Δήμος Στροβόλου δια του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού ν. Ε.Φ.Λ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2633/25, 1/12/2025
print
Τίτλος:
Δήμος Στροβόλου δια του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού ν. Ε.Φ.Λ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2633/25, 1/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

                                                                                                 Αρ. Υπόθεσης: 2633/25

Δήμος Στροβόλου δια του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού                                                                                                                       Αιτητές/Παραπονούμενοι

v.

 

1.    Ε.Φ.Λ.

2.    Μ.Φ.

3.    Γ.Φ

                                                                                      Καθ’ ων η Αίτηση/Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 01 Δεκεμβρίου 2025

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: 

Για τoυς Αιτητές: κ. Κ. Μάμαντος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ων η Αίτηση: κ.κ. Π. Ευαγόρου με κα Τσαγγαρίδου για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.

Ενδιάμεση απόφαση

(Αίτηση ημερ. 31.03.2025)

 

Η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 31.03.2025 και εναντίον των Κατηγορουμένων προσάπτεται μια κατηγορία η οποία αφορά παράλειψη συμμόρφωσης με ειδοποίηση της αρμόδιας αρχής εντός καθορισθείσας προθεσμίας μετά την παραλαβή ειδοποίησης «κατά παράβαση των άρθρων 2, 15Β(1)(β)(3) και 20(1)(η) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και των άρθρων 4, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα».

 

Πιο συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι, «η Κατηγορούμενη 1 υπό την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος του διαμερίσματος με αρ., το οποίο ευρίσκεται στην πολυκατοικία[1]  επί της οδού […] και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, υπό την ιδιότητα τους ως κάτοχοι του διαμερίσματος 1 και/ή ως πρόσωπα που χρησιμοποιούν το διαμέρισμα 1, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την ειδοποίηση ημερ. 10.12.2024 και/ή τις σχετικές ειδοποιήσεις και/ή τις σχετικές επιστολές του Δήμου Στροβόλου και/ή παρέλειψαν να εγκαταλείψουν και εκκενώσουν το εν λόγω διαμέρισμα, παρά το ότι η πολυκατοικία επί της οποίας ευρίσκεται, έχει καταστεί επικίνδυνη για τα πρόσωπα που διαμένουν σε αυτήν».

 

Με την καταχώρηση της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης, καταχωρήθηκε και δια κλήσεως αίτηση από μέρους των Αιτητών με την οποία ζητούνται τα ακόλουθα διατάγματα:

 

«Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η απομάκρυνση των Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 από το διαμέρισμα υπ’ αρ. 1, το οποίο ευρίσκεται επί της πολυκατοικίας στην οδό […], εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς, ένεκα της επικινδυνότητας της εν λόγω πολυκατοικίας για ανθρώπινη κατοίκηση.

 

Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσονται οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3, οι αντιπρόσωποι και υπηρέτες αυτών, όπως  εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς, όπως (sic) εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του διαμερίσματος υπ’ αρ. 1, το οποίο ευρίσκεται επί της πολυκατοικίας στην οδό […], στον Αιτητή.

 

Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται η  μελλοντική χρήση του διαμερίσματος υπ’ αρ. 1, το οποίο ευρίσκεται επί της πολυκατοικίας στην οδό […], για τέτοια κατοίκηση μέχρι την κατεδάφιση της πολυκατοικίας από τον Αιτητή και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου, δια του οποίου να επιτρέπεται στον Αιτητή και/ή στους αντιπροσώπους του και/’η στις αρμόδιες αρχές και/ή στους υπηρέτες του, η είσοδος στην πολυκατοικία της οδού […], συμπεριλαμβανομένου του διαμερίσματος υπ’ αρ. 1 σε αυτή, για σκοπούς εφαρμογής του Σχεδίου Χορηγιών το οποίο εμπίπτει το πρόγραμμα ΚτίΖω του Υπουργείου Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, με σκοπό την επιδιόρθωση και/’η την ενίσχυση και/ή την αναδόμηση της εν λόγω πολυκατοικίας στο σύνολο της.

 

Ε) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο διατάξει υπό τις περιστάσεις.

 

Στ) Τα έξοδα της παρούσης (sic) αίτησης, πλέον ΦΠΑ.»

 

Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ/. 6, άρθρα 2 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 2, 18, 21, 22, 29, 30, 31, 32 και 47, στον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, άρθρα 2, 7, 15, 15Β (1) (β), (3) και (4), 15Δ, 19, 20(1)(η), 29 και 30, στον Περί Δήμων Νόμο του 2022, άρθρα 2, 3, 6, 7, 9, 42, 43, 144, 145 και 153, στον Περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154, άρθρα 4, 20 και 29 στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Μέρος 1, Καν. 1-5, Μέρος 3 Καν. 11(1)(α), Μέρος 23 Καν. 4, 6, 8, 9, 10, 11 και 13, Μέρος 25 Καν. 1(1)(α) 1(3), 1(4), 3(1)(α)(β), 3(2), 3(3), 6 και 7, στο Δίκαιο της Επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.  Υποστηρίζεται δε, από την ένορκη δήλωση του κ. Α.Κ. ημερ. 31.03.2025. (στο εξής «η ένορκη δήλωση Α.Κ.»), Δημοτικού Μηχανικού και προϊσταμένου του τεχνικού τμήματος του Αιτητή.

 

Στην ένορκη δήλωση Α.Κ., πέραν από τη θέση που κατέχει ο ομνύοντας στην υπηρεσία των Παραπονουμένων, την πηγή της γνώσης του για τα επίδικα θέματα και την εξουσιοδότηση που έλαβε για να προβεί στην ένορκη δήλωση που προέβη, σε σχέση με τα επίδικα θέματα αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

1.    Η Καθ’ ης η αίτηση 1 είναι η ιδιοκτήτρια του ½ του διαμερίσματος με αρ. 1 (στο εξής «το διαμέρισμα») και το πρόσωπο που καταβάλλει τα επιβαλλόμενα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας (τεκμήριο 1). Ο έτερος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος ήταν ο σύζυγος της ο οποίος απεβίωσε. Οι Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 είναι τα παιδιά της Καθ’ ης η αίτηση 1 και διαμένουν μαζί της στο διαμέρισμα.

 

2.    Το διαμέρισμα αποτελεί μέρος της επίδικης πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται εντός του κυβερνητικού οικισμού «Στρόβολος ΙΙΙ», η ανέγερση της οποίας έγινε το 1980 από το κράτος για σκοπούς στέγασης εκτοπισμένων, λόγω της Τουρκικής εισβολής, προσφύγων, οι οποίοι βρέθηκαν στον δρόμο. Ανεγέρθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ενόψει της άμεσης ανάγκης στέγασης που υπήρχε τότε και πιθανόν να μην ακολουθήθηκαν καν οι ορθές προδιαγραφές ανέγερσης της, όπως και των άλλων πολυκατοικιών που ανεγέρθηκαν για τον παραπάνω σκοπό. Ενίοτε υπήρχε μπέρδεμα ως προς το ποιος είναι υπεύθυνος για τη συντήρηση τους, η οποία εάν γινόταν ήταν επιφανειακή και το γεγονός αυτό οδήγησε σε εμφάνιση πολύ σοβαρών ζημιών και καταστροφών στο εξωτερικό και εσωτερικό μέρος τους.

 

3.    Η επίδικη πολυκατοικία αποτελείται από τρεις ορόφους, είναι τύπου ΠΑ και περιλαμβάνει εννέα διαμερίσματα και ο φέρων οργανισμός της είναι σκελετός με πλάκες, δοκούς και  κολώνες από οπλισμένο σκυρόδεμα και η θεμελίωση του, αποτελείται από σιδεροσυνδέσεις και μεμονωμένα πέδιλα, οι δε τοίχοι πλήρωσης είναι από διάτρητα πήλινα τούβλα.

 

4.    Τον Νοέμβριο του 2012, το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως[2] διεξήγαγε έρευνα στις πολυκατοικίες του κυβερνητικού οικισμού στον οποίο βρίσκεται και η επίδικη πολυκατοικία, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας και από την εν λόγω έρευνα διαπιστώθηκε σε όλες, ρηγματωμένο σκυρόδεμα με πιθανή οξείδωση του οπλισμού στον φέροντα οργανισμό, σε αρκετούς κόμβους, κολώνες, δοκούς και σιδεροσυνδέσεις εξωτερικά, με πιο έντονο αυτό στα κουβούκλια των κλιμακοστασίων όπου υπήρχαν αρκετές ρωγμές στις πλάκες, δοκούς, κολώνες και τοιχοποιία.

 

4.1.        Στην επίδικη πολυκατοικία παρατηρήθηκε επίσης ότι υπήρχε αντιστήριξη των μπαλκονιών με μεταλλικές δοκούς και κολώνες, αφού υπήρχε πολύ σοβαρή οξείδωση στην βάση των μπαλκονιών, ενώ μεταλλικές αντιστηρίξεις τοποθετήθηκαν και εσωτερικά στα κλιμακοστάσια, σοβαρά προβλήματα στις πλάκες και τους τοίχους πλήρωσης, εξωτερικά και εσωτερικά/οριζόντιες και κατακόρυφες αποκολλήσεις της τοιχοποιίας στον φέροντα οργανισμό, ως επίσης ότι ήταν επιβεβλημένη η συντήρηση της μόνωσης της οροφής ενώ τα στηθαία της οροφής ήταν σε πολλά σημεία, αποσαθρωμένα.

 

5.    Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων κρίθηκε αναγκαία η πραγματοποίηση εκτεταμένων εργασιών συντήρησης, εξωτερικά και εσωτερικά του συνόλου των πολυκατοικιών στο συγκεκριμένο οικισμό ενώ το Τ.Π. και Οικήσεως εισηγήθηκε την περαιτέρω διερεύνηση της επάρκειας του φέροντα οργανισμού των εν λόγω πολυκατοικιών και σε πρώτο στάδιο την διεξαγωγή δειγματοληπτικού ελέγχου του σκυροδέματος και υπέδειξε ότι μέχρι την ολοκλήρωση των πιο πάνω θα έπρεπε να γίνει άμεση επέμβαση στα στηθαία της οροφής για επιδιόρθωση τους και αποκατάσταση της μεταλλικής κολώνας στήριξης του μπαλκονιού του ισογείου της επίδικης πολυκατοικίας (τεκμήριο 2).

 

6.    Εν συνεχεία των πιο πάνω, τον Ιούνιο του 2016, το Τ.Π. και Οικήσεως, προχώρησε στην εξαγωγή κυλινδρικών δοκιμιών σκυροδέματος από όλες τις πολυκατοικίες στον συγκεκριμένο οικισμό, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης και ετοιμάστηκε έκθεση σε σχέση με τα αποτελέσματα της εξέτασης που διενεργήθηκε (τεκμήριο 3).

 

7.    Προς επίλυση των προβλημάτων που διαπιστώθηκαν σε όλες τις πολυκατοικίες, το κράτος δια μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, με σκοπό την επίλυση των ζημιών που διαπιστώθηκαν στις πολυκατοικίες που ελέγχθηκαν, εκπόνησε σχέδιο Χορηγιών, υπό την ονομασία «ΚτιΖω» το οποίο αφορά (μεταξύ άλλων) σε παροχή χορηγίας προς τους δικαιούχους των 358 συνολικά, πολυκατοικιών, για επιδιόρθωση/ενίσχυση ή αναδόμηση τους εάν κριθεί αναγκαίο με απώτερο στόχο την εξασφάλισης ασφαλούς διαβίωσης των ενοίκων των πολυκατοικιών.  

 

8.    Στις 12.04.23, πραγματοποιήθηκε στα γραφεία των Αιτητών, ενημερωτική παρουσίαση του πιο πάνω σχεδίου και κλήθηκαν οι επηρεαζόμενοι κάτοικοι να παρευρεθούν (τεκμήρια 5 και 6). Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα ως φαίνεται από το παρουσιολόγιο που τηρήθηκε κατά την εν λόγω παρουσίαση (τεκμήριο 7).

 

9.    Μετά την εξαγγελία του πιο πάνω σχεδίου, ο Αιτητής σε πλήρη συνεργασία με το Υπ. Εσωτερικών και το Τ.Π. και Οικήσεως, ανέλαβε την υλοποίηση του εντός των δημοτικών ορίων του και συστάθηκε ομάδα μηχανικών, η οποία προέβη σε αυτοψία σε όλες τις πολυκατοικίες που ενέπιπταν στο σχέδιο και βρίσκονταν εντός των δημοτικών του ορίων. Στις 02.05.2023 διαπιστώθηκε από την εν λόγω ομάδα, πως στην επίδικη πολυκατοικία, υπήρχε, έντονη αποσάθρωση του σκυροδέματος από την διόγκωση του οπλισμού, παρουσία μεγάλου βέλους κάμψης σε πατώματα, σε μπαλκόνια προβολούς τα οποία υποστυλώθηκαν στο παρελθόν με μεταλλικά στοιχεία, έντονη υγρασία, βλάβες σε κολώνες και ειδικά στην βάση τους, έντονη καθίζηση ειδικά στην περιοχή του κλιμακοστασίου. Ενόψει των πιο πάνω, συντάχθηκε πόρισμα (τεκμήριο 8) με βάση το όποιο κρίθηκε πως υπάρχει άμεση επικινδυνότητα και η πολυκατοικία έπρεπε να εκκενωθεί το συντομότερο, οπότε αποφασίστηκε πως η πολυκατοικία είναι επικίνδυνη και έγινε εισήγηση στον Αιτητή όπως προχωρήσει άμεσα σε ενέργειες με βάση το άρθρο 15 του Κεφ. 96, θέση την οποία συμμερίστηκε (για κλείσιμο της επίδικης πολυκατοικίας και αλλων) και ο Διευθυντής του Τ.Π. και Οικήσεως (τεκμήριο 9).

 

10. Κατόπιν των πιο πάνω, ο Αιτητής στις 23.06.23 κήρυξε την επίδικη πολυκατοικία (και άλλες) δια του δημοτικού του συμβουλίου, κατεδαφιστέα και εξέδωσε ανακοίνωση (τεκμήρια 10 και 11). Εν σχέση με την πιο πάνω απόφαση υπήρξαν αντιδράσεις λόγω της κοινωνικής φύσης του ζητήματος και πλην μεμονωμένων περιπτώσεων, όπως είναι η παρούσα, σε όλες τις υπόλοιπες εξευρέθηκε λύση. Οι Καθ’ ων η αίτηση είναι οι μοναδικοί ένοικοι που έχουν παραμείνει στην επίδικη πολυκατοικία η οποία είναι ακατάλληλη για ανθρώπινη κατοίκηση και ήταν εξ’ αρχής αρνητικοί στο να εγκαταλείψουν το διαμέρισμα τους, χωρίς καμιά ουσιαστική δικαιολογία.

 

11. Οι Καθ’ ων η αίτηση κλήθηκαν και εξετάστηκαν από την «Επιτροπή Ευαλωτότητας» που συνέστησε ο Αιτητής και εγκρίθηκαν για πλήρη κάλυψη ενοικίου ύψους €800, μέχρι να ανεγερθεί νέα πολυκατοικία, πλην όμως προφασίζονται ότι δεν κατάφεραν να εξεύρουν προσωρινή κατοικία με το πιο πάνω ποσό. Κλήθηκαν εκ νέου σε συνάντηση στις 28.08.24, στα γραφεία του Αιτητή, πλην όμως παρά τα όσα λέχθηκαν αποχώρησαν από τη συνάντηση, χωρίς πρόθεση για συνεργασία (τεκμήριο 12). Κατάληξη των πιο πάνω και αφού εξαντλήθηκε κάθε περιθώριο, ήταν να αποστείλει ο Αιτητής προς την Καθ’ ης η αίτηση 1, στις 10.12.24, επιστολή/ειδοποίηση μέσω ιδιώτη επιδότη, η οποία επιδόθηκε στις 18.12.24, με την οποία την καλούσε να εκκενώσει το επίδικο διαμέρισμα, μέχρι και την 31.01.2025 (τεκμήριο 13), πλην όμως παρόλα αυτά, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν συμμορφωθεί και οι προθέσεις τους δείχνουν πως δεν προτίθενται να το πράξουν, παρά μόνο με την έκδοση διατάγματος σε βάρος τους.    

 

12. Ενόψει της στάσης του, θέτουν σε κίνδυνο τον εαυτό τους και είναι η  θέση του ομνύοντα πως είναι εξαιρετικά επείγουσα η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ο Αιτητής έχει σίγουρη πιθανότητα επιτυχίας ενώ σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος (άμεσος) πρόκλησης τραυματισμού ή ακόμη και θανάτου σε οποιοδήποτε πρόσωπο, καθότι η επίδικη πολυκατοικία δυνατό να καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή, εν μέρει ή στο σύνολο της και θα ήταν αδύνατο μετέπειτα να απονεμηθεί δικαιοσύνη αφού ο Αιτητής σε μια τέτοια περίπτωση θα κριθεί υπεύθυνος για οποιαδήποτε ζημιά προκληθεί.

 

Αυτά είναι εν συντομία, τα όσα παρατέθηκαν από μέρους του Αιτητή.

 

Στις 30.05.2025 λοιπόν, ακολούθησε η Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση, στην οποία προβάλλονται 9 απαριθμούμενοι λόγοι. Κρίνω αχρείαστη την αναφορά στην νομική βάση που περικλείει την ένσταση μιας και δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης, το ότι η ένσταση βασίζεται επί του ορθού νομικού υποβάθρου, εν αντιθέσει με την Αίτηση, για την οποία υποστηρίζεται στην ένσταση και προωθείται δια μέσω των αγορεύσεων πως στερείται της απαραίτητης νομιμοποιητικής βάσης και/ή ότι είναι ελλείπει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο της.

 

Η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση 3, μνεία του περιεχομένου της οποίας, ακολουθεί.

 

Οι 9 συνολικά, απαριθμούμενοι λόγοι που ενίστανται οι καθ' ων η αίτηση στην αίτηση είναι οι ακόλουθοι:

 

(α)       Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή ανυπόστατη, καθότι στερείται της απαραίτητης νομιμοποιητικής βάσης και/ή ελλείπει η νομική βάση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των πιο πάνω, συγκεκριμένα των άρθρων 16 και 23 του Συντάγματος.

 

(β)       Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και/ή της νομολογίας και/ή του δικαίου της επιείκειας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

(γ)        Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16 του Συντάγματος, για περιορισμό του δικαιώματος των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με το απαραβίαστο της κατοικίας τους για σκοπούς έκδοσης του, υπό του -Δ- αιτητικού.

 

(δ)       Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 23 του Συντάγματος, για περιορισμό του δικαιώματος των Καθ’ ων η αίτηση σε περιουσία για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

(ε)        Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την αίτηση, εφόσον ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να προωθεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο και/ή παράλληλα με την ποινική υπόθεση, δυνάμει του άρθρου 15Β του Κεφ.96.

 

(στ)      Δεν δύναται να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 20(1)(η) του Κεφ.96, υπό το φως της επιφύλαξης του άρθρου 15Β(1)(β) και/ή σε διαφορετική περίπτωση, το άρθρο 20(1)(η) βρίσκεται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα και το άρθρο 16 αυτού.

 

(ζ)        Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ’ ων η αίτηση καθότι θα σήμαινε μόνιμη αποστέρηση της κατοικίας και της περιουσίας τους.

 

(η)       Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα αποτελούσε ενδιάμεση αλλά τελική θεραπεία της Κατηγορούσας Αρχής επιφέροντας διηνεκείς και δυσμενέστατες επιπτώσεις στους Καθ’ ων η Αίτηση.

 

Στην Ένορκη Δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση 3 (στο εξής «η ένορκη δήλωση Γ.Φ.») που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρονται, πέραν της ιδιότητας του, της πηγής της γνώσης του  και της εξουσιοδότησης που έλαβε από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, τα ακόλουθα:

 

1.    Διαμένει στο επίδικο διαμέρισμα με την μητέρα του-Καθ’ ης η αίτηση 1, τον αδελφό του καθ’ ου η αίτηση 2 και τα άλλα δύο αδέλφια του. Το επίδικο διαμέρισμα ανήκει στην Καθ’ ης η αίτηση 1, κατά 1/2 (τεκμήριο 1) και το υπόλοιπο ½ ανήκει στον αποβιώσαντα πατέρα του (τεκμήριο 2), αποτελεί δε την μόνιμη κατοικία τους από το 1980 που τους δόθηκε από το Κράτος, λόγω του εκτοπισμού των γονέων του το 1974 και ενώ αρχικά ήταν 3 υπνοδωματίων, στην συνέχεια μετατράπηκε σε 4 υπνοδωματίων διαμέρισμα. Αποτελεί την μοναδική περιουσία της Καθ’ ης η αίτηση 1 και ο ίδιος και ο Καθ’ ου η αίτηση 2 δεν έχουν οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο (τεκμήρια 3-5).

 

2.    Ο ίδιος πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια και υπνοαπνοϊκό σύνδρομο (τεκμήριο 6) και το μοναδικό εισόδημα του είναι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που λαμβάνει (τεκμήριο 7). Ο δε καθ’ ου η αίτηση 2 εργάζεται και λαμβάνει μηνιαίο μισθό ύψους €1.200 (τεκμήριο 8) και η Καθ’ ης η αίτηση 1 λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ύψους €735 (τεκμήριο 9) ενώ πάσχει και από σοβαρά ορθοπεδικά προβλήματα που της δημιουργούν αδυναμία κινήσεων εξ ου και είναι κάτοχος δελτίου στάθμευσης ατόμου με αναπηρία (τεκμήρια 10 και 11). Ο αδελφός του Α.Φ. δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας (τεκμήριο 12).

 

3.    Το επίδικο διαμέρισμα εμπίπτει στο σχέδιο χορηγιών για υφιστάμενες πολυκατοικίες σε κυβερνητικούς οικισμούς στέγασης εκτοπισθέντων (Πρόγραμμα «ΚτιΖω») σύμφωνα με το οποίο οι 43 πολυκατοικίες που καλύπτει θα πρέπει να κατεδαφιστούν και στη θέση τους να χτιστούν άλλες. Μελέτησαν το εν λόγω πρόγραμμα και διαπίστωσαν πως η οικονομική τους κατάσταση δεν τους επέτρεπε ούτε να συνεισφέρουν το ποσό των €25.000 που απαιτείται, όπως ούτε και οποιοδήποτε άλλο ποσό, ούτε και μπορούν να δανειοδοτηθούν για τον σκοπό αυτό.

 

4.    Στις 21.03.24 εγκρίθηκε από το Υπ. Εσωτερικών η εισήγηση της «επιτροπής ευαλωτότητας» για παραχώρηση του ποσού των €25.000, προκειμένου να καλυφθεί το ποσό συνεισφοράς που απαιτεί το πρόγραμμα «ΚτιΖω», ωστόσο το διαμέρισμα που θα μπορούσαν να λάβουν με βάση το εν λόγω πρόγραμμα, είναι διαμέρισμα 3 υπνοδωματίων και δεν καλύπτονται οι ανάγκες τους αφού στο επίδικο διαμέρισμα διαμένουν 5 άτομα, πέραν από το ότι λόγω των προβλημάτων υγείας της Καθ’ ης η αίτηση 1, θα πρέπει το διαμέρισμα που θα εξεύρουν να είναι ισόγειο. Επιπρόσθετα, για λόγους υγείας, χρειάζεται συγκεκριμένη έκταση χώρου για την εγκατάσταση και χρήση του μηχανήματος CPAP, κατά τις ώρες ύπνου  ως επιμαρτυρείται από το τεκμήριο 6. Επίσης δεν κατέστη εφικτή η ανεύρεση διαμερίσματος με μηνιαίο ενοίκιο €800, ως το ποσό που τους επιδοτείται. Επομένως, παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής προέβη κατά διαστήματα σε ορισμένες προτάσεις με σκοπό την εκκένωση του επίδικου διαμερίσματος, καμμιά εισήγηση δεν ήταν τέτοια που να διασφαλίζει τις ανάγκες τους.

 

5.     Στις 28.08.24, ο ίδιος και οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, παρευρέθηκαν σε συνάντηση με τους Αιτητές, εξέφρασαν τους προβληματισμούς τους και όντες συναισθηματικά φορτισμένοι και συνεπεία της μη ανταπόκρισης και/ή κατανόησης από μέρους του Αιτητή και των εμπλεκόμενων μερών, ο Καθ’ ου η αίτηση 2 αποχώρησε από την συνάντηση, όχι όμως ο ίδιος, παρά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12 της ένορκης δήλωσης Α.Κ. Οι πιο πάνω δυσκολίες τους, ήταν γνωστές στον Αιτητή για τις οποίες έχει πλήρη γνώση και παρόλα αυτά, κακόπιστα, ψευδώς και προκλητικά, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Α.Κ., πως δεν συνεργάζονται και είναι αρνητικοί χωρίς καμμιά δικαιολογία.

 

6.    Επίσης, παραπλανητικά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Α.Κ. (παρ. 18) πως ο Καθ’ ου η αίτηση 2 δεν ανταποκρίθηκε στην συνάντηση παρουσίασης του προγράμματος «ΚτιΖω» ημερ. 12.04.23 αφού η παρουσία του προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως. Ο ίδιος δεν παρευρέθηκε λόγω του ότι κρατείτο στις Κεντρικές Φυλακές (τεκμήριο 14).

 

7.    Η ειδοποίηση του Αιτητή, ημερ. 10.12.24 στάλθηκε χωρίς oυσιαστική αντίληψη και κατανόηση και χωρίς να ληφθούν υπόψη από τον τελευταίο οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στο να εγκαταλείψουν το επίδικο διαμέρισμα. Εν πάση περιπτώσει, ως ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του η ειδοποίηση αυτή δεν είναι δικαστικό διάταγμα και ο Αιτητής στερείται της εξουσίας να διατάξει την έξωση τους και/ή να εισέλθει στο επίδικο διαμέρισμα χωρίς την εξασφάλιση από προηγουμένως, δικαστικού διατάγματος, αφού το διαμέρισμα ως η μόνιμη κατοικία τους, είναι απαραβίαστη δυνάμει του άρθρου 16 του Συντάγματος και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») και η εκ των προτέρων εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος, είναι απαραίτητη, για την απομάκρυνση τους από το επίδικο διαμέρισμα. Επίσης:

 

7.1         Το διάβημα εκκένωσης και/ή παράδοσης ελεύθερης κατοχής του διαμερίσματος, ο Αιτητής δεν δύναται να το ζητά παρεμπιπτόντως. Τουναντίον όφειλε να το εξασφαλίσει εκ των προτέρων και/ή ανεξάρτητα από την ποινική διαδικασία και προς τούτο συνηγορούν και οι διατάξεις του άρθρου 15Β(1)(β) του Κεφ. 96 αφού σκοπός του  νομοθέτη ήταν η διασφάλιση του συνταγματικού δικαιώματος «στην κατοικία».

 

7.2         Τυχόν ερμηνεία του άρθρου 20(1)(η) του Κεφ. 96 χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επιφύλαξη του άρθρου  15Β(1)(β) του Κεφ. 96 είναι αντισυνταγματική καθότι προσδίδει την εξουσία σε διοικητικό όργανο να προβαίνει σε καταχώρηση ποινικής υπόθεσης για μη συμμόρφωση σε ειδοποίηση έξωσης, παρέχοντας εξουσία έξωσης σε διοικητικά όργανα, υπό την απειλή ποινικής δίωξης.

 

7.3         Ο σεβασμός στο απαραβίαστο της κατοικίας προϋποθέτει ότι μόνο το δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει έξωση και μόνο τυχόν παραβίαση του εν λόγω διατάγματος δύναται να συνιστά ποινικό αδίκημα εξ ου και το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας  να εξετάσει την παρούσα αίτηση αφού δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό τυχόν διάταγμα έξωσης να έπεται της καταχώρησης ποινικής υπόθεσης.

7.4         Η αίτηση είναι ανυπόστατη καθότι ελλείπει από την νομική βάση της το άρθρο 16 και 23 του Συντάγματος, τα οποία θέτουν εξαιρέσεις για τον περιορισμό των δικαιωμάτων σε περιουσία και κατοικία αντίστοιχα και η μη συμπερίληψη τους, αποτελεί ουσιαστική παρατυπία και μη θεραπεύσιμη παράλειψη, την οποία ο Αιτητής δεν επεδίωξε να θεραπεύσει.

 

7.5         Σε κάθε περίπτωση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρσης του απαραβίαστου της κατοικίας που θέτει το άρθρο 16 του Συντάγματος αφού τέτοια άρση θα οδηγήσει σε κατάργηση του εν λόγω δικαιώματος και θα επιφέρεις περισσότερο επαχθείς, παρά ευμενείς επιπτώσεις, κατά τρόπο δυσανάλογο, προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αφού θα τους θέσει σε δυσμενή θέση ως εκτοπισμένα πρόσωπα, κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος.

 

7.6         Μη συμμετοχή της Καθ’ ης η αίτηση 1 στο πρόγραμμα «ΚτιΖω», θα ισοδυναμούσε με μόνιμη αποστέρηση του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος και παράλειψη του Αιτητή να προσφέρει και/ή καταβάλει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την αποστέρηση ή ουσιαστική μείωση της αξίας του επίδικου διαμερίσματος συνεπεία της σκοπούμενης κατεδάφισης αυτού, καταργεί εκ των προτέρων το δικαίωμα της σε ιδιοκτησία. Παρομοίως, η εισήγηση του Αιτητή για συνεισφορά εκ μέρους τους ή και της Καθ’ ης η αίτηση 1, ποσού ίσου με την απόκτηση διαμερίσματος 1 υπνοδωματίου, δεν είναι ικανή να διασφαλίσει την ακεραιότητα του δικαιώματος σε περιουσία αφού το διαμέρισμα είναι 4 υπνοδωματίων και μεγαλύτερο.

 

7.7         Οι λύσεις που τους έχουν προταθεί μέχρι στιγμής, έχουν ως προϋπόθεση την άμεση ή έμμεση οικονομική τους επιβάρυνση με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εξισορρόπηση της επίτευξης του στόχου του Αιτητή, με την διασφάλιση των δικαιωμάτων τους.

 

7.8         Το κατηγορητήριο δεν εγείρει σοβαρά προς εκδίκαση ζητήματα και είναι ενοχλητικό και επιπόλαιο αφού ηγέρθη η παρούσα στην βάση του άρθρου 20(1)(η) για ισχυριζόμενη παραβίαση του άρθρου 15Β(1)(β) του Κεφ. 96, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί δικαστικό διάταγμα και ούτε υπάρχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας της αίτησης με βάση την ένορκη δήλωση Α.Κ.  

 

8.            Περαιτέρω των πιο πάνω, στο τεκμήριο 15 της ένορκης δήλωσης Α.Κ., στην σελίδα 8 που αφορά το έντυπο οπτικού ελέγχου της επίδικης πολυκατοικίας, δεν αναφέρεται η κατάσταση της ενώ αυτό που φαίνεται είναι ότι θα έπρεπε να ακολουθηθούν οι απαιτήσεις του Ευρωκώδικα 8, Μέρος 3, κάτι το οποίο φαίνεται να μην έγινε, για σκοπούς τελικής αποτίμησης της φέρουσας ικανότητας ή και της δομοστατικής επάρκειας της πολυκατοικίας και ούτε αντίγραφο τους δόθηκε, με αποτέλεσμα η έλλειψη πορίσματος και  η μη συμμόρφωση με τον Ευρωκώδικα, να θέτει εν αμφιβόλω τις ενέργειες του Αιτητή με τις οποίες κατέληξε πως το επίδικο διαμέρισμα θα πρέπει να κατεδαφιστεί.

 

9.            Επίσης, δεν εξασφαλίστηκε από μέρους του Αιτητή διάταγμα κήρυξης του διαμερίσματος και της πολυκατοικίας ως επικίνδυνα και κατεδαφιστέα, ως προνοείται από το άρθρο 15 του Κεφ.96. Η ανακοίνωση που εξέδωσε ο  Αιτητής περί των πιο πάνω, δεν συνιστά διάταγμα και δεν τεκμηριώνει τους λόγους στους οποίους βασίστηκε η εν λόγω απόφαση.

 

10.         Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, θα παραμείνουν χωρίς κατοικία, μη γνωρίζοντας πού θα διαμείνουν, θα αποστερηθούν πλήρως και μόνιμα την περιουσία τους με αποτέλεσμα τον κατάφωρο επηρεασμό της ιδιωτικής τους ζωής. Αντίθετα, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στον Αιτητή.

 

11.         Μεσούσης της παρούσας διαδικασίας, είχαν σταλεί από τους δικηγόρους τους, επιστολές, τόσο προς τον Υπ. Εσωτερικών, όσο και προς τον Δήμαρχο Στροβόλου και τον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης (τεκμήρια 16, 17 και 18) ζητώντας τη διευθέτηση αρχικά, συνάντησης με τον Υπ. Εσωτερικών, πλην όμως ενημερώθηκαν στις 28.05.2025 πως ο τελευταίος δεν έκρινε σκόπιμη οποιαδήποτε συνάντηση. Τα πιο πάνω υποδηλώνουν ότι διάθεση υπάρχει εκ μέρους τους και καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή, περί μη ύπαρξης συνεργασίας.

 

12.         Επιπλέον, κανένα κατεπείγον ζήτημα υφίσταται ενόψει της ολιγωρίας που προκύπτει από τις ενέργειες του Αιτητή και των λοιπών εμπλεκομένων υπηρεσιών, από το 2012 που έγινε η πρώτη οπτική έρευνα, μέχρι και το 2016 που προχώρησαν σε εξαγωγή κυλινδρικών δοκιμίων για να ετοιμάσουν έκθεση 2 χρόνια αργότερα, μέχρι και το 2023 που εξέδωσαν την ανακοίνωση περί της επικινδυνότητας της επίδικης πολυκατοικίας και άλλων. Καθ’ όλα αυτά τα χρόνια, ο Αιτητής υπήρξε αμελής και καμιά ευθύνη για τούτο έχουν οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

Η ακρόαση της αίτησης, ολοκληρώθηκε  με την κατάθεση των γραπτών αγορεύσεων των δύο πλευρών και επιμέρους διευκρινίσεων στις οποίες προέβησαν οι δύο πλευρές, κατόπιν υποδείξεων του παρόντος δικαστηρίου.  Δεν θα επαναλάβω κάθε τι αναφέρθηκε, είτε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, είτε στο περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης έκαστης πλευράς, εκτός όπου πιο κάτω, κρίνεται αναγκαίο. Το σύνoλο των θέσεων των μερών, είναι υπόψη του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση.

 

Εξέτασα με προσοχή το σύνολο των όσων περιέχονται, τόσο στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, όπως και αντιστοίχως την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και τα όσα επί μέρους ζητήματα, οι συνήγοροι των δύο πλευρών, ανέπτυξαν προφορικώς ή γραπτώς.

 

Ενόψει του ότι, μέρος των λόγων ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση, αφορά το δικαιοδοτικό πλαίσιο και τη δικαιοδοτική βάση της παρούσας αίτησης, επιβάλλεται όπως οι λόγοι αυτοί εξεταστούν κατά προτεραιότητα καθότι τυχόν επιτυχής επίκληση τους, καθιστά άνευ ουσίας την εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και να μην αποτελούσε ενστάσιμο λόγο  η έλλειψη δικαιοδοτική βάσης για την προώθηση της αίτησης, το ζήτημα ως κατ’ εξοχήν δικαιοδοτικό, θα εξεταζόταν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD (1999) 1 ΑΑΔ 225).

 

Έλλειψη δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας σημαίνει, «την απουσία εξουσίας του Δικαστηρίου να αποφασίζει για θέματα που παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται σύμφωνα με τους Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση.  Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο.  Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.» (Κορέλλης ν. Φενικού Εισαγγελέα της δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1718, βλ. επίσης Thompson v. Shiel (1840) 3 Ir.Eq.R. 130, Δημητρίου (1990) 1 Α.Α.Δ. 256, 261 και R.C.K. Sports Ltd (Aρ.4) (1993) 1 Α.Α.Δ. 618).

 

Στην Δημητρίου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

« "Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα" σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα Δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιόν του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιόν του για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Thompson v. Shiel  [1840] 3 Ir. Eq. R. 135).»

 

Σημειώνω πως η παρούσα αίτηση βασίζεται επί πολλαπλών, νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες κατά τη θέση των Αιτητών και εις απάντηση της θέση των Καθ’ ων η αίτηση πως η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος, διασφαλίζουν και θωρακίζουν «σθεναρά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν πάσχει (η αίτηση) καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή/και η αίτηση είναι νομότυπη».

 

Εξετάζοντας μια προς μια, τις διατάξεις που αναφέρονται στην νομική βάση της αίτησης, διαπιστώνω τα ακόλουθα.

 

Καταρχάς, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, διασφαλίζει (γενικότερα) την προστασία του δικαιώματος κάθε ανθρώπου σε δίκαιη δίκη, ως ομοίως και το άρθρο 30 του Συντάγματος. Δεν αποτελούν σε καμμιά περίπτωση δικαιοδοτική βάση για την έκδοση προσωρινών, παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και προς τούτο, δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Τα δε άρθρα 2 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 καμμιά απολύτως εφαρμογή έχουν στην παρούσα για τον απλούστατο λόγο ότι η αίτηση καταρχάς, δεν προωθείται άνευ ειδοποιήσεως και κατά δεύτερο, οι διατάξεις (γενικότερα) του Κεφ.6 ως κατ’ εξοχήν αφορούσες πολιτικής φύσεως ζητήματα, εφαρμόζονται, μόνο όπου ρητά προβλέπεται σε νόμο η άσκηση πολιτικής δικαιοδοσίας του ποινικού δικαστηρίου, όπως όταν για παράδειγμα, το τελευταίο εξετάζει αιτήματα στην βάση του άρθρου 20(3Α) του Κεφ. 96, το οποίο δίδει την εξουσία στο τελευταίο να εξετάζει αιτήσεις και να εκδίδει μονομερώς, διατάγματα, σε ό,τι αφορά τις καθορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται σε αυτό. Στο πλαίσιο αυτό είναι που εφαρμόζονται, τόσο οι διατάξεις του  περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και τούτο διότι, έτσι προβλέπεται στο άρθρο 20(3Α). Η παρούσα, δεν αποτελεί τέτοια περίπτωση για τους λόγους που πιο κάτω εξηγούνται. Τα ίδια ισχύουν και για την επίκληση του Περί Δικαστηρίων Νόμου και δη του άρθρου 32 αυτού, στο οποίο γίνεται επίκληση στην νομική βάση της αίτησης[3] καθώς και για τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.

 

Επί της ουσίας της η αίτηση, ως προκύπτει από την γραπτή αγόρευση των Αιτητών (δια των θέσεων που προωθούνται), έχει ως έρεισμα τις διατάξεις του άρθρου 15, 15Β(1)(β)(3) και (4) και 20(1)(η) και 29 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Εξετάζω συνεπώς κατά πόσο, οι πιο πάνω διατάξεις του Κεφ. 96 δίδουν στο δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτά ζητούνται παρεμπιπτόντως/ενδιαμέσως της ποινικής διαδικασίας και προσωρινά.  

 

Σε σχέση με τα υπό το Α-Γ αιτητικά της αίτησης (συμπεριλαμβανομένων), δια των οποίων ζητείται η απομάκρυνση των Καθ’ ων η αίτηση από το επίδικο διαμέρισμα και η απαγόρευση της μελλοντικής χρήσης του διαμερίσματος, σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 15Β(1)(β) του Κεφ. 96, ως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 89(Ι)/2024, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«15Β.-(1) Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή είναι πεπεισμένη ότι  οποιαδήποτε οικοδομή, κατοικημένη ή όχι, η οποία βρίσκεται στην περιοχή της αρμοδιότητάς της, είναι σε τέτοια κατάσταση, ώστε να γίνεται επικίνδυνη για τα πρόσωπα που διαμένουν σε αυτήν ή σε γειτονική οικοδομή ή για τους διερχομένους ή για τις γειτονικές οικοδομές και ότι είναι επιβεβλημένη η λήψη μέτρων για άρση τέτοιου κινδύνου, η αρμόδια αυτή αρχή δύναται-[…]

(β) με έγγραφη ειδοποίησή της, που επιδίδεται στον ιδιοκτήτη ή/και στα πρόσωπα που διαμένουν σε αυτή, να πληροφορεί αυτούς για την απόφαση που λήφθηκε, καθώς και για τους λόγους οι οποίοι υποστηρίζουν την απόφαση αυτή και να τους καλεί όπως, εντός προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, να εγκαταλείψουν και να εκκενώσουν την οικοδομή:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που πρόσωπο που διαμένει σε αυτήν αρνείται να εγκαταλείψει και να εκκενώσει την οικοδομή, η αρμόδια αρχή αιτείται την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου για την απομάκρυνση προσώπων και την εκκένωση της οικοδομής»

 

Προκύπτει από απλή ανάγνωση του πιο πάνω εδαφίου του άρθρου 15Β(1)(β), πως ο νόμος δίδει το δικαίωμα στην αρμόδια αρχή, να αιτηθεί τέτοιας φύσεως διατάγματα, σε περίπτωση που υφίστανται οι προϋποθέσεις που τίθενται, προκειμένου να είναι δυνατή η επιζήτηση τέτοιου.

 

Παρομοίως, και σε σχέση με το υπό το Δ αιτητικό της αίτησης, δια του οποίου ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου, δια του οποίου να επιτρέπεται στον Αιτητή η είσοδος στην επίδικη πολυκατοικία και επίδικο διαμέρισμα με σκοπό την επιδιόρθωση και/ή την ενίσχυση και/ή την αναδόμηση τους, το άρθρο 15Β(1)(3) δίδει την δυνατότητα στην αρμόδια αρχή, να αιτηθεί τέτοιο διάβημα, νοουμένου ότι πληρούνται πάντοτε, οι προϋποθέσεις που τίθενται στο εν λόγω άρθρο. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό:

 

«15Β.-(1) Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή είναι πεπεισμένη ότι  οποιαδήποτε οικοδομή, κατοικημένη ή όχι, η οποία βρίσκεται στην περιοχή της αρμοδιότητάς της, είναι σε τέτοια κατάσταση, ώστε να γίνεται επικίνδυνη για τα πρόσωπα που διαμένουν σε αυτήν ή σε γειτονική οικοδομή ή για τους διερχομένους ή για τις γειτονικές οικοδομές και ότι είναι επιβεβλημένη η λήψη μέτρων για άρση τέτοιου κινδύνου, η αρμόδια αυτή αρχή δύναται-[…]

(γ) με έγγραφη ειδοποίησή της, που επιδίδεται στον ιδιοκτήτη, να πληροφορεί αυτόν για την απόφαση που λήφθηκε, καθώς και για τους λόγους οι οποίοι υποστηρίζουν την απόφαση αυτή και να καλεί αυτόν όπως, εντός προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν είναι μικρότερη των τριών (3) ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης να-

 

(i)           […]

(ii)          (ii) επισκευάσει, απομακρύνει, προστατεύσει ή  περιφράξει την οικοδομή και γενικά όπως λάβει όλα τα μέτρα που καθορίζονται στην ειδοποίηση για την άρση κάθε κινδύνου που απορρέει από τέτοια οικοδομή.

 

Νοείται ότι, η αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει επιπρόσθετα μέτρα για την άρση της επικινδυνότητας.

 

(2) […]

 

(3) Εάν μετά την επίδοση της ειδοποίησης στον ιδιοκτήτη, αυτός δεν συμμορφωθεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας με τις απαιτήσεις που περιέχονται σε αυτήν, η αρμόδια αρχή δύναται να μεριμνήσει για τη διενέργεια τέτοιων έργων ως ήθελαν κριθεί κατάλληλα για την επισκευή, την απομάκρυνση, την προστασία ή την περίφραξη ή για την πραγματοποίηση των μέτρων που καθορίζονται στην ειδοποίηση και τα έξοδα αυτών καταβάλλονται από τον ιδιοκτήτη, δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικώς με αγωγή ως αστικό χρέος:

 

Νοείται ότι, δεν είναι δυνατή η λήψη οποιουδήποτε μέτρου δυνάμει του παρόντος εδαφίου, αναφορικά με οικοδομή η οποία χρησιμοποιείται ως κατοικία, χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την είσοδο σε τέτοια οικοδομή και τη λήψη των μέτρων που προτείνονται· το διάταγμα αυτό εκδίδεται κατόπιν διαδικασίας που αρχίζει με αίτηση διά κλήσεως σύμφωνα με τους οικείους δικονομικούς κανόνες».

 

Το ερώτημα ωστόσο που εύλογα προκύπτει και αποτελεί εξάλλου την θέση των Καθ’ ων η αίτηση (μεταξύ άλλων), είναι κατά πόσο, τέτοιας φύσεως διάταγμα δύναται καταρχάς να ζητούνται παρεμπιπτόντως μιας ποινικής διαδικασίας.

 

Το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση στην ποινική διαδικασία, στηρίζεται στο άρθρο 20(1)(η) του Κεφ. 96, το οποίο ποινικοποιεί ουσιαστικά, την παράλειψη συμμόρφωσης με ειδοποίηση που λήφθηκε, δυνάμει του άρθρου 15Β(γ) του Κεφ. 96. Το άρθρο 20 του Κεφ. 96, προβλέπει γενικότερα πέραν από την ποινή που δύναται να επιβληθεί για τα αδικήματα που καλύπτει το εδάφιο 1 του εν λόγω άρθρου (περιλαμβανομένου του επίδικου) και τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες δύναται να εκδίδονται προσωρινής φύσεως διατάγματα στα πλαίσια παραβιάσεων του Κεφ. 96. Τέτοιες περιπτώσεις, είναι αυτές οι οποίες περιέχονται στο εδάφιο 3Α του άρθρου 20 του Κεφ. 96 και αφορούν, την αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό ή την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την οποία προσάχθηκε η κατηγορία. Στο πλαίσιο αυτό (και μόνο γι’ αυτό), το ποινικό Δικαστήριο, κατά την εξέταση και έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, ασκεί ουσιαστικά πολιτική δικαιοδοσία, εξ ου και εφαρμόζονται στην διαδικασία εκείνη, οι διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ρητά προνοείται στο άρθρο 20(3Α) ως πιο πάνω αναφέρω.

 

Στην προκειμένη και υπό εξέταση περίπτωση, είναι προφανές, πως κανένα από τα επιζητούμενα διατάγματα, δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις εκείνες, όπου με βάση το άρθρο 20(3Α) του Κεφ. 96, το Δικαστήριο θα μπορούσε παρεμπιπτόντως και ενδιαμέσως της ποινικής δίκης, να διατάξει τους Κατηγορούμενους να πράξουν ή να μην πράξουν οτιδήποτε.  Ενδιάμεσα και προσωρινού τύπου διατάγματα σε ποινικές υποθέσεις, εκδίδονται μόνο κατ’ εξαίρεση και όπου ρητώς προβλέπονται σε νόμο. Τότε είναι που οι διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 ή του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενεργοποιούνται, στα πλαίσια μιας καθόλα ποινικής διαδικασίας και όχι οποτεδήποτε καταχωρείται ενδιάμεση αίτηση.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το γεγονός, πως ως διαπιστώνω και καταγράφεται και πιο πάνω, τόσο το άρθρο 15Β(β), όσο και το άρθρο 15Β(1)(3), προβλέπουν την δυνατότητα έκδοσης διατάγματος, από μέρους της αρμόδιας αρχής. Τούτο ωστόσο δεν σημαίνει αυτομάτως, πως το διάταγμα αυτό, δύναται και μπορεί να εκδοθεί, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, σε ενδιάμεσο στάδιο, αφού εάν αυτός ήταν ο σκοπός του νομοθέτη, θέλοντας να προσδώσει επιπλέον εξουσία στο Δικαστήριο, θα το έπραττε ρητά, ως εξάλλου γίνεται, σε σχέση με τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 20(3Α) του Κεφ. 96. Τουναντίον, και ειδικότερα σε ό,τι αφορά, ειδικότερα το υπό το Δ, της αίτησης, αιτητικό, προκύπτει ρητά από το λεκτικό του άρθρου 15Β(1)(3) πως τέτοιο διάταγμα εκδίδεται κατόπιν διαδικασίας που αρχίζει με αίτηση διά κλήσεως σύμφωνα με τους οικείους δικονομικούς κανόνες.

 

Η φράση «κατόπιν διαδικασίας που αρχίζει» που περιλαμβάνεται στο πιο πάνω εδάφιο, υποδηλοί από μόνη της πως τέτοια διατάγματα καταρχάς δεν επιζητούνται στην πορεία και παρεμπιπτόντως μιας διαδικασίας αλλά πρωτογενώς και ανεξάρτητα από αυτήν. Αυτό υποδηλώνει η γραμματική ερμηνεία των λέξεων (αλλά και ως φράσης) που περιλαμβάνονται στο άρθρο 15Β(1)(3) του Κεφ. 96. Ως λέχθηκε στην Κυριάκος Ηλία ν. Αλέξη Ευτυχίου, Πολ. Έφ. 291/16, ημερομηνίας 30.09.2025 «Με βάση τη νομολογία, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δ. Γαλατάκης Λτδ v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου v. Αντέννα Λτδ (2006) 3 Α.Α.Δ. 151 και Ξεν. Επιχ. Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβ. Βελτ. Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348). Επομένως, η γραμματική συνήθης έννοια επικρατεί νοουμένου, βεβαίως, ότι με αυτή ικανοποιείται και ο σκοπός του νομοθέτη και η ερμηνεία δεν απολήγει σε παράλογο αποτέλεσμα».

 

Η δε πρόνοια στο άρθρο 15Β(β) του Κεφ. 96 για τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος απομάκρυνσης των προσώπων που διαμένουν σε οικοδομή η οποία κρίθηκε ως ακατάλληλη (ως δηλαδή το υπό το Α, της αίτησης, αιτητικό), δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Κεφ. 96, το οποίο προνοεί πως η αρμόδια αρχή δύναται με διάταγμα να κλείσει οποιαδήποτε οικοδομή η οποία σύμφωνα με τη γνώμη της αρχής είναι ακατάλληλη για ανθρώπινη κατοίκηση για τους λόγους που στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται, και χωρίς διάταγμα (ως προκύπτει από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου) την απαγόρευση της μελλοντικής χρήσης της, μέχρις ότου ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, ως η αρχή ήθελε ορίσει (ως δηλαδή και το υπό το Γ αιτητικό της αίτησης). Είναι επομένως κατά την άποψη μου σαφές, πως τα αιτούμενα υπό το Α-Γ αιτητικά, δύναται να ζητηθούν είτε στο πλαίσιο, είτε εν πάση περιπτώσει μετέπειτα της έκδοσης διατάγματος κλεισίματος τέτοιας οικοδομής, δυνάμει του άρθρου 15 του Κεφ.96 και πάντως όχι παρεμπιπτόντως ποινικής υπόθεσης, η οποία αφορά παράλειψη συμμόρφωσης με ειδοποίηση που λήφθηκε από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση του άρθρου 20(1)(η) του Κεφ. 96.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου, ενισχύονται και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κεφ. 96 (το οποίο παρεμπιπτόντως περιέχεται στην νομική βάση της αίτησης), παράβαση υποχρέωσης που επιβάλλεται από τον συγκεκριμένο νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, αποτελεί αστικό αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, έναντι οποιουδήποτε προσώπου μπορεί να υποστεί ζημιά από την παράβαση της υποχρέωσης αυτής. Με δεδομένο συνεπώς το ότι (α) πουθενά στο Κεφ. 96 δεν προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης προσωρινού τύπου, απαγορευτικών ή προστακτικών διαταγμάτων, της φύσεως που στην προκειμένη ζητούνται και (β) ότι  η δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων προβλέπεται μεν, όχι όμως στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης, αλλά στο πλαίσιο άλλων, αστικής φύσεως σε κάθε περίπτωση, διαδικασιών, κρίνω ότι ελλείπει το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, προκειμένου το Δικαστήριο να εξετάσει καταρχάς και να εκδώσει κατά δεύτερο, τα διατάγματα ή οποιοδήποτε διάταγμα εξ αυτών που ζητούνται.

 

Ούτε και οι πρόνοιες του Περί Δήμων Νόμου του 2022 παρέχουν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε τέτοια εξουσία, η επίκληση των οποίων και δη των συγκεκριμένων που περιέχονται στην νομική βάση της αίτησης, δεν έχει οποιαδήποτε σχετικότητα με το τι με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται. Παρομοίως καμμιά σχετικότητα έχουν και τα άρθρα 4, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, στα οποία επίσης γίνεται επίκληση στην αίτηση.

 

Τέλος, ούτε και σύμφυτη εξουσία υπάρχει στο παρών Δικαστήριο, για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, την οποία επικαλείται ο Αιτητής, μεταξύ των υπόλοιπων, κατ’ ισχυρισμό δικαιοδοτικών βάσεων της αίτησης. Σχετικά είναι, τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση  Kορέλλης Aχιλλέας (ανωτέρω), η οποία στρεφόταν κατά ακυρωτικής απόφασης στα πλαίσια Αίτησης Certiorari που στρεφόταν εναντίον διατάγματος που είχε εκδοθεί από  Κακουργιοδικείο.  Η κρίση του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε του ζητήματος (πρωτογενώς) και ακύρωσε το εκδοθέν από το Κακουργιοδικείο διάταγμα, επιβεβαιώθηκε με πλειοψηφία της Ολομέλειας του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου,  το οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

«Στην Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 109 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) έχει λεχθεί ότι "σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου.  Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς" (Βλ. και Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 583, 587).»

 

Περαιτέρω, ως λέχθηκε στα πλαίσια Πολ. Αιτ. 126/2015, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ (1) ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΚΑΙ (2) ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ, ημερ.  ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ CERTIORARI, (2015) 1 ΑΑΔ 2859:

 

 «η σύμφυτη εξουσία δεν μπορεί να επενεργήσει ως όπλο εκεί που δεν υπάρχει ουσιαστική νομική βάση  προερχόμενη από νομοθετική ή κανονιστική διάταξη. Και μετέπειτα θα έπρεπε να αποδειχθεί στον ύψιστο βαθμό ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εφαρμοστεί η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου προς αναστολή οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης. Αυτά λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Ρόπας ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 234, Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3) - πιο πάνω -, Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου (2000) 3 Α.Α.Δ. 151 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείου, υπόθ. αρ. 1335/2009, ημερ. 21.2.2012

 

Καταλήγω συνεπώς, για όλους τους παραπάνω λόγους, πως η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης που να επιτρέπει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Με αυτή μου την κατάληξη καθίσταται θεωρώ, αχρείαστη, η ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, καθότι τούτο θα γίνετο, για καθαρά και μόνο ακαδημαϊκούς λόγους, εφόσον ούτως ή άλλως η πιο πάνω κατάληξη καθιστά την αίτηση θνησιγενή.  

 

Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος του Αιτητή και προς όφελος των Καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

                                                                                    …………………………..

                                                                                                Ε. Κ. Μιντή- Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Στο εξής «η επίδικη πολυκατοικία»

[2] (στο εξής «Τ.Π και Οικήσεως»)

[3] Τα υπόλοιπα άρθρα του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, καμμιά σχέση έχουν με το επίδικο ζήτημα, την προωθούμενη αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο