ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 8903/2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΓΓ
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 9 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Γιακουμετή.
Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Εφφέ μαζί με κ. Γ. Γρηγορίου για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε..
Κατηγορούμενος: παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και απαγορεύεται η οποιαδήποτε δημοσίευση ή δημοσιοποίηση της χωρίς την άδεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.
O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 5 και 6 (4) (α) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου (N. 91(Ι)/2014)[1] (1η κατηγορία) και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 29/09/2021 στην αίθουσα Τέχνης στο Γυμνάσιο [ ] [ ] της Επαρχίας Λάρνακας έκανε κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης και συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία συναίνεσης δηλαδή άγγιξε στο στήθος την ΕΕ με ημερομηνία γέννησης [ ].
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της ΕΕ με ημερομηνία γέννησης [ ].
Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 8 μάρτυρες.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Περαιτέρω, κάλεσε 3 μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης 33 τεκμήρια.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[2] Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[3]
Προχωρώ στη σύνοψη της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 1714 Παναγιώτης Κωνσταντίνου (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις καταθέσεις του το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε (Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2). Συνοπτικά, ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος και είναι τοποθετημένος στον Κλάδο Διερεύνησης αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων του αρχηγείου Αστυνομίας. Είναι ειδικά εκπαιδευμένος στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες ως επίσης και στη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Στις 3/10/2021 ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 4) και του παρέδωσε τα δικαιώματα του. Στις 5/10/2021 έλαβε αριθμό φωτογραφιών στη παρουσία της διευθύντριας του Γυμνασίου [ ], τις οποίες επισύναψε ως δέσμη στο Τεκμήριο 2. Στις 6/10/2021 έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από τον ανήλικο ΛΛ και ΜΜ στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων στην Αραδίππου. Στις 8/10/2021 επέδωσε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα υπόπτων/κατηγορουμένων και την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 3. Κατέθεσε επίσης τρεις ψηφιακούς δίσκους της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ΕΕ ως Τεκμήριο 5 και τρεις ψηφιακούς δίσκους της οπτικογραφημένης κατάθεσης του ΛΛ ως Τεκμήριο 6. Περαιτέρω, κατέθεσε τις απομαγνητοφωνημένες καταθέσεις της ΕΕ και του ΛΛ ως Τεκμήριο 9 και 11 αντίστοιχα.
Παρεμβάλλω σε αυτό το σημείο ότι δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι κατά τη διαδικασία λήψης των οπτικοακουστικών καταθέσεων τηρήθηκαν όλοι οι κανόνες λήψης των οπτικογραφημένων καταθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 10 του περί Προστασίας Μαρτύρων Ν.95(1)/2001.
Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό, αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο.[4]
Περαιτέρω, κατόπιν σχετικού αιτήματος που υποβλήθηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο προβλήθηκε στο Δικαστήριο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 και το περιεχόμενο τους έγινε αποδεκτό ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ΛΛ και της ΕΕ, οι οποίοι στη συνέχεια παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο (ΜΚ 7 και ΜΚ8 αντίστοιχα).
Δεύτερη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα ΡΡ (ΜΚ2) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 17). Συνοπτικά, ανέφερε ότι είναι θεία της ΕΕ και διδάσκει φιλολογικά μαθήματα στο Γυμνάσιο [ ] τα τελευταία 5 χρόνια. Η ΕΕ είναι κόρη της αδελφής της, έχουν πολύ καλές σχέσεις και της μιλάει πάντα όταν την απασχολεί οποιοδήποτε θέμα. Την Τετάρτη 29/09/2021 κατά τη διάρκεια της 5ης περιόδου ενώ έκανε μάθημα αυτό διακόπηκε επειδή στην πόρτα της αίθουσας βρίσκονταν 2 συμμαθητές της ΕΕ οι οποίοι ήθελαν να της μιλήσουν. Επρόκειτο για τον ΛΛ και τον ΔΔ. Της ανέφεραν ότι η ΕΕ δεν είναι καλά και κλαίει πάρα πολύ γιατί κάτι έγινε με τον καθηγητή της Τέχνης. Τους είπε να πουν στην ΕΕ να πάει να την βρει καθότι η ίδια δεν μπορούσε να φύγει από το μάθημα. Μετά από 5 λεπτά πήγε η ΕΕ και ταυτόχρονα χτύπησε το κουδούνι για αλλαγή περιόδου. Η ΕΕ ήταν σε κατάσταση σοκ, έτρεμε και έκλαιγε. Με το που την πλησίασε της είπε ότι μπαίνοντας στην αίθουσα της Τέχνης ο καθηγητής της Τέχνης τέντωσε το χέρι του και με το εσωτερικό της παλάμης του της έπιασε το στήθος πιέζοντας την. Της εξήγησε ότι το χέρι του είχε καλύψει και τα δύο της στήθη περιγράφοντας της τον τρόπο που έγινε. Της είπε ότι σοκαρίστηκε και πήγε και κάθισε στη θέση της και ξεκίνησε να κλαίει πάρα πολύ. Της είπε επίσης ότι ο καθηγητής ήταν αναψοκοκκινισμένος και ταραγμένος. Επειδή ξεκινούσε η 6η περίοδος και δεν μπορούσε να λείψει από το μάθημα συμβούλευσε την ΕΕ να μην μπει στο μάθημα της μέχρι να ηρεμήσει και της πρότεινε να πάει να καθίσει σε ένα από τα παγκάκια του σχολείου και να την περιμένει μέχρι να τελειώσει το μάθημα της και να πάνε μαζί στη Σύμβουλο του σχολείου να της το αναφέρουν. Ακολούθως, αφού τελείωσε το μάθημα της, η ΜΚ2 συνόδευσε την ΕΕ στη σύμβουλο του σχολείου Αθηνά Φτελλέχα. Παρούσα ήταν και η υπεύθυνη καθηγήτρια του τμήματος της ΕΕ. Όσα της ανέφερε της ίδιας της ΜΚ2 η ΕΕ, τα είπε η ΕΕ και στα πιο πάνω πρόσωπα. Η σύμβουλος έκρινε ότι είναι πολύ σοβαρό το θέμα και στην παρουσία της ενημέρωσε τη διευθύντρια του σχολείου Χαρά Αναστασίου η οποία απουσίαζε από το σχολείο. Αφού σχόλασε πήγε μαζί με την ΕΕ στη μητέρα της για μεσημεριανό όπου εκεί ήταν και η μητέρα της ΕΕ, αδελφή της ΜΚ2 και την ενημέρωσε για όσα είχαν έρθει στην αντίληψη της. Σε ότι αφορά τον καθηγητή ανέφερε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο.
Περαιτέρω, η ΜΚ2 διά ζώσης ανέφερε ότι η αίθουσα στην οποία βρισκόταν η ίδια και δίδασκε τη δεδομένη στιγμή ήταν πάνω από την αίθουσα της τέχνης, δηλαδή στον πάνω όροφο και ότι δεν είχε ακούσει να είχε γίνει κάποια φασαρία εξηγώντας ότι συνήθως ακούγεται όταν γίνεται φασαρία, επειδή ήταν, όπως εξήγησε, Σεπτέμβριος και τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και το παραμικρό ακούγεται.
Περαιτέρω, ερωτηθείσα η ΜΚ2 για την κατάσταση της ΕΕ όταν την είδε την επίδικη ημέρα ανέφερε ότι την είδε πολύ αναστατωμένη, έκλαιγε, έτρεμε και ήταν κόκκινα τα μάτια της. Σε σχέση με το επίδικο άγγιγμα, σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι αυτό το οποίο της είχε αναφέρει η ΕΕ ήταν ότι η ΕΕ ήταν έξω από την τάξη και ενώ έμπαινε μέσα για να καθίσει στο θρανίο της, ο καθηγητής άπλωσε το χέρι του για να την σταματήσει ακουμπώντας την και στα 2 στήθη κάτι που την έκανε να νιώσει πολύ άβολα αφού ένιωσε μια άσεμνη κίνηση στο σώμα της, τη στιγμή που, ως της ανέφερε η ΕΕ, δεν υπήρχε λόγος να την σταματήσει αφού ο καθηγητής τους είπε «περάστε μέσα να καθίσετε».
Περαιτέρω, ανέφερε ότι προηγουμένως δεν είχε ξαναδεί την ΕΕ σε παρόμοια κατάσταση όπως την είδε εκείνη την επίδικη ημερομηνία και αναφερόμενη στο πρόσωπο της ΕΕ ανέφερε ότι είναι πολύ συγκροτημένο παιδί, συνεπής στις υποχρεώσεις της, λογική, βάζει στόχους, ότι είναι αγαπητή σε όλους, ένα χαρούμενο παιδί και δεμένη με την οικογένεια της.
Τρίτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Χαρά Χαραλαμπίδου Αναστασίου (ΜΚ3) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 20). Συνοπτικά, ανέφερε ότι είναι διευθύντρια του Γυμνασίου [ ] στη Λάρνακα και σχετικά με το επίδικο περιστατικό ετοίμασε έκθεση γεγονότων την οποία παρέδωσε στην Αστυνομία και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 20. Στην έκθεση η ΜΚ3 ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα ήταν στο Λύκειο Αραδίππου για τη συνεδρία των Διευθυντών επαρχίας Λάρνακας και έλαβε μήνυμα από την Αθηνά Φτελλέχα ότι έπρεπε να μιλήσουν το συντομότερο δυνατόν. Βγήκε από το αμφιθέατρο και τηλεφώνησε στην κα. Φτελλέχα η οποία την ενημέρωσε ότι υπήρξε πιθανό περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης μαθήτριας από καθηγητή του σχολείου. Περαιτέρω, κατέγραψε στην έκθεση της το τι αναφέρθηκε από την κα Φτελλέχα. Η ΜΚ3 μετά την ενημέρωση που είχε ενημέρωσε με τη σειρά της τον Επαρχιακό Επιθεωρητή ο οποίος της ζήτησε να μελετήσει το Πρωτόκολλο για αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών πράγμα το οποίο έπραξε.
Τέταρτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Αθηνά Φτελλέχα (ΜΚ4) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 21). Συνοπτικά, ανέφερε ότι είναι εκπαιδευτικός συμβουλευτικής και επαγγελματικής αγωγής στο Γυμνάσιο [ ] και είναι η 3η της χρονιά στο συγκεκριμένο σχολείο. Την Τετάρτη 29/09/2021, μπήκαν στο γραφείο της η ΕΕ μαθήτρια της Γ2 μαζί με την ΡΡ καθηγήτρια φιλόλογος στο σχολείο τους. Μόλις μπήκαν στο γραφείο της, παρατήρησε ότι ήταν και οι 2 αναστατωμένες, ειδικά η μαθήτρια ήταν πολύ φοβισμένη, είχε τρέμουλο και ήταν γενικά σοκαρισμένη. Αμέσως είπε στην ΕΕ να βγάλει την μάσκα που φορούσε και την ρώτησε τι έγινε και ξεκίνησε να της λέει τι έγινε αλλά άρχισε να κλαίει και να τρέμει. Την καθησύχασε λίγο και τότε η ΕΕ της είπε ότι ενώ πήγε να μπει στην τάξη της τέχνης, την 5η περίοδο με τον καθηγητή της τέχνης, κύριο ΓΓ, ο καθηγητής άνοιξε το χέρι του, απλώνοντας το και την ακούμπησε το στήθος. Ακολούθως της ζήτησε να κάνουν αναπαράσταση την οποία έκαναν 2 φορές και της εξήγησε ακριβώς πως έγινε δηλαδή το χέρι του ακούμπησε και στα δύο στήθη της με τα δάκτυλα του να κλείνουν στο δεξί της στήθος. Η ΕΕ ένιωσε ότι η πράξη αυτή δεν ήταν σωστή και ένιωσε ντροπή και φόβο ταυτόχρονα. Η ΕΕ της είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο είδε κάποιος την στιγμή που την άγγιξε. Η ίδια συνεχώς την στήριζε εκείνη τη στιγμή για να μπορέσει να ηρεμήσει. Περαιτέρω, της ανέφερε ότι έκλαιγε συνεχώς στην τάξη και βγήκε έξω από την τάξη με φίλους της, ενώ προηγουμένως την ρώτησε ο καθηγητής γιατί έκλαιγε. Της είπε επίσης ότι ο καθηγητής ήρθε και την βρήκε έξω και της είπε ότι θέλει να της μιλήσει και οι συμμαθητές της του είπαν ότι δεν θέλει να του μιλήσει. Η ΜΚ4 ενημέρωσε τηλεφωνικώς και τη διευθύντρια ενώ την ενημέρωση των γονιών την ανέλαβε η ΡΡ όπου την επόμενη μέρα πήγαν οι γονείς και τους ενημέρωσαν. Περαιτέρω, η ΜΚ4 ανέφερε ότι την επόμενη μέρα πήγαν επίσης δυο συμμαθητές της ΕΕ από μόνοι τους και ειδικότερα ο ΛΛ και ο ΜΜ και της είπαν τι έγινε. Της ανέφεραν ότι ρώτησαν την ΕΕ τι έγινε και η ίδια άρχισε να κλαίει και τους είπε ότι έγινε κάτι με ένα καθηγητή, ότι την έβγαλαν έξω από την τάξη και τους ρώτησε η ίδια «άμα θέλει κάποιος να σε κουντήσει ήνταλως σε κουντά» και από ότι κατάλαβε η ΜΚ4 τους είπε τι έγινε και ότι ζήτησε να μιλήσει με την θεία της.
Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέταση της διευκρίνισε ότι γνώριζε την ΕΕ και τα 2 προηγούμενα χρόνια που ήταν στο σχολείο αφού όπως ανέφερε, μέσα στα πλαίσια της δουλειάς της, γνωρίζει όλους τους μαθητές. Την ΕΕ την γνώριζε μέσα στα πλαίσια επαγγελματικού προσανατολισμού και ήταν, όπως ανέφερε, ένα παιδί το οποίο δεν απασχόλησε ποτέ το Γραφείο Συμβουλευτικής με συμπεριφορές δύσκολες, άριστο σε ήθος και σε επίδοση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πριν το περιστατικό δεν είχε ακούσει ποτέ να έχει η ΕΕ οποιοδήποτε πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο ούτε είχε προβλήματα γενικά η ΕΕ, κάτι που γνώριζε ως εκ της θέσης της ως σύμβουλος στο σχολείο.
Μετά το επίδικο περιστατικό και υπό την ιδιότητα της ως Εκπαιδευτική Σύμβουλος η οποία, όπως εξήγησε, όταν κάποιο παιδί παρουσιάζει δυσκολίες παρακολουθεί την κατάσταση του, συνέχισε να παρακολουθεί και να έχει συναντήσεις με την ΕΕ καθ' όλη τη διάρκεια της χρονιάς καθότι η ΜΚ4 είχε παρατηρήσει ότι η ΕΕ είχε πάρα πολύ άγχος μετά το επίδικο περιστατικό.
Πέμπτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα ΣΣ (ΜΚ5) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 22). Συνοπτικά, ανέφερε ότι είναι η μητέρα της παραπονούμενης ΕΕ. Την Τετάρτη 29/09/2021 η αδελφή της ΡΡ (ΜΚ2) με την κόρη της ΕΕ πήγαν στην μαμά της ΜΚ5 για φαγητό όπως έκαναν κάθε μεσημέρι και η ΡΡ στην παρουσία και της ΕΕ της είπε ότι ο καθηγητής της τέχνης άπλωσε χέρι του και έπιασε το στήθος της ΕΕ.
Μετά όταν ήταν μόνες στο αυτοκίνητό μίλησε με την ΕΕ και της είπε ότι την ώρα του μαθήματος της τέχνης ο καθηγητής που τους κάνει το μάθημα ενώ η ίδια έμπαινε στην τάξη για το μάθημα άπλωσε το χέρι του και έπιασε το στήθος της και ένιωσε πολύ άσχημα και φοβήθηκε. Της είπε ότι έκλαιγε μέσα στην τάξη κατά την διάρκεια αυτού του μαθήματος και μετά βγήκε έξω με δύο συμμαθητές της και ανέφερε το περιστατικό στη θεία της ΡΡ. Την επόμενη μέρα πήγαν στο σχολείο όπου συνάντησαν τη διευθύντρια, Χαρά Αναστασίου, τη σύμβουλο, Αθηνά Φτελλέχα (ΜΚ4) και μία παιδοψυχολόγο, και προχώρησαν με καταγγελία στην Αστυνομία.
Κατά την κυρίως εξέταση της ερωτηθείσα σε σχέση με την κατάσταση που είδε την ΕΕ εκείνη την επίδικη μέρα για πρώτη φορά το μεσημέρι, εξήγησε ότι ήταν πολύ συγχυσμένη. Έκλαιγε, φοβήθηκε, ένιωθε ντροπή, ένιωσε ότι την είδαν οι άλλοι συμμαθητές της στην τάξη και ήταν σε σοκ ενώ η ίδια ως μητέρα της δεν την είχε ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση. Ερωτηθείσα περαιτέρω ως προς το κατά πόσο την ανέφερε η ΕΕ για το πως ένιωσε τη στιγμή του αγγίγματος η ίδια εξήγησε ότι ένιωσε ότι έγινε κάτι πάνω της πολύ άσεμνο. Περαιτέρω, ερωτηθείσα για τη συμπεριφορά της ΕΕ τις επόμενες μέρες, εξήγησε ότι ήταν πολύ συγχυσμένη και δεν ήθελε να πάει σχολείο γιατί ένιωθε ότι την είδαν οι συμμαθητές της.
Έκτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Έλενα Χατζηθωμά (ΜΚ6) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 23). Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 25 και τις σημειώσεις που λάμβανε σε κάθε συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη και τους γονείς της. Συνοπτικά, ανέφερε ότι εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού ως ανώτερη κλινική ψυχολόγος και βρίσκεται στο Σπίτι του Παιδιού τα τελευταία 7 1/2 χρόνια. Το τεκμήριο 23 είναι η έκθεση της ψυχολογικής αξιολόγησης που ετοίμασε η ίδια για την ΕΕ.
Τα ευρήματα της αξιολόγησης της ΜΚ6 προέκυψαν από τις ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις με την παραπονούμενη σε 3 διαφορετικές ημερομηνίες και ειδικότερα, στις 15/10/2021, 21/10/2021 και 01/11/2021 καθώς επίσης και από το σύνολο των πληροφοριών από τους γονείς της παραπονούμενης που λήφθηκαν σε συνάντηση στις 22/11/2021 σχετικά με το αναπτυξιακό, ατομικό και οικογενειακό ιστορικό της παραπονούμενης. Σύμφωνα με την ΜΚ6, η παραπονούμενη κατά τις συναντήσεις τους ήταν άνετη, ομιλητική και συνεργάσιμη, προσανατολισμένη σε χώρο, χρόνο και εαυτό και είχε ικανοποιητική προσοχή, καλή απόδοση στην άμεση, πρόσφατη και απώτερη μνήμη. Διατηρούσε καλή κριτική σκέψη και αντίληψη και το συναίσθημά της συμβάδιζε με το περιεχόμενο της αφήγησης της και δεν παρουσίασε αστάθεια. Από τις αναφορές της φάνηκε να μεγάλωσε σε ένα σταθερό και υποστηρικτικό περιβάλλον με στενές συναισθηματικές σχέσεις και με τους δύο γονείς, περιγράφοντας παιδικά χρόνια με φροντίδα και ενδιαφέρον από τους γονείς. Δια ζώσης περαιτέρω ανέφερε ότι στη διαδικασία αξιολόγησης διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη ήταν ένα αρκετά ώριμο για την ηλικία της παιδί.
Περαιτέρω στην έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 23) η ΜΚ6 αναφέρει ότι μετά το καταγγελθέν περιστατικό, η παραπονούμενη απομονώθηκε από τις μεγάλες παρέες στο σχολικό πλαίσιο και προτιμούσε να είναι μόνο με 1-2 φίλους ώστε να αποφεύγει τις οποιεσδήποτε συζητήσεις σχετικά με το συμβάν. Επίσης, απέφευγε τους γονείς της όταν την ρωτούσαν αν είναι καλά, στην προσπάθεια της να μη συζητάει κάτι σχετικό. Από τη μέρα που συνέβη το περιστατικό δεν της άρεσε το μάθημα της Τέχνης, ενώ η αίθουσα της προκαλούσε «αηδία» καθώς της θύμιζε το περιστατικό με τον καθηγητή της. Τις πρώτες ημέρες αφού έγινε το περιστατικό, αντιλήφθηκε πως όταν ερχόταν κοντά της κάποιος καθηγητής, αποτραβιόταν προς τα πίσω, εξηγώντας πως ένιωθε άβολα να βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από αυτούς. Περαιτέρω, η παραπονούμενη αναφέρθηκε επίσης σε ακούσιες μνήμες του περιστατικού σε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, οι οποίες διαπιστώθηκε να ήταν εντονότερες στο σχολικό πλαίσιο. Οι μνήμες αυτές, της προκαλούσαν αναστάτωση και στην προσπάθεια της να ξεχάσει, απασχολείτο με κάτι άλλο (πχ κινητό τηλέφωνο, βιβλίο). Δια ζώσης διευκρίνισε η ΜΚ6 ότι οι ακούσιες αυτές μνήμες ήταν πιο έντονες στο σχολικό πλαίσιο λόγω του ότι λειτουργούσε το σχολείο σαν ερέθισμα στο να της υπενθυμίζει το περιστατικό, λόγω του ότι είχε γίνει και γνωστοποίηση του σε άλλους μαθητές και την ρωτούσαν στο σχολείο αν αφορούσε την ίδια το περιστατικό.
Περαιτέρω της ανέφερε πως διαπίστωσε δυσκολίες στη συγκέντρωση της αφού ο χρόνος που χρειαζόταν για το διάβασμα των μαθημάτων της ήταν μεγαλύτερος σε σχέση με το χρόνο που χρειαζόταν προτού συμβεί το περιστατικό. Το καταγγελθέν περιστατικό προκάλεσε αρνητική συγκινησιακή κατάσταση στην παραπονούμενη, περιγράφοντας πως ένιωθε θυμό με τον εαυτό της που δεν αντέδρασε τη στιγμή εκείνη, σκεπτόμενη πως θα μπορούσε να τον είχε σπρώξει, ενώ παράλληλα της δημιουργήθηκαν ερωτήματα στο γιατί να συμβεί σε αυτήν το περιστατικό, προκαλώντας της το συναίσθημα λύπης.
Ο θυμός όπως εξήγησε δια ζώσης η ΜΚ6 είχε να κάμει με το ότι δεν αντέδρασε τη δεδομένη στιγμή και αυτό όπως εξήγησε η ΜΚ6, παρατηρείται και εμπειρικά το έχει παρατηρήσει σε παιδιά που πιθανό να θυματοποιούνται αλλά και βιβλιογραφικά ότι πολλές φορές τα παιδιά εν μέρει είτε εξ ολοκλήρου μπορεί να αναλαμβάνουν ευθύνη για το τι συνέβη είτε γιατί δεν αντέδρασαν άμεσα είτε γιατί δεν απέτρεψαν τον κίνδυνο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της ΕΕ φάνηκε ότι είχε αυτό το αίσθημα, ότι θα έπρεπε να έκαμνε κάτι εκείνη την ώρα.
Περαιτέρω, όπως ανέφερε δια ζώσης η ΜΚ6 διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη έμπαινε σε μια διαδικασία να εφαρμόζει κάποιες στρατηγικές ασφαλείας, δηλαδή όταν κάτι της θύμιζε το περιστατικό ασχολείτο με το κινητό της είτε να διαβάσει ένα βιβλίο. Οι στρατηγικές ασφαλείας είναι μία διαδικασία όπως εξήγησε η ΜΚ6, στην οποία μπαίνει το άτομο για να αποφύγει το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί μια μνήμη, μια ανάμνηση του γεγονότος.
Σύμφωνα με την ΜΚ6 κατά τις αφηγήσεις της παραπονούμενης, διαπιστώθηκε πως το καταγγελθέν περιστατικό της προκάλεσε ψυχικά ενοχλήματα τα οποία όμως με το πέρας της αξιολόγησης φάνηκε να ανακουφίστηκαν ελαφρώς γι’ αυτό και δεν υπήρχε οποιαδήποτε διάγνωση για διαταραχή. Σύμφωνα με την ΜΚ6, η άμεση αποκάλυψη και παρέμβαση, καθώς και το υποστηρικτικό πλαίσιο της οικογένειας φάνηκε να λειτούργησαν ως προστατευτικοί παράγοντες για τη μη ανάπτυξη σοβαρότερης ψυχοπαθολογίας στην παρούσα φάση.
Έβδομος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο ΛΛ (ΜΚ7). Από τον ΜΚ7 λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση στις 6/10/2021 αφού ήταν ανήλικος κατά τον εν λόγω χρόνο η οποία προβλήθηκε στο Δικαστήριο και αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του μάρτυρα. Οι ψηφιακοί δίσκοι της οπτικογραφημένης κατάθεσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 7 και η απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης του ΜΚ7 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11. Κατά τον χρόνο λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης ο ΜΚ7 ήταν σχεδόν 16 χρονών. Ο ΜΚ7 συνοπτικά ανέφερε ότι την προηγούμενη βδομάδα την 5η περίοδο είχαν μάθημα Τέχνης και αυτός μαζί με ακόμα ένα συμμαθητή του άργησαν να μπουν στην τάξη. Ο ΜΚ7 κάθεται στο ίδιο θρανίο με την ΕΕ και πιο συγκεκριμένα κάθεται στα δεξιά της και ο συμμαθητής του επ’ ονόματι ΜΜ στα αριστερά της. Όταν μπήκαν είδαν την ΕΕ που καθόταν και έτρεμε και κατάλαβαν ότι κάτι είχε και την ρώτησε αν έχει κάτι. Η ΕΕ τότε του είπε ότι ήθελε να μιλήσει στη θεία της. Εκεί πήγε και τρίτος συμμαθητής τους επ’ ονόματι ΔΔ. Στη συνέχεια η ΕΕ ξεκίνησε να κλαίει και τότε βγήκαν έξω από την αίθουσα μαζί της. Περιγράφει επίσης ότι ο καθηγητής της Τέχνης τους ακολούθησε ρωτώντας την ΕΕ αν είναι καλά και ακολούθως μπήκε πίσω στην τάξη. Όταν βγήκαν έξω η ΕΕ τους ρώτησε με ποιο τρόπο θα σε σπρώξει κάποιος εάν θέλει να σε μετακινήσει από τη θέση σου και της απάντησαν ότι θα σε πάρει από το χέρι να σε μετακινήσει. Τότε τους ανέφερε ότι δέχτηκε σπρώξιμο και άγγιγμα στο στήθος αλλά δεν τους απαντούσε εάν ήταν ο καθηγητής της Τέχνης που το είχε κάμει αυτό.
Στη συνέχεια, αναφέρει ο ΜΚ7 ότι πήγαν πίσω στην τάξη και τότε ήρθε ο καθηγητής της Τέχνης και είπε στην ΕΕ συγνώμη, ότι δεν είναι επίτηδες που το έκανε και ότι δεν το ήθελε. Τότε η ΕΕ ξεκίνησε πάλι να κλαίει, πανικοβλήθηκε και βγήκαν ξανά έξω, απέναντι από την τάξη που είχε ένα παγκάκι. Η ΕΕ έκατσε στο παγκάκι δίπλα από τον ΜΜ και ο ίδιος με τον ΔΔ στέκονταν απέναντι. Η ΕΕ συνέχισε να κλαίει και τότε ξαναβγήκε ο καθηγητής έξω και την ρωτούσε τι έχει και ο ΜΚ7 ζήτησε από τον καθηγητή να φύγει. Περιγράφει επίσης ο ΜΚ7 ότι την ώρα που ήταν έξω ο καθηγητής και ρωτούσε την ΕΕ τι έχει χωρίς να του απαντά η ΕΕ κρατούσε τόσο σφιχτά το χέρι του συμμαθητή της ΜΜ που όταν το άφησε μετά που έφυγε ο καθηγητής είχε γδαρσίματα στο χέρι του συμμαθητή του ΜΜ από το σφίξιμο. Στη συνέχεια τους είπε η ΕΕ ότι επρόκειτο για αυτόν τον καθηγητή και τους ζήτησε να μην το πουν σε κανένα γιατί ήθελε να το πει στη θεία της. Σύμφωνα με τον ΜΚ7, ο καθηγητής ήταν ολοκόκκινος, αναφέροντας ότι ποτέ δεν ήταν έτσι, ότι ήταν η πρώτη φορά που τον είδε έτσι και ότι καταλάβαινες, όπως το έθεσε ο ΜΚ7, από το πρόσωπο του ότι κάτι έκαμε καθώς και ότι το καταλάβαινε και ο ίδιος. Η ΕΕ τους ζήτησε να βρουν τη θεία της και ο ίδιος με τον συμμαθητή του ΔΔ πήγαν και την βρήκαν και της είπαν ότι έγινε ένα περιστατικό με την ΕΕ χωρίς να της πουν τι και ότι ήθελε να της μιλήσει. Η ΕΕ είχε μείνει στο παγκάκι μαζί με τον συμμαθητή της ΜΜ. Μόλις άλλαξε η περίοδος η ΕΕ πήγε στη θεία της και της είπε τι έγινε.
Όγδοη και τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη ΕΕ (ΜΚ8). Από την ΜΚ8 λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση στις 2/10/2021 αφού ήταν ανήλικη κατά τον εν λόγω χρόνο η οποία προβλήθηκε στο Δικαστήριο και αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της μάρτυρος. Οι ψηφιακοί δίσκοι της οπτικογραφημένης κατάθεσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6 και η απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ΜΚ8 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9. Κατά τον χρόνο λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης η ΜΚ8 ήταν 14 χρονών. Η ΜΚ8 συνοπτικά ανέφερε ότι φοιτά στο Γυμνάσιο [ ] στην Γ’ γυμνασίου. Αναφέρθηκε σε περιστατικό που έγινε την 5η περίοδο στην αίθουσα της Τέχνης. Όταν χτύπησε το κουδούνι η ίδια με κάποιους συμμαθητές ήταν έξω από την αίθουσα και περίμεναν τον καθηγητή για να έρθει να τους ανοίξει. Ανέφερε ότι η αίθουσα της Τέχνης έχει μία απαίσια μυρωδιά μία «κλεισούρα», όπως την χαρακτήρισε, με αποτέλεσμα να θέλουν να ανοίγουν τα παράθυρα. Όταν άνοιξε την πόρτα ο καθηγητής κάποιοι μπήκαν μέσα και μετά μπήκε και η ίδια. Όταν αντιλήφθηκε ότι μύριζε άσχημα βγήκε έξω μέχρι να ανοίξουν τα παράθυρα για να φύγει η μυρωδιά και να ξαναμπεί. Ο καθηγητής τους είπε να μπουν μέσα. Ο καθηγητής ήταν μέσα στην τάξη δίπλα από την έδρα και δεν υπήρχαν πολλοί μαθητές μέσα στην τάξη, οι περισσότεροι ήταν έξω ή ακόμα δεν είχαν μπει μέσα. Στη συνέχεια ξεκίνησε να μπαίνει η ίδια μέσα στην τάξη, ενώ ο καθηγητής στεκόταν δίπλα από την έδρα και ήταν μακριά από την ίδια. Η θέση της ήταν στο τρίτο θρανίο και δεν χρειαζόταν να περάσει κοντά από τον καθηγητή αλλά θα έπρεπε να πάει διαγώνια αφού υπήρχε χώρος. Καθώς περνούσε να πάει στη θέση της ο καθηγητής έκανε ένα βήμα προς την ίδια, τέντωσε το χέρι του και κάλυψε όλο της το στήθος - υποδεικνύοντας ως το μέρος που άγγιξε το στήθος την εσωτερική πλευρά του χεριού από τον αγκώνα μέχρι την παλάμη- και την έσπρωξε προς τα πίσω. Η ίδια τότε έπαθε σοκ εξηγώντας ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να το κάνει αυτό ο καθηγητής αφού όταν το έκαμε αυτό ο καθηγητής είπε καθίστε και την έσπρωξε προς την πλευρά του πίνακα που ήταν πίσω ενώ η δική της θέση ήταν μπροστά. Η ίδια ξεκίνησε να αγχώνεται, ένιωθε πάρα πολύ άσχημα και ήθελε να φύγει από την τάξη. Πήγε και έκατσε στη θέση της και όσο το σκεφτόταν και αντιλήφθηκε τι έγινε ξεκίνησε να κλαίει. Το χέρι του καθηγητή ήταν πάνω της για δευτερόλεπτα και ταυτόχρονα αντιλήφθηκε ότι δεν της είχε ζητήσει συγγνώμη, δεν είπε τίποτα και συνέχισε πράγμα που την έκανε να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να είναι κατά λάθος. Όταν έκατσε στη θέση της και έκλαιγε, ο συμμαθητής της που κάθεται δίπλα της μόλις ήρθε και την είδε να κλαίει ξεκίνησε να ανησυχεί και όλοι έβλεπαν την ίδια. Ο καθηγητής την είδε εκείνη τη στιγμή που έκλαιγε και ξεκίνησε να αγχώνεται και να κοκκινίζει και πήγε προς το θρανίο της και την ρωτούσε τι έχει και η ίδια αγνοούσε να του απαντήσει και είχε γυρίσει και έβλεπε προς την αντίθετη πλευρά. Πήρε τον συμμαθητή της και βγήκαν από την αίθουσα να του πει τι έγινε και τους ακολούθησαν ακόμα 2 συμμαθητές τους. Ο καθηγητής τους ακολούθησε και η ίδια εκείνη την ώρα για να εξηγήσει στους συμμαθητές της τι έγινε τους ρώτησε όταν θα σπρώξεις κάποιο από που θα τον σπρώξεις; Ο καθηγητής το άκουσε αυτό και πήγε πίσω στην τάξη. Όταν η ίδια εξήγησε στους συμμαθητές της τι έγινε δεν τους ανέφερε ποιο πρόσωπο την άγγιξε και τους είπε ότι ήθελε να βρει τη θεία της για να της μιλήσει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο καθηγητής την ώρα που ήταν η ίδια μαζί με τους 3 συμμαθητές της βγήκε ξανά από την τάξη και της είπε ότι εάν ήταν αυτό που έκαμε συγνώμη, απολογήθηκε και της είπε ότι δεν το ήθελε και ήταν κατά λάθος. Η ίδια δεν ήθελε να του μιλήσει και ήθελε απλά να φύγει από κοντά του. Όταν μπήκαν πίσω στην τάξη, έκατσε στη θέση της και έκατσαν και οι συμμαθητές της οι οποίοι κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τον συγκεκριμένο καθηγητή αφού το φανέρωσε, όπως η ΜΚ8 ανέφερε, μπροστά τους. Όταν έκατσαν ξεκίνησε να κλαίει πιο πολύ, ο καθηγητής ήταν κόκκινος, δεν μπορούσε να κάνει μάθημα και η τάξη ήταν ένα χάος. Όταν λάμβανε τις παρουσίες η φωνή του έτρεμε όταν είπε το όνομα της και πριν χτυπήσει το κουδούνι ξαναβγήκαν έξω από την αίθουσα με τους συμμαθητές της και έκατσαν σε ένα παγκάκι όπου και τους εξήγησε. Όταν ήταν στο παγκάκι ξαναβγήκε ο καθηγητής και της ξαναείπε ότι εάν είναι εκείνο που της έκανε, ξανά συγνώμη ότι ήταν κατά λάθος, δεν το ήθελε και ότι αν την πείραξε απολογείται. Η ίδια έμεινε στο παγκάκι με τον συμμαθητή της ΜΜ ενώ οι άλλοι 2 συμμαθητές της πήγαν να βρουν τη θεία της. Όταν χτύπησε το κουδούνι πήγε και βρήκε τη θεία της και της εξήγησε τι έγινε. Διευκρίνισε σε άλλο σημείο κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης της κατάθεσης ότι οι 3 συμμαθητές στους οποίους αναφερόταν ήταν ο ΛΛ, ο ΜΜ και ο ΔΔ.
Σε σχέση με το άγγιγμα και το πως η ίδια ένιωσε ανέφερε ότι είχε πάθει σοκ, έκλαιγε συνεχώς, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι έγινε, στη συνέχεια άρχισε να αγχώνεται και να αισθάνεται πάρα πολύ άβολα με την ίδια να νιώθει ότι θέλει να εξαφανιστεί. Την έκανε να νιώσει μία αηδία, όπως ανέφερε, σαν να ήταν κάποιο αντικείμενο που βρίσκεται εκεί για να το ακουμπάς, κάτι που την έκανε να νιώσει πολύ άσχημα, ήθελε να φύγει και δεν ήθελε να τον βλέπει.
Κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης της κατάθεσης η ΜΚ 8 έδειξε σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές τον τρόπο με τον οποίο την άγγιξε με το χέρι του ο καθηγητής και στα δύο της στήθη δείχνοντας ότι αφού την πλησίασε κάνοντας ένα πλάγιο βήμα προς την ίδια τέντωσε το χέρι του γυρίζοντας το με τρόπο ώστε η εσωτερική πλευρά του χεριού του από τον αγκώνα μέχρι την παλάμη να αγγίξει πάνω και στα 2 της στήθη με τα δάκτυλα της παλάμης του να κλείνουν στο δεξί στήθος σπρώχνοντας την ελαφρά προς τα πίσω με το άγγιγμα αυτό να διαρκεί για κάποια δευτερόλεπτα. Πρόκειται για τα ακόλουθα χρονικά σημεία της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ΜΚ8 Τεκμήριο 6: (1) 0:08:36 – 0:08:55, (2) 0:19 – 0:20:22, (3) 0:20:56 – 0:21:31.
Η ΜΚ8 ενώπιον του Δικαστηρίου υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως τον καθηγητή Τέχνης στον οποίο αναφέρεται στην οπτικογραφημένη της κατάθεση.
Περαιτέρω, με αναφορά στις φωτογραφίες της αίθουσας της Τέχνης που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 2 σημείωσε στη φωτογραφία με αριθμό 8 με πράσινο χρώμα το σημείο όπου φαίνεται το θρανίο της και με πορτοκαλί χρώμα το σημείο που έλαβε χώρα το άγγιγμα.
Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε, ως είχε δικαίωμα, να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Με την τροποποίηση του άρθρου 74 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 με το Νόμο 64(I)/2022 ημερομηνίας 29/4/2022, το δικαίωμα κατηγορούμενου για να προβεί σε ανώμοτη δήλωση έχει καταργηθεί. Στην παρούσα περίπτωση τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2021 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε τον Οκτώβριο του 2021, χρονικό σημείο δηλαδή πριν την τροποποίηση του πιο πάνω άρθρου με αποτέλεσμα το δικαίωμα του κατηγορούμενου για ανώμοτη δήλωση να υφίσταται.
Στην ανώμοτη δήλωση του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 26 ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης Τεκμήριο 3.
Συνοπτικά, στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα κάποιοι μαθητές αρνούνταν να μπουν μέσα στην τάξη προφασιζόμενοι ότι η τάξη μύριζε, κάποιοι μπήκαν και άλλοι έτρεξαν να βγουν έξω. Σε κάποια φάση έγινε φασαρία και οι μαθητές έτρεξαν σαν «μπουλούκι», όπως το χαρακτήρισε, να βγουν έξω από την τάξη. Ο ίδιος εκείνη την ώρα ήταν μπροστά στην έξοδο και ακίνητος άνοιξε τα χέρια του ώστε να τους εμποδίσει να βγουν έξω από την τάξη και αυτό που αντιλήφθηκε ήταν ότι η παραπονούμενη άγγιξε κατά λάθος στο χέρι του. Ο ίδιος είδε ότι η μαθήτρια ενοχλήθηκε και βγήκε έξω από την τάξη, την πλησίασε τη ρώτησε τι έχει και της εξήγησε ότι εάν την άγγιξε ήταν τυχαίο και κατά λάθος. Ανέφερε επίσης ότι πιθανόν να την έσπρωξαν οι άλλοι συμμαθητές της γιατί ήταν η πρώτη στη σειρά.
Περαιτέρω στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρθηκε σε προηγούμενη υπόθεση που αντιμετώπιζε και στο πλαίσιο της οποίας αθωώθηκε κατ’ έφεση και στο ότι η δίωξη και καταδίκη του σε εκείνη την υπόθεση διαδόθηκαν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τα οποία προέβαιναν σε προσβλητικά σχόλια εναντίον του. Σύμφωνα με τον ίδιο, υπέστη χλευασμό από συναδέλφους του, γονείς και μαθητές και παρά το ότι το ότι ήταν εν τέλει αθωωτική η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου η αποκατάσταση του ονόματος του ίσως χρειαστεί χρόνια να επέλθει. Αναφέρθηκε επίσης και σε προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπισε και σε προσπάθειες που έκανε για να μην διοριστεί ξανά σε σχολεία μετά την αθώωση του. Ανέφερε επίσης ότι στο Γυμνάσιο [ ] που τον τοποθέτησαν, οι καθηγητές και οι μαθητές τον αντιμετώπισαν ψυχρά και κάποιοι από τους μαθητές με υπονοούμενα και χαρακτηρισμούς όπως παιδεραστή. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι στο μάθημα του οι μαθητές δεν κάθονταν στη θέση τους, έσπαζαν μολύβια και του τα έριχναν, έκαναν τις κόλλες που τους έδινε σαΐτες, μιλούσαν συνεχώς και γενικά δεν υπήρχε σεβασμός προς το πρόσωπο του.
Στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος πέραν της υιοθέτησης της ανακριτικής του κατάθεσης αναφέρει ότι ουδέποτε άγγιξε σκόπιμα την μαθήτρια και ότι απλώς προσπαθούσε να επαναφέρει την τάξη. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στην κατάθεση του δεν αμφισβητεί ότι μπορεί εκείνη την ώρα να έμπαινε μέσα στην τάξη η μαθήτρια και ότι ίσως όταν άνοιξε τα χέρια του για να εμποδίσει τους μαθητές που έτρεξαν να βγουν έξω, να την άγγιξε κατά λάθος τη στιγμή που εκείνη έμπαινε. Περαιτέρω, αναφέρει ότι αμέσως μόλις αντιλήφθηκε ότι η μαθήτρια είχε επηρεαστεί, την πλησίασε και της εξήγησε ότι αν την άγγιξε ήταν κατά λάθος και της ζήτησε συγγνώμη.
Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο αδυνατούσε να επιβληθεί στους μαθητές και να επιβάλει την τάξη αφού λόγω της προηγούμενης καταδίκης του στην οποία εν τέλη αθωώθηκε, δεν εργάστηκε για 5 χρόνια στα σχολεία και αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα, μετατραυματικό στρες και κατάθλιψη.
Περαιτέρω, στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι εναντίον του προσώπου του έγιναν δημόσιες δηλώσεις στα μέσα Μαζικής Ενημέρωσης από τον βουλευτή του ΔΗΚΟ κ. Χρίστο Ορφανίδη τις οποίες παραθέτει αυτούσιες που τον παρουσίαζαν ως ένοχο για τα αδικήματα που κατηγορείται παραβιάζοντας το Τεκμήριο αθωότητας. Σύμφωνα με τον ίδιο, διέρρευσε στο τύπο η καταγγελία της μαθήτριας και ξεκίνησαν εναντίον του τα πρώτα δημοσιεύματα στον τύπο και στο διαδίκτυο. Στη δήλωση του επίσης αναφέρει ότι από απλή ανάγνωση και παρακολούθηση των εν λόγω δημόσιων δηλώσεων του κ. Χρίστου Ορφανίδη, υπάρχει ετυμηγορία ενοχής εναντίον του, προτού δικαστεί και προτού ασκήσει το δικαίωμα υπεράσπισης του.
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον κ. Χρίστο Παπαγιάννη (ΜΥ1), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 27). Συνοπτικά, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες άρχισε να κάνει παρέα με τον κατηγορούμενο κατά το έτος 2018 και ότι του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος για κάποια καταγγελία που είχε γίνει από μαθήτριες του καθώς και ότι αθωώθηκε στη συνέχεια. Τη σχολική χρονιά 2020-2021 του παραπονιόταν για τη συμπεριφορά τόσο συναδέλφων αλλά και γονέων αλλά δεν γνώριζε εάν έκανε κάποια καταγγελία. Τη σχολική χρονιά 2021-2022 διορίστηκε σε 3 σχολεία και όταν το έμαθε ο κατηγορούμενος ένιωσε αδικημένος γιατί δεν ήθελε να έχει επαφή με μαθητές, εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του και μέσω του δικηγόρου του αλλά δεν ακούστηκε. Στις 29/09/2021 μίλησαν τηλεφωνικά και του είπε ότι έγινε ένα περιστατικό και ήταν αναστατωμένος. Συναντήθηκαν και του είπε ότι μια τάξη στο Γυμνάσιο [ ] ήταν ανήσυχη και οι μαθητές σηκώθηκαν να βγουν έξω και στην προσπάθεια του να τους αντικόψει άνοιξε τα χέρια του οριζόντια και μία μαθήτρια της τάξης έδωσε πάνω στο χέρι του. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 28 δημοσιεύματα που είχε δει στον τύπο σε σχέση με την προηγούμενη υπόθεση που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος και ως Τεκμήριο 29 και 31 δημοσιεύματα που είχε δει στον τύπο εκείνη την περίοδο, δηλαδή το 2021. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 30 usb σε σχέση με δηλώσεις του κ. Χρίστου Ορφανίδη που είχε δει στον τύπο ο ΜΥ1 εκείνη την περίοδο.
Δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κ. Ευάγγελος Ευαγγέλου (ΜΥ2). Συνοπτικά, ανέφερε ότι ήταν διευθυντής στο Λύκειο [ ] τη σχολική χρονιά 2020 2021 και εκείνη τη χρονιά που ήταν διευθυντής ήταν διορισμένος στο σχολείο ο κατηγορούμενος πολύ λίγες ώρες. Πρόσθεσε ότι όταν πήγε ο κατηγορούμενος στο σχολείο είχε κάποιες επισημάνσεις από γονείς αλλά και συναδέλφους που δεν ήταν πολλοί σε αριθμό ότι είχε κάποια θέματα ο κατηγορούμενος, και ειδικότερα, ότι κατηγορήθηκε για θέματα παρενόχλησης. Ο ίδιος τους είπε ότι δεν είναι δικαστές να τον κρίνουν και από τη στιγμή που διορίστηκε σημαίνει ότι η αρμόδια υπηρεσία έχει γνώση του τι κάνει. Τότε φώναξε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του, τον ενημέρωσε περί τούτου και του ζήτησε να είναι προσεκτικός.
Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Δρ. Γιώργος Μικελλίδης (ΜΥ3), ψυχίατρος και κλινικός αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας στην Ιατρική Σχολή. Κατέθεσε το βιογραφικό του ως Τεκμήριο 32 και την ψυχιατρική έκθεση ημερομηνίας 9/1/26 που ετοίμασε για τον κατηγορούμενο ως Τεκμήριο 33. Συνοπτικά, ανέφερε ότι η πρώτη αξιολόγηση του κατηγορούμενου έγινε τον Δεκέμβριο του 2019 και η τελευταία τον Ιανουάριο του 2026 με τον κατηγορούμενο να τελεί υπό τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση με προγραμματισμένες συνεδρίες μέχρι και την ημερομηνία σύνταξης της έκθεσης άνω των 20 ανά 2 – 3 μήνες.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[5] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[6] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων όπως επίσης και το βαθμό στον οποίο συνάδει η μαρτυρία με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.
Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η μαρτυρία εξετάζεται μέσα στο συνολικό της πλαίσιο και όχι αποσπασματικά και μικροσκοπικά.[7] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[8]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[9]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[10]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[11] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[12]
Σημειώνω, περαιτέρω, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί.[13]
Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Περαιτέρω, όπως έχει αναγνωριστεί και σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων κατά ανηλίκων, στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου στην καταγγελία, αν επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.[14]
Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.[15]
Σημειώνω τέλος ότι αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή, η οποία ισχύει τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό δίκαιο, ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα.[16]
Σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα έχει νομολογηθεί ότι ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει αιτιολογημένα, αντικειμενικά και αμερόληπτα το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[17] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[18] Είναι επίσης νομολογημένο ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει αλλά απλώς βοηθά το Δικαστήριο το οποίο μπορεί να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη.[19] Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[20], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[21]
Να τονίσω τέλος ότι η μαρτυρία ψυχολόγου όταν προσφέρεται με σκοπό να επεξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μίας κατηγορίας ανθρώπων, ιδιαίτερα μικρών παιδιών, τότε μπορεί να γίνει αποδεκτή, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι επιτρέπεται να εκτραπεί σε σχολιασμό ή τοποθέτηση για την αξιοπιστία συγκεκριμένου μάρτυρα.[22]
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θα πρέπει σε αυτό το σημείο να λεχθεί ότι το γεγονός ότι έλαβε χώρα άγγιγμα από τον κατηγορούμενο προς την παραπονούμενη ΜΚ8 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αυτό το οποίο προωθήθηκε από την Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου ήταν ότι το άγγιγμα δεν έγινε εκ προθέσεως και ότι επρόκειτο για ένα ακούσιο λάθος του κατηγορούμενου.
Ο Αστυφύλακας 1714 Παναγιώτης Κωνσταντίνου, ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με συνοχή και καθαρότητα τις ανακριτικές του ενέργειες στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.
Ο ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση του.
Εξήγησε με σταθερότητα ότι η φωτογράφηση της αίθουσας που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό έγινε προκειμένου το Δικαστήριο να έχει εικόνα του χώρου που επισυνέβη το επίδικο περιστατικό ενώ αρνήθηκε ότι έπρεπε να προβεί σε υποδείξεις σκηνών από την παραπονούμενη εξηγώντας με σαφήνεια ότι από την κατηγορούμενη λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση στην οποία περιγράφει το πως έλαβε χώρα το περιστατικό.
Περαιτέρω, ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια ότι στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης έγινε προσπάθεια εντοπισμού όλων των μαθητών της τάξης προκειμένου τα παιδιά να δώσουν κατάθεση για το τι γνωρίζουν για την υπόθεση και κατέθεσε προς τούτο σχετικά ημερολόγια ενεργείας ως Τεκμήριο 12 και Τεκμήριο 13 σε σχέση με τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που έλαβαν χώρα με τους γονείς των μαθητών, στα οποία και καταγράφηκαν τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών και ειδικότερα το τι αναφέρθηκε από τους γονείς κατόπιν επικοινωνίας με τα παιδιά τους καθώς επίσης και η επιθυμία τόσο των συγκεκριμένων γονέων με τους οποίους υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία να μην προβούν σε κατάθεση τόσο οι ίδιοι όσο και τα παιδιά τους.
Σαφής, σταθερός και ιδιαίτερα επεξηγηματικός υπήρξε ο ΜΚ1 και σε σχέση με τις ερωτήσεις και θέσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τη διερεύνηση των ισχυρισμών του κατηγορούμενου για χλευασμό και ψιθύρους προς το πρόσωπο του. Εξήγησε λογικά και πειστικά ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε προβάλει συγκεκριμένα και απτά παράπονα εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για οποιαδήποτε συμπεριφορά, ούτε υπέβαλε οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταγγελία. Επανέλαβε εμφαντικά, λογικά και πειστικά ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να είναι πιο συγκεκριμένος και να ήταν σε θέση να δώσει περισσότερα στοιχεία όπως για παράδειγμα συγκεκριμένα ονόματα και τηλέφωνα και ότι θα μπορούσε να ήταν πιο ξεκάθαρος εάν επιθυμούσε να διερευνηθεί οποιοδήποτε συμβάν.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Η ΡΡ (ΜΚ2), επίσης, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με σαφήνεια και ευκρίνεια τα όσα υπέπεσαν στην αντίληψη της την επίδικη ημέρα όπως της μεταφέρθηκαν από την παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενη απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.
Αντεξεταζόμενη παρέμεινε σταθερή και σαφής στη θέση της ότι η ίδια όχι μόνο δεν γνώριζε οτιδήποτε για την προηγούμενη καταδίκη και αθώωση του κατηγορούμενου από το Δικαστήριο αλλά ούτε και είχε δει ποτέ της τον κατηγορούμενο και ούτε ήξερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν στο συγκεκριμένο σχολείο.
Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ΜΚ2 ήταν και το γεγονός ότι όταν της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της ότι όλο το σχολείο αντιμετώπιζε τον κατηγορούμενο, με ψύχρα, απέχθεια, καχυποψία και ήταν όλοι προκατειλημμένοι εναντίον του, αυτή απάντησε ευθαρσώς ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο και ότι με όσους η ίδια συναναστρεφόταν στο τραπέζι των φιλολόγων και των άλλων ειδικοτήτων που ήταν μαζί δεν είχε ακούσει τίποτα.
Όταν περαιτέρω της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της ότι όλοι, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας, έβλεπαν τον Κατηγορούμενο ως ένα βιαστή και παιδεραστή, με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό δεν δέχθηκε αυτή τη θέση εξηγώντας ότι η ίδια δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο και απλά παρέθεσε τα γεγονότα όπως της τα είπαν χωρίς να υπάρχει καμιά πρόθεση και κανένα προσωπικό κίνητρο.
Ειλικρινής υπήρξε και στις αναφορές της σε σχέση με το κατά πόσο είχαν περιέλθει στην αντίληψη της δημοσιεύματα από τον βουλευτή του ΔΗΚΟ Χρίστο Ορφανίδη λέγοντας ότι είχε ακούσει ότι είχε ειπωθεί κάτι στην τηλεόραση χωρίς να γνωρίζει τα ακριβή λόγια, λέγοντας ότι η ίδια διαφωνεί, ότι ήταν λαϊκισμός εκ μέρους του και ότι προφανώς ήθελε να προβληθεί ο ίδιος ο βουλευτής.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Η Χαρά Χαραλαμπίδου Αναστασίου (ΜΚ3) επίσης προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε αυθόρμητα, με σταθερότητα, σαφήνεια και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και δεν έχει υποπέσει σε αντιφάσεις. Ήταν σαφής ότι η ίδια δεν ήταν στο σχολείο κατά την επίδικη ημέρα και επομένως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν έγινε το επίδικο περιστατικό ή όχι.
Με σταθερότητα ανέφερε σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ότι η ίδια δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με την καταδίκη του Κατηγορούμενου στο παρελθόν και την μετέπειτα αθώωση του, λέγοντας ότι η ίδια είναι από τη Λευκωσία. Με την ίδια σταθερότητα και σαφήνεια, ερωτηθείσα για τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο εξήγησε, λογικά και πειστικά, ότι δεν πρόλαβε να δημιουργήσει οποιαδήποτε σχέση διότι το περιστατικό έγινε πάρα πολύ σύντομα μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς η οποία άρχισε στις 7/9. Εξήγησε όμως ότι παρόλα αυτά είδε τον κατηγορούμενο και μίλησαν στην αρχή του χρόνου, του είπε να είναι προσεκτικός και να φροντίζει την τάξη του όπως είπε και σε όλους τους άλλους καθηγητές, ξεκαθαρίζοντας ότι είδε τον κατηγορούμενο όπως είδε και τους υπόλοιπους καθηγητές του σχολείου.
Περαιτέρω, ερωτηθείσα για το «πνεύμα» ως χαρακτηριστικά τέθηκε κατά την αντεξέταση που επικρατούσε με τους καθηγητές σε σχέση με τον κατηγορούμενο, η ΜΚ3 απάντησε ευθαρσώς και χωρίς ενδοιασμούς ότι αυτό ήταν πάρα πολύ καλό και κανένας δεν του δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα αφού κανένας συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου δεν πήγε να της καταγγείλει οτιδήποτε οποτεδήποτε.
Ήταν σε θέση να εξηγήσει με ενάργεια τα διαβήματα που λαμβάνονται από το σχολείο σε σχέση με τη διασφάλιση του πνεύματος συναδελφικότητας και συνεργασίας μεταξύ των καθηγητών, ήτοι τη διεξαγωγή συχνών συνεδριών του καθηγητικού συλλόγου, το γεγονός ότι τα διαλείμματα είναι ανοικτοί 2 σύλλογοι οργανωμένοι από το σχολείο για να κάθονται οι καθηγητές και να βρίσκονται είτε τις κενές τους ώρες, τη διοργάνωση διάφορων δραστηριοτήτων εκτός σχολείου για όσους θέλουν να βρίσκονται κοινωνικά με σχετικές ανακοινώσεις στον καθηγητικό σύλλογο.
Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε ότι δεν μιλούσε κανένας στον κατηγορούμενο στο σχολείο αναφέροντας ότι αυτό δεν ευσταθεί αφού η ίδια τον είχε δει να μιλάει με πρόσωπα τα οποία κατονόμασε.
Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ΜΚ3 ήταν και το γεγονός ότι σε σχετικές ερωτήσεις και υποβολές που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση της σε σχέση με το κατά πόσο της είχε κάνει παράπονο ο κατηγορούμενος ότι οι μαθητές της τάξης δεν κάθονταν στις θέσεις του και ότι είναι άτακτοι, αυτή απάντησε ότι δεν θυμάται να έγινε τέτοιο παράπονο εξηγώντας ταυτόχρονα ότι εάν πράγματι υπήρχε τέτοιο πρόβλημα θα έπρεπε ο κατηγορούμενος να ακολουθήσει τη σχετική διαδικασία υποβολής γραπτής καταγγελίας στον βοηθό διευθυντή του τμήματος και αυτή η γραπτή καταγγελία, όπως εξήγησε, αν δεν ετύγχανε χειρισμού από τον βοηθό διευθυντή θα έπρεπε στη συνέχεια να τεθεί στην ίδια. Ταυτόχρονα, διευκρίνισε ότι τέτοια καταγγελία δεν έλαβε χώρα, στην ίδια δεν είχε προωθηθεί οποιαδήποτε καταγγελία και ούτε ενημερώθηκε από τον βοηθό διευθυντή οποιουδήποτε τμήματος ότι έγινε οποιαδήποτε καταγγελία.
Τέλος, χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές, ανέφερε ότι δεν άκουσε οποιεσδήποτε δηλώσεις οποιουδήποτε βουλευτή για την υπόθεση ούτε γνωρίζει τον βουλευτή Χρίστο Ορφανίδη.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Η κα Αθηνά Φτελλέχα (ΜΚ4) άφησε πολύ θετική στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.
Αντεξεταζόμενη, η μαρτυρία της ΜΚ4 παρέμεινε αλώβητη. Με σταθερότητα και ειλικρίνεια ανέφερε ότι πρώτη φορά έβλεπε τον κατηγορούμενο στην αίθουσα του Δικαστηρίου και δεν γνώριζε για το παρελθόν του κατηγορούμενου και ειδικότερα για την καταδίκη και μεταγενέστερη αθώωση του, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν γνώριζε καν το όνομα του κατηγορούμενου. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και το γεγονός ότι όταν ερωτήθηκε ως προς το πως ήταν οι σχέσεις άλλων καθηγητών με τον Κατηγορούμενο και αν υπήρχε κάποιος που μιλούσε με τον Κατηγορούμενο η ίδια ανέφερε ότι δεν γνώριζε. Ευθαρσώς περαιτέρω δήλωσε ότι δεν ήταν στη γνώση της οποιεσδήποτε δηλώσεις του βουλευτή Χρίστου Ορφανίδη μετά το επίδικο περιστατικό.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, η μαρτυρία της ΜΚ4 χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνοχή, ενώ παράλληλα στα βασικά της σημεία συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας.
Συνακόλουθα, η ΜΚ4 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Η κα ΣΣ (ΜΚ5) ήταν μητέρα της παραπονούμενης. Η ίδια δεν ήταν παρούσα στο επίδικο συμβάν και η μαρτυρία της περιστράφηκε γύρω από τα όσα της ανέφερε η κόρη της, παραπονούμενη, μετά που έλαβε γνώση για το επίδικο περιστατικό το μεσημέρι της επίδικης ημέρας. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνοχή, ενώ παράλληλα στα βασικά της σημεία συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας.
Εξήγησε με σταθερότητα ότι δεν γνώριζε για οποιεσδήποτε δηλώσεις του βουλευτή Χρίστου Ορφανίδη, εξηγώντας λογικά και πειστικά ότι εκείνο τον καιρό δεν ασχολήθηκαν καθόλου, ούτε με την τηλεόραση ούτε με τα μέσα αφού δεν ήθελαν να μιλήσουν για αυτό το θέμα μπροστά στην ΕΕ.
Επομένως η ΜΚ5 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Η κα Έλενα Χατζηθωμά (ΜΚ6) κλήθηκε ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας. Έχοντας υπόψη τα ακαδημαϊκά προσόντα της μάρτυρος, αλλά και την εμπειρία της καταλήγω ότι ήταν μάρτυρας εμπειρογνώμονας.[23] Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία της περιστράφηκε γύρω από την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης και ειδικότερα την εκτίμηση του ψυχικού της κόσμου και τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη η ΜΚ6 μέσα από τις συναντήσεις που είχε με την παραπονούμενη.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΚ6 συνολικά διαπιστώνω ότι η ΜΚ6 με επιστημονικότητα και λεπτομέρεια παρείχε προς το Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε να μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο να καταλήξει στα ευρήματά του. Επεξήγησε με σαφήνεια την επιστημονική μεθοδολογία που ακολουθεί γενικότερα και ακολούθησε στην περίπτωση της παραπονούμενης ανήλικης κατά τον ουσιώδη χρόνο για να καταλήξει στα πορίσματά της. Στη βάση της ψυχολογικής αξιολόγησης στην οποία προέβη κατέληξε στο ότι το επίδικο συμβάν προκάλεσε ψυχικά ενοχλήματα και αναστάτωση στην ανήλικη τον επίδικο χρόνο. Η επιστημονική μέθοδος που ακολούθησε επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε και ούτε αντικρούσθηκε με αντίθετη μαρτυρία.
Επιπλέον όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν το παιδί αντέδρασε υπερβολικά ή όχι εξήγησε με τη δέουσα σαφήνεια και επιστημονικότητα τα ακόλουθα τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί:
«A. Μπορώ να αναγνωρίσω γιατί αυτή είναι η αρμοδιότητα μου, να μπορέσω να εκτιμήσω την ψυχική εικόνα του παιδιού. Πολλές φορές να πω επίσης ότι μπορεί να μην έχουμε καθόλου πρόσβαση στην αφήγηση του παιδιού σε σχέση με το καταγγελόμενο περιστατικό, άρα ως επαγγελματίας μπορεί να μην γνωρίζω το γεγονός αλλά είμαι σε θέση να μπορέσω να εκτιμήσω την ψυχική κατάσταση του παιδιού σε σχέση με τις αφηγήσεις του και το πώς συνδέει τα βιώματα του με το περιστατικό το οποίο έχει βιώσει.»
Και σε άλλο σημείο με την ίδια σαφήνεια και επιστημονικότητα εξήγησε ότι:
«Α. Στις πλείστες περιπτώσεις, πάντοτε βασικά ένας επαγγελματίας δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε κανένα περιστατικό που μπορεί να έχει βιώσει οποιοσδήποτε, άρα εμείς δεν εξετάζουμε το περιστατικό σαν περιστατικό, εμείς εξετάζουμε τον ψυχισμό του ατόμου. Άρα η αφήγηση του ατόμου είναι το κυριότερο για μας εργαλείο για να μπορέσουμε να δώσουμε τη δική μας εκτίμηση και διάγνωση.»
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων η ΜΚ6 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ6.
Ο ΛΛ (ΜΚ7) άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με αυθορμητισμό, απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.
Παρά την μακρά αντεξέταση του σε σχέση με το ζήτημα της έλλειψης σεβασμού και χλευασμού προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου αυτός παρέμεινε σταθερός και σαφής στις τοποθετήσεις του ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο ενώ εξήγησε λογικά και πειστικά ότι την επίδικη ημέρα έβλεπαν ότι η συμμαθήτρια τους δεν ήταν καλά, έτρεμε και χρειαζόταν να βγει έξω από την αίθουσα για να πάρει αέρα και ήταν υπό αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες που βγήκαν έξω μη αποδεχόμενος τις θέσεις ότι γενικά έπρατταν ότι ήθελαν στην τάξη χωρίς να υπολογίζουν τον κατηγορούμενο.
Επανέλαβε επίσης με σταθερότητα ότι δεν είχε συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό έξω από την τάξη για να τρέξουν οι μαθητές έξω να το δουν, εξηγώντας ταυτόχρονα με ειλικρίνεια ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν είχαν τρέξει κάποιοι μαθητές έξω από την τάξη, θέση που συνάδει με την τοποθέτηση του ότι ο ίδιος είχε αργήσει 3 με 5 λεπτά να μπει στην τάξη.
Περαιτέρω, ο ΜΚ7 αντεξεταζόμενος και αναφερόμενος στην αντίδραση του κατηγορούμενου και το πως ήταν τη δεδομένη στιγμή, εξήγησε με ενάργεια ότι ο κατηγορούμενος ήταν «ολοκόκκινος» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΚ7, επαναλαμβάνοντας με σταθερότητα ότι ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε να είναι σε αυτήν την κατάσταση. Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε και το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ7 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος ήταν ολοκόκκινος απλώς του τέθηκε ότι μπορεί να κοκκίνησε επειδή ντράπηκε και ότι δεν μπορούσε να ξέρει ο ΜΚ7 τι σκεφτόταν και κοκκίνησε.
Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ7 σε σχέση με τη σειρά που έλαβαν χώρα τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα περιέγραψε μέχρι και τη στιγμή που ο ίδιος πήγε να βρει τη θεία της ΕΕ (ΜΚ 2) προκειμένου να την ενημερώσει ότι η ΕΕ ήθελε να της μιλήσει συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων ο ΜΚ7 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ7 στην ολότητα της.
Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης (ΜΚ8). Η παραπονούμενη δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια.
Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό απλά, με την όλη έκφραση της και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε να είναι φυσικός και αυθόρμητος. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν και διαδραματίστηκαν όπως η ΜΚ8 τα παρέθεσε χωρίς δόση υπερβολής ή και αναλήθειας. Τουναντίον. Ο τρόπος που περιέγραψε τα συμβάντα δήλωναν μάρτυρα που κατέθετε την πραγματική διάσταση τους χωρίς να υπάρχει, αλλά ούτε καν να υποβόσκει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας ή παρουσίασης των γεγονότων με τρόπο που θα υποστήριζε την εκδοχή της. Ουδέν προέκυψε από την αντεξέταση της ΜΚ8 που να αλλοιώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία της. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Η ΜΚ8 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.
Η μαρτυρία της ΜΚ8 χαρακτηρίζεται από ευθύτητα αμεσότητα και ειλικρίνεια. Απέδωσε ανεπιτήδευτα και με καθαρότητα τα γεγονότα του επιδίκου συμβάντος.
Αντεξεταζόμενη η ΜΚ8 επαναλάμβανε με σταθερότητα και σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος άγγιξε και τους 2 μαστούς της. Αξιοσημείωτο και ενδεικτικό της σταθερότητας, ειλικρίνειας και σαφήνειας με την οποία απαντούσε η ΜΚ8 ήταν και το γεγονός τόσο κατά την οπτικογραφημένη της κατάθεση, όσο και κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της όταν κλήθηκε προς τούτο έδειχνε με συνέπεια την συγκεκριμένη κίνηση του χεριού του κατηγορούμενου προς το στήθος της. Μάλιστα, αντεξεταζόμενη έδειχνε με τον ίδιο τρόπο την κίνηση όπως την έδειχνε στα τρία διαφορετικά χρονικά σημεία της οπτκογραφημένης της κατάθεσης στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας της ΜΚ8.
Περαιτέρω, η αναφορά της ΜΚ8 σε σχέση με το άγγιγμα συνάδει με την αναφορά της ΜΚ4 Αθηνάς Φτελλέχα για το πως αναφέρθηκε κατά τον επίδικο χρόνο στην ΜΚ4 από την ΜΚ8 ότι την άγγιξε ο κατηγορούμενος η οποία (ΜΚ4) είχε ζητήσει την επίδικη ημέρα από την ΜΚ8 να της δείξει με ποιο ακριβώς τρόπο την άγγιξε ο κατηγορούμενος, κάνοντας, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ΜΚ4, 2 φορές αναπαράσταση του αγγίγματος.
Επιπρόσθετα, η αναφορά της ΜΚ8 σε σχέση με το πως ακριβώς την άγγιξε ο κατηγορούμενος συνάδει επίσης και με την αναφορά την οποία είχε κάνει η ΜΚ8 στην θεία της ΡΡ (ΜΚ2) την επίδικη ημέρα όπως η ΜΚ2 την μετέφερε στο Δικαστήριο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι η ΜΚ5, μητέρα της παραπονούμενης όταν κλήθηκε κατά την κυρίως εξέταση της να δείξει την κίνηση του αγγίγματος στο στήθος της κόρης της έδειξε το δεξί της χέρι το οποίο τοποθέτησε στον αριστερό της μαστό χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν το χέρι ακουμπούσε και στον δεξί μαστό, αυτό δεν είναι ουσιώδες καθότι, αφενός η ΜΚ5 κατά την κυρίως εξέταση της έκανε λόγο για άγγιγμα στο στήθος και όχι μόνο στον ένα μαστό και αφετέρου, η ΜΚ8, με ειλικρίνεια και σταθερότητα ανέφερε ότι το άγγιγμα το είχε δείξει σε όλους με τον ίδιο τρόπο ενώ ταυτόχρονα ήταν ξεκάθαρη η ΜΚ8 - κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τη μαρτυρία της μητέρας της (ΜΚ5) - ότι δεν θυμόταν να είπε με λόγια στη μητέρα της με ποιο τρόπο έγινε το άγγιγμα αλλά ότι της έδειξε με ποιο τρόπο την άγγιξε.
Άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε οποτεδήποτε από την Υπεράσπιση ότι το άγγιγμα αφορούσε και τους 2 μαστούς. Δεν υποβλήθηκε καν ως θέση κάτι τέτοιο. Το πως η ΜΚ5 αντιλήφθηκε το άγγιγμα που της έδειξε η κόρη της και το πως η ίδια το μετέφερε ως εικόνα στο Δικαστήριο είναι επουσιώδες και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προκαλέσει ρήγμα στην αξιοπιστία της ΜΚ8. Άλλωστε, αντεξεταταζόμενη επί τούτου η ΜΚ8 επανέλαβε με σταθερότητα και σαφήνεια τη θέση της ότι το άγγιγμα αφορούσε και τους 2 μαστούς και επανέλαβε με σταθερότητα ότι ο τρόπος με τον οποίο έδειξε το άγγιγμα τόσο στη μητέρα της όσο και στα υπόλοιπα πρόσωπα ήταν ακριβώς ο ίδιος.
Περαιτέρω, αντεξεταζόμενη η ΜΚ8 αρνήθηκε με αυθορμητισμό και σταθερότητα τις υποβολές περί έλλειψης σεβασμού προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου καθώς και απρεπούς συμπεριφοράς των μαθητών της τάξης της προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου εξηγώντας με ειλικρίνεια, πειστικότητα και συνοχή ότι την επίδικη ημέρα δεν είχαν λάβει άδεια από τον κατηγορούμενο για να βγουν από την τάξη ενόψει της συναισθηματικής της αναστάτωσης μετά το επίδικο περιστατικό και της ανάγκης της την δεδομένη να βγει από την αίθουσα αφού η ίδια έκλαιγε.
Επιπρόσθετα, με σταθερότητα και ευθύτητα απέρριψε τις υποβολές ότι αποκαλούσαν τον κατηγορούμενο παιδεραστή ενώ με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν άλλοι συμμαθητές της αποκαλούσαν με οποιοδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο.
Επουσιώδες είναι επίσης και το ότι η ΜΚ8 αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι αυτό που θυμάται είναι ότι είχε αναφέρει στη μητέρα της ΜΚ5 ότι ο κατηγορούμενος όταν είδε την αντίδραση της της απολογήθηκε, ενώ η ΜΚ5 είχε αναφέρει στη δική της μαρτυρία ότι δεν της είχε αναφερθεί από την κόρη της ΜΚ8 ότι της είχε απολογηθεί ο κατηγορούμενος. Και τούτο διότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απολογήθηκε δεν είναι αμφισβητούμενο γεγονός και συνεπώς δεν είναι επίδικο θέμα. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα συναρτάται μόνο με τα επίδικα θέματα και συνεπώς η πιο πάνω απόκλιση δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της ΜΚ8.
Σταθερότητα, αμεσότητα και συνοχή αναδύθηκε και στις τοποθετήσεις της σε σχέση με το χρονικό σημείο που έλαβε χώρα η απολογία του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της. Επαναλάμβανε με σαφήνεια ότι ήταν μόνο τότε που είχε δει την αντίδραση της ίδιας και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν που ο κατηγορούμενος απολογήθηκε και όχι ευθύς εξαρχής.
Περαιτέρω, ήταν σε θέση να εξηγήσει με τη δέουσα σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το άγγιγμα εξηγώντας με λεπτομέρεια και ακρίβεια ότι ο κατηγορούμενος την πλησίασε κάνοντας ένα πλάγιο βήμα προς το μέρος της την ώρα που εκείνη περνούσε από την έδρα κατευθυνόμενη στο θρανίο της δεχόμενη σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο ο οποίος άπλωσε το χέρι του ακουμπώντας την στο στήθος και πιέζοντας την ελαφρώς προς τα πίσω για δευτερόλεπτα, επαναλαμβάνοντας κατά την αντεξέταση της με την ίδια σαφήνεια, ευθύτητα και αμεσότητα ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος τη δεδομένη στιγμή να την σπρώξει προς τα πίσω ο κατηγορούμενος απλώνοντας το χέρι του και ακουμπώντας τον μαστό της καθότι, όπως εξήγησε με ενάργεια η ΜΚ8, τη δεδομένη στιγμή ο κατηγορούμενος τους έλεγε να καθίσουν στις θέσεις τους.
Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το άγγιγμα όπως αυτή καταγράφεται στην ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 3 το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κατά την ανώμοτη του δήλωση Τεκμήριο 26, ήτοι ότι το άγγιγμα έλαβε χώρα στην προσπάθεια του κατηγορούμενου να εμποδίσει τους μαθητές που έτρεξαν σαν «μπουλούκι» όπως το χαρακτήρισε να βγουν έξω από την τάξη με τον ίδιο να βρίσκεται μπροστά στην έξοδο και να ανοίγει τα χέρια του για να τους εμποδίσει να βγουν έξω από την τάξη με αποτέλεσμα να αντιληφθεί ότι η παραπονούμενη άγγιξε κατά λάθος το χέρι του, ουδέποτε τέθηκε στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της. Ούτε αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης ότι το άγγιγμα έλαβε χώρα υπό τις συνθήκες που η ίδια ανέφερε, παρά μόνο ότι επρόκειτο για ένα κατά λάθος άγγιγμα.
Η ΜΚ8 αναφέρθηκε με ανεπιτήδευτο τρόπο και με καθαρότητα λόγου στις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το σπρώξιμο και το άγγιγμα στο στήθος της οι οποίες την έκαναν να αντιληφθεί το άσεμνο και παρενοχλητικό, όπως η ίδια το χαρακτήρισε, του αγγίγματος το οποίο ξεπέρασε τα δικά της όρια εξηγώντας με την ίδια σαφήνεια και σταθερότητα ότι στην ηλικία των 14 χρόνων είχε την κριτική σκέψη και αντίληψη να καταλάβει πότε μία πράξη είναι, όπως την χαρακτήρισε, άσεμνη και παρεμβαίνει τα δικά της όρια αρνούμενη τις υποβολές ότι αντέδρασε με έντονο ή υπερβολικό τρόπο.
Παραθέτω αυτούσιες κάποιες από τις αναφορές της στην αντεξέταση οι οποίες ήταν ενδεικτικές του αυθορμητισμού της και του πηγαίου τρόπο με τον οποίο απαντούσε στα διάφορα ερωτήματα που της τέθηκαν σε σχέση με το άγγιγμα και την αντίδραση της ίδιας μετά το άγγιγμα:
«E. Τα συναισθήματα που ένιωσες μετά το άγγιγμα σε έκαμαν να αντιδράσεις υπερβολικά, αυτό σου λέω.
A. Τα συναισθήματα που ένιωσα ήταν ανθρώπινα και ήταν συναισθήματα που θα ένιωθε οποιοδήποτε μωρό ήταν στη δική μου θέση.
E. Συμφωνώ μαζί σου ότι ένιωσες αυτά τα συναισθήματα και σου λέω ότι μετά λόγω του ότι ήταν υπερβολική η αντίδραση σου παρερμήνευες τα γεγονότα που έκανε ο κατηγορούμενος ως αρνητικά.
A. Ήμουν 14 χρονών, είχα την κριτική σκέψη και την αντίληψη να καταλάβω πότε μια πράξη είναι άσεμνη και πότε παρεμβαίνει τα δικά μου όρια. Δεν έκαμα καθόλου υπερβολικό το γεγονός, έτσι ήταν τα πράγματα και έτσι αντέδρασα.»
…
A. Αν όντως δεν ήθελε να κάμει αυτό το πράμα θα ζητούσε συγγνώμη την ίδια ώρα, δεν θα μου ζητούσε συγγνώμη όταν είχα αντιδράσει με τον τρόπο που αντίδρασα και με έβλεπαν οι υπόλοιποι συμμαθητές και ήδη με ρωτούσαν τι έχω, τι έχω.
…
E. Εσύ δεν μπορείς να γνωρίζεις αν το έκανε κατά λάθος ή όχι.
A. Διαφωνώ, ένιωσα το και ήταν κάτι που δεν ήταν κατά λάθος. Αν σπρώξεις κάποιον κατά λάθος δεν θα τον σπρώξεις με τον τρόπο που με έσπρωξε και προφανώς δεν θα σπρώξεις κάποιο χωρίς κάποια πρόθεση.
Επανέλαβε σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης της ότι ο κατηγορούμενος μετά το επίδικο άγγιγμα ήταν κόκκινος, ταραγμένος και συγχυσμένος, αναφορές οι οποίες συνάδουν και με τις αναφορές του συμμαθητή της ΜΚ7.
Περαιτέρω η ΜΚ8 με σταθερότητα και ενάργεια περιέγραψε την ψυχική της αναστάτωση μετά το άγγιγμα και ειδικότερα το γεγονός ότι έκλαιγε συνεχώς, έτρεμε και ήταν σε κατάσταση σοκ. Οι αναφορές της αυτές συνάδουν και επιβεβαιώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία της θείας της παραπονούμενης ΜΚ2, της συμβούλου στο σχολείο ΜΚ 4, της μητέρας της παραπονούμενης ΜΚ5 και του συμμαθητή της παραπονούμενης ΜΚ7.
Τέλος, το γεγονός ότι η κλινική ψυχολόγος ΜΚ6 είχε αναφέρει στην έκθεση που ετοίμασε Τεκμήριο 23 ότι της είχε αναφερθεί από την ΜΚ8 ότι εξέφρασε αδικία για τα όσα γράφτηκαν και τον τρόπο που σχολίαζαν άλλοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενώ η ΜΚ8 αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν είχε δει δημοσιεύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι εντελώς επουσιώδες αφού η πιο πάνω απόκλιση αφορά σε γεγονός άσχετο με το επίδικο περιστατικό και αφήνει τον πυρήνα της εκδοχής της παραπονούμενης ανέπαφο. Άλλωστε, ως είναι καλά θεμελιωμένο μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[24]
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου και έχοντας κατά νου τη μαρτυρία της ΜΚ8 στην ολότητα της κρίνω ότι η παραπονούμενη με καθαρό, φυσικό, ανεπιτήδευτο και συμπαγή τρόπο και χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση περίγραψε το επίδικο συμβάν.
Συνολικά καταλήγω ότι κατ’ αρχήν η αξιοπιστία της παραπονούμενης δεν έχει κλονιστεί και κρίνεται ότι παρέχει στέρεο βάθρο ώστε το Δικαστήριο να βασιστεί επ’ αυτής.
Στο στάδιο αυτό, θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι για σκοπούς απόδειξης αδικημάτων με βάση τον Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014[25] και σύμφωνα με το άρθρο 21(1) δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία. Συνεπώς, σε ότι αφορά την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία.
Σε ότι αφορά τη 2η κατηγορία για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα σημειώνω τα ακόλουθα: Σε σχέση με αδικήματα που θεμελιώνονται σε άρθρα του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, έχει διατηρηθεί ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας αφού, όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16 κ.ά., ημερ. 20.11.19, παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα». Σχετική είναι επίσης και η απόφαση του Εφετείου στην A.R.R. v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 20/22, ημερ. 30.4.24. Συνεπώς σε ότι αφορά τη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας.
Αναφέρω στο σημείο αυτό αλλά και ως αυτοπροειδοποίηση, ότι στην κάθε αρμόζουσα περίπτωση, ένας κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί και χωρίς προγενέστερη αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας[26] έστω και αν τέτοια υπάρχει[27], εκτός και αν το Δικαστήριο είναι αναγκασμένο να πράξει διαφορετικά στη βάση ρητής νομοθετικής διάταξης κάτι που δεν εφαρμόζεται στην παρούσα. Με την ίδια λογική, δεν είναι μεμπτή η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, ακόμη και αν το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να καταδικάσει χωρίς αυτή, αφού η εν λόγω μαρτυρία μπορεί να ενδυναμώσει το ήδη αξιόπιστο της υπάρχουσας μαρτυρίας αλλά και την Δικαστική κρίση που βασίστηκε σε αυτή.[28] Ούτε και η διαδικασία εξεύρεσης ενισχυτικής μαρτυρίας τεκμαίρει ύπαρξη υποβοσκουσών αμφιβολιών στη σκέψη του Δικαστηρίου ως προς την ενοχή ή την αθωότητα του εκάστοτε κατηγορουμένου.[29]
Παρά ταύτα, σύμφωνα με τη νομολογία, τα τυχόν ιδιάζοντα περιστατικά κάποιας υπόθεσης και η τυχόν ποιοτικά αδύνατη μαρτυρία, μπορούν να καταστήσουν κατάλληλο για το Δικαστήριο να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και σε περίπτωση απουσίας τέτοιας μαρτυρίας, να προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την καταδίκη του κατηγορούμενου.[30]
Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία της παραπονούμενης, παρά το νεαρό της ηλικίας της, χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια, στέρεη ποιότητα και δυναμική, που απορρέει και από μια ανεπιτήδευτη παράθεση των γεγονότων τα οποία μόνον η ίδια ήταν σε θέση και μπορούσε να αποδώσει λόγω της προσωπικής επίδικης της εμπειρίας. Το Δικαστήριο έχει αυτοπροειδοποιηθεί σε ύψιστο βαθμό, με ένταση, αισθαντικότητα και περίσκεψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, κατανοώντας πως η κοινή λογική και πείρα δείχνουν ότι αδικήματα που συναρτώνται με γενετήσιες ορμές, αφορούν εν γένει σε περίπλοκες ανθρώπινες νοητικές διεργασίες και συμπεριφορές, με συνεπακόλουθο να επιβάλλεται η επίδειξη μέγιστης προσοχής στην κρίση της μαρτυρίας αυτής. Είχα συνεχώς κατά νουν και την έμφυτη αδυναμία και ροπή πολλών ανθρώπων στο ψεύδος, για λόγους που χάνονται στο ανθρώπινο ασυνείδητο, εξ ου και η Δικαστική θέληση για ανεύρεση ενισχυτικής μαρτυρίας στον βαθμό που εδώ εξετάζεται.[31]
Το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ως εκ της δύναμης, της ποιότητας, του εύρους και της πειστικότητας της μαρτυρίας της παραπονούμενης θα μπορούσε - και είναι διατεθειμένο-να στηριχθεί αποκλειστικώς στη μαρτυρία της δίχως ενισχυτική μαρτυρία και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο σε περίπτωση βέβαια που αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων.[32]
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω τελικώς ότι η παραπονούμενη κρίνεται αξιόπιστη και καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων.
Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης προχωρώ και σημειώνω ότι ως θα διαφανεί στη συνέχεια, υπάρχει εν προκειμένω και ενισχυτική μαρτυρία.
Ως προς το τι θα μπορούσε να συνιστά ενισχυτική μαρτυρία παραπέμπω στην Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ.258.[33] Αναμφίβολα η τυχόν στοιχειοθέτηση ενός άμεσου παραπόνου και δη οι λεπτομέρειες του θα μπορούσαν δυνητικά να συνιστούν μια τέτοια ενίσχυση, στη βάση των προνοιών του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9[34] και των σχετικών νομολογιακών αρχών.[35] Σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση ενός τέτοιου παραπόνου απαραίτητες προϋποθέσεις είναι να έχει καταδεχθεί ότι το παράπονο έγινε (i) ευθύς αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος, (ii) προς το πρώτο πρόσωπο προς το οποίο μίλησε το φερόμενο θύμα ή προς το πρόσωπο το οποίο κρίνεται πως ήταν φυσικό να προβεί σε παράπονο και (iii) ήταν αυθόρμητο.[36]
Περαιτέρω, το πρώτο παράπονο δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην πρώτη δήλωση που γίνεται στο πρώτο πρόσωπο που συναντά ο παραπονούμενος αλλά μπορεί να περιλάβει και διαδοχικά παράπονα ή δηλώσεις που πληρούν τις πρόνοιες του σχετικού άρθρου.[37]
Στην προκειμένη περίπτωση αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό η Παραπονούμενη έκανε αναφορά κα εξήγησε στον συμμαθητή της ΜΚ7 το τι είχε συμβεί ζητώντας του να εντοπίσει τη θεία της, την ΜΚ2 που ήταν καθηγήτρια στο σχολείο πράγμα που έπραξε ο ΜΚ7 με την Παραπονούμενη να αναφέρει διαδοχικά το επίδικο συμβάν λίγα λεπτά αργότερα και στη ΜΚ2 εντός του σχολείου εκτός από τον ΜΚ7. Η αναφορά της Παραπονούμενης τόσο προς τον συμμαθητή της ΜΚ7 όσο και προς την θεία της ΜΚ2 έλαβε χώρα λίγα λεπτά μετά το συμβάν και τόσο ο συμμαθητής της ΜΚ7 όσο και η θεία της ΜΚ2 ήταν αναμφίβολα τα πρώτα πρόσωπα προς τα οποία λογικά θα μπορούσε να απευθυνθεί για να αναφέρει το τι συνέβη, ενώ ως προς την περιγραφή των όσων συνέβησαν, τα όσα οι ΜΚ7 και ΜΚ2 ανέφεραν ότι τους λέχθηκαν από την Παραπονούμενη συνήδαν με τα όσα η Παραπονούμενη προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Ως προς το αυθόρμητο των παραπόνων έχει ήδη γίνει αναφορά στην έντονη ψυχική αναστάτωση στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη, η οποία έκλαιγε συνεχώς και δεν μπορούσε να ηρεμήσει εξιστορώντας το επίδικο περιστατικό τόσο στον συμμαθητή της ΜΚ7 όσο και στη θεία της ΜΚ2. Στη βάση των ανωτέρω καταλήγω ότι αναμφίβολα οι αναφορές της Παραπονούμενης τόσο προς τον ΜΚ7 όσο και προς την ΜΚ2 συνιστούν άμεσα παράπονα και δη διαδοχικά άμεσα παράπονα εν τη εννοία που προαναφέρθηκε και ως εκ τούτου κρίνω πως μπορούν συνεπώς να αποτελέσουν ενισχυτική μαρτυρία εν σχέσει με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης.
Έχοντας αναφερθεί στην αναστατωμένη κατάσταση της Παραπονουμένης, σημειώνω ότι η ορατή αναστάτωση του θύματος, όπως διαπιστώνεται από τρίτους μπορεί επίσης να αποτελέσει ενισχυτική μαρτυρία των ισχυρισμών του θύματος, εάν η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη και ανεξάρτητη.[38]
Στην R v Chauhan ( 1981) 73. Cr App R 232) ο εφεσείων βρισκόταν σε γραφείο μόνος μαζί με την Παραπονούμενη. Η τελευταία, ισχυρίστηκε ότι ενώ συνομιλούσαν, της άγγιξε το στήθος και προσπάθησε να τη φιλήσει. Κλαίγοντας και για να διαφύγει, έτρεξε προς την τουαλέτα του πάνω ορόφου. Συνάδελφος που την άκουσε να κλαίει, την ακολούθησε τρέχοντας. Όταν την έφτασε, του ανέφερε τι είχε συμβεί. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι από τη στιγμή που υπήρχαν μόνο δύο πρόσωπα στο δωμάτιο με εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές ως προς το τι είχε λάβει χώρα, η κατάσταση της Παραπονουμένης, αμέσως μετά την έξοδό της από εκεί, αποτελούσε ενισχυτική μαρτυρία των ισχυρισμών της.
Στην υπόθεση Καϊλής ν Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 251, ο εφεσείων αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, κατηγορίες απαγωγής και βιασμού της Παραπονουμένης, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 14 ½ . Ο εφεσείων αντί να την επιστρέψει στον χώρο από όπου την είχε παραλάβει, την οδήγησε με το όχημά του σε λόφο και ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Αφού της ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παρθένα, την επέστρεψε από εκεί που την πήρε και την άφησε στον δρόμο. Ήταν φοβισμένη και τρομοκρατημένη και πονούσε πολύ. Μετέβη στην οικία γνωστού της και ακολούθως γνωστοποίησε το περιστατικό σε φίλη της και στη μητέρα της. Στην καταδικαστική απόφαση, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη ως ενισχυτική μαρτυρία την κακή κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί η Παραπονούμενη. Στην έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η κατάσταση αναστάτωσης, αποτελεί ενισχυτική μαρτυρία (μολοταύτα περιορισμένης βαρύτητας), μονάχα εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις και ότι τέτοιες υπάρχουν όπου οι συνθήκες υποβολής του παραπόνου αποκλείουν προσποίηση, θεατρινισμό, πλαστότητα ή παραποίηση.[39]
Στην προκείμενη περίπτωση, έχω ήδη αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίο τόσο ο ΜΚ7 όσο και η ΜΚ2 αλλά και η ΜΚ4 στην οποία επίσης μίλησε η Παραπονούμενη μετά την ΜΚ2 μετέφεραν στο Δικαστήριο την ιδιαίτερα εμφανή κακή και αναστατωμένη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη λίγα μόνο λεπτά μετά την επέλευση των επίμαχων γεγονότων. Όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες περιέγραψαν με περισσή λεπτομέρεια την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη και ειδικότερα ότι αυτή έκλαιγε συνεχώς, έτρεμε, είχε κόκκινα μάτια και ήταν σοκαρισμένη και αναστατωμένη. Τόσο ο ΜΚ7 που ήταν ο συμμαθητής της, όσο και η θεία της ΜΚ2 στην οποία επίσης μίλησε όσο και η σύμβουλος ΜΚ4, οι οποίοι είδαν την Παραπονούμενη σε 3 διαφορετικά χρονικά σημεία λίγα λεπτά μετά το επίδικο περιστατικό περιέγραψαν την ίδια εικόνα σε σχέση με την εμφανή αναστατωμένη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη. Δεν τέθηκε οποιαδήποτε θέση ότι τα όσα είχαν αντιληφθεί αυτοί οι μάρτυρες και παραστατικά μετέφεραν στο Δικαστήριο αποτελούσαν αντικείμενο προσποίησης ή θεατρινισμού, από πλευράς της Παραπονουμένης. Έχοντας δε υπόψη και το σύνολο της μαρτυρίας της ίδιας της Παραπονουμένης, την οποία έχω αξιολογήσει με τον τρόπο που πιο πάνω εμφαίνεται και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη τη χρονική εξέλιξη των γεγονότων, κρίνω ότι η ορατή αναστάτωση της παραπονούμενης, όπως διαπιστώθηκε και μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τους πιο πάνω μάρτυρες κατηγορίας και οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτή διαπιστώθηκε, είναι τέτοιες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να τις λάβει υπόψη και να τις κατατάξει ως ενισχυτική μαρτυρία. Προς τούτο τονίζω πως το Δικαστήριο έχει ήδη προειδοποιηθεί επισταμένα για τους πολύ πιθανούς κινδύνους η μαρτυρία αυτή να είναι προσποιητή και κατασκευασμένη. Όμως αποκλείω ένα τέτοιο ενδεχόμενο, έχοντας υπόψη τη χρονική εξέλιξη των γεγονότων, την αμεσότητα της μαρτυρίας των ΜΚ7, ΜΚ2 και ΜΚ4 οι οποίοι αναφέρθηκαν με περισσή λεπτομέρεια στην αναστατωμένη κατάσταση της παραπονούμενης σε συνάρτηση και με την χρονική εγγύτητα της συνάντησης τους με την Παραπονούμενη μετά το επίμαχο περιστατικό.
Προχωρώ στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Είναι νομολογημένο ότι η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πως ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη.[40] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, μια ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία.[41] Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, αναπόφευκτα εξετάζει την ανώμοτη δήλωση έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση.[42] Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/2014, ημερ. 23.10.15 επανέλαβε τη θεμελιώδη αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία μιας ανόμωτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική, εφόσον με αυτή δεν αποδεικνύονται γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία αποδεικνύονται. Στην Χρίστου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 46/17, ημ. 19/7/19, ECLI:CY:AD:2019:B334, το Εφετείο επικρότησε την πρωτόδικη καθοδήγηση η οποία έχει ως εξής:
««Η φύση και αποδεικτική αξία δηλώσεων αυτής της μορφής έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Anastassiades ν. The Republic (1977) 2 CLR 97, 210-211, Themistocleous v. The Police (1981) 2 CLR 200, Onisiforou v. The Police (1987) 2 CLR 261, Ιωάννου και άλλου ν. Δημοκρατία (2001) 2 ΑΑΔ 195 και Γ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7655, ημερομηνίας 28.9.05]. Ό,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρία κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας.»»
Στη Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, 520-521, τέθηκαν και τα εξής:
«Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική με το συγκεκριμένο θέμα νομολογία, μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Όπως ενδεικτικά λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Cambell [1979] 69 Cr. App. R. 221:
"... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση."
Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στις υποθέσεις Anastasiades v. Republic (1997) 2 C.L.R. 97, Khadar a.o. v. The Republic (1978) 2 C.L.R. 152, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195 και Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 91».
Πέραν όμως της ανώμοτης δήλωσης του, ο κατηγορούμενος έδωσε και ο κατάθεση στην αστυνομία που κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κατά την ανώμοτη του δήλωση Τεκμήριο 26. Το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου.[43]
Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη του δήλωση αναφέρει ότι οι μαθητές στο συγκεκριμένο σχολείο είχαν προβλήματα παραβατικότητας και ότι στο μάθημα του δεν κάθονταν στις θέσεις τους ότι μιλούσαν συνεχώς, έβγαζαν κινητά, ήθελαν να βγαίνουν από την τάξη προφασιζόμενοι δικαιολογίες, δεν έκαναν τις εργασίες που τους έβαζε, τον χλεύαζαν, έκαναν σαΐτες τις κόλλες που τους έδινε και τις πετούσαν στην αίθουσα, έσπαζαν τα μολύβια και τα πετούσαν πάνω του και δεν υπήρχε καθόλου σεβασμός προς το πρόσωπο του. Με άλλα λόγια ο ίδιος παρουσιάζει μία εικόνα απόλυτης αταξίας και χάους στην αίθουσα διδασκαλίας με τον ίδιο να μην μπορεί να επιβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο στους μαθητές. Ταυτόχρονα, σε ότι αφορά την επίδικη ημέρα ισχυρίστηκε ότι επειδή σε μία φάση έγινε φασαρία και οι μαθητές έτρεξαν «μπουλούκι», όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος, να βγουν έξω από την αίθουσα, αυτός άνοιξε τα χέρια του στην έξοδο της τάξης προκειμένου να τους εμποδίσει να βγουν έξω και αυτό που κατάλαβε ήταν ότι μία μαθήτρια άγγιξε κατά λάθος στο χέρι του. Πρόκειται για μία αναφορά που στερείται λογικής και πειστικότητας αφού δεν συνάδει με την κοινή λογική ένας καθηγητής που, σύμφωνα πάντα με τις δικές του αναφορές, αντιμετώπιζε μία τέτοια συμπεριφορά από τους μαθητές τους θα προσπαθούσε ο ίδιος σε μία τέτοια περίπτωση αιφνίδιας και μαζικής εξόδου μαθητών από την αίθουσα διδασκαλίας να εμποδίσει ουσιαστικά με τα ίδια του τα χέρια αυτό το «μπουλούκι» μαθητών ανοίγοντας τα χέρια του προκειμένου να μην βγουν έξω.
Ούτε οι αναφορές του κατηγορούμενου στην κατάθεση του οι οποίες υιοθετήθηκαν στην ανώμοτη του δήλωση περί κατά λάθος αγγίγματος της μαθήτριας έπεισαν. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι όταν άνοιξε τα χέρια του προκειμένου να εμποδίσει το «μπουλούκι» μαθητών όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε να βγει έξω αυτό που κατάλαβε ήταν ότι μία μαθήτρια άγγιξε κατά λάθος το χέρι του. Μάλιστα, ο ίδιος είδε ότι η μαθήτρια ενοχλήθηκε και βγήκε από την τάξη. Τότε φοβήθηκε γιατί είχε στο μυαλό του όσα έγιναν με την προηγούμενη υπόθεση, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, και όταν την είδε που καθόταν στεναχωρημένη την πλησίασε και την ρώτησε τι έχει και του απάντησε τίποτα. Τότε ο ίδιος της εξήγησε ότι εάν όντως την άγγιξε ήταν τυχαίο και κατά λάθος. Καταρχάς, ενώ ο ίδιος παραδέχεται ότι έλαβε χώρα άγγιγμα, στη συνέχεια όταν μίλησε στη μαθήτρια, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, της είπε ότι «εάν όντως» την άγγιξε ήταν κατά λάθος. Δηλαδή από τη μία ο ίδιος αναφέρει ότι έλαβε χώρα άγγιγμα και στη συνέχεια διαφοροποιεί τη θέση του στην κατάθεση του παρουσιαζόμενος αβέβαιος για το εάν πράγματι έλαβε χώρα άγγιγμα.
Περαιτέρω, αφού ο ίδιος σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του κατάλαβε από την πρώτη στιγμή ότι η μαθήτρια ενοχλήθηκε, γεννάται το εύλογο ερώτημα για ποιο λόγο δεν της απολογήθηκε αμέσως με το που έλαβε χώρα το άγγιγμα αφού σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του κατάλαβε ότι έλαβε χώρα άγγιγμα και είδε ότι η μαθήτρια ενοχλήθηκε, ούτε έδωσε περί τούτου οποιαδήποτε πειστική εξήγηση.
Περαιτέρω, γεννάται επίσης το εύλογο ερώτημα γιατί την ρωτούσε τι έχει όταν την είδε στεναχωρημένη αφού σύμφωνα πάντα με τις δικές του προγενέστερες αναφορές, κατάλαβε το άγγιγμα και κατάλαβε επίσης ότι ενοχλήθηκε η μαθήτρια.
Περαιτέρω, στη συνέχεια της κατάθεσης του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε στην ανώμοτη του δήλωση και ειδικότερα στην ερώτηση 15 διαφοροποιεί και πάλι τη θέση του εκφράζοντας βεβαιότητα για το άγγιγμα αφού στη σχετική ερώτηση αναφέρει ότι της είπε συγνώμη και ότι ήταν κατά λάθος που την άγγιξε και στη συνέχεια στην ερώτηση 16 παραδέχεται ότι ο ίδιος ξαναβγήκε από την αίθουσα ενόσω η παραπονούμενη ήταν έξω από την αίθουσα και της ξαναζήτησε συγνώμη και ότι ήταν κατά λάθος.
Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του αρχικά αναφέρει ότι όταν άνοιξε τα χέρια του στην έξοδο της τάξης για να εμποδίσει το «μπουλούκι» των μαθητών να βγει έξω κατάλαβε ότι η μαθήτρια άγγιξε το χέρι του και ότι εκείνη τη στιγμή η μαθήτρια ενοχλήθηκε και βγήκε έξω από την τάξη, σε άλλο σημείο της ανακριτικής του κατάθεσης και ειδικότερα στην ερώτηση 13 δέχθηκε ότι μετά το επίδικο άγγιγμα είδε και άκουσε την παραπονούμενη να κάθεται στη θέση της και να κλαίει και την ρώτησε τι έχει, λέγοντας ότι αρχικά ήταν μέσα στην τάξη και μετά βγήκε έξω. Πρόκειται προφανώς για διαφοροποίηση της θέσης του αφού αρχικά ισχυρίστηκε ότι μετά το άγγιγμα η παραπονούμενη βγήκε έξω και στη συνέχεια παρουσιάζει την παραπονούμενη μετά το άγγιγμα να κάθεται μέσα στην τάξη και μετά να βγαίνει έξω.
Περαιτέρω, στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος επιχειρεί να εισάξει μία νέα διαφορετική εκδοχή από την εκδοχή που έδωσε στην ανακριτική του κατάθεση σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το άγγιγμα. Ενώ στην ανακριτική του κατάθεση προβάλλει την εκδοχή ότι το άγγιγμα έλαβε χώρα κατά τη στιγμή που μπουλούκι, όπως το χαρακτήρισε, από μαθητές έτρεξε να βγει έξω από την τάξη με τον ίδιο να ανοίγει τα χέρια του ενώ στεκόταν μπροστά στην έξοδο για να τους αποτρέψει, στην ανώμοτη του δήλωση παραπέμποντας στην κατάθεση του αναφέρει ότι δεν αμφισβητεί στην κατάθεση ότι μπορεί να έμπαινε μέσα στην τάξη η μαθήτρια και να άγγιξε στο χέρι του όταν εκείνη έμπαινε. Πρόκειται προφανώς για προσπάθεια διαφοροποίησης της θέσης που είχε προβάλει στην κατάθεση του και όχι απλώς για ζήτημα μη αμφισβήτησης ως προσπάθησε να το παρουσιάσει στην ανώμοτη του δήλωση. Στην ανακριτική του κατάθεση στη σελίδα 6 στις γραμμές 5 και 6 ισχυρίστηκε ότι πιθανόν την παραπονούμενη να την έσπρωξαν από πίσω οι άλλοι συμμαθητές της γιατί ήταν πρώτη στη σειρά όπως αναφέρει ρητώς. Είναι μία εκδοχή γεγονότων ότι το άγγιγμα έλαβε χώρα κατά την προσπάθεια εξόδου μαθητών από την τάξη με τον ίδιο να ανοίγει τα χέρια για να τους εμποδίσει όπως ανέφερε στην κατάθεση του καθώς και ότι η παραπονούμενη ήταν πρώτη στη σειρά όπως ανέφερε και μια άλλη, εντελώς διαφορετική εκδοχή ότι το άγγιγμα έλαβε χώρα όταν η παραπονούμενη έμπαινε μέσα στην τάξη.
Περαιτέρω, στην ανώμοτη του δήλωση πρόβαλε επίσης και νέα θέση που δεν είχε αναφέρει στην κατάθεση του την οποία υιοθέτησε και ειδικότερα ότι δεν είδε εκείνη τη στιγμή ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε. Στην κατάθεση του όμως αναφέρει με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο τη θέση του ότι το μπουλούκι μαθητών προσπάθησε να βγει έξω και μάλιστα ότι ήταν και πρώτη στη σειρά η παραπονούμενη και δεν αναφέρει ότι άλλοι έμπαιναν και άλλοι έβγαιναν εκείνη την ώρα με τον ίδιο να μην ξέρει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Άλλωστε, ο ίδιος σύμφωνα πάντα με τη θέση που προβάλλει στην κατάθεση του ήταν εκείνη τη στιγμή στην έξοδο της τάξης προσπαθώντας να αποτρέψει την έξοδο των μαθητών επομένως η νέα θέση που επιχείρησε να προβάλει στην ανώμοτη του δήλωση ότι δεν ήξερε ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε είναι αντιφατική.
Παρεμβάλλω και επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το άγγιγμα όπως αυτή καταγράφεται στην ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 3 το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κατά την ανώμοτη του δήλωση Τεκμήριο 26 ήτοι ότι το άγγιγμα έλαβε χώρα στην προσπάθεια του κατηγορούμενου να εμποδίσει τους μαθητές που έτρεξαν σαν «μπουλούκι» όπως το χαρακτήρισε να βγουν έξω από την τάξη με τον ίδιο να βρίσκεται μπροστά στην έξοδο και να ανοίγει τα χέρια του για να τους εμποδίσει να βγουν έξω από την τάξη με αποτέλεσμα να αντιληφθεί ότι η παραπονούμενη άγγιξε κατά λάθος το χέρι του, ουδέποτε τέθηκε στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της. Ούτε αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης ότι το άγγιγμα έλαβε χώρα υπό τις συνθήκες που η ίδια η παραπονούμενη ανέφερε, παρά μόνο ότι επρόκειτο για ένα κατά λάθος άγγιγμα.
Εξετάζοντας, λοιπόν, την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών και διαπιστώσεων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην έκταση που συγκρούεται ή δεν συνάδει με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας. Ενόψει των ανωτέρω δεν δίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου.
Περαιτέρω, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω οι αναφορές του κατηγορούμενου στην κατάθεση του βρίθουν από λογικά κενά, υπεκφυγές, αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής και πειστικότητας και συνεπώς, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και απορρίπτονται.
Ο ΜΥ1 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, περιέπεσε σε αντιφάσεις. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Ο ΜΥ1 ευθαρσώς δήλωσε αντεξεταζόμενος ότι είναι εδώ και πολλά χρόνια φίλος με τον κατηγορούμενο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά ήταν εμφανής η έντονη και αγωνιώδης προσπάθεια του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο με τρόπο ώστε η φιλία του με τον κατηγορούμενο να επέδρασε στην ικανότητα του να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια με αμερόληπτο και αντικειμενικό τρόπο.
Αναδύθηκε μία έντονη προσπάθεια να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο ως τρομοκρατημένο που δίδασκε στο Γυμνάσιο [ ] λέγοντας ότι την πρώτη μέρα που πήγε σε αυτό το σχολείο ήταν τρομοκρατημένος και ήταν σε κρίση πανικού και ότι του είπε ότι δεν θέλει να ξαναπάει. Πέραν του ότι δεν κάνει οποιαδήποτε τέτοια αναφορά στην κατάθεση του ο ΜΥ1 ο ίδιος ο κατηγορούμενος τόσο στην κατάθεση του όσο και στην ανώμοτη του δήλωση δεν ανέφερε οτιδήποτε περί τούτου.
Αρνητική εντύπωση έκαναν επίσης και οι εκτενείς αναφορές του σε κατ’ ισχυρισμό περιστατικά bulling που δεχόταν ο κατηγορούμενος, οι οποίες αναφορές ήταν γενικές, αόριστες, χωρίς χρονικό καθορισμό και χωρίς να προβαίνει σε τέτοιες αναφορές ο ίδιος ο κατηγορούμενος είτε στην κατάθεση του είτε στην ανώμοτη του δήλωση. Επρόκειτο για μία επιτηδευμένη προσπάθεια να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο ταλαίπωρο και καταρρακωμένο.
Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 και όταν του τέθηκε το γεγονός ότι δεν είχε προβεί σε διάφορες αναφορές στην κατάθεση του στις οποίες προέβη για πρώτη φορά στη δια ζώσης μαρτυρία του ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι η αστυνομικός παρέλειψε να γράψει αυτά που της έλεγε και ότι είχε πει πολλά παραπάνω πράγματα τα οποία δεν κατέγραψε η αστυνομικός. Εάν έτσι ήταν τα πράγματα όπως προσπάθησε να τα παρουσιάσει ο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του θα αναμενόταν λογικά, αφενός να αναφερθεί σε αυτό το γεγονός κατά την κυρίως εξέταση του όταν υιοθέτησε την κατάθεση του και αφετέρου, να εξηγήσει για ποιο λόγο υπέγραψε την κατάθεση του ως ορθή όταν κλήθηκε προς τούτο.
Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του ΜΥ1 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.
Συνακόλουθα, ο ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητα της.
Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ2. Ο ΜΥ2 δεν γνώριζε οτιδήποτε για το επίδικο περιστατικό ούτε ήταν παρών και η μαρτυρία του περιορίστηκε στην αναφορά αυτών των κουβέντων, όπως ο ίδιος τις χαρακτήρισε, που είχαν γίνει στην αρχή της σχολικής χρονιάς από κάποιους γονείς και συναδέλφους τους, όχι μάλιστα πολλούς σε αριθμό, όπως διευκρίνισε, για το ότι είχε καταδικαστεί στο παρελθόν ο κατηγορούμενος. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια του ΜΥ2 να πει ψέματα στο Δικαστήριο και καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Ταυτόχρονα, σημειώνω ότι η μαρτυρία του ουδόλως βοηθάει στην επίλυση των επίδικων θεμάτων.
Προχωρώ τέλος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ3, Δρ. Μικελλίδη. Σε ότι αφορά τον ΜΥ3, η εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε δεν ήταν θετική και για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση του ΜΥ3 θα πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ο ΜΥ3 ανέφερε ως προς τα προσόντα και την εμπειρία του ως αυτά επιμαρτυρούνται και από το βιογραφικό σημείωμα που κατέθεσε στο Δικαστήριο και το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβήτησε η Κατηγορούσα Αρχή, δέχομαι ότι αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας.
Απλή ανάγνωση της έκθεσης που ετοίμασε ο ΜΥ3 φανερώνει ότι αποτελεί ουσιαστικά μία εξιστόρηση και καταγραφή των αναφορών του ίδιου του κατηγορούμενου προς τον ΜΥ3 σε σχέση με τη ζωή του και το τι και πως το βίωσε ο κατηγορούμενος τις οποίες αναφορές ουσιαστικά επαναλαμβάνει και καταγράφει ο ΜΥ3 στην έκθεση του. Προς τούτο ο ΜΥ3 συνεχώς χρησιμοποιεί τις φράσεις «εξ όσων μου ανέφερε ο ίδιος», «ο ασθενής επίσης ανέφερε», «ο εξεταζόμενος περιέγραψε».
Παρατηρείται επίσης μία γενική και αόριστη αναφορά σε συμπτώματα που κατά διαστήματα ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι αντιμετώπιζε με τον τίτλο «χρόνια πορεία και υποτροπές» χωρίς συγκεκριμένες και σαφείς χρονικά αναφορές σε σχέση με τις συνεδρίες που πραγματοποιήθηκαν και χωρίς οποιεσδήποτε συγκεκριμένες και σαφείς αναφορές σε σχέση με το είδος της αξιολόγησης που έκανε και εάν έκανε ο ΜΥ3 κατά τη διάρκεια των όποιων επισκέψεων οι οποίες ουδέποτε καθορίστηκαν και εξειδικεύθηκαν.
Αρνητική εντύπωση προκάλεσε επίσης και το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του, διαφάνηκε ότι ο ΜΥ3 παρακολουθούσε τον κατηγορούμενο και πριν το 2019 που αναφέρει στην ψυχιατρική του έκθεση ως πρώτη εξέταση κάτι που παρέλειψε να αναφέρει στην έκθεση του χωρίς μάλιστα ο ίδιος να θυμάται την ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου πριν το 2019.
Περαιτέρω, ενώ καταγράφει στην έκθεση του ότι η συνολική εικόνα του κατηγορούμενου είναι συμβατή με χρόνια διαταραχή μετατραυματικού στρες, υποτροπιάζουσα μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και δευτερογενή γενικευμένη αγχώδη διαταραχή εντούτοις δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο με επιστημονικό τρόπο πως κατέληξε σε αυτά τα συμπεράσματα. Ειδικότερα, αναφέρθηκε ότι προέβη σε κλινική αξιολόγηση λέγοντας γενικά και αόριστα ότι βασίζεται σε αυτά που του λέει ο ασθενής και ο ψυχίατρος όπως ανέφερε, βάζει τα κομμάτια του παζλ που έχει μπροστά του και βγάζει μία διάγνωση. Κατέστη επίσης σαφές ότι δεν χρησιμοποίησε οποιαδήποτε ψυχομετρικά εργαλεία τα οποία δέχθηκε ότι είναι βοηθητικά εργαλεία. Περαιτέρω, ενώ αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο εγχειρίδιο το οποίο, όπως ανέφερε, χρησιμοποιείται στην ιατρική και την ψυχιατρική για να διαγνωστεί ένας ασθενής, πέραν του ότι δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο αυτό το εγχειρίδιο δεν έκανε ούτε συγκεκριμένες αναφορές σε σχέση με αυτό. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι καμία περί τούτου αναφορά δεν κάνει στην έκθεση του παρά το ότι αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι αυτό το εγχειρίδιο είναι αυτό που χρησιμοποιεί κάθε γιατρός για να διαγνώσει κάποιο άνθρωπο με ψυχιατρικές παθήσεις.
Θα αναμενόταν από το Δικαστήριο να είναι σε θέση ο ΜΥ3 να εξηγήσει με αναφορά σε σχετική βιβλιογραφία το είδος των συμπτωμάτων αυτών των διαταραχών στις οποίες αναφέρθηκε καθώς επίσης να εξηγήσει με αναφορά σε βιβλιογραφία τα κριτήρια διάγνωσης τέτοιων διαταραχών καθώς και πότε σύμφωνα με τη βιβλιογραφία μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται αυτά τα κριτήρια. Οι αναφορές του ήταν γενικές, αόριστες και στερούμενες του αναγκαίου επιστημονικού υπόβαθρου.
Εξαιρετικά αρνητική εντύπωση έκαναν και οι επιστημονικά ατεκμηρίωτες αναφορές του περί ανάπτυξης από τον κατηγορούμενο ισχυρών μηχανισμών αποφυγής καταστάσεων που θα μπορούσαν να τον επαναφέρουν, ως ανέφερε ο ΜΥ3, σε αντίστοιχη εμπειρία καθώς και η δημιουργία ενός σταθερού αποτρεπτικού πλαισίου απέναντι σε οποιαδήποτε συμπεριφορά ή κατάσταση θα μπορούσε να τον θέσει σε κίνδυνο να βρεθεί ξανά υπό κράτηση. Πρόκειται ουσιαστικά για αυθαίρετες αναφορές χωρίς παράθεση δεδομένων και δη επιστημονικών τα οποία να στοιχειοθετούν τέτοιες αναφορές. Αντεξεταζόμενος μάλιστα περί τούτου, αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε συνθήκες και δεδομένα τα οποία ουδόλως εξήγησε ή εξειδίκευσε και περαιτέρω αναφέρθηκε επίσης γενικά και αόριστα σε εργαλεία αξιολόγησης επικινδυνότητας και του τι μπορεί να προκύψει στο μέλλον τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν χρησιμοποίησε. Όταν μάλιστα του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι οι συγκεκριμένες αναφορές του είναι αυθαίρετες, ισχυρίστηκε ότι βασίζεται σε κλινική εμπειρογνωμοσύνη και βιβλιογραφία χωρίς και πάλι να αναφέρει οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο σε επιστημονικό επίπεδο.
Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι ο ΜΥ3 απέτυχε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.
Συνακόλουθα, η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της.
Προτού προχωρήσω στα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα σε σχέση με κάποια έγγραφα που κατατέθηκαν για περιορισμένο σκοπό.
Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης 2η έκδοση, 2016, σελ. 393, όταν έγγραφο κατατεθεί για περιορισμένο σκοπό δεν μπορεί να αξιολογηθεί για οτιδήποτε άλλο πέραν του περιορισμένου σκοπού.
Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 η απομαγνητοφωνημένη κατάθεση κάποιας μαθήτριας για τον περιορισμένο σκοπό ότι η κατάθεση αυτή βρίσκεται στην κατοχή του ΜΚ1. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ενόψει του περιορισμένου σκοπού για τον οποίο κατατέθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο η απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της συγκεκριμένης μαθήτριας δεν μπορεί να αξιολογηθεί για οτιδήποτε άλλο πέραν του σκοπού που κατατέθηκε.
Ακόμα όμως και να μπορούσε να αξιολογηθεί το περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάθεσης ως εξ ακοής μαρτυρία εξηγώ στη συνέχεια τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάθεσης. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[44] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[45]
Στο Τεκμήριο 14 η συγκεκριμένη μαθήτρια η οποία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει αναφέρει μεταξύ άλλων ότι την επίδικη ημέρα όταν χτύπησε το κουδούνι για να πάνε στην τάξη τους και καθώς πήγαιναν είδαν πολλά παιδιά μαζεμένα γιατί κάποιος είχε σπρώξει μία κοπέλα από την πρώτη τάξη και χτύπησε το κεφάλι της. Μετά μπήκαν στην τάξη και είδε την παραπονούμενη να κλαίει και μετά πήγαν κάποιοι φίλοι της παραπονούμενης και την πήγαν έξω γιατί έκλαιγε πολύ και μετά ξαναγύρισαν πίσω. Το μόνο που είδε ήταν ότι έκλαιγε η παραπονούμενη. Αναφέρει επίσης ότι στην αρχή ήταν έξω για να δουν το κορίτσι που χτύπησε. Σε άλλο σημείο και ενώ στην αρχή αναφέρει ότι είδε αυτό το κορίτσι που χτύπησε ενώ κατευθυνόταν στην τάξη της όταν χτύπησε το κουδούνι, αναφέρει ότι είχε ήδη μπει στην τάξη και στη συνέχεια βγήκε για να δει και ότι είχαν βγει και άλλοι. Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι ο καθηγητής εκείνη την ώρα δεν έκανε τίποτα και ήταν στην έδρα και δεν είδε την παραπονούμενη να είναι έξω. Δεν θυμόταν επίσης να τους είπε κάτι ο καθηγητής την ώρα που έβγαιναν έξω.
Συνεπώς, ενώ προβάλλει μία εκδοχή περί εξόδου κάποιων μαθητών από την τάξη (συνάδουσα με την αναφορά του κατηγορούμενου στην κατάθεση του για έξοδο κάποιων μαθητών) παρά το ότι σε προγενέστερο σημείο δεν αναφέρεται σε έξοδο και ότι το περιστατικό με το κορίτσι έγινε καθοδόν προς την τάξη, την ίδια στιγμή καταρρίπτει την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι αυτός προσπάθησε να εμποδίσει μαθητές να βγουν ανοίγοντας τα χέρια του στην έξοδο αφού αναφέρει η συγκεκριμένη μαθήτρια ότι ο καθηγητής ήταν στην έδρα και δεν έκανε κάτι.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία του ανωτέρω αναφερόμενου προσώπου προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσει τις αναφορές του παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες, αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συγκεκριμένων αναφορών, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές του στη βάσανο της αντεξέτασης. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία του υπό αναφορά προσώπου από το Δικαστήριο προκειμένου αυτός να αντεξεταστεί, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογη και εφικτή η κλήτευση του προσώπου αυτού ως μάρτυρα από την Κατηγορούσα Αρχή. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Ούτε έλαβε χώρα οποιοδήποτε αίτημα από την Υπεράσπιση για κλήτευση του προσώπου αυτού προκειμένου να αντεξεταστεί. Συνεπώς ακόμα και εάν μπορούσε να αξιολογηθεί το περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάθεσης ως εξ ακοής μαρτυρία τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου σε σχέση με αυτή δεν μου επιτρέπουν να της αποδώσω τα εχέγγυα της εγκυρότητας, ακεραιότητας και πιστότητας που κατά την κρίση μου πρέπει να χαρακτηρίζουν την εξ ακοής μαρτυρία πριν αποδοθεί σε αυτήν βαρύτητα. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η μαρτυρία αυτή, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας. Συνακόλουθα, δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 αφού υπό τις περιστάσεις που αυτό έχει παρουσιασθεί κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτό για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Η ΕΕ γεννήθηκε στις [ ] και στις 29/09/2021 φοιτούσε στο Γυμνάσιο [ ] στη Γ’ γυμνασίου [ ] της Επαρχίας Λάρνακας. Στις 29/09/2021 στο Γυμνάσιο [ ] την 5η περίοδο η παραπονούμενη είχε μάθημα τέχνης στην αίθουσα Τέχνης του Γυμνασίου [ ] με καθηγητή τον κατηγορούμενο.
Όταν χτύπησε το κουδούνι η ΕΕ (ΜΚ8) με κάποιους συμμαθητές ήταν έξω από την αίθουσα της Τέχνης και περίμεναν τον κατηγορούμενο για να έρθει να τους ανοίξει. Όταν άνοιξε την πόρτα ο κατηγορούμενος, κάποιοι μαθητές μπήκαν μέσα και μετά μπήκε και η ίδια. Όταν η ΕΕ αντιλήφθηκε ότι μύριζε άσχημα η αίθουσα βγήκε έξω μέχρι να ανοίξουν τα παράθυρα για να φύγει η μυρωδιά και να ξαναμπεί. Ο κατηγορούμενος τους είπε να μπουν μέσα. Ο κατηγορούμενος ήταν μέσα στην τάξη δίπλα από την έδρα και δεν υπήρχαν πολλοί μαθητές μέσα στην τάξη, οι περισσότεροι ήταν έξω ή ακόμα δεν είχαν μπει μέσα.
Στη συνέχεια, η ΕΕ ξεκίνησε να μπαίνει μέσα στην τάξη, ενώ ο κατηγορούμενος στεκόταν δίπλα από την έδρα και ήταν μακριά από την ίδια. Η θέση της ήταν στο τρίτο θρανίο και δεν χρειαζόταν να περάσει κοντά από τον κατηγορούμενο αλλά θα έπρεπε να πάει διαγώνια αφού υπήρχε χώρος. Καθώς περνούσε να πάει στη θέση της ο κατηγορούμενος έκανε ένα πλάγιο βήμα προς την ίδια, τέντωσε το χέρι του, κάλυψε όλο της το στήθος και την έσπρωξε προς τα πίσω. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αφού την πλησίασε κάνοντας ένα πλάγιο βήμα προς την ίδια τέντωσε το χέρι του γυρίζοντας το με τρόπο ώστε η εσωτερική πλευρά του χεριού του από τον αγκώνα μέχρι την παλάμη να αγγίξει πάνω και στα 2 της στήθη με τα δάκτυλα της παλάμης του να κλείνουν στο στήθος σπρώχνοντας την ελαφρά προς τα πίσω με το άγγιγμα αυτό να διαρκεί για κάποια δευτερόλεπτα.[46] Δεν υπήρχε κανένας λόγος να την σπρώξει προς τα πίσω ο κατηγορούμενος αφού όταν το έκανε αυτό τους είπε καθίστε ενώ ο ίδιος την έσπρωξε προς την πλευρά του πίνακα που ήταν πίσω ενώ η δική της θέση ήταν μπροστά.
Η ΕΕ τότε έπαθε σοκ, ξεκίνησε να αγχώνεται, ένιωθε πάρα πολύ άσχημα και ήθελε να φύγει από την τάξη. Πήγε και έκατσε στη θέση της και όσο το σκεφτόταν και αντιλήφθηκε τι έγινε ξεκίνησε να κλαίει. Το χέρι του κατηγορούμενου ήταν πάνω και στους 2 μαστούς της για κάποια δευτερόλεπτα. Μόλις έλαβε χώρα το άγγιγμα ο κατηγορούμενος δεν της ζήτησε συγγνώμη, δεν είπε τίποτα και συνέχισε κανονικά. Όταν έκατσε στη θέση της και άρχισε να κλαίει την προσέγγισε εκείνη την ώρα ο συμμαθητής της ΛΛ (ΜΚ7) και μαζί με αυτόν ήταν και άλλοι 2 συμμαθητές της, ο ΜΜ και ο ΔΔ. Ο κατηγορούμενος την είδε εκείνη τη στιγμή που έκλαιγε και ξεκίνησε να αγχώνεται και να κοκκινίζει και πήγε προς το θρανίο της και την ρωτούσε τι έχει και η ίδια αγνοούσε να του απαντήσει και είχε γυρίσει και έβλεπε προς την αντίθετη πλευρά. Η ΕΕ πήρε τον συμμαθητή της ΛΛ (ΜΚ7) και βγήκαν από την αίθουσα και τους ακολούθησαν ακόμα 2 συμμαθητές τους, ο ΜΜ και ο ΔΔ. Ο κατηγορούμενος τότε τους ακολούθησε και η ΕΕ εκείνη την ώρα για να εξηγήσει στους συμμαθητές της τι έγινε τους ρώτησε «όταν θα σπρώξεις κάποιο από που θα τον σπρώξεις»; Ο κατηγορούμενος το άκουσε αυτό και πήγε πίσω στην τάξη. Τότε ανέφερε στους συμμαθητές της ΛΛ (ΜΚ7), ΜΜ και ΔΔ ότι δέχτηκε σπρώξιμο και άγγιγμα στο στήθος αλλά δεν τους απαντούσε εάν ήταν ο καθηγητής της Τέχνης που το είχε κάμει αυτό και τους είπε ότι ήθελε να βρει τη θεία της, την MΚ2 για να της μιλήσει. Την ώρα που ήταν η ίδια μαζί με τους 3 συμμαθητές της βγήκε ξανά από την τάξη ο κατηγορούμενος και της είπε ότι εάν ήταν αυτό που έκαμε συγνώμη, απολογήθηκε και της είπε ότι δεν το ήθελε και ήταν κατά λάθος. Η ίδια δεν ήθελε να του μιλήσει και ήθελε να φύγει από κοντά του. Όταν μπήκαν πίσω στην τάξη, έκατσε στη θέση της και ξεκίνησε να κλαίει πιο πολύ. Ο κατηγορούμενος ήταν κόκκινος, δεν μπορούσε να κάνει μάθημα και η τάξη ήταν ένα χάος. Όταν λάμβανε τις παρουσίες η φωνή του κατηγορούμενου έτρεμε όταν είπε το όνομα της και πριν χτυπήσει το κουδούνι ξαναβγήκαν έξω από την αίθουσα με τους συμμαθητές της και έκατσαν σε ένα παγκάκι όπου και τους εξήγησε τι έγινε και ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο και τους ζήτησε να μην το πουν σε κανένα γιατί ήθελε να το πει στη θεία της, την ΜΚ2.
Όταν ήταν στο παγκάκι ξαναβγήκε ο κατηγορούμενος και της ξαναείπε ότι εάν είναι εκείνο που της έκανε, ξανά συγνώμη ότι ήταν κατά λάθος, δεν το ήθελε και ότι αν την πείραξε απολογείται. Η ίδια έμεινε στο παγκάκι με τον συμμαθητή της ΜΜ ενώ οι άλλοι 2 συμμαθητές της, δηλαδή ο ΜΚ7 και ο ΔΔ πήγαν να βρουν τη θεία της ΡΡ (ΜΚ2) η οποία ήταν φιλόλογος και δίδασκε στο Γυμνάσιο [ ]. Όταν χτύπησε το κουδούνι η ΕΕ πήγε και βρήκε τη θεία της, την ΜΚ2 και της εξήγησε τι έγινε.
Το άγγιγμα προκάλεσε σοκ και μεγάλη αναστάτωση στην ΕΕ, έκλαιγε συνεχώς, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι έγινε, άρχισε να αγχώνεται και να αισθάνεται πάρα πολύ άβολα με την ίδια να νιώθει ότι θέλει να εξαφανιστεί. Την έκανε να νιώσει μία αηδία σαν να ήταν κάποιο αντικείμενο που βρίσκεται εκεί για να το ακουμπάς.
Οι φωτογραφίες της αίθουσας της Τέχνης όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 2 και στη φωτογραφία με αριθμό 8 στο σημείο με πράσινο χρώμα φαίνεται το θρανίο της ΕΕ και με πορτοκαλί χρώμα το σημείο που έλαβε χώρα το άγγιγμα.
Η ΕΕ είναι κόρη της αδελφής της ΡΡ (ΜΚ2) και έχουν πολύ καλές σχέσεις και της μιλάει πάντα όταν την απασχολεί οποιοδήποτε θέμα. Την Τετάρτη 29/09/2021 κατά τη διάρκεια της 5ης περιόδου ενώ η ΜΚ2 έκανε μάθημα αυτό διακόπηκε επειδή στην πόρτα της αίθουσας βρίσκονταν 2 συμμαθητές της ΕΕ οι οποίοι ήθελαν να της μιλήσουν. Επρόκειτο για τον ΛΛ (ΜΚ7) και τον ΔΔ. Της ανέφεραν ότι η ΕΕ δεν είναι καλά και κλαίει πάρα πολύ γιατί κάτι έγινε με τον καθηγητή της Τέχνης. Τους είπε να πουν στην ΕΕ να πάει να την βρει καθότι η ίδια δεν μπορούσε να φύγει από το μάθημα. Μετά από 5 λεπτά πήγε η ΕΕ και ταυτόχρονα χτύπησε το κουδούνι για αλλαγή περιόδου. Με το που την πλησίασε της είπε ότι μπαίνοντας στην αίθουσα της Τέχνης ο καθηγητής της Τέχνης τέντωσε το χέρι του και με το εσωτερικό της παλάμης του της έπιασε το στήθος πιέζοντας την. Της εξήγησε ότι το χέρι του είχε καλύψει και τα δύο της στήθη. Η ΜΚ2 διαπίστωσε ότι η ΕΕ ήταν σε κατάσταση σοκ, ήταν εμφανώς αναστατωμένη έτρεμε και έκλαιγε. Ακολούθως, αφού τελείωσε το μάθημα της, συνόδευσε την ΕΕ στη σύμβουλο του σχολείου Αθηνά Φτελλέχα (ΜΚ4).
Η Αθηνά Φτελλέχα (ΜΚ4) τον Σεπτέμβριο του 2021 ήταν εκπαιδευτικός συμβουλευτικής και επαγγελματικής αγωγής στο Γυμνάσιο [ ] και ήταν η 3η της χρονιά στο συγκεκριμένο σχολείο. Την Τετάρτη 29/09/2021, μπήκαν στο γραφείο της η ΕΕ μαζί με την ΡΡ (ΜΚ2). Μόλις μπήκαν στο γραφείο της, η ΜΚ4 παρατήρησε ότι ήταν και οι 2 αναστατωμένες, ειδικά ΕΕ ήταν πολύ φοβισμένη, είχε τρέμουλο και ήταν γενικά σοκαρισμένη. Αμέσως είπε στην ΕΕ να βγάλει την μάσκα που φορούσε και την ρώτησε τι έγινε και ξεκίνησε να της λέει τι έγινε αλλά άρχισε να κλαίει και να τρέμει. Την καθησύχασε λίγο και της είπε ότι ενώ πήγε να μπει στην τάξη της τέχνης, την 5η περίοδο με τον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος άνοιξε το χέρι του απλώνοντας το και την ακούμπησε το στήθος. Ακολούθως η ΜΚ4 ζήτησε από την ΕΕ να κάνουν αναπαράσταση την οποία έκαναν 2 φορές και της εξήγησε ακριβώς πως έγινε δηλαδή το χέρι του κατηγορούμενου ακούμπησε και στα δύο στήθη της με τα δάκτυλα του να κλείνουν στο δεξί της στήθος. Η ΕΕ ανέφερε στην ΜΚ4 ότι ένιωσε ότι η πράξη αυτή δεν ήταν σωστή και ένιωσε ντροπή και φόβο ταυτόχρονα. Η ΜΚ4 ενημέρωσε τηλεφωνικώς και τη διευθύντρια ΜΚ3 ενώ την ενημέρωση των γονιών την ανέλαβε η ΡΡ (ΜΚ2). Την ΕΕ την γνώριζε η ΜΚ4 μέσα στα πλαίσια επαγγελματικού προσανατολισμού και δεν απασχόλησε ποτέ το Γραφείο Συμβουλευτικής με συμπεριφορές δύσκολες, ήταν άριστη σε ήθος και σε επίδοση. Περαιτέρω, πριν το περιστατικό, η ΜΚ4 δεν είχε ακούσει ποτέ να έχει η ΕΕ οποιοδήποτε πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο ούτε είχε προβλήματα η ΕΕ στο σχολείο, κάτι που γνώριζε ως εκ της θέσης της ως σύμβουλος στο σχολείο. Μετά το επίδικο περιστατικό και υπό την ιδιότητα της ΜΚ4 ως Εκπαιδευτική Σύμβουλος, συνέχισε να παρακολουθεί και να έχει συναντήσεις με την ΕΕ καθ' όλη τη διάρκεια της χρονιάς καθότι η ΜΚ4 είχε παρατηρήσει ότι η ΕΕ είχε πάρα πολύ άγχος μετά το επίδικο περιστατικό.
Η ΣΣ (ΜΚ5) η οποία είναι η μητέρα της ΕΕ είδε στις 29/09/2021 το μεσημέρι την κόρη της μαζί με την αδελφή της ΜΚ2 στο σπίτι της μητέρας της ΜΚ5. Η κόρη της, ΕΕ την ενημέρωσε ότι όταν έμπαινε στην τάξη για το μάθημα άπλωσε το χέρι του ο καθηγητής της Τέχνης και έπιασε το στήθος της και ότι η ίδια ένιωσε πολύ άσχημα, ένιωσε ότι έγινε κάτι πάνω της πολύ άσεμνο, φοβήθηκε και έκλαιγε μέσα στην τάξη. Όταν η ΜΚ5 είδε την κόρη της εκείνη την ημέρα, η κόρη της ήταν πολύ συγχυσμένη, έκλαιγε και δεν την είχε ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση. Την επόμενη μέρα πήγαν στο σχολείο όπου συνάντησαν τη διευθύντρια ΜΚ3, την ΜΚ4 και μία παιδοψυχολόγο και προχώρησαν με καταγγελία στην Αστυνομία. Τις επόμενες μέρες, η ΜΚ5 αντιλήφθηκε ότι η κόρη της ήταν πολύ συγχυσμένη και δεν ήθελε να πάει σχολείο.
Η Έλενα Χατζηθωμά (ΜΚ6) εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού ως ανώτερη κλινική ψυχολόγος. Πραγματοποίησε ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις με την παραπονούμενη σε 3 διαφορετικές ημερομηνίες και ειδικότερα, στις 15/10/2021, 21/10/2021 και 01/11/2021. Ετοίμασε έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης (Τεκμήριο 23) σε σχέση με τα ευρήματα της. Σε κάθε συνάντηση που είχε με την ΜΚ8 και τους γονείς της λάμβανε σημειώσεις (Τεκμήριο 25).
Η ΜΚ6 υπό μορφή κλινικών ευρημάτων κατέγραψε στην έκθεση της Τεκμήριο 23 ότι διαπίστωσε ότι μετά το καταγγελθέν περιστατικό, η ΜΚ8 απομονώθηκε από τις μεγάλες παρέες στο σχολικό πλαίσιο και προτιμούσε να είναι μόνο με 1-2 φίλους ώστε να αποφεύγει τις οποιεσδήποτε συζητήσεις σχετικά με το συμβάν. Επίσης, απέφευγε τους γονείς της όταν τη ρωτούσαν αν είναι καλά, στην προσπάθεια της να μη συζητάει κάτι σχετικό. Από τη μέρα που συνέβη το περιστατικό δεν της άρεσε το μάθημα της Τέχνης, ενώ η αίθουσα της προκαλούσε «αηδία» καθώς της θύμιζε το περιστατικό με τον καθηγητή της. Τις πρώτες ημέρες αφού έγινε το περιστατικό, αντιλήφθηκε πως όταν ερχόταν κοντά της κάποιος καθηγητής, αποτραβιόταν προς τα πίσω, εξηγώντας πως ένιωθε άβολα να βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από αυτούς. Περαιτέρω, η ΜΚ8 αναφέρθηκε επίσης σε ακούσιες μνήμες του περιστατικού σε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, οι οποίες διαπιστώθηκε να ήταν εντονότερες στο σχολικό πλαίσιο. Οι μνήμες αυτές, της προκαλούσαν αναστάτωση και στην προσπάθεια της να ξεχάσει, απασχολείτο με κάτι άλλο (πχ κινητό τηλέφωνο, βιβλίο). Οι ακούσιες αυτές μνήμες ήταν πιο έντονες στο σχολικό πλαίσιο λόγω του ότι λειτουργούσε το σχολείο σαν ερέθισμα στο να της υπενθυμίζει το περιστατικό.
Η ΜΚ6 διαπίστωσε επίσης ότι το καταγγελθέν περιστατικό προκάλεσε αρνητική συγκινησιακή κατάσταση στην ΜΚ8 η οποία αισθανόταν θυμό σκεπτόμενη ότι θα έπρεπε να αντιδράσει και να τον σπρώξει και την βασάνιζε το ερώτημα γιατί να συμβεί στην ίδια αυτό το περιστατικό που της προκαλούσε το συναίσθημα της λύπης. Η ΜΚ6 διαπίστωσε επίσης ότι η ΜΚ8 έμπαινε σε μια διαδικασία να εφαρμόζει κάποιες στρατηγικές ασφαλείας, δηλαδή όταν κάτι της θύμιζε το περιστατικό ασχολείτο με το κινητό της είτε να διαβάσει ένα βιβλίο. Οι στρατηγικές ασφαλείας είναι μία διαδικασία στην οποία μπαίνει το άτομο για να αποφύγει το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί μια μνήμη, μια ανάμνηση του γεγονότος.
Η ΜΚ6 διαπίστωσε πως το καταγγελθέν περιστατικό προκάλεσε στη ΜΚ8 ψυχικά ενοχλήματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω τα οποία όμως με το πέρας της αξιολόγησης φάνηκε να ανακουφίστηκαν ελαφρώς γι’ αυτό και δεν υπήρχε οποιαδήποτε διάγνωση για διαταραχή.
Από την ΜΚ8 λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση στις 2/10/2021. Στις 3/10/2021 ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 4) και του παρέδωσε τα δικαιώματα του. Στις 5/10/2021 ο ΜΚ1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών στην παρουσία της διευθύντριας του Γυμνασίου [ ] ΜΚ3 τις οποίες επισύναψε ως δέσμη στο Τεκμήριο 2. Στις 6/10/2021 έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από τον ανήλικο ΛΛ (ΜΚ7). Στις 8/10/2021 επέδωσε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα υπόπτων/κατηγορουμένων και την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3). Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης έγινε προσπάθεια εντοπισμού όλων των μαθητών της τάξης προκειμένου τα παιδιά να δώσουν κατάθεση για το τι γνωρίζουν για την υπόθεση και σε σχέση με τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που έλαβαν χώρα με τους γονείς των μαθητών και τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών και ειδικότερα το τι αναφέρθηκε από τους γονείς κατόπιν επικοινωνίας με τα παιδιά τους, ετοιμάστηκαν σχετικά ημερολόγια ενεργείας (Τεκμήριο 12 και Τεκμήριο 13).
Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω ευρήματα όσο και την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό.
Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[47] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[48]
Προτού προχωρήσω, θα πρέπει να εξεταστούν κατά λογική προτεραιότητα οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης περί παράβασης του τεκμηρίου αθωότητας καθώς επίσης και πλημμελούς διερεύνησης από την πλευρά της Αστυνομίας, στοχοπροσήλωσης και παρωπιδισμού.
Παράβαση τεκμηρίου αθωότητας – Δηλώσεις βουλευτή και δημοσιεύματα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης:
Προβάλλεται η θέση ότι στην παρούσα υπόθεση παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαια δίκη ένεκα δημόσιων δηλώσεων στις οποίες προέβη ο βουλευτής Χρίστος Ορφανίδης προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι οι δηλώσεις αυτές αναπαράχθηκαν από ηλεκτρονικές ιστοσελίδες (Τεκμήρια 29-31).
Στις δηλώσεις του βουλευτή Χρίστου Ορφανίδη αναφέρθηκε τόσο ο κατηγορούμενος στη ανώμοτη του δήλωση όσο και ο ΜΥ1 ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 usb το οποίο περιέχει 2 βίντεο από αποσπάσματα σε τηλεοπτικές εκπομπές. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 29 και 30 διάφορα δημοσιεύματα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΥ1 δεν έχει κριθεί αξιόπιστος μάρτυρας και δεν έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ενόψει του ότι δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι τα συγκεκριμένα τεκμήρια ήταν δημοσιεύματα που είχε δει στον τύπο ο συγκεκριμένος μάρτυρας και ενόψει του ότι για το θέμα αυτό έκανε αναφορά και ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση παραθέτοντας αυτούσιες τις σχετικές δηλώσεις του κ. Ορφανίδη προχωρώ να εξετάσω στη συνέχεια τη συγκεκριμένη εισήγηση.
Το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται από το άρθρο 6.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με τον Νόμο 110(Ι)/2018 εισήχθησαν στο Κεφ. 155 τα άρθρα 3Α και 3Β που συνιστούν πρόνοιες προς ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2016/343 που στοχεύει στην ενίσχυση του τεκμηρίου αθωότητας.
Το ζήτημα της παράβασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη λόγω δηλώσεων κρατικών λειτουργών, έχει ήδη εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις τόσο από τα Κυπριακά Δικαστήρια όσο και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ).
Στην υπόθεση Allenet De Ribemont v. France (1995) 20 E.H.R.R.557 αποφασίστηκε ότι το τεκμήριο της αθωότητας πιθανόν να παραβιαστεί όχι μόνο από το Δικαστήριο αλλά και από άλλους δημόσιους αξιωματούχους. Στην Ilgar Mammadov ν. Azerbaijan Appl. No. 15172/13, ημερ. 22/5/2014, επισημάνθηκε ότι το άρθρο 6.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν μπορεί να εμποδίσει τις αρμόδιες αρχές του Κράτους από το να ενημερώνουν το κοινό για την πορεία ποινικών ανακρίσεων, απλώς επιβάλλει όπως τέτοια ενημέρωση γίνεται με προσοχή και διακριτικότητα.
Στην υπόθεση Dactaras v. Lithuania app. No 42095/98 ημερ. 10.10.2000, γίνεται διαχωρισμός των δηλώσεων που αντανακλούν την πεποίθηση ότι κάποιος είναι ένοχος με αυτές που απλά περιγράφουν κάποιον ως ύποπτο.
Στην υπόθεση Konstas v. Greece, Appl. No. 53466/07 ημερ. 24.5.11 στην παρ. 37, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο τα σχόλια έγιναν υπό τέτοιες περιστάσεις και με τέτοιο τρόπο που να μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι δυνατό να επηρεάσουν το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η υπόθεση εκκρεμεί.
Στην Σαββαΐδου κατά Ελλάδας ημ. 31.1.2023 (αρ. προσφ. 58715/15), εξετάστηκαν δηλώσεις της εκπροσώπου τύπου της Ελληνικής Κυβέρνησης με τις οποίες η αιτήτρια που ήταν Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, κατηγορήθηκε για παράβαση καθήκοντος, διαφθορά και διαπλοκή και απολύθηκε από τη θέση της, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Ε.Δ.Α.Δ. αποφάσισε ότι οι επίμαχες δηλώσεις παραβίασαν το τεκμήριο της αθωότητας της αιτήτριας καθώς δόθηκαν από την κυβερνητική εκπρόσωπο και ως εκ τούτου από ανώτατη αξιωματούχο του Κράτους, η οποία είχε μία αυξημένη δέσμευση λόγω της θέσης της για σεβασμό του τεκμηρίου της αθωότητας, και μάλιστα ενώ εκκρεμούσαν ποινικές διώξεις σε βάρος της προσφεύγουσας. Επιπλέον, ο τρόπος της διατύπωσης των δηλώσεων, ήτοι χωρίς καμία επιφύλαξη, δημιούργησαν την εντύπωση ότι η προσφεύγουσα ενεπλάκη σε πράξεις αντίθετες προς το δημόσιο συμφέρον και ότι είχε σχέσεις με τη διαφθορά. Οι επίμαχες δηλώσεις μπορούσαν να επηρεάσουν την προκαταρκτική εξέταση που διενεργούνταν σε βάρος της. Δεδομένου δε, ότι έλαβαν χώρα κατά την έξοδο της Κυβερνητικής εκπροσώπου από το Υπουργικό Συμβούλιο, δημιουργήθηκε στο κοινό η εντύπωση ότι αντικατόπτριζαν τις θέσεις της ίδιας της Κυβέρνησης.
Ωστόσο, και στην υπόθεση Σαββαΐδου (ανωτέρω) επαναλήφθηκε η αρχή ότι το κατά πόσον δήλωση ενός δημόσιου λειτουργού συνιστά παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, πρέπει να κριθεί στο πλαίσιο των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η επίμαχη δήλωση.
Στην G.C.P. v Romania, Appl. No. 20899/03, ημερ. 20.11.2011 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από το ΕΔΑΔ:
«54. The Court reiterates that Article 6 § 2, in its relevant aspect, is aimed at preventing the undermining of a fair criminal trial by prejudicial statements made in close connection with those proceedings. The presumption of innocence enshrined in paragraph 2 of Article 6 is one of the elements of the fair criminal trial that is required by paragraph 1 (see Allenet de Ribemont v. France, 10 February 1995, § 35, Series A no. 308). It not only prohibits the premature expression by the tribunal itself of the opinion that the person "charged with a criminal offence" is guilty before he has been so proved according to law (see Minelli v. Switzerland, 25 March 1983, § 38, Series A no. 62), but also covers statements made by other public officials about pending criminal investigations which encourage the public to believe the suspect guilty and prejudge the assessment of the facts by the competent judicial authority (see Allenet de Ribemont, cited above, § 41; Daktaras v. Lithuania, no. 42095/98, §§ 41-43, ECHR 2000-X; and Samoilă and Cionca v. Romania, no. 33065/03, § 92, 4 March 2008). The Court stresses that Article 6 § 2 cannot prevent the authorities from informing the public of criminal investigations in progress, but it requires that they do so with all the discretion and circumspection necessary if the presumption of innocence is to be respected (see Allenet de Ribemont, cited above, § 38).
55. It has been the Court's consistent approach that the presumption of innocence will be violated if a judicial decision or a statement by a public official concerning a person charged with a criminal offence reflects an opinion that he is guilty before he has been proved guilty according to law. It suffices, even in the absence of any formal finding, that there is some reasoning suggesting that the court or the official regards the accused as guilty. A fundamental distinction must be made between a statement that someone is merely suspected of having committed a crime and a clear declaration, in the absence of a final conviction, that an individual has committed the crime in question. The Court has consistently emphasised the importance of the choice of words by public officials in their statements before a person has been tried and found guilty of a particular criminal offence (see Khuzhin and Others v. Russia, no. 13470/02, § 94, 23 October 2008, with further references). Whether a statement of a public official is in breach of the principle of the presumption of innocence must be determined in the context of the particular circumstances in which the impugned statement was made (see Butkevičius v. Lithuania, no. 48297/99, § 49, ECHR 2002-II)»
(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου).
Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 53/17, 64/17, 66/17 και 68/17, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα της πιθανότητας παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης, μετά από αναφορές του Γενικού Εισαγγελέα σε ανακριτικό πόρισμα που αποκάλυπτε τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Λέχθηκε με παραπομπή στην πιο πάνω νομολογία του ΕΔΑΔ ότι οι αναφορές είχαν ως βάση το ίδιο το λεκτικό του πορίσματος που αντικρίσθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, ως «ενδεχόμενο» διάπραξης ποινικών αδικημάτων, αφήνοντας το ζήτημα ανοικτό. Δεν διαπιστώθηκε ως εκ τούτου παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.
Πρόσφατα στην Κλεοβούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2023, 20/10/2023, το Εφετείο ασχολήθηκε με το ζήτημα της πιθανότητας παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης μετά από δηλώσεις του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύτηκαν στα ΜΜΕ ο οποίος είχε αναφέρει ότι είναι η πρώτη φορά που συλλαμβάνεται κάποιος για τέτοιου είδους επεισόδια και στη συνέχεια ανέφερε ότι ελπίζει να στοιχειοθετηθεί η υπόθεση γιατί ο κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος. Λέχθηκε με παραπομπή στην πιο πάνω νομολογία του ΕΔΑΔ ότι οι επίμαχες αναφορές άφηναν το ζήτημα ανοικτό και δεν προεξοφλούσαν την ενοχή του κατηγορούμενου. Δεν διαπιστώθηκε ως εκ τούτου παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.
Με το ζήτημα της πιθανότητας παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης από δηλώσεις κρατικών λειτουργών ασχολήθηκε επίσης το Εφετείο πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Παντελιδάκη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 142/2022, ημερομηνίας 12/02/2026.
Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αναφερόμενες αρχές σε σχέση με το ζήτημα που έχει εγερθεί, προχωρώ να εξετάσω τις επίμαχες δηλώσεις. Στο Τεκμήριο 31 υπάρχουν 2 βίντεο. Το πρώτο με στοιχεία «videoplayback1» είναι ένα βίντεο διάρκειας 2 λεπτών και 28 δευτερολέπτων και είναι απόσπασμα από την εκπομπή Alpha Ενημέρωση. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο του αποσπάσματος:
«Δημοσιογράφος: Κ. Ορφανίδη καλό σας μεσημέρι.
Κ. Ορφανίδης: Καλό μεσημέρι σε όλους.
Δημοσιογράφος: Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να δημοσιοποιείτε την εν εξελίξη κατηγορία/καταγγελία εναντίον του καθηγητή; Διαπιστώνατε ότι δεν θα γινόταν κάτι ή ότι θεωρούσατε ότι θα έπρεπε να τεθεί πάραυτα σε διαθεσιμότητα;
Κ. Ορφανίδης: Βασικά αυτός ήταν ο λόγος
Ένιωθα την ανάγκη ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να μην ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα, αν και δεν θέλω να το κρύψω ότι άμεσα ενήργησε το Υπουργείο Παιδείας και ο διευθυντής της μέσης εκπαίδευσης, ενημέρωσε και τον Πρόεδρο της εκπαιδευτικής υπηρεσίας, αλλά τέτοια περιστατικά οφείλουμε να τα καταγγέλλουμε εγώ θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στο παιδάκι να του δώσω συγχαρητήρια, να δώσω συγχαρητήρια και στους γονείς, που δεν αποσιώπησαν το συγκεκριμένο περιστατικό, είχαν το θάρρος είχαν την τόλμη να βγουν και να το καταγγείλουν. Τέτοια περιστατικά δεν πρέπει να αποσιωπούννται πρέπει να τα γνωρίζουν πρέπει αυτοί οι οποίοι ενδεχομένως έχουν διαπράξει αυτά τα εγκλήματα, διότι είναι έγκλημα για μένα αυτό, είναι μία κακοποίηση, και σκεφτείτε την ψυχολογία ενός παιδιού νεαρής ηλικίας να έχει υποστεί αυτό το τραύμα σε….., δεν μπορώ να το φανταστώ.»
Δημοσιογράφος: Είναι πολλά τέτοια περιστατικά κ. Ορφανίδη απλά υπάρχει λόγος που δεν δημοσιοποιούνται. Σε κάθε περίπτωση εσείς όμως είχατε περισσότερη έγνοια επειδή γνωρίζατε και για προηγούμενες καταγγελίες ή αναφορές του συγκεκριμένου καθηγητή ή άλλως πως; Τι ήταν αυτό που για τη συγκεκριμένη περίπτωση..;
Υπήρχαν προηγούμενα αλλά αντιλαμβάνεστε ότι από τη στιγμή που έχει πάει στο Δικαστήριο είναι και λεπτή πλέον και η θέση μου γιατί βάση και των Κανονισμών δεν μπορούμε να μιλούμε πλέον για πολλά πράγματα ούτε πρέπει να φωτογραφήσουμε σε καμία περίπτωση, όμως εκείνο το οποίο είχα έγνοια σκεφτείτε σήμερα για παράδειγμα ο συγκεκριμένος καθηγητής να ήταν στο σχολείο και να ερχόταν σε επαφή με τη μαθήτρια ή με άλλα παιδάκια της ίδιας ηλικίας τραυματικό θα ήταν αυτό.»
(Οι υπογραμμίσεις και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Το δεύτερο αρχείο του Τεκμηρίου 31 με στοιχεία «videoplayback2» είναι ένα βίντεο διάρκειας 4 λεπτών και 45 δευτερολέπτων και είναι απόσπασμα από την εκπομπή Alpha Καλημέρα. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο του αποσπάσματος:
«Δημοσιογράφος: Καλή σας μέρα κ. Ορφανίδη.
κ. Ορφανίδης: Καλή σας μέρα, Καλημέρα και στους τηλεθεατές σας.
Δημοσιογράφος: Μιλώντας πιο πριν με τον εκπρόσωπο τύπου της Αστυνομίας μας ενημέρωσε ότι έχει συλληφθεί κάποιο άτομο για τη συγκεκριμένη υπόθεση και σίγουρα οτιδήποτε λεχθεί περισσότερο ενδεχομένως να μην είναι και το ορθότερο αφού βρίσκεται και σε μία διαδικασία έρευνας η Αστυνομία. Κ. Ορφανίδη τι είναι αυτό που σας έκανε εσάς μέσω των ΜΜΕ να απευθυνθείτε στο Υπουργείο Υγείας;
….
κ. Ορφανίδης: Εκείνο το οποίο εγώ με ώθησε εις το να το προχωρήσω είναι επειδή δεν πρέπει να αποσιωποιούνται τέτοια περιστατικά. Καταρχάς θέλω και νιώθω την ανάγκη να συγχαρώ την μαθήτρια η οποία προχώρησε την ίδια ημέρα και ενημέρωσε τους γονείς της. Να συγχαρώ τους γονείς γιατί τέτοια περιστατικά πρέπει να λαμβάνονται και να καταγγέλλονται την ώρα που πρέπει την σωστή την ώρα γιατί ο κάθε γονιός ο οποίος στέλνει τα παιδιά του στο σχολείο θεωρείται ότι τα στέλνει στο δεύτερο του σπίτι. Θεωρούμε ότι οι εκπαιδευτικοί είναι οι δεύτεροι γονείς του μαθητή και της μαθήτριας. Άρα οφείλουν οι εκπαιδευτικοί να έχουν μια συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά, σκεφτείτε πόσο τραυματικό είναι για ένα μωρό 14χρονών να έχει αυτή την εμπειρία, μια αθώα ψυχούλα από τέτοια νεανική ηλικία, να μπαίνει σε αυτές τις διαδικασίες, αλλά επαναλαμβάνω συγχαρητήρια στην μωρό συγχαρητήρια στους γονείς που είχαν την δύναμη, και θα είναι πυξίδα και φάρος αυτή η περίπτωση και για άλλες περιπτώσεις όπου γίνονται τέτοια να βγαίνουν να μιλούν. Μόνο έτσι θα μπούμε σε μια σωστή διαδικασία και θα διορθώσουμε την κοινωνία μας.
Δημοσιογράφος: Άρα ουσιαστικά αυτός ήταν ο λόγος που προχωρήσατε και εσείς στη δημοσιοποίηση και το κάλεσμα του Υπουργείου παιδείας. Αλήθεια κ. Ορφανίδη μετά από αυτήν την ανάρτηση σας είχατε επικοινωνία με κάποιο αρμόδιο;
κ. Ορφανίδης: Βεβαίως και θέλω να πω ότι το Υπουργείο παιδείας άμεσα ενήργησε έχει μιλήσει και με την αστυνομία και περίμενε την ενημέρωση η οποία σαββατοκύριακο θα ολοκληρωνόταν από ότι μου αναφέρατε και εσείς έχει ολοκληρωθεί έχει ενημερωθεί και έχουν προχωρήσει, έχει ενημερώσει το Υπουργείο τον πρόεδρο της επιτροπής εκπαιδευτικής υπηρεσίας και ανέμενε την έκθεση της αστυνομίας το ταχύτερο για να μπορέσουν και το Υπουργείο και η επιτροπή εκπαιδευτικής υπηρεσίας να προχωρήσει τάχιστα στο να θέσει τον συγκεκριμένο καθηγητή σε διαθεσιμότητα μέχρι την πλήρη διερεύνηση διότι αντιλαμβάνεστε ότι δεν θα ήταν σωστό το μωρό ή και τα άλλα μωρά που γνωρίζουν το περιστατικό να έβλεπαν τον συγκεκριμένο καθηγητή να πηγαινοέρχεται στην αίθουσα ή στην αυλή του σχολείου.
Δημοσιογράφος: Μάλιστα, υπάρχει και η πληροφορία ότι την δώσαμε και εμείς ότι εάν είναι και για το συγκεκριμένο πρόσωπο υπάρχουν και στο παρελθόν παρόμοιας φύσης καταγγελίες…
κ. Ορφανίδης: Δυστυχώς είχε καταγγελίες οι οποίες με διάφορα νομικίστικα τα χαρακτηρίζω τερτίπια της δικαιοσύνης δεν είχε προχωρήσει, εδώ θα ήθελα να επισημάνω ότι από την στιγμή που γνωρίζει το υπουργείο ότι υπήρχε ένας συνεχόμενος και επαναλαμβανόμενος τρόπος συμπεριφοράς του καθηγητή θα μπορούσε να μην τον είχε στείλει στα διάφορα εκπαιδευτήρια, στην εξ όσων γνωρίζω Λάρνακα είναι σε τρία σχολεία.. ».
Οι πιο πάνω τοποθετήσεις φαίνεται να έλαβαν χώρα όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 29 και 31 μετά από ανάρτηση που είχε προβεί σε λογαριασμό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο πλαίσιο της οποίας καλούσε το υπουργείο παιδείας να θέσει σε διαθεσιμότητα τον καθηγητή εναντίον του οποίου έγινε καταγγελία από μαθήτρια μέχρι την ολοκλήρωση της διερεύνησης της καταγγελίας.
Τέθηκε επίσης ως μέρος του Τεκμηρίου 31 δημοσίευμα του Αnt1live στο οποίο γίνεται αναφορά σε παρέμβαση του κ. Ορφανίδη στην εκπομπή Μέρα Μεσημέρι στο οποίο αναφέρεται ότι στην παρέμβαση του μεταξύ άλλων υπογράμμισε ότι η υπόθεση διερευνάται από τις αρμόδιες αρχές και είναι περιττός οποιοσδήποτε άλλος σχολιασμός.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, παρά το ότι οι τοποθετήσεις του κ. Ορφανίδη ήταν ατυχείς, εντούτοις οι αναφορές του δεν προδίκαζαν την έκβαση της δίκης, ούτε προεξοφλούσαν την ενοχή του κατηγορούμενου. Παρά τις ατυχείς του δηλώσεις ταυτόχρονα ο ίδιος αναγνώριζε και ξεκάθαρα δήλωνε ότι η καταγγελία βρίσκεται υπό διερεύνηση αφήνοντας ξεκάθαρα το ζήτημα ανοικτό ως προς την θεμελίωση και πρόσαψη κατηγοριών από την αστυνομία, πόσο δε μάλλον ως προς την τελική έκβαση της Δίκης. Έχοντας κατά νου το πλαίσιο των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες έγιναν οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις σε συνάρτηση με το περιεχόμενο τους και τις ρητές αναφορές ότι επρόκειτο για μία καταγγελία που βρισκόταν υπό διερεύνηση καταλήγω ότι δεν έλαβε σε καμία περίπτωση χώρα ρητή και απερίφραστη δήλωση ενοχής και οι αναφορές που έγιναν δεν προδίκαζαν οποιαδήποτε μελλοντική απόφαση του Δικαστηρίου.
Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, λόγω των προαναφερθέντων ατυχών κατά τα άλλα, δηλώσεων του συγκεκριμένου βουλευτή.
Ο κατηγορούμενος παραπονείται επίσης ότι παρατηρήθηκε σωρεία δυσμενών δημοσιευμάτων εναντίον του, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί το τεκμήριο αθωότητας και συνεπακόλουθα το δικαίωμα του σε δίκαιη Δίκη.
Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Παραθέτω επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ερωτοκρίτου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω):
«. να επαναλάβουμε ότι διαχρονική είναι η προσέγγιση της νομολογίας μας ότι η δίκη δεν καταργείται λόγω δημοσιευμάτων, έστω και δυσμενών, όσο έντονα και να είναι, ούτε και τα οποιαδήποτε δημοσιεύματα εξισούνται άνευ ετέρου με μη δίκαιη δίκη (Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά. (1994) 2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2) (1995) 2 ΑΑΔ 232).»
Λέχθηκε επίσης στην πιο πάνω υπόθεση ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν παραβιάζεται και η Δίκη δεν καθίσταται αυτοτελώς μη δίκαιη, με μόνη την απόδειξη δυσμενών δημοσιευμάτων. Θα πρέπει να καταδειχθεί ότι τα δημοσιεύματα είχαν δυσμενή επίδραση στην Δικαστική διαδικασία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Ευσταθίου (2010) 2 ΑΑΔ 94).
Εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, επηρεασμός οιουδήποτε μάρτυρα κατηγορίας από δυσμενή δημοσιεύματα. Περαιτέρω, έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και αποτιμώντας το σύνολο της δίκης δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε επηρεασμός του δικαιώματος του κατηγορούμενου σε δίκαια δίκη ένεκα οποιουδήποτε δημοσιεύματος.
Συνακόλουθα και αυτή η εισήγηση απορρίπτεται.
Ισχυρισμοί Κατηγορούμενου περί πλημμελούς αστυνομικής διερεύνησης, στοχοπροσήλωσης και παρωπιδισμού:
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου περί πλημμελούς αστυνομικής διερεύνησης σημειώνω ότι στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 376 επαναβεβαιώθηκε ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων[49] και ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου.[50] Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής[51] και το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[52]
Στην υπόθεση Aburamadan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.148/2021 σχ. με 155/2021, ημερομ.10/11/2022 τέθηκαν τα εξής σε σχέση με την υποχρέωση της αστυνομίας για διερεύνηση της υπόθεσης:
«Στη Munteanu v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 459, που μας παρέπεμψε ο εφεσείων 2 και λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο, αναφέρθηκαν τα εξής: «Αποτελεί δε υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάζει στοιχεία, ακόμη και αν αυτά είναι υπέρ του κατηγορούμενου διότι είναι κατηγορούσα και όχι διωκτική αρχή, το δε ερευνητικό έργο της αστυνομίας και της ίδιας, δεν στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση».
Περαιτέρω, έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Ο ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ούτε κατ' αφηρημένο τρόπο (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto).[53]
Προβάλλεται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του Κατηγορούμενου ότι κύρια και βασική θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι η καταγγελία εις βάρος του προέκυψε ένεκα της έντονης προκατάληψης που υπήρχε στο πρόσωπο του τόσο από καθηγητές όσο και από μαθητές και δεν διερευνήθηκε αυτός ο ισχυρισμός.
Καταρχάς, τόσο στην κατάθεση του όσο και στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει πουθενά ότι η επίδικη καταγγελία ήταν προϊόν προκατάληψης ή ότι ο λόγος που έγινε ήταν η προκατάληψη που υπήρχε εναντίον του, όπως προβάλλεται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων του κατηγορούμενου.
Αυτό το οποίο κάνει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση και ανώμοτη του δήλωση είναι να παραθέτει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί προκατάληψης προς το πρόσωπο του γενικά χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση και χωρίς να προβαίνει σε σαφείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς παραθέτοντας ονόματα και λεπτομέρειες με σαφή χρονικό προσδιορισμό. Ήταν σαφής ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του επί τούτου του σημείου ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να προβεί σε συγκεκριμένες και σαφείς αναφορές ή ακόμα να προβεί και σε συγκεκριμένες καταγγελίες κατονομάζοντας συγκεκριμένα πρόσωπα προκειμένου να μπορούσαν οι αστυνομικές αρχές να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια.
Επαναλαμβάνω όμως ότι σε κανένα σημείο της κατάθεσης του δεν ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι ο λόγος που έγινε η επίδικη καταγγελία από την παραπονούμενη ήταν η ισχυριζόμενη εκ μέρους του προκατάληψη και ψιθυρολογία προς το πρόσωπο του. Ο Κατηγορούμενος απλώς έθεσε τη δική του διαφορετική εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το άγγιγμα στην παραπονούμενη. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι η παραπονούμενη ήταν προκατειλημμένη εναντίον του με οποιοδήποτε τρόπο.
Ούτε έχει καταδειχθεί ότι θα μπορούσε να λάβει χώρα οποιαδήποτε άλλη ανακριτική ενέργεια σε σχέση με τις ασαφείς και γενικές αναφορές του κατηγορούμενου περί χλευασμού του.
Περαιτέρω, προβάλλεται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων του κατηγορούμενου ότι δεν διερευνήθηκε η θέση του κατηγορούμενου ότι υπήρχαν μαθητές που βγήκαν έξω από την τάξη. Ούτε και αυτή η θέση ευσταθεί. Ο κατηγορούμενος έδωσε στην κατάθεση του και την ανώμοτη του δήλωση τη δική του εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο άγγιγμα η οποία, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, δεν έχει γίνει αποδεκτή. Όπως εξήγησε ο ΜΚ1 είχαν ληφθεί όλες οι δέουσες ενέργειες έτσι ώστε να εντοπιστούν όλοι οι μαθητές προκειμένου να δώσουν μαρτυρία σε περίπτωση που είχε υποπέσει κάτι στην αντίληψη τους και προς τούτο έγινε σχετική τηλεφωνική επικοινωνία με τους γονείς των μαθητών ενόψει του ότι επρόκειτο για ανήλικα πρόσωπα και το αποτέλεσμα αυτής της επικοινωνίας καταγράφηκε στα σχετικά ημερολόγια ενεργείας που κατέθεσε ο ΜΚ1 (Τεκμήρια 12 και 13), εξηγώντας ότι δεν είχε προκύψει να γνώριζε οτιδήποτε συγκεκριμένο κάποιος άλλος μαθητής. Ο ΜΚ1 με περισσή λεπτομέρεια και σαφήνεια εξήγησε ότι η συνομιλία που γινόταν και που είχε κάνει και ο ίδιος με τους γονείς ήταν κατά πόσο γνώριζαν οτιδήποτε για το συγκεκριμένο περιστατικό προκειμένου να δώσουν κατάθεση και κατέγραφε αυτά που του έλεγαν. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές & Ουσιαστικές Πτυχές των κκ. Ηλιάδη και Σάντη, Β’ έκδοση σελ.866 ο ανακριτής κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης οφείλει να ενεργεί αντικειμενικά. Τα ίδια κατ' αναλογία ισχύουν και για οποιοδήποτε αστυνομικό μέλος ανακριτικής ομάδας που λαμβάνει κατάθεση από κάποιον μάρτυρα. Σε κάθε περίπτωση οι καταθέσεις τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ο Κατηγορούμενος μέσω του συνηγόρου του είχε το δικαίωμα να αντεξετάσει και αντεξέτασε επί των εν λόγω θεμάτων. Συνεπώς, δεν παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του. Επαναλαμβάνω ότι δεν τέθηκε καν ως θέση στην παραπονούμενη ότι εκείνη την ώρα έτρεχαν να βγουν έξω και ότι ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της εξόδου που έλαβε χώρα το άγγιγμα.
Δεν έχει εν προκειμένω καταδειχθεί ότι υπήρχαν παραλείψεις των ανακριτκών αρχών ούτε έχει καταδειχθεί ότι οι αστυνομικές αρχές ενήργησαν με στοχοπροσήλωση ή παρωπιδισμό. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει εξηγηθεί με ποιο τρόπο επηρεάστηκε το δικαίωμα για δίκαιη δίκη του κατηγορούμενου τη στιγμή που αντεξέτασε τους μάρτυρες για τις ισχυριζόμενες πράξεις ή και παραλείψεις τους κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Επαναλαμβάνω, ότι ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη δεν γίνεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υπόθεσης.[54]
Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή των θέσεων και εισηγήσεων της υπεράσπισης που είχαν σαν επίκεντρο, ως επί το πλείστον, τις ενέργειες του ανακριτή της υπόθεσης ΜΚ1 και δεν έχω διαπιστώσει ότι ενήργησε με τον τρόπο που η υπεράσπιση θέτει. Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του κατηγορούμενου εξετάστηκαν και κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1. Ο ανακριτής αναλαμβάνοντας τη διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης θεωρώ ενήργησε με τον πρέποντα τρόπο υπό τις συνθήκες που περιέβαλλαν την υπόθεση.
Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχω εντοπίσει τέτοια παράλειψη η οποία να είχε οποιαδήποτε επίπτωση στην προώθηση της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ή στην αμφισβήτηση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε έχει καταδειχθεί ότι αποστερήθηκε ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να προτάξει εκδοχές ή να αντιτάξει τοποθετήσεις ενάντια εκείνων της Κατηγορούσας Αρχής ή ακόμη και να αμφισβητήσει το καλόπιστο της δίωξης. Δεν τέθηκε δηλαδή οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο σε αυτήν την κατεύθυνση.
Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος δεν εισηγήθηκε κάτι συγκεκριμένο και δεν εξήγησε με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς στην προώθηση της Υπεράσπισης του από τις ισχυριζόμενες παραλείψεις της διερεύνησης.
Βάσει των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς διερεύνησης δεν έγινε κατορθωτό να πείσουν, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι προβαλλόμενες ως παραλείψεις της Αστυνομίας στο ανακριτικό στάδιο ήταν τέτοιας φύσης ή έκτασης που ο Κατηγορούμενος τέθηκε σε δυσμένεια κατά την προώθηση της υπεράσπισής του. Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Καταληκτικά, σημειώνω ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου.
Μετά την εξέταση της εισήγησης περί παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη πληροί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.
Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία οφείλει να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic (1971) 2 CLR 40.
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[55]
Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[56]
Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, στη βάση του άρθρου 6 (4) (α) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου (N. 91(Ι)/2014)[57] το οποίο έχει ως ακολούθως:
(4) Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν -
(α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου,
Η έννοια της σεξουαλικής πράξης δίδεται στο προοίμιο του Νόμου, ως ακολούθως:
«σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται-
(α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή
(β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική∙
Η έννοια της θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου:
(α) σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού μεταξύ του θύματος και του προσώπου που διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή
(β) οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ του θύματος και του προσώπου αυτού, λόγω της θέσης του ή της ιδιότητάς του περιλαμβανομένης της σχέσης του με τον κηδεμόνα του παιδιού, εκπαιδευτικό, εργοδότη, υπεύθυνο οποιουδήποτε δημόσιου ή ιδιωτικού ιδρύματος το οποίο φιλοξενεί παιδιά ή στο οποίο περιορίζονται ή κρατούνται πρόσωπα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης διοικητικών ή δικαστικών αρχών, καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα∙
Η έννοια της κατάχρησης θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου περιλαμβάνει «την περίπτωση όπου το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση».
Είναι προφανές ότι η έννοια του όρου σεξουαλική πράξη δυνατόν να περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό συμπεριφορών. Η κατάληξη στο εάν υφίσταται σεξουαλική πράξη πέραν από την ίδια την πράξη, δυνατόν να συναρτάται και με τις περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται.
Στην υπό κρίση περίπτωση αυτό που εν πρώτοις θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η παραπονούμενη ήταν παιδί το οποίο δεν είχε φθάσει σε ηλικία συναίνεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 91(Ι)/2014 ηλικία συναίνεσης ορίζεται ως η ηλικία των 17 ετών. Στην παρούσα περίπτωση η παραπονούμενη γεννήθηκε στις [ . Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας φέρεται να διαπράχθηκε τον Σεπτέμβριο του 2021. Είναι ξεκάθαρο ότι η παραπονούμενη είχε συμπληρώσει μόνο τα 14 της χρόνια κάτι που σημαίνει ότι κατά το χρόνο που φέρεται να διαπράχθηκε το αδίκημα δεν ήταν 17 ετών. Συνεπώς δεν είχε φθάσει στην ηλικία συναίνεσης.
Επομένως προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο ο κατηγορούμενος συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί. Σεξουαλική πράξη, ως ήδη αναφέρθηκε, ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου και μπορεί να είναι είτε εκ φύσεως σεξουαλική είτε κάποια πράξη να τελείται υπό περιστάσεις που την καθιστούν σεξουαλική.
Ο ορισμός που δίδεται στον Νόμο προσομοιάζει με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 78 του Sexual Offences Act 2003, στην Αγγλία ως ακολούθως:
For the purposes of this Part (except sections 15A and section 71) penetration, touching or any other activity is sexual if a reasonable person would consider that—
(a) whatever its circumstances or any person's purpose in relation to it, it is because of its nature sexual, or
(b) because of its nature it may be sexual and because of its circumstances or the purpose of any person in relation to it (or both) it is sexual.
Η έννοια του όρου σεξουαλική πράξη, για σκοπούς του πιο πάνω νομοθετήματος έχει εξεταστεί στις Αγγλικές υποθέσεις R v. H [2005] 2 All ER 859 και R v Abdulahi [2022] EWCA Crim 412.
Στην υπόθεση R v. Abdulahi παρ. 36-37, τέθηκε πως εάν από τη φύση της μαρτυρίας προκύπτει ότι η πράξη είναι ως εκ της φύσεως της σεξουαλική, το ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 78(α) και δεν χρειάζεται άλλη διεργασία για την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί σεξουαλικής πράξης.
Στην R v. H ( ανωτέρω), εξετάστηκε η εμβέλεια του άρθρου 78(b) και στην παράγραφο 12 λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά:
«The fact that in s 78(b) there are two different questions which we have sought to identify complicates the task of the judge and that of the jury. If there is a submission of 'no case' the judge may have to ask himself whether there is a case to be left to the jury. He will answer that question by determining whether it would be appropriate for a reasonable person to consider that the touching because of its nature may be sexual. Equally, the judge will have to consider whether it would be possible for a reasonable person to conclude, because of the circumstances of the touching or the purpose of any person in relation to the touching (or both), that it is sexual. If he comes to the conclusion that a reasonable person could possibly answer those questions adversely to the defendant, then the matter would have to be left to the jury.»
Προκύπτει, συνεπώς, ότι η νοητική διεργασία για την κατάληξη στο κατά πόσο κάποια πράξη είναι σεξουαλική, για σκοπούς του άρθρου 78(b), ξεδιπλώνεται σε δυο στάδια. Πρώτα αποφασίζεται εάν κάποιο λογικό άτομο θα συμπεραίνει ότι η πράξη δυνατόν να είναι σεξουαλική εκ της φύσεως της και το κατά πόσο είναι πιθανόν, υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα η πράξη, κάποιο λογικό άτομο να συμπεράνει ότι ήταν σεξουαλικής φύσεως.
Ως προς την έννοια του όρου σεξουαλική πράξη και τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να συναχθεί διαφωτιστικό παράδειγμα δίδεται στο σύγγραμμα Rook & Ward, Sexual Offences Law and Practice, 6η έκδοση σελ. 287 παρ. 315, όπου εξετάζεται η έννοια του όρου σεξουαλική πράξη για το ομοειδές αδίκημα της υποκίνησης παιδιού να συμμετάσχει σε σεξουαλική δραστηριότητα ως ακολούθως:
«If A asks B to see B’s underwear, this is likely (depending on circumstances) to amount to inciting sexual activity»
Καταλήγω, λοιπόν, ότι παρόμοια προσέγγιση θα πρέπει να ακολουθηθεί και για σκοπούς του εξεταζόμενου άρθρου επί του οποίου εδράζεται η 1η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Σχετικά είναι επίσης και τα όσα έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Α.R.R. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2022, ημερομηνίας 30/04/2024 σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συμμετοχής σε σεξουαλική πράξη με παιδί καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής (Άρθρο 6. 4 (α) του Ν. 91 (Ι)/2014).
Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.[58]
Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που έλαβε χώρα ήταν το σκόπιμο άγγιγμα του στήθους της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος όταν η παραπονούμενη εισήλθε στην τάξη της και κατευθυνόταν προς το θρανίο της εν ψυχρώ και αναίτια έκανε ένα πλάγιο βήμα πλησιάζοντας προς το μέρος της, άνοιξε και άπλωσε το χέρι του πάνω στο στήθος της παραπονούμενης ακουμπώντας το χέρι του και συγκεκριμένα το εσωτερικό σημείο του χεριού του από το ύψος του αγκώνα μέχρι την παλάμη πάνω και στους δύο μαστούς της παραπονούμενης με την παλάμη του να καταλήγει και να κλείνει στο στήθος της παραπονούμενης σπρώχνοντας την παραπονούμενη ελαφρά προς τα πίσω ενόσω το χέρι του ακουμπούσε στο στήθος της με το άγγιγμα να διαρκεί κάποια δευτερόλεπτα.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το άγγιγμα στο στήθος ενός προσώπου, ανήλικου ή ενήλικου δυνατόν να συνιστά σεξουαλική πράξη. Στην εδώ περίπτωση, οι περιστάσεις της επίδικης πράξης, δηλαδή εν ψυχρώ και αναίτια προσέγγιση της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο με τον κατηγορούμενο να κινείται προς το μέρος της παραπονούμενης, να απλώνει το χέρι του και να αγγίζει και στους 2 μαστούς της παραπονούμενης σπρώχνοντας την προς τα πίσω και ακουμπώντας στο στήθος για κάποια δευτερόλεπτα, ως το υπό κρίση συμβάν, την καθιστούν, σεξουαλική πράξη για σκοπούς του Νόμου. Δεν είναι δυνατόν, υπό τις συνθήκες που έχω εξηγήσει, να προσεγγιστεί διαφορετικά η πράξη αυτή του κατηγορούμενου και το λογικό συμπέρασμα που αναμφίβολα προκύπτει δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό. Ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση διάπραξης αυτού του αδικήματος αφού οι αμέσως πιο πάνω ενέργειες του δεν ήταν αθώες, αλλά σκόπιμες με πρόθεση πραγματοποίησης της σεξουαλικής αυτής πράξης, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι έλαβαν χώρα εν ψυχρώ και αναίτια με τον κατηγορούμενο να επεμβαίνει στο σώμα της Παραπονούμενης.
Τέλος, έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του ως καθηγητής της Παραπονούμενης στο μάθημα της Τέχνης είχε θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής στην Παραπονούμενη εντός της έννοιας του Νόμου.
Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ως εκπαιδευτικός της παραπονούμενης καταχράστηκε αυτή του τη θέση εξουσίας αγγίζοντας την Παραπονούμενη στο στήθος, με την Παραπονούμενη, η οποία ήταν μαθήτρια του Κατηγορούμενου, να μην είχε υπό τις περιστάσεις άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί τη συγκεκριμένη κατάχρηση.
Καταλήγω, λοιπόν, πως έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας στον απαιτούμενο βαθμό και η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η κατηγορία.
2η κατηγορία – Άσεμνη Επίθεση:
Η κατηγορία 2 στηρίζεται στο άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, το οποίο προνοεί:
«Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.»
Το άρθρο 151 του Κεφ. 154, μοιάζει στο λεκτικό με το άρθρο 14(1) του Sexual Offences Act 1956. Για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης πρέπει να αποδειχθεί (α) η επίθεση, (β) η πρόθεση επίθεσης και (γ) το άσεμνο της επίθεσης.
Στην απόφαση R. v. Court (1989) A.C. 28, αποφασίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει (α) ότι ο Κατηγορούμενος επί σκοπώ επιτέθηκε στο θύμα (β) ότι η επίθεση ή η επίθεση με τις συνακόλουθες περιστάσεις, μπορεί να θεωρηθεί στα μάτια των ορθώς σκεπτόμενων πολιτών ως άσεμνη και (γ) ότι υπάρχει πρόθεση διάπραξης τέτοιου αδικήματος. Αποφασίστηκε επίσης ότι αν τα γεγονότα είναι τέτοια που μπορούν να επιδέχονται ερμηνεία είτε της αθώας είτε της άσεμνης πράξης, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο την εκ προθέσεως επίθεση αλλά και το άσεμνο της συμπεριφοράς, η δε νοητική διάθεση ή κίνητρο του Κατηγορουμένου είναι αποδεκτά ως μαρτυρία για να καταδειχθούν ή όχι οι προϋποθέσεις της άσεμνης επίθεσης.
Όσον αφορά την επίθεση, στην υπόθεση Fagan Metropolitan v. Police Commissioner (1968) 3 All E.R. 442, λέχθηκε ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με την τοποθέτηση του χεριού σε άλλον. Στην υπόθεση R. v. Dungey (1864) 4 F. & F. 99, αποφασίστηκε ότι το φίλημα με βία αποτελεί επίθεση.
Στην υπόθεση R. v. Venna (1975) 3 L.R. 737, 743, αποφασίστηκε ότι το νοητικό στοιχείο της πρόθεσης αποδεικνύεται είτε με άμεση μαρτυρία, είτε τεκμαίρεται από τις περιστάσεις και γεγονότα της υπόθεσης. Η συγκατάθεση σαφώς είναι παράγοντας που αίρει την ποινική ευθύνη - βλ. R. v. Lang (1975) Cr. L.R. 65.
Όσον αφορά την έννοια του παράνομου, αυτή προδιαγράφει την ανυπαρξία νόμιμου σκοπού, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Police v. Djioppou (1972) 10 J.S.C. 1365.
Για το τι συνιστά άσεμνη επίθεση παραπέμπω στις πιο κάτω υποθέσεις:
Στην υπόθεση R. v. Court, ανωτέρω, θεωρήθηκε ως άσεμνη επίθεση, κτυπήματα στα οπίσθια μιας 12χρονης όπου το κίνητρο, κατά την παραδοχή του Κατηγορουμένου, ήταν φετιχισμός για το μέρος εκείνο του ανθρώπινου σώματος.
Στην υπόθεση R. v. Maurice Leeson 52 Cr. App. R. 185, θεωρήθηκε άσεμνη επίθεση το φιλί σε ένα κορίτσι ενάντια στη θέληση του συνοδευόμενο με εισηγήσεις συνουσίας ή συναφείς δραστηριότητες.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου, Ποινική Έφεση Αρ. 120/13, ημερ. 30.3.15, στην οποία το Εφετείο θεώρησε εσφαλμένη την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η «άσεμνη επίθεση» πρέπει να εμπεριέχει το στοιχείο της πρόκλησης φόβου στο θύμα ότι θα του ασκηθεί άμεση και παράνομη βία, αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης συντελείται όταν υπάρχει άμεση σωματική βία, υπό άσεμνες περιστάσεις. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής:
«Όταν τέτοια βία ασκείται χωρίς τη συναίνεση του άλλου ή έστω με τη συγκατάθεσή του, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη κατά νόμο συναίνεση, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση (βλ. R. V. McCormack [1969] 3 All ER 371). Η έννοια της άσεμνης επίθεσης διευκρινίστηκε κατ΄ εφαρμογή της McCormack έτι περαιτέρω στην υπόθεση Faulkner v. Talbot [1981] WLR 1528:
«An assault is any intentional touching of another person without the consent of the person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate.»
Εάν το άγγιγμα, εξηγείται κατωτέρω, είναι άσεμνο, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση.
Συνεπώς, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία ως συστατικό στοιχείο, υπό τις περιστάσεις, του αδικήματος.»
Η έννοια της άσεμνης επίθεσης αποδίδεται στον ορισμό που έδωσε η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση R. v. Court (1988) 2 All E.R. 221: Ένα πρόσωπο είναι ένοχο άσεμνης επίθεσης όταν επιτίθεται στο θύμα με πρόθεση όχι μόνο να επιτεθεί, αλλά να επιτεθεί άσεμνα, δηλαδή κατά τρόπο που τα ορθώς σκεπτόμενα πρόσωπα θα θεωρούσαν άσεμνο. Μια πράξη είναι άσεμνη αν συνοδεύεται από απρεπή συμπεριφορά προς το θύμα (Beal v. Kelley (1951) 2 All ER 763). Η πρόθεση αποδεικνύεται είτε άμεσα, όπως π.χ. ομολογία, είτε έμμεσα εκ των περιστάσεων της υπόθεσης, υπό τις προϋποθέσεις που επιτρέπεται συμπερασματικά τέτοιο εύρημα (βλ. επίσης R. v. Sutton (1977) 3 All E.R. 746).
Στην υπόθεση Πετρίδης v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.153/2021, ημερ. 14.11.2023, αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα και τις αρχές που διέπουν τη διάπραξη του, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
« Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, απαιτείται να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος: (α) Επιτέθηκε (assault), (β) Άσεμνα (indecently), (γ) Παράνομα (unlawfully), (δ) Εναντίον γυναίκας.
Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο πάνω αδίκημα είναι όμοιο με το αντίστοιχο αδίκημα του άρθρου 14(1) του προϊσχύσαντος αγγλικού Sexual Offences Act 1956 («indecent assault on a woman»). Αναγκαία είναι επίσης και η υπενθύμιση ότι στην ημεδαπή έννομη τάξη ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει και τα δύο είδη επιθέσεων που είναι γνωστά στο κοινοδίκαιο ως «assault» και «battery» (Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου (2015) 2(Α) Α.Α.Δ. 128), αν και γενικά είναι δεκτό ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις ο όρος «assault» χρησιμοποιείται ως περιέχων και τα δύο αυτά αδικήματα του κοινοδικαίου (Archbold 2023, §19‑ 221). Ειδικά ως προς την άσεμνη επίθεση θεωρούμε πως αποδίδει τα ισχύοντα το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R v. Court (1989) Α.C. 28 H.L.:
«. it is self evident, that the first stage in the proof of the offence is for the prosecution to establish an assault. The «assault» usually relied upon is a battery, the species of assault, conveniently described by Lord Lane C.J. in Faulkner v. Talbot [1981] 1 W.L.R. 1528, 1534 as «any intentional touching of another person without the consent of that person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate». But the «assault» relied upon need not involve any physical contact but may consist merely of conduct which causes the victim to apprehend immediate and unlawful personal violence. In the case law on the offence of indecent assault, both categories of assault feature».
Σε απόλυτη συνάφεια με τα ανωτέρω προσθέτουμε πως η επίθεση είναι δυνατόν να διαπραχθεί και διά λόγων ή ακόμα και διά της σιωπής υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αναλόγως των περιστάσεων. Επ' αυτού σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R v. Ireland, Burstow (1998) A.C. 147 H.L.:
«The proposition that a gesture may amount to an assault, but that words can never suffice, is unrealistic and indefensible. A thing said is also a thing done. There is no reason why something said should be incapable of causing an apprehension of immediate personal violence, e.g. .».
Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει κατά πόσον οι ορθώς σκεπτόμενοι άνθρωποι θα θεωρούσαν την επίμαχη συμπεριφορά άσεμνη ή όχι. Το δε κριτήριο είναι κατά πόσον το αποτέλεσμα της επίμαχης συμπεριφοράς ήταν τόσο προσβλητικό στα εκάστοτε ισχύοντα επίπεδα σεμνότητας (ευπρέπειας) και ιδιωτικότητας, ούτως ώστε να καθίσταται άσεμνη (απρεπής). Καθοδηγητική θεωρείται η υπόθεση R v. Court (1989) Α.C. 28 H.L, σύνοψη της οποίας παρατίθεται στο σύγγραμμα Archbold 2023, §20‑364.
Σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της «παρανομίας» συνάγεται από την υπόθεση Faulkner v. Talbot (1981) 1 WLR 1528 πως στοιχειοθετείται όταν καταδειχθεί ότι η επίμαχη συμπεριφορά του δράστη έγινε χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία (lawful excuse). Σχετική είναι η υπόθεση R v. Kimber (1983) 3 All E.R. 316, καθώς και η R v. Court (ανωτέρω). Από πλευράς απαιτούμενης νοητικής κατάστασης (mens rea) θα πρέπει να σημειώσουμε πως το αδίκημα διαπράττεται είτε εκ προθέσεως είτε απερισκέπτως (intentionally or recklessly), ως έχει κριθεί στην υπόθεση R v. Venna (1975) 3 All E.R. 788. »
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος επί σκοπώ, εν ψυχρώ και αναίτια προσέγγισε την παραπονούμενη κάνοντας πλάγιο βήμα προς την ίδια ενώ κατευθυνόταν στο θρανίο της με τον κατηγορούμενο να απλώνει το χέρι του και να αγγίζει και στους 2 μαστούς της παραπονούμενης σπρώχνοντας την προς τα πίσω και ακουμπώντας την στο στήθος για κάποια δευτερόλεπτα. Η επίθεση αυτή χωρίς αμφιβολία ήταν άσεμνη και ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση διάπραξης αυτού του αδικήματος αφού οι αμέσως πιο πάνω ενέργειες του δεν ήταν αθώες, αλλά σκόπιμες με πρόθεση άσεμνης συμπεριφοράς, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι έλαβαν χώρα εν ψυχρώ και αναίτια με τον κατηγορούμενο να επεμβαίνει στο σώμα της Παραπονούμενης προβαίνοντας σε πράξεις σεξουαλικής φύσεως χωρίς τη θέληση της, γεγονός που της προκάλεσε σοκ και αναστάτωση.
Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στη 2η κατηγορία.
Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Με τον Ν. 59(Ι)/2025 Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 5036, 25.4.2025 ο συνοπτικός τίτλος του βασικού νόμου τροποποιήθηκε με την αντικατάσταση της φράσης «της Παιδικής Πορνογραφίας», με τη φράση «της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών».
[2] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[3] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[4] βλ. Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015.
[5] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[6] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[7] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118).
[8] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.
[9] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[10] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[11] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[12] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[13] Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640.
[14] Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 547 και Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 71/2020, ημερομηνίας 28.1.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23.
[15] Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.
[16] βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, ημερομηνίας 11.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B171.
[17]Andreas Anastassiades v. R. (1977) 2 C.L.R. 97, Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik (2001) 1 A.A.Δ. 2013 Davie v. Edinborough Magistrate (1953) S.C. 34, Vassiliko Cement Works v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου (1982) 1 Α.Α.Δ 746, Constantinides ν. Mavrogenis (1983) 1 C.L.R. 663, Pouris v. R (1983) 2 C.L.R. 170, Καουρής ν. Δημητρίου κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 967.
[18] Νικολάου ν Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη (2008) 1 Α.Α.Δ. 432.
[19] Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Phipson on Evidence 11η έκδοση σελ. 510, παραγρ. 1286, R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic (1977) 2 C.L.R. 132 και Vasilico Cement Works Ltd. v. Stavrou (1976) 1 C.L.R. 389, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2) (2009) 1 ΑΑΔ 1481.
[20] Ψάλτης v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα (2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077
[21] Joy v Yeoman (1981) 2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 47.
[22] Ομήρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017 ημερομ. 2/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B214.
[23] βλ. Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110 και Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 934.
[24] βλ. Γιαννίδης v. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, και Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 612, 629).
[25] Με τον Ν. 59(Ι)/2025 Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 5036, 25.4.2025 ο συνοπτικός τίτλος του βασικού νόμου τροποποιήθηκε με την αντικατάσταση της φράσης «της Παιδικής Πορνογραφίας», με τη φράση «της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών».
[26] (βλ. κατ’ αναλογίαν, ΜΚ v. Δημοκρατίας (2014) 2(A) ΑΑΔ 225, 241).
[27] (βλ. κατ’ αναλογίαν, Neica v. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 527, 533).
[28] (βλ. κατ’ αναλογίαν, Brierley v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 476, 492).
[29] (βλ. κατ’ αναλογίαν, Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 221, 259).
[30] Σ.Σ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 97/2022, ημερομηνίας 16/11/2022.
[31] (βλ. κατ’ αναλογίαν, Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 228/18, ημερ. 16/3/20, ECLI:CY:AD:2020:B102, ΣΠ ν. Αστυνομίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ 468, 492).
[32] (βλ. κατ’ αναλογίαν, Mazid v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 215/16, ημερ. 30/4/20, ECLI:CY:AD:2020:B135, ΟΟ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 337/18, ημερ. 20/1/20, ECLI:CY:AD:2020:B23, ΣΘΠ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 604, 618).
[33] Βλ. επίσης Saab k.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 106, Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 258, Παρμαξής ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 224, Λιασίδης ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 434, Sammy John Lee Trussler v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 38 κ.ά.
[34] 10. Κάθε Δικαστήριο, ενώπιον του oπoίoυ δικάζεται πρόσωπο το οποίο κατηγορείται για οποιοδήποτε πoιvικό αδίκημα, δύναται να δεκτεί ως απόδειξη, εκ μέρους της κατηγορίας, τις λεπτομέρειες οποιουδήποτε παραπόvoυ ή oπoιασδήπoτε δήλωσης που αφορά το πoιvικό αδίκημα που γίνεται από το πρόσωπο επί του oπoίoυ διαπράχτηκε αυτό ή από το πρόσωπο που έχει την ευθύνη oπoιασδήπoτε περιουσίας κατά της oπoίας διαπράχτηκε το πoιvικό αδίκημα και το οποίο ήταν παρόν όταν διαπράχτηκε το πoιvικό αδίκημα:
Νοείται ότι οι λεπτομέρειες οποιουδήποτε τέτoιoυ παραπόvoυ ή δήλωσης δεν είναι δεκτές, όταν πρoσάγovται εκ μέρους της κατηγορίας, εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ενώπιον του oπoίoυ δικάζεται o κατηγoρoύμεvoς, ότι το παράπovo ή δήλωση έγινε, αφου λήφθηκαν υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, αμέσως μετά τη διάπραξη του πoιvικoύ αδικήματος, και προς το πρώτο πρόσωπο προς το οποίο ή τα πρώτα πρόσωπα προς τα όποια το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στο παράπovo ή τη δήλωση, μίλησε μετά τη διάπραξη του πoιvικoύ αδικήματος, ή προς το πρόσωπο προς το οποίο ή προς τα πρόσωπα προς τα όποια το Δικαστήριο φρovεί ότι ήταν φυσικό να προβεί σε παράπovo ή δήλωση σε σχέση με το πoιvικό αδίκημα.
[35] (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Ηλιάδης & Σάντης, Β’ έκδοση, σ. 514 επ.)
[36] βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατία (2001) 2 Α.Α.Δ.618.
[37] (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Ηλιάδης & Σάντης, Β’ έκδοση, σ. 521-522 όπου γίνεται παραπομπή στην Sutton v. The King (No2) (1929-1933) 14 CLR 160).
[38] βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Ηλιάδης & Σάντης, Β’ έκδοση, σ. 510 και R v Redpath (1962) 46 Cr App R 319.
[39] βλ. επίσης Brierley v Αστυνομίας, Ποιν. Eφ. 101/11 ημερομηνίας 19.07.12.
[40] Eυθυμίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016, ECLI:CY:AD:2018:B477 ημερ. 6/11/2018 Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 22 Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139 , 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195).
[41] Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014).
[43] Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022.
[44] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015. βλ. επίσης Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011 ημερ. 15/07/2016
[45] Άρθρο 27, Κεφ. 9.
[46] Η ΜΚ8 έδειξε αυτό το άγγιγμα σε 3 διαφορετικά σημεία στην οπτικογραφημένη της κατάθεση Τεκμήριο 6 και ειδικότερα στα ακόλουθα χρονικά σημεία του βίντεο που κατατέθηκε: (1) 0:08:36 – 0:08:55, (2) 0:19 – 0:20:22, (3) 0:20:56 – 0:21:31.
[47] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.
[48] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, ECLI:CY:AD:2022:A113, 16/3/2022.
[49] (βλ. Panovits v. Cyprus Application No. 4268/04 ημερ. 11.12.08)
[50] (βλ. Κάππελος ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ.241)
[51] (βλ. Sofri and Others v. Italy (2004) Crim. L.R.846)
[52] (βλ. Monat v. DPP (2001) 2 Cr. App.R.23 και Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ 563)
[53] Ρίκκος Ερωτοκρίτου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B465, ECLI:CY:AD:2017:B465, Παπανδρέας Αθανάση v. Δημοκρατίας (2016) 2(Β) Α.Α.Δ. 867).
[54] βλ. Yaacoub ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 165.
[55] (βλ. Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[56] (βλ. Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018, Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372).
[57] Με τον Ν. 59(Ι)/2025 Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 5036, 25.4.2025 ο συνοπτικός τίτλος του βασικού νόμου τροποποιήθηκε με την αντικατάσταση της φράσης «της Παιδικής Πορνογραφίας», με τη φράση «της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών».
[58] Yousef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο