ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. ΣΑΤΣΙΑ ΠΡΟΣ. Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2189 / 2022
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Παραπονούμενος
και
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΙΕΡΗ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2024
Για τον Παραπονούμενο: κα Ε. Πελεκάνου για Λ. Πελεκάνος & Συνεργάτες
Για τον Κατηγορούμενο: κος Σ. Ψάλτης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Εισαγωγή
1. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εννέα κατηγορίες καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(γ), 3(4), 4(2) και 4(3) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν.60(1)/2008 (εφεξής «Νόμος») και των άρθρων 90 – 91Η στο Μέρος ΙΧ του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί.
2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αυτός, ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει απόφασης στο πλαίσιο της Διαχείρισης αρ. 113/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών) (εφεξής «Διαχείριση»), και ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας εκδόθηκε εναντίον του στις 14.09.2020 διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις ύψους €70.00 εκάστη (ποσό το οποίο είχε υπολογιστεί ως δίκαιο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων), ο Κατηγορούμενος προς καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.04.2022 – 01.12.2022, ήτοι εννέα δόσεις προς €70 εκάστη, συνολικού ύψους €630.
3. Δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης κατατέθηκε από κοινού δήλωση παραδεκτών γεγονότων (Έγγραφο Α). Δηλώθηκε και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα ως παραδεκτά:
3.1 Ο Κατηγορούμενος είναι ο Αιτητής στην Αίτηση ημερομηνίας 11.01.2017 στη Διαχείριση 113 / 2009 η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στις 16.09.2019 με έξοδα €1.500,00 εναντίον του και υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος είναι ο Παραπονούμενος την παρούσα υπόθεση (εφεξής «Απόφαση»).
3.2 Καταχωρήθηκε αίτηση οικονομικής έρευνας ημερομηνίας 03.07.2020 εναντίον του Κατηγορούμενου / Αιτητή στην πιο πάνω Αίτηση (εφεξής «Αίτηση Έρευνας») και στις 14.09.2020 εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας εκ συμφώνου διάταγμα καταβολής από τον Κατηγορούμενο του ποσού των €70 μηνιαίως μέχρι εξοφλήσεως (εφεξής «Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων»).
4. Κατατέθηκαν επίσης από κοινού και κατέστη παραδεκτό το περιεχόμενο τους (ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου τους) τρία τεκμήρια, ήτοι η Απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση ημερ. 11.01.2017 τα πλαίσια της Διαχείρισης Αρ. 113/2009, η Απόφαση ως είχε συνταχθεί (drawn up judgment) και η απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αίτηση Έρευνας ημερ. 03.07.2020.
5. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, ως έχουν εγκριθεί, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.
Β. Η Μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε
6. Εκτός από τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Παραπονούμενο (εφεξής «ΜΚ1» ή «Παραπονούμενος»). Αφού το Δικαστήριο κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του την 04.12.2023 έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία επεξηγώντας του τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Εκτός από τον Κατηγορούμενο, έδωσε μαρτυρία εκ μέρους της Υπεράσπισης και ο αδελφός του κύριος Ανδρέας Κωνσταντίνου («ΜΥ2»).
7. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Η προσαχθείσα μαρτυρία μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί κατά τη δίκη έχει τύχει της δέουσας μελέτης και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους.
8. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και ως προανέφερα το λαμβάνω υπόψη ανεξαρτήτως ρητής παράθεσης της στην παρούσα (Χ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, G & K Exclusive Fashions Ltd. ν. Ρόδου Παπαδόπουλου και Άλλων (2001) 1 ΑΑΔ 88
9. Θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα:
i. ΜΚ1 – Παραπονούμενος
10. Ο ΜΚ1 κατά την ακρόαση κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι καταχωρήθηκε αίτηση εναντίον του από τον Κατηγορούμενο για να τον παύσει από διαχειριστή στην Διαχείριση. Η αίτηση για παύση του διαχειριστή απορρίφθηκε με την Απόφαση στις 16.09.2009 (Τεκμήρια 1 και 2). Στο πλαίσιο της Απόφασης επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ του ΜΚ1 και εναντίον του Κατηγορούμενου, ύψους €1500.
11. Το ένταλμα για κατάσχεση κινητής περιουσίας του Κατηγορούμενου επιστράφηκε ανεκτέλεστο διότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 το οποίο αποτελεί ειδοποίηση υπογεγραμμένη από Δικαστικό Επιδότη, ο εξ αποφάσεως χρεώστης στερείτο κινητής περιουσίας η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης.
12. Περαιτέρω, στις 14.09.2020 εκδόθηκε διάταγμα στο πλαίσιο της Αίτησης Έρευνας το οποίο διέτασσε τον Κατηγορούμενο να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος δια μηνιαίων δόσεων ύψους €70 εκάστη από την 01.10.2020 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €190 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης (Τεκμήριο 3).
13. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος κατέβαλε 18 δόσεις ύψους €70 εκάστη οι οποίες αντιστοιχούν στο ποσό των €1.260. Εξακολουθεί να οφείλει το ποσόν των €603. Η τελευταία πληρωμή είχε γίνει την 11.03.2022 και από την 01.04.2022 δεν κατέβαλε κανένα ποσό. Ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε σχετική κατάσταση λογαριασμού με το ποσό το οποίο οφειλόταν και το ποσό το οποίο πληρώθηκε μέχρι και την 01.04.2022 την οποία ετοίμασε ο Παραπονούμενος.
14. Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι εξ όσων γνωρίζει μέχρι και την ημέρα κατά την οποία έδωσε μαρτυρία δεν είχε προχωρήσει ο Κατηγορούμενος σε οποιαδήποτε αίτηση για τροποποίηση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων. Ο Κατηγορούμενος δεν τον έχει ενημερώσει ότι δεν είναι σε θέση να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις τις οποίες ο ίδιος δέχθηκε να καταβάλλει εφόσον το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων εκδόθηκε εκ συμφώνου. Η παράλειψη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων οφείλεται στην απροθυμία του Κατηγορούμενου να πληρώσει.
15. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έχει υποβάλει έφεση εναντίον της Απόφασης (Τεκμήριο 6). Ο ΜΚ1 θεωρεί ότι είναι άδικο και απαράδεκτο να προχωρά ο Κατηγορούμενος με διαδικασίες και εφέσεις εναντίον του, να απορρίπτονται με έξοδα υπέρ του ΜΚ1, να αναγκάζεται να διορίζει δικηγόρους και στο τέλος να μην πληρώνει ο Κατηγορούμενος τα έξοδα του. Αυτό, αναφέρει, του δημιουργεί οικονομικά προβλήματα.
16. Ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι των πιο πάνω δόσεων. Τέλος, ο ΜΚ1 ζητά την έκδοση διατάγματος για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού, ύψους €603,20 ως χρηματική ποινή. Όσον αφορά την 9η και τελευταία δόση περιόρισε το ποσό το οποίο οφείλεται από €70 σε €43,20.
17. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, ο Παραπονούμενος συμφώνησε ότι δεν γνωρίζει ποια ήταν η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου όταν εκδόθηκε το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων. Ούτε και σήμερα γνωρίζει ποια είναι τα έσοδα του Κατηγορούμενου, εκτός από το ότι ο Κατηγορούμενος εισπράττει €300 μηνιαίως από περιουσία που δεν του ανήκει και δεν έχει καμία αρμοδιότητα εφόσον το ακίνητο το διαχειρίζεται ο ίδιος και ανήκει στην εταιρεία Chapo Holding Ltd.
18. Ο Παραπονούμενος επέμενε ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε να συμμορφωθεί με το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων. Υποβλήθηκε στον Παραπονούμενο από το συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι «το ενοίκιο [ο Κατηγορούμενος] δεν το έπαιρνε ποτέ προς όφελος του». Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι αυτό θα έπρεπε να το θέσει στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο της Αίτησης Έρευνας και αντί να το θέσει συμφώνησε να πληρώνει €70 μηνιαίως. Δεν μπορεί ο Κατηγορούμενος αφενός να συμφωνεί και σε κατοπινό στάδιο να εφαρμόζει την απόφαση όπως θέλει ο ίδιος.
19. Σε υποβολή ότι το ενοίκιο των €300 το εισπράττει ο αδελφός του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος καταχώρησε έφεση εναντίον της Απόφασης και ότι εκκρεμεί απόφαση του Ε.Δ. Αμμοχώστου για την έξωση του ενοικιαστή από το ακίνητο καθώς και για το ποιος είναι δικαιούχος του εν λόγω ενοικίου.
20. Υποβλήθηκε επίσης στον Παραπονούμενο ότι ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη στην πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων ο Κατηγορούμενος είναι η οικονομική του αδυναμία. Ο Παραπονούμενος απάντησε πως έχουν περάσει αρκετοί μήνες από τότε που έπρεπε να καταβάλει τις δόσεις και δεν τον είχε προσεγγίσει ο Κατηγορούμενος για να συζητήσουν, είτε να υποβάλει αίτηση για για τροποποίηση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων.
ii. ΜΥ1 – Κατηγορούμενος
21. Ο Κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του Δήλωσης – Έγγραφο Γ. Αναφέρει στη δήλωση του, μεταξύ άλλων, ότι είναι 84 ετών, χαμηλοσυνταξιούχος, διαμένει με τη σύζυγο του με την οποία είναι παντρεμένοι εδώ και 54 χρόνια και μαζί έχουν 2 παιδιά.
22. Το μοναδικό του έσοδο ήταν και είναι η σύνταξη του η οποία ωστόσο είναι χαμηλή. Δεν έχει άλλα εισοδήματα και δεν λαμβάνει κανένα ενοίκιο σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε ο Παραπονούμενος. Το ενοίκιο από την ενοικίαση του ακινήτου στο οποίο έγινε αναφορά από τον Παραπονούμενο το λαμβάνει ο αδελφός του (ΜΥ2) στον οποίο ανήκει το ½ μερίδιο του ακινήτου.
23. Ο Κατηγορούμενος περαιτέρω ανέφερε ότι ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του αδελφού του ενόσω αυτός διέμενε στο εξωτερικό και είχε τις οδηγίες του να εισπράττει το ενοίκιο ύψους €300 από την ενοικίαση του ακινήτου και από αυτό να πληρώνει τις υποχρεώσεις του στην Κύπρο, μεταξύ άλλων έξοδα συντήρησης αλλά και τους δικηγόρους του αδελφού του. Προς τούτο κατέθεσε αντίγραφο μιας ανυπόγραφης και χωρίς ημερομηνία δήλωσης η οποία κατά τον ισχυρισμό του έγινε από τον αδελφό του (Τεκμήριο 9).
24. Αναφέρθηκε επίσης από τον Κατηγορούμενο στο Έγγραφο Γ ότι προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους κατέβαλε 18 μηνιαίες δόσεις αλλά σταμάτησε να καταβάλλει δόσεις όχι λόγω της άρνησης του να πληρώνει αλλά λόγω οικονομικής αδυναμίας.
25. Η σύνταξη του είναι χαμηλή (σημειώνεται ότι δεν αναφέρθηκε το ύψος της σύνταξης του ΜΥ1) ενώ έχει αρκετά έξοδα τα οποία παραθέτει στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης. Αντίγραφα διαφόρων αποδείξεων πληρωμών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11(α) – 11(δ) ως δέσμη.
26. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πρόσφατα έχει υποβληθεί σε εγχειρίσεις αρθροπλαστική του δεξιού ισχίου και καταρράκτη. Επίσης, έχει καταχωρίσει έφεση εναντίον της Απόφασης στην οποία επιδικάστηκαν έξοδα εναντίον του.
27. Τέλος ανέφερε ότι «θα ήταν άδικο» να κριθεί ένοχος δεδομένου του ότι κατέβαλε προσπάθεια να συμμορφωθεί με το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω οικονομικής αδυναμίας και αυτό επειδή τα μηνιαία έξοδα του σε σύγκριση με το μοναδικό του έσοδο, ήτοι τη σύνταξη του που είναι χαμηλή, είναι ως αναφέρει «οριακά».
28. Κατά την αντεξέταση του, σε ερώτηση για το πως άλλαξαν τα δεδομένα του ανέφερε ότι δέχθηκε να πληρώσει ένα ποσό μηνιαίως από καλή θέληση. Πριν έπαιρνε ένα ενοίκιο το οποίο ωστόσο αναφέρει πως το εισέπραττε εκ μέρους του αδελφού του για να πληρώνει για δικά του χρέη ως αντιπρόσωπος του. Τώρα όμως δεν μπορεί άλλο να πληρώνει τη δόση του.
29. Σε σχέση με την έφεση ανέφερε ότι «πληρώνουμε τα [έξοδα] για τον αδελφό μου που είναι μες το παιχνίδι. Εν τζιήνου η έφεση..» (σελ. 7 πρακτικών 12.12.2023). Σε ερώτηση εάν συμφωνεί πως δεν επικαλείται φυσική αδυναμία αλλά οικονομική αδυναμία ο μάρτυρας απάντησε «βέβαια» και όταν του ζητήθηκε να επιβεβαιώσει ότι είναι οικονομική αδυναμία που επικαλείται απάντησε «σίγουρα» (σελ. 8 πρακτικών 12.12.2023).
30. Επιπρόσθετα, σε ερώτηση αν ο Κατηγορούμενος το θεωρεί λογικό να πληρώνει μόνο τους δικούς του δικηγόρους να προχωρεί με αιτήσεις και εφέσεις και σε περίπτωση αποτυχίας τους να μην πληρώνει τα έξοδα του αντιδίκου του, αυτός απάντησε ότι το θεωρεί λογικό και μάλιστα απάντησε ότι δεν το θεωρεί «υποχρεωτικό» να πληρώνει τα έξοδα του αντίδικου του.
iii. ΜΥ2 – Ανδρέας Κωνσταντίνου
31. Ο ΜΥ2 είναι ο αδελφός του Κατηγορούμενου. Ως μέρος της μαρτυρίας του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Δ).
32. Στη γραπτή του δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ζούσε για αρκετά χρόνια στο εξωτερικό και τα τελευταία 2 έτη επαναπατρίστηκε. Το ½ του ακινήτου είναι δικό του και όταν ήταν στο εξωτερικό είχε εξουσιοδοτήσει τον Κατηγορούμενο να ενεργεί εκ μέρους του, να πληρώνει τα έξοδα συντήρησης του ακινήτου αλλά και τα δικηγορικά του έξοδα. Κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται πως το ενοίκιο καταλήγει στον τραπεζικό του λογαριασμό.
33. Καταλήγει ότι το ενοίκιο ποτέ δεν το λάμβανε προσωπικά ο αδελφός του και δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να πληρώνει με αυτό τα δικά του έξοδα αλλά ήταν εξουσιοδοτημένος να πληρώνει με το ενοίκιο τα έξοδα του ΜΥ2 που απουσίαζε στο εξωτερικό.
34. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι ήταν αυτός που έδωσε οδηγίες στον Κατηγορούμενο να καταχωρήσει την αίτηση η οποία οδήγησε στην Απόφαση δεν το θεωρεί σωστό να πληρώσει ο Κατηγορούμενος τα έξοδα του αντιδίκου του, έστω και αν δεν πέτυχε η αίτηση. Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι παρά το γεγονός ότι είναι ιδιοκτήτης μόνο του ½ του ακινήτου εισπράττει ολόκληρο το ενοίκιο και δεν αποδίδει στους κληρονόμους του αποβιώσαντος αδελφού τους το ενοίκιο.
35. Με τις τελικές τους αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης νομολογία. Έχω σημειώσει με ιδιαίτερη προσοχή τις τοποθετήσεις, εισηγήσεις και επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
36. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (μεταξύ άλλων: Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
Γ. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας και Ευρήματα
37. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.
38. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
39. Όσο όμως και αν ο σταθερός λόγος και ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.)
40. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
41. Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45).
42. Όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614 ).
43. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
Αξιολόγηση ΜΚ1
44. Ο ΜΚ1 - Παραπονούμενος προκάλεσε γενικώς θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με σαφήνεια, σταθερότητα και ήταν αυθόρμητος. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, θεωρώ ότι συνάδει με τα τεκμήρια τα οποία καταχωρήθηκαν. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία της με το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αναφορικά με τα ζητήματα τα οποία γνωρίζει.
45. Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση η εκδοχή του Παραπονούμενου όσον αφορά τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, ήτοι το κατά πόσον είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, το ότι η Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, ότι εκδόθηκε διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις και ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τις δόσεις που περιγράφονται στις σχετικές κατηγορίες.
46. Η υπεράσπιση η οποία προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο ήταν αυτή της οικονομικής αδυναμίας χωρίς να συνδεθεί με οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3(4) του Νόμου. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει για την οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου ωστόσο ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε την έκδοση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι λάμβανε ένα ενοίκιο εκτός από τη σύνταξη του ύψους €300. Το ζήτημα του ποιος ελάμβανε το ενοίκιο, δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε η υπεράσπιση της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου, και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι ουδέποτε ήτο ο δικαιούχος του εν λόγω ενοικίου, εν τέλει κατέστη άσχετο με τα επίδικα θέματα εν προκειμένω. Επίσης, ανέφερε ότι εάν όντως ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωνε λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν θα έκανε έφεση εναντίον της Απόφασης και θα προέβαινε σε αίτηση για τροποποίηση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων.
47. Κατά την αντεξέταση δεν κλονίστηκε, δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του αν και στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε η εκδοχή του επί των ουσιωδών σε σχέση με την υπόθεση θεμάτων.
48. Συνεπώς, καταλήγω στο ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στο σύνολο της.
Αξιολόγηση ΜΥ1 – Κατηγορούμενος
49. Η εντύπωση την οποία αποκόμισα από τον Κατηγορούμενο δεν ήταν θετική καθότι, μεταξύ άλλων υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και έδιδε ασαφείς και ακατανόητες απαντήσεις στις ερωτήσεις οι οποίες ετίθεντο κατά την αντεξέταση.
50. Η δε εκδοχή του περί οικονομικής αδυναμίας δεν τεκμηριώθηκε διότι με την ίδια οικονομική κατάσταση αποδέχθηκε να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις ύψους €70. Σε ερώτηση ποιος πληρώνει τα έξοδα της έφεσης απάντησε ότι «πληρώνουμεν τα για τον αδελφό μου...». Το γεγονός ότι πληρώνει δικηγορική αμοιβή για την έφεση αντιτίθεται στον ισχυρισμό του περί οικονομικής αδυναμίας. Μάλιστα απάντησε ευθαρσώς ότι δεν το θεωρεί υποχρεωτικό να πληρώνει τα έξοδα του αντιδίκου του σε περίπτωση που δεν πετύχει η αίτηση του, όπως και έγινε στην παρούσα περίπτωση, δείχνοντας στην ουσία ότι είναι εσκεμμένα που δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες δόσεις.
51. Δεν μπορούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του Παραπονούμενου σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση. Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο ενοίκιο το οποίο λάμβανε εκ μέρους του αδελφού του, ωστόσο, τόσο ο ίδιος όσο και ο συνήγορος του (κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου) προωθούσαν την θέση ότι το ενοίκιο ουδέποτε του ανήκε, ανήκε στον αδελφό του, άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έσοδο του Κατηγορούμενου. Συνεπώς, και σε αυτό το σημείο διέκρινα αντιφατικότητα στη μαρτυρία του.
52. Επιπρόσθετα και με όλο το σεβασμό στον Κατηγορούμενο, η εκδοχή του περί οικονομικής αδυναμίας δεν τεκμηριώθηκε. Παρουσίασε μαρτυρία μόνον όσον αφορά τα έξοδα του παραλείποντας να αναφέρει πόσα είναι έσοδα του. Αναφέρει επανειλημμένα ότι είναι χαμηλοσυνταξιούχος ωστόσο σε κανένα σημείο της μαρτυρία του δεν αναφέρει το ύψος της σύνταξης του ή να παραθέσει πληροφορίες σε σχέση με τα έσοδα του. Παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι έπαιρνε εκείνος το ενοίκιο για να προωθεί τις υποθέσεις, ενώ προηγουμένως προωθούσε τη θέση ότι ουδέποτε το έπαιρνε ο ίδιος.
53. Περαιτέρω, δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για το ποια ήταν η οικονομική κατάσταση του όταν συμφώνησε στην έκδοση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων.
54. Γενικώς, ως σύνολο, η μαρτυρία του φανερώνει αντιφατικότητα και αοριστία. Σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης απέφευγε να απαντήσει τις ερωτήσεις οι οποίες τίθεντο από το συνήγορο της Παραπονούμενης.
55. Ορισμένα σημεία της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του όσον αφορά τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει, το ότι είναι χαμηλοσυνταξιούχος. Περαιτέρω, δεν έχει τύχει αμφισβήτησης από το συνήγορο της Παραπονούμενης πως η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου δεν είναι ιδιαίτερα καλή. Αυτό που αμφισβητήθηκε και συνεπώς αυτό το οποίο ήταν επίδικο ήταν το κατά πόσο η οικονομική του κατάσταση έχει μεταβληθεί και κατά πόσον αποδείχθηκε οικονομική αδυναμία ενόψει και του ότι ο Κατηγοορούμενος είχε συγκατατεθεί στην έκδοση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων.
56. Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για την απόδειξη της αλλαγής της οικονομικής του κατάστασης προς το χειρότερο. Παρέθεσα πιο πάνω παραδείγματα των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, της αδυναμίας του να παράσχει σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλά ερωτήματα και καταλήγω στο ότι η μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ2
57. Αναφορικά με τον ΜΥ2, αδελφό του Κατηγορούμενου προκύπτει αβίαστα ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο καίτοι η θέση του όσον αφορά το ενοίκιο στο τέλος δεν βοηθά την εκδοχή του Κατηγορούμενου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του όσον αφορά το ότι το ενοίκιο ουδέποτε προορίζετο για τον αδελφό του – τον Κατηγορούμενο - αλλά ήταν για τα δικά του έξοδα. Αφετέρου δε, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων όσον αφορά τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Δεν έδωσε ο ΜΥ2 μαρτυρία σχετικά με την μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου ή όσον αφορά την οικονομική του κατάσταση, εν γένει, αλλά αρκέστηκε σε κάποιες γενικόλογες δηλώσεις ότι είναι αδικία να πληρώνει ο αδελφός του.
Ευρήματα
58. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
58.1 Ο Κατηγορούμενος είναι ο Αιτητής στην Αίτηση ημερομηνίας 11.01.2017 στη Διαχείριση 113 / 2009 η οποία απορρίφθηκε με Απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στις 16.09.2019 με έξοδα €1.500,00 εναντίον του και υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος είναι ο Παραπονούμενος την παρούσα υπόθεση.
58.2 Καταχωρήθηκε Αίτηση Έρευνας ημερομηνίας 03.07.2020 εναντίον του Κατηγορούμενου / Αιτητή στην πιο πάνω Αίτηση και στις 14.09.2020 εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας εκ συμφώνου διάταγμα καταβολής από τον Κατηγορούμενο του ποσού των €70 μηνιαίως μέχρι εξοφλήσεως («Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων»).
58.3 Ο Κατηγορούμενος κατέβαλε 18 δόσεις ύψους €70 εκάστη οι οποίες αντιστοιχούν στο ποσό των €1.260. Εξακολουθεί να οφείλει το ποσόν των €603. Η τελευταία πληρωμή είχε γίνει την 11.03.2022 και από την 01.04.2022 και εντεύθεν δεν κατέβαλε κανένα ποσό.
58.4 Ο Κατηγορούμενος δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων.
58.5 Ο Κατηγορούμενος έχει υποβάλει έφεση εναντίον της Απόφασης (Τεκμήριο 6).
58.6 Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος καταχωρεί διαδικασίες και εφέσεις εναντίον του Παραπονούμενου οι οποίες, εν τέλει, απορρίπτονται με έξοδα υπέρ του Παραπονούμενου, τα οποία ο Κατηγορούμενος δεν καταβάλλει δημιουργεί οικονομικά προβλήματα στον Παραπονούμενο.
58.7 Ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι των δόσεων οι οποίες αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος στο κατηγορητήριο. Το οφειλόμενο ποσό ύψους €603,20 δεν έχει καταβληθεί από τον Κατηγορούμενο.
58.8 Ο Κατηγορούμενος είναι συνταξιούχος και η σύνταξη η οποία λαμβάνει δεν είναι ψηλή.
58.9 Το ενοίκιο από την ενοικίαση του ακινήτου στο Παραλίμνι το οποίο ανήκει κατά το ½ στον ΜΥ2 το εισέπραττε ο Κατηγορούμενος για λογαριασμό του ΜΥ2 για να διαχειρίζεται της υποθέσεις του ΜΥ2 και για να πληρώνει για τη συντήρηση του ακινήτου και ο Κατηγορούμενος ουδέποτε εισέπραττε το ενοίκιο για δικούς του σκοπούς. Τα τελευταία 2 έτη το ενοίκιο καταβάλλεται απευθείας στον ΜΥ2.
Δ. Νομική Πτυχή
59. Το άρθρο 3(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν.60(1)/2008 προνοεί τα ακόλουθα:
«3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:
[....]
(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.
είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
60. Προκύπτει από λεκτικό του άρθρου 3(1)(γ) ότι τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(α) Ο κατηγορούμενος πρέπει να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.
(β) Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.
(γ) Εκδόθηκε διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.
(δ) Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες.
(ε) Η παράλειψη πληρωμής των δόσεων έλαβε χώρα για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.
61. Οι υπερασπίσεις σε σχέση με το πιο πάνω αδίκημα καθορίζονται ρητώς από το Νόμο. Το άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:
«3(4) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1) αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: [...]
(γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».
62. Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις ακόλουθες υπερασπίσεις:
(α) ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις,
(β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος,
(γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν.
63. Τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος καθώς και οι σχετικές υπερασπίσεις σε αυτό έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Παρδάλη, Ποιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, (2014) 2 Α.Α.Δ. 108, Ντάγκλας ν. Κυλίλη, Ποινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 και ΧΧΧ Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα και Υιοί Λίμιτεδ Ποιν. Εφ. 39/2021 ECLI:CY:AD:2021:B586, ημερ. 22.12.2021
64. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου):
«Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16). Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος».
65. Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
66. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.
67. Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
68. Ωστόσο, όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, με βάση τη Νικολάου (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης σε σχέση με την ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το φέρει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δεδομένου ότι το ζήτημα εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη. Δεν μπορεί να αναμένεται από τον Παραπονούμενο να αποδείξει ότι δεν υπάρχει οικονομική ή φυσική αδυναμία από μέρους του οφειλέτη Κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται στη Νικολάου, η υπεράσπιση αυτή μπορεί να πετύχει εάν ο Κατηγορούμενος αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος («...ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση...»)
69. Σημειώνεται επίσης ότι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προδρόμου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε κατηγορίες δυνάμει Νόμου, παρόμοιες με τις παρούσες, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο δεν ήταν το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Το μόνο το οποίο ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση.
70. Στην Ευαγγέλου Γιαννάκης ν. Κωστάκης Κουρέας & Υιός Λτδ (2005) 2 ΑΑΔ 415 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 91 του Κεφ. 6 και την υπεράσπιση της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη:
«Από τα πιο πάνω άρθρα [άρθρα 91Α(1)(α) και (β), 91Α(3), άρθρα 91Β(1) και 91Β(3)(α) και (β)] αναγιγνωσκόμενα στο σύνολό τους, και, ιδιαίτερα, από το συνδυασμό του άρθρου 91Α(3) με το άρθρο 91Β(3)(β) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο ότι, εφόσον αποδειχθεί πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας ότι (α) εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, και (β) υπήρξε παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης θεωρείται ότι προέβη σε πράξη καταδολίευσης εκτός εάν αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση του άρθρου 91Β(3)(β). Η φράση "δύναται να θεωρείται" στο άρθρο 91Α(3) υποδηλώνει απλώς ότι η κατάταξη της παράλειψης πληρωμής ως αξιόποινης τελεί υπό την αίρεση της μη συνδρομής της υπεράσπισης του άρθρου 91Β(3)(β).»
71. Η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Έφεση αρ. 225/2021, ημερομηνίας 27.11.2023 στην Δώρος Ασιήκαλης ν. Στάυρου Μιχαήλ είναι επίσης ιδιαίτερα καθοδηγητική και πολύ ενδιαφέρουσα ως προς το κατά πόσον υπάρχει αυτόνομη υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Στην απόφαση της πλειοψηφίας του Εφετείου κρίθηκε ότι η φυσική ή οικονομική αδυναμία πρέπει να συνδεθεί με μία εκ των υπερασπίσεων του αρ. 3(4) του Νόμου (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Κρίνουμε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εντοπίσει ορθά ότι το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ευρισκόταν στους ώμους του Εφεσίβλητου να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία θα έπρεπε να αποδειχθεί ως προαπαιτούμενο και ότι αυτή η αδυναμία συνδέετο με τις υπερασπίσεις που καταγράφονται στο Άρθρο 3(4)(γ) δηλαδή «ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».
Με δεδομένο ότι ο Εφεσείων απέδειξε τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων, δηλαδή ότι ο Εφεσίβλητος εκ Δικαστικής απόφασης οφειλέτης, δεν εξόφλησε το χρέος του και στις 30.5.2018 αποδέχθηκε να το εξοφλήσει με διάταγμα μηνιαίων δόσεων ύψους €100, τις οποίες παρέλειψε να πληρώσει, ο Εφεσίβλητος απέτυχε να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία συνδέετο με τις υπερασπίσεις οι οποίες μπορούσαν να προβληθούν στα πλαίσια του Άρθρου 3(4)(γ) του σχετικού Νόμου. Ο ισχυρισμός του Εφεσίβλητου ότι από 22.5.2013 μέχρι 8.3.2021 ήταν άνεργος, από μόνος του χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση που να οδηγεί σε εύρημα οικονομικής αδυναμίας και εν πάση περιπτώσει ασύνδετος με τη μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και η παράλειψη του να αποταθεί στο Δικαστήριο για μείωση του ποσού ή αναστολή του διατάγματος, δεν δικαιολογούσαν εύρημα ότι είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης για φυσική ή οικονομική αδυναμία να καταβάλει τις επίδικες μηνιαίες δόσεις.»
72. Ο Δικαστής του Εφετείου Έντιμος κ. Χαραλάμπους στην Απόφασή του έκρινε ότι ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι ευρύτερος και αποτελεί αυτόνομη υπεράσπιση υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει να συνδεθεί με μια εκ των υπερασπίσεων του άρθρου 3(4)(γ) για να επιτύχει:
«Έχω λοιπόν την άποψη πως ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι γενικότερος όρος, τον οποίο συνειδητά επέλεξε ο Νομοθέτης μη θέλοντας την καταδίκη οποιουδήποτε επιτύχει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να πείσει ότι ευρίσκετο σε αδυναμία να πληρώσει. Εξ ου και απαιτείται ερμηνεία από το Δικαστήριο και εφαρμογή στα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πράττοντας δε αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψιν το κατά πόσον υπήρξε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης ή το κατά πόσον υπεβλήθη αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή.»
73. Στην παρούσα υπόθεση στην ουσία προωθήθηκε η υπεράσπιση της οικονομικής αδυναμίας, χωρίς να συνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο με οποιαδήποτε μεταβολή οικονομικής κατάστασης. Αντιθέτως προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Κατηγορούμενο ως προς το ότι δεν υπήρξε στην ουσία αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση.
74. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, λαμβανομένων υπόψιν των σελίδων 3 και 4 της τελικής του αγόρευσης, βασίζει την υπεράσπιση του στην απόφαση μειοψηφίας στην Ασικήκαλης (ανωτέρω), στο ότι ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι ευρύτερος καθώς και επί του ότι γενικότερα υπάρχει υπεράσπιση της οικονομικής αδυναμίας υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να υπάρχει καταδίκη εάν αποδειχθεί οικονομική αδυναμία στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
75. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι στην Ασιήκαλης τόσο στην απόφαση πλειοψηφίας και ειδικότερα στην απόφαση της μειοψηφίας φαίνεται να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε συγκατατεθεί στην έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων και συνεπώς το διάταγμα είχε εκδοθεί εκ συμφώνου όπως και εν προκειμένω. Το Εφετείο ήταν πολύ προσεκτικό στο να μην αναγάγει αυτό το γεγονός σε γενικό κανόνα, δηλαδή ότι στις περιπτώσεις στις οποίες εκδόθηκε εκ συμφώνου το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, δεν μπορεί να αποδειχθεί οικονομική αδυναμία, ωστόσο με βάση τις αποφάσεις προκύπτει πως αυτό είναι ένας παράγοντας ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν.
76. Επίσης, στην απόφαση μειοψηφίας στην οποία παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, αναφέρεται ότι κατά την εξέταση του κατά πόσον αποδείχθηκε η οικονομική αδυναμία το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψιν το κατά πόσον υπήρχε μεταβολή στην οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου. Το δε γεγονός ότι το διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου όφειλε να είχε προβληματίσει το Πρωτόδικο Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης του κατά πόσον υφίσταται οικονομική αδυναμία. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση μειοψηφίας:
«Αντί να το πράξει, φαίνεται ότι στηρίχθηκε μόνο στο ότι ο οφειλέτης ήταν δηλωμένος ως άνεργος και μάλιστα χωρίς το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε συσχέτιση αυτού του στοιχείου με θέματα οικονομικής αδυναμίας, ιδιαίτερα όταν ο ίδιος ο οφειλέτης είχε παλαιότερα εμφανιστεί σε Δικαστήριο και δήλωσε τότε ικανός να καταβάλει το χρέος με δόσεις. Βασικά δεν προβλημάτισε καθόλου το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος οφειλέτης δήλωσε την ικανότητα καταβολής μηνιαίων δόσεων.
Το διάταγμα μηνιαίων δόσεων στην παρούσα περίπτωση είχε εκδοθεί εκ συμφώνου. Συνεπώς θα πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο πως το Δικαστήριο που το εξέδωσε είχε στηριχθεί στη δική του σαφή δήλωση για την ικανότητα του να καταβάλλει το ποσόν που είχε αποδεχθεί ως μηνιαία δόση και τούτο από οικονομικούς πόρους τους οποίους ασφαλώς ο ίδιος ήταν σε πολύ καλύτερη θέση να γνωρίζει όταν το είχε αποδεχθεί. Σε αντίθετη περίπτωση θα εσήμαινε πως ο οφειλέτης είχε εξαπατήσει το εκδόσαν το διάταγμα Δικαστήριο προβαίνοντας σε ψευδή δήλωση για την ικανότητα του.»
Ε. Υπαγωγή των γεγονότων στις εφαρμοστέες Νομικές Αρχές
77. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, την απόρριψη του μεγαλύτερου μέρους της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, τη νομική πτυχή της υπόθεσης, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο.
78. Όπως και στη Νικολάου προσκομίστηκε αδιαμφισβήτητη μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος:
(α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τον Παραπονούμενο. Η επιδίκαση εξόδων εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του Παραπονούμενου, αποδίδει στον πρώτο την ιδιότητα του εξ αποφάσεως οφειλέτη χρέους με τον δεύτερο να καθίσταται εξ αποφάσεως πιστωτής (Ντάγκλας ν Κυλίλη, Ποιν. Εφ. 76/2019, 22.04.2020).
(β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του,
(γ) εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της με μηνιαίες δόσεις (εκ συμφώνου), και
(δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο, ήτοι τις δόσεις από 1.4.2022 μέχρι και την 1.12.2022.
79. Στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε, μάλιστα κατέστησαν παραδεκτά γεγονότα, το ότι δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις (Τεκμήριο 3). Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης του Παραπονούμενου και ότι εκδόθηκε η απόφαση στα Τεκμήριο 1 και 2 αλλά ούτε και το ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το εξ αποφάσεως χρέος του.
80. Περαιτέρω, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν απέσεισε το βάρος το οποίο είχε στους ώμους του ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν προβλήθηκε κανένας ισχυρισμός και δεν δόθηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος για πληρωμή του χρέους με δόσεις.
81. Η μόνη υπεράσπιση που προωθήθηκε ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις μηνιαίες δόσεις λόγω οικονομικής αδυναμίας. Η οικονομική αδυναμία δεν συνδέθηκε με οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων που προνοούνται στο Νόμο, για παράδειγμα ότι υπήρξε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου από την έκδοση του εκ συμφώνου Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων προς το χειρότερο κατά τρόπο που να περιήλθε σε οικονομική αδυναμία.
82. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι υπάρχει η ευρύτερη υπεράσπιση της οικονομικής αδυναμίας, κρίνω ότι ούτε και οικονομική αδυναμία τεκμηριώθηκε από τον Κατηγορούμενο ο οποίος έφερε το βάρος απόδειξης για τη στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
83. Αυτό διότι αφενός αποδέχθηκε πως πληρώνει δικηγορική αμοιβή για την έφεση πράγμα που δεν συνάδει με τη θέση του περί οικονομικής αδυναμίας.[1] Αφετέρου δε, δεν παρουσίασε κάποια μεταβολή οικονομικής κατάστασης από την ημερομηνία που εκ συμφώνου αποδέχθηκε την έκδοση εναντίον του του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων. Εάν επικαλείται τώρα οικονομική αδυναμία, αφ’ ης στιγμής δεν μεταβλήθηκε η οικονομική του κατάσταση κανονικά θα υπήρχε και τότε οικονομική αδυναμία εφόσον ήταν και τότε χαμηλοσυνταξιούχος. Ωστόσο, φαίνεται να εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Αίτησης Έρευνας, δεν έφερε ένσταση στο να καταβάλλει κάποιο ποσό και μάλιστα συγκατατέθηκε στο να πληρώνει €70 μηνιαίως, συμφωνώντας δηλαδή ότι το ποσό αυτό ήταν εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων.
84. Στην ουσία αυτή ήταν και η θέση του Έντιμου Δικαστή του Εφετείου κου Χαραλάμπους στην απόφαση μειοψηφίας στην υπόθεση Ασιήκαλης, απόφαση στην οποία βασίζει ο Κατηγορούμενος την υπεράσπιση του. Κατά την εξέταση του κατά πόσον αποδείχθηκε οικονομική αδυναμία συνεκτιμήθηκε το κατά πόσον υπήρξε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου. Εν προκειμένω, προσκομίστηκε μαρτυρία ότι είναι συνταξιούχος, ότι έχει έξοδα (Τεκμήριο 11) χωρίς όμως να αποκαλύπτεται ποιο είναι το εισόδημα του Κατηγορούμενου και χωρίς απόδειξη του ότι άλλαξαν τα οικονομικά του δεδομένα από την ημέρα κατά την οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε ικανός να καταβάλει το χρέος του με δόσεις.
85. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε πως το ενοίκιο δεν το ελάμβανε για τις δικές του ανάγκες αλλά ως εκπρόσωπος του αδελφού του (ΜΥ2) το ίδιο και ο ΜΥ2. Το ίδιο υποβλήθηκε κατ’ επανάληψη και από το συνήγορο του Κατηγορούμενου προς τον Παραπονούμενο, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος ουδέποτε εισέπραττε το ενοίκιο. Οι δηλώσεις δικηγόρου δεσμεύουν τον κατηγορούμενο εφόσον «η φωνή και ο λόγος του δικηγόρου είναι η φωνή και ο λόγος του κατηγορούμενου» (Γαβριηλίδης ν Αστυνομίας [2003] 2 ΑΑΔ 405 και επίσης R v Turner and ors [1975] 61 Cr App R67). Συνεπακόλουθα, αφού δεν εισέπραττε ποτέ το ενοίκιο ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να υπάρχει οποιαδήποτε μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης επειδή κατ’ ισχυρισμόν σταμάτησε να λαμβάνει το ενοίκιο.
86. Περαιτέρω, η εκδοχή του Κατηγορούμενου περί οικονομικής αδυναμίας δε συνάδει με το ότι υπέβαλε έφεση εναντίον της Απόφασης και με τη δήλωση του ότι πληρώνει δικηγόρους για την έφεση. Προς αποφυγή οποιασδήποτε παρερμηνείας αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλλει εφέσεις εναντίον Δικαστικών Αποφάσεων με τις οποίες δεν συμφωνεί, ωστόσο έχει και την συνεπακόλουθη υποχρέωση να πληρώνει τα έξοδα τα οποία το Δικαστήριο τον διατάσσει να πληρώσει.
87. Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν το θεωρεί αναγκαίο να πληρώνει τα έξοδα του αντιδίκου, δήλωση από την οποία συνάγεται και η πρόθεση του για την καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή καθώς και το ότι η επικαλούμενη οικονομική αδυναμία είναι πρόσχημα για την αποφυγή πληρωμής των δόσεων τις οποίες αποδέχθηκε να καταβάλλει για την εξόφληση εξ αποφάσεως χρέους.
88. Οι θέσεις τις οποίες προέβαλε ο Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δια μέσου της μαρτυρίας του της δεν φανερώνουν την επίκληση της υπεράσπισης περί μη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων λόγω οικονομικής αδυναμίας αφού, δεν έχει καταδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου Διατάγματος και εντεύθεν έχει μεταβληθεί προς το χειρότερο, ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του.
89. Συνεπώς, η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου περί οικονομικής αδυναμίας δεν έχει περιθώρια επιτυχίας και απορρίπτεται ως αβάσιμη και ατεκμηρίωτη.
90. Σημειώνω ότι δεν προωθήθηκε υπεράσπιση της φυσικής αδυναμίας και παρά το γεγονός ότι δόθηκε μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος έχει υποβληθεί σε 2 χειρουργικές επεμβάσεις δεν τεκμηριώθηκε οποιαδήποτε φυσική αδυναμία. Σε κάθε περίπτωση ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του δήλωσε δις ότι ο λόγος που δεν πλήρωσε τις δόσεις είναι η οικονομική αδυναμία.
ΣΤ. Συμπέρασμα
91. Υπό το φως των όσων προαναφέρθηκαν, δηλαδή με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και την σχετική επί του ζητήματος Νομολογία, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.
92. Έχει συγκεκριμένα αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και ο Παραπονούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου, ότι στις 14.09.2020 εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενο Διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του δια μηνιαίων δόσεων με το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί, λόγω της παράλειψης του να καταβάλει τις δόσεις μεταξύ των ημερομηνιών από 01.04.2022 – 01.12.2022, ήτοι οκτώ δόσεις προς €70 εκάστη και μία δόση ύψους €43.30, συνολικού ύψους €603.20.
93. Καταλήγω συνεπώς ότι, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Κατηγορούμενου ο οποίος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
(Υπ.)......................................
Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Παρενθετικά αναφέρεται ότι η έφεση εναντίον της Απόφασης από μόνη της δεν έχει οποιοδήποτε ανασταλτικό αποτέλεσμα επί της διαταγής για καταβολή των εξόδων ή επί του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο