ΡΟΤΗΣ ΚΥΛΙΛΗΣ ν. ΝΤΕΡΕΚ ΝΤΑΓΚΛΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1669 / 2022, 29/3/2024
print
Τίτλος:
ΡΟΤΗΣ ΚΥΛΙΛΗΣ ν. ΝΤΕΡΕΚ ΝΤΑΓΚΛΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1669 / 2022, 29/3/2024

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά Προσ. Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 1669 / 2022

 

ΡΟΤΗΣ ΚΥΛΙΛΗΣ

Παραπονούμενος

και

 

ΝΤΕΡΕΚ ΝΤΑΓΚΛΑΣ

Κατηγορούμενος

 

 

Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2024

 

Για τον Παραπονούμενο: κ. Μερακλής

Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.    Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είκοσι μία κατηγορίες για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(γ), 3(2) και 4(1) - 4(3) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν.60(1)/2008 (εν τοις εφεξής «Νόμος»).

 

2.    Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή αρ. 887 / 2008, και ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις ύψους €50,00 εκάστη στις 24.10.2016, ο Κατηγορούμενος  προς καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.06.2020 μέχρι και την 01.02.2022, ήτοι 21 μηνιαίες δόσεις προς €50,00 εκάστη.

 

Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ

 

3.    Δεδομένης της μη παραδοχής του Κατηγορούμενου η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προτού ξεκινήσει η ακρόαση το Δικαστήριο επεξήγησε στον Κατηγορούμενο τη διαδικασία η οποία θα ακολουθείτο δεδομένου ότι εκπροσωπούσε τον εαυτό του, τονίζοντας την υποχρέωση του Κατηγορούμενου να θέσει στον Παραπονούμενο την υπεράσπιση του.  Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον παραπονούμενο (εφεξής «ΜΚ1» ή «Παραπονούμενος»).

 

4.    Αφού το Δικαστήριο κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία επεξηγώντας σε αυτόν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ο Κατηγορούμενος  επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ήταν και  ο μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά του Κατηγορούμενου.

 

5.    Ακολούθως, ο συνήγορος του Παραπονούμενου αγόρευσε προς υποστήριξη των θέσεων του ενώ ο Κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτό κείμενο αγόρευσης υιοθετώντας το περιεχόμενο του.

 

6.    Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Χ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.)

 

Ι. ΜΚ1 – Παραπονούμενος

 

7.    Ο ΜΚ1 ετοίμασε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος καταχώρησε την Αγωγή αρ. 887/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (εφεξής «Αγωγή») εναντίον των Ropaco Shoes Trading Ltd (εφεξής «Ropaco»), Commercial Union Assurance Ltd και του ιδίου.

 

8.    Την 02.5.2014, ο Κατηγορούμενος μέσω των δικηγόρων του, απέσυρε την Αγωγή εναντίον του Παραπονούμενου και της εταιρείας Ropaco. Η Αγωγή απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα ανεπιφύλακτα με έξοδα εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του Παραπονούμενου και της Ropaco εκ ποσού €4,000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον τόκο 5.5% ετησίως από 02.5.2014 μέχρι εξοφλήσεως, με αναστολή εκτέλεσης μέχρι 31.12.2014, εξαιρουμένου του δικαιώματος καταχώρησης memo. Ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκε η απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας για απόσυρση της Αγωγής εναντίον των προαναφερόμενων, ως είχε συνταχθεί.

 

9.    Δεδομένου του ότι ο Κατηγορούμενος κατόπιν της εκπνοής της αναστολής εκτέλεσης  δεν κατέβαλε κανένα ποσό ακολούθησε η έκδοση εντάλματος κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 09.12.2015 (Τεκμήριο 2).

 

10.  Στις 18.01.2016  καταχωρήθηκε αίτηση έρευνας από τον Παραπαονούμενο και την Ropaco  εναντίον του Κατηγορούμενου, η οποία οδήγησε σε έκδοση διατάγματος με το οποίο ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του εκ ποσού €50,00 μηνιαίως από 01.11.2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Το διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις ως είχε συνταχθεί στις 08.11.2016 (drawn up order) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 (εφεξής «Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων»).

 

11.  Επιπρόσθετα, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος μεταξύ της 01.06.2020 και της 01.02.2022 παρέλειψε να καταβάλει είκοσι μία (21) δόσεις ύψους €50 εκάστη ως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο δυνάμει του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, ήτοι είκοσι μία δόσεις για το συνολικό ποσό των €1.050 ενώ είχε την οικονομική δυνατότητα να το πράξει.

 

12.  Έχουν καταχωριστεί τέσσερεις υποθέσεις από τον Παραπονούμενο εναντίον του Κατηγορούμενου και ο τελευταίος καταδικάστηκε από  το Δικαστήριο και στις τέσσερεις (Τεκμήρια 4 – 7).  Ο Κατηγορούμενος δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό στον Παραπονούμενο μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης.  Τέλος, ο Παραπονούμενος ζητεί την έκδοση διατάγματος για την είσπραξη του ποσού των €1.050 ως χρηματική ποινή.

 

13.  Η αντεξέταση του Παραπονούμενου ήταν πολύ σύντομη και περιστράφηκε γύρω από το κατά πόσον η Ropaco διαγράφηκε. Ο Παραπονούμενος ανέφερε πως ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να διαγραφεί η  Ropaco, ότι όντως διαγράφηκε από το μητρώο, ωστόσο δεν θυμάται πότε ακριβώς. Στην ουσία είχε παύσει όλες τις δραστηριότητες της.  Η μαρτυρία του Παραπονούμενου στην ουσία δεν έτυχε αμφισβήτησης από τον Κατηγορούμενο.

 

ΙΙ. Κατηγορούμενος  - ΜΥ1

 

14.  Ο Κατηγορούμενος επίσης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης κατά την κυρίως εξέταση του (Έγγραφο Β). Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο δικηγόρος του δίχως την άδεια του κατά την ημέρα της ακρόασης της Αγωγής απέσυρε αυτήν χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει περί τούτου.

 

15.  Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1  τον «εξαπατά» καθότι επιδικάστηκε τόκος επί των εξόδων πράγμα το οποίο επέτρεψε στους Εναγόμενους να πλουτίζουν εις βάρος του. Λόγω απάτης το Δικαστήριο αυτό θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση Τεκμήριο 1.

 

 

16.  Περαιτέρω, όταν καταχωρήθηκε η Αίτηση Έρευνας η Ropaco ήταν διαγραμμένη και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε τη δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αίτηση Έρευνας. Παραπονείται επίσης ο Κατηγορούμενος ότι ο Παραπονούμενος καταχώρησε ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του σε χρόνο κατά τον οποίο το διάταγμα του Δικαστηρίου τελούσε υπό αναστολή.

 

17.  Ο δικηγόρος του τον εξαπάτησε καθότι τον έπεισε να πληρώσει δύο μηνιαίες δόσεις ύψους €50 η κάθε μία. Ακολούθως, αναφέρει για τις υποθέσεις καταδολίευσης οι οποίες καταχωρήθηκαν εναντίον του και τις καταδίκες του σε αυτές, για την Ποινική Έφεση Αρ. 76/2019 αλλά και για τις προσπάθειες του για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 02.05.2014. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Δικαστής ο οποίος εξέδωσε την απόφαση επί της πρώτης αίτησης παραμερισμού όφειλε να εξαιρεθεί καθότι είχε εκδώσει και το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων.

 

18.  Αναφέρει επίσης για τις διάφορες εφέσεις τις οποίες καταχώρισε εναντίον των αποφάσεων επί των αιτήσεων παραμερισμού, των καταδικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο υποθέσεων καταδολίευσης, καθώς και για τις (οκτώ) αιτήσεις στο ΕΔΑΔ οι οποίες απορρίφθηκαν εκτός από μία στην οποία πέτυχε την καταδίκη της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω καθυστερήσεων στην εκδίκαση της υπόθεσης του. Θεωρεί ότι το ΕΔΑΔ δεν ήθελε να καταδικάσει και δεύτερη φορά την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

19.  Αναφορικά με τις τέσσερεις καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον του για καταδολίευση, ο Κατηγορούμενος σχολίασε ότι δεν επιτρέπεται κατά τη θέση του να καταχωρείται και να εκδικάζεται η ίδια υπόθεση ξανά και ξανά με βάση το κοινοδίκαιο. Οι μόνοι που βγαίνουν κερδισμένοι από αυτό είναι τα Δικαστήρια από το πρόστιμο και οι δικηγόροι που παίρνουν έξοδα.

 

20.  Τέλος, ο Κατηγορούμενος καταλογίζει στο Δικαστήριο το οποίο τον διέταξε να πληρώσει έξοδα μετά από εκ συμφώνου ανεπιφύλακτη απόσυρση της Αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 ότι ενήργησε για να εξυπηρετήσει δικά του συμφέροντα. Ζήτησε συνεπώς από το παρόν Δικαστήριο τον παραμερισμό των αποφάσεων για απόσυρση της Αγωγής και του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων.

 

21.  Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Παραπονούμενου, ανέφερε ότι δεν έχει καμία απόδειξη ότι ο ενοικιαστής του (ο Παραπονούμενος) έλαβε αποζημίωση ύψους €512.000. Σε σχέση με την απόσυρση της αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 εκ συμφώνου και ανεπιφύλακτα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως κανένας σώφρων (“in his right mind”) Δικαστής δεν θα επέτρεπε να αποσυρθεί η αγωγή χωρίς να ήταν ο ίδιος παρών. Μάλιστα ανέφερε πως μετά την υπόθεση του η Δικαστής η οποία εξέδωσε την απόφαση παραιτήθηκε, αφήνοντας να νοηθεί ότι η παραίτηση της σχετιζόταν με την δική του υπόθεση.

 

22.  Αποδέχθηκε ότι εκδόθηκε εναντίον του η απόφαση στην Αγωγή (02.05.2014) αλλά ανέφερε ότι την θεωρεί άκυρη και παραδέχθηκε ότι δεν εξόφλησε το εξ αποφάσεως χρέος. Σε σχέση με το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων ανέφερε ότι και αυτό το θεωρεί άκυρο διότι η Ropaco είχε διαγραφεί.

 

23.  Παραδέχθηκε επίσης ότι η οικονομική του κατάσταση δεν έχει μεταβληθεί από τότε που εκδόθηκε το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων.

 

 

Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

24.  Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.  Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273).

 

25.  Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

26.  Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.)

 

27.  Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

28.  Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45).

 

29.  Έχει νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 320).  

 

30.  Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).

 

31.  Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527).  Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720).  Το  Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383).

 

32.  Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

 

Αξιολόγηση ΜΚ1

 

33.  Ο Παραπονούμενος προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο.  Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, θεωρώ ότι συνάδει με τα τεκμήρια τα οποία καταχωρήθηκαν. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του με το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε, θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αναφορικά με τα ζητήματα τα οποία γνωρίζει. 

 

34.  Σε σχέση με τη διαγραφή της Ropaco επιβεβαίωσε ότι ότι όντως η εταιρεία είχε διαγραφεί παρότι ενδεχόμενα να μην ήταν προς το συμφέρον του γεγονός το οποίο ενισχύει την φιλαλήθεια του.

 

35.  Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση η εκδοχή του Παραπονούμενου όσον αφορά τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, ήτοι το κατά πόσον είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, το ότι η Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, ότι εκδόθηκε διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις και ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τις δόσεις που περιγράφονται στις σχετικές κατηγορίες.

 

36.  Αντιθέτως, ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε τα όσα ανέφερε ο Παραπονούμενος. Κατά συνέπεια αποδέχομαι τη μαρτυρία του Παραπονούμενου στην ολότητα της.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορούμενου

 

37.  Ο Κατηγορούμενος δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρότι  θεωρώ πως ήταν απολύτως ειλικρινής, υπό την έννοια ότι μου δόθηκε η εντύπωση πως πραγματικά εννοεί και πιστεύει πως τα όσα ανέφερε είναι αληθή, το γεγονός ότι αποδίδει σοβαρές κατηγορίες εναντίον δικηγόρων, Δικαστών και ακόμη και εναντίον του ΕΔΑΔ, χωρίς ίχνος υποστηρικτικής των ισχυρισμών του μαρτυρίας ή τεκμηρίωσης και στοιχειοθέτησης των ισχυρισμών του, καθιστά την εκδοχή του και εν γένει τη μαρτυρία του αναξιόπιστη.

 

38.  Παραδείγματος χάριν θεωρεί την επιδίκαση τόκου με βάση το Τεκμήριο 1 ως εξαπάτηση. Περαιτέρω, το γεγονός της καταχώρισης ΜΕΜΟ επί τις περιουσίας του ενώ το ΜΕΜΟ ρητώς εξαιρείτο από την αναστολή ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να το χρησιμοποιήσει για να δείξει παρανομία από μέρους του Παραπονούμενου. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι ο Παραπονούμενος είχε το δικαίωμα να εγγράψει ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του.

 

39.  Ακόμα και το ΕΔΑΔ θεωρεί πως είναι εναντίον του, ενώ καταλογίζει σε Δικαστές οι οποίοι εκδίκασαν τις υποθέσεις του σκοπιμότητες ακόμη και το ότι εξυπηρετούσαν δικά τους συμφέροντα χωρίς ίχνος μαρτυρίας η οποία να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του.

 

40.  Γενικώς, ήθελε να δώσει την εντύπωση πως το όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης καταφέρεται εναντίον του. Η μαρτυρία του, εκτός από τις παραδοχές στις οποίες προέβη δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση, ελλείπει από αυτήν η λογικοφάνεια και στην ουσία καταδεικνύει την πρόθεση του να μην συμμορφωθεί με το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων. 

 

41.  Κατά την αντεξέταση υπέπεσε σε διάφορες αντιφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα:

 

-       Ανέφερε ότι δεν έχει καμία απόδειξη ότι ο ενοικιαστής του (ο Παραπονούμενος) έλαβε αποζημίωση ύψους €512.000 από την ασφαλιστική εταιρεία αναιρώντας τα όσα ανέφερε στην παράγραφο 1 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β) (σελ. 17 πρακτικών).

 

-       Ο ίδιος παραδέχεται ότι πλήρωσε δύο δόσεις κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του ο οποίος προηγουμένως απέσυρε την υπόθεση του χωρίς την άδεια του Κατηγορούμενου. Η πληρωμή έστω και 2 δόσεων κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του δεν συνάδει με την κατ΄ ισχυρισμόν  (εντονότατη) διαφωνία του με την απόφαση απόσυρσης και με το ότι ο δικηγόρος του απέσυρε την υπόθεση χωρίς την άδεια του.

 

-       Σε σχέση με την εγγραφή ΜΕΜΟ παραδέχθηκε ότι είχε ο Παραπονούμενος το δικαίωμα εγγραφής ΜΕΜΟ και ότι εξαιρείτο από την αναστολή.

 

42.  Η όλη στάση του Κατηγορούμενου δείχνει περιφρόνηση του Δικαστηρίου και των δικαστικών διαδικασιών και την πρόθεση του να μη πληρώσει τις μηνιαίες δόσεις με βάση το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων. Στη σελ. 21 των πρακτικών για παράδειγμα σε σχετική ερώτηση απάντησε: «Ε και; Πως εκδόθηκε [απόφαση];» δείχνοντας την όλη στάση του έναντι των Δικαστικών αποφάσεων οι οποίες τον αφορούν.

 

43.   Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του σε σχέση με την απόδειξη για τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Παρέθεσα πιο πάνω παραδείγματα των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, της αδυναμίας του να παράσχει σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλά ερωτήματα και καταλήγω στο ότι η μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή.

 

Ευρήματα

 

44.  Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:

 

44.1    Ο Κατηγορούμενος καταχώρησε την Αγωγή υπ΄ αρ. 887/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον των Ropaco Shoes Trading Ltd (εφεξής «Ropaco»), Commercial Union Assurance Ltd και του Παραπονούμενου.

44.2    Την 02.5.2014, ο Κατηγορούμενος μέσω των δικηγόρων του, απέσυρε την Αγωγή εναντίον του Παραπονούμενου και της εταιρείας Ropaco.  Η αγωγή απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα ανεπιφύλακτα με έξοδα εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του Παραπονούμενου και της Ropaco εκ ποσού €4,000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον τόκο 5.5% ετησίως από 02.5.2014 μέχρι εξοφλήσεως, με αναστολή εκτέλεσης μέχρι 31.12.2014, εξαιρουμένου του δικαιώματος καταχώρησης memo (Τεκμήριο 1).

44.3    Ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του Κατηγορούμενου επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 09.12.2015 (Τεκμήριο 2).

44.4    Στις 18.01.2016  καταχωρήθηκε αίτηση έρευνας από τον Παραπονούμενο και την Ropaco  εναντίον του Κατηγορούμενου, η οποία οδήγησε σε έκδοση διατάγματος με το οποίο ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του εκ ποσού €50,00 μηνιαίως από 01.11.2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα (Τεκμήριο 3)

44.5    Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος μεταξύ της 01.06.2020 και της 01.02.2022 παρέλειψε να καταβάλει είκοσι (21) δόσεις ύψους €50 εκάστη ως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο δυνάμει του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, ήτοι είκοσι μία δόσεις για το συνολικό ποσό των €1.050.

44.6    Η Ropaco διαγράφηκε από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών.

44.7    Έχουν καταχωριστεί τέσσερεις υποθέσεις με κατηγορίες για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωστή από τον Παραπονούμενο εναντίον του Κατηγορούμενου και ο τελευταίος καταδικάστηκε από  το Δικαστήριο και στις τέσσερεις (Τεκμήρια 4 – 7).

44.8    Ο Κατηγορούμενος δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό στον Παραπονούμενο μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης.

 

Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

45.  Το άρθρο 3(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008,  Ν.60(1)/2008 προνοεί τα ακόλουθα:

«3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:

 

[....]

 

(γ)   παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.

 

46.  Προκύπτει από λεκτικό του άρθρου 3(1)(γ) ότι τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Ο κατηγορούμενος πρέπει να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.

 

(β) Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.

 

(γ)  Εκδόθηκε διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.

 

(δ) Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες.

 

(ε) Η παράλειψη πληρωμής των δόσεων έλαβε χώρα για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

47.  Οι υπερασπίσεις σε σχέση με το πιο πάνω αδίκημα καθορίζονται ρητώς από το Νόμο. Το άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:

 

«3(4) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1) αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο  αν αποδείξει: [...]

 

(γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».

 

48.  Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις ακόλουθες υπερασπίσεις:

 

(α)   ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις,

(β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος,

(γ)   ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν.

 

49.  Τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος καθώς και οι σχετικές υπερασπίσεις σε αυτό έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. ΠαρδάληΠοιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ(2014) 2 Α.Α.Δ. 108, Ντάγκλας ν. ΚυλίληΠοινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 και  ΧΧΧ Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα και Υιοί Λίμιτεδ Ποιν. Εφ. 39/2021 ECLI:CY:AD:2021:B586, ημερ. 22.12.2021

 

50.  Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd  (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου):

 

«Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο.  Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της  υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας.  Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16).  Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση  βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.  Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». 

 

51.  Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

52.  Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.

 

53.  Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

54.  Ωστόσο, όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, με βάση τη Νικολάου (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης σε σχέση με την ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το φέρει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δεδομένου ότι το ζήτημα εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη. Δεν μπορεί να αναμένεται από τον Παραπονούμενο να αποδείξει ότι δεν υπάρχει οικονομική ή φυσική αδυναμία από μέρους του οφειλέτη Κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται στη Νικολάου,  η υπεράσπιση αυτή μπορεί να πετύχει εάν ο Κατηγορούμενος αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος («...ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση...»).

 

55.  Σημειώνεται επίσης ότι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προδρόμου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε κατηγορίες δυνάμει Νόμου,  παρόμοιες με τις παρούσες, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο δεν ήταν το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί.  Το μόνο το οποίο ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους.  Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση.   

 

56.  Στην Ευαγγέλου Γιαννάκης ν. Κωστάκης Κουρέας & Υιός Λτδ (2005) 2 ΑΑΔ 415 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 91 του Κεφ. 6 και την υπεράσπιση της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη:

 

«Από τα πιο πάνω άρθρα [άρθρα 91Α(1)(α) και (β),  91Α(3), άρθρα 91Β(1) και 91Β(3)(α) και (β)] αναγιγνωσκόμενα στο σύνολό τους, και, ιδιαίτερα, από το συνδυασμό του άρθρου 91Α(3) με το άρθρο 91Β(3)(β) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο ότι, εφόσον αποδειχθεί πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας ότι (α) εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, και (β) υπήρξε παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης θεωρείται ότι προέβη σε πράξη καταδολίευσης εκτός εάν αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση του άρθρου 91Β(3)(β). Η φράση "δύναται να θεωρείται" στο άρθρο 91Α(3) υποδηλώνει απλώς ότι η κατάταξη της παράλειψης πληρωμής ως αξιόποινης τελεί υπό την αίρεση της μη συνδρομής της υπεράσπισης του άρθρου 91Β(3)(β).»

 

57.  Η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Έφεση αρ. 225/2021, ημερομηνίας 27.11.2023 στην Δώρος Ασιήκαλης ν. Στάυρου Μιχαήλ είναι επίσης ιδιαίτερα καθοδηγητική και πολύ ενδιαφέρουσα ως προς το κατά πόσον υπάρχει αυτόνομη υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Στην απόφαση της πλειοψηφίας του Εφετείου κρίθηκε ότι η φυσική ή οικονομική αδυναμία πρέπει να συνδεθεί με μία εκ των υπερασπίσεων του αρ. 3(4) του Νόμου (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Κρίνουμε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εντοπίσει ορθά ότι το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ευρισκόταν στους ώμους του Εφεσίβλητου να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία θα έπρεπε να αποδειχθεί ως προαπαιτούμενο και ότι αυτή η αδυναμία συνδέετο με τις υπερασπίσεις που καταγράφονται στο Άρθρο 3(4)(γ) δηλαδή «ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».

 

Με δεδομένο ότι ο Εφεσείων απέδειξε τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων, δηλαδή ότι ο Εφεσίβλητος εκ Δικαστικής απόφασης οφειλέτης, δεν εξόφλησε το χρέος του και στις 30.5.2018 αποδέχθηκε να το εξοφλήσει με διάταγμα μηνιαίων δόσεων ύψους €100, τις οποίες παρέλειψε να πληρώσει, ο Εφεσίβλητος απέτυχε να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία συνδέετο με τις υπερασπίσεις οι οποίες μπορούσαν να προβληθούν στα πλαίσια του Άρθρου 3(4)(γ) του σχετικού Νόμου. Ο ισχυρισμός του Εφεσίβλητου ότι από 22.5.2013 μέχρι 8.3.2021 ήταν άνεργος, από μόνος του χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση που να οδηγεί σε εύρημα οικονομικής αδυναμίας και εν πάση περιπτώσει ασύνδετος με τη μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και η παράλειψη του να αποταθεί στο Δικαστήριο για μείωση του ποσού ή αναστολή του διατάγματος, δεν δικαιολογούσαν εύρημα ότι είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης για φυσική ή οικονομική αδυναμία να καταβάλει τις επίδικες μηνιαίες δόσεις

 

58.  Ο Δικαστής του Εφετείου Έντιμος κ. Χαραλάμπους στην Απόφασή του έκρινε ότι ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι ευρύτερος και αποτελεί αυτόνομη υπεράσπιση υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει να συνδεθεί με μια εκ των υπερασπίσεων του άρθρου 3(4)(γ) για να επιτύχει:

 

 «Έχω λοιπόν την άποψη πως ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι γενικότερος όρος, τον οποίο συνειδητά επέλεξε ο Νομοθέτης μη θέλοντας την καταδίκη οποιουδήποτε επιτύχει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να πείσει ότι ευρίσκετο σε αδυναμία να πληρώσει. Εξ ου και απαιτείται ερμηνεία από το Δικαστήριο και εφαρμογή στα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πράττοντας δε αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψιν το κατά πόσον υπήρξε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης ή το κατά πόσον υπεβλήθη αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή.»

 

 

 

Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

59.  Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, την απόρριψη του μεγαλύτερου μέρους της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, τη νομική πτυχή της υπόθεσης, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο.  

 

60.  Όπως και στη Νικολάου, ανωτέρω, προσκομίστηκε αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος:

 

 (α)   είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τον Παραπονούμενο. Η επιδίκαση εξόδων εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του Παραπονούμενου, αποδίδει στον πρώτο την ιδιότητα του εξ αποφάσεως οφειλέτη χρέους με τον δεύτερο να καθίσταται εξ αποφάσεως πιστωτής (Ντάγκλας ν Κυλίλη, Ποιν. Εφ. 76/2019, 22.04.2020).

 

(β)    δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του,

 

(γ)    εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της με μηνιαίες δόσεις, και

 

(δ)    παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο, ήτοι τις δόσεις από 01.06.2020 μέχρι και την 01.02.2022.  

 

61.  Στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε, και μάλιστα ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, το ότι δεν υπήρξε καμία συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις (Τεκμήριο 3). Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης του Παραπονούμενου και ότι εκδόθηκε η απόφαση στο Τεκμήριο 1 αλλά ούτε και το ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το εξ αποφάσεως χρέος του. Επίσης, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ευθαρσώς ότι θεωρεί την απόφαση και το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων άκυρα και δεν έδειξε καμία πρόθεση για συμμόρφωση.

 

62.  Πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, ο Κατηγορούμενος δεν προέβαλε καμία εκ των υπερασπίσεων του άρθρου 3(4)(γ) του Νόμου οι οποίες έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης και δεν απέσεισε το βάρος το οποίο είχε στους ώμους του να αποδείξει μια εκ των υπερασπίσεων οι οποίες προβλέπονται στο Νόμο, π.χ. ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν προβλήθηκε κανένας ισχυρισμός και δεν δόθηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος για πληρωμή του χρέους με δόσεις. Ούτε και ζήτημα οικονομικής αδυναμίας είχε τεθεί.  

 

63.  Τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με τη διαγραφή της Ropaco και την κατ’ ισχυρισμόν ακυρότητα την οποία επιφέρει αυτό στη διαδικασία για την έκδοση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, δεν έχουν καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ο Παραπονούμενος είναι υπαρκτό πρόσωπο και έχει locus standi να προωθεί την παρούσα υπόθεση. Το Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι τα έξοδα επιδικάστηκαν τόσο υπέρ της Εναγόμενης 1 – Ropaco όσο και υπέρ του Εναγόμενου 3  - Παραπονούμενου. Αυτό ο Κατηγορούμενος  φαίνεται να το παραγνωρίζει.

 

64.  Συνεπακόλουθα, και με δεδομένο ότι ο Παραπονούμενος  εν προκειμένω είναι ο Εναγόμενος 3 δεν τίθεται ζήτημα μη νομιμοποίησης του Παραπονούμενου να ασκήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Ropaco δεν έχει εκκαθαριστεί αλλά φαίνεται να έχει διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και συνεπώς υπήρχε πάντοτε η δυνατότητα επαναφοράς της με βάση το άρθρο 327(7) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.  Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι δεν μπορεί να τεθεί θέμα ακυρότητας του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων. Παρά ταύτα, όπως προαναφέρθηκε εν προκειμένω δεν έχει καμία σημασία η διαγραφή της Ropaco για την παρούσα υπόθεση.

 

65.  Σε σχέση με την ισχυριζόμενη απόσυρση της αγωγής από τον δικηγόρο του χωρίς τη συγκατάθεση του Κατηγορούμενου, εν πρώτοις αναφέρεται ότι με βάση τη νομολογία οι δηλώσεις δικηγόρου δεσμεύουν τον κατηγορούμενο εφόσον «η φωνή και ο λόγος του δικηγόρου είναι η φωνή και ο λόγος του κατηγορούμενου» (Γαβριηλίδης ν Αστυνομίας [2003] 2 ΑΑΔ 405 και επίσης R v Turner and ors [1975] 61 Cr App R67).

 

66.  Εν δευτέροις, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει ή να ανατρέψει απόφαση άλλου Δικαστηρίου καθότι δεν αποτελεί εφετείο ούτε και έχει τέτοια εξουσία. Τυχόν αποδοχή της θέσης του Κατηγορούμενου θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε μια ατραπό επανεξέτασης και αναθεώρησης της ορθότητας έκδοσης του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων και της ανεπιφύλακτης και εκ συμφώνου απόσυρσης της αγωγής σε σχέση με τους τότε Εναγόμενους 1 και 3, πράγμα ανεπίτρεπτο στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσης ποινικής διαδικασίας και που θα αντίκειτο στην αρχή της τελεσιδικίας.  Η ορθότητα των αποφάσεων Τεκμήρια 1 και 3 δεν επιδέχεται οποιασδήποτε αμφισβήτησης εν προκειμένω.

 

 

 

 

67.  Επιπρόσθετα, σε σχέση με αυτό το θέμα, υιοθετώ και επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ψαρά – Μιλτιάδου στην Ντάγκλας (ανωτέρω):

 

«Η «ένσταση» του - αν μπορεί να χαρακτηρισθεί έτσι - αφορούσε τις προηγηθείσες διαδικασίες και το λανθασμένο και άδικο, όπως ισχυρίζεται, ως προς αυτόν αποτέλεσμα.  Το ίδιο πράττει ο εφεσείων και δια της εφέσεως.  Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύσει.  Δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε στην πρωτόδικη ποινική υπόθεση για καταδολίευση ούτε βεβαίως στη παρούσα έφεση, να ζητείται ουσιαστικά παραμερισμός απόφασης ή αλλαγή ή τροποποίηση των προηγηθεισών διαδικασιών.

 

Κάτι τέτοιο ευθέως θα έπληττε την αρχή της τελεσιδικίας και της ασφάλειας δικαίου. Ο,τιδήποτε άλλο λεχθεί για την αιτιολογία των λόγων (α-λ) θα ήταν αντίθετο με αυτό το θεμελιακό αξίωμα»

 

68.  Όσον αφορά το ζήτημα του τόκου το οποίο ο Κατηγορούμενος εγείρει στην γραπτή του αγόρευση υιοθετώ τα όσα ανέφερε επί αυτού ο έντιμος Δικαστής του Εφετείου κ. Χ.Β. Χαραλάμπους στην απόφαση Ντέρεκ Ντάγκλας ν. Ροτή Κυλίλη, Ποιν. Εφ. 64/22 και 65/2022, 26.01.2024:

 

«Είναι προφανές πως ο Εφεσείων καλόπιστα ή άλλως, είτε αγνοεί είτε δεν θέλει να αντιληφθεί ότι πρόκειται για τόκο ο οποίος προνοείται από τον Νόμο και συγκεκριμένα από το Άρθρο 33(2) του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 («νόμιμος τόκος») και ο οποίος επιβάλλεται αυτομάτως επί ποσών που επιδικάζονται δικαστικώς (εκτός αν υπάρξει αντίθετη ρύθμιση κατά την έκδοση της απόφασης). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Παύλου ν. Αδελφοί Λανίτη Δημόσια Λτδ (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 532, είναι φανερό ότι η συμπερίληψη τόκου σε συνταχθείσα απόφαση είναι φυσιολογική απόρροια της εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 33(2) του Ν.14/60

 

69.  Εν πάση περιπτώσει, ο Κατηγορούμενος δεν έχει τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του περί κλοπής ή εξαπάτησης του. Συνεπακόλουθα, τα όσα ανέφερε ως υπεράσπιση δεν έχουν κανένα περιθώριο επιτυχίας και απορρίπτονται.

 

70.  Κατά τη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος έθεσε και ζήτημα δεδικασμένου δεδομένου του ότι είναι παραδεκτό πως έχει καταδικαστεί τέσσερεις φορές για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή. Εξετάζοντας τα Τεκμήρια 4 – 7 παρατηρώ ότι η κάθε υπόθεση αφορούσε δόσεις οι οποίες ήταν πληρωτέες σε διαφορετικές ημερομηνίες χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αλληλοεπικάλυψη. Προκύπτει από την σύγκριση των πιο πάνω δεδομένων ότι οι διάδικοι είναι οι ίδιοι σε όλες τις υποθέσεις (υπάρχει δηλαδή πλήρης ταύτιση των διαδίκων), ο Κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί για το ίδιο αδίκημα, ωστόσο, οι κατηγορίες αφορούν διαφορετικούς χρόνους. Επομένως, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα δεδικασμένου και η εισήγηση του Κατηγορούμενου κρίνεται ως ανεδαφική και απορρίπτεται.

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ                                                                                                                       

71.          Υπό το φως των όσων προαναφέρθηκαν, δηλαδή με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και την σχετική επί του ζητήματος Νομολογία, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας  τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.

 

72.          Έχει συγκεκριμένα αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και ο Παραπονούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου, ότι την 24.10.2016 εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου Διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της δια μηνιαίων δόσεων με το οποίο Κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί. Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις μεταξύ των ημερομηνιών από 01.06.2020 μέχρι την 01.03.2022, συνολικού ύψους €1.050,00.

 

73.          Καταλήγω συνεπώς ότι, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος  κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει.

 

 

(Υπ.)......................................

Χ. Σατσιάς,  Προσ. Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο