ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 3432/22
ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
1. Μ.Θ
2. Κ.Κ.
3. Μ.Κ.
4. Μ.Μ.
5. Τ.Α.
6. Ι.Μ
7. Α.Α.
8. Β.Κ.
9. Ε.Π.
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2025
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Γεωργίου για Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Κατηγορούμενο 1: κ Δ. Συρίμης
Για τον Κατηγορούμενο 2: κ Καμπούρης
Για Κατηγορούμενους 3, 4, 5 και 9: κ Καλογερίδης για Ε. Ευσταθίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε
Για Κατηγορούμενο 6: Καμιά εμφάνιση
Για Κατηγορούμενο 8: κ Πιερίδης
ΑΠΟΦΑΣΗ
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Οι Κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν στην παρούσα από κοινού τις ακόλουθες κατηγορίες (παρατίθενται, ανά ομάδα). Κατηγορούνται ότι, περί την 01.01.2010 «ή σε άλλη ημερομηνία».:
· Προέβηκαν σε προσθήκες και/ή μετατροπές χωρίς να ληφθεί προηγουμένως άδεια από την αρμόδια αρχή, στο τεμάχιο με αρ. […] ως αυτές καθορίζονται στις λεπτομέρειες των συναφών κατηγοριών κατά παράβαση του άρθρου 3(1)(β), 9 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και των άρθρων 83 και 84 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 και του άρθρου 20 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 3, 5, 10).
· Ανέχθηκαν και/ή επέτρεψαν την διενέργεια των προσθηκών και μετατροπών που αναφέρονται στις κατηγορίες 1, 3, 5 και 10 (κατηγορίες 2, 4, 6 και 12) κατά παράβαση των άρθρων 3(1)(β), 9 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και των άρθρων 83 και 84 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 και του άρθρου 20 του Κεφ. 154.
· Κατείχαν και/ή χρησιμοποιούσαν οικοδομή ή ενήργησαν ώστε οποιοδήποτε πρόσωπο να κατέχει οικοδομή, χωρίς να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή (κατηγορία 9), κατά παράβαση των άρθρων 2, 10 και 20(1)(2) του Κεφ. 96 και των άρθρων 83 και 84 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 και του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και
· Παράβηκαν όρο χορηγηθείσας άδειας οικοδομής, δηλαδή τον όρο που καθόριζε τα τετραγωνικά μέτρα της οικοδομής, κατ’ αντίθεση του όρου της χορηγηθείσας άδειας οικοδομής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9 και 20 του Κεφ. 96 και των άρθρων 83 και 84 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 και των άρθρων 42 και 43 του Περί Δήμων Νόμου του 2022 και του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και (κατηγορία 11)
Περαιτέρω των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη 9 αντιμετωπίζει 2 επιπρόσθετες κατηγορίες, ήτοι ότι την 01.01.2010 ή σε άλλη ημερομηνία, προέβη σε προσθήκη και μετατροπή σε οικοδομή χωρίς να ληφθεί άδεια από την αρμόδια αρχή, δηλαδή ότι αυθαίρετα πρόσθεσε και/ή κατασκεύασε μεταλλικό στέγαστρο στην ακάλυπτη βεράντα του δυτικού διαμερίσματος στον 3ο όροφο, με αρ. θύρας 302, χωρίς να λάβει προηγουμένως άδεια από την αρμόδια αρχή (κατηγορία 7) και ότι ανέχθηκε ή επέτρεψε την προσθήκη την οποία πραγματεύεται η πιο πάνω κατηγορία (κατηγορία 8), κατά παράβαση των άρθρων 3(1)(β), 9 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και των άρθρων 83 και 84 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 και του άρθρου 20 του Κεφ. 154 .
Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 6, η διαδικασία διεξάγεται στην απουσία του, δυνάμει ενδιάμεσης απόφασης που εκδόθηκε από το παρών δικαστήριο, σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, για τους λόγους που εκεί αναφέρονται και η υπόθεση σε σχέση με την Κατηγορούμενη 8, δεν προωθήθηκε και αποσύρθηκε.
Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Γ.Ι.-τεχνικό μηχανικό στην υπηρεσία των Παραπονουμένων (Μ.Κ.1).
Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, υπεβλήθη εισήγηση από πλευράς όλων των Κατηγορουμένων πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους σύμφωνα με το Άρθρο 74(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου, ως ήταν η θέση των συνηγόρων, ουδείς εξ αυτών θα πρέπει να κληθεί σε απολογία, τουναντίον θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαγούν από αυτό το στάδιο.
Οι θέσεις όλων των συνηγόρων είναι κοινές και συνίστανται (κοντολογίς) στο ότι:
(α) Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1, 3, 5 και 10: Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Κατηγορούμενοι προέβηκαν σε οποιαδήποτε προσθήκη ή μετατροπή και τούτο αφού όχι μόνο ο ίδιος ο Μ.Κ.1 το παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του αλλά, με βάση και την μαρτυρία του, οι προσθήκες και μετατροπές έγιναν αντιληπτές από τον Παραπονούμενο περί το έτος 2010, σε χρόνο δηλαδή που ειδικότερα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν ήταν καν ιδιοκτήτες, επομένως θα ήταν αδύνατο να προβούν σε οποιαδήποτε προσθήκη ή μετατροπή. Σε σχέση με τους Κατηγορουμένους 3, 4, 5, 7 και 9 στους οποίους η ιδιοκτησία των διαμερισμάτων επήλθε προ του 2010, αντίτειναν οι συνηγόροι που τους εκπροσωπούν, ότι με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ.1 διαφαίνεται πως, οι επίδικες προσθήκες και μετατροπές, περιήλθαν μεν στην αντίληψη του Παραπονουμένου το 2010, πλην όμως με βάση την ίδια μαρτυρία διαφαίνεται πως οι εν λόγω προσθήκες υφίσταντο το 2004 όταν έλαβε ο Παραπονούμενος παράπονο, επομένως έγιναν σε χρόνο που δεν ήταν ιδιοκτήτες και άρα δεν θα ήταν λογικά δυνατό να έπραξαν το ότιδηποτε.
(β) Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 2, 4, 6 και 12: Συνακόλουθα των πιο πάνω, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία, ότι όταν οι Κατηγορούμενοι αγόρασαν τα διαμερίσματα τους που βρίσκονται στο επίδικο ακίνητο, γνώριζαν ότι ανεγέρθηκαν παρανόμως κατασκευές ή οικοδομήματα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί πως τις επέτρεψαν ή ανέχθηκαν την ανέγερση/προσθήκη τους, αφού περί το 2006 εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της οικοδομής το οποίο ο ίδιος ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως τεκμήριο.
(γ) Σε ό,τι αφορά την κατηγορία 9: Υπάρχει μαρτυρία ότι για την επίδικη οικοδομή έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης το 2006 και η κατηγορία είναι ανυπόστατη.
(δ) Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 7 και 8 που αφορούν την Κατηγορούμενη 9: Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το εν λόγω μεταλλικό στέγαστρο ανήκει στο διαμέρισμα με αρ. 302 που της ανήκει.
(ε) Σε ό,τι αφορά την κατηγορία 11: Δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το ποιοι ήταν οι εν λόγω όροι της άδειας οικοδομής που εκδόθηκε, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει εάν οι Κατηγορούμενοι παράβηκαν οποιοδήποτε εξ αυτών και δη τον επίδικο όρο που πραγματεύεται η κατηγορία 11.
Περιπλέον των πιο πάνω, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 7, ανέφερε πως δεν έχει καταδειχθεί πως ο Μ.Κ.1 είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην δήλωση που προέβη, καθότι ο Δήμος Έγκωμης, υπάγεται πλέον στον Δήμο Λευκωσίας και τέτοια εξουσιοδότηση δεν έχει κατατεθεί.
Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου του κατηγορούσας αρχής ο οποίος ανέφερε καταρχάς πως η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 7 περί μη εξουσιοδότησης του Μ.Κ.1 είναι ανυπόστατη ως εμφαίνετε από τα σχετικά τεκμήρια που κατέθεσε ο τελευταίος και πιστοποιούν την εξουσιοδότηση του και επιπλέον πως ο Δήμος Λευκωσίας καμμιά σχέση έχει αφού, πλέον, με βάση τις τελευταίες τροποποιήσεις του Περί Δήμων Νόμου, αρμόδιος φορέας για ζητήματα αδειοδότησης είναι ο Επαρχιακός Οργανισμός Αυτοδιοίκησης και όχι οι επιμέρους Δήμοι. Σε σχέση με τις λοιπές εισηγήσεις ανέφερε πως με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των Κατηγορουμένων και θα πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους αφού πλην των κατηγοριών 1, 3, 5, 7 και 10, για τις οποίες ομολογουμένως ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Κατηγορούμενοι προέβηκαν στις επίδικες μετατροπές, κατά τα λοιπά, υπάρχει μαρτυρία ικανή, να στοιχειοθετήσει τα υπό κρίση αδικήματα.
Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας (1981) 2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448) ως προς τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το ζήτημα εξετάστηκε επίσης στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 στην οποία διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250.»
Το (νυν) Εφετείο, στην πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Fassan Farhat, Ποιν. Έφεση 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025 υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης Χριστοδούλου (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα:
«To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας AZINAS AND ANOTHER v. POLICE (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,
(α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και
(β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.
Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση AZINA (ανωτέρω), το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση REX v. MUSTAFA KARA MEHMED 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για τον λόγο αυτό, τόσο η Πρακτική του 1962, όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) WISEMAN & ANOTHER v. BOMEMAN & OTHERS [1967] 3 All E.R.1045, (b) COZENS v. BRUTUS [1972] 2 All E.R.1, (c) ELLIS v. JONES [1973] 2 All E.R.893, (d) R. v. GALBRAITH [1981] 2 All E.R. 1061, (e) R. v. BARKER (NOTE [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.
Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 191, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ως ακολούθως:
«Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.»
Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σε αδρές γραμμές, την ουσία του περιεχομένου της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, έχοντας αδιάλειπτα κατά νου, το στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία και το σκοπό για τον οποίο γίνεται ο οποιοσδήποτε σχολιασμός.
Με βάση την γραπτή δήλωση του Μ.Κ.1, η επίδικη οικοδομή είναι κοινόκτητη και οι κατηγορούμενοι κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν ιδιοκτήτες μονάδων της επίδικης οικοδομής. Ο Κατηγορούμενος 1 (ως αποδέχθηκε ή εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβήτηση στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.1) κατέστη ιδιοκτήτης μονάδας την 30.05.2014 και απώλεσε την ιδιοκτησία λόγω μεταβίβασης της σε άλλα πρόσωπα την 01.11.2022. Με βάση δε τα «κτηματολογικά στοιχεία», (τεκμήριο 3) που κατέθεσε, ο Κατηγορούμενος 2 απέκτησε την μονάδα του στην κοινόκτητη οικοδομή την 09.01.2019, ο Κατηγορούμενος 3 την 19.05.2008, οι Κατηγορούμενοι 4 και 5 την 07.05.2008, ο Κατηγορούμενος 6 την 21.04.2008, ο Κατηγορούμενος 7 την 06.05.2008 και η Κατηγορούμενη 9 την 17.04.2008.
Οι πιο πάνω προσθήκες/μετατροπές υφίστανται μέχρι σήμερα και υφίσταντο εν πάση περιπτώσει τον 07.2022, 13.10.2023 και 16.09.2025 και 23.10.2025 που επισκέφθηκε το ακίνητο και έλαβε φωτογραφίες (τεκμήρια 5, 6, 7 και 10).
Η πρώτη λήψη παραπόνου από τον Παραπονούμενη, σε σχέση με όλες τις επίδικες προσθήκες έγινε στις 03.02.2004 και στις 04.03.2005 εξασφαλίστηκε τροποποιητική άδεια οικοδομής (τεκμήριο 9). Κατόπιν, στις 31.07.2006, εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της οικοδομής (τεκμήριο 4). Ο Παραπονούμενος, επιθεώρησε για πρώτη φορά το επίδικο ακίνητο περί το έτος 2010 και διαπίστωσε τα πιο πάνω, τα οποία αφορούν αυθαίρετες ανεγέρσεις και προσθηκομετατροπές, οι οποίες δεν καλύπτονται από τις άδειες οικοδομής που κατά καιρούς εκδόθηκαν (αρχική και τροποποιητική) όπως ούτε και από το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.
Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 αποδέχθηκε πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους του Παραπονουμένου ότι οποιοσδήποτε εκ των Κατηγορουμένων προέβη στις επίδικες προσθήκες ή μετατροπές, ότι υπάρχει σε ισχύ πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της οικοδομής, ότι περί το έτος 2004 που έλαβε παράπονο ο Παραπονούμενος, οι επίδικες προσθήκες και μετατροπές («μάλλον» ως χαρακτηριστικά ανέφερε) υφίσταντο, ότι ο Παραπονούμενος δεν ενημέρωσε με οποιοδήποτε τρόπο τους Κατηγορούμενους για τις επίδικες αυθαίρετες κατά τη θέση του μετατροπές και προσθήκες, επισημαίνοντας βέβαια ότι ούτε οποιοσδήποτε από τους Κατηγορούμενους, ρώτησε τον Παραπονούμενο όταν αγόρασε την μονάδα του, εάν υπήρχε κάποια προσθήκη ή μετατροπή στην κοινόκτητη οικοδομή το δεδομένο χρόνο και πώς εάν ρωτούσαν, θα ενημερώνονταν.
Προχωρώ συνεπώς με βάση και με δεδομένα τα πιο πάνω, στην ουσία του κατά πόσο, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σε σχέση με τους Κατηγορουμένους.
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της προσθήκης ή μετατροπής σε οικοδομή, χωρίς την εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή, είναι κοντολογίς τα εξής: (α) η δια πράξης μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή (β) σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή, (γ) χωρίς άδεια η οποία λαμβάνεται από αρμόδια αρχή.
Τα ίδια συστατικά στοιχεία ισχύουν και για το αδίκημα της ανοχής ή του επιτρέπειν την μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή (β) σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή, (γ) που έγινε χωρίς άδεια, (δ) από αρμόδια αρχή.
Σε σχέση με το αδίκημα της παράβασης όρου χορηγηθείσας άδειας, θα πρέπει να αποδειχθεί (α) η ύπαρξη άδειας, (β) στην οποία υπήρχε ο συγκεκριμένος όρος, (γ) ο οποίος δεν τηρήθηκε.
Σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής ή χρήσης ή επιτρέπειν την κατοχή ή τη χρήση υποστατικού χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης θα πρέπει προφανώς να αποδειχθεί (α) κατοχή ή χρήση, (β) υποστατικού, (γ) το οποίο δεν έχει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Κατ’ αναλογία για το αδίκημα του επιτρέπειν τέτοια κατοχή ή χρήση, ότι ο Κατηγορούμενος, επέτρεψε τα πιο πάνω.
Είναι προφανές από την όψη και μόνο της μαρτυρίας, πως μαρτυρία ότι οι Κατηγορούμενοι προέβησαν με πράξεις τους σε οποιαδήποτε προσθήκη ή μετατροπή, δεν υπάρχει. Άλλωστε, αυτή ήταν και η θέση του Μ.Κ.1 και χωρίς να πρέπει να λεχθεί οτιδήποτε άλλο, εξυπακούεται ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κανενός εκ των Κατηγορουμένων, σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 3, 5 και 10. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την κατηγορία 7, η οποία αφορά την Κατηγορούμενη 9 μόνο. Εξάλλου και με δεδομένο το ότι η ιδιοκτησία των μονάδων που κατέχουν ή κατείχαν οι Κατηγορούμενοι, στην επίδικη κοινόκτητη οικοδομή, ήταν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από αυτόν που οι προσθήκες ή οι μετατροπές έγιναν, με βάση τον Μ.Κ.1, δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει, να στοιχειοθετηθεί όχι μόνο το αδίκημα της μετατροπής ή προσθήκης αυτό καθαυτό που πραγματεύονται οι κατηγορίες 1,3 5, 7 και 10, αλλά και αυτό της ανοχής ή του επιτρέπειν των εν λόγω προσθηκομετατροπων, που πραγματεύονται οι κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και 12 και ο λόγος είναι απλός. Πώς θα μπορούσαν οι Κατηγορούμενοι να επιτρέψουν ή να ανεχθούν κάτι το οποίο συνέβη πολύ πιο πριν από όταν οι ίδιοι, απέκτησαν μερίδιο στην επίδικη κοινόκτητη οικοδομή.
Παραπέμπω σχετικά στα όσα λέχθηκαν επί του θέματος στην υπόθεση Πάμπος Ηροδότου ν. Δήμου Λευκωσίας (2003) 2 ΑΑΔ 244, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την καταδίκη του εφεσείων, ο οποίος είχε βρεθεί ένοχος στις κατηγορίες για αλλαγή χρήσεως οικοδομής και, ταυτόχρονα, για ανοχή της μετατροπής χρήσεως της οικοδομής, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 9 και 20 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Μεταξύ των λόγων που ανατράπηκε η υπόθεση, ήταν και το ότι όταν μετετράπη η χρήση του υποστατικού, ο εφεσείων καμία σχέση δεν είχε μαζί του και θεωρήθηκε πως δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνος για ανοχή του γεγονότος της μετατροπής της χρήσης. Κατ’ αναλογία των όσων είχαν λεχθεί στην απόφαση Δημητρίου ν. Δήμου Στροβόλου (1991) 2 ΑΑΔ. 375, κρίθηκε πως ο εφεσείων ενόψει του ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη οποιασδήποτε μετατροπής, δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η ανοχή του. Στην παρούσα, δεν υπάρχει περιπλέον των πιο πάνω, ίχνος μαρτυρίας ότι ακόμη και μετέπειτα που οι Κατηγορούμενοι αγόρασαν τις μονάδες τους στην επίδικη κοινόκτητη οικοδομή, γνώριζαν για την ύπαρξη μετατροπών ή προσθήκων και ανέχθηκαν την ύπαρξη τους. Στην δε υπόθεση Μάριος Ανδρέα Σοφρωνίου Λτδ ν. Δήμος Στροβόλου (1991) 2 ΑΑΔ 369, αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι «Αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι κάποιος ανέχεται κάτι να γνωρίζει την ύπαρξή του ή να εθελοτυφλεί ή να κλείνει τα μάτια του μπροστά στην πραγματικότητα. (Βλ. Somerset v. Wade [1894] 1 Q.B. 574, Words and Phrases Legally defined, 2η έκδοση, Τόμος 5ος σελ. 143 και Strouds Judicial Dictionary, 4η έκδοση, τόμος 5, σελ. 26 - 66).» Το ίδιο φρονώ ισχύει και σε σχέση με ρήμα «επιτρέπει». Εξυπακούεται ότι, για να θεωρηθεί πως κάποιος έχει επιτρέψει μια πράξη ή σειρά πράξεων, θα πρέπει να γνωρίζει καταρχάς την ύπαρξη τους ή την πρόθεση έστω να υλοποιηθούν και με τη συμπεριφορά του ή τα λόγια του, να συναινεί στην ύπαρξη ή στην υλοποίηση τους. Τέτοια μαρτυρία στην παρούσα, δεν υπάρχει.
Σε ό,τι αφορά την κατηγορία 11, σημειώνω ότι παρότι έχει καταχωρηθεί από τον Μ.Κ.1 αντίγραφο της άδειας οικοδομής και συνημμένα σχέδια, είναι γεγονός πως πράγματι, δεν έχουν κατατεθεί οι όροι που τέθηκαν κατά τη θέση του τελευταίου, με την χορήγηση της εν λόγω άδειας, έτσι που να μην μπορεί σε καμμιά περίπτωση να εξεταστεί, ότι πράγματι τέθηκε τέτοιος όρος και ότι οι Κατηγορούμενοι τον έχουν παραβεί. Εν πάση δε περιπτώσει, παρομοίως με τα όσα αναφέρονται και πιο πάνω και ανεξάρτητα του ότι οι εν λόγω όροι δεν είναι γνωστοί στο Δικαστήριο, καμμιά μαρτυρία υπάρχει ότι οποιοσδήποτε εκ των Κατηγορουμένων προέβη σε οποιαδήποτε πράξη, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί παράβαση όρου χορηγηθείσας άδειας.
Ούτε και δόθηκε από τον Μ.Κ.1 οποιαδήποτε εξήγηση περί τούτου, όπως ούτε και με την μαρτυρία του αναφέρθηκε στους όρους της εν λόγω άδειας. Ό,τι κατατέθηκε (στα οποία παρέπεμψε ο Μ.Κ.1) είναι τα αρχιτεκτονικά σχέδια της οικοδομής με τις διάφορες όψεις τους, τα οποία σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο, για την εξαγωγή οποιονδήποτε σχετικών με την συγκεκριμένη κατηγορία, συμπερασμάτων.
Τέλος, σε ό,τι αφορά την κατηγορία 9, είναι προφανές πως αυτή δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να στοιχειοθετηθεί με δεδομένο το ότι, είναι ο ίδιος ο Μ.Κ.1 που κατέθεσε το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης που εκδόθηκε σε σχέση με την επίδικη οικοδομή. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε πως οι προσθήκες και μετατροπές που έγιναν στην οικοδομή, δεν καλύπτονται από το εν λόγω πιστοποιητικό εγκρίσεως. Ωστόσο ως καταφαίνεται από τα ίδια τα λεγόμενα του Μ.Κ.1, οι προσθήκες και μετατροπές έγιναν το 2004 και η έγκριση λήφθηκε το 2006 κατόπιν επιθεώρησης του ακινήτου, γεγονός το οποίο τεκμαίρει πως αυτές νοουμένου ότι υπήρχαν τον δεδομένο χρόνο, λήφθηκαν υπόψη από τον Παραπονούμενο. Πουθενά στο τεκμήριο 4, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά, ότι το πιστοποιητικό έγκρισης δόθηκε για μέρος της οικοδομής έτσι που να μπορεί να συναχθεί, πως υπήρχε μέρος της, το οποίο δεν εγκρίθηκε.
Με δεδομένο συνεπώς το ότι ως λέχθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδης (1993) 2 Α.Α.Δ. 82 «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.», καταλήγω ότι, η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής, είναι σε τέτοιο βαθμό αδύναμη, που σε περίπτωση που οι Κατηγορούμενοι δεν δώσουν οποιαδήποτε εξήγηση, κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε λογικά, να καταλήξει σε ευρήματα ενοχής.
Καταλήγω συνεπώς, πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κανενός εκ των Κατηγορουμένων, και οι Κατηγορούμενοι 1-6, 7 και 9 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν για τους λόγους που πιο πάνω εξηγούνται.
Επιδικάζονται έξοδα εναντίον του Παραπονούμενου και προς όφελος των Κατηγορουμένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στους Κατηγορούμενους 3, 4, 5 και 9 επιδικάζεται ένα σετ εξόδων ενόψει του ότι είχαν κοινή εκπροσώπηση.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 6, δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα προς όφελος του, ενόψει του ότι η διαδικασία διεξήχθη στην απουσία του.
Υπ...................................................
Ε. Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο