ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 1389/25
Ροτής Κυλίλης Παραπονούμενος-Καθ’ ου η αίτηση
v.
Ντέρεκ Ντάγκλας
Κατηγορούμενος- Αιτητής
Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Αιτητής-Κατηγορούμενος, αυτοπροσώπως.
Για Καθ’ ου η Αίτηση-Παραπονούμενο: κ. Α. Μερακλής
Ενδιάμεση απόφαση
(Δοθείσα από έδρας)
Ο Αιτητής, αντιμετωπίζει στην κυρίως ποινική υπόθεση, 24 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση των συναφών με το αδίκημα διατάξεων του Ν. 60(Ι)/2008. Με την υπό κρίση Αίτηση, την οποία συμπληρώνει στο σχετικό έντυπο της αίτησης ως «αίτηση χωρίς ειδοποίηση», ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου «το οποίο να διατάσσει τον παραμερισμό των διαταγμάτων πληρωμής, ημερομηνίας 02.05.2014 και 24.10.2016, που δόθηκαν στην αγωγή αρ.887/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου, διότι τα διατάγματα αυτά είναι εκ πρώτης όψεως άκυρα». Η εν λόγω αίτηση, επιδόθηκε στον Καθ’ ου η αίτηση/Παραπονούμενο, ο οποίος ζήτησε χρόνο προς καταχώρηση ένστασης, διάβημα το οποίο έπραξε στις 25.09.2025.
Στη νομική βάση της αίτησης, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η αίτηση βασίζεται στην αρχή, πως όταν εμφαίνεται από την ίδια την απόφαση, ότι η απόφαση αυτή παραβιάζει τον νόμο, η εμφαίνεται από την ίδιαν την απόφαση ότι το Δικαστήριο δεν είχε την δικαιοδοσία να εκδώσει την απόφαση, τότε η απόφαση αυτή κατατάσσεται ως εκ πρώτης όψεως άκυρη και μη εκτελέσιμη και μπορεί να παραμεριστεί και από Πρωτόδικο Δικαστήριο. Περαιτέρω η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 1-10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου (Ν. 31(1)/1992, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60 και ειδικότερα στους Νέους κανονισμούς πολιτικής δικονομίας στα άρθρο 2», 29 και 32 αυτού, άρθρα 32 και 42 κανονισμοί 23 και κανονισμός 39, κανονισμός 41, κανονισμός 47 και κανονισμός 58 και στο Άρθρο 30 (3) του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.»
Θα προβώ σε εν συντομία παράθεση των όσων αναφέρει ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση, σε μια προσπάθεια να αποδώσω στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, την εικόνα που συνθέτει την υπό κρίση αίτηση, προς πληρέστερη κατανόηση της.
Ο Αιτητής, καταχώρησε στις 22.02.2008 την αγωγή με αρ. 887/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του Παραπονούμενου, ο οποίος ήταν ενοικιαστής δύο αποθηκών ιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου, με την οποια αξίωνε (μεταξύ άλλων) ειδικές και άλλες αποζημιώσεις προς αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν από πυρκαγιά, καθώς και για απολεσθέντα ενοίκια. Το Δικαστήριο, λόγω «προκατάληψης» αναφέρει ο αιτητής, εξέδιδε αποφάσεις εναντίον του, προκατάληψη η οποία δημιουργήθηκε αρχικώς εναντίον του στην υπόθεση με αρ. 143/99 του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το οποίο επίσης εξέδιδε αποφάσεις εναντίον του λόγω προκατάληψης.
Ισχυρίζεται ο αιτητής πως στις 2.5.2014, απόντος του ιδίου, ο τότε δικηγόρος του, απέσυρε την αγωγή εναντίον των τότε εναγομένων και αποδέχθηκε έξοδα εναντίον του αιτητή, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει αφού έλαβε γνώση για τα πιο πάνω όταν του επιδόθηκε η απόφαση στις 20.11.2015 από ιδιώτη επιδότη. Το «διάταγμα πληρωμής» (ως το ονομάζει ο αιτητής) ημερ. 2.05.2014 επέτρεπε στους εναγομένους να πλουτίζουν αθέμιτα εις βάρος του, αφού προέβλεπε επιβολή επί του ποσού των εξόδων, ΦΠΑ αλλά και τόκο, ως επίσης τους επέτρεπε να καταχωρήσουν ΜΕΜΟ στην περιουσία του (όπως και έπραξαν οι εναγόμενοι την 01.08.2014).
Στις 18.01.2016, ο (εδώ) Παραπονούμενος και η εταιρεία η οποία ήταν εναγόμενη στην αγωγή, καταχώρησαν αίτηση οικονομικής έρευνας εναντίον του, η οποία απέληξε στις 24.10.2016, στην έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ύψους €50, μέχρι την πλήρη αποπληρωμή των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον του. Ο τότε δικηγόρος του, τον συμβούλεψε να πληρώσει μόνο δύο μηνιαίες δόσεις και μετά καμιά, όπως και έπραξε. Κακώς το Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση οικονομικής έρευνας, αφού δεν είχε δικαιοδοσία να το πράξει, διότι η τότε εναγόμενη 1 είχε διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και δεν υφίστατο κατά την καταχώρηση της αίτησης. Επίσης επέτρεπε στους εναγόμενους να πλουτίζουν αθέμιτα εις βάρος του, διότι επιβάλλετο τόκος επί των εξόδων (της αίτησης έρευνας) και γι’ αυτό τον λόγο το Δικαστήριο, θα πρέπει να την παραμερίσει.
Στις 22.02.2018 καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της απόφασης, στην αγωγή με αρ. 887/08 η οποία απερρίφθη.
Ενόψει του ότι δεν είχε καταβάλει άλλες μηνιαίες δόσεις, καταχωρήθηκαν 5 συνολικά ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις εναντίον του, στις οποίες καταδικάστηκε στις 15.05.2019, 08.01.2020, 15.03.2022 (δύο αποφάσεις) και στις 29.03.2024. Εναντίον των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις 15.03.2022, καταχώρησε εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ανυπόστατες και αβάσιμες. Το ίδιο και για την απόφαση ημερ. 15.05.2019 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο του επέβαλε πέραν των εξόδων και πρόστιμο ύψους €1190 το οποίο πλήρωσε στις 03.09.2024. Στις 12.05.2020 καταχώρησε την αίτηση με αρ. 21729/20 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία απορρίφθηκε στις 27.08.2020. Επίσης, στις 10.02.2021 καταχώρησε εκ νέου αίτηση στην αγωγή με αρ. 887/08 με την οποία ζητούσε παραμερισμό της απόφασης επί των εξόδων, η οποία απορρίφθηκε στις 28.05.2021 με αποτέλεσμα να καταχωρήσει την έφεση με αρ. Ε99/21 η οποία απορρίφθηκε στις 17.11.2023. Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο ως «τριτοβάθμιο Δικαστήριο» εναντίον της απόφασης του εφετείου ημερ. 17.11.2023 η οποία απερρίφθη στις 28.06.2024, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει άλλη αίτηση, στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, εναντίον της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε στις 11.07.2024. Εναντίον της απόφασης του ΑΣΔ, καταχωρήθηκε η υπ’ αρ. προσφυγή 23276/24 στο ΕΔΑΔ, η οποία απερρίφθη στις 14.11.2024.
Σημειωτέον ότι, καταχωρήθηκε και στις 19.03.2025, αίτηση στην υπόθεση με αρ. 143/99 του Οικογενειακού Δικαστηρίου ως επίσης στις 21.03.2025 εκ νέου αίτηση στην έφεση με αρ. 99/21 με την οποία ζήτησε ξανά, παραμερισμό της απόφασης επί των εξόδων στην αγωγή 887/08. Στις δε 29.04.2024, κατήγγειλε στην Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς τον Γενικό Εισαγγελέα και την Αστυνομία, διότι δεν διερεύνησαν τις καταγγελίες του για κλοπή των χρημάτων του από τις αποφάσεις του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση με αρ. 143/99 και του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή με αρ. 887/08.
Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγει ο αιτητής πως «[..] το παρών δικαστήριο, έχει υποχρέωση να παραμερίσει τα διατάγματα ημερομηνίας 02.05.2014 και 24.10.2016 και δεν είναι θέμα επιλογής του».
Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ότι η Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί καθότι έχει τη μορφή περιφρόνησης της διαδικασίας, εφόσον ό,τι ζητεί είναι το παρών δικαστήριο να εξετάσει τα ζητήματα που εκδικάστηκαν στην έφεση με αρ. Ε99/21, στα πλαίσια της οποίας αποφασίστηκε πως το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 887/08, είχε υποβληθεί με προηγούμενη αίτηση, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 12.03.2019, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε και κατέστη τελεσίδικη.
Αμφότερα τα μέρη, ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις, όπου ανέπτυξαν τις θέσεις τους, όπως η κάθε πλευρά τις αντιλαμβάνεται. Στην συγκροτημένη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του καθ’ ου η αίτηση, περιλαμβάνονται οι λόγοι εκείνοι για τους οποίους η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, εν αντιθέσει με την γραπτή αγόρευση του αιτητή, η οποία πέραν από το ιστορικό των πολλαπλών δικαστικών διαβημάτων στα οποία προέβη μέχρι σήμερα (κατ’ αριθμό και κατά χρονολογική σειρά) το οποίο έχει μια λογική σειρά, το υπόλοιπο περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης, είναι ακατανόητο, προσβλητικό, μειωτικό και απαξιωτικό προς το δικαστικό σύστημα και τους δικαστές που κατά καιρούς επιλήφθηκαν των υποθέσεων του και δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τα όσα εκεί καταγράφει.
Εξετάζω κατά προτεραιότητα, το νομότυπο της αίτησης και παρατηρώ εκ της νομικής βάσης της αίτησης και χωρίς να χρειάζεται να λεχθούν πολλά, πως το αίτημα του αιτητή, είναι καταρχάς, νομικά αστήρικτο, αφού καμμιά εκ των προνοιών των νόμων που περιλαμβάνει στην νομική βάση της αίτησης του, δεν υποστηρίζει το αίτημα του. Πρόκειται για καταφανώς, αβάσιμη νομικά αίτηση αφού σε κανένα νόμο δεν προβλέπεται το υπό κρίση διάβημα, πόσω μάλλον στις διατάξεις των νόμων που περιλαμβάνονται στην νομική βάση της παρούσας. Περιττό δε να αναφέρω πως η επίκληση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι τουλάχιστον άστοχη, μιας και η παρούσα είναι ποινική διαδικασία και οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας, καμμιά εφαρμογή έχουν, εκτός όπου ρητώς με νόμο προβλέπεται, όταν το ποινικό δικαστήριο ασκεί στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, εξουσία πολιτικής φύσεως.
Πέραν ωστόσο των πιο πάνω, σημειώνω πως η αίτηση είναι και κατ’ ουσία αβάσιμη αφού προκύπτει από το περιεχόμενο των όσων ο ίδιος ο αιτητής επισυνάπτει στην αίτηση του, πως ο ίδιος, για πολλοστή φορά επιχειρεί να επισημάνει λάθη στο διάταγμα (άλλου) Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.5.2014, αλλά και επιρρίψει ευθύνες στον τότε δικηγόρο του, επιδιώκοντας τον παραμερισμό του διατάγματος πληρωμής εξόδων που εκδόθηκε εναντίον του κατά τον ίδιο τρόπο και με βάση τους ίδιους ισχυρισμούς τους οποίους έθεσε στην (μεταξύ άλλων) έφεση με αρ. Ε99/21 (βλ. Πολιτική Έφεση αρ. Ε99/21, Ντέρεκ Ντάγκλας ν. Ropaco Shoes Trading Ltd, ημερ. 17.11.2023. Στην πιο πάνω απόφαση, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.10.2016 στην αίτηση μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 18.1.2016 με την οποία ο εφεσείοντας διατάχθηκε να καταβάλλει €50,00 μηνιαίως πλέον έξοδα, δεν εφεσιβλήθηκε από τον εφεσείοντα, συνεπώς κατέστη τελεσίδικη και δεν μπορούσε να εξεταστεί η θέση του εφεσείοντα ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδικάσει την αίτηση λόγω διαγραφής της εφεσίβλητης 1. Συμφωνούμε με τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν είναι δικονομικά επιτρεπτό να αναθεωρήσει απόφαση ομοβάθμιου Δικαστηρίου η οποία κατέστη τελεσίδικη (Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Μακρίδη κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ 1218). Συνεπώς και ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.»
Είναι προφανές, πως ο αιτητής προωθώντας την παρούσα, περιφρονεί πλήρως τα όσα αποφασίστηκαν στην Πολιτική Έφεση αρ. Ε99/21 (ανωτέρω), μη διστάζοντας μάλιστα δια μέσω της γραπτής αγορεύσεως του να αναφέρει πως ακόμη και στην πιο πάνω έφεση, επανέλαβε το ίδιο αίτημα στις 21.03.2025, το οποίο απορρίφθηκε (ως ήταν αναμενόμενο) για δεύτερη φορά στις 15.07.2025. Παρόλα αυτά και παρά το ότι όλα (σωρηδόν) τα αιτήματα, εφέσεις και συναφείς με αυτά προσφυγές στο ΕΔΔΑ που καταχώρησε, και που σχετίζονταν με το αντικείμενο της παρούσας, απορρίφθηκαν, ο ίδιος εξακολουθεί να επιδιώκει για ακόμη μια φορά και βασιζόμενος στους ίδιους λόγους και στα ίδια γεγονότα, τον ίδιο σκοπό, που δεν είναι άλλος από τον παραμερισμό του διατάγματος που εκδόθηκε εναντίον του, συνεπεία της απόσυρσης της αγωγής με αρ. 887/08. Καθίσταται επομένως σαφές, πως (και) η προώθηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, όπως άλλωστε αποφασίστηκε πως αποτελούσε, σε ακόμη μια πανομοιότυπη αίτηση του αιτητή, η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της έφεσης με αρ. 6/08, σχ. με 8/08, Ντάγκλας ν. Ντάγκλας, ημερομηνίας 20.4.2022. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, το οποίο εκφράζει πλήρως και το σκεπτικό του παρόντος Δικαστηρίου:
«Τα Δικαστήρια, ως πολλάκις έχει λεχθεί και νομολογηθεί, έχουν καθήκον να διαφυλάττουν το κύρος τους και να σταματούν τέτοιου είδους διαδικασίες οι οποίες επαναφέρουν συνεχώς τα ίδια θέματα και με εύσχημο και πολλάκις απροκάλυπτο τρόπο παραβιάζουν την τελεσιδικία των αποφάσεων και των δικαστικών διαδικασιών. Ταυτόχρονα, οφείλουν να προστατεύσουν τόσο την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας, αλλά και την αντίδικη πλευρά από ταλαιπωρία η οποία προκαλείται από συμπεριφορά αντιδίκου, η οποία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. (Loukos Trading Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Co Ltd, (2000)1B A.A.Δ. 2014).»
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, δεν προτίθεμαι να σχολιάσω οτιδήποτε άλλο, είτε σε σχέση με το αβάσιμο της αίτησης, είτε και σε σχέση με όσα άλλα ζητήματα εγείρονται από τον Καθ’ ου η αίτηση.
Η υπό εξέταση Αίτηση απορρίπτεται ως καταχρηστική, ενοχλητική και αβάσιμη κατά νόμο και ουσία και επιδικάζονται έξοδα, ύψους €700 πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
…………………………..
Ε. Κ. Μιντή- Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο