλιψη του ψυχικού κόσμου των παιδιών, ο εξευτελισμός της προσωπικότητας των οποίων συνεχίζει με την προβολή του εν λόγω πορνογραφικού υλικού, καθιστά αδήριτη ανάγκη την καταφυγή των Δικαστηρίων σε επιβολή αποτρεπτικών ποινών».

Λίγο αργότερα στη Γενικός Εισαγγελέας v. Νικολάου, Ποιν. Έφ. 185/2016, ημερ. 20.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B118 λέχθηκε ότι:

 

«Άλλωστε, όπως μπορέσαμε να διαγνώσουμε από τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων, αυτή ‑ ας μας επιτραπεί ο όρος ‑ η διαδικτυακή διαστροφή στρεφόμενη άμεσα και καίρια εναντίον του παιδιού και της αθωότητας του, εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους και τα Δικαστήρια πρέπει να αντιμετωπίσουν το έγκλημα αυτής της μορφής με ποινές που πρέπει να έχουν έντονα τον αποτρεπτικό χαρακτήρα.  Αυτή η ανάγκη δεν ήταν τόσο προεξάρχουσα όταν τέτοια αδικήματα ήταν σπάνια και σίγουρα όχι της σοβαρότητας με την οποία πλέον εμφανίζονται.

 

Από τη στιγμή που διαπιστώνεται ‑ δυστυχώς ‑ με τέτοιους ρυθμούς αύξηση των εγκλημάτων αυτής της φύσεως, οι ποινές θα πρέπει ανάλογα να αντιμετωπίσουν ‑ και να αναχαιτίσουν κατά το δυνατό ‑ το φαινόμενο».

 

Ακόμα πιο χαρακτηριστικά ήταν τα όσα είχαν αναφερθεί στην Clarson v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 38/2022, ημερ. 27.10.22, ECLI:CY:AD:2022:B411,  που έχουν ως εξής:

 

«Οι υποθέσεις αυτής της φύσεως και γενικά οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων και μάλιστα με θύματα παιδιά δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση, δεν αποτελούν απλώς αδικήματα που δεσπόζουν στο εγκληματικό στερέωμα της Κύπρου, αλλά έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα.

 

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας (σημασίας) και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο.

 

Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους».

 

(έμφαση δοθείσα).

 

Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Clarson (ανωτέρω), τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης συνιστούν εγκλήματα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού, δεδομένου ότι συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων των παιδιών. Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης γεγονός που καθιστά την επιβολή αποτρεπτικών ποινών ακόμη πιο επιτακτική.

 

Υπάρχουν βέβαια διαβαθμίσεις ως προς την κατάταξη των εκάστοτε αδικημάτων σε κλίμακα σοβαρότητας με την Κυπριακή νομολογία να έχει υιοθετήσει τις κατευθυντήριες γραμμές της υπόθεσης R. v. Oliver and Others (2003) 1 Cr. App. Rep. 28, σύμφωνα με την οποία το παιδικό πορνογραφικό υλικό κατατάσσεται σε πέντε κατηγορίες (επίπεδα) βαθμού σοβαρότητας, ανάλογα με το περιεχόμενο-απεικονίσεις που εμφανίζει, με την κατηγορία 1 να είναι τα λιγότερο σοβαρά και την κατηγορία 5 τα πλέον σοβαρά. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις συγκεκριμένες κατηγορίες που έχουν ως εξής:

 

Κατηγορία 1: Απεικόνιση παιδιών σε ερωτικές παραστάσεις χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα.

Κατηγορία 2: Απεικόνιση μη διεισδυτικής σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ παιδιών και αυτοϊκανοποίηση παιδιού.

Κατηγορία 3: Απεικόνιση μη διεισδυτικής σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ ενηλίκων και παιδιών.

Κατηγορία 4: Απεικόνιση διεισδυτικής σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ παιδιών και ενηλίκων.

Κατηγορία 5: Σαδισμός ή κτηνοβασία.

 

Στην Κύπρο, ένεκα του γεγονότος ότι οι προβλεπόμενες ποινές είναι αυστηρότερες από ότι στην Αγγλία, η πιο πάνω κατηγοριοποίηση λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς κατάταξης των αδικημάτων σε κλίμακα σοβαρότητας και για τη διαβάθμιση επιβαρυντικών στοιχείων. ( Βλ. ενδεικτικά Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου (ανωτέρω) και Δημοκρατία ν. Κουφού Ποινική Έφεση 94/2019, ημερ. 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B333).

 

Σύμφωνα δε με την υπόθεση Oliver (ανωτέρω), παράγραφος 20, ως επιβαρυντικοί παράγοντες μπορούν να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

 

          (1)        Η διανομή του υλικού και αν επιδείχθηκε ή δόθηκε σε παιδί

(2)       Η μεγάλη ποσότητα του υλικού

(3)       Ο τρόπος με τον οποίο μία συλλογή απεικονίσεων αποθηκεύεται σε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή αποτελεί ένδειξη της επιδεξιότητας που χρησιμοποιήθηκε [ένα αδίκημα δεν θα είναι τόσο σοβαρό αν ο παραβάτης απλώς κοίταξε τις απεικονίσεις αλλά δεν τις αποθήκευσε]

(4)       Απεικονίσεις που βρίσκονται σε δημόσιο χώρο στο διαδίκτυο ή εξαιτίας της μεθόδου διανομής των καθίστανται πιο πιθανό ότι κάποιος θα τις εντοπίσει τυχαία

(5)       Αν ο παραβάτης ήταν υπεύθυνος για την αρχική παραγωγή των απεικονίσεων, ειδικότερα αν το παιδί ή τα παιδιά ήταν μέλη της οικογένειας του παραβάτη ή προήλθαν από ευάλωτες ομάδες της κοινωνίας ή αν ο παραβάτης έκαμε κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης που κατείχε και,

(6)       Η ηλικία του παιδιού μπορεί να θεωρηθεί επιβαρυντικός παράγοντας σε κάποιες υποθέσεις όπως για παράδειγμα όπου διαπράχθηκε επίθεση εναντίον βρέφους ή πολύ νεαρού παιδιού.

 

Σε αρμονία με τα πιο πάνω και η Κυπριακή νομολογία έχει αναγνωρίσει ως επιβαρυντικά στοιχεία, τον όγκο του υλικού, τη φύση του, το αν πρόκειται για πραγματικές απεικονίσεις παιδιών, την ηλικία των παιδιών που απεικονίζονται, τον τρόπο αποθήκευσης των εκάστοτε αρχείων και τον τρόπο/μέθοδο που εξασφαλίζεται το εκάστοτε υλικό, ώστε στις περιπτώσεις της οργανωμένης αναζήτησης, ή όπου επιδεικνύεται υψηλό επίπεδο προσωπικού ενδιαφέροντος, ή εξειδικευμένη μεθοδολογία, να λαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου (ανωτέρω)Knowles ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 99/2020, ημερ. 14/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:B437 και Liu ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 109/22, ημερ. 4/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:B170.

 

Επιπροσθέτως, ως στοιχείο που επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής αποτελεί και ο χρόνος που ο αδικοπραγούντας έχει στην κατοχή του το εκάστοτε υλικό και ο χρόνος που διαρκεί η συνολική εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Alan ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 149/2020, ημερ. 21/11/2021 και Δημοκρατία ν. Χατζηαθανασίου Ποινική Έφεση 20/21, ημερ. 19/10/2021.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του και διέδωσε ένα αρχείο τύπου Graphical Interchange Format (GIF), δηλαδή κινούμενη εικόνα, η οποία απεικονίζει υλικό παιδικής πορνογραφίας επιπέδου 4 δηλαδή απεικόνιση διεισδυτικής σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ παιδιού και ενήλικα. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία κατά την διαδικασία έκθεσης γεγονότων και επιμέτρησης της ποινής να δει το περιεχόμενο του παράνομου υλικού (Έγγραφο Α) και το ελάχιστο που μπορεί να λεχθεί είναι η αποστροφή που προκαλεί σε ένα μέσο λογικό άνθρωπο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων ο κατηγορούμενος απέστειλε μήνυμα σε υπό κάλυψη αστυνομικό προβάλλοντας σεξουαλικό ενδιαφέρον για ανήλικο πρόσωπο και στο πλαίσιο της συνομιλίας μεταξύ των δύο ο κατηγορούμενος του προώθησε το επίδικο πορνογραφικό υλικό. Η φύση του επίδικου πορνογραφικού υλικού σε συνάρτηση με τις συνθήκες οι οποίες ο κατηγορούμενος διέδωσε αυτό δεικνύουν προσωπικό ενδιαφέρον ως προς την κατοχή και διάδοση παιδικού πορνογραφικού υλικού και καθιστούν την επίδικη περίπτωση ιδιαίτερα σοβαρή.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής. Άλλωστε,  η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής,  (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285) και η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού ( βλ. Κόκκινος ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ 135).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28) αφού καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, η παραδοχή του κατηγορούμενου οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου την απολογία και την εκφρασθείσα μεταμέλεια του καθώς και τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, ενώπιον των οποίων παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας καθώς και τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω.

 

Συνυπολογίζω περαιτέρω τις επιπτώσεις που η ποινή φυλάκισης θα έχει τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του. Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Συνεπώς στα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής, καθότι, ως έχει νομολογηθεί, προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Δημοκρατία ν. Κουφού (ανωτέρω), Δημοκρατία ν. Χατζηαθανασίου (ανωτέρω) και Liu ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

 

Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων μέχρι και σήμερα. Σημειώνεται, συγκεκριμένα, ότι τα επίδικα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Δεκέμβριο του 2024 με αποτέλεσμα να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα 1 έτους και 3 μηνών.

 

Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης χρόνου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα βάσει της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:

 

"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη,  (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".

 

Την ίδια στιγμή σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ότι εξαιτίας του χρόνου που έχει παρέλθει έχει υπάρξει διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου.

 

Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή  ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση  Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 ΑΑΔ 617.  Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B533.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι στον χρόνο που διέρρευσε έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ούτε έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τον χρόνο που διέρρευσε. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα μπορεί να επηρεάσει μόνο το εύρος της ποινής.

 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει επίσης να αναφερθούν και τα ακόλουθα σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου για τα οποία γίνεται αναφορά στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα οποία αναφέρθηκε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου.

 

Σημειώνω ότι κατά κανόνα τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια ποινή. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Attorney  General v. Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93Στην υπόθεση Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 144, έγινε δεκτό πως, εάν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Όμως, για να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης, απαιτείται η προσκόμιση ιατρικής ή άλλης μαρτυρίας που να βεβαιώνει πως η κατάσταση της υγείας του  κατηγορουμένου θα επιδεινωθεί λόγω της φυλάκισης ή ότι τα προβλήματα υγείας δεν μπορούν να τύχουν διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τις κεντρικές φυλακές. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Σοφοκλέους (ανωτέρω), El Kara Amira Mohammad ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 239, Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 153/2017, ECLI:CY:AD:2017:D321, ημερομηνίας 27/9/2017 και Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19/10/2021.

 

Τα πιο πάνω συνάδουν με την πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ που αναγνωρίζει ότι η στέρηση της ελευθερίας του ατόμου συνοδεύεται αναπόφευκτα από το στοιχείο του πόνου και ενέχει το στοιχείο του εξευτελισμού. Ζήτημα, όμως, παραβίασης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 3 της Σύμβασης μπορεί να τεθεί   στις περιπτώσεις όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία, που προκύπτει από κάποια ασθένεια, σωματική ή ψυχική, επιδεινώνεται ή υφίσταται κίνδυνος να επιδεινωθεί από τις συνθήκες κράτησης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Rooman v. Belgium (G.C.) προσφυγή 18052/11, ημερομηνίας 31/1/2019, παρ.142-144. Σύμφωνα δε και πάλι με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, κρίσιμο είναι το κατά πόσο το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο σε σχέση με την κατάσταση ατόμου το οποίο πάσχει από σωματική ή πνευματική ασθένεια και εάν η δοκιμασία της κρατήσεως, αυτή καθαυτή, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως επίπονη λόγω της αδυναμίας του ατόμου να υποστεί ένα τέτοιο μέτρο. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Mouisel v. France, προσφυγή 67263/01, ημερομηνίας 14/11/2002, παρ. 40, Rivière v. France, προσφυγή 33834/03, ημερομηνίας 11/7/2006 παρ. 64 και Kotsaftis v. Greece, προσφυγή 39780/06, ημερομηνίας 12/6/2008, παρ.50.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί από την πλευρά του κατηγορούμενου οποιοδήποτε ιατρικό δεδομένο που να βεβαιώνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή θα επιδεινώσει το όποιο πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή ότι το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο αναφορικά με την κατάσταση υγείας του κατηγορούμενου.

 

Ειδικότερα, στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δεν καταγράφεται οτιδήποτε ως προς την τυχόν επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του κατηγορούμενου από τον εγκλεισμό του στις κεντρικές φυλακές ή ως προς το ότι ο εγκλεισμός του θα δημιουργήσει σε αυτόν ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού και ως προς το ότι η κατάσταση της υγείας του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από το τμήμα φυλακών. Επιπλέον, δεν έχει επεξηγηθεί και δη με ιατρική μαρτυρία πως και με ποιο τρόπο δυνατόν να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του από τον εγκλεισμό του στις κεντρικές φυλακές. Επίσης, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, λόγω του εγκλεισμού του, δεν θα μπορεί να λαμβάνει την κατάλληλη θεραπεία ή δεν θα μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση της υγείας του αποτελεσματικά από το τμήμα φυλακών.

 

Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι  προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραθέτω ως ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας τις ακόλουθες αποφάσεις:

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Niland, (ανωτέρω), ο κατηγορούμενος, λευκού ποινικού μητρώου, κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε 31 συνολικά κατηγορίες για αδικήματα σχετικά με κατοχή και διανομή υλικού παιδικής πορνογραφίας όλων των διαβαθμίσεων. Μεταξύ των αρχείων που εντοπίστηκαν ήταν και 28 βίντεο που απεικόνιζαν παιδιά κάτω των 13 ετών ( κατηγορία 2). Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την ποινή στην κατηγορία 2, από 4 σε 7 έτη και ως προς τις κατηγορίες που αφορούσαν την κατοχή παιδικού πορνογραφικού υλικού αύξησε την ποινή από 3 σε 5 έτη σε εκάστη εκ των σχετικών κατηγοριών.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Tvardovskyi, Ποινική Έφεση 95/17, ημερ. 26/3/18, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 29 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε ενοχή σε 6 κατηγορίες κατοχής παιδικού πορνογραφικού υλικού, η μια εκ των οποίων αφορούσε υλικό παιδικής πορνογραφίας με ανήλικα κάτω των 13 ετών (6η κατηγορία). Η εν λόγω κατηγορία περιελάβανε 1183 αρχεία φωτογραφίας και 1 αρχείο βίντεο τα οποία απεικόνιζαν ρεαλιστικές εικόνες των γεννητικών οργάνων παιδιών κάτω των 13 ετών και παιδιά κάτω των 13 ετών που συμμετέχουν σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα. Επίσης, παραδέχθηκε και μια κατηγορία, η οποία αφορούσε απόκτηση παιδικού πορνογραφικού υλικού (7η κατηγορία). Επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 3 ετών για την κατηγορία απόκτησης παιδικού πορνογραφικού  υλικού που αφορούσε  ανήλικα κάτω των 13 ετών και ποινές φυλάκισης 2 ετών σε εκάστη εκ των υπόλοιπων κατηγοριών απόκτησης παιδικού πορνογραφικού υλικού ( κατηγ.1-5), ενώ στην κατηγορία της απόκτησης δεν επιβλήθηκε ποινή. Οι ποινές κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν στην 6η κατηγορία από 3 έτη σε 5 και στις κατηγορίες 1–5 από 2 έτη σε 3.

 

Στη  Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 52 ετών, λευκού ποινικού μητρώου. Πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκε  για συνολικά 561 αρχεία παιδικής πορνογραφίας με παιδιά άνω των 13 ετών, ποινή φυλάκισης 2 ετών και για την κατοχή 157 αρχείων παιδικής πορνογραφίας με παιδιά κάτω των 13 ετών, ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Κατ’ έφεση οι ποινές αυξήθηκαν από 2 έτη σε 3 και από 2 ½ σε 5 αντίστοιχα.

 

Στη Δημοκρατία ν. Κουφού (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής για αδικήματα απόκτηση πρόσβασης σε υλικό παιδικής πορνογραφίας και κατοχής παιδικής πορνογραφίας. Μεταξύ άλλων αντιμετώπιζε και 2 κατηγορίες για κατοχή παιδικής πορνογραφίας με ανήλικα κάτω των 13 ετών, ήτοι τις κατηγορίες 103 και 108. Συνολικά εντοπίστηκαν 6090 αρχεία φωτογραφίας εκ των οποίων τα 228 αφορούσαν παιδιά κάτω των 13 ετών και 2853 βίντεο εκ των οποίων τα 805 αφορούσαν παιδία κάτω των 13 ετών. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως ποινές 4 και 3 ½ ετών αντίστοιχα οι οποίες κατ’ έφεση αυξήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από ποινές φυλάκισης 5 και 4 ½ ετών αντίστοιχα στις κατηγορίες 103 και 108.

 

Στην Alan ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε συνολικά 3 κατηγορίες αναφορικά με αδικήματα κατοχής παιδικής πορνογραφίας. Οι κατηγορίες 1 και 3 αφορούσαν κατοχή παιδικού πορνογραφικού υλικού με παιδιά ηλικίας άνω των 13 ετών. Η δεύτερη κατηγορία αφορούσε κατοχή 4 αρχείων εικόνας με απεικονίσεις παιδιών κάτω των 13 ετών τα οποία ενέπιπταν στο επίπεδο 1. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως  στις κατηγορίες 1 και 3 ποινές φυλάκισης 2 ετών και στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Κατ’ έφεση η ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κατηγορία 2 κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών.

Στην Liu ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε τρείς κατηγορίες κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας με ανήλικα κάτω των 13 ετών. Οι κατηγορίες αφορούσαν  συνολικά 279 αρχεία βίντεο και 1.321 αρχεία εικόνας. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ½ και 5 ετών. Οι επιβληθείσες ποινές επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Στην Παυλή v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2022, ECLI:CY:AD:2023:B142, 12/4/2023 ο Εφεσείων, ηλικίας 53 περίπου ετών, κατείχε σε λογαριασμό του στο Gmail, δύο φωτογραφίες οι οποίες απεικόνιζαν ένα προσομοιωμένο/σχεδιασμένο (όχι πραγματικό) ανήλικο  κορίτσι να επιδίδεται σε προσομοιωμένη (όχι πραγματική) σεξουαλική πράξη. Αντιμετώπισε δύο κατηγορίες οι οποίες βασίζονταν στα Άρθρα 2 και 8(1) (6) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014, Ν. 91(Ι)/14 τις οποίες και παραδέχθηκε αμέσως.   Επρόκειτο για δύο φωτογραφίες παιδιών κατηγορίας under 13. Στις 15.9.2022 επιβλήθηκε στην 1η κατηγορία ποινή άμεσης φυλάκισης 30 μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι ακόμη και τέτοιες φωτογραφίες (δηλαδή που δεν απεικόνιζαν πραγματικό ανήλικο παιδί ούτε πραγματική σεξουαλική πράξη), είναι δυνατόν να καθιστούν το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας, εξαιρετικά σοβαρό. Κρίθηκε ότι οι μετριαστικοί παράγοντες σε συνδυασμό και  με το γεγονός ότι ο Εφεσείων  τις συγκεκριμένες δύο φωτογραφίες ουδέποτε διέθεσε, αντάλλαξε ή έστειλε, δικαιολογούσαν περαιτέρω έκπτωση στην ποινή. Αποφασίστηκε ότι η ποινή φυλάκισης που ο Εφεσείων  είχε εκτίσει μέχρι τότε (ήτοι 7 μήνες), συνιστούσε ενδεδειγμένη τιμωρία και μείωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης σε τόση έκταση ώστε να αποφυλακιστεί αμέσως. Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν υπήρχε πεδίο για παρέμβαση στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει την ποινή.

 

Στην Tsintsaratze v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2025, 141/2025, 30/10/2025, ο εφεσίβλητος 1 κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, σε μία κατηγορία κατοχής παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση του Άρθρου 8(1) του Ν. 91(I)/2014, και μία κατηγορία διανομής παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση του Άρθρου 8(3) του ιδίου νόμου. Οι κατηγορίες απέδιδαν στον εφεσίβλητο 1 ότι, στις 28.10.2018, είχε στην κατοχή του 270 αρχεία φωτογραφίας με παιδικό πορνογραφικό υλικό, στα οποία απεικονίζονται παιδιά ηλικίας άνω των 13 ετών (πρώτη κατηγορία), περαιτέρω δε, ότι, μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του έτους 2018, απέστειλε, μέσω συγκεκριμένης εφαρμογής, μία φωτογραφία με παιδικό πορνογραφικό υλικό, στην οποία απεικονίζεται παιδί άνω των 13 ετών. Το υλικό που βρέθηκε στην κατοχή του εφεσίβλητου 1 αποτελείτο από 270 εικόνες επιπέδου 1, δηλαδή εικόνες που απεικονίζουν ερωτικές πόζες με μη σεξουαλική δραστηριότητα, παιδιών άνω των 13 ετών. Σε σχέση με το αδίκημα της διανομής, επρόκειτο για εικόνα επιπέδου 1, με κορίτσι άνω των 13 ετών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην επιβολή ποινής στον εφεσίβλητο 1, άμεσης φυλάκισης 2 μηνών στην πρώτη κατηγορία και 4 μηνών στη δεύτερη κατηγορία. Η ποινή επικυρώθηκε κατ’ έφεση.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο  είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι κάτωθι ποινές:

 

Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης  9 μηνών.

 

Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος  διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο είναι άμεσες.

 

Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως το Έγγραφο Α κατασχεθεί και καταστραφεί μετά την πάροδο της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης και σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας στο Εφετείο.

 

 

(Υπ. )….……………………

 

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 



[1] Με τον Ν. 59(Ι)/2025 Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 5036,  25.4.2025 ο συνοπτικός τίτλος του βασικού νόμου τροποποιήθηκε με την αντικατάσταση  της φράσης «της Παιδικής Πορνογραφίας», με τη φράση «της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο