Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 19237/25, 5/12/2025
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 19237/25, 5/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: E. Κ. Mιντή, Ε.Δ.                                              Αρ. Υπόθεσης: 19237/25

 

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας

 

v.

 

Κωνσταντίνος Νικολάου

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 5.12.2025

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Κατηγορούσα Αρχή:  κα Μ. Αβρααμίδου

Για Κατηγορούμενο:  κ. Μούσκος

Κατηγορούμενος παρών

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αίτημα κράτησης)

 

Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, παραπέμφθηκε στις 04.12.2025 σε δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, το οποίο θα συνεδριάσει στις 16.12.2025, ενόψει του ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, δεν δικάζονται συνοπτικώς. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει δέκα συνολικά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν:

 

1.    Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 29 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1)

2.    Εμπρησμός μηχανοκίνητου οχήματος, κατά παράβαση των άρθρων 315(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 2, 3, 6-9 συμπεριλαμβανομένων)

3.    Εμπρησμός κτηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 315(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 4 και 10)

4.    Άρνηση παροχής δακτυλικών αποτυπωμάτων, φωτογραφιών κτλ για σκοπούς καταχώρησης, σύγκρισης και αναγνώρισης Εμπρησμός μηχανοκίνητου οχήματος, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 25(1)(α)(3) του Περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004 (κατηγορία 5).

 

Ό,τι του αποδίδεται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των ως άνω αδικημάτων είναι ότι, κατά τις 14.11.2025, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν το αδίκημα του εμπρησμού (κατηγορία 1) και ότι διέπραξε πράγματι το αδίκημα του εμπρησμού, μαζί με άλλο πρόσωπο, στην Αγλαντζιά, θέτοντας παράνομα φωτιά στα οχήματα με τους αριθμούς εγγραφής και χαρακτηριστικά που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 και 3, τα οποία ανήκουν στους Σ.Χ.[1] και Ε.Π.[2], ως επίσης ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, έθεσε φωτιά και στην οικία των Σ.Χ. και Ε.Π (κατηγορία 4).

 

Τα ίδια αδικήματα (εμπρησμού) φέρεται να διέπραξε και κατά τις 20.11.2025, στην Λευκωσία, θέτοντας παράνομα φωτιά στα οχήματα με τους αριθμούς εγγραφής και χαρακτηριστικά που αναφέρονται στις κατηγορίες 6, 7, 8 και 9, τα οποία ανήκουν στους Π.Τ.[3], στην εταιρεία[4] που αναγράφεται στις λεπτομέρειες της 8ης κατηγορίας, και στην Ν.Χ.[5], ως επίσης ότι κατά τον ίδιο χρόνο, στην Ακρόπολη Λευκωσίας, έθεσε φωτιά και στην οικία του Μ.Γ.[6] (κατηγορία 9).

 

Περιπλέον των πιο πάνω, του αποδίδεται σύμφωνα με την κατηγορία 5 πως στις 27.11.2025 στην Λευκωσία, ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση και του ζητήθηκε να του ληφθούν τα δακτυλικά του αποτυπώματα, φωτογραφίες και δείγμα σάλιου για σκοπούς σύγκρισης, καταχώρησης και αναγνώρισης, αρνήθηκε να το πράξει.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή, προς εξασφάλισε της παρουσίας του Κατηγορούμενου ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ζήτησε την κράτηση του στηρίζοντας το αίτημα της στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων εάν αφεθεί ελεύθερος, αίτημα το οποίο προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου υπεράσπισης.

 

Προς υποστήριξη του αιτήματος της, σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, επικαλέστηκε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ως αυτή αναδύεται από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές, ενώ ως προς την πιθανότητα καταδίκης παρέδωσε στο Δικαστήριο δέσμες μαρτυρικού υλικού, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Α, (σε ό,τι αφορά τα περιστατικά της 14.11.2025) και ως Τεκμήριο Β (σε ό,τι αφορά τα περιστατικά της 20.11.2025), εισηγούμενη πως μέσα από αυτό προκύπτει πιθανότητα καταδίκης παραπέμποντας σε συγκεκριμένα κυανά, αναφέροντας πως σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος καταδικαστεί, επίκειται η επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης, με δεδομένο ότι για τα σοβαρότερα αδικήματα που αντιμετωπίζει, δηλαδή αυτά του εμπρησμού, η προβλεπόμενη ποινής φυλάκισης, είναι μέχρι και 14 έτη.

 

Σε ό,τι αφορά τον έτερο λόγο κράτησης που αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, εάν ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Γ-Στ, αντίγραφα 6 κατηγορητηρίων ποινικών υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούν, εναντίον του Κατηγορούμενου ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας και ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το περιεχόμενο των οποίων κατά τη θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, υποδηλοί πως ο κίνδυνος είναι υπαρκτός καθότι αναφύεται ροπή του Κατηγορούμενου στη διάπραξη αδικημάτων όμοιων ή και παρόμοιων με την παρούσα, παρότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά τη θέση της κατηγορούσας αρχής, όλες ανεξαιρέτως οι εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου πλην  μίας, περιλαμβάνουν αδικήματα κατά προσώπου και κατά περιουσίας, με κοινό παρονομαστή τη χρήση απειλών από μέρους του Κατηγορούμενου, προς τους Παραπονούμενους, ότι θα τους θέσει φωτιά ή ότι θα θέσει φωτιά στα οχήματα ή άλλη περιουσία τους. Συγκεκριμένα, εκκρεμούν αναφέρθηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής οι ακόλουθες υποθέσεις:

 

1.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 10801/2024 στην οποία αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες αφορούσες τα αδικήματα του εμπρησμού, τοκογλυφίας, απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή και απειλή βιαιοπραγίας, ότι δηλαδή θα προξενούσε ζημιά σε περιουσία του Παραπονούμενου και της οικογένειας του. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα, φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ του έτους 2023 και Ιουνίου του 2024 και η υπόθεση εκκρεμεί προς εκδίκαση, ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας (Τεκμήριο Γ).

 

2.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 19200/2025 στην οποία αντιμετωπίζει 1 κατηγορία αφορούσα το αδίκημα της απειλής ότι εάν ο Παραπονούμενος μαρτυρήσει στο δικαστήριο σε υπόθεση οικονομικών διαφορών που αφορούσε τον Κατηγορούμενο «θα τον κρούσει ζωντανό». Το αδίκημα, φέρεται να διαπράχθηκε κατά το έτος 2023 και η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο Δ).

 

3.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 6768/2023 στην οποία αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες αφορούσες τα αδικήματα της παράνομης εισόδου, κακόβουλης ζημιάς και απειλής («ότι θα τους κρούσει τα αυτοκίνητα τους»). Όλα τα πιο πάνω αδικήματα, φέρονται να διαπράχθηκαν τον Ιανουάριο του 2023 και η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο Ε).

 

4.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 6960/2023 στην οποία αντιμετωπίζει 1 κατηγορία αφορούσα το αδίκημα της απειλής («εάν μέχρι την Παρασκευή δεν έχω τα λεφτά μου, θα σας βάλω φωθκιά να σας κάψω, εν δαμέ πουν να σας βάλω την πόμπα αν δεν μου δώκετε τα λεφτά  μου»), αδίκημα το οποίο φέρεται να διαπράχθηκε τον Φεβρουάριο του 2023 και η υπόθεση εκκρεμεί προς εκδίκαση, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο Στ).

 

5.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 218/2023 στην οποία αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες αφορούσες κατηγορίες, απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, παράνομη είσοδο και απειλή («εννά σου κρούσω τζιε το σπίτι, να δεις τί εννα σου κάμω αύριο, εννά σε δέρω, εν εσιη κανένα δαμέ»). Όλα τα πιο πάνω αδικήματα, φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ τον Αύγουστο του 2020 και η υπόθεση εκκρεμεί προς εκδίκαση, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο Ζ).

 

6.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 16772/2022 στην οποία αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες μαζί με άλλα πρόσωπα αφορούσες κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, απαγωγή και εκτέλεση εγγράφου με απειλές και 3 κατηγορίες που αφορούν μόνο τον ίδιο και συνίστανται σε αισχροκέρδεια, τοκογλυφία, και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα, φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ της περιόδου Οκτώβριος του 2019-Σεπτέμβριος του 2020 και η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο Η).

 

Από την άλλη, ο συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορούμενου, ανέφερε πως σε σχέση με το κατά πόσο αναδύεται από το μαρτυρικό υλικό, πιθανότητα καταδίκης, η μαρτυρία στην οποία στηρίζει το αίτημα της η κατηγορούσα αρχή είναι «ισχνή», στηρίζεται σε εικασίες και όχι σε δεδομένα, ως επίσης ότι, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου είναι τέτοιες, που καθιστούν την πιθανότητα μη εμφάνισης του στην δίκη του ανύπαρκτη. Πρόκειται ως αναφέρθηκε για Κύπριο πολίτη, πατέρα ενός ανηλίκου παιδιού, ο οποίος διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, εμφανίζεται ανελλιπώς στο Δικαστήριο, σε σχέση με τις υποθέσεις που αντιμετωπίζει, έχοντας μάλιστα λάβει άδεια από Δικαστήριο σε προγενέστερο χρόνο να ταξιδέψει στο εξωτερικό, κάτι το οποίο έπραξε και ακολούθως επέστρεψε.

 

Σε ό,τι αφορά την επίκληση της πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων, ενόψει των υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε πως σε σχέση με τις δύο εκ των έξι υποθέσεων που αντιμετωπίζει, υπάρχει πρόθεση από τους Παραπονούμενους να αποσύρουν το παράπονο τους εναντίον του Κατηγορούμενου, καταθέτοντας για την μια εκ των δύο (Τεκμήριο Ε) επιστολή που απεστάλη στον Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμήριο Θ), ενώ σε σχέση με τις υπόλοιπες υποθέσεις ανέφερε, πως η ακρόαση τους, δεν έχει καν ξεκινήσει, ενώ η πιο πρόσφατη, επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο μόλις χθες και ενόσω τελούσε υπό κράτηση. Με παραπομπή σε ημεδαπές δικαστικές αποφάσεις, αλλά και σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εισηγήθηκε πως ενόψει του ότι υπάρχει λογική προσδοκία αθώωσης του Κατηγορούμενου, με βάση την όψη του μαρτυρικού υλικού, αυτός θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους, τους οποίους εναπόθεσε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα πιο πάνω αποτελούν συνοπτικά τις θέσεις των δύο πλευρών οι οποίες, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν.

 

Προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο, σημειώνουμε πως σύμφωνα με το άρθρο 48 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση ενός κατηγορούμενου αντί της απόλυσης του επί εγγυήσει.  Όπως δε λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 74/23, ημερ 10.5.23 αλλά και στην Κ.Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν Εφ. 114/23, ημερ. 22.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B223, οι αρχές αναφορικά με το θέμα κράτησης είναι παγιωμένες και χιλιοειπωμένες.  Αρκούμε επομένως να αναφέρω πως η κράτηση ή μη ενός υποδίκου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πως αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση υπό όρους και πως η διαταγή για κράτηση αποτελεί μέτρο κατ’ εξαίρεση [7].

 

Όπως δε επεξηγήθηκε από το Εφετείο στη Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., Ποιν. Εφ. 145/23, ημερ. 21.7.23, οι εν λόγω αρχές πηγάζουν από το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας που κατοχυρώνουν τα άρθρα 11.1 του Συντάγματος και 5.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης συνιστά επίσης απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 12.4 του Συντάγματος[8]. Στην ίδια υπόθεση, Γ.Ν. (ανωτέρω), λέχθηκε επίσης με αναφορά στην Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, πως το τεκμήριο της αθωότητας επιτάσσει το ενδεχόμενο κράτησης να εξετάζεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα και προσοχή βάσει των καθιερωμένων νομολογιακών αρχών.  

 

Από αυτές δε τις νομολογιακές αρχές, προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό, του αν δηλαδή θα παραμείνει ή όχι υπό κράτηση ένας κατηγορούμενος, εξετάζεται με αναφορά σε τρεις ουσιώδεις παράγοντες, που είναι (α) ο κίνδυνος μη προσέλευσής στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο, (β) η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων[9]. Πρόκειται για τρεις αυτοτελείς κινδύνους οι οποίοι δεν απαιτείται να συντρέχουν. Έκαστος εξ αυτών δύναται να δικαιολογήσει την κράτηση[10].

 

Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την πρόβλεψη και αποτίμηση των τριών κινδύνων, από τον Νικολάου Δ.:

 

«Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της.

 

Τα στοιχεία που είναι σχετικά συμπεριλαμβάνουν την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον, την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα σε συνάρτηση με τη φύση τους, την πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων, και την προσπάθεια ή την εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων.

 

Ως ήδη λέχθηκε, το αίτημα στην προκειμένη περίπτωση στηρίζεται επί δύο λόγων. Ο πρώτος, συνίσταται στον κίνδυνο φυγοδικίας.  Όπως δε είναι νομολογημένο, ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, σοβαρότητας αδικήματος, πιθανότητας καταδίκης και ενδεχομένου αυστηρής τιμωρίας, λαμβανομένων, όμως, σοβαρώς υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Παρασκευά v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130 και Τουμάζου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)).

 

Στην προκειμένη, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα σοβαρά. Αυτό φαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα του εμπρησμού, που είναι το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, η προβλεπόμενη στο άρθρο 315 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ποινή είναι μέχρι και 14 έτη.

 

Στρεφόμενη τώρα στην πιθανότητα καταδίκης, σημειώνω πως σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης[11], εφόσον δεν αποφασίζεται στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης με άλλα λόγια, δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων.  Ό,τι αποφασίζεται είναι αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (βλ. και B.T.T. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 111/2023, ημερ. 23.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B225).

 

Για σκοπούς της παρούσας έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται στις καταθέσεις, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση του. Από την όψη του εν λόγω μαρτυρικού υλικού προκύπτει πως η σύνδεση του Κατηγορούμενου με τα αδικήματα που του προσάπτονται, προέκυψε από περιστατική μαρτυρία, η οποία εξασφαλίστηκε στο πλαίσιο διερεύνησης. Συγκεκριμένα, το ένα εκ των οχημάτων που πιστεύεται πως χρησιμοποιήθηκαν από τους δράστες με βάση τα ΚΚΒΠ που εξασφαλίστηκαν και εξετάστηκαν, ομοιάζει με όχημα τύπου «ΚΙΑ Piccanto». Tέτοιο όχημα, κατέχει και ο Κατηγορούμενος και τα χαρακτηριστικά του εν λόγω οχήματος τόσο ως προς τον τύπο, όσο και ως προς τα λοιπά χαρακτηριστικά ομοιάζουν με αυτό του τελευταίου.

 

Σε σχέση δε με τα περιστατικά της 14.11.2025, η διαδρομή που φαίνεται να ακολούθησε το εν λόγω όχημα, μετά την διάπραξη (με βάση τα ΚΚΒΠ), οδηγεί προς την οικία του Κατηγορούμενου και το τελευταίο πλάνο που απεικονίζει το συγκεκριμένο όχημα είναι σε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το οποίο βρίσκεται 400 μέτρα από την οικία του τελευταίου. Παρομοίως, κάποια λεπτά πριν την διάπραξη των αδικημάτων, όχημα που ομοιάζει με τα πιο πάνω, φέρεται να περνά έξω από οικία, που βρίσκεται δύο σπίτια πίσω από την οικία του Κατηγορούμενου και ο συγκεκριμένος δρόμος, είναι μονόδρομος. Από την ανάλυση στην οποία προέβη η Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών, σε συγκεκριμένα πλάνα που απεικονίζουν το πιο πάνω όχημα, πιστεύεται πως το πρώτο γράμμα των πινακίδων εγγραφής του, ξεκινά από «Μ», γράμμα με το οποίο ξεκινούν και οι πινακίδες εγγραφής του οχήματος που κατέχει ο Κατηγορούμενος (Κυανούν 64). Από διάφορα πλάνα που λήφθηκαν από ΚΚΒΠ και απεικονίζουν το πρόσωπο του δράστη, υπάρχει η μαρτυρία του Αστ. 2792 (Κυανούν 73) πως το πρόσωπο αυτό, φαίνεται να ομοιάζει με τον Κατηγορούμενο, τον οποίο ο Αστ. 2792 γνωρίζει τα τελευταία 20 έτη. Ως προκύπτει από την κατάθεση του Α.Π. (Κυανούν 63), η 2η Παραπονούμενη διετέλεσε ως γραμματέας στην Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου μέχρι και τις 13.05.2025 και κατά τη διάρκεια της θητείας της, συμμετείχε ως εκ της θέση της σε διαδικασία που ασκήθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν προπονητής αλόγων, στο πλαίσιο της οποίας του είχαν επιβληθεί χρηματική ποινή, την οποία δεν κατέβαλε με αποτέλεσμα να παρθεί απόφαση αποκλεισμού από τον ιππόδρομο και εναντίον της οποίας ο Κατηγορούμενος, άσκησε ένδικα μέσα. Ο δε, 1ος Παραπονούμενος, είναι ο σύζυγος της 2ης και το όχημα του, βρισκόταν σταθμευμένο, δίπλα από αυτό της τελευταίας.

 

Σε σχέση με τα περιστατικά της 20.11.2025, σημειώνω πως με βάση και πάλι τα ΚΚΒΠ, όχημα που φέρει τα ίδια χαρακτηριστικά με το όχημα που πιστεύεται πως χρησιμοποιήθηκε στις 14.11.2025 (ως ανωτέρω), φέρεται να κινείται σε γειτνιάζουσα οδό, με αυτήν που διαπράχθηκε ο εμπρησμός, πριν από αυτόν, να αποχωρεί μερικά λεπτά μετά τον εμπρησμό από αυτήν και να ακολουθεί τη διαδρομή που καταγράφεται στο κυανούν 89. Ο δε, 3ος Παραπονούμενος, διετέλεσε και αυτός, όπως και η 2η Παραπονούμενη, ως μέλος στην Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου, την περίοδο που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο οι κυρώσεις που περιγράφονται πιο πάνω, ενώ μέχρι και την ημερομηνία που έδωσε την κατάθεση του (Κυανούν 1), κατείχε τη θέση του εφόρου και ταμεία στην πιο πάνω αρχή. Τα οχήματα του, βρίσκονταν σταθμευμένα στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας που διαμένει, δίπλα από τα οποία βρισκόταν και το όχημα της 4ης και 5ης Παραπονουμένης και αμέσως παρακάτω, το διαμέρισμα του 6ου Παραπονούμενου. Ο δε 3ος Παραπονούμενος, εξέφρασε υποψίες εναντίον του Κατηγορούμενου, από τον οποίο αναφέρει μεν ότι δεν απειλήθηκε, πλην όμως κατονομάζει ως το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο είχε διαφορές, ενόψει της ιδιότητας του και της διαδικασίας που συμμετείχε η οποία είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή κυρώσεων στον Παραπονούμενο.

 

Λαμβάνοντας συνεπώς, τα πιο πάνω υπόψη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για να στηρίξει το αίτημα ως περιγράφεται συνοπτικά πιο πάνω (εν τω σύνολο της και όχι κατ’ απομόνωση), κρίνω πως μέσα από αυτήν στοιχειοθετείτε, στο βαθμό που επί του παρόντος απαιτείται, η πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες. Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας, πως σε ό,τι αφορά περαιτέρω την κατηγορία 5, φαίνεται μέσα από την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Κυανούν 83, Τεκμήριο Β, απάντηση 51) να παραδέχεται πως αρνήθηκε να δώσει τα δείγματα που του ζητήθηκαν προβάλλοντας τη δική του θέση. Σε ό,τι δε αφορά την κατηγορία 1, προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε πως εμπλέκονται πέραν του ενός προσώπου στην διάπραξη των αδικημάτων, τα οποία φέρονται να έδρασαν συντονισμένα, έτσι που και σε σχέση με αυτή την κατηγορία, ικανοποιούμε ότι στοιχειοθετείτε πιθανότητα καταδίκης και επ’ αυτής, χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μου ότι δεν έγινε κατορθωτή η εξασφάλιση μαρτυρίας, σε σχέση με την ταυτότητα του δεύτερου προσώπου που φέρεται να αναμειγνύεται στην υπόθεση.

 

Με δεδομένη λοιπόν την κατάληξη μου περί ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης στη βάση της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής και λαμβανομένης υπόψη και της σχετικής νομολογίας, οι ποινές οι οποίες είναι δυνατόν να επιβληθούν στον Κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του, ιδιαίτερα όσον αφορά τις κατηγορίες 2-4 και 6-10 συμπεριλαμβανομένων, αναμένεται να είναι αυστηρές, μη αποκλειομένης της επιβολής πολυετών ποινών φυλάκισης.

 

Το ζήτημα ωστόσο δεν τελειώνει εδώ. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά ,στα αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στο ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής τιμωρίας, χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα. Το εγχείρημα συνίσταται λοιπόν και στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος, λαμβανομένων υπόψη υποκειμενικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων και των δεσμών του με τη χώρα όπου διώκεται.

 

Στη Β.Τ.Τ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 111/23, 23.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B225, εξηγήθηκε πως η σημασία της ύπαρξης δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος, έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν, ωστόσο, ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του (Θεοχάρους (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.ά. (2008) 2 Α.Α.Δ. 319 και Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 450).

 

Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνω υπόψη όλα όσα τέθηκαν υπόψη μου σχετικά με τον Κατηγορούμενο, ήτοι ότι πρόκειται για Κύπριο πολίτη, πατέρα ενός ανήλικου τέκνου, ο οποίος διέμενε πάντοτε και εξακολουθεί να διαμένει μόνιμα στην Λευκωσία, σε ιδιόκτητο σπίτι.  Περιπλέον ότι αντιμετωπίζει και άλλες υποθέσεις, χρονολογούμενες από το έτος 2022 (ημερ. καταχώρησης), για τις οποίες είναι ελεύθερος και παρουσιάζεται ανελλιπώς στις δικασίμους που κατά καιρούς ορίζονται. Τα πιο πάνω, καταδεικνύουν κατά την κρίση μου ισχυρούς δεσμούς του Κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία, τέτοιους που να μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απόλυση του με όρους. Επομένως, δεν έχω πεισθεί ότι με βάση τα παραπάνω αναδύεται κίνδυνος φυγοδικίας του Κατηγορούμενου, επομένως το αίτημα απορρίπτεται επί τούτου του λόγου.

 

Στρεφόμενη στον έτερο λόγο κράτησης του Κατηγορούμενου σημειώνω τα ακόλουθα:

 

Προκειμένου το Δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου ή άλλων αδικημάτων, δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Ό,τι απαιτεί η προληπτική φύση του λόγου αυτού, είναι να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση, με βάση όλα τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη του αιτήματος, ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά στο μέλλον για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε συμπεράσματα, βασιζόμενο μεταξύ άλλων σε στοιχεία του ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συμπεράσματα συγκεκριμένης ροπής. Τέτοια πιθανολόγηση, δύναται να στοιχειοθετηθεί από το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου (λαμβανομένου υπόψη του χρόνου και των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων που πραγματεύονται οι καταδίκες), από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη από υποθέσεις οι οποίες επίκειται να καταχωρηθούν, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση (βλ. σχετικά  Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 133/2024, ημερ. 11.07.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, Ποιν. Έφεση 84/24, ημερ. 16.04.2024).

 

Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας (Ε.Α.Β.Ο. (ανωτέρω), Παναγή v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 152/24, ημερ. 25.06.2024,  Θεμιστοκλέους (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373).

 

Στην Παναγή (ανωτέρω), ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων για παράδειγμα η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, Ποιν. Έφεση 269/2024, ημερ. 23.1.2025, Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 96/2025, ημερ. 15.04.2025,  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, Ποιν. Έφεση 111/2025, ημερ. 29.05.2025, Ignatova v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 286/2025, ημερ. 14.10.2025, G.Α.B. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 258/25 ημερ. 15.10.2025 και Dhiab v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 252/2025, ημερ. 16.10.2025 επικύρωσαν τις πρωτόδικες αποφάσεις για κράτηση λόγω ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, υπό περιστάσεις όπου υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά, εν αντιθέσει (και εν συγκρίσει) με τις περιστάσεις της απόφασης Παναγή, που αναφέρω πιο πάνω.

 

Στρεφόμενη στην εξέταση του παρόντος αιτήματος, σημειώνω πως στην προκειμένη περίπτωση, εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν έξι διαφορετικές, σοβαρές από άποψη περιεχομένου, υποθέσεις, χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μου ότι κατά τα άλλα, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη.  Ως δε προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, οι έξι αυτές εκκρεμούσες υποθέσεις περιλαμβάνουν αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν από το 2019-2024, όμοια ή και συναφή με αδικήματα της παρούσας και όλες ανεξαιρέτων αφορούν (μεταξύ άλλων) αδικήματα κατά περιουσίας και προσώπων. Η δε παρούσα, αφορά αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν κατά 5 διαφορετικών προσώπων, πρόκειται για 8 διακριτά περιστατικά, τα οποία μάλιστα φέρονται να διαπράχθηκαν σε δύο  ξεχωριστούς χρόνους, με διαφορά μιας εβδομάδας.

 

Συνυπολογίζοντας συνεπώς όλα τα ανωτέρω, περιλαμβανομένης της σοβαρότητας κάθε υπόθεσης που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, τα χρονικά σημεία διάπραξης των αδικημάτων  και τις λεπτομέρειες μιας έκαστης των κατηγοριών,  καταλήγω πως προκύπτει η σύνθεση της εικόνας μιας επαναλαμβανόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς.

 

Ως εκ των άνω, και χωρίς να παραγνωρίζω το τεκμήριο αθωότητας του Κατηγορουμένου και το λευκό (μέχρι σήμερα) ποινικό του μητρώο, καταλήγω ότι από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν εγγενείς ενδείξεις οι οποίες έχουν δημιουργήσει την ισχυρή εντύπωση στο Δικαστήριο, ότι ο Κατηγορούμενος περί ροπής, προς τη διάπραξη περαιτέρω αδικημάτων και ότι ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός, σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος, αφεθεί ελεύθερος.

 

Περί του λευκού ποινικού μητρώου του Κατηγορουμένου, παραπέμπω στην απόφαση G.Α.B. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων, παρόλο που ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Ορθά, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι η μη ύπαρξη καταδίκης για οποιοδήποτε αδίκημα δεν εξανεμίζει αφ' εαυτού τον διαπιστωθέν κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων αφού η εκκρεμότητα ποινικών υποθέσεων για παρεμφερή αδικήματα δύναται να ληφθεί υπόψη και να καταστήσει ευλογοφανή τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων και παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 227 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 271/20223 ημερομηνίας 24/1/2024».

 

Όσον δε αφορά στο χρόνο που θα διαρρεύσει μέχρι την επόμενη δικάσιμο, σημειώνω πως και αυτό το στοιχείο συνυπολογίστηκε, όμως δεν θεωρώ πως ο χρόνος αυτός είναι τέτοιος που να δικαιολογεί την ανατροπή της κατάληξης μου πως, υπό τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να παραμείνει υπό κράτηση. Τουναντίον, η υπόθεση έχει οριστεί για απάντηση, δε λιγότερο από 15 ημέρες.

 

Επομένως κρίνω ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και ως εκ τούτου διατάσσεται η κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την επόμενη δικάσιμο.

 

Ο Κατηγορούμενος να προσαχθεί και παρουσιαστεί ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στις 16.12.2025 που ορίστηκε η υπόθεση και ώρα 09:00.

 

(Υπ.) ……..………………………………

Ε. K. Μιντή, Ε.Δ.

 



[2] στο εξής «η 2η Παραπονούμενη»

[3] στο εξής «ο 3ος Παραπονούμενος»

[6] στο εξής «ο 6ος Παραπονούμενος»

[7] Βλ. μεταξύ άλλων Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48.

[8] Bλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 596.

[9]Bλ. μεταξύ άλλων Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

[10] βλ. μεταξύ άλλων, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 70, Κ.Κ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

 

[11] βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο